Ενοριακής Επιτροπής Αγίου Γεωργίου, δια του Προέδρου της Παπάνδρεα Παναγή ν. Ένωσης Νέων Λατσιών, Αρ. Αγωγής: 3011/21, 9/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Οικονόμου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3011/2021 Μεταξύ: Ενοριακής Επιτροπής Αγίου Γεωργίου, δια του Προέδρου της Παπάνδρεα Παναγή Ενάγουσας -και- Ένωσης Νέων Λατσιών Εναγομένο ------------------------------- Ημερομηνία: 09 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Δ. Κοντάκος για κ.κ. Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κα Καρσιάδου για κ.κ. Αργυρού & Δημοσθένους Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση Ημερομηνίας 14/01/21) Είναι κοινώς παραδεκτό ότι η Ενάγουσα, είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου που βρίσκεται επί της οδού Γωνιάς Λεωφόρων Γιάννου Κρανιδιώτη και Αγίου Γεωργίου, Λατσιά, Λευκωσία. Ως προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, παραδεκτό είναι επίσης ότι μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης υπεγράφη την 23/10/78 συμφωνία ενοικίασης του ακινήτου επί του οποίου θα αναγειρόταν κτήριο. Η συμφωνία αυτή ανανεώθηκε για ακόμα μια πενταετία τουλάχιστον. Προβάλλει η Ενάγουσα ότι το Εναγόμενο σωματείο παρανόμως κατέχει το ακίνητο και αρνείται να παραδώσει την κατοχή του. Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που έλαβε τον πιο πάνω αριθμό και το οποίο καταχωρίστηκε την 09/12/21, αξιώνουν την έκδοση απόφασης και/ή Διαταγμάτων ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους, όπως και πάντα άλλον έλκοντα δικαίωμα κατοχής από τους Εναγόμενους να παραδώσουν εις την Ενάγουσα ελευθέραν την κατοχήν των υποστατικών και/ή τεμαχίου αρ. 1204, Φ/ΣΧ: 30/23W1, ΤΜΗΜΑ: 6 επί της οδού Γωνιάς Λεωφόρων Γιάννου Κρανιδιώτη και Αγίου Γεωργίου, Λατσιά, Λευκωσία (εφεξής «το Ακίνητο»). Β. Διάταγμα ή/και διαταγή του Δικαστηρίου που να διατάσσει την έξωση των Εναγομένων, όπως και παντός άλλου έλκοντος δικαιώματος κατοχής από τους Εναγόμενους από το Ακίνητο ή και τον τερματισμό της κατοχής του Ακινήτου. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους ή/και οιονδήποτε πρόσωπον που έλκει δικαίωμα κατοχής από τους Εναγόμενους όπως σταματήσει να εισέρχεται ή/και να επεμβαίνει καθ' οιονδήποτε τρόπον ή και να χρησιμοποιεί ή και να κατέχει το Ακίνητο. Δ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι παράνομα κατέχουν ή και χρησιμοποιούν ή και επεμβαίνουν στο Ακίνητο από τις 5/12/2014 ή και από την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής παρά τον τερματισμό της ενοικιάσεως του Ακινήτου ή και άλλως πως. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ανάκτηση κατοχής του Ακινήτου. Στ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους ομού ή και κεχωρισμένως, όπως πληρώσουν προς την Ενάγουσα το ποσό των ποσό των €7.600 μηνιαίως αντί ενοικίων και/ή ως αποζημίωση για την απώλεια της κατοχής, χρήσης και κάρπωσης και/ή απώλεια ενοικίων και/ή εισοδημάτων και/ή ζημιών, πλέον τόκους από την 5/12/2014 μέχρι παραδόσεως ελευθέρας της κατοχής των υποστατικών επί της οδού Γωνιάς Λεωφόρων Γιάννου Κρανιδιώτη και Αγίου Γεωργίου, Λατσιά, Λευκωσία. Ζ. Γενικές αποζημιώσεις για παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της Ενάγουσας ή και για αδικοπραξία σε βάρος της. Η. Τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις.» Αξιώνουν επιπλέον τόκο και έξοδα. Μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από την πλευρά των Εναγομένων, η Ενάγουσα, προχώρησε με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης με την οποία εξαιτείται την έκδοση απόφασης με συνοπτικό τρόπο, δυνάμει των προνοιών της Δ. 18, Δ.48 ΘΘ.1- 4, 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Περιόρισε την αξίωση της για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης και ζητά τη έκδοση απόφασης με συνοπτικό τρόπο ως τα παρακλητικό υπό «Α», «Β», «Γ», «Δ» και «Ε» της έκθεσης απαίτησης της ως παρατίθενται αυτούσια ανωτέρω αναγνωρίζοντας ότι για τις ζημιές ενδεχομένως να μπορεί να αποκαλυφθεί Υπεράσπιση. Οι Εναγόμενοι αντέδρασαν στην αίτηση με την καταχώρηση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης με την οποία προβάλλουν 7 λόγους ένστασης τους οποίους παραθέτω αυτούσιους για σκοπούς εύκολης αναφοράς: 1. «Η υπό εξέταση αίτηση είναι καταχρηστική και/ή νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή η νομική βάση που παρατίθεται είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής. 2. Δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ. 18 Θ.1(α) και Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να στερείται της δικαιοδοσίας προς περαιτέρω εξέταση της αίτησης και έκδοση της αιτούμενης απόφασης. Ειδικότερα, η επίδικη αίτηση υποστηρίζεται από έγγραφη διαβεβαίωση και όχι από ένορκη δήλωση ως ρητώς επιτάσσεται από την ειρημένη διαταγή και την πάγια νομολογία. Ακόμα όμως και αν λογιζόταν ως νόμιμη η λεχθείσα διαβεβαίωση και/ή αν επρόκειτο υποθετικά για ένορκη δήλωση και πάλι δε θα πληρούντο οι ρηθείσες προϋποθέσεις αφού ο ιερέας Παπάνδρεας Παναγή δεν είναι το πρόσωπο που θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά και/ή να έχει προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων καθόσον δεν ήταν μέλος της Ενάγουσας καθ'όλους τους ουσιώδεις για την υπόθεση χρόνους. Ο ίδιος δεν προσδιορίζει τη θέση που κατείχε πριν την ανάληψη της προεδρίας της Ενάγουσας και/ή δεν αναφέρει πως απέκτησε τη γνώση του και/ή αν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στις αποφάσεις και/ή συνεδριάσεις και/ή στη σύνταξη των επίδικων εγγράφων ούτως ώστε να διαπιστωθεί η ισχυριζόμενη γνώση του ενώ δε σημειώνεται ότι τα έγγραφα που επισυνάπτει αντικρούουν τα όσα παραθέτει στη διαβεβαίωση του. 3. Η αγωγή, στο πλαίσιο της οποίας καταχωρίστηκε η προκείμενη αίτηση, είναι απορριπτέα καθότι αντιβαίνει στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα στη Δ.2 Θ.10 αφού ενώ επιζητείται παράλληλα και η ανάκτηση της κατοχής του επίδικου ακινήτου εντούτοις δεν προσδιορίζεται και/ή δεν εκτίθεται στην οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος η αξία αυτού κατά παράβαση της ρηθείσας επιτακτικής διαταγής, με επακόλουθο η κλίμακα αυτής να μην έχει καθοριστεί ορθώς και/ή με βάση την αξία του επίμαχου ακινήτου και κατ'επέκταση η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να τίθεται υπό αμφισβήτηση. 4. Οι Εναγόμενοι/Καθ'ων η Αίτηση έχουν καλή και ουσιαστική υπεράσπιση που εκθεμελιώνει και/ή καθιστά δίχως νομικό και ουσιαστικό έρεισμα τις επίδικες αξιώσεις της Ενάγουσας. Πιο συγκεκριμένα, είναι η θέση των Εναγομένων/Καθ'ων η Αίτηση ότι η επίδικη μίσθωση ερειδόμενη στη σύμβαση ημερ. 23/10/1978 ανανεώθηκε μετά τη λήξη της για περίοδο 5 ετών με διαφοροποιημένο τυπικό μίσθωμα ύψους £500 ετησίως και εν συνεχεία μετά την πάροδο της πενταετίας ανανεωνόταν σιωπηρά με τους ίδιους όρους και το ίδιο μίσθωμα, αφού οι Εναγόμενοι/Καθ'ων η Αίτηση συνέχισαν να κατέχουν το μίσθιο και να πληρώνουν τα μισθώματα με τη σιωπηρή συγκατάθεση της Ενάγουσας/Αιτήτριας, η οποία αποδέχτηκε σιωπηρώς πέραν τούτων και την παραχώρηση εκ μέρους των Εναγομένων/Καθ'ων η Αίτηση του μπουφέ τους σε τρίτο για την εξασφάλιση εισοδήματος, γεγονός που ήταν εν γνώσει εξ αρχής της Ενάγουσας/Αιτήτριας και της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου. Συνεπώς, η Ενάγουσα/Αιτήτρια δε νομιμοποιείται και/ή κωλύεται εκ της συμπεριφοράς της να διεκδικεί τις επίδικες θεραπείες αφού με τη συμπεριφορά της αποδέχτηκε τη συνέχιση της συμβατικής μίσθωσης με τους προλεχθέντες όρους απεμπολώντας το δικαίωμα να επικαλεσθεί τους όρους της σύμβασης και/ή να τερματίσει και/ή να ζητήσει την ανάκτηση του μισθίου επικαλούμενη αυτούς και δη το χρόνο, τον τρόπο και το ποσό της πληρωμής αλλά και την ρηθείσα παραχώρηση του μπουφέ. Οι Εναγόμενοι/Καθ'ων η Αίτηση υποστηρίζουν ότι η επίδικη μισθωτική σύμβαση είναι σε ισχύ αφού ανανεώθηκε για ακόμη μία πενταετία, ήτοι από τις 23/10/2018 -22/10/2023. 5. Οι ειδοποιήσεις τερματισμού που εστάλησαν στους Εναγομένους/Καθ'ων η Αίτηση ήταν όλες άκυρες και ανίκανες να παράγουν έννομα αποτελέσματα αφού κατά παράβαση της νομολογίας δεν εξέπνεαν στο τέλος της πενταετίας αλλά είτε νωρίτερα είτε αργότερα. 6. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια ενήργησε με κακή πίστη και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο, προσπαθώντας να το παραπλανήσει. 7. Δεν μπορεί να διασφαλιστεί το κατοχυρωμένο, στο άρθρο 30 του Συντάγματος στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, δικαίωμα της δίκαιης δίκης δεν επιτραπεί στους Εναγομένους να υπερασπιστούν τα δικαιώματα τους προβάλλοντας τους ισχυρισμούς και τη δική τους θέση μέσω της καταχωρίσεως υπεράσπισης.» Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης και οι δύο πλευρές επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις τις οποίες ετοίμασαν γραπτώς. Στο πλαίσιο των αγορεύσεων των, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα νομολογία. Ουδείς δε εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε. Έχω με προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο της Αίτησης και της Ένστασης καθώς επίσης και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Οι αναφορές, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δύο πλευρών ως περιέχονται στις αγορεύσεις τους για τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της συζήτησης της παρούσας αίτησης έχουν επίσης τύχει μελέτης και έχουν σημειωθεί στο σύνολο τους. Ειδικότερη αναφορά θα γίνει σε επιχειρήματα, εισηγήσεις και θέσεις όπου τούτο κρίνεται τούτο σκόπιμο για την αιτιολόγηση της κατάληξης στην ετυμηγορία της παρούσας. Ένεκα των λόγων ένστασης που προβάλλονται και για λόγους που θα καταστούν αντιληπτοί καλύτερα κατά την εξέλιξη της παρούσας, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω από τώρα τα όσα αφορούν τη νομική πτυχή της Δ.18 ως τούτη έχει αποκρυσταλλωθεί από τη Νομολογία σε σχέση με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, αυτής της φύσης αίτηση. Η διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης καθιερώνεται και διέπεται από τη Δ. 18 θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία ορίζει σχετικά: «1. (
- a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Στην υπόθεση Νεάρχου και Άλλος ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.,
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 προσδιορίζοντας το σκοπό της Δ.18 αναφέρεται ότι: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης.» Αυτό που θα πρέπει να τονιστεί εξ αρχής είναι ότι, η έκδοση απόφασης με συνοπτικό τρόπο στη βάση της Δ. 18 αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης. Η συνοπτική διαδικασία πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο Εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. (βλ. Ζερβός ν. Euroinvestment Finance Ltd,
(2003)1 Α.Α.Δ. 1968) [1] Το Δικαστήριο κατά συνέπεια θα πρέπει να ασκεί την εξουσία του με φειδώ και χωρίς ποτέ να διαλανθάνουν της προσοχής του, οι πρόνοιες του Άρθρου 30 του Συντάγματος. Συνεπώς, απόφαση στη βάση της Δ.18, εκδίδεται μόνο σε ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις και εφόσον ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να εγείρει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα εναντίον της αξίωσης, το οποίο χρήζει εκδίκασης. Ξεκινώ με την εξέταση του 3ου λόγου ένστασης που προβάλλεται από τους Εναγομένους και αφορά στο ότι στην οπισθογράφηση κατά παράβαση της Δ.2 Θ.10 δεν προσδιορίζεται και/ή δεν εκτίθεται στην οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος η αξία αυτού κατά παράβαση της ρηθείσας επιτακτικής διαταγής και συνεπώς δεν προσδιορίζεται η κλίμακα της αγωγής. Θα διαφωνήσω με μέρος της εισήγησης αυτής ως προς το ότι, το Δικαστήριο, δεν έχει δικαιοδοσία. Είναι γεγονός ότι στην οπισθογράφηση δεν καταγράφεται η αξία του ακινήτου ως η επιταγή της Δ.2 Θ10[2]. Συμφώνως όμως των προνοιών των άρθρων 22
(3)(β) και 22
(4)(α) (δδ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60: «
(3)Έκαστoς Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμoδιότητα vα ακoύει και vα απoφασίζει για- (α) . (β) Οπoιαδήπoτε αγωγή για τηv αvάληψη κατoχής oπoιασδήπoτε ακίvητης ιδιoκτησίας, ή oπoιαδήπoτε αγωγή βασιζόμεvη σε αδικoπραξία πoυ διαπράχθηκε σε σχέση με ακίvητη ιδιoκτησία στηv oπoία η αξιoύμεvη θεραπεία περιλαμβάvει έκδoση απαγoρευτικoύ διατάγματoς και στηv oπoία δεv αμφισβητείται o τίτλoς της ακίvητης ιδιoκτησίας, χωρίς vα λαμβάvεται υπόψη ότι λόγω της αξίας της επίδικης ακίvητης ιδιoκτησίας, η αγωγή δε θα ήταv της αρμoδιότητας Αvώτερoυ Επαρχιακoύ Δικαστή ή Επαρχιακoύ Δικαστή, σύμφωvα με τις πρόvoιες της παραγράφoυ (α) τoυ παρόvτoς εδαφίoυ: .
(4)Παρά τας διατάξεις oιoυδήπoτε άλλoυ vόμoυ και παρά τo ότι τo υπό αμφισβήτησιv πoσόv ή η αξία της επιδίκoυ διαφoράς υπερβαίvει τηv αvατιθεμέvηv εις αυτόv δικαιoδoσίαv, Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής θα έχη εξoυσία- (α) vα εκδίδη απόφασιv εις oιαvδήπoτε αγωγήv εv τη oπoία- (δδ) έχει καταχωρισθή αίτησις διά συvoπτικήv απόφασιv δυvάμει τoυ διαδικαστικoύ καvovισμoύ τoυ αφoρώvτoς εις τηv κατά καιρόv ισχύoυσαv πoλιτικήv δικovoμίαv, ή .» Κατά συνέπεια η εισήγηση ότι δεν υπάρχει δικαιοδοσία να εκδικαστεί η παρούσα υπόθεση χωρίς να καθοριστεί η αξία του επιδίκου ακινήτου, είναι ανεδαφική. Επαρχιακός Δικαστής δυνάμει και των δύο πιο πάνω προνοιών έχει εξουσία να εκδικάσει αυτής της φύσης υπόθεση. Αυτό όμως που παραμένει είναι να επιδιώκεται η έκδοση απόφασης με συνοπτικό τρόπο στη βάση ενός ελλαττωματικού κλητηρίου εφόσον αυτό δεν συνάδει με την επιτακτική πρόνοια της Δ.2 Θ.10. Φαίνεται, δυνάμει και των όσων αναφέρονται στην απόφαση Dasaki Entertainment Co Ltd ν. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ. 2)
(2009)1 ΑΑΔ 356, να πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία ωστόσο ουδέν μέτρο λήφθηκε προς την κατεύθυνση αυτή ούτε και έχει υποβληθεί τέτοιο αίτημα ακόμη και μετά την καταχώρηση της ένστασης ή και στο στάδιο των αγορεύσεων για να εξεταστεί. Ως επισημαίνεται και στην υπόθεση M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή
(2006)1 Α.Α.Δ. 298, «.η παρατυπία υπάρχει μέχρι την άρση της και η Δ.64 δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται. Με τη Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Διαταγή, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα, ώστε να μη θεωρείται άκυρο (Remedica Ltd v. Bayer Aktiengesellschaft
(1998)1 Α.Α.Δ. 1815).» Στην Dasaki (ανωτέρω) είχε υπάρξει Διάταγμα τροποποίησης του δικογράφου. Θεωρώ στην προκειμένη ότι ένεκα της φύσης και της δραστικότητας της αίτησης για συνοπτική απόφαση αυτής της φύσης παρατυπίες θα πρέπει να εκλείπουν για να μπορεί η εξέταση της αίτησης να προχωρήσει απρόσκοπτα. Η δε χρήση του όρου «shall» στην εν λόγω διάταξη καθιστά την συμμόρφωση επιτακτική. Αυτό το οποίο ζητείται ουσιαστικά σε αυτό το στάδιο είναι η έκδοση απόφασης επί ελαττωματικού κλητηρίου. Δεν θεωρώ ότι κάτι τέτοιο είναι επιτρεπτό και δόκιμο καθότι θα σήμαινε ότι το ίδιο το Δικαστήριο παρακάμπτει τους διαδικαστικούς Κανονισμούς και της ρητές επιταγές που ο Νομοθέτης εισήγαγε. Παρά τη πιο πάνω κατάληξη μου για σκοπούς πληρότητας σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η πιο πάνω προσέγγιση έχει τυπολατρική χροιά ή και ότι σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα άρσης της παρατυπίας ή και είναι λανθασμένη προχωρώ να εξετάσω και τα όσα λοιπά τέθηκαν ενώπιον μου στο πλαίσιο της διαδικασίας της αίτησης αυτής. Όπως διαπιστώνεται από το ίδιο το γράμμα της Δ.18 Κ.1 (α) αλλά και ως επανειλημμένα έχει νομολογηθεί, για να αποκτά δικαιοδοσία το Δικαστήριο να επιληφθεί της ουσίας της Αιτήσεως προς έκδοση συνοπτικής απόφασης, θα πρέπει να πληρούνται προκαταρκτικά τρεις προϋποθέσεις. Στην απόφαση, στην πολιτική έφεση Δημητρίου Aθηνούλλα Γ. ν. Tράπεζας Kύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782, οι προϋποθέσεις αυτές παρατίθενται ως ακολούθως: «Είναι νομολογημένο ότι για την ενεργοποίηση της διαδικασίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις από τον αιτητή:
- Καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δυνάμει του θ.6 της Δ.2,
- καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο,
- η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ωμόσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του δικαστηρίου και η μη ικανοποίησή τους στερεί από το δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135).» (Βλ. επίσης την υπόθεση Sensus Gymnasium Ltd. κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1795). Αν συνεπώς οι πιο πάνω παρατεθείσες προϋποθέσεις, δεν συντρέχουν σωρευτικά, το Δικαστήριο, στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Η ύπαρξη των δύο πρώτων προϋποθέσεων είναι θέμα το οποίο μπορεί κατά κανόνα, να διαπιστωθεί από το φάκελο της διαδικασίας. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αγωγή καταχωρίστηκε με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 09/12/21 και ο Εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μέσω δικηγόρου στις 07/01/22. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις συνεπώς πληρούνται αναντίλεκτα. Αναφορικά με την ύπαρξη και συνδρομή της 3ης προϋπόθεσης, έχει κατ' επανάληψη τονιστεί η ανάγκη αυστηρής τήρησης και προσήλωσης στις τεχνικές διατυπώσεις και προϋποθέσεις που είναι απαραίτητο να περιέχονται στην ένορκη δήλωση προτού το Δικαστήριο βασισθεί στο περιεχόμενο της για την έκδοση απόφασης. Χρήσιμη είναι η παραπομπή στα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Δημητρίου ν. Tράπεζας Kύπρου Λτδ,
(1997)1 Α.Α.Δ. 782 ) όπου υπεδείχθη ότι αυστηρή πρέπει να είναι η προσέγγιση του Δικαστηρίου αναφορικά με την επάρκεια και πληρότητά της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο. (Βλ. σχ. Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239.) Βεβαίως στην προκειμένη θα πρέπει να κριθεί εν πρώτοις κατά πόσο υπάρχει ένορκη δήλωση εν τη έννοιά των προνοιών της Δ.18, την ύπαρξη της οποίας εδώ η πλευρά των Εναγομένων αμφισβητεί και εισηγείται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο τούτο και μόνο. Ο λόγος αυτός ένστασης εξετάζεται αμέσως κατωτέρω: Η αίτηση συνοδεύεται από πολυσέλιδο έγγραφο στο οποίο ο υπογράφοντας, κατά κοινή ομολογία, ιερέας, καταγράφει στην πρώτη πρόταση: «Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Παπάνδρεας Παναγή από την Λευκωσία δίνω έγγραφη διαβεβαίωση επί της ιεροσύνης μου και καταθέτω τα κάτωθι: .» Στη δε τελευταία σελίδα του εγγράφου στο σημείο που κάποιος θα ανέμενε επί έγγραφης μαρτυρίας να εντοπίσει τη βεβαίωση του Πρωτοκολλητή, («jurat»), καταγράφονται τα ακόλουθα: «Διαβεβαίωσε και υπέγραψε ενώπιον μου Εν τω Επαρχιακό Δικαστηρίω Λευκωσίας Σήμερον την 14/01/2022 (Υπογραφή) Πρωτοκολλητής (Σφραγίδα)» Πασιφανές ότι δεν έχει υπάρξει όρκος εν τη εννοία του άρθρου 50
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Για να αντικρούσουν την εισήγηση των Εναγομένων, οι συνήγοροι των Εναγόντων, προβάλλουν στην αγόρευση τους ότι ο δηλών, έχει δώσει «έγγραφη διαβεβαίωση για τα όσα αναφέρει» ένεκα του ότι ως «.κληρικός, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου δεν επιτρέπεται να ορκίζεται» (το αυτό αναφέρεται ουσιαστικά και στην ίδια την ένορκη δήλωση). Παραπέμπουν στον Περί Όρκου Νόμο Κεφ. 18 και συγκεκριμένα στο άρθρο 2[3] αυτού για να καταδείξουν ότι ο Νομοθέτης αναγνωρίζει το ενδεχόμενο ύπαρξης κωλύματος σε όρκο για αυτό και γίνεται αναφορά σε «διαβεβαίωση». Θεωρώ ότι το Κεφ. 18 δεν εξυπηρετεί στην υπό κρίση περίπτωση αφού αναφέρεται σε άλλες περιπτώσεις στις οποίες δεν εμπίπτει η υπό κρίση. Για να εξεταστεί το θέμα θα πρέπει να ανατρέξουμε στο άρθρο 50 του Περί Δικαστηρίων Νόμου που αφορά σε «oιαvδήπoτε πoλιτικήv διαδικασίαv». Προνοεί ειδικότερα το άρθρο αυτό: «Ο μάρτυς θα oρκίζεται ή θα κάμvη βεβαίωσιv 50.-
(1)Καθ' oιαvδήπoτε πoλιτικήv διαδικασίαv oιovδήπoτε πρόσωπov κληθή vα δώση μαρτυρίαv εvώπιov oιoυδήπoτε δικαστηρίoυ oφείλει, πρoτoύ εξετασθή, vα oμόση τoιoύτov όρκov oίov συvήθως oμvύoυv πρόσωπα της θρησκείας ή πίστεως αυτoύ oσάκις ταύτα δίδoυv έvoρκov μαρτυρίαv εvώπιov δικαστηρίoυ. Ο τoιoύτoς όρκoς δύvαται vα δoθή εvώπιov oιoυδήπoτε δικαστoύ, πρωτoκoλλητoύ, ή υπαλλήλoυ ή εvώπιov oιoυδήπoτε πρoσώπoυ παρακληθέvτoς υπό τoυ πρoεδρεύovτoς δικαστoύ όπως πρoβή εις τηv τoιαύτηv oρκωμoσίαv.
(2)Εάv oιoσδήπoτε μάρτυς αρvηθή vα oμόση ή εάv υπάρξη έvστασις όπως oμόση καθότι δεv είvαι ικαvός πρoς τoύτo, ή εάv τo δικαστήριov κρίvη ότι o όρκoς δεv θα έχη δεσμευτικόv απoτέλεσμα επί της συvειδήσεως αυτoύ, θα ζητηθή παρ' αυτoύ vα δώση τηv κάτωθι υπόσχεσιv και vα κάμη τηv εξής δήλωσιv:- "Υπόσχoμαι και δηλώ επισήμως ότι η μαρτυρία ήτις θα δoθή υπ' εμoύ εις τo δικαστήριov θα είvαι η αλήθεια, όλη η αλήθεια και μόvov η αλήθεια."» Η πιο πάνω νομοθετική διάταξη απαντά στο πρώτο ερώτημα δηλαδή κατά πόσο η αίτηση μπορεί να προωθείται συνοδευόμενη με ένορκη δήλωση με την στενή του όρου έννοια ή εάν θα μπορούσε να συνοδεύεται από έγγραφο επί του οποίου ο δηλών προέβη στην πιο πάνω υπόσχεση ενώπιον πρωτοκολλητή. Άλλωστε στον Περί Ερμηνείας Νόμο Κεφ. 1 στην έννοια του όρου καταγράφονται και τα ακόλουθα: «"όρκος", "ορκίζομαι" και "ένορκη δήλωση" περιλαμβάνει και εφαρμόζεται στη βεβαίωση ή δήλωση προσώπου στο οποίο από νόμο επιτρέπεται να προβαίνει σε βεβαίωση ή δήλωση αντί όρκου.» Θεωρώ ότι η προσκόλληση στην στενή έννοια του όρκου θα οδηγούσε σε παράδοξα αποτελέσματα. Ο όρκος συναρτάται με θρησκεία ή και πίστη σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο. Εάν προσκαλούμασταν συνεπώς σε αυτή την πολύ στενή ερμηνεία της «ένορκης δήλωσης που απαιτεί η Δ.18» τότε ένας αγνωστικιστής ενδεχομένως Ενάγων δεν θα μπορούσε ποτέ να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Για το Jurat του όρκου στους θεσμούς προνοείται το λεκτικό στη «FORM No. 35 : JURAT ON AFFIDAVIT (O. 39, r. )», αυτό δεν γίνεται στην περίπτωση βεβαίωσης. Αναζητώντας ποιά θα ήταν η απάντηση επί του ερωτήματος τούτου και εφόσον ο νόμος αναφέρεται σε υπόσχεση και βεβαίωση στον τίτλο του εντοπίζεται η σχετικώς πρόσφατη απόφαση στην πολιτική έφεση ΜΟΝΑΧΗ ΜΑΡΚΕΛΛΑ (ΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟ xxx ΙΩΑΝΝΟΥ) κ.α. v. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (ΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟ χχχ ΣΤΑΥΡΟΥ) ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΩΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΙΤΙΟΥ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Γ.Ο.Χ. κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 9/2016, 29/1/2021. Το Εφετείο στην υπόθεση αυτή κληθέν να απαντήσει σε παρόμοιας φύσης ερωτήματα θεώρησε ικανοποιητικό το ότι ο Πρωτοκολλητής είχε τη λέξη «υπέγραψε». Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Όσον δε αφορά τη θέση του κ. Καλυφόμματου που ήγειρε κατά την επ΄ακροατηρίω συζήτηση της Αίτησης ότι, δηλαδή, δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.39, θ.10 αναφορικά με την βεβαίωση (jurat) του Πρωτοκολλητή λόγω του ότι αναγράφεται πάνω από την υπογραφή του Πρωτοκολλητή η φράση «ορκίστηκε και υπέγραψε» με σβησμένη τη λέξη «ορκίστηκε», δεν θεωρούμε ότι δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα εφόσον ο Πρωτοκολλητής ακριβώς βεβαιώνει το γεγονός της υπογραφής της Υπεύθυνης Δήλωσης ενώπιον του. Η δε διαγραφή της λέξης «ορκίστηκε» έγινε ακριβώς γιατί δεν είχε ενώπιον του μια «ένορκη» δήλωση αλλά μια δήλωση. Η υπόθεση Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ κ.ά. ν. Arizona Trading Co Ltd
(1997)1 Α.Α.Δ. 1354, στην οποία έχει συναφώς παραπέμψει ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσειουσών, σαφώς και διαφοροποιείται από την παρούσα υπόθεση.» Στην προκειμένη ο Πρωτοκολλητής βεβαιώνει ότι ο δηλών «διαβεβαίωσε και υπέγραψε» ενώπιον του. Στη βάση των πιο πάνω είναι που καταλήγω να απορρίψω την εισήγηση των Καθ' ών η Αίτηση ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση. Ανατρέχοντας τώρα και πάλι στο γράμμα της Δ.18 για το τί θα πρέπει να περιέχει η Δήλωση που στηρίζει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης διαπιστώνεται ότι σε αυτή θα πρέπει να περιέχονται τουλάχιστον τα ακόλουθα:
- να προβαίνει σε αυτή πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης.
- να επιβεβαιώνεται η αιτία αγωγής
- να επιβεβαιώνεται το ποσό που αξιώνεται (αν εφαρμόζεται)
- να δηλώνεται καθώς πιστεύει ο ομνύοντας ότι, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Δεν συντρέχει προβάλλουν οι Εναγόμενοι, η 1η υπό-προϋπόθεση της 3ης προϋπόθεσής ήτοι ότι το πρόσωπο που ορκίζεται δεν έχει θετική γνώση «.αφού ο ιερέας Παπάνδρεας Παναγή δεν είναι το πρόσωπο που θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά και/ή να έχει προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων καθόσον δεν ήταν μέλος της Ενάγουσας καθ'όλους τους ουσιώδεις για την υπόθεση χρόνους». Το τί αποτελεί επαρκή γνώση των γεγονότων για σκοπούς τεκμηρίωσης της τρίτης προϋπόθεσης της Δ.18 Θ.
- εξετάζεται υπό το φως των δεδομένων της κάθε περίπτωσης. Το ερώτημα ως υποδεικνύεται στην Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782 (η οποία υιοθετείται και από άλλες υποθέσεις που ακολούθησαν) είναι κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Τούτο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από τη φύση της αξίωσης. Επάναγκες συνεπώς να ανατρέξουμε σε αυτό το ίδιο το περιεχόμενο της Δήλωσης του προσώπου που βεβαιώνει τα γεγονότα. Δηλώνει και δεν αμφισβητείται τούτο από τους Εναγόμενους είναι ο Πρόεδρος της Ενάγουσας. Έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν εις την ως άνω υπόθεση έχοντας μελετήσει όλα τα σχετικά αρχεία και δεδομένα τα οποία τηρεί η Ενάγουσα. Τούτο εκ της θέσεως του και λογικώς είναι σε θέση να το πράξει. Επίσης ως αναφέρει έχει θετική γνώση των γεγονότων. Είναι όμως οι αναφορές αυτές αρκετές; Ως φαίνεται να αποτελεί κοινό τόπο οι συμβατική σχέση μεταξύ των δύο πλευρών ξεκίνησε το 1978 όταν δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 23/10/1978 (Τεκμήριο 3), η Ενάγουσα συμφώνησε με τους Εναγόμενους να ενοικιάσει το επίδικο ακίνητο. Φαίνεται επίσης να προκύπτει ως κοινό αποδεκτό γεγονός ότι υπήρξε ανανέωση της συμφωνίας. Προς τούτο παρουσιάστηκαν πρακτικά συνάντησης του τότε Αρχιεπισκόπου με τους Εναγόμενους ημερομηνίας 18/06/1999 στα οποία αποφασίστηκε η ανανέωση της συμφωνίας για τα «προσεχή πέντε
(5)χρόνια» έναντι συμβολικού ενοικίου της τάξεως των Λ.Κ.500.-. Μετά την πάροδο των 5 ετών θα μελετηθεί ως καταγράφεται στα πρακτικά αύξηση ενοικίου. Ό,τι προβάλλει ο Δηλών στη δήλωση του περαιτέρω φαίνεται να στηρίζεται κυρίως στα έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Όντως δεν αποκαλύπτεται από πότε ο ίδιος ως πρόεδρος είχε προσωπική γνώση των γεγονότων. Σίγουρα αυτό ήταν μετά το 2014 ως προκύπτει από τη δήλωση του ιδίου που αναφέρεται σε άλλο πρόεδρο παραμένει άγνωστο όμως πότε ο ίδιος ανέλαβε. Από την άλλη φαίνεται από τις θέσεις των Εναγομένων (βλ. «Τεκμήριο Ζ» στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ότι είναι αποδεκτό ότι στις 11/12/2019 αυτός ήταν ο Πρόεδρος των Εναγόντων. Στη βάση των πιο πάνω θεωρώ ότι αποκαλύπτεται με βεβαιότητα ένεκα της θέσης του ότι ο Δηλών έχει προσωπική γνώση ένεκα της θέσης του από την πιο πάνω ημερομηνία ήτοι τον Δεκέμβριο του 2019. Οι Εναγόμενοι έχουν θέσει σειρά επιχειρημάτων επί τω ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έχει προσωπική γνώση και δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά. Αρκετά από τα επιχειρήματα προσομοιάζουν με τα θέματα που ηγέρθηκαν στην ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 60/2011, 12/7/2016 στην οποία αποφασίστηκε ότι η θέση που κατείχε ο μάρτυρας των εκεί Εναγόντων - Αιτητών του προσέδιδε αφενός μεν τη δυνατότητα κατοχής όλων των αναγκαίων εγγράφων και αφετέρου, την επαρκή γνώση ως προς το αντικείμενο των συμφωνιών αλλά και του οφειλόμενου υπολοίπου. Επισημάνθηκε επίσης ότι ο ομνύων δεν έτυχε αντεξέτασης. Παρόμοια είναι και η περίπτωση εδώ. Εκ της θέσεως του ο Δηλών είχε πρόσβαση στα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση για τον χρόνο που δεν ήταν ο ίδιος πρόεδρος άρα καθ' ήν έκταση η μαρτυρία του αναφέρεται σε αυτά (βλ. επίσης Θεοδώρου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2006)1 ΑΑΔ 915). Για τους σκοπούς της διαδικασία και έχοντας κατά νου τις θέσεις των Εναγομένων ότι δηλαδή ανανεώθηκε η συμφωνία στις για την περίοδο από 23/10/2018 μέχρι 23/10/2023 ως το ερμηνεύουν οι ίδιοι, σημασία έχουν τα γεγονότα που αφορούν το τί έγινε που προδηλώνει ανανέωση. Άλλωστε μετά και την απόφαση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων είναι πλέον κοινή θέση ότι δεν είναι οι Εναγόμενοι θέσμιοι ενοικιαστές. Αμφότερες οι πλευρές δέχονται ότι εστάλη η επιστολή ημερομηνίας 17/09/18 από τους συνηγόρους των Εναγόντων με την οποία καλούσαν τους Εναγόμενους να παραδώσουν ελεύθερή και κενή την κατοχή του ακινήτου («Τεκμήριο Στ» στην ένορκη δήλωση της ένστασης και «Τεκμήριο 8Β» στην Δήλωση της Αίτησης) στην Ενάγουσα. Το επόμενο βήμα το οποίο επικαλούνται οι Εναγόμενοι ότι έλαβαν, ήταν η αποστολή της επιστολής τους ημερομηνίας 06/12/18 με την οποία πληροφορούσαν τους Ενάγοντες ότι θα συνεχίσουν να κατακρατούν το ακίνητο ως «θέσμιοι» ενοικιαστές (επισυνημμένη στο Τεκμήριο Στ.) και μετά η επίδοση επιστολής στον ίδιο τον δηλούντα με την οποία επέδωσαν επιστολή με επισυνημμένη σε αυτή επιταγή στις 06/12/2019. Επί των ουσιωδών γεγονότων τα οποία απασχολούν στην παρούσα, θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί η θετική γνώση του Δηλούντα κατά τρόπο ώστε να καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί η 1η υπό- προϋπόθεση της τρίτης προϋπόθεσης. Στη δήλωση ρητώς καταγράφεται ότι, ως ο Δηλών πιστεύει, δεν υπάρχει Υπεράσπιση (βλ. παράγραφο 19 της δήλωση του). Ενώ θεωρώ ότι βεβαιώνει και την αιτία αγωγής ότι η ενάγουσα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου και οι Εναγόμενοι παρανόμως κατέχουν ή και επεμβαίνουν σε αυτό. (βλ. και Atlaspantou Co Ltd ν. Angelos Nicolaides Holdings Ltd εμπορευόμενη και με την εμπορική επωνυμία και/ή την ονομασία Α. Nicolaides Holdings Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 2553). Επιβεβαιώνεται επίσης και η θεραπεία που ζητείται. Ένεκα των ανωτέρω διαπιστώσεων μου, θα θεωρούσα (εάν δεν υπήρχε το κώλυμα με τη μη συμμόρφωση με τη Δ.2 Θ.10) ότι η Αιτήτρια, έχει ικανοποιήσεις τις προϋποθέσεις της Δ.18 και το βάρος έχει πλέον μετατεθεί στους ώμους των Εναγομένων να παρουσιάσουν λεπτομέρειες και να αποκαλύψουν λεπτομέρειες που να καταδεικνύουν ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση ή εγείρονται θέματα που πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται αρκετά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να προβάλλει υπεράσπιση (Βλ. σχετικά Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ ν. Χ" Νέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 204, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd (ανωτέρω), Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817). Το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του(βλ.Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408).».Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars» (βλ. Π. Ε. Αρ. 230/2009 Κυριάκου ν. Αναστασίου αποφ. ημ. 22/01/2013). Ένεκα του ότι έχω καταλήξει ήδη ότι η αίτηση είναι απορριπτέα ένεκα μη συμμόρφωσης με τις επιταγές της Δ.2 Θ10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν θεωρώ φρόνιμο να υπεισέλθω έστω και επιδερμικά στο πλαίσιο της παρούσης στην ουσία της διαφοράς. Αυτό όμως στο οποίο περιορίζομαι είναι να αναφέρω ότι, αφ' ής στιγμής εγείρεται θέμα μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Δ.2 Θ.10, και τούτο ακόμα, μπορεί να περιληφθεί στο δικόγραφο της Υπεράσπισης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω και για τον καθένα ξεχωριστά η Αίτηση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στον Εναγόμενο να καταχωρήσει Υπεράσπιση εντός 14 ημερών από σήμερα. Αναφορικά με τα έξοδα δεν έχει καταδειχθεί ότι συντρέχει οιοσδήποτε λόγος παρέκκλισης από τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν την πορεία της διαδικασίας και συνεπώς τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο είναι δε καταβλητέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ).......... Ν. Οικονόμου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «Να υποδείξουμε αυτό που έχει λεχθεί πολλές φορές, και αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα ενόψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει, ως προς τα δικαιώματα δηλαδή που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του συντάγματος μας και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων [2] 10. In actions for recovery of possession of immovable property the indorsement on the writ shall set out the value of the property sought to be recovered, and in those for trespass the value of the part actually trespassed upon. [3] 2.Στο Νόμο αυτό- "δήλωση" σημαίνει δήλωση που γίνεται εκούσια και υπογράφεται, άλλην από όρκο, ένορκη δήλωση ή διαβεβαίωση· cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο