Κυριάκος Φυρίλλας ν. Σούλας Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3977/2017, 17/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A17 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3977/2017 Μεταξύ: Κυριάκος Φυρίλλας Ενάγοντας ν.
- Σούλας Ιωάννου
- Μαρίνας Καντούνα και Ηλιάνας Φυρίλλα ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Μάριου Φυρίλλα Εναγομένων Αίτηση Ενάγοντα ημερομηνίας 07/11/2022 Ημερομηνία: 17 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κα Ι. Μιχαήλ για Αλεξάνδρου & Παπαθεοδώρου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κ. Κ. Κυριακίδης για Αλεξάνδρα Κ. Λυκούργου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η (Δοθείσα Αυθημερόν) Με αίτηση του ημερομηνίας 07/11/2022 (η Αίτηση) ο Ενάγοντας (ο Αιτητής) αιτείται, δυνάμει των προνοιών της Δ.27, όπως «τα νομικά σημεία (προδικαστικές ενστάσεις) που ηγέρθηκαν στις παραγράφους 1 και 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης ημερ. 29/06/2020 εκδικαστούν και/ή αποφασιστούν προδικαστικά από το Σεβαστό Δικαστήριο, αφού η απόφαση επ' αυτών πιθανόν να καταστήσουν αχρείαστη την περαιτέρω ακρόαση της υπόθεσης ή την εξέταση της ουσίας αυτής». Στην Αίτηση καταχωρήθηκε ειδοποίηση πρόθεσης ενστασης από τους Εναγόμενους (οι Καθ' ων η αίτηση), με την οποία προβάλλονται 10 λόγοι ένστασης. Μεταξύ αυτών, προβάλλεται ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποείται να ζητά την προεκδίκαση ενστάσεων που εγείρονται εναντίον του και αφορούν το κύρος της αγωγής, καθώς και ότι, εν πάση περιπτώσει, η Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει το περιεχόμενο της Αίτησης και της Ένστασης, περιλαμβανομένου του μαρτυρικού υλικού που τις υποστηρίζει, ενώ με πολύ προσοχή έχει μελετήσει το γραπτό κείμενο αγορεύσεων που παραδόθηκε από τους συνηγόρους των διαδίκων προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει, το Δικαστήριο είναι σε θέση να δώσει αυθημερόν την ουσία της απόφασης του στην Αίτηση. Για την εξέταση της Αίτησης χρήσιμη καθίσταται μία συνοπτική αναφορά στα γεγονότα που προκύπτουν από το περιεχόμενο του δικαστηριακού φακέλου, στον οποίο το Δικαστήριο έχει ανατρέξει αντλώντας ταυτόχρονα πληροφόρηση[1]. Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και με αυτήν επιζητούνται διάφορες θεραπείες ως αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης κακόβουλης δίωξης του Αιτητή, μετά από αναφερόμενες ψευδείς ή/και ανυπόστατες καταγγελίες της Εναγόμενης 1 και του αποβιώσαντα σύζυγου της (και αδερφού του Αιτητή) προς την Αστυνομία. Στην υπεράσπιση που καταχωρήθηκε από πλευράς Εναγομένων εγείρονται δύο προδικαστικές ενστάσεις. Η πρώτη, ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε καταχρηστικά ή/και ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να την εγείρει και κανένα αγώγιμο δικαίωμα δεν έχει κατά των Εναγομένων εφόσον οι τελευταιοι δεν άσκησαν καμία ποινική δίωξη αλλά ήταν απλώς καταγγέλλοντες ή/και παραπονούμενοι των ποινικών διώξεων που ασκήθηκαν μετά από απόφαση της αρμόδιας αρχής, προς την οποία προβάλλεται ότι παρείχαν αληθείς πληροφορίες. Η δεύτερη, ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποείται να προωθεί την παρούσα αγωγή εναντίον του αποβιώσαντα ή/και των διαχειριστών του αφού το επίδικο θέμα είναι τέτοιας προσωπικης φύσεως ώστε να μην επιβιώνει του θανάτου του. Στις 10/09/2020 ο Αιτητής καταχώρισε απάντηση στην υπεράσπιση καθώς και επιστολή με την οποία ζήτησε περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες επί συγκεκριμένων παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης και στις 06/10/2020 εξέδωσε κλήση για οδηγίες δυνάμει της νέας Δ.30 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Παρά το ότι στο Παράρτημα (Τύπος 25) που καταχώρισε ο Αιτητής μαζί με την κλήση για οδηγίες καταγράφεται μεταξύ των αιτημάτων του η «Εκδίκαση Προδικαστικών», τέτοιο αίτημα δεν υποβλήθηκε πριν την καταχώριση της παρούσας. Ό,τι ακολούθησε της κλήσης για οδηγίες ήταν ο ορισμός της αγωγής για οδηγίες σε διάφορες διαδοχικές ημερομηνίες, εντός των οποίων εκείνα που μεσολάβησαν ήταν η εκατέρωθεν καταχώριση ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων (σε συμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου που οι διάδικοι ζήτησαν να εκδοθεί κατά την ημέρα της πρώτης εμφάνισης της κλήσης για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου), η εκατέρωθεν καταχώριση ονομαστικού καταλόγου με σύνοψη μαρτυρίας από πλευράς διαδίκων καθώς και η αλλαγή στην εκπροσωπηση των Καθ' ων η αίτηση με την αντικατάστασή των προηγούμενων συνηγόρων τους από την συνήγορο που σήμερα εμφανίζεται εκ μέρους τους στην παρούσα υπόθεση. Οι πιο πάνω περιστάσεις καταδεικνύουν έκδηλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση του υπό κρίση αιτήματος, δεδομένου, άλλωστε, και του ότι ουδεμία εξήγηση δόθηκε από πλευράς Αιτητή γιατί η Αίτηση προωθήθηκε τόσο καθυστερημένα, καθιστώντας, έτσι, μοιραία και την τύχη που αυτή θα πρέπει να έχει. Απολύτως διαφωτιστική είναι η υπόθεση Ρέα Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και τους Εξαρτώμενούς τους (απόφαση πλειοψηφίας), Πολ. Έφεση 168/2010 ημ.. 24/02/2016, ECLI:CY:AD:2016:D117, οι περιστάσεις της οποίας προσομοιάζουν, σε μεγάλο βαθμό, με την παρούσα ως προς το χρόνο προώθησης τέτοιας φύσεως αιτημάτων, όπως το υπό εξέταση. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε έφεση των Εναγομένων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε αίτημα τους για διαγραφή της αγωγής ως καταχρηστικής, επί τη βάση θέσεων που είχαν περιληφθεί στις υπερασπίσεις τους. Σε εκείνη την περίπτωση, η αγωγή καταχωρήθηκε την 01/08/2008, η υπεράσπιση των εφεσειόντων/εναγομένων καταχωρήθηκε στις 07/05/2009, ακολούθησε αποκάλυψη εγγράφων εκ μέρους των εναγόντων και στις 20/11/2009 η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 18/03/
- Ωστόσο, στις 11/02/2010 καταχωρήθηκε αίτηση διαγραφής της αγωγής. Με αναφορά στην προηγούμενη επί του θέματος νομολογία, αναφέρθηκαν στην Ανδρονίκου (ανωτέρω) τα ακόλουθα: «Αναφορικά με το επιχείρημα των εφεσειόντων ότι οι υποθέσεις Mepa και Αλωνεύτης δεν αποτελούν δεσμευτικά προηγούμενα για την υπό εξέταση περίπτωση, σημειώνεται ότι, επιπρόσθετα προς τις υποθέσεις εκείνες, στην υπόθεση ΧʺΟικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949, υπό παρόμοιες περιστάσεις όπως στην παρούσα, κρίθηκε, ευθέως και επί τούτου, ότι η αίτηση για εκδίκαση νομικού σημείου δυνάμει της Δ.27 που καταχωρίστηκε μετά που η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση δεν μπορούσε να επιτύχει και λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης, επί της αρχής ότι τέτοιες αιτήσεις καταχωρούνται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα και ότι κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες. Το έγκαιρο ως προϋπόθεση υφίσταται κατά πάγια αρχή (βλ. Annual Practice 1958, ανωτέρω και Russian Commercialand Indistrial Bank, ανωτέρω) προκύπτει δε από τον ίδιο το σκοπό της εξαιρετικής αυτής διαδικασίας που έγκειται στην συνοπτική και προδικαστική επίλυση της διαφοράς άπαξ και δια παντός προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. Τέτοιος σκοπός δεν εξυπηρετείται και, αντιθέτως, ανατρέπεται, όταν με καθυστερημένες αιτήσεις όχι μόνο δεν επιτυγχάνεται η συνοπτική επίλυση της όλης υπόθεσης στο προδικαστικό στάδιο, αλλά, ως αποτέλεσμα της προδικαστικής αίτησης, στην πράξη ανατρέπεται αυτή τούτη η κανονική πορεία της δίκης. Η ανάγκη δε για περιορισμό της υπό συζήτηση εξαιρετικής διαδικασίας στο αρχικό, υπό την παραπάνω έννοια, στάδιο, καθίσταται στις μέρες μας περισσότερο επίκαιρη και επιτακτική, λόγω της επίτασης του φαινομένου να παραμερίζεται η εκδίκαση της αγωγής, χάριν ενδιαμέσων διαδικασιών. Με αυτό το σκεπτικό, με το δέοντα σεβασμό, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η εισήγηση των εφεσειόντων ότι ο μόνος περιορισμός που η νομολογία αναγνωρίζει είναι να μην υποβάλλονται τέτοιες αιτήσεις κατά την ημέρα της ακρόασης. Η σχετική εισήγηση έγινε με αναφορά στις υποθέσεις The heirs of late Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the late Stylianos Mandriotis
(1963)2 CLR 167 και Michaelides v. Diakou
(1968)1 CLR 392, στις οποίες το Εφετείο δια στόματος Ιωσηφίδη, Δ., υπέδειξε τα εξής: «We would like to add that in cases where an objection is taken in the defence the interested party must apply to the Court to have a particular point of law under Order 27 formulated and set down for hearing before the date of trial, and be should not wait until the day of trial when all the parties and their witnesses are before the Court, when considerable costs may be incurred. An application under Order 27 should normally be made on the summons for directions.» Η αναφορά όμως αυτή δεν μπορεί, για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί, να ερμηνευθεί τόσο στενά ως η εισήγηση των εφεσειόντων. Χαρακτηριστική, άλλωστε, είναι η ταυτόχρονη υπενθύμιση από τον Ιωσηφίδη, Δ., πως ο κατάλληλος κανονικά χρόνος είναι ο χρόνος της κλήσης για οδηγίες, κάτι που υποδηλώνει εμμονή στην παγιωμένη αρχή περί εγκαίρου διαβήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι η προαναφερθείσα υπόθεση X''Οικονόμου αφορούσε περίπτωση που η αίτηση καταχωρίστηκε 3 μήνες πριν την ορισθείσα ημερομηνία ακρόασης (εν προκειμένω 5 εβδομάδες). Το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνοντας ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση σημείωσε τα εξής: «Αιτήσεις για προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων, όπως και άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις, θα πρέπει να καταχωρούνται νωρίτερα, όπως έχουμε αναφέρει και όχι σε μεταγενέστερο στάδιο, που μόνο καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης μπορούν να επιφέρουν και όχι διευκόλυνση ή συντόμευση της διαδικασίας.»» Εν προκειμένω, όπως και στην Ανδρονίκου (ανωτέρω), ουδεμία εξήγηση δόθηκε από πλευράς Αιτητή γιατί η Αίτηση δεν προωθήθηκε εγκαίρως, κατά την ημέρα (ή έστω αμέσως μετά) που η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου πρώτη φορά για οδηγίες. Η καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης, δύο και πλέον χρόνια μετά από τότε, χωρίς, από την άλλη, να δίδεται προς τούτο οποιαδήποτε εξήγηση στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση προς αιτιολόγηση του χρόνου που διέρρευσε, ασφαλώς και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την έγκριση του υπό εξέταση αιτήματος, το οποίο κάθε άλλο παρά εγκαίρως θεωρείται υπό τις δοσμένες περιστάσεις ότι υποβλήθηκε. Περαιτέρω, το ότι η αγωγή δεν έχει ακόμα οριστεί για ακρόαση δεν έχει καθοριστική σημασία. Τούτο υποδεικνύει η Ανδρονίκου (ανωτέρω) αλλά και οι πρόνοιες της μεταγενέστερης νέας Δ.30, από τις οποίες προκύπτει ότι οποιαδήποτε ενδιάμεσα - προδικαστικά αιτήματα, όπως το υπό εξέταση, προωθούνται κατά την πρώτη εμφάνιση της κλήσης για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Δ.30 Θ. 3 (α)) και πριν την έκδοση οδηγιών ως προς την μαρτυρία που θα προσαχθεί από κάθε διάδικο (βλ. Δ.30 Θ 4). Στην προκείμενη περίπτωση, παρόλο που στο Παράρτημα (Τύπος 25) της πλευράς του Αιτητή σημειώθηκε ανάμεσα στα αιτήματα του το ζήτημα της εκδίκασης προδικαστικών, τέτοιο αίτημα δεν προωθήθηκε στον κατάλληλο χρόνο (ήτοι κατά την πρώτη εμφάνιση της κλήσης για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου) αλλά, αντιθέτως, έγιναν διαδικαστικά διαβήματα που εντάσσονται στην προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση (αποκαλύψεις εγγράφων, καταχώριση καταλόγου μαρτύρων με σύνοψη μαρτυρίας). Υπό αυτές τις περιστάσεις και ενόψει του χρόνου που παρήλθε από τότε που έκλεισαν οι έγγραφες προτάσεις μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της Αίτησης, η οποία μάλιστα έγινε σε χρόνο που η υπόθεση ήταν έτοιμη να προγραμματιστεί για ακρόαση, χωρίς παράλληλα να δοθεί προς τούτο οποιαδήποτε εξήγηση γιατί αυτή δεν προωθήθηκε νωρίτερα, διαπιστώνω ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε με μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και, έτσι, ως εκ του λόγου αυτού και μόνο, είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, και σε συμφωνία με την θέση της πλευράς των Καθ' ων η αίτηση, κρίνω ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται εν προκειμένω στην προώθηση της υπό κρίση Αίτησης. Τούτο διότι το πρόσωπο που, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δικαιούται δυνάμει της Δ.27 να αποταθεί στο Δικαστήριο με αίτηση για να αποφασιστεί προδικαστικά ένα νομικό σημείο είναι ο διάδικος εκείνος που με το δικόγραφο του εγείρει ένα τέτοιο σημείο ως ένσταση στην υπόθεση του αντιδίκου του (ή σε οποιαδήποτε πτυχή της). Αυτός αποτελεί τον ενδιαφερόμενο διάδικο, ο οποίος οφείλει να αποταθεί στο Δικαστήριο για την προδικαστική εκδίκαση του νομικού σημείου που εγείρει στο δικόγραφό του, και είναι γι' αυτό που εκείνος είναι που επωμίζεται τις ανάλογες, στην κάθε περίπτωση, συνέπειες, αν παραλείψει να το πράξει εγκαίρως και δεόντως (βλ. Ανδρονίκου, ανωτέρω). Το ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εγείρει αυτεπάγγελτα το ζήτημα ενός νομικού σημείου που εγείρεται στην δικογραφία δεν σημαίνει ότι και κάθε διάδικος στην υπόθεση έχει, άνευ ετέρου, δικαίωμα να το πράξει. Κατά συνέπεια, η επί του προκειμένου επιχειρηματολογία της πλευράς του Αιτητή δεν γίνεται, με τον δέοντα σεβασμό, αποδεκτή και απορρίπτεται. Ως εκ των ανωτέρω, παρέλκει η εξέταση οποιασδήποτε άλλης πτυχής της Αίτησης ή άλλου ζητήματος το οποίο εγείρεται με τους λόγους ένστασης. Κατά συνέπεια, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ 1938 και Καραβίας v. Σταύρου
(2012)1 (A) Α.Α.Δ 469. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο