Χ.Χ ν. Χ.Χ, Αρ. Αγωγής: 941/2022, 31/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 941/2022 Μεταξύ: Χ.Χ Ενάγοντος - Αιτητή - και- Χ.Χ. Εναγομένης Καθ' ής η Αίτηση ___________________________________________________________________________ Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κος Τρίγγας για κ.κ. Αριστ. Χατζιηπαναγιώτου & Συνεργάτες Για Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: κος Ν. Γεωργίου για κ.κ. Παύλος Αγγελίδης & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση Ημερομηνίας 23/05/22) Ο Ενάγων με την Εναγόμενη υπήρξαν σύζυγοι. Τέλεσαν πολιτικό γάμο στις 25/05/2001 και θρησκευτικό την 01/11/
- Ο γάμος τους λύθηκε την 09/05/
- Από τον μεταξύ τους γάμο, δεν απέκτησαν παιδιά. Διαφαίνεται και αποτελεί κοινό τόπο, ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους και πιο συγκεκριμένα τον Σεπτέμβριο του 2018[1], ο Ενάγων, μεταβίβασε στην Εναγόμενη το 1/2 μεριδίου ακίνητου στον Δήμο Ιδαλίου, που ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του, (από τούδε και στο εξής «ακίνητο»). Κοινό τόπο αποτελεί επίσης ότι κατά τη διάρκεια του γάμου ο Ενάγων μεταβίβασε στην Εναγόμενη το όχημα ήτοι αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΧΧΧΧΧΧ (από τούδε και στο εξής «όχημα»). Τούτο, έγινε συμφώνως των όσων καταγράφει ο Ενάγων στην ένορκη του δήλωση περί το 2016 ενώ η Εναγόμενη, με το Τεκμήριο 10, προβάλλει ότι η μεταβίβαση έγινε 17/05/
- Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή που καταχωρήθηκε στις 23/05/202, ο Ενάγων επιδιώκει την επανεγγραφή επ' ονόματι του των πιο πάνω αναφερομένων περιουσιακών στοιχείων καθώς επίσης και την επιστροφή ποσού €15.000.- που ισχυρίζεται ότι δάνεισε στην Εναγόμενη δυνάμει προφορικής συμφωνίας δανείου στις 10/01/
- Ειδικότερα ο Ενάγων αξιώνει ουσιαστικά και μεταξύ άλλων: I. Την έκδοση διατάγματος ή και απόφασης του Δικαστηρίου που να κηρύττει άκυρη τη δωρεά ή και την μεταβίβαση που έγινε από τον ίδιο προς την Eναγόμενη, ήτοι του 1/2 μεριδίου του ακίνητου και διατάγματος που να διατάζει την εγγραφή ή και επανεγγραφή του μεριδίου του ακίνητου τούτου επ' ονόματί του. II. Επιπλέον, ζητά διάταγμα και ή απόφαση του Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάζεται η Εναγόμενη να επιστρέψει σε αυτόν αυτοκίνητο, το οποίο σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του, της μεταβίβασε «... κατόπιν ψυχικού εξαναγκασμού και ή άσκηση ψυχικής πίεσης και ή εκβιασμού και ή ψευδών παραστάσεων και ή απάτης» και/ή να καταβάλει σε αυτόν την αντικειμενική αξία του που ανέρχεται σε €1.000.-. III. Την έκδοση διατάγματος ή και απόφασης του Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάζεται η Eναγόμενη να επιστρέψει ή και να καταβάλει στον ίδιο το ποσό των €15.000.- πλέον τόκους και το οποίο ως διατείνεται στο αιτητικό της έκθεσης απαίτησης του, συνεχίζει να κατακρατά η Eναγόμενη «... λόγω αδικαιολόγητου του πλουτισμού και ή ψευδών παραστάσεων και ή δόλου και ή απάτης και ή υποσχέσεων ότι θα του το επιστρέψει το συντομότερο δυνατόν, ως ποσό το οποίο της καταβλήθηκε αχρεωστήτως και όχι χαριστικά». IV. Αξιώνει επίσης την επιδίκαση γενικών και/ή ειδικών αποζημιώσεων για ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία «.ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης κα/ ή απειλής και/ή παράβασης συμφωνίας και/ή ψευδών υποσχέσεων και/ή ζημιά και/ή απώλειας συνεπεία απάτης και/ή απειλής και/ή λόγω σφετερισμού και/ή παράνομης κοινοποίησης της προαναφερόμενης (αποκλειστικής ιδιοκτησίας) περιουσίας του Ενάγοντα εκ μέρους της Εναγόμενης». Πέραν της καταχώρησης της αγωγής, ο Ενάγων, επεδίωξε, με αίτηση που καταχώρησε την ίδια μέρα, να εκδώσει μονομερώς: i. προσωρινό διατάγμα «...που να απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση από το να πωλήσει και ή υποθηκεύσει και ή μεταβιβάσει και ή επιβαρύνει και ή κάθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει ολόκληρο το μερίδιο που είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της επί του προαναφερθέντος ακίνητου..». ii. ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα, με το οποίο να απαγορεύεται στην Καθ' ης η Αίτηση «.να πωλήσει και/ή να μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει και/ή υποθηκεύσει το προαναφερθέν όχημα». Το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση τότε, διέταξε την επίδοση της αίτησης. Η αίτηση αυτή είναι που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας αφού η Καθ' ής η Αίτηση αντέδρασε καταχωρώντας Ειδοποίηση Πρόθεση Έντασης όταν της επιδόθηκε. Κατά την ακρόαση της αίτησης, ηγέρθει από πλευράς Εναγομένης, θέμα δικαιοδοσίας. Ως θέμα αρχής προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα τούτο αμέσως κατωτέρω. Δικαιοδοσία: Καταρχάς σημειώνεται ότι ζήτημα δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αν όλα τα γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου (Theofanous v. Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203, Παναγιώτου ν. Χ"Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362, Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240). Το βάθρο για την εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας είναι η διαφορά, όπως καθορίζεται στο δικόγραφο, το οποίο προσδιορίζει το επίδικο θέμα και τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. Ως η νομολογία υποδεικνύει, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. (βλ. Μουρτζίνου ν. Global Cruises
(1992)1 A.A.Δ. 1160, Βουνού ν. Βουνού
(1995)1 Α.Α.Δ. 168 και Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2004)1 ΑΑΔ 1192). Στην υπό κρίση υπόθεση οι διάδικοι είναι πρώην σύζυγοι των οποίων ο γάμος λύθηκε στις 09/05/
- Η παρούσα αγωγή και η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκαν στις 23/05/
- Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος διαφαίνεται ότι αυτό το οποίο αξιώνει κατ' ουσία ο Ενάγων πέραν των γενικών αποζημιώσεων είναι η ακύρωση μεταβίβασης μεριδίου ακινήτου που έγινε δυνάμει δωρεάς, η ακύρωση μεταβίβασης του οχήματος δυνάμει δωρεάς επί τω ότι ως πάντα ο Ενάγων προβάλλει οι δωρεές έγιναν χωρίς να υπάρχει ελεύθερη βούληση, ως αποτέλεσμα εξαναγκασμού, απειλών και ψυχικής πίεσης. Επίσης αξιώνει την επιστροφή ποσού ύψους €15.000.- το οποίο ως ισχυρίζεται έδωσε στην Εναγόμενη δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή κατόπιν ψευδών προς αυτόν παραστάσεων από την Εναγόμενη. Χωρίς να μου διαφεύγει ότι οδηγός είναι η έκθεση απαίτησης για το θέμα της δικαιοδοσίας, προχωρώ να αναφέρω παρεμπιπτόντως και τούτο: Ανατρέχοντας στις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων ως αυτές προκύπτουν από το περιεχόμενο των Ενόρκων Δηλώσεων τους που συνοδεύουν την Αίτηση και την Ένσταση, δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας συγκεκριμένος ισχυρισμός της Εναγομένης για εφαρμογή του άρθρου 14 του περί Ρυθμίσεων των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν. 232/91). Η αναφορά της στην ένορκη της δήλωση είναι ότι «. ο Ενάγοντας προσπαθεί με τρόπο απατηλό να λύσει το περιεχόμενο των περιουσιακών διαφορών.». Αυτό το οποίο προβάλλει είναι ότι όντως υπήρξε δωρεά. Προβάλλει ότι είχαν λάβει χώρα καθ' όλα νόμιμες δωρεά υπό του Ενάγοντος των 2 ποιο πάνω περιουσιακών στοιχείων προς αυτή. Σε ό,τι αφορά τις €15.000.- δεν κάνει αναφορά στην Ένορκη της Δήλωση. Το άρθρο 11 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (23/1990) υπό τον τίτλο «Δικαιοδοσία οικογενειακών δικαστηρίων» προνοεί ότι: «11.-
(1)Τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν τη δικαιοδοσία και ασκούν τις εξουσίες που τους ανατίθενται δυνάμει του Άρθρου 111 του Συντάγματος, του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου νόμου.
(2)Χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα του εδαφίου
(1), τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν ειδικότερα την εξουσία να επιλαμβάνονται υποθέσεων που αφορούν- (α). (β). (γ). (δ). (ε) Θέματα γονικής μέριμνας, διατροφής, αναγνώρισης τέκνου, υιοθεσίας, περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και οποιαδήποτε άλλη γαμική ή οικογενειακή διαφορά, εφόσον οι διάδικοι ή ένας από αυτούς έχουν τη διαμονή τους στη Δημοκρατία: .» (Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας). Στον ίδιο νόμο στο άρθρο 16 προνοείται ότι: «16.-
(1)Τα Οικογενειακά Δικαστήρια ασκούν, τηρουμένων των αναλογιών, όλες τις εξουσίες που διαλαμβάνονται στο Τέταρτο Μέρος των περί Δικαστηρίων Νόμων.
(2)Τα Οικογενειακά Δικαστήρια ασκούν επίσης όλες τις εξουσίες που παρέχονται στα Επαρχιακά Δικαστήρια δυνάμει του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.» Το Μέρος Τέταρτο του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 στο οποίο παραπέμπει το πιο πάνω άρθρο 16 του Νόμου 23/90 περιέχει πρόνοιες για τις εξουσίες των Δικαστηρίων. Σχετικό είναι το άρθρο 31 του Νόμου 14/60 σύμφωνα με το οποίο: «31. Έκαστov δικαστήριov εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας oφείλει εv εκάστη δίκη ή άλλη διαδικασία, vα παρέχη είτε απoλύτως ή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις, ως τo δικαστήριov κρίvει δίκαιov, πάσας τας θεραπείας εις ας oιoσδήπoτε τωv διαδίκωv θα εδικαιoύτo εv σχέσει πρoς oιαvδήπoτε εγερθείσαv υπ' αυτoύ αξίωσιv στηριζoμέvηv επί τoυ vόμoυ ή τωv αρχώv της επιεικίας (equity) κατά τoιoύτov τρόπov, εφ' όσov τoύτo είvαι δυvατόv, ώστε πάvτα τα αμφισβητoύμεvα θέματα μεταξύ τωv διαδίκωv vα διαγιγvώσκωvται πλήρως και τελικώς και πάσα πoλλαπλότης της διαδικασίας αφoρώσης εις oιovδήπoτε τωv θεμάτωv τoύτωv vα απoφεύγεται..» Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (23/1990) στην έννοια των 'περιουσιακών σχέσεων' (ορισμός που θεσπίστηκε για πρώτη φορά από το άρθρο 2 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων (Τροποποιητικού) Νόμου του 1996 (Ν. 33(Ι)/1996)), καθορίζεται ως: «'περιουσιακές σχέσεις' . τις σχέσεις που αφορούν κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991 έως 1999.» Σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν.232/91): «'περιουσία' σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους 'σύζυγος' σημαίνει τη σχέση που δημιουργείται μεταξύ άνδρα και γυναίκας ως αποτέλεσμα γάμου αναγνωρισμένου από την πολιτεία 'συνεισφορά' σημαίνει την οποιασδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή τη δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας.» Το Ανώτατο Δικαστήριο καταπιάστηκε σε αριθμό υποθέσεων με τη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου έναντι δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου για περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων μετά την τροποποίηση του. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται βεβαίως στην Λογγίνου ν. Λογγίνου
(2000)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπόθεση αυτή αναγνωρίστηκε διεύρυνση της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Το Εφετείο σημειώνει τα ακόλουθα: «. Με τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις ο νομοθέτης έχει εκδηλώσει με σαφή τρόπο την πρόθεση του να εντάξει όλες τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων, σε σχέση με περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου πριν ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 232/
- Επομένως από τη στιγμή που μια διαδικασία έχει ως επίδικο αντικείμενο περιουσιακή διαφορά με βάση το άρθρο 2 του Νόμου 23/90 (όπως έχει τροποποιηθεί από το άρθρο 2 του Νόμου 26(Ι)/98) αυτή εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής. Επεται πως η παρούσα αγωγή εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Στην κρινόμενη περίπτωση ο εφεσείων στήριξε την αγωγή του στο δίκαιο που διέπει τα εμπιστεύματα. Αυτά διέπονται από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να παρέχουν όλες τις θεραπείες στις οποίες οποιοσδήποτε από τους διαδίκους θα εδικαιούτο σε σχέση με οποιαδήποτε αξίωση η οποία στηρίζεται επί των αρχών της επιείκειας (equity) (βλ. άρθρο 16 του Νόμου 23/90 και άρθρο 31 του Νόμου 14/60). Ακολουθεί πως η φύση της επίδικης θεραπείας δεν αποτελεί κώλυμα για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο.» Στην Μιχαήλ Μαρίνα ν. Μανώλη Γιάγκου
(2001)1 ΑΑΔ 1643 υπεδείχθη ότι: «Ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, όπως υπεδείχθη και στη Λογγίνου ν. Λογγίνου, εξαρτάται από τη φύση της απαίτησης, το δε Οικογενειακό Δικαστήριο έχει εξουσία, βάσει των άρθρων 11
(1), 14(β) και 16
(1)του Νόμου 23/90 και του άρθρου 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60), να εφαρμόζει ανάλογα τις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας αν η απαίτηση βασίζεται σε αυτές. Τούτο, εξ άλλου, εξυπακούεται και από την αυτοτέλεια του κάθε συζύγου, που και συνταγματικά κατοχυρώνεται και αναγνωρίζεται στο άρθρο 13 του Νόμου 232/91. Η αναγνώριση δικαιοδοσίας στο Οικογενειακό Δικαστήριο σε όλες τις περιουσιακές διαφορές των συζύγων λοιπόν ούτε την αυτοτέλεια των συζύγων αντιστρατεύεται ούτε αποκλείει την εφαρμογή, ανάλογα με τη φύση της διαφοράς, του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, είτε αυτός προέρχεται από τις αρχές του κοινοδικαίου ή του δικαίου της επιείκειας ή το Νόμο 232/91». Στην δε Κοζάκη ν. Κοζάκη
(2003)1 Α.Α.Δ. 1047 αναφέρθηκε ουσιαστικά, ότι η απόφαση στη Λογγίνου (ανωτέρω), λάμβανε ως δεδομένη την εκκρεμότητα περιουσιακής διαφοράς μεταξύ των συζύγων και επισημάνθηκε ότι δεν είχε σημασία η λεπτομέρεια της προέλευσης των αντίστοιχων αξιώσεων, δηλαδή η αιτία της αγωγής του όποιου επικαλούμενου δικαιώματος στα περιουσιακά στοιχεία. Στη Λογγίνος οι σύζυγοι βρίσκονταν σε διάσταση με επίδικο ένα αυτοκίνητο, και η αγωγή αφορούσε αποζημιώσεις για παράβαση καταπιστεύματος που αφορούσε το αυτοκίνητο. Στην παρούσα υπόθεση η ουσία και ο χαρακτήρας της αξίωσης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι οι διάδικοι υπήρξαν σύζυγοι. Δεν φαίνεται τουλάχιστον στο παρόν στάδιο να υφίσταται περιουσιακή διαφορά με την έννοια που έχει αναγνωριστεί και στην TSIKLAURI ν. ISAKOV κ.α., Πολιτική ΄Εφεση Αρ. Ε8/2014, 25/1/2016παρά μόνο αξίωση ακύρωσης συμβάσεων δωρεάς. ΄Έχοντας λοιπόν υπόψη μου τη φύση και το χαρακτήρα της βάση της αγωγής του Ενάγοντος όπως αυτό περιγράφεται στην έκθεση απαιτήσεως, ότι η αγωγή καταχωρήθηκε μετά τη λύση του γάμου και αντλώντας καθοδήγηση από την πιο πάνω νομολογία, είναι η κατάληξη μου ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Έχοντας καταλήξει συνεπώς στην ύπαρξη δικαιοδοσίας προχωρώ να εξετάσω αυτήν καθαυτή την αίτηση. Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει: Ο Αιτητής στήριξε την αίτηση του στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 21
(1), 3132, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.Θ.1 έως
- Επικαλέστηκε επίσης τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζει το αίτημα του εντοπίζονται στους ισχυρισμούς του που περιέχονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Σύμφωνα με τον ίδιο: · Μετά τον γάμο τους διέμεναν σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα και περί το 2004, μετακόμισαν στην κατοικία, η οποία βρίσκεται επί του ακινήτου επί του οποίου ζητούνται σήμερα οι θεραπείες. Την εν λόγω κατοικία την ανέγειρε με αποκλειστικά δικά του χρήματα, σε οικόπεδο, το οποίο του παραχωρήθηκε από το κράτος ως εκτοπισθέντας, περί της 14/05/
- Είναι η θέση του ότι για την ολοκλήρωση της κατοικίας κατέβαλε ο ίδιος το ποσό των λιρών Κύπρου Λ.Κ.38.973.- πλέον ΦΠΑ και ποσό ΛΚ9.540.- του καταβλήθηκε από το κράτος ως βοήθεια. Αναφέρει ότι τα χρήματα αυτά προήλθαν από διαφορά χρηματικά ποσά, τα οποία είχε κερδίσει από κρατικά λαχεία και παρόμοιας φύσης πήγες, άλλο ποσό προήλθε από αποζημίωση που έλαβε από ασφαλιστήριο συμβολαίου ζωής ενώ η ολοκλήρωση για εξόφληση της κατοικία έγινε από το 2004 από τις αποταμιεύσεις του. · Η αξία ολόκληρου του ακινήτου σήμερα ανέρχεται στις €164.000.- σύμφωνα με εκτίμηση του
- · Προβάλλει ότι οι μεταβιβάσεις επεσυνέβησαν συνεπεία της συμπεριφοράς της Εναγομένης. Ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη κατά τη διάρκεια του γάμου τους, του συμπεριφερόταν άλλοτε με καλό τρόπο προκειμένου να επιτύχει και να εξασφαλίσει από τον ίδιο οικονομικά οφέλη και άλλοτε με λεκτική και ψυχολογική βία ή και εκβιασμό και ή απειλές ότι θα τον εγκαταλείψει και ή ότι δεν θα του μαγειρεύει και ή ότι δεν θα του σιδερώνει και ή ότι δεν θα κοιμάται μαζί του στο κρεβάτι αν δεν ικανοποιούσε τις περαιτέρω οικονομικές της απαιτήσεις. Του έλεγε επίσης ότι θα τον καταστρέψει. Σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα παρουσίαζε αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά, τόσο απέναντί του, όσο και απέναντι σε συγγενικά του πρόσωπα και η συμπεριφορά της δε άλλαζε ανάλογα με τις απαιτήσεις που έθετε έναντι του και αναλόγως εάν αυτές τύγχαναν ικανοποίησης ή όχι. Η συμπεριφορά αυτή, της Καθ' ης η Αίτηση ήταν αβάσταχτη για τον ίδιο και για αυτό τον λόγο, κάθε φορά που τίθετο οποιοδήποτε οικονομικό ζήτημα μεταξύ του ιδίου και των παιδιών του για την ελάχιστη έστω οικονομική βοήθεια προς αυτά, αυτή ξεσπούσε εναντίον του ενώ σε αρκετές περιπτώσεις προέβη σε ψευδείς εις βάρος του καταγγελίες, στην Αστυνομία. · Ειδικότερα καταγράφει τα ακόλουθα συμβάντα: - 06/01/2012 κέρδισε χρηματικό ποσό ύψους €25.000 ευρώ από κλήρωση σε τυχερό παιχνίδι και τότε η Καθ' ης η Αίτηση του έδιδε συνεχής, ψευδής και παραπλανητικές υποσχέσεις ότι η συμπεριφορά της θα βελτιωνόταν εάν της έδιδε το χρηματικό ποσό των €15,000.- για να το στείλει στη Ρουμανία για να επιδιορθωθεί η στέγη της γονεικής της κατοικίας. Αναφέρει ότι μετά από ψυχολογική πίεση που δέχθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση, αλλά και μετά από απειλές ότι θα τον εγκατέλειπε αν δεν της έδιδε χρήματα, της μετέφερε σε λογαριασμό το ποσό που αξιώνει με την αγωγή στις 10/01/
- Εν συνεχεία καταγράφει ότι η Καθ' ης η Αίτηση έδιδε τις ψεύτικες και παραπλανητικές υποσχέσεις, ότι εάν της έδιδε το πιο πάνω ποσό, θα του το επέστρεφε και ενώ η ίδια γνώριζε, ότι δεν είχε τέτοια οικονομική δυνατότητα και ούτε επρόκειτο να του το επιστρέψει. Η συμπεριφορά της εν συνέχεια βελτιώθηκε ελαχίστως. Προσποιούμενη ψευδώς, έδειχνε ότι βελτιώθηκε ελάχιστα προς το καλύτερο, δηλαδή έπαψε να τον βρίζει και του επέτρεπε να έχει επικοινωνία με τα παιδιά που απέκτησε από τον προηγούμενο του γάμο. - Το 2016 αναφέρει ο Ενάγων, μετά από συνεχής απαιτήσεις και πιέσεις της Εναγομένης «...και ασκώντας του ψυχολογική βία, βία, απειλές, δόλο, εκφοβισμό και ψευδής παραστάσεις.» στον ίδιο, τον εξανάγκασε να της μεταβιβάσει το αυτοκίνητο που αναφέρεται ανωτέρω και του οποίου σήμερα εξαιτείται την επανεγγραφή επ' ονόματι του. Προβάλλει ότι το αγόρασε ο ίδιος, αποκλειστικά με δικά του χρήματα για το ποσό των €2.500.-. - Τον Σεπτέμβριο του 2018 ως καταγράφει στην ένορκη του δήλωση «.Αναγκάστηκα και πάλι μετά από πιέσεις, απειλές και εκβιασμούς, λέγοντας μου ότι δεν θα πλένει τα ρούχα μου, δεν θα μου μαγειρεύει και ότι θα το μετανιώσω πικρά αν δεν το πράξω και συγκεκριμένα μου είπε "θα μάθεις τι σημαίνει Ρουμάνος, πρέπει να καταλάβεις τι σημαίνει Ρουμάνος" και επίσης αρνείτο να έχει οποιαδήποτε συζυγική μαζί μου και με απειλούσε μάλιστα ότι θα με εγκαταλείψει, οπότε εγώ κάτω από αυτές τις συνθήκες υπέκυψα στους εκβιασμούς της Καθ' ης η Αίτηση και αναγκάστηκα να μεταβιβάσω επ' ονόματί της το 1/2 της συζυγικής κατοικίας. Μετά την εν λόγω μεταβίβαση, η Καθ' ης η Αίτηση για κάποιους μήνες άλλαξε τη συμπεριφορά της απέναντι μου και άρχισε να μου συμπεριφέρεται κάπως καλύτερα και υποφερτά». - Αναφέρεται εν συνεχεία ο Ενάγοντας σε περιστατικά, χωρίς να καταγράφει τη χρονολογία, σε σχέση με τη συμπεριφορά της Καθ' ης η Αίτησης έναντι των τέκνων του σε σχέση με οικονομική βοήθεια προς αυτούς. Ισχυρίζεται ότι επεσυνέβη περιστατικό, στο οποίο τον ύβριζε, έσπαζε πράγματα μέσα στο σπίτι, που προκάλεσε τραυματισμό στον εαυτό της και μεταφέρθηκε στις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Αναφέρεται επίσης σε καταγγελίες στις οποίες προέβη η Εναγόμενη για άσκηση βίας από μέρους του σε αυτή και ισχυρίζεται ότι ήταν ψευδείς - Το 2019, η Καθ' ης η Αίτηση ξεκίνησε εκ νέου να του συμπεριφέρεται με ψυχρότητα, αδιαφορία και υβριστικά, προκαλώντας σύγκρουσης εις βάρος του, καθότι αρνήθηκε να της μεταβιβάσει το υπόλοιπο 1/2 μερίδιο της κατοικίας. Είναι η θέση του ότι ο γάμος τους κλονίστηκε τον Δεκέμβρη του 2019, ένεκα ακριβώς της άρνησής του να μεταβιβάσει το μερίδιο της κατοικίας που απέμεινε σε αυτόν και την εκδήλωση της πρόθεσής του να το μεταβιβάσει στον γιο του. Η Εναγόμενη τότε εγκατέλειψε το συζυγικό κρεβάτι και οι σχέσεις τους οδηγήθηκαν σε πλήρη και οριστική ψυχρότητα και επήλθε αποξένωση. - Στις 10/01/2020 μεταβίβασε το ½ μερίδιο του ακινήτου σε ένα εκ των γιων του, γεγονός που εξόργισε την Εναγόμενη, η οποία μόλις το πληροφορήθηκε προκάλεσε και πάλι επεισόδιο εις βάρος του και τον απείλησε ότι θα τον εκδικηθεί και θα τον καταστρέψει. Έπειτα ως αναφέρει, ξεκίνησε να υλοποιεί τις απειλές της. - Στις 20/01/2020, η Εναγόμενη μετέβη σε Αστυνομικό Σταθμό και τον κατήγγειλε ψευδώς ότι την έπιασε από τον λαιμό και προσπάθησε να την πνίξει. Η Αστυνομία διαπίστωσε το ψευδές των ισχυρισμών και το περιστατικό θεωρήθηκε λήξαν και ουδέποτε κλήθηκε για ανάκριση και ή κατάθεση. - Την 01/02/20 τον κατάγγειλε εκ νέου στην Αστυνομία ότι, την απείλησε ότι θα την σκοτώσει με τα όπλα που έχει στο σπίτι. Η Αστυνομία προέβη σε έρευνα στην οικία και δεν εντόπισε κανένα όπλο. - Στο πλαίσιο της υλοποίησης των απειλών της ότι θα τον καταστρέψει, συνωμότησε με την οικογένεια της και συγκεκριμένα με τη νύφη της, την σύζυγο του αδελφού της, ότι δήθεν παρενόχλησε σεξουαλικά την κόρη του αδελφού της, η υπόθεση αυτή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου και προτίθεται να υπερασπιστεί τον εαυτό του. · Σήμερα ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης του 1/4 μεριδίου της υπό αναφοράς κατοικίας και το ένα εκ των τέκνων του, στο οποίο έχει μεταβιβάσει το άλλο 1/4, διαμένει εντός αυτής ο υιός του με τη σύζυγό του και το ανήλικο τέκνο του. · Σημειώνει επίσης ο αιτητής ότι, στις 28/09/2021 η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αίτηση με αριθμό 90/21, με την οποία ζητούσε να της παραχωρηθεί η χρήση ολόκληρης της κατοικίας. Εν τελεί, η αίτηση αποσύρθηκε με την έκδοση του διαζυγίου στις 09/05/
- Μετά την έκδοση του διαζυγίου η Καθ' ης η Αίτηση του ανέφερε: «..ότι τώρα που έχει εκδοθεί το διαζύγιο, έχει δικαίωμα να ενοικιάσει το δωμάτιο, το οποίο παραμένει κλειδωμένο για να αποκομίσει οικονομικά οφέλη και ή να πωλήσει ή να αποξενώσει ή να υποθηκεύσει το 1/2 μερίδιο της, αφού είναι ιδιοκτήτρια εάν η ίδια το επιθυμεί, γεγονός που με ανησυχεί γιατί υπάρχει ορατός κίνδυνος να προβεί στην πραγματοποίηση των προαναφερόμενων απειλών, όπως έπραξε και στο παρελθόν. Ο κίνδυνος είναι ορατός, γνωρίζοντας το εκδικητικό του χαρακτήρα της, γνωρίζοντας τον τρόπο που σκέπτεται και γενικότερα τις απειλές της, ουδείς μπορεί να αποκλείσει την πώληση και ή αποξένωση της οικίας, την επιβάρυνση της με εμπράγματα βάρη, την ενοικίαση της, έτσι ώστε εάν προβεί σε αυτές τις πράξεις, θα είναι δύσκολο έως αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και να επανακτήσω τα δικαιώματά μου ως η αίτησή μου. Επιπρόσθετα, θα δημιουργηθεί σοβαρότατο πρόβλημα σε εμένα, στην οικογένεια του ενός εκ των υιών μου που διαμένει εντός της οικίας ως συνιδιοκτήτης κατά 1/4 της κατοικίας μετά της συζύγου του και του ανήλικου τέκνου τους». Προβάλλει συνεπώς ότι ο κίνδυνος αποξένωσης είναι ορατός. Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης και η Ένορκη Δήλωση της Εναγομένης: Η Εναγόμενη - καθ' ής η Αίτηση ως αναφέρω και ανωτέρω προχώρησέ με την καταχώρηση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης και στην οποία προβάλει 15 συνολικώς λόγους ένστασης. Ο λόγος ένστασης υπό την αρίθμηση 2 ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6». δεν θα μας απασχολήσει αφού δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της αίτησης. Ομοίως και ο λόγος ένστασης 14 ότι Ο Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων στο Δικαστήριο. Ως έχει νομολογηθεί πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων με την έννοια που προωθείται εδώ απαιτείται πάντοτε σε αιτήσεις ex-parte και Διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν έχει εκδοθεί διάταγμα. Οι υπόλοιποι λόγοι θα μπορούσαν να συγκεραστούν ως ακολούθως: Α. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και/ή δεν συντρέχουν όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις οι οποίες έπρεπε να συντρέχουν και/ή συνυπάρχουν για την έκδοση των προσωρινών Διαταγμάτων και/ή απαγορευτικών Διαταγμάτων. (Λόγος Ένστασης 1). Προβάλλει ότι: ? Δεν αποκαλύπτεται η οποιαδήποτε καλή ή/και συζητήσιμη υπόθεση και/ή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση (Λόγος Ένστασης 4) και δεν έχουν αποκαλυφθεί και/ή δεν έχουν περιληφθεί γεγονότα και/ή ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την επίδικη Αίτηση που να σχετίζονται με το βάσιμο του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα. (Λόγος Ένστασης 3) Δεν αποκαλύπτεται ο λόγος βάσει του οποίου δικαιολογείται ότι ο Αιτητής πιθανόν να δικαιούται σε θεραπεία (Λόγος Ένστασης 5). ? Δεν είναι δίκαιο και/ή εύλογο υπό τις περιστάσεις να εκδοθούν τα ζητούμενα Διατάγματα (Λόγος Ένστασης 6). ? Δεν προκαλείται οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά στον Αιτητή σε περίπτωση μη έκδοσης των ζητούμενων Διαταγμάτων και/ή δεν στοιχειοθετείται η ύπαρξη ανεπανόρθωτης ζημιάς και/ή ζημιάς, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (Λόγος Ένστασης 7). Β. Ο Αιτητής επέδειξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και/ή στην επίδικη αίτηση για έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων και/ή των αιτούμενων Διαταγμάτων εκθεμελιώνοντας το δικαίωμα της να προσφύγει στο Σεβαστό Δικαστήριο για την έκδοση αυτών (Λόγος Ένστασης 8). Γ. Ότι η αίτηση προωθείται καταχρηστικά και/ή με αλλότρια κίνητρα και προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και/ή των δικαιωμάτων του αντίδικου και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court): ? «.καθότι ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει κανένα σοβαρό και/ή εύλογο λόγο που να δικαιολογεί τη καθυστέρηση στην καταχώρηση της επίδικης Αίτησης και/ή η επίδικη Αίτηση». ? Το παρόν Δικαστήριο δεν είναι καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα διαφορά και/ή τη διαφορά που προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας. Σκοπός της αγωγής και της αίτησης είναι να επιλύσει περιουσιακές διαφορές (Λόγος Ένστασης 10). Δ. Με την υπό κρίσιν αίτηση ζητούνται ταυτόσημες και/ή παρόμοιες θεραπείες με την αγωγή (Λόγος Ένστασης 11). Ε. Ο Ενάγοντας Αιτητής κωλύεται εκ της συμπεριφοράς του από του να εγείρει και να προωθεί την παρούσα αγωγή και/ή την παρούσα Αίτηση(Λόγος Ένστασης 12). Στ. Η Αίτηση και/ή η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι νόμω και ουσία αβάσιμη ενώ επίσης η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική καθότι περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς(Λόγοι Ένστασης 13 και 15). Στη δική της ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση η Καθ' ής η Αίτηση - Εναγόμενη, προβάλλει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: · Η σχέση της με τον Ενάγοντα ήταν ανέκαθεν δυσλειτουργική. Ο Ενάγων της μιλούσε άσχημα και της θύμωνε, από την αρχή του γάμου τους ενώ «δεν της έδινε καμιά εξήγηση για τη ζωή του αλλά ούτε και για τις πράξεις του γενικά». Κατά τη διάρκεια του γάμου τους ασκούσε σωματική βία εναντίον της και τούτο ενώ γνώριζε ότι η ίδια λάμβανε φαρμακευτική αγωγή για τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε και σχετίζονται με άγχος, αυπνίες και έλλειψη συγκέντρωσης. · Είναι η θέση της ότι ο Ενάγων ασκούσε συχνά βία εναντίον της ακολουθούμενη από απειλές ότι θα την σκοτώσει προκειμένου να την αποτρέψει από το να καταγγείλει τα περιστατικά στην αστυνομία. Ένεκα του φόβου της δεν τα κατήγγειλε. · Σε μια περίπτωση, στις 20/01/20 που άσκησε βία ο Ενάγων εναντίον της, νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο και όταν εξήλθε φορούσε κολλάρο και λάμβανε παυσίπονα. Την 01/02/20 προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία για περιστατικό βίας εναντίον του. Στις 28/02/20 της πέταζε αντικείμενα και την απειλούσε πάλι. · Η συμπεριφορά του χειροτέρεψε αφότου μεταβίβασε μερίδιο του ακινήτου στον γιο του. · Από τη μέρα που έκανε την καταγγελία στην αστυνομία ένεκα της συμπεριφοράς ο Ενάγων προέβαινε σε πράξεις ώστε να την εξαναγκάσει να φύγει από το σπίτι μεταξύ άλλων, την εμπόδιζε να σταθμεύει το όχημα της, της έκλεινε το ρεύμα, μετακινούσε έπιπλα για να μην την αφήσει να ξεκουραστεί κλείδωνε πόρτες και της πετούσε προσωπικά της αντικείμενα. · Ο Ενάγων την εκφόβιζε για να δεχθεί να εκδοθεί το διαζύγιο και μάλιστα εις βάρος της. · Ένεκα της συμπεριφοράς του Ενάγοντα και των απειλών του ότι θα τη σκοτώσει, της δημιουργήθηκαν προβλήματα αυπνίας και μονίμου αισθήματος φόβου για της σωματική της ακεραιότητα. Ένεκα της ανυπόφορης κατάστασης που δημιούργησε για αυτήν ο Εναγών στράφηκε στον ΣΠΑΒΟ. · Στις 17/09/21 ο γιος του μετακόμισε στο σπίτι τους. Ένεκα της συμπεριφοράς τους αναγκάστηκε η ίδια να μετακομίσει αλλού στις 04/04/
- · Η ποινική υπόθεση στην οποία Παραπονούμενη είναι μέλος της οικογένειας της καταχωρήθηκε το Φθινόπωρο του 2019 και δεν έχει πρόσβαση η ίδια στη δικογραφία και σε κάθε περίπτωση είναι άσχετη η αναφορά με τα επίδικα στην παρούσα θέματα. · Το ακίνητο της το μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς. Ο ίδιος μάλιστα επιθυμούσε να γίνει η μεταβίβαση το συντομότερο και την εξουσιοδότησε να πάει μόνη της στο κτηματολόγιο για την ολοκλήρωση της δωρεάς. · Σημειώνει ότι η ίδια δεν έχει ποτέ εκδηλώσει πρόθεση να αποξενώσει το ακίνητο ενώ επίσης κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει αφού στον τίτλο υπάρχει απαγόρευση αποξένωσης. Ο Ενάγων είναι άτομο εκδικητικό και ενεργεί υστερόβουλα. Η δωρεά έγινε χωρίς να έχει οιαδήποτε απαίτηση από την ίδια. Εμφανής αναφέρει είναι και η καθυστέρηση στην προώθηση των θεραπειών που ζητεί. · Προβάλλει τέλος ότι δεν έχει η ίδια εκδηλώσει πρόθεση αποξένωσης ενώ άλλωστε δεν είναι επιτρεπτό σε αυτή να το μεταβιβάσει αφού ρητώς καθορίζεται αυτό στο πιστοποιητικό εγγραφής. Ακροαματική Διαδικασία: Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε. Οι δύο πλευρές επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών ετοίμασαν γραπτώς και στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους παραπέμποντας σε σχετική με τα ζητήματα που εγείρονται Νομολογία. Έχω με προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο της Αίτησης και της Ένστασης ως επίσης και των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αυτές. Οι αναφορές, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δύο πλευρών ως περιέχονται στις αγορεύσεις τους για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης έχουν επίσης τύχει μελέτης και έχουν σημειωθεί στο σύνολο τους και θα σχολιαστούν σε κατοπινό σημείο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για την κατάληξη στην παρούσα. Προχωρώ συνεπώς αμέσως κατωτέρω να εξετάσω την αίτηση ως τούτη έχει τεθεί ενώπιον μου εξετάζοντας στα πλαίσια αυτής καθαρά και μόνο χωρίς σε αυτό το στάδιο να εξάγω τελικά συμπεράσματα ή και ευρήματα, κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμο ως τούτες έχουν ερμηνευτεί σύμφωνα με τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή και Υπαγωγή αυτής στη υπό κρίση υπόθεση: Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται τόσο στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (N. 14/1960). Πλούσια είναι η νομολογία αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 32 επί του ότι παρέχεται στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων εφόσον συντρέχουν βεβαίως οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: i. η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ii. η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία iii. το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Δεν βλέπω σκόπιμη την εδώ ενδελεχή ανάπτυξη των αρχών που διέπουν την έκδοση προσωρινών παρεμπιπτόντων διαταγμάτων πλην της σύντομης αναφοράς που θα γίνει αμέσως κατωτέρω. Στο σημείο αυτό ενδεικτικά να παραπέμψω στις υποθέσεις (ODYSSEOS ν. PIERIS ESTATES AND OTHERS,
(1982)1 Α.Α.Δ. 557 Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 και JONITEXO LTD ν. ADIDAS,
(1984)1 Α.Α.Δ. 263). Ας λεχθεί επίσης ότι βάρος απόδειξης της συνδρομής των πιο πάνω προϋποθέσεων φέρει ο διάδικος που αιτείται την έκδοση των διαταγμάτων. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να τίθεται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων η υποχρέωση απόδειξης τους βαρύνει τους αιτητές. (βλ. IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LTD ν. FASHIONWISE LTD, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 10620, 22.8.2000). Ωστόσο το Δικαστήριο σε αιτήσεις έκδοσης ή οριστικοποίησης προσωρινών διαταγμάτων περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσον ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού τούτο εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263 Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). Αντιθέτως, το Δικαστήριο, έχει υποχρέωση να αποφύγει να καταλήξει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Το μαρτυρικό υλικό θα πρέπει να μελετάται με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo ανωτέρω). Ουσιαστικά σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση ή οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος, εξετάζοντας ταυτόχρονα και τους λόγους ένστασης οι οποίοι έχουν προβληθεί, πάντοτε με γνώμονα και καθήκον όπως σε αυτό το Δικαστήριο αποφευχθεί η αξιολόγηση της μαρτυρίας σε επίπεδο αξιοπιστίας και την εξαγωγή συμπερασμάτων που αυτό ανάγεται στα καθήκοντα του Δικαστηρίου όταν εκδικάσει την κυρίως υπόθεση. Η 1η προϋπόθεση, ικανοποιείται εφ' όσον ο Αιτητής αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα Δικόγραφα Ως αναφέρθηκε στην ODYSSEOS ανωτέρω: «There is no reason in principle or on authority to interpret "a serious question to be tried at the hearing" in the context of the proviso to s.32(l) - Law 14/60, as requiring anything beyond the disclosure of an arguable case on the strength of the pleadings, as the House of Lords suggested in Ethicon, supra., «arguable case on the strength of the pleadings»[2].» (Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσης) Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ως τούτοι σκιαγραφούνται στο κλητήριο της αγωγής και συνδέονται πιο συγκεκριμένα με τα ζητήματα που αφορούν την υπό κρίση αίτηση, αυτό που προβάλλει ο Ενάγων είναι ότι η δωρεά του μεριδίου του ακινήτου από το σύζυγο προς τη σύζυγο ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού, απειλών και ψυχικής πίεσης. Επιζητεί κατά συνέπεια την ακύρωση της δωρεάς. Παρόμοιο ζήτημα ηγέρθη επιτυχώς μεταξύ συζύγων στην Iωάννου ν. Xαραλαμπίδου
(1998)1 ΑΑΔ
- Ως εκ τούτου θεωρώ ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 ικανοποιείται χωρίς να χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε άλλο αφού το μόνο που τούτη θέτει είναι η αποκάλυψη αγώγιμο δικαιώματος και συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. Αναφορικά με την 2η προϋπόθεση δηλαδή την ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο Αιτητής σε θεραπεία, αυτό ερμηνεύτηκε ώστε να αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης, κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας, αλλά και κάτι λιγότερο, από το ισοζύγιο πιθανοτήτων, που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Είναι δηλαδή αρκετό να αποδειχθεί με την μαρτυρία που θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Στην Odysseos (ανωτέρω), η οποία υιοθετήθηκε από αριθμό μεταγενέστερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υποδείχθηκε ότι το βάρος απόδειξης που απαιτείται από τον Αιτητή για να ικανοποιήσει το δεύτερο κριτήριο δείχνοντας την πιθανότητα ότι δικαιούται σε θεραπεία βάσει του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, δεν είναι πολύ υψηλό. Απαιτείται από τον Αιτητή να καταδείξει κάποια πιθανότητα επιτυχίας. Λέχθηκε ειδικότερα ότι πιθανότητα επιτυχίας ικανοποιείται με την κατάδειξη κάποιας «ορατής πιθανότητας επιτυχίας» («visible chance of success»)[3]. Ερχόμενη τώρα να εξετάσω κατά πόσο συντρέχει αυτή η δεύτερη προϋπόθεση στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης σημειώνω και επαναλαμβάνω ότι στο παρόν στάδιο δεν κρίνεται η αξιοπιστία των ομνυόντων αλλά ούτε και κρίνεται εις βάθος η ουσιαστικότητα των θέσεων και ισχυρισμών και σε καμιά περίπτωση το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα. Προχωρώ συνεπώς στη βάση της μαρτυρίας που προσήχθη από την πλευρά του Ενάγοντος να αναφέρω τα εξής. Αυτό το οποίο φαίνεται να προβάλλει είναι ότι η συμπεριφορά της Ενάγουσας ήταν που τον οδήγησε στο να μεταβιβάσει το ακίνητο. Με την Ενάγουσα υπήρξαν σύζυγοι. Καθ' ήν έκταση τα όσα αναφέρει ανάγονται σε θέματα αρμονικής συμβίωσης μεταξύ ζευγαριού που ζει υπό την ίδια στέγη μπορεί να γίνει αποδεκτό στο βαθμό έστω που απαιτείται για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ότι καταδεικνύεται πιθανότητα ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται ως και ανωτέρω αναφέρεται, στο στάδιο αυτό σε αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή. Αυτό που σημειώνεται είναι ότι η μαρτυρία που έχει παρατεθεί εκ πρώτης όψεως, έχουν ικανοποιήσει στον απαιτούμενο βαθμό για την πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή του. Η 3η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, κατά πόσο δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα έχει καταδειχθεί από τη Νομολογία ότι η εν λόγω προϋπόθεση, θα πρέπει να ερμηνεύεται ευρύτερα της στενής αντίληψης πρόκλησης υλικής ζημιάς. Περιλαμβάνει και άλλους μεταβλητούς ενίοτε παράγοντες[4] περιλαμβανομένης και της προστασίας των δικαιωμάτων του Αιτητή, επιπρόσθετα με την ανεπανόρθωτη ζημιά που μπορεί να προκληθεί με την μη έκδοση του Διατάγματος[5]. Όσο όμως απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων, επαρκή θεραπεία, τότε ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Αν η υπόθεση ως εκ της φύσεως της, δεν επιδέχεται την θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε ευκολότερα θα μπορεί να καταδειχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο, εκτός και εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα[6]. Επί τούτου, ο Αιτητής ισχυρίζονται ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής θεραπεία. Ο ενάγων αναφέρει σχετικώς ότι η Εναγόμενη του ανέφερε ότι τώρα που έχει εκδοθεί το διαζύγιο έχει δικαίωμα να ενοικιάσει ή να αποξενώσει η να επιβαρύνει το ακίνητο. Ο ίδιος δε γνωρίζοντας τον εκδικητικό χαρακτήρα που έχει φοβάται ότι θα το πράξει. Είναι γεγονός ότι πέραν της αναφοράς αυτής ότι η Εναγόμενη εξέφρασε την πρόθεση της να προβεί σε ενέργειες εν σχέση με το ακίνητο (σύμφωνα πάντα με τον Ενάγοντα) ουδεμία άλλη πιο συγκεκριμένη πράξη ή εκδήλωση τέτοιας πρόθεσης της καταλογίζεται. Όμως, ως έχει σημειωθεί σε αριθμό αποφάσεων δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας από τον αιτητή για πραγματική πρόθεση του Εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση ― Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί.(Αποστόλου κ.α. ν. Ιωάννου κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 604 και Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 1165). Το αυτό φαίνεται να υιοθετείται και στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Λ. Κ. κ.α. v. Π. Ρ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 38/2019, 7/7/2022. Στην προκειμένη ο Αιτητής είναι ιδιοκτήτης κατά ? μεριδίου του ακινήτου. η οποιαδήποτε επιβάρυνση του μεριδίου του ακινήτου που είναι σήμερα εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Καθ΄ής η αίτηση ή μεταβίβαση της περιουσίας ή ενοικίαση ακόμα μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας, με επιβάρυνση της θα εξοστράκιζε τη θεραπεία ή και θα περιέπλεκε τα πράγματα σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθιστούσε την απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αδύνατη ή έστω ιδιαιτέρως πολύπλοκη. Δεν μπορεί να αναφερθεί βεβαίως το ίδιο για το αυτοκίνητο η αξία του οποίου ανέρχεται στα €1.000.- και σε ό,τι αφορά τούτο ευκόλως μπορεί να υπολογιστεί η αξία του και να αποζημιωθεί σε χρήμα. Κατά συνέπεια σ' ό,τι αφορά την ακίνητη ιδιοκτησία καταλήγω ότι πληρείται και η Τρίτη προϋπόθεση όχι όμως και για το αυτοκίνητο. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, θα πρέπει να λεχθεί ότι ακόμα και εάν συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις η Νομολογία επιτάσσει όπως το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο, υπό τις συνθήκες τις συγκεκριμένης υπόθεσης, είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί κατά περίπτωση το αιτηθέν διάταγμα. (Βλ. Bacardi Co. Ltd ν. Vinco Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, και Άκης (Mεταφορές Δεμάτων Eξπρές) Λτδ., εμπορευόμενοι υπό την επωνυμία Akis Express ν. C Koukkouris Trading Co. Ltd., εμπορευόμενοι υπό την επωνυμία Aris Express,
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Το Δικαστήριο οφείλει δηλαδή πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων να στραφεί να εξετάσει προς ποια κατεύθυνση κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Το υπό αναφορά ισοζύγιο υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας, η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι λανθασμένα χορήγησε το παρεμπίπτον διάταγμα ως λέχθηκε στην Baccardi (ανωτέρω). Στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670 όπου στο ακόλουθο απόσπασμα αυτής σε μετάφραση: "Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Διάφοροι είναι οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Η ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία από πλευράς της Εναγομένης, δεν αποκαλύπτει ότι η ίδια είναι πιθανόν να υποστεί, σε περίπτωση αδικαιολόγητης έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη. Δεν μου διαφεύγει ότι στον τίτλο ιδιοκτησίας, Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης, ρητώς καταγράφεται ότι «Απαγορεύεται η μεταβίβαση πριν παρέλθουν 5 χρόνια από την ημ. Εγγραφής στον δικαιούχο.» εκτός εάν α) η μεταβίβαση γίνει σε τέκνα, β) εάν το ακίνητο εκποιηθεί αναγκαστικά με διάταγμα Δικαστηρίου ή γ) εάν τούτο καταστεί αναγκαίο συνεπεία θανάτου. Σε παρένθεση καταγράφεται « Κ.7 της Κ,Δ,Π. 163/06» Ως ημερομηνία εγγραφής επ ονόματι της Καθ' ής η Αίτηση, αναγράφεται η 27/09/
- Αυτό το οποίο συνεπώς συνάγεται είναι ότι το ακίνητο δεν μπορεί να μεταβιβαστεί μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2023 εάν ήθελε θεωρηθεί ότι εντός της εννοίας του «Δικαιούχου» δυνάμει των προνοιών του Κανονισμού του Κ.7 της Κ,Δ,Π. 163/06 θεωρηθεί ότι εμπίπτει η Εναγόμενη. Εάν όμως ήθελε θεωρηθεί ότι δικαιούχος είναι ο Ενάγων που σε αυτόν προσομοιάζει η ερμηνεία που προσδίδεται από την εν λόγω ΚΔΠ, η εν λόγω σημείωση στον τίτλο σήμερα παραμένει απλώς μια σημείωση χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα αφού έχουν ήδη παρέλθει 5 χρόνια από την επ' ονόματι του εγγραφή. Επί τούτου δεν έχει υπάρξει καμιά ανάπτυξη από κανένα εκ των συνηγόρων των δύο πλευρών. Το ακίνητο φαίνεται να ενεγγράφει επ' ονόματι του υιού του Αιτητή κατά το ½ στις 10/01/
- Στο πιστοποιητικό εγγραφής αυτό καμιά σημείωση δεν υπάρχει σχετικώς με απαγόρευση μεταβίβασης. Ούτε και στον πιο πρόσφατο πιστοποιητικό εγγραφής επ' ονόματι του Αιτητή κατά ? που ως διαφαίνεται ενέγραψε ή μεταβίβασε στις 15/03/22 ο γιος του στον ίδιο διατηρώντας ο γιος το δικαίωμα επικαρπίας. Αυτό το οποίο ΄λογικώς μπορεί να συναχθεί είναι ότι έχει παρέλθει ο χρόνος των 5 ετών. Σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει τίποτα που να απαγορεύει στην Καθ' ης η αίτηση να επιβαρύνει ή και να ενοικιάσει ακόμα το ακίνητο σε τρίτο. Τέτοια περίπτωση θα περιέπλεκε τα πράγματα. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της χορήγησης των αιτούμενων θεραπειών. Δεν βλέπω βεβαίως να προκύπτει το ίδιο και για αυτοκίνητο. Ένα άλλο θέμα που τέθηκε από την πλευρά της Καθ' ής η Αίτηση ήταν η καθυστέρηση που σημειώθηκε από τον Αιτητή. Εκλαμβάνω ότι αναφέρεται στην καθυστέρηση του να προσφεύγει στο Δικαστήριο και να αξιώσει θεραπεία επί τη βάσει των γενικότερων νομολογιακών αρχών που πηγάζουν από το κοινοδίκαιο και τις αρχές της επιείκειας (Πουργουρίδη κ.ά. v. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Γεγονός είναι ότι η μεταβιβάσεις, ιδιαιτέρως του οχήματος ως επιμαρτυρεί το σχετικό πιστοποιητικό που επισυνάπτει η ΚΑθ' ής η Αίτηση στην ένορκη της δήλωση μεταβιβάστηκαν πολλά χρόνια προηγουμένως. Το δε όχημα το 2010 ενώ το ακίνητο το
- Ο Ενάγων προσέφυγε στη δικαιοσύνη μόλις το
- Δεν θεωρώ ότι η καθυστέρηση που επιδειχθεί μπορεί να αποτελεί τροχοπέδι στην παρώθηση των αξιώσεων του. Τούτο ιδιαιτέρως έχοντας κατά νου ότι οι διάδικοι υπήρξαν σύζυγοι και ο γάμος τους λύθηκε και επισήμως λίγο σε μικρό χρονικό διάστημα πριν την καταχώρηση της παρούσας. Τέλος για να σχολιαστεί και τούτο δεν θεωρώ ότι με τις αιτούμενες στην υπό κρίση αίτηση θεραπείες αξιώνεται η ίδια θεραπεία με την αγωγή. Αυτό που ουσιαστικά αξιώνει ο Ενάγων είναι η επανεγγραφή επ' ονόματι του του μεριδίου του ακινήτου που μεταβίβασε στην Εναγόμενη δυνάμει σύμβασης δωρεάς. Κατάληξη: Κατά συνέπεια και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι σε ότι αφορά το αίτημα για έκδοση διατάγματος αναφορικά με το μερίδιο ακινήτου έχουν αποδειχθεί και οι τρεις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 ενώ περαιτέρω κρίνεται εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σε ό,τι αφορά το όχημα καταλήγω ότι δεν πληρείται η 3η προϋπόθεση και συνεπώς δεν μπορεί να εκδοθεί το σχετικό με αυτό διάταγμα. Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα ως το «Α» της αίτηση ενώ το αιτητικό υπό «Β» απορρίπτεται. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα, ένεκα της μερικής επιτυχίας της αίτησης και μερικής επιτυχίας της ένστασης σε ό,τι αφορά το αιτητικό υπό «Β» κρίνω ορθό όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ) Ν. Οικονόμου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι αυτό έγινε Σεπτέμβριο του
- Η Εναγόμενη παρουσιάζει το Τεκμήριο 8 στο οποίο καταγράφεται ως ημερομηνία δήλωσης μεταβίβασης η 27/09/
- [2] Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C. L. R. 557, σελίδα 569 [3] Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C. L. R. 557, σελίδα 569: «The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re J. S. (a minor) [1980] 1 All E.R. 1061 (C.A.). "A probability", in the context of the proviso to s.32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success. Lastly, it must be made to appear for the Court to grant an interlocutory injunction, that, without it, it will be difficult or impossible to do complete justice at a later stage. It is clear that the question of the adequacy of the remedy of damages, in the light of the facts of the case, comes into play. The learned trial Judge, as earlier indicated, felt that Odysseos would, in no way, be hindered in the pursuit of the.legal.remedies to which he might be entitled, by refusing the injunction. He took the View that Odysseos Would, tinder n? circumstances, be entitled to become the owner of tile property or remain in possession». [4] Κοσμά v. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 και Κυρρίσαββα v. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 [5] Στην υπόθεση M Ch Mitsingas Trading Ltd. και Άλλοι ν. The Timberland Co.
(1997)1 ΑΑΔ 1791, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, 240 . το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.» [6] Στην Κώστας Κυρίσαββας κ.α. ν Χάρη Κύζη
(2001)1Β Α. Α. Δ. 1245, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 στην σελίδα 1253 αναφέρει τα ακόλουθα: «Όμως, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Υπήρχαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεδομένα στη βάση των οποίων θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον ο χαρακτήρας του κτήματος θα είχε σημαντικά, αλλά και τελεσίδικα, αλλοιωθεί αν αφηνόταν η οικοδομή (που περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδηρών πασσάλων, πρόνοια όπως ορισμένα τμήματα παραχωρηθούν και εγγραφούν ως δημόσιοι πεζόδρομοι) να τελεσφορήσει.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο