ΜΙΧΑΛΗ ΜΙΧΑΗΛ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ, Γενική Αίτηση/Έφεση αρ. 392/21, 31/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A11 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Γενική Αίτηση/Έφεση αρ. 392/21 Αναφορικά με τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 και τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και Αναφορικά με την Διαιτητική Απόφαση ημερομηνίας 01/03/2012 του Διαιτητή Λεωνίδα Λεωνίδου και Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ: ΜΙΧΑΛΗ ΜΙΧΑΗΛ Εφεσείοντα / Αιτητή ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εφεσίβλητη /Καθ' ης η Αίτηση Και δυνάμει Ειδοποίησης ημερομηνίας 19/10/2022 (αρ. 18 Ν. 169(Ι)/2015), αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ: ΜΙΧΑΛΗ ΜΙΧΑΗΛ Εφεσείοντα / Αιτητή ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ Εφεσίβλητη /Καθ' ης η Αίτηση Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Εφεσείοντα / Αιτητή: κα. Βενιζέλου για κ. Δ. Συρίμη Για Εφεσίβλητη / Καθ' ης η αίτηση: κα. Σοφοκλέους για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση - έφεση, η οποία καταχωρίστηκε στις 26/11/2021 (η Έφεση), ο Εφεσείοντας εξαιτείται, δυνάμει του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 και του άρθρου 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 01/03/2012 (η Διαιτητική Απόφαση) σε ότι αφορά τον ίδιο. Πρόκειται για την Διαιτητική Απόφαση που εξέδωσε ο διαιτητής Λεωνίδας Λεωνίδου υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντα ως εγγυητή και άλλων δύο προσώπων για το ποσό των €6.684,84 πλέον τόκο προς 9% από 01/03/2012 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως, την 30/06 και 31/12 εκάστου έτους, πλέον €150 έξοδα. Η Έφεση εγείρει 11 λόγους έφεσης και υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση του Εφεσείοντα. Με τους λόγους αυτούς υποβάλλονται ουσιαστικά τέσσερα ζητήματα. Το πρώτο, ότι ο Εφεσείοντας αποστερήθηκε του δικαιώματος ακρόασης και υπεράσπισης πριν την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης, κατά παράβαση των θεμελιωδών του δικαιωμάτων (1ος, 2ος, 6ος και 7ος λόγος έφεσης), με αποτέλεσμα ο διαιτητής να ενήργησε με πλάνη ως προς το νόμο (11ος λόγος έφεσης) και η Διαιτητική Απόφαση να εκδόθηκε παράτυπα ή/και να είναι ανυπόστατη (10ος λόγος έφεσης) διότι, όπως ο Εφεσείοντας ισχυρίζεται στην ένορκη του δήλωση, ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε ειδοποίηση για την διεξαγωγή της διαιτησίας ώστε να μπορέσει να εμφανιστεί σε αυτήν και να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Το δεύτερο, ότι ο διορισμός του Διαιτητή έγινε μονομερώς από την Εφεσίβλητη, χωρίς ο Εφεσείοντας να έχει λόγο στο θέμα του διορισμού του, καθιστώντας έτσι την διαιτητική διαδικασία νομικά ελαττωματική και στερούμενη υπόστασης αφού δεν αποτελούσε δίκαιη και αμερόληπτη διαδικασία και παραβίαζε το δικαίωμα του Εφεσείοντα για πρόσβαση σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο για διάγνωση της ισχυριζόμενης αστικής υποχρέωσης του (4ος λόγος έφεσης). Το τρίτο έγκειται στην εγκυρότητα και ορθότητα της Διαιτητικής Απόφασης (5ος, 8ος και 9ος λόγος έφεσης). Σ' αυτό το πλαίσιο εγείρεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι οι πιστωτές δεν απέδειξαν την υπόθεση τους και ότι η Διαιτητική Απόφαση είναι ατεκμηρίωτη, αναιτιολόγητη και ενάντια στον Περί Αποδείξεως Νόμο (5ος λόγος έφεσης). Επίσης, ότι το περιεχόμενο της Διαιτητικής Απόφασης είναι παράνομο ή/και αντίθετο με τις αρχές της επιείκειας, των συναλλακτικών ηθών και/ή της δημόσιας πολιτικής (8ος λόγος έφεσης), καθώς και ότι η Διαιτητική Απόφαση δεν έχει τα χαρακτηριστικά έγκυρης απόφασης και είναι παντελώς ασαφής και παράτυπη (9ος λόγος έφεσης). Το τέταρτο αφορά στο χρόνο που παρήλθε από την ημερομηνία έκδοσης της Διαιτητικής Απόφασης και εγείρεται ζήτημα παραβίασης του 30
(2)του Συντάγματος για απονομή της δικαιοσύνης εντός ευλόγου χρόνου (3ος λόγος έφεσης) αφού, όπως αναφέρεται από τον Εφεσείοντα στην ένορκη του δήλωση, η Διαιτητική Απόφαση του γνωστοποιήθηκε για πρώτη φορά στις 10/11/2021 (δηλαδή μετά από σχεδόν 10 έτη), όταν του επιδόθηκε με ιδιώτη επιδότη η επιστολή των δικηγόρων της Εφεσίβλητης μαζί με την Διαιτητική Απόφαση. Η Εφεσίβλητη καταχώρισε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση λειτουργού ο οποίος χειρίζεται τις δικαστικές της υποθέσεις, εγείροντας 16 λόγους ένστασης. Με τον 1ο λόγο ένστασης εγείρονται διαζευκτικές θέσεις, μεταξύ των οποίων ότι η Έφεση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική ή/και παράνομη ή/και νομικά αστήρικτη, οι οποίες, ωστόσο, δεν υποστηρίχθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο από πλευράς Εφεσίβλητης και θεωρούνται ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει, ουδεμία παρατυπία, αντικανονικότητα ή παρανομία διαπιστώνεται από το Δικαστήριο ως προς τον τρόπο υποβολής της Έφεσης, όπως ούτε διαπιστώνεται ότι η Έφεση δεν έχει έρεισμα στο Νόμο, αφού, όπως προειπώθηκε, αυτή προωθείται βάσει των προνοιών του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 και του άρθρου 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
- Με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης η Εφεσίβλητη υπεραμύνεται της νομιμότητας της διαιτητικής διαδικασίας και της ορθότητας και εγκυρότητας της Διαιτητικής Απόφασης και προβάλλεται, επίσης, ότι ο Εφεσείοντας ειδοποιήθηκε με σχετική επιστολή ημερομηνίας 18/01/2012 για την ημερομηνία διεξαγωγής της διαιτησίας, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απόδοση της αιτούμενης θεραπείας, ότι ο Εφεσείοντας δεν έρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αποκρύπτοντας ουσιαστικά γεγονότα και/ή χρησιμοποιεί την διαδικασία καταχρηστικά για να καθυστερήσει την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων προς την Εφεσίβλητη και ότι πουθενά στο Νόμο δεν τίθεται οποιοσδήποτε χρονικός περιορισμός για την επίδοση της Διαιτητικής Απόφασης. Στην υποστηρικτική, της ένστασης, ένορκη δήλωση ο ομνύοντας αναφέρεται στο ιστορικό των συγχωνεύσεων και μετονομασιών της Εφεσίβλητης που ακολούθησαν της Διαιτητικής Απόφασης (παρουσιάζοντας σχετικά έγγραφα ως Τεκμήριο 1) ως επίσης και στο ιστορικό υπόβαθρο που οδήγησε στην έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο
- Προβάλλει ότι ο Εφεσείοντας δεν έρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, εφόσον αποκρύπτει ουσιαστικά γεγονότα όπως το ότι του επιδόθηκε ειδοποίηση εμφάνισης στην διαιτησία, για την οποία υπέγραψε δήλωση παραλαβής της. Κατά τα λοιπά, ο ομνύοντας αναπτύσσει νομική επιχειρηματολογία, κατόπιν ενημέρωσης από τους δικηγόρους της Εφεσίβλητης, αναφέροντας, ανάμεσα σε άλλα, ότι η διαιτησία διεξήχθη νόμιμα, νομότυπα και κανονικά, ο διαιτητής χειρίστηκε σωστά και καλά την υπόθεση και εξέτασε όλα όσα έπρεπε να εξετάσει πριν την έκδοση της απόφασης του, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους λόγους ένστασης. Η διαδικασία στην υπό κρίση Έφεση διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων, και η ακρόασή της περιορίστηκε σε αγορεύσεις, με τις οποίες η κάθε πλευρά επιχειρηματολόγησε προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων της. Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, η θέση του Εφεσείοντα ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε ειδοποίηση για την διεξαγωγή της διαιτησίας καταρρίπτεται από το αναντίρρητο μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την ένσταση. Ότι στον Εφεσείοντα δόθηκε στις 02/02/2012 η επιστολή του διαιτητή ημερομηνίας 18/01/2012, με την οποία ο Εφεσείοντας ειδοποιήθηκε για την ημερομηνία, ώρα και μέρος διεξαγωγής της διαδικασίας διαιτησίας και δια της οποίας αυτός κλήθηκε να παρουσιαστεί στην εν λόγω διαδικασία, αποτέλεσε την επί του προκειμένου εκδοχή της μαρτυρίας του ομνύοντα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, η οποία προκύπτει όχι μόνο από το Τεκμήριο 3, το οποίο αφορά ειδοποίηση του επιδότη προς την Εφεσίβλητη για την επίδοση στον Εφεσείοντα της ειδοποίησης διαιτησίας ημερομηνίας 18/01/2012, αλλά επιβεβαιώνεται και από το Τεκμήριο 4, το οποίο, σύμφωνα με τον ομνύοντα, αφορά ενυπόγραφη δήλωση του Εφεσείοντα ότι παρέλαβε προσωπικά την ρηθείσα ειδοποίηση, υπογράφοντας την στις 02/02/2012[1]. Η εκδοχή αυτή της μαρτυρίας του ομνύοντα ουδόλως αμφισβητήθηκε ούτε, ασφαλώς, αντικρούεται από τα όσα προβλήθηκαν, σε επίπεδο επιχειρηματολογίας, από πλευράς Εφεσείοντα, ιδίως αναφορικά με το Τεκμήριο 4 σε σχέση με το οποίο προβλήθηκε στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του η θέση ότι αυτό δεν έχει υπογραφεί από τον Εφεσείοντα. Τέτοια θέση δεν βρίσκει οποιοδήποτε υπόβαθρο στην προσαχθείσα μαρτυρία και, έτσι, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αφού, όπως έχει νομολογηθεί, η αγόρευση ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποτελεί μέσο προσαγωγής μαρτυρίας (Μισιρλής ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1995)3 Α.Α.Δ. 379 και N.A. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 Α.Α.Δ. 793). Είναι, συναφώς, η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο Εφεσείοντας παρέλαβε στις 02/02/2012 την επιστολή του διαιτητή ημερομηνίας 18/01/2012, δια της οποίας ειδοποιήθηκε για την διεξαγωγή της διαδικασίας διαιτησίας την 01/03/2012, εντούτοις παρέλειψε να εμφανιστεί εκείνη την ημέρα στην εν λόγω διαδικασία, με αποτέλεσμα η Διαιτητική Απόφαση να εκδοθεί στην απουσία του. Επομένως, ο Εφεσείοντας δεν αποστερήθηκε του δικαιώματος του να εμφανιστεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό του στην ρηθείσα διαιτητική διαδικασία και, κατά συνέπεια, οι λόγοι έφεσης 1, 2, 6, 7, 10 και 11 κρίνονται αβάσιμοι και, ως τέτοιοι, απορρίπτονται. Αναφορικά με το δεύτερο ζήτημα, το οποίο εγείρεται στο πλαίσιο του 4ου λόγου έφεσης με αναφορά στον τρόπο διορισμού του διαιτητή, ο Εφεσείοντας, αντλώντας πληροφόρηση από τους δικηγόρους του, ισχυρίζεται στην παράγραφο 7 της ένορκης του δήλωσης ότι ο διαιτητής πρόκειται για πρόσωπο στην ουσία συνδεδεμένο με την Εφεσίβλητη και ότι διορίστηκε μονομερώς από αυτήν, κατά παράβαση της διαδικασίας που προβλέπεται στον Περί Διαιτησίας Νόμο. Ωστόσο, αμφότεροι ισχυρισμοί προβάλλονται εντελώς γενικά και αόριστα, αφού ο Εφεσείοντας, αφενός, δεν προσδιορίζει με οποιοδήποτε τρόπο την ισχυριζόμενη σύνδεση του διαιτητή με την Εφεσίβλητη ούτε παραθέτει οποιοδήποτε στοιχείο προς υποστήριξη της θέσης του αυτής και, αφετέρου, δεν επεξηγεί πώς και κατά παράβαση ποιων προνοιών του Περί Διαιτησίας Νόμου έγινε ο διορισμός του διαιτητή. Περαιτέρω, παρόλο που οι πιο πάνω ισχυρισμοί εδράζονται, κατά τον Εφεσείοντα, στην πληροφόρηση που έλαβε από τους δικηγόρους του, και ενώ δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ομνύοντα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ότι ο διορισμός του διαιτητή έγινε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 52 του Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, ο δικηγόρος του Εφεσείοντα παραπέμπει με την γραπτή του αγόρευση στις πρόνοιες του Θεσμού 78 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών (Κ.Δ.Π. 142/87) για να υποστηρίξει την επιχειρηματολογία του ότι ο διορισμός του διαιτητή έγινε στην προκείμενη περίπτωση μονομερώς, χωρίς να δοθεί ο λόγος στον Εφεσείοντα να διαπραγματευτεί τον διορισμό του. Όπως το ζήτημα, λοιπόν, προσδιορίστηκε μέσω της γραπτής αγόρευσης της πλευράς του Εφεσείοντα, προκύπτει ότι δεν αμφισβητείται από μέρους του πως ο διαιτητής ορίστηκε από τον Έφορο (και όχι από την Εφεσίβλητη) δυνάμει των προνοιών του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και των Θεσμών 78 και 79, τα οποία άλλωστε μνημονεύονται στον τίτλο της Διαιτητικής Απόφασης, και ούτε προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός από πλευράς του ότι ο Έφορος έχει εκφύγει των νόμιμων εξουσιών του. Περαιτέρω, είναι κοινό έδαφος ότι η Διαιτητική Απόφαση στρέφεται κατά του Εφεσείοντα ως εγγυητή ενώ δεν αμφισβητήθηκε η εκδοχή της Εφεσίβλητης ότι αυτή εκδόθηκε εναντίον του βάσει της συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 22/04/2010 που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην ένσταση (η Σύμβαση Εγγύησης). Όταν ο Εφεσείοντας συμβλήθηκε με την Εφεσίβλητη, υπογράφοντας την Σύμβαση Εγγύησης, αποδέχθηκε την διαδικασία διαιτησίας, όπως προνοείται στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ως προς τον τρόπο διορισμού διαιτητή στην περίπτωση που προέκυπτε διαφορά αναφορικά με οποιαδήποτε αξίωση της τελευταίας εναντίον του δυνάμει της προαναφερόμενης σύμβασης (βλ. όρο 19 της Σύμβασης Εγγύησης). Αναφέρεται στην Ζαμπά κ.α. ν. Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, Πολ. Έφ. 96/2012 ημ. 06/06/2018, ECLI:CY:AD:2018:A277 ότι η παραπομπή σε διαιτησία από τον Έφορο βάσει του άρθρου 52
(2)(β) επενεργεί ως να υπήρχε συνυποσχετικό. Επομένως, δεν διαφέρει από την περίπτωση ρήτρας διαιτησίας με ανάλογους όρους με την οποία, εφόσον τα μέρη συμφώνησαν, δεσμεύονται[2]. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, η σχετική εισήγηση που προβλήθηκε με τον 4ο λόγο έφεσης αναφορικά με τον τρόπο διορισμού του διαιτητή δεν έχει έρεισμα και, συναφώς, ο 4ος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται. Στο πλαίσιο του τρίτου ζητήματος, οι λόγοι έφεσης 5 και 9 είναι επάλληλοι και αλληλένδετοι, γι' αυτό και θα εξεταστούν μαζί, ενόψει της συνάφειας τους, αφού το αντικείμενο τους σχετίζεται με την εγκυρότητα της Διαιτητικής Απόφασης, έχοντας στον πυρήνα τους το ζήτημα της αιτιολογίας της, τόσο από άποψη μαρτυρίας στην διαιτητική διαδικασία όσο και από το ίδιο το περιεχόμενο της ρηθείσας απόφασης. Αναφορικά με τις εγειρόμενες, στο πλαίσιο των πιο πάνω λόγων έφεσης, θέσεις, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Έφεση προβάλλεται άρνηση από πλευράς Εφεσείοντα ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Εφεσίβλητη και στην αγόρευση του δικηγόρου του αναπτύσσεται επιχειρηματολογία προς υποστήριξη τους, ενώ υποδεικνύεται παράλληλα με αυτήν ότι, στην προκείμενη περίπτωση, δεν υπάρχουν στην διάθεση του Δικαστηρίου τα στοιχεία και έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη από τον διαιτητή για να ελέγξει κατά πόσο δικαιολογείτο η απόφαση του. Στην αντίπερα όχθη, ο ομνύοντας και οι δικηγόροι της Εφεσίβλητης, προς αντίκρουση των θέσεων που εγείρονται με τον 5ο και 9ο λόγο έφεσης, επιχειρηματολογούν ότι η διαιτησία διεξήχθη νόμιμα, νομότυπα και κανονικά, ο διαιτητής εξέτασε όλες τις παραμέτρους που όφειλε να εξετάσει, αφού του παρουσιάστηκαν όλα τα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία από πλευράς Εφεσίβλητης προς υποστήριξη της απαίτησης της, όπως αυτό διαφαίνεται στα πρακτικά της διαδικασίας που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 8 στην ένσταση, λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη, όπως αναφέρουν, την παραδοχή και αναγνώριση του δανείου, ως η απαίτηση της Εφεσίβλητης, από τον πρωτοφειλέτη. Περαιτέρω, παραπέμπει η πλευρά της Εφεσίβλητης στην παράγραφο 16 της Συμφωνίας Εγγύησης, σύμφωνα με την οποία ο Εφεσείοντας - εγγυητής δεσμεύεται πλήρως από μία τέτοια παραδοχή και/ή αναγνώριση χρέους από τον πρωτοφειλέτη και αναφέρει ότι η Διαιτητική Απόφαση φέρει τα χαρακτηριστικά έγκυρης απόφασης αφού είναι διατυπωμένη με σαφές και ξεκάθαρο τρόπο, χωρίς να αφήνει κενά αβεβαιότητας ή ερμηνείας. Εν προκειμένω, από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 προκύπτει ότι η Διαιτητική Απόφαση αφορά την διαφορά μεταξύ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίου Αμβροσίου Κερύνειας (τότε Ενάγουσας Εταιρείας στην διαιτητική διαδικασία και σήμερα Εφεσίβλητης στην παρούσα διαδικασία - βλ. Τεκμήριο 1) και της Αντώνης Σάββας Σιδεράδες Λτδ ως πρωτοφειλέτη καθώς και του Εφεσείοντα και ενός άλλου προσώπου ως εγγυητών (τότε Εναγόμενοι στη διαιτητική διαδικασία) σχετικά με απαίτηση από ένα δάνειο με αριθμό 4000286-5 για ποσό €6.684,84 πλέον τόκο 9% με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές ετησίως, την 30/06 και 31/12, πλέον έξοδα €150,
- Αναφέρεται, επίσης, στο Τεκμήριο 5, ότι η απαίτηση της Συνεργατικής ήταν όπως τα πιο πάνω πρόσωπα (Εναγόμενοι στη διαιτησία) πληρώσουν αλληλέγγυα ή/και κεχωρισμένα προς την Συνεργατική τα πιο πάνω ποσά. Αναφέρεται, ακόμα ότι στα πιο πάνω πρόσωπα (δηλαδή στους Εναγόμενους στη διαιτησία) επιδόθηκε ειδοποίηση αναφορικά με την ακρόαση της διαιτησίας, κατά την οποία παρουσιάστηκε «ο Αντώνης Σάββα Διευθυντής της Αντώνης Σάββας Σιδεράδες Λτδ, ο οποίος παραδέχεται/αναγνωρίζει το δάνειο ως η πιο πάνω απαίτηση της ενάγουσας εταιρείας.». Ακολουθεί στο Τεκμήριο 5 η απόφαση του διαιτητή. Σε αυτήν ο διαιτητής καταγράφει ότι: «Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, καθώς και τα ενώπιον μου παρουσιασθέντα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία έχουν μονογραφηθεί, αποφασίζω όπως:» και συνεχίζει με την επιδίκαση του ποσού, των τόκων και εξόδων, ως η απαίτηση της Ενάγουσας Εταιρείας, χωρίς να καταγράφεται οτιδήποτε άλλο ως σκεπτικό ή αιτιολογία σε σχέση με την ουσία της διαφοράς που εκδίκαζε. Ποια έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία παρουσιάστηκαν δεν αναφέρεται στην Διαιτητική Απόφαση ούτε κάτι τέτοιο προκύπτει από τα πρακτικά της διαδικασίας που επισυνάφθηκαν ως Τεκμήριο 8 στην ένσταση. Ό,τι σχετικά αναφέρεται εκεί είναι πως «Για την ενάγουσα εταιρεία παρουσιάζεται η κ. Μαρία Κρόκου, Υπάλληλος της ενάγουσας εταιρείας, η οποία παρουσιάζει όλα τα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία για υποστήριξη των απαιτήσεων της ενάγουσας εταιρείας, τα οποία μονογράφονται», χωρίς παράλληλα να διαφαίνεται πώς παρουσιάστηκαν τα έγγραφα και στοιχεία που έλαβε υπόψη του ο διαιτητής, δηλαδή αν αυτά περιήλθαν υπόψη του από το πιο πάνω πρόσωπο ως μάρτυρα στην υπόθεση, εντασσόμενα έτσι νομότυπα στο μαρτυρικό υλικό, ή αν απλώς του παραδόθηκαν από το εν λόγω πρόσωπο ως εκπρόσωπο της Εφεσίβλητης. Ούτε εξηγείται από τον ομνύοντα, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, η διαδικασία με την οποία τέθηκαν υπόψη του διαιτητή τα «έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία», κατά πόσο δηλαδή η Κρόκου κλήθηκε ως μάρτυρας στη διαιτησία και τα παρουσίασε στο πλαίσιο ένορκης κατάθεσης ή διαφορετικά. Κατά πόσο η διαιτησία διεξήχθη νόμιμα, νομότυπα και κανονικά ή αν ο διαιτητής χειρίστηκε σωστά και καλά την υπόθεση και κατά πόσο εξέτασε όλα όσα έπρεπε να εξετάσει πριν την έκδοση της απόφασης του (ως η θέση που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση) δεν είναι ζητήματα για τα οποία ο ομνύοντας μπορεί να μαρτυρά. Εκείνο που ο ομνύοντας μπορούσε να πράξει ήταν να μαρτυρήσει για τα γεγονότα, όπως διαδραματίστηκαν, βάσει των οποίων το Δικαστήριο θα μπορούσε να καταλήξει σε ανάλογα ευρήματα ως προς τα ζητήματα αυτά. Αναφορικά με τα «έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία» που, με οποιοδήποτε τρόπο, τέθηκαν υπόψη του διαιτητή, το μόνο έγγραφο που βρίσκεται στη διάθεση του Δικαστηρίου είναι η Σύμβαση Εγγύησης. Αναφέρει ο ομνύοντας (και προκύπτει από το περιεχόμενο της ρηθείσας σύμβασης) ότι με αυτήν ο Εφεσείοντας (και ακόμα ένα φυσικό πρόσωπο) εγγυήθηκαν τη σύμβαση δανείου που υπογράφηκε μεταξύ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίου Αμβροσίου Κερύνειας και του Αντώνη Σάββα, κατ' εφαρμογή των όρων της οποίας ανοίχθηκε ο λογαριασμός δανείου με αριθμό 4000286-
- Ενώ, λοιπόν, προκύπτει από τις εν λόγω αναφορές αλλά και από το περιεχόμενο της Σύμβασης Εγγύησης ότι ο Εφεσείοντας εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις κάποιου Αντώνη Σάββα ως πρωτοφειλέτη του δανείου με αριθμό λογαριασμού 4000286 - 5, η Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε σε σχέση με απαίτηση της Συνεργατικής εναντίον της εταιρείας Αντώνης Σάββας Σιδεράδες Λτδ ως πρωτοφειλέτη του πιο πάνω αναφερόμενου δανείου. Ό,τι η διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η Διαιτητική Απόφαση, αφορούσε την προαναφερόμενη εταιρεία ως πρωτοφειλέτη του εν λόγω δανείου (και όχι τον Αντώνη Σάββα) προκύπτει όχι μόνο από το περιεχόμενο της Διαιτητικής Απόφασης αλλά και από το περιεχόμενο τόσο της ειδοποίησης διεξαγωγής διαιτησίας, ημερομηνίας 18/01/2012 (μέρος του Τεκμηρίου 3) όσο και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, στο οποίο ο ομνύοντας παραπέμπει με αναφορά στα τηρηθέντα κατά την διαιτησία πρακτικά[3]. Η ανωτέρω διάσταση στο πρόσωπο του πρωτοφειλέτη δεν φαίνεται να απασχόλησε τον διαιτητή πριν την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης, αφού τίποτα δεν αναφέρεται σε αυτήν για το ζήτημα αυτό. Η Σύμβαση Εγγύησης είναι, ίσως, το μόνο «έγγραφο και αποδεικτικό στοιχείο» που παρουσιάστηκε στον διαιτητή για την στοιχειοθέτηση της ευθύνης του Εφεσείοντα ως εγγυητή σε σχέση με την απαίτηση στη διαφορά που η Διαιτητική Απόφαση αφορά. Σε κάθε περίπτωση δεν έχουν παρουσιαστεί άλλα ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως η σύμβαση δανείου, παρόλο που στην Σύμβαση Εγγύησης αναφέρεται ότι η σύμβαση δανείου «επισυνάπτεται στην παρούσα Σύμβαση Εγγύησης και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής»[4]. Ωστόσο, εφόσον η Σύμβαση Εγγύησης αφορά τις υποχρεώσεις άλλου προσώπου ως πρωτοφειλέτη (του Αντώνη Σάββα) από εκείνον που η διαφορά στην υπό κρίση διαιτησία αφορούσε (δηλαδή της Αντώνης Σάββας Σιδεράδες Λτδ), το γεγονός ότι στην ακρόαση της παρουσιάστηκε «ο Αντώνης Σάββα Διευθυντής της Αντώνης Σάββας Σιδεράδες Λτδ, ο οποίος παραδέχεται/αναγνωρίζει το δάνειο ως η πιο πάνω απαίτηση της ενάγουσας εταιρείας.» δεν επέτρεπε στον διαιτητή να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης εναντίον του Εφεσείοντα, αφού η εν λόγω παραδοχή/αναγνώριση (για την οποία, εν τω μεταξύ, ουδεμία αναφορά γίνεται στα τηρηθέντα πρακτικά, Τεκμήριο 8) πρόδηλα προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 ότι προήλθε από τον Αντώνη Σάββα υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της Αντώνης Σάββας Σιδεράδες Λτδ η οποία ήταν, βάσει της Διαιτητικής Απόφασης, και η πρωτοφειλέτιδα της απαίτησης στη διαφορά που εκδίκαζε. Κατά συνέπεια, η θέση του ομνύοντα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και η αντίστοιχη επιχειρηματολογία των συνηγόρων της Εφεσίβλητης με παραπομπή στις πρόνοιες της παραγράφου 16 της Συμφωνίας Εγγύησης δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται. Πέραν και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, η απλή αναφορά του διαιτητή ότι έλαβε υπόψη του και τα ενώπιον του παρουσιασθέντα «έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία» δεν συνιστά γενικότερα αιτιολογία για την Διαιτητική Απόφαση[5], πολύ δε περισσότερο στην προκείμενη περίπτωση όπου η Σύμβαση Εγγύησης του Εφεσείοντα αφορά υποχρεώσεις άλλου προσώπου ως πρωτοφειλέτη από εκείνον που αφορούσε η υπό κρίση διαιτητική διαδικασία, για τον οποίο και εκδόθηκε η Διαιτητική Απόφαση. Εάν ο διαιτητής επιχειρούσε να αιτιολογήσει την απόφαση του, με παραπομπή και συγκεκριμένη αναφορά στα ενώπιον του παρουσιασθέντα «έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία», ίσως διαπίστωνε ότι με βάση τη Σύμβαση Εγγύησης δεν δικαιολογείτο η έκδοση απόφασης εναντίον του Εφεσείοντα, ως εγγυητή, για την απαίτηση της Εφεσίβλητης (τότε Ενάγουσας Εταιρείας) όσον αφορά την πρωτοφειλέτιδα Αντώνης Σάββας Σιδεράδες Λτδ. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, θεωρώ ότι, στην προκείμενη περίπτωση, ισχύουν κατ' αναλογία τα όσα αναφέρθηκαν στην Διομήδης (ανωτέρω), το σκεπτικό και η ανάλυση της οποίας υιοθετούνται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας αναφορικά με τον τρόπο διεξαγωγής της υπό κρίση διαιτητικής διαδικασίας καθώς και για το ζήτημα της αιτιολογίας της Διαιτητικής Απόφασης. Όπως στην Διομήδης (ανωτέρω), έτσι και εδώ, το γεγονός ότι ο Εφεσείοντας δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία «δεν επέτρεπε στον διαιτητή να παρεκκλίνει από τους κανόνες απόδειξης και επί του πρακτικού της διαδικασίας η συμμόρφωση με τους κανόνες αυτούς έπρεπε να καταδεικνύεται». Περαιτέρω, πέραν της Σύμβασης Εγγύησης (η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν δικαιολογούσε, όπως προειπώθηκε, την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης εναντίον του Εφεσείοντα ως εγγυητή του χρέους της Αντώνης Σάββας Σιδεράδες Λτδ), δεν είναι τώρα στη διάθεση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλα στοιχεία, τα οποία, χωρίς κανέναν απολύτως προσδιορισμό, αναφέρεται στην Διαιτητική Απόφαση και στα τηρηθέντα πρακτικά (Τεκμήριο 8) ότι είχαν τεθεί τότε ενώπιον του διαιτητή. Το ζήτημα αυτό, όπως αναφέρθηκε στην Διομήδης (ανωτέρω) με παραπομπή στην Μιχαήλ (ανωτέρω): «δεν περιορίζεται σε ζήτημα διαπίστωσης της ορθότητας της απόφασης αλλά και της συμπεριφοράς του διαιτητή καθότι στην περίπτωση που η απόφαση του δεν δικαιολογείται από τα ενώπιον του στοιχεία μπορεί να θεμελιώνεται κακοπιστία και έλλειψη εκ μέρους του αμεροληψίας. Και δεν πρόκειται για θεωρητική προσέγγιση, αφού το μόνο πρακτικό ή έστω μνημόνιο της διαδικασίας που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου καταδεικνύει πως ουδεμία μαρτυρία ακούστηκε και κανένα μαρτυρικό υλικό δεν τέθηκε υπόψη του διαιτητή μέσω μαρτυρίας.». Επιπλέον, αναφέρεται στην Διομήδης (ανωτέρω) ότι: «Πέραν του ζητήματος της μαρτυρίας στη διαιτητική διαδικασία που είναι καταλυτικό, το Δικαστήριο θα εξετάσει το ζήτημα της αιτιολογίας ανεξάρτητα και όπως προκύπτει από το πρόσωπο της απόφασης. Στην Παναγιώτης Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρημάτων Κύπρου (ΣΤΕΛΜΕΚ) Λτδ, Π.Ε. 304/2019, ημερ. 10.7.2015 αναφέρονται τα εξής: «Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, ήταν καθόλα επιτρεπτό στο διαιτητή να προχωρήσει με την έκδοση απόφασης, με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον του. Η κατάληξή του, εν τέλει, ήταν ορθή, δεδομένου ότι αφενός η παροχή δανείου δεν τελούσε υπό αμφισβήτηση και αφετέρου το εγερθέν ζήτημα περί ανατοκισμού είχε ξεπερασθεί με βάση τη νέα κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 5.6.
- Η φύση της διαφοράς ήταν απλή και δεν δικαιολογούσε περαιτέρω πολυπλοκότητα της όλης διαιτητικής διαδικασίας. Άλλωστε, ενώπιον του διαιτητή δεν υπήρχε οποιοδήποτε βάσιμο αίτημα για διεξαγωγή διαδικασίας διαφορετικής δικονομικής μορφής. Το τελικό δε γεγονός της μη εμφάνισης του Εφεσείοντα προκειμένου να προωθήσει τις όποιες θέσεις και επιχειρήματά του προς εξέταση από τον διαιτητή, δεν καθιστούσε επιτρεπτή την πρωτογενή εξέτασή τους είτε από το πρωτόδικο Δικαστήριο είτε από το Εφετείο. Ο διαιτητής είχε υποχρέωση και ορθά αποφάσισε με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του. Όπως ήδη λέχθηκε, τα ενώπιον του, απλά, δεδομένα δικαιολογούσαν πλήρως τόσο την τελική του κατάληξη, όσο και την επιγραμματική απόφασή του. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν εντοπίζεται παράτυπη διαιτητική διαδικασία ή οποιαδήποτε παραβίαση κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Ούτε και το παράπονο του Εφεσείοντα περί αναιτιολόγητης πρωτόδικης απόφασης έχει περιθώρια επιτυχίας. Η έκταση της αιτιολογίας είναι ανάλογη και συναρτάται με τα επίδικα θέματα και την ευρύτητά τους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο λιτά, αλλά περιεκτικά, παρέθεσε την αιτιολογία του ως προς τα κρίσιμα ζητήματα του ανατοκισμού και της επίδρασης που ενείχε η παράλειψη του Εφεσείοντα να εμφανιστεί στο τελικό στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν εντοπίζεται ο,τιδήποτε το μεμπτό, ούτε και βάση στήριξης του εξεταζόμενου λόγου έφεσης.» Η αιτιολογία και η εμβάθυνση στα επίδικα ζητήματα εξαρτάται από τη φύση τους, την πολυπλοκότητα τους και κατά πόσο για τα γεγονότα της υπόθεσης υπάρχουν αντικρουόμενες εκδοχές μεταξύ των οποίων ο κριτής θα επιλέξει με βάση την αξιοπιστία των μαρτύρων. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει παντελής έλλειψη αιτιολογίας, της έστω στοιχειώδους ενόψει του ότι ο διαιτητής δεν είχε ενώπιον του εκδοχή εκ μέρους του Εφεσείοντα και των άλλων πρωτοφειλετών. Ο Εφεσείοντας παρά την απουσία του από τη διαδικασία της διαιτησίας, δικαιούτο σε αιτιολογημένη απόφαση του διαιτητή αναφορικά με το ζήτημα του. Στην Κλεοβούλου αναφέρθηκε ότι: «Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Σολωμού ν. Laiki Cypria Life Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 687 ο διαιτητής βαρύνεται με την υποχρέωση να ενεργήσει στα πλαίσια των όρων εντολής του και το ζητούμενο είναι η συμμόρφωση του με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης σε όλη την πορεία της οιονεί δικαστικής αποστολής του. Πέραν της υποχρέωσης αυτής ο διαιτητής είναι δεσμευμένος να συμμορφώνεται κα με τις βασικές αρχές του δικαίου. Άλλωστε η διαιτησία διεξάγεται πάντοτε σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομικές αρχές και ο κάθε διαιτητής είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες προκειμένου να εξασφαλίζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου. Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματος του και η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παράγραφοι 670, 692, 693).» Στην Μελανής Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, Π.Ε. 416/2012, ημερ. 15.4.2016, ECLI:CY:AD:2016:A204, αναφέρεται ότι: «Ο Διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστικό καθήκον (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacoy Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 717). «Ο Διαιτητής θα πρέπει να είναι προσηλωμένος και να συμμορφώνεται αυστηρά με τους όρους του διορισμού (βλ. Winter v. White
(1819)1 B & B 350, 357). Ως λειτουργός του Δικαστηρίου είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες. Διαφορετικά θα προέκυπτε κίνδυνος δημιουργίας ενός συστήματος διαιτητικού δικαίου, ανεξάρτητου και ίσως διαφορετικού από το νόμο και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στα δικαστήρια της χώρας, με απρόβλεπτες συνέπειες, μια και ο κάθε διαιτητής θα μπορούσε να εφαρμόζει κανόνες, τόσο του ουσιαστικού, όσο και του δικονομικού δικαίου, που κατά τη δική του κρίση τυγχάνουν εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου.» Όσον αφορά την εμβέλεια του άρθρου 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4,[6] που εδώ ενδιαφέρει, προκύπτει από την Σολωμού ν. Laiki Cypria Life Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 687 ότι περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του ιδίου του διαιτητή ή στον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας, σε σχέση με την οποία, ανάμεσα στους κύριους άξονες επί των οποίων μπορεί να υποβληθεί επιτυχώς αίτηση για παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης είναι η εκ μέρους του διαιτητή λανθασμένη απόρριψη ή αποδοχή μαρτυρίας. Εν προκειμένω, δεν έχει καταδειχθεί ότι ακολουθήθηκαν οι βασικοί κανόνες διεξαγωγής μιας διαιτητικής διαδικασίας, αφού δεν αποκαλύφθηκε ότι οποιαδήποτε μαρτυρία (είτε γραπτώς είτε προφορικά) τέθηκε ενώπιον του διαιτητή ή ότι οποιοδήποτε έγγραφο παρουσιάστηκε ενώπιον του από μάρτυρα και εντάχθηκε στο μαρτυρικό υλικό. Ούτε και στην Διαιτητική Απόφαση αλλά ούτε και στα πρακτικά που επισυνάφθηκαν ως Τεκμήριο 8 στην ένσταση υπάρχουν αναφορές που θα οδηγούσαν σε αυτό το συμπέρασμα. Εν πάση περιπτώσει, με υπόβαθρο τους όρους της Σύμβασης Εγγύησης (η οποία είναι και το μόνο έγγραφο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς την ουσία της διαφοράς στην υπό κρίση διαιτητική διαδικασία) δεν δικαιολογούνταν η έκδοση απόφασης εναντίον του Εφεσείοντα, ως εγγυητή, για την απαίτηση της Εφεσίβλητης (τότε Ενάγουσας Εταιρείας) αναφορικά με την πρωτοφειλέτιδα Αντώνης Σάββας Σιδεράδες Λτδ. Όπως αναφέρθηκε στην Διομήδης (ανωτέρω), απόφαση που δεν εδράζεται στο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του κριτή είναι εξ αντικειμένου αναιτιολόγητη. Τέτοια, καταλήγω ότι, είναι και στην όψη της η υπό κρίση Διαιτητική Απόφαση. Επιπρόσθετα, δεν παραγνωρίζεται ότι ο χώρος όπου διεξήχθη η διαιτησία, όπως υποδεικνύεται και στην αγόρευση του δικηγόρου του Εφεσείοντα, ήταν στα γραφεία της Εφεσίβλητης (δηλαδή ενός εκ των διαδίκων στην διαιτησία), γεγονός το οποίο προκύπτει από τα πρακτικά της διαδικασίας, τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 8 στην ένσταση. Η παράμετρος αυτή σε συνάρτηση με τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα της μαρτυρίας στη διαιτητική διαδικασία όσο και σε σχέση με το ζήτημα της αιτιολογίας στο περιεχόμενο της Διαιτητικής Απόφασης δεν θεωρώ ότι εξασφαλίζουν την εφαρμογή ισονομίας, που είναι βασική αρχή δικαίου αλλά ούτε και το αμερόληπτο του διαιτητή (βλ. Μιχαήλ, ανωτέρω). Συνακόλουθα, ο 5ος και ο 9ος λόγος έφεσης, στο βαθμό που εγείρονται σε σχέση με το ζήτημα της αιτιολογίας της Διαιτητικής Απόφασης, τόσο με αναφορά στο ζήτημα της μαρτυρίας στη διαιτητική διαδικασία όσο και με αναφορά στο ίδιο το περιεχόμενο της ρηθείσας απόφασης, επιτυγχάνουν, οπότε και παρέλκει, δεδομένης της κατάληξης αυτής, η εξέταση των λοιπών νομικών θεμάτων που εγείρονται με τον 3ο, 5ο και 8ο λόγο έφεσης. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 01/03/2012 που εκδόθηκε υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντα. Τα έξοδα της Έφεσης επιδικάζονται υπέρ του Εφεσείοντα και εναντίον της Εφεσίβλητης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Όπως, ειδικότερα, αναφέρεται από τον ομνύοντα στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση, τα οποία ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, «ο Εφεσείοντας παρέλαβε προσωπικά και υπέγραψε στις 02/02/2012 Δήλωση ότι έλαβε την ειδοποίηση από το Διαιτητή ημερομηνίας 18/01/2012 για να παραστεί στην Διαιτησία και ότι στην περίπτωση που δεν παρουσιαζόταν στην ακρόαση της Διαιτησίας κατά την πιο πάνω ημερομηνία θα εκδίδετο απόφαση στην απουσία του.» [2] Βλ. την απόφαση του έντιμου Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε), στην Διομήδης ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, Έφεση 363/2013 ημ. 14/09/2018. [3] Βλ. παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση. [4] Βλ. όρο 1 της Σύμβασης Εγγύησης. [5] Βλ. την Διομήδης (ανωτέρω), η οποία παραπέμπει στην Μιχαήλ κ.α. ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στρουμπιού, Πολ. Έφεση 190/2012 ημ. 28/06/2018, όπου αναφέρθηκε ότι «η αναφορά του διαιτητή ότι εξέτασε επιμέρους ισχυρισμό δεν ήταν από μόνη της ικανοποιητική για το Δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητα της διαιτητικής διαδικασίας.». [6] Σύμφωνα με το άρθρο 20
(2)του Κεφ. 4, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει την Διαιτητική Απόφαση «Όταv o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφoρά ή χειρίστηκε κακώς τηv υπόθεση ή όταv η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, τo Δικαστήριo δύvαται vα ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο