← Κύπρος

ΜΑΡΙΑΣ ΑΛΕΚΕΙΔΟΥ, ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιώσασας Στέλλας Σάββα Αλκείδου ν. ΕΛΕΝΗΣ ΙΩΑΝΝΗ ΓΙΑΚΟΥΜΗ, Αίτηση - Έφεση: 2107/2013, 25/1/2

ΜΑΡΙΑΣ ΑΛΕΚΕΙΔΟΥ, ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιώσασας Στέλλας Σάββα Αλκείδου ν. ΕΛΕΝΗΣ ΙΩΑΝΝΗ ΓΙΑΚΟΥΜΗ, Αίτηση - Έφεση: 2107/2013, 25/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση: 2107/2013 Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο (ΚΕΦ.224) όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 50, 58, 61, 80, 81 και 85 Μεταξύ: ΣΤΕΛΛΑΣ ΣΑΒΒΑ ΑΛΚΕΙΔΟΥ Αιτήτριας/Εφεσείουσας και ΕΛΕΝΗΣ ΙΩΑΝΝΗ ΓΙΑΚΟΥΜΗ Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 5/6/2019 Μεταξύ: ΜΑΡΙΑΣ ΑΛΕΚΕΙΔΟΥ, ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιώσασας Στέλλας Σάββα Αλκείδου Αιτήτριας/Εφεσείουσας και ΕΛΕΝΗΣ ΙΩΑΝΝΗ ΓΙΑΚΟΥΜΗ Καθ' ης η αίτηση/Εφεσίβλητης Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια - Εφεσείουσα: κα Ε. Ερωτοκρίτου για Κ. Π. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ & ΣΙΑ. Για την Καθ' ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη: κα Θ. Αντωνίου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση - Έφεση η οποία καταχωρίστηκε στις 10/10/2013 προσβάλλεται η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λευκωσίας στην αίτηση με αριθμό ΑΧ 2511/12 με την οποία καθορίστηκε το εγγεγραμμένο σύνορο μεταξύ των κτημάτων των διαδίκων. Ειδικότερα, επιδιώκεται η ακύρωση και/ή τροποποίηση της απόφασης που έλαβε ο Διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ( εν τοις εφεξής ο Διευθυντής) ότι η διαφιλονικούμενη έκταση αποτελεί μέρος του ακινήτου της Εφεσίβλητης. Η Αίτηση - Έφεση βασίζεται στα άρθρα 50, 58, 61, 80, 81 και 85 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, στο άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) κανονισμούς του 1956 και 1967, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ. Θ. 1, 2, 3, 4, 8, 9, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Εφεσείουσα προβάλλει 23 λόγους έφεσης. Οι λόγοι έφεσης παρατίθενται εκτεταμένα και εν πολλοίς αλληλοεπικαλύπτονται. Συνοπτικά, προβάλλεται ότι (α) Ο Διευθυντής έλαβε την επίδικη απόφαση καθ' υπέρβαση των εξουσιών του, (β) η απόφαση του Διευθυντή είναι παράνομη, αντισυνταγματική, εσφαλμένη, αυθαίρετη, δεν βασίζεται επί όλων των πραγματικών δεδομένων, δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη, ο Διευθυντής δεν έκανε δέουσα έρευνα και παραπλανήθηκε, (γ) ο Διευθυντής και οι αντιπρόσωποί του έκαναν λανθασμένες μετρήσεις, παρέλειψαν να λάβουν τις απαραίτητες πληροφορίες και αγνόησαν την επιτόπου κατάσταση, (δ) ο Διευθυντής και οι αντιπρόσωποί του δεν έλαβαν υπόψη ότι ο επίδικος τοίχος ήταν κοινός δύο συνεχόμενων οικοδομών ιδιοκτήτες των οποίων ήταν αδέλφια και/ή στενοί συγγενείς και/ή εφεσίβλητη και/ή προκάτοχοι της εγκατέλειψαν κάθε δικαίωμα μετά την ανέγερση της νέας της οικοδομής, (ε) η απόφαση του Διευθυντή είναι άδικη και προξενεί αδικία και μεγαλύτερη ζημιά προς την εφεσίουσα και τους προκάτοχους της οι οποίοι κατείχαν και/ή κατέχουν την επηρεαζόμενη κατοικία πέραν των 100 χρόνων, (στ) ο Διευθυντής αγνόησε το γεγονός ότι επί του κοινού τοίχου στηρίζονται και οι οροφές και των δύο οικοδομών και την ηλικία της οικίας της εφεσείουσας η οποία παραμένει αναλλοίωτη πέραν των 100 ετών περιλαμβανόμενου του κοινού τοίχου με το παραπόρτι να στηρίζεται σε αυτόν, (ζ) ο Διευθυντής λανθασμένα θεώρησε ότι ο τίτλος της εφεσείουσας και εφεσίβλητης βασίζονται στον κυβερνητικό σχέδιο που επισυνάπτεται στην απόφαση αφού το σχέδιο αυτό είναι λανθασμένο και ο διευθυντής λανθασμένα δεν διόρθωσε το κυβερνητικό σχέδιο το οποίο όφειλε να διορθώσει προτού λάβει την υπό κρίση απόφαση, (η) ενώ στο σχέδιο της γενικής χωρομετρίας και εκτίμησης που έγινε προ του 1929 φαίνεται το παραπόρτι στο σχέδιο που επισυνάπτεται από τον Διευθυντή στην απόφαση του δεν φαίνεται, (θ) κατά την επιτόπια εξέταση ο Διευθυντής και οι αντιπρόσωποι του παρέλειψαν να εξετάσουν την υπό κρίση υπόθεση τηρώντας και ακολουθώντας την ορθή και νενομισμένη διαδικασία και πρακτική ως όφειλαν και δεν τήρησαν τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Η Αίτηση - Έφεση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της Εφεσείουσας, η οποία εκκρεμούσης της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης, απεβίωσε, οπότε και επήλθε κατόπιν σχετικής προς τούτο άδειας τροποποίηση του τίτλου. Η Εφεσείουσα υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας τους λόγους έφεσης αναφέρει συνοπτικά ότι η εφεσίβλητη καταχώρισε την αίτηση υπ' αριθμό ΑΧ 2511/12 στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για επίλυση συνοριακής διαφοράς μεταξύ του ακινήτου της και του ακινήτου της εφεσίβλητης. Κατόπιν επιτόπιας έρευνας ημερομηνίας 07/06/2013 ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας αποφάνθηκε ότι το διαφιλονικούμενο μέρος αποτελεί μέρος του ακινήτου που είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της εφεσίβλητης. Είναι η περαιτέρω θέση της ότι αρμόδιος υπάλληλος ο οποίος διεξήγαγε τη χωρομετρική διαδικασία για τον καθορισμό του επίδικου συνόρου δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι οι δύο κατοικίες ήταν χτισμένες πριν 100 χρόνια, ότι ανήκαν σε στενούς συγγενείς και ότι ο τοίχος ήταν κοινός επί του οποίου υπάρχουν βολίκια που στεγάζονταν τα δύο σπίτια. Σύμφωνα με την ίδια, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου καθόρισε το επίδικο σύνορο αγνοώντας την επιτόπου κατάσταση και χωρίς να λάβει υπόψη τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Η Εφεσίβλητη καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση - Έφεση προβάλλοντας τέσσερις λόγους ένστασης. Συνοπτικά προβάλλεται ότι (α) η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι καθόλα νόμιμη και ορθή και αποτέλεσμα ενδελεχούς μελέτης και εφαρμογής του σχετικού νόμου, (β) η επιτόπια χωρομετρική έρευνα και εργασία έγινε σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες (γ) η αίτηση είναι δικονομικά λανθασμένη, νόμω και ουσία βάσιμη και οι λόγοι που επικαλείται η εφεσείουσα είναι αβάσιμοι, αστήρικτοι και αντινομικοί. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 50, 58, 61, 80, 81 και 85 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) κανονισμούς του 1956 και 1967, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 4, 8, 9, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εφεσίβλητης στην οποία συνοπτικά αναφέρει ότι η δική της κατοικία οικοδομήθηκε τη δεκαετία του 1960 και ότι στο οικόπεδο ιδιοκτησίας της υπήρχε παλιό σπίτι του οποίου ιδιοκτήτης ήταν ο πατέρας της και στο οποίο ανήκε ο επίδικος τοίχος. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας ότι ο επίδικος τοίχος ήταν κοινός και λέγει ότι ο συγκεκριμένος τοίχος βρίσκεται στο δικό της ακίνητο και όχι αυτό της αιτήτριας. Κατά τα λοιπά, επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασής της. Στον φάκελο του Δικαστηρίου κατόπιν σχετικής άδειας που δόθηκε από το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) καταχωρίστηκαν εκ συμφώνου από αμφότερους τους διαδίκους οι ακόλουθες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις: (α) συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους της Εφεσείουσας ημερομηνίας 08/11/2016 (ΜΕ1) (β) συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Χαρίλαου Μαρδά ημερομηνίας 08/11/2016 (ΜΕ2) (γ) συμπληρωματική ένορκη δήλωση από την Εφεσίβλητη ημερομηνίας 31/01/2017 (ΜΥ1), (δ) συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Σωτήρη Ευγενίου υπαλλήλου του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 31/01/2017 (ΜΥ2) (ε) συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Γεωργίας Χαραλάμπους υπαλλήλου του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 31/01/2017 (ΜΥ3). Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, ως προβλέπεται από τον Κ.10

(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Κατόπιν κοινού αιτήματος αμφότερων πλευρών εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα αντεξέτασης του κ. Χαρίλαου Μαρδά (ΜΕ2), κ. Σωτήρη Ευγενίου (ΜΥ1) και κας Γεωργίας Χαραλάμπους (ΜΥ2) επί του περιεχομένου των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων τους. Στις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις τόσο της Εφεσείουσας όσο και της Εφεσίβλητης προβάλλονται ισχυρισμοί και γεγονότα σε σχέση με τον επίδικο κοινό πλινθόκτιστο τοίχο και ειδικότερα, η μεν Εφεσείουσα αναφέρει ότι αυτός ο τοίχος βρισκόταν εκεί και είναι ο ίδιος από τη γέννησή της και ότι περί το 1996 χρειάστηκε να συντηρήσουν και να διορθώσουν αυτόν τον τοίχο οπότε είχαν φιλονικίες με την Εφεσίβλητη ως αποτέλεσμα των οποίων καταχώρησε και αγωγή η οποία διευθετήθηκε και ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε από πλευράς της Εφεσίβλητης η κυριότητα του κοινού τοίχου τον οποίο έκτοτε συντηρεί μόνο η ίδια. Η δε Εφεσίβλητη αναφέρει ότι γνώριζε ανέκαθεν από τον πατέρα της ότι ο επίδικος τοίχος ανήκε στο δικό της τεμάχιο και ότι χτίστηκε πριν τη γέννηση του πατέρα της το
  1. Ο κ. Χαρίλαος Μαρδάς (ME2) στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση αναφέρει ότι είναι συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος και κάτοχος πτυχίου νομικής. Διετέλεσε υπάλληλος του Κτηματολογίου στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για 41 χρόνια και εργάστηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας από τις 13/03/1968 μέχρι τις 30/09/2009 όπου αφυπηρέτησε από τη θέση του πρώτου Κτηματολογικού Λειτουργού. Για την παρούσα υπόθεση ετοίμασε σχετική έκθεση την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση. Η έκθεση του αριθμεί 19 σελίδες και σε αυτήν συνοπτικά αναφέρονται τα ακόλουθα: Κατά τη διαδικασία της γενικής χωρομετρίας και εκτίμησης που έγινε στο Καϊμακλί περί τα έτη 1920-1921 τα επίδικα ακίνητα χωρομετρήθηκαν και αποτυπώθηκαν στο κτηματικό σχέδιο του Καϊμακλιού (παράρτημα 3 στην έκθεσή του). Το σχέδιο του 1920-1921 ενημερωνόταν με τις αλλαγές που γίνονταν μέχρι το 1940 όταν το σχέδιο αυτό αντικαταστάθηκε με το σχέδιο της γενικής εγγραφής του
  2. Ο ίδιος αμφισβητεί το σχέδιο της γενικής εγγραφής του 1940 επειδή δεν φαίνεται το λεγόμενο «παραπόρτι» της εφεσείουσας (το παραπόρτι όπως εξήγησε ο ίδιος, κτηματολογικά σημαίνει ισόγεια καλυμμένη βεράντα με τοίχο από τρεις πλευρές) σε αντίθεση με το προγενέστερο σχέδιο του 1920-1921 και σε αντίθεση με την επιτόπου κατάσταση. Όπως ανέφερε, όλες οι χωρομετρικές εργασίες και μετρήσεις που έγιναν για την ετοιμασία του σχεδίου που αφορά τα έτη 1920-1921 σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα καταγράφηκαν στο χωρομετρικό βιβλίο με αριθμό 107, στις χωρομετρικές σελίδες 19 και 20 αυτού. Στις σελίδες 19 και 20 αυτού του βιβλίου στο σημείο που βρίσκεται η διαφορά που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας έφεσης δεν φαίνονται σχεδόν καθόλου τα χωρομετρικά δεδομένα που υπάρχουν στο αρχικό βιβλίο. Κατά τη θέση του, το βιβλίο αυτό ήταν κατεστραμμένο στο σημείο που ήταν καταχωρημένη η χωρομετρική εργασία στο σημείο του κοινού συνόρου των επίδικων ακινήτων. Συγκρίνοντας ο ίδιος το περιεχόμενο των σελίδων του χωρομετρικού αυτού βιβλίου (παράρτημα 4 στην έκθεση του) με το σχέδιο γενικής εγγραφής του 1920-1921 (παράρτημα 3 στην έκθεσή του) παρατηρεί ότι στο μεν παράρτημα 4 ολόκληρος ο τοίχος είναι ιδιοκτησία της εφεσίβλητης ενώ στο παράρτημα 3 φαίνεται ότι μόνο το βόρειο τμήμα του τοίχου/περίφραξης φαίνεται να είναι ιδιοκτησία της εφεσίβλητης και το υπόλοιπο και μεγαλύτερο μέρος φαίνεται να είναι ιδιοκτησία της εφεσείουσας. Ο ΜΕ2 ανέφερε περαιτέρω ότι το 1936 κατατέθηκε στο κτηματολόγιο η αίτηση με αριθμό Α1060/36 για εγγραφή του τεμαχίου της εφεσίβλητης. Έγινε τότε χωρομετρική εργασία και ετοιμάστηκαν οι χωρομετρικές σελίδες 18 και 19 στο χωρομετρικό βιβλίο 3474 (παράρτημα 5 στην έκθεση του). Χωρομετρική εργασία έγινε και το έτος 1957 με τον φάκελο Α15/
  3. Στο χωρομετρικό βιβλίο 3474 φαίνονται, σύμφωνα με τον ΜΕ2, στοιχεία που δεν υπάρχουν στο χωρομετρικό βιβλίο
  4. Στο σχέδιο που υπάρχει στον φάκελο Α1060/36 (παράρτημα 6 στην έκθεση του) φαίνεται ότι το κοινό σύνορο των επίδικων τεμαχίων ήταν τοίχος κτιρίων που στήριζε τις στέγες των δωματίων μεταξύ των οποίων και τη στέγη του δωματίου που η εφεσείουσα ονομάζει παραπόρτι το οποίο υπήρχε και φαίνεται στο ρηθέν σχέδιο. Αντίθετα, το δωμάτιο αυτό δεν φαίνεται στο κτηματικό σχέδιο που επισυνάπτεται στην απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Περαιτέρω, στο σχέδιο που υπάρχει στον φάκελο Α1060/36 ο τοίχος ή η περίφραξη πέραν των κτιρίων μέχρι το βόρειο σύνορο των δύο τεμαχίων φαίνεται να ήταν ιδιοκτησία του τεμαχίου της εφεσείουσας σε αντίθεση με ότι φαίνεται στις σελίδες 19 και 20 του χωρομετρικού βιβλίου 107 αλλά και σε αντίθεση με ότι φαίνεται στο κτηματικό σχέδιο που συνοδεύει την προσβαλλόμενη απόφαση. Αυτό, κατά τον ΜΕ2 είναι φανερό ότι είτε είναι λάθος είτε αλλοίωση του χωρομετρικού βιβλίου
  5. Ακολούθως, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι το έτος 1940 συμπληρώθηκε στο Καϊμακλί η διαδικασία της γενικής εγγραφής και εκδόθηκαν για όλα τα ακίνητα τίτλοι ιδιοκτησίας στο όνομα των δικαιούχων ιδιοκτητών. Σύμφωνα με τον ίδιο, το σχέδιο που δημοσιεύθηκε το 1940 (παράρτημα 7 στην έκθεση του) δεν έπρεπε να διαφέρει εκείνου της γενικής χωρομετρίας και εκτίμησης του έτους 1920 - 1921 (παράρτημα 3 στην έκθεσή του). Σύμφωνα με τον ΜΕ2, στο επίσημο κτηματικό σχέδιο που συνοδεύει την απόφαση του Διευθυντή το κοινό σύνορο των δύο τεμαχίων είναι τοίχος/περίφραξη ο οποίος φαίνεται να ανήκει εξ' ολοκλήρου στην εφεσίβλητη σε αντίθεση με τα παραρτήματα 3 και 4 (δηλαδή το σχέδιο γενικής χωρομετρίας και εκτίμησης του 1920-1921 και τις σελίδες 19 και 20 του χωρομετρικού βιβλίου 107 αντίστοιχα) στα οποία το κοινό σύνορο είναι τοίχος / περίφραξη ο οποίος φαίνεται να ανήκει μερικώς στην εφεσείουσα και μερικώς στην εφεσίβλητη καθώς και τοίχος που στηρίζει τις στέγες κτιρίων και στα δύο τεμάχια. Σύμφωνα με τον ΜΕ2, αν γινόταν σωστή έρευνα από τον Διευθυντή θα διαπιστωνόταν ότι το παραπόρτι φαίνεται στα σχέδια της εποχής εκείνης και θα έπρεπε να γινόταν προσπάθεια διόρθωσης του σχεδίου πριν την έκδοση της απόφασης αυτής. Είναι η θέση του ότι ο Διευθυντής ενήργησε καθ' υπέρβαση εξουσίας γιατί τροποποίησε το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εφεσείουσας και το κτηματικό σχέδιο χωρίς να τηρηθεί η νενομισμένη διαδικασία είτε με ενημέρωση της εφεσείουσας είτε με τη συγκατάθεσή της. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ο ίδιος δεν έκανε οποιεσδήποτε μετρήσεις επιτόπου. Μέτρησε μόνο το κομμάτι του τοίχου που στηρίζει το παραπόρτι, το οποίο βρήκε 60 εκατοστά. Περαιτέρω, ανέφερε ότι αυτό που διαπίστωσε από την έρευνά του είναι ότι η χωρομετρική εργασία που καθόρισε το κοινό σύνορο των δύο επίδικων ακινήτων είναι αυτή που φαίνεται στο παράρτημα 4 της έκθεσής του (που είναι οι σελίδες 19 και 20 του χωρομετρικού βιβλίου 107) η οποία μεταφέρθηκε στο σχέδιο και ετοιμάστηκε το σχέδιο γενικής χωρομετρίας και εκτίμησης του 1920-
  6. Στο συγκεκριμένο σημείο των δύο ακινήτων που υπάρχει ο επίδικος τοίχος και κατά την εφεσείουσα το παραπόρτι, τα χωρομετρικά δεδομένα δεν φαίνονται γιατί καταστράφηκε το βιβλίο διερωτώμενος πως καθόρισαν τα σύνορα αφού τα χωρομετρικά δεδομένα που τα καθόρισαν για πρώτη φορά και παρέμειναν αναλλοίωτα μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν. Κατά τον ίδιο, σε άγνωστο χρόνο περί το 1975, ένας χωρομετρικός λειτουργός επισκέφθηκε τα ακίνητα και έκανε χωρομετρική εργασία και καθόρισε με χωρομετρική εργασία που έγινε για πρώτη φορά το 1975 χωρίς να αναφέρεται αν είχε εντολή, ποιος του την έδωσε, τι εντολή είχε, ποιον ενημέρωσε, ποιος ήταν παρών και αν υπήρξε οποιαδήποτε συγκατάθεση από οποιονδήποτε, εκ νέου, τα σύνορα των δύο ακινήτων και ότι οι λειτουργοί του Κτηματολογίου σε αυτήν την υπόθεση εφάρμοσαν τα νέα αυτά χωρομετρικά δεδομένα που υιοθετήθηκαν περί το
  7. Σύμφωνα με τον ίδιο, θα έπρεπε στο επίσημο κτηματικό σχέδιο να παρουσιάζεται το λεγόμενο παραπόρτι (στεγασμένη βεράντα κτηματολογικά). Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο το παραπόρτι είχε σε κάποια φάση κατεδαφιστεί και ξαναχτιστεί, παρά μόνο ότι επί τόπου υπάρχει. Στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ο κ. Σωτήρης Ευγενίου (ΜΥ2) ανέφερε ότι ήταν υπάλληλος του Κτηματολογίου από το 1974 μέχρι και το 2013 οπότε αφυπηρέτησε από τη θέση του Κτηματολόγου. Ανέφερε ότι έχει τις απαραίτητες γνώσεις και εμπειρία σε σχέση με συνοριακές διαφορές καθ' ότι διεκπεραίωσε πάρα πολλές παρόμοιες υποθέσεις για σειρά ετών ως υπάλληλος του Κτηματολογίου. Στην επίδικη περίπτωση, όπως ο ίδιος ανέφερε, όλα τα στοιχεία τα οποία έχουν ανευρεθεί και υπάρχουν στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης δεικνύουν ότι ο επίδικος τοίχος ανήκει στο τεμάχιο της εφεσίβλητης. Περαιτέρω, όπως ανέφερε, στην υπό εξέταση περίπτωση, πιστή φωτογραφία του παλαιότερου χωρομετρικού βιβλίου 107 στις σχετικές σελίδες δείχνει ευδιάκριτα ότι το σύνορο των δύο τεμαχίων που είναι μία ευθεία γραμμή τοποθετεί όλο το περιτείχισμα που αφορά τα δύο ακίνητα στο τεμάχιο της εφεσίβλητης. Πρόσθεσε επίσης ότι μετά από την αποπεράτωση οποιασδήποτε γενικής εγγραφής και επομένως και της γενικής εγγραφής του 1940 οποιοσδήποτε εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης είχε το δικαίωμα να υποβάλει ένσταση μετά τη δημοσίευση της γενικής εγγραφής. Ο ίδιος πιστεύει ότι η εργασία που έγινε από το Κτηματολόγιο είναι ορθή και επιμελής, λήφθηκαν υπόψη όλα τα απαραίτητα δεδομένα που συνδέονται με τα επίδικα ακίνητα και μαζί με τη χωρομέτρη Γεωργία Χαραλάμπους (ΜΥ3) έχουν επιλύσει τη διαφορά με δίκαιο και ορθό τρόπο με την απόφαση του Διευθυντή να είναι απόλυτα ορθή και να συμφωνεί με τα επίσημα κτηματικά σχέδια. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι επιτόπου υπήρχε μία καλυμμένη βεράντα την οποία η εφεσείουσα αποκαλεί παραπόρτι και ότι πράγματι πάνω στον τοίχο ο οποίος όμως, όπως ανέφερε, δεν ανήκει στην εφεσείουσα, στηρίζεται μέρος της στέγης αυτής της βεράντας της εφεσίβλητης. Ανέφερε επίσης ότι η χωρομετρική εργασία που έγινε, έγινε με βάση το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο πάνω στο οποίο βασίζονται οι εγγραφές των επίδικων ακινήτων, κάτι το οποίο κάνουν σε όλες τις υποθέσεις χωρίς να τους ενδιαφέρουν όπως ανέφερε τα κτήρια. Σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε ότι δεν ξέρει γιατί δεν φαίνεται πάνω στο επίσημο σχέδιο το λεγόμενο παραπόρτι, πλην όμως για τον ίδιο, αυτό δεν έχει καμία σημασία αφού δεν μπορεί να αλλάξει το διαφιλονικούμενο μέρος. Σε σχετικές ερωτήσεις σε σχέση με το χωρομετρικό βιβλίο 107 και τις αναφορές περί αλλοιώσεων στις χωρομετρικές σελίδες αυτού του βιβλίου ανέφερε ότι ένας λόγος που έγινε η εγγραφή το 1940 ήταν γιατί μπορεί να υπήρχαν σε όλα τα βιβλία διάφορα σβησίματα και έτσι έδωσε οδηγίες ο διευθυντής να γίνει γενική εγγραφή και από τη στιγμή που έγινε η εγγραφή καθορίστηκε άλλο εν χρήσει σχέδιο και με αυτό «προχωρούμε» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Ερωτηθείς σε σχέση με το σχέδιο γενικής εγγραφής του 1936 ανέφερε ότι δεν είναι σε αυτό το σχέδιο που βασίστηκαν στην υπό εξέταση περίπτωση αλλά βασίστηκαν στο εν χρήσει σχέδιο κατά την ημερομηνία της επιτόπιας εξέτασης. Περαιτέρω, ανέφερε ότι αυτοί έλαβαν ως δεδομένο το επίσημο εν χρήσει σχέδιο και αν υπήρχε κάποιο λάθος πάνω σε αυτό δεν ήταν δική τους δουλειά να το διορθώσουν. Διαφώνησε με την υποβολή ότι το επίσημο εν χρήσει σχέδιο στο οποίο βασίστηκαν είναι λανθασμένο. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Γεωργίας Χαραλάμπους (ΜΥ3) αυτή αναφέρει ότι είναι υπάλληλος του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας από το
  8. Λόγω της θέσης και της πείρας της στον κλάδο χωρομετρίας χειρίστηκε την παρούσα υπόθεση τα γεγονότα της οποίας γνωρίζει πολύ καλά. Αφού έγινε η υπόδειξη του διαφιλονικούμενου τμήματος προχώρησαν στη χωρομέτρηση και αποτύπωσή του και ακολούθως προχώρησε στην υπόδειξη του εγγεγραμμένου συνόρου μεταξύ των επίδικων τεμαχίων. Όπως εξήγησε, το διαφιλονικούμενο μέρος μεταξύ των επίδικων τεμαχίων είναι η έκταση γης που φαίνεται με κίτρινο χρώμα η οποία είναι μέρος του τεμαχίου της εφεσίβλητης παραπέμποντας στο σχέδιο υπόθεσης, Τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η χωρομετρική εργασία έγινε με τη χρησιμοποίηση του απαραίτητου τεχνικού εξοπλισμού (GPS topcon GR3) δηλαδή το δορυφορικό σύστημα GPS με σημείο αναφοράς το CYPOS. Για τη χωρομετρική εργασία έλαβε υπόψη χωρομετρικά βιβλία, σταθερά χωρομετρικά σημεία, παλαιότερους φακέλους, το εν χρήσει κυβερνητικό σχέδιο στο οποίο βασίζεται η εγγραφή των επίδικων τεμαχίων το οποίο επισύναψε ως Τεκμήριο 10 καθώς και επιτόπου καταστάσεις. Παρέθεσε με λεπτομέρεια τους αριθμούς των χωρομετρικών βιβλίων που λήφθηκαν υπόψη και τις συγκεκριμένες σελίδες των εν λόγω βιβλίων καθώς και τι αφορά ο κάθε φάκελος. Εξήγησε ότι υιοθέτησε σταθερά χωρομετρικά σημεία τα οποία επισύναψε ως Τεκμήριο 8 και σημείωσε με κίτρινο χρώμα στο εν χρήσει κυβερνητικό σχέδιο. Ως Τεκμήριο 11 επισύναψε το σχέδιο της γενικής χωρομετρίας που έγινε το 1921 το οποίο όπως εξήγησε προήλθε από τη σχεδίαση του χωρομετρικού βιβλίου 107 σελίδες 19-20 και ως Τεκμήριο 12 επισύναψε το σχέδιο της γενικής εγγραφής η οποία έγινε το
  9. Ως αποτέλεσμα της χωρομετρικής εργασίας τοποθετήθηκαν τα ορόσημα που καθορίζουν τη θέση του εγγεγραμμένου κοινού συνόρου των ακίνητων και ετοιμάστηκε σχεδιάγραμμα στην κλίμακα 1:500 για να είναι πιο ευδιάκριτο το οποίο επισύναψε ως Τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση. Επεσήμανε περαιτέρω ότι οι εγγραφές των εμπλεκόμενων τεμαχίων βασίζονται στο εν χρήσει κυβερνητικό χωρομετρικό σχέδιο και συνεπώς η έκταση που καλύπτουν είναι η έκταση των επίδικων τεμαχίων η οποία συσχετίζεται με το εν χρήσει σχέδιο όπως προβλέπεται στο άρθρο 50 του Κεφ.
  10. Αντεξεταζόμενη, σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, ανέφερε ότι το 1975 έγινε εκσυγχρονισμός της περιοχής του Καϊμακλιού εξηγώντας ότι επειδή χάθηκαν αρκετά βιβλία είχε δώσει οδηγίες ο Διευθυντής σε υπαλλήλους να αποτυπώσουν την επιτόπου κατάσταση του Καϊμακλιού προβαίνοντας έτσι σε εκσυγχρονισμό των τεμαχίων χωρίς όμως να αλλοιωθούν τα σύνορα. Σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν σε σχέση με το χωρομετρικό βιβλίο 107 σελίδες 19-20 και ειδικότερα τη θέση ότι δεν φαίνονται μετρήσεις, ανέφερε ότι στο αρχικό χωρομετρικό βιβλίο 107 πριν να γίνει η φωτογραφία Τεκμήριο 2 στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση υπήρχαν οι αποστάσεις και γι' αυτόν τον λόγο είχαν αντιγράφει στα επόμενα χωρομετρικά βιβλία. Όπως εξήγησε, το συγκεκριμένο έγγραφο αποτελεί φωτογραφία και ακριβώς λόγω της φωτογράφισης είναι αλλοιωμένο στο συγκεκριμένο σημείο. Πρόκειται όπως εξήγησε για μία φωτογραφία των σελίδων η οποία βγήκε από τα φιλμς που έχουν φυλαγμένα στο Ακρωτήρι εξ ου και αλλοιώθηκε το συγκεκριμένο σημείο. Σε περαιτέρω ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν επί τούτου, εξήγησε ότι από το χωρομετρικό βιβλίο 107 έγιναν αντίγραφα σε άλλα χωρομετρικά βιβλία που φαίνονταν οι μετρήσεις που υπήρχαν σε αυτό το χωρομετρικό βιβλίο πριν αυτό απωλεσθεί περί το έτος
  11. Επεσήμανε ότι όταν έγιναν τα επόμενα χωρομετρικά βιβλία (Τεκμήρια 3 μέχρι και 7 στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση) υπήρχε το χωρομετρικό βιβλίο υπ' αριθμό
  12. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής της ανέφερε ότι οι μετρήσεις του χωρομετρικού βιβλίου 107 αντιγράφηκαν στα Τεκμήρια 4, 5 και 6 δηλαδή στις χωρομετρικές σελίδες του χωρομετρικού βιβλίου 9883 με το οποίο έγινε εκσυγχρονισμός των επίδικων τεμαχίων. Η ίδια διευκρίνισε ότι για την επίλυση της επίδικης συνοριακής διαφοράς πήραν το εν χρήσει κυβερνητικό σχέδιο το οποίο μετέφεραν μέσω των μετρήσεων τους επιτόπου καθορίζοντας έτσι τα σύνορα τα οποία ουσιαστικά καθόρισαν την έκβαση της επίδικης συνοριακής διαφοράς. Σε σχετικές ερωτήσεις αναφορικά με το ούτω καλούμενο παραπόρτι η ίδια επεσήμανε ότι είτε φαινόταν το παραπόρτι είτε όχι τα σύνορα δεν αλλοιώθηκαν. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι χρησιμοποίησαν λανθασμένα χωρομετρικά δεδομένα του 1975 παράνομα, αυθαίρετα και χωρίς νόμιμη διαδικασία. Ο Διευθυντής καταχώρισε την αιτιολογημένη απόφαση του στον φάκελο του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αιτιολογημένης απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου στις 31/10/2012 η εφεσίβλητη κατέθεσε στο Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας την αίτηση με αριθμό ΑΧ2511/2012 για εξέταση συνοριακής διαφοράς στο κοινό σύνορο του ακινήτου της με το ακίνητο της εφεσείουσας. Η επιτόπια έρευνα της υπόθεσης έγινε στις 07/06/2013 από τη χωρομέτρη Γεωργία Χαραλάμπους (ΜΥ3) με τη συνεργασία του Κτηματολογικού γραφέα Σωτήρη Ευγενίου (ΜΥ2). Κατά την επιτόπια εξέταση παρευρέθηκαν και τα δύο ενδιαφερόμενα πρόσωπα αφού προηγουμένως ειδοποιήθηκαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ.
  13. Η Αιτήτρια προσδιόρισε επιτόπου το διαφιλονικούμενο τμήμα και η εφεσίβλητη αμφισβήτησε τις θέσεις της και υποστήριξε ότι τα σύνορα των δύο κτημάτων είναι ορθά και όπως κατέχονται επιτόπου. Επειδή διαπιστώθηκε η ύπαρξη συνοριακής διαφοράς οι αρμόδιοι λειτουργοί προχώρησαν στη διαδικασία επίλυσής της. Ο εντεταλμένος χωρομέτρης/τεχνικός μηχανικός χωρομετρίας/τεχνικός μηχανικός, έλαβε υπόψη προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες και άλλους σχετικούς φακέλους. Αποτύπωσε επιτόπου καταστάσεις που αποτελούν ή σχετίζονται με σύνορα, συσχέτισε αρμονικά τις καταστάσεις αυτές με το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο πάνω στο οποίο βασίζονται οι εγγραφές των εμπλεκόμενων ακινήτων. Με βάση την παραπάνω εργασία ο χωρομέτρης/τεχνικός μηχανικός χωρομετρίας/τεχνικός μηχανικός κατέληξε και υιοθέτησε σταθερά σημεία ή άλλα χαρακτηριστικά στα οποία βασίστηκε για να καθορίσει τα εγγεγραμμένα σύνορα. Η χωρομετρική εργασία έγινε με τον απαραίτητο τεχνικό εξοπλισμό. Αφού οι αρμόδιοι λειτουργοί συμπλήρωσαν τη χωρομετρική εργασία υπέδειξαν στους ενδιαφερόμενους το κοινό σύνορο των ακινήτων τους το οποίο ήταν προσωρινό μέχρι την έγκριση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Η χωρομετρική εργασία έγινε και ελέγχθηκε από τον λειτουργό της χαρτογραφίας και ετοιμάστηκε σχέδιο στην κλίμακα του εν χρήσει κτηματικού σχεδίου όπως επίσης και σχέδιο/σχεδιάγραμμα στο οποίο φαίνονται τα προσωρινά ορόσημα που έχουν τοποθετηθεί επιτόπου για το κοινό σύνορο μεταξύ των ακινήτων και με κίτρινο χρώμα φαίνεται το διαφιλονικούμενο μέρος. Στη συνέχεια, αφού επιβεβαιώθηκε ότι έχουν ικανοποιηθεί όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 58 του Κεφ. 224 εκδόθηκε η απόφαση ημερομηνίας 17/09/2013 η οποία κοινοποιήθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη στην οποία επισυνάφθηκε σχέδιο/σχεδιάγραμμα όπου σημειωνόταν με κίτρινο χρώμα η διαφιλονικούμενη έκταση η οποία αποτελεί μέρος του ακινήτου της εφεσίβλητης. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[1] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[2] Το άρθρο 50 του Κεφ. 224 ορίζει, σε σχέση με τον τρόπο καθορισμού της έκτασης της εγγεγραμμένης γης, ότι η έκταση της γης που καλύπτεται από εγγραφή τίτλου επί ακίνητης ιδιοκτησίας είναι η έκταση του τεμαχίου με το οποίο δύναται να συσχετιστεί η εγγραφή πάνω σε οποιοδήποτε κυβερνητικό χωρομετρικό σχέδιο ή πάνω σε οποιοδήποτε άλλο σχέδιο που καταρτίστηκε πάνω σε κλίμακα από τον Διευθυντή. Νοείται ότι, όταν η εγγραφή δεν δύναται να συσχετιστεί με οποιοδήποτε τέτοιο σχέδιο, η έκταση αυτή είναι η έκταση της γης στην οποίαν δικαιούται ο κάτοχος του τίτλου λόγω εχθρικής κατοχής, αγοράς ή κληρονομιάς. Σύμφωνα με το άρθρο 58 του Κεφ. 224, όταν αναφύεται οποιαδήποτε διαφορά ως προς τα σύνορα οποιασδήποτε εγγεγραμμένης γης, ο Διευθυντής επιλύει την διαφορά αυτή, σε πρώτο στάδιο, κατόπιν ειδοποίησης που δίνεται στα μέρη τουλάχιστον δεκατέσσερις ημέρες προηγουμένως, η οποία πληροφορεί αυτά για τον χρόνο κατά τον οποίον θα επιθεωρηθούν τα υπό αμφισβήτηση σύνορα. Ο Διευθυντής δύναται να αποφασίσει επί της διαφοράς στην περίπτωση απουσίας οποιουδήποτε μέρους που ειδοποιήθηκε όπως προνοείται. Μόλις ο Διευθυντής αποφασίσει επί διαφοράς συνόρων, δίνει ειδοποίηση στα εμπλεκόμενα στη διαφορά μέρη για την απόφασή του και τοποθετεί τέτοια ορόσημα ως ήθελε θεωρήσει σκόπιμο για κατάδειξη της γραμμής των συνόρων όπως αυτή αποφασίστηκε από αυτόν και προβαίνει σε τέτοιες καταμετρήσεις και σημειώσεις όπως δυνατόν να απαιτούνται προς διακρίβωση της θέσης των οροσήμων. Σύμφωνα με το άρθρο 80 του Κεφ. 224, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Κεφ. 224 δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει Έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο. Το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την άσκηση της εξουσίας του δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ. 224 ακολουθεί τις αρχές με βάση τις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο παλαιότερα στη διοικητική του δικαιοδοσία και τώρα το Διοικητικό Δικαστήριο προβαίνει σε δικαστικό έλεγχο σε συνάρτηση με διοικητικές πράξεις ή αποφάσεις στον τομέα του δημόσιου δικαίου.[3] Με τη διαφορά ότι υπάρχει η δυνατότητα ο έλεγχος του Δικαστηρίου να μην περιοριστεί στον έλεγχο νομιμότητας μιας απόφασης αλλά να επεκταθεί στην ορθότητα αυτής με την εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκτείνεται, όχι μόνο στην ακύρωση, αλλά και στην τροποποίηση, αντικατάσταση της απόφασης και γενικότερα στη ρύθμιση των δικαιωμάτων των διαδίκων κατά το δίκαιο του πράγματος υποκαθιστώντας την απόφαση του Διευθυντή με δική του.[4] Ωστόσο, όπως είναι νομολογημένο, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν υποκαθιστά εύκολα τη δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή. Το πράττει μόνον όταν συντρέχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση. Η εξουσία που έχει ο Διευθυντής με βάση τον νόμο και τους κανονισμούς είναι ευρεία και είναι το πιο αρμόδιο πρόσωπο να αποφασίσει, ως ειδικός, τα θέματα που εγείρονται ενώπιον του. Το Δικαστήριο, στην απουσία συγκεκριμένων και ισχυρών λόγων δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τα συμπεράσματα του.[5] Το βάρος δε απόδειξης του εσφαλμένου της απόφασης του Διευθυντή το φέρει ο εφεσείων.[6] Το πότε υφίσταται διαφορά ως προς τα σύνορα έχει επεξηγηθεί με αναφορά σε σχετική νομολογία στην υπόθεση Αυγουστή κ.ά v. Σπυρίδου Πολιτική Έφεση 114/2012 ημερ. 24/4/2018, ως ακολούθως: «Η έννοια της «διαφοράς ως προς τα σύνορα» στα πλαίσια του άρθρου 58 έχει εξηγηθεί με τους ακόλουθους όρους στην υπόθεση Ibrahim v. Souleyman
(1953)19 CLR 237, 239: «We consider that the kind of dispute to which section 56 (now sec. 58) applies is one in which the boundary is described in the title-deed or delineated on a plan, and the dispute is as to where the physical boundary should actually run on the land so as to conform with the deed or the plan.» Παρομοίως λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Παναγιώτου ν. ΧʺΚυριάκου
(1991)1 ΑΑΔ 362: «Το άρθρο 58 του Κεφ. 224 έχει εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις όπου το θέμα είναι η τοποθέτηση επί του εδάφους συνόρων, όπως αυτά περιγράφονται στον τίτλο ή φαίνονται στο σχετικό τοπογραφικό σχέδιο.»» Εν ολίγοις, συνοριακή διαφορά έχουμε στην περίπτωση που το σύνορο περιγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας ή απεικονίζεται σε σχέδιο και η φιλονικία είναι ως προς το που το φυσικό σύνορο πράγματι βρίσκεται επί της γης έτσι ώστε να συμμορφώνεται με τον τίτλο ή το σχέδιο, δηλ. όπου το ζήτημα είναι η τοποθέτηση επί του εδάφους των συνόρων όπως αυτά περιγράφονται στον τίτλο ή εμφαίνονται στο σχετικό τοπογραφικό σχέδιο. Δεν αποτελεί συνοριακή διαφορά η αμφισβήτηση ως προς το κατά πόσο η περιγραφή του ακινήτου στο πιστοποιητικό εγγραφής ή ο καθορισμός των συνόρων του σε σχέδιο είναι ορθός ή εσφαλμένος. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Οικονόμου κ.α ν. Φιλίππου Πολιτική Έφεση αρ. 366/2011, ημερ. 6/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:A388: «Τα πιο πάνω αποτελούν τον γενικό κανόνα ο οποίος θα πρέπει να εφαρμοστεί στο πλαίσιο του άρθρου 58 του Κεφ. 224 που αφορά τις συνοριακές διαφορές. Τέτοια διαφορά υφίσταται όποτε το σύνορο που περιγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας ή διαγράφεται σε σχέδιο, αντανακλά στην πράξη και επί του εδάφους, τον τίτλο ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με τις υποθέσεις Παναγιώτου ν. Χατζήκυριακου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362 και Μιχαήλ ν. Αντωνίου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1376, το άρθρο 58 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες όπου το ζήτημα είναι η τοποθέτηση επί του εδάφους των συνόρων όπως αυτά περιγράφονται στον τίτλο ή εμφαίνονται στο σχετικό τοπογραφικό σχέδιο. Δεν εφαρμόζεται όταν το ερώτημα ή η διαφορά σχετίζεται με το κατά πόσο η περιγραφή στον τίτλο ή το διάγραμμα στο σχέδιο είναι ή όχι ορθό, (δέστε Sherife Moustafa Moulla Ibrahim v. Mehmed Salih Souleyman
(1953)19 C.L.R. 237 Rodothea Papageorghiou v Komodromou
(1962)2 C.L.R. 221 και Melpomeni Chrysanthou v. Antoniades
(1961)1 C.L.R. 622)». (η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην επίλυση συνοριακής διαφοράς καθοριστικό παράγοντα αποτελεί το εν χρήσει κτηματολογικό σχέδιο. Καθήκον του Κτηματολογίου επί τοιαύτης αίτησης είναι να μεταφέρει, μέσω των μετρήσεών του, το σχέδιο επί τόπου και να καθορίσει τα προκύπτοντα σύνορα που καθορίζουν και την έκβαση της συνοριακής διαφοράς. Η συνοριακή διαφορά επιλύεται ορθά με την ορθή μεταφορά της γραμμής που το σύνορο έχει επί του σχεδίου στο έδαφος.[7] Εάν υπάρχουν σχέδια που χρήζουν διόρθωσης, η ορθότητά τους, για τους σκοπούς του άρθρου 58, εκλαμβάνεται ως δεδομένη και ο Διευθυντής δεν έχει τη δυνατότητα, στο πλαίσιο των εξουσιών που ασκεί υπό το άρθρο 58, να λαμβάνει υπόψη του υφιστάμενους όχθους ή δόμες, εάν χρησιμοποιούνται ή όχι ως σύνορο, και να θέτει σύνορο με βάση αυτή την επιτόπου κατάσταση, αγνοώντας την υφιστάμενη εγγεγραμμένη έκταση γης επί των εν χρήσει σχεδίων.[8] Δεν του επιτρέπεται είτε να διορθώσει το σχέδιο ως λανθασμένο είτε να μην το εφαρμόσει ως τέτοιο, στη βάση της επί τόπου κατάστασης ως προς τα φυσικά στοιχεία, τα οποία δυνατόν να αντιστρατεύονται την πιστότητα του ή να δημιουργούν αμφιβολίες για αυτήν. Αν υπάρχει τέτοια εισήγηση, η ορθή πορεία δεν είναι η προσφυγή σε διαδικασία διευθέτησης συνοριακής διαφοράς δυνάμει του Άρθρου 58 αλλά η προσφυγή στο Άρθρο 61 προς διόρθωση λάθους στο σχέδιο και της προς αυτό συσχετιζόμενης εγγραφής. Η διαφορά είναι κρίσιμη διότι, ενώ το Άρθρο 58 αφορά απλώς διαφωνία ως προς τα σύνορα η οποία επιλύεται με βάση το σχέδιο, η ορθότητα του οποίου εκλαμβάνεται ως δεδομένη, το Άρθρο 61 αφορά τη διόρθωση του σχεδίου που αντανακλά στην έκταση της γης που οι ιδιοκτήτες δικαιούνται. [9] Έχει λοιπόν επανειλημμένα τονισθεί ότι εκφεύγει του πλαισίου επίλυσης συνοριακής διαφοράς η αμφισβήτηση ως προς το κατά πόσο η περιγραφή του ακινήτου στο πιστοποιητικό εγγραφής ή ο καθορισμός των συνόρων του σε σχέδιο είναι ορθός ή εσφαλμένος με τρόπο ώστε να μην είναι δυνατό να υπεισέλθει ζήτημα λάθους στο χωρομετρικό σχέδιο στο πλαίσιο της διαδικασίας προς επίλυση συνοριακής διαφοράς με το θέμα να λήγει εφ' όσον δεν καταδειχθεί ότι η επιτόπου χωρομετρική εργασία και ο έλεγχος της δεν έγιναν ορθά.[10] Όπως περαιτέρω υποδείχθηκε σχετικά πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ v. ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 160/2012, 2/6/2021 τα θέματα που εξετάζονται σύμφωνα με το Άρθρο 58, περιορίζονται σε τεχνικά θέματα και όχι σε διεκδίκηση ουσιαστικών δικαιωμάτων με τρόπο ώστε όταν το επίδικο τεμάχιο είναι εγγεγραμμένο και συσχετισμένο με το εν ισχύει κτηματολογικό σχέδιο να αποτελεί καθήκον του Κτηματολογίου να μεταφέρει μέσω των μετρήσεων του το σχέδιο επιτόπου και να καθορίσει τα προκύπτοντα σύνορα που καθορίζουν και την έκβαση της συνοριακής διαφοράς χωρίς να είναι επιτρεπτό για τον Διευθυντή να διορθώνει το σχέδιο ως εσφαλμένο ή να μην το εφαρμόζει ως τέτοιο. Στη ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ (ανωτέρω) επισημάνθηκε με αναφορά στην Χ'Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 844 ότι εάν ο Εφεσείων επιθυμούσε να προσβάλει την επίδικη απόφαση του Διευθυντή στηριζόμενος σε μεροληψία, θα έπρεπε να καταχωρήσει αγωγή και όχι αίτηση/έφεση. Πιο πρόσφατα, στην Α. ΜΕSSIOS & SONS LTD v. COUNTRY ROSE LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 91/2013, 31/3/2022 το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τα ακόλουθα: «.η αίτηση της εφεσίβλητης για επίλυση συνοριακής διαφοράς υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 58 του Νόμου, το οποίο έχει εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις «όπου το θέμα είναι η τοποθέτηση επί του εδάφους συνόρων, όπως αυτά περιγράφονται στον τίτλο ή φαίνονται στο σχετικό τοπογραφικό σχέδιο.» (Παναγιώτου ν. ΧʺΚυριάκου
(1991)1 ΑΑΔ 362). Τα θέματα που εξετάζονται είναι περιορισμένα. Όπως λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΧΧΧ Χατζήμιχαήλ ν. ΧΧΧ Φιλίππου, Πολ. Έφεση 160/2012, ημερ. 2.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:A214, ECLI:CY:AD:2021:A214: «. περιορίζονται σε τεχνικά θέματα και όχι διεκδίκηση ουσιαστικών δικαιωμάτων. Πρόκειται περιοριστικά για κτηματολογικό θέμα εντός της πραγματοσύνης του Τμήματος Κτηματολογίου, το οποίο έχει τα μέσα και τα στοιχεία ώστε να καθίσταται ο φυσιολογικός φορέας επίλυσης τους. (Βλ. Αυγουστή κ.α. ν. Σπυρίδου Π.Ε. 114/2012 ημερ. 24.4.2018.)». (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Επανέρχομαι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχοντας κατά νου τις νομικές αρχές που διέπουν την εξέταση του υπό κρίση αιτήματος ως αυτές έχουν συνοψισθεί πιο πάνω. Ως προς το διαδικαστικό μέρος του άρθρου 58
(1)του Κεφ. 224, δεν αμφισβητείται ότι αποστάλθηκαν εμπρόθεσμα από τον Διευθυντή οι προβλεπόμενες ειδοποιήσεις στα εμπλεκόμενα μέρη, με τις οποίες πληροφορούνταν για τον χρόνο επιθεώρησης των υπό αμφισβήτηση συνόρων, ούτε ότι στις 07/06/2013 έγινε επιθεώρηση των υπό αμφισβήτηση συνόρων στην παρουσία των διαδίκων. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΕ2 στην ολότητα της, διαπιστώνω ότι ο ΜΕ2 δεν βοήθησε καθόλου το Δικαστήριο να καταλάβει ότι με την εφαρμογή του υφιστάμενου εν χρήσει σχεδίου επιτόπου, το σύνορο θα έπρεπε να είχε τοποθετηθεί σε διαφορετικό σημείο από το οποίο αποφασίστηκε. Στην πραγματικότητα, κατέστη σαφές ότι δεν υπήρξε καν τέτοια εισήγηση εκ μέρους του. Η προσπάθεια του ΜΕ2 ήταν να καταδείξει διαφορές στα εκάστοτε εν χρήσει σχέδια ξεκινώντας από το έτος 1921 εστιάζοντας στο ούτω καλούμενο παραπόρτι χωρίς να εξηγεί με οποιοδήποτε τρόπο πως αυτό το ζήτημα θα μπορούσε να επηρεάσει τα σύνορα των επίδικων ακινήτων για να συνεχίσει προβάλλοντας για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εντελώς γενικά, αόριστα και χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση ότι το 1975 έλαβε χώρα νέα παράτυπη, κατά τον ίδιο, χωρομετρική εργασία η οποία, όπως ισχυρίστηκε, καθόρισε εκ νέου τα σύνορα των επίδικων ακινήτων για να καταλήξει ότι το επίσημο εν χρήσει σχέδιο είναι λανθασμένο και πως όφειλε ο Διευθυντής πριν εκδώσει την επίδικη απόφαση να το διορθώσει. Δεν αμφισβήτησε ο ΜΕ2 ότι υπάρχει εν χρήσει σχέδιο επί του οποίου βασίστηκε η απόφαση του Διευθυντή, ούτε ότι έλαβαν χώρα μετρήσεις για να τοποθετηθεί το εγγεγραμμένο σύνορο επιτόπου. Αξιοσημείωτο ήταν άλλωστε το γεγονός ότι ο ίδιος δεν προέβη σε οποιαδήποτε μέτρηση επί τόπου παρά μόνο του κομματιού του τοίχου που στηρίζει το παραπόρτι και επομένως δεν ήταν σε θέση να αμφισβητήσει τις επί τόπου μετρήσεις. Επισημαίνεται ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί - ούτε καν έχει προβληθεί - από τον ΜΕ2 ότι η επί τόπου χωρομετρική εργασία και ο έλεγχος της δεν έγιναν ορθά. Σε αυτό το οποίο εστιάστηκε η μαρτυρία του ΜΕ2 ήταν στην ορθότητα του εν χρήσει σχεδίου με τον ίδιο ουσιαστικά να ισχυρίζεται ότι το εν χρήσει σχέδιο ήταν προϊόν παράτυπης και παράνομης νέας χωρομετρικής εργασίας, η οποία όμως, ορθότητα, υπό το φως των καλά εμπεδωμένων νομολογιακών αρχών που διέπουν την εξέταση τέτοιας φύσεως αιτήσεων, εκφεύγει του πλαισίου επίλυσης μίας συνοριακής διαφοράς. Οι γενικές και αόριστες αναφορές του ΜΕ2 οι οποίες προβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του σε κατ' ισχυρισμό διενέργεια νέας παράτυπης χωρομετρικής εργασία το 1975 η οποία επηρέασε και καθόρισε εκ νέου τα σύνορα πέραν του ότι δεν έπεισαν αφού ουδόλως εξειδικεύθηκαν και παρέμειναν μετέωρες εκφεύγουν του πλαισίου της υπό κρίση Αίτησης. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι δεν έγινε σε οποιοδήποτε στάδιο οποιαδήποτε διαδικασία διόρθωσης σχεδίων εκ μέρους της Εφεσείουσας, η ορθότητα των οποίων φαίνεται να αμφισβητείται μέσω του ΜΕ2 από την Εφεσείουσα, καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου στον οποίο έκανε ιστορική αναδρομή ο ΜΕ
  1. Αρνητική εντύπωση δημιούργησε και το γεγονός ότι ενώ υποστήριζε ο ΜΕ2 ότι το χωρομετρικό βιβλίο 107 ήταν κατεστραμμένο ή αλλοιωμένο ως ισχυρίστηκε στο σημείο που ήταν καταχωρημένη η χωρομετρική εργασία στο σημείο του κοινού συνόρου των επίδικων ακινήτων, εντούτοις ο ίδιος με αναφορά στο περιεχόμενο των ίδιων χωρομετρικών σελίδων μπορούσε να διαπιστώσει ότι ολόκληρος ο τοίχος ήταν ιδιοκτησία της εφεσίβλητης με τον ίδιο να συγκρίνει αυτές τις χωρομετρικές σελίδες με το σχέδιο γενικής εγγραφής του 1920-1921 στο οποίο κατά τον ίδιο, μόνο το βόρειο τμήμα του τοίχου/περίφραξης φαίνεται να είναι ιδιοκτησία της εφεσίβλητης και το υπόλοιπο και μεγαλύτερο μέρος φαίνεται να είναι ιδιοκτησία της εφεσείουσας, χωρίς να εξηγήσει ή διευκρινίσει πως ο ίδιος μπορούσε να εξάξει αυτά τα συμπεράσματα τη στιγμή που η θέση του ήταν ότι το χωρομετρικό βιβλίο 107 ήταν κατεστραμμένο στο σημείο που ήταν καταχωρημένη η χωρομετρική εργασία στο σημείο του κοινού συνόρου των επίδικων ακινήτων. Αστάθεια παρατηρήθηκε και στις ακόλουθες αναφορές του: Ενώ υποστήριζε με αναφορά στις χωρομετρικές σελίδες του χωρομετρικού βιβλίου 107 (παράρτημα 4 της Έκθεσης του) ότι ολόκληρος ο τοίχος φαίνεται να είναι ιδιοκτησία της εφεσίβλητης στη συνέχεια, αναφερόμενος στο γεγονός ότι στο επίσημο κτηματικό σχέδιο που συνοδεύει την απόφαση του Διευθυντή το κοινό σύνορο των δύο τεμαχίων είναι τοίχος/περίφραξη ο οποίος φαίνεται να ανήκει εξ' ολοκλήρου στην εφεσίβλητη, ισχυρίστηκε ότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα παραρτήματα 3 και 4 της Έκθεσης του στα οποία το κοινό σύνορο είναι τοίχος / περίφραξη ο οποίος φαίνεται να ανήκει μερικώς στην εφεσείουσα και μερικώς στην εφεσίβλητη καθώς και τοίχος που στηρίζει τις στέγες κτιρίων και στα δύο τεμάχια, κάτι που δεν συνάδει με την προηγούμενη τοποθέτηση του ως προς το τι φαίνεται στις σελίδες του χωρομετρικού βιβλίου
  2. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΕ2 στην ολότητα της διαπιστώνεται ότι αυτή εστιάζεται στην αμφισβήτηση της ορθότητας του καθορισμού των συνόρων στο επίσημο εν χρήσει σχέδιο, δηλαδή με άλλα λόγια στην αμφισβήτηση της ορθότητας του επίσημου εν χρήσει σχεδίου. Δεν αμφισβήτησε ο ΜΕ2 σε οποιοδήποτε στάδιο ότι μεταφέρθηκε εν προκειμένω ορθά η γραμμή που το σύνορο έχει επί του σχεδίου στο έδαφος, ούτε αμφισβητήθηκε η τοποθέτηση των συνόρων των ακινήτων επί του εδάφους με τρόπο που να ανταποκρίνεται προς το σύνορο που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εγγραφής ή καθορίζεται στο σχέδιο. Αυτό που ουσιαστικά προσπάθησε να προσβάλει ο ΜΕ2, παρά το εκτεταμένο της μαρτυρίας του, ήταν την ορθότητα του επίσημου εν χρήσει σχεδίου αποδίδοντας μάλιστα παράνομη και μεμπτή συμπεριφορά στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Οι κτηματολογικοί λειτουργοί (ΜΥ2 και ΜΥ3) υπήρξαν σταθεροί στα όσα κατέθεσαν στο Δικαστήριο και εξετάζοντας τη μαρτυρία τους στο σύνολο της δεν διαπιστώνω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Ο καθένας εξήγησε με τον τρόπο του τις ενέργειές που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της επίδικης συνοριακής διαφοράς. Ο ΜΥ2 επεσήμανε το γεγονός ότι μετά την αποπεράτωση της γενικής εγγραφής του 1940 οποιοσδήποτε εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης είχε το δικαίωμα να υποβάλει ένσταση εάν διαφωνούσε με την εγγραφή, κάτι που δεν φαίνεται να έπραξε η Εφεσείουσα παρά το γεγονός ότι από τα όσα ανέφερε ο ΜΕ2 φαίνεται να το αμφισβητεί. Ούτε αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση αυτή η δυνατότητα όπως επίσης δεν αμφισβητήθηκε η αναφορά του ότι η απουσία του παραπορτιού από το εν χρήσει σχέδιο δεν έχει καμία σημασία αφού δεν μπορεί να αλλάξει το διαφιλονικούμενο μέρος. Η ΜΥ3 εξήγησε με επάρκεια και λεπτομέρεια όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβη σε σχέση με τη χωρομετρική εργασία προκειμένου να τοποθετηθεί το εγγεγραμμένο σύνορο επιτόπου με βάση το εν χρήσει σχέδιο απαντώντας μάλιστα και στις αναφορές του ΜΕ2 περί αλλοιώσεων του χωρομετρικού βιβλίου 107, εξηγώντας ότι η χωρομετρική εργασία υπήρχε στο εν λόγω βιβλίο και μεταφέρθηκε στα επόμενα χωρομετρικά βιβλία και ειδικότερα ότι οι μετρήσεις του χωρομετρικού βιβλίου 107 αντιγράφηκαν στις χωρομετρικές σελίδες του χωρομετρικού βιβλίου 9883 με το οποίο έγινε ο εκσυγχρονισμός των επίδικων τεμαχίων, εξηγώντας παράλληλα ότι ο λόγος που δεν φαίνονταν κάποιες μετρήσεις στις σελίδες που αναφέρθηκε ο ΜΕ2 ήταν λόγω της φωτογράφησης των συγκεκριμένων σελίδων από τα φιλμς που διατηρούνται στο Ακρωτήρι. Ήταν επίσης σταθερή και σαφής στη θέση της ότι για την επίλυση της επίδικης συνοριακής διαφοράς πήραν το εν χρήσει κυβερνητικό σχέδιο το οποίο μετέφεραν μέσω των μετρήσεων τους επιτόπου καθορίζοντας έτσι τα σύνορα τα οποία ουσιαστικά καθόρισαν την έκβαση της επίδικης συνοριακής διαφοράς και ότι είτε φαινόταν το παραπόρτι είτε όχι στα σχέδια, τα σύνορα δεν αλλοιώθηκαν. Η επίδικη απόφαση του Διευθυντή αφορά αποκλειστικά την υπόδειξη των συνόρων των κτημάτων. Δεν επεκτάθηκε, ούτε επιλήφθηκε οποιουδήποτε θέματος πέραν του πλαισίου που καθορίζεται από το Άρθρο
  3. Καθήκον του Διευθυντή επί της αίτησης που τέθηκε ενώπιον του ήταν να μεταφέρει μέσω των μετρήσεών του, όπως και έπραξε, το σχέδιο επί τόπου και να καθορίσει τα προκύπτοντα σύνορα που καθόριζαν και την έκβαση της συνοριακής διαφοράς. Με άλλα λόγια, ο Διευθυντής ενεργώντας στο πλαίσιο επίλυσης συνοριακής διαφοράς δεν αλλοίωσε και δεν αφαίρεσε ιδιοκτησιακά δικαιώματα από τα εμπλεκόμενα μέρη. Απλώς αποσαφήνισε και αποκρυστάλλωσε τα υφιστάμενα, βάσει της εγγραφής και του εν χρήσει σχεδίου, σύνορα. Εν προκειμένω, κατέστη σαφές από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι έλαβαν χώρα μετρήσεις για να τοποθετηθεί το εγγεγραμμένο σύνορο επιτόπου. Οι μετρήσεις αυτές εν προκειμένω δεν αμφισβητήθηκαν. Ό,τι η Εφεσείουσα εκλαμβάνει διευρυμένα, όπως προκύπτει από τα όσα ανέφερε ο ΜΕ2, ως διαφορά σε σχέση με τα σύνορα δεν έχει την έννοια της συνοριακής διαφοράς η επίλυση της οποίας δρομολογείται δια του άρθρου 58 του Κεφ. 224, χωρίς να σημαίνει ότι η Εφεσείουσα εμποδίζεται να ακολουθήσει άλλες νόμιμες διαδικασίες, για να διεκδικήσει δικαιώματα επί της γης ή σε σχέση με τα σύνορα και θεραπείες που θεωρεί πως δικαιούται για την όποια παράνομη και μεμπτή συμπεριφορά η ίδια φαίνεται να καταλογίζει στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει και από την ίδια την Απόφαση του Διευθυντή, η όλη εργασία που διεξήχθη στο πλαίσιο επίλυσης της υπό αναφορά συνοριακής διαφοράς απλώς αποτύπωσε και υπέδειξε επιτόπου καταστάσεις που σχετίζονται με τα σύνορα συσχετίζοντας τις καταστάσεις αυτές με το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο πάνω στο οποίο βασίζονται οι εγγραφές των επίδικων ακινήτων. Με άλλα λόγια ο Διευθυντής ορθά και ως όφειλε μετέφερε, μέσω των μετρήσεων του, το εν λόγω σχέδιο επί τόπου και καθόρισε τα προκύπτοντα σύνορα τα οποία και καθόρισαν την έκβαση της εν θέματι συνοριακής διαφοράς. Ακόμα και αν η επιτόπου κατάσταση ήταν διαφορετική από το εν χρήσει σχέδιο αυτό δεν μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα που προκύπτει από το εν χρήσει σχέδιο. Αυθεντικός οδηγός της ιδιοκτησίας όπως προβλέπει το Άρθρο 50 του Κεφ. 224 αποτελεί ο συσχετισμός τεμαχίου προς το κτηματολογικό σχέδιο. Οποιοσδήποτε ισχυρισμός, θέση ή απαίτηση που βρίσκεται εκτός των προνοιών του Άρθρου 58 πρέπει να επιδιώκεται με άλλη δικαστική διαδικασία. Υπενθυμίζεται ότι το Άρθρο 58 αφορά, απλώς, σε διαφωνία ως προς τα σύνορα η οποία και επιλύεται με βάση το κτηματολογικό σχέδιο η ορθότητα του οποίου εκλαμβάνεται ως δεδομένη. Με δεδομένο ότι δεν έχει καταδειχθεί στην υπό εξέταση υπόθεση ότι η επιτόπου χωρομετρική εργασία και ο έλεγχος της δεν έγιναν ορθά, το ζήτημα λήγει. Πέραν και ανεξάρτητα από όλα τα πιο πάνω θα προσέθετα ότι αν όντως η Εφεσείουσα επέμενε στην ύπαρξη λάθους στο εν χρήσει επίσημο σχέδιο εναπόκειτο σε εκείνη να προβεί στα κατάλληλα διαβήματα για διόρθωση του και όχι να το εγείρει στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Περαιτέρω, οι όποιοι ισχυρισμοί τέθηκαν από τον ΜΕ2 για παράνομη και μεμπτή συμπεριφορά σε βάρος της Εφεσείουσας εκ μέρους του Κτηματολογίου δεν θα μπορούσαν να εξεταστούν στο πλαίσιο επίλυσης συνοριακής διαφοράς, αλλά μόνο στο πλαίσιο αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου σύμφωνα με τα νομολογηθέντα στην Χατζηϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(1993)1 Α.Α.Δ.
  1. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω δεν έχει αποδειχθεί ότι η Απόφαση του Διευθυντή δεν ήταν ορθή υπό το φως του διαθέσιμου υλικού και των μητρώων του Κτηματολογίου. Σε ότι αφορά το ζήτημα της αιτιολόγησης της Απόφασης του Διευθυντή, εξέταση της προσβαλλόμενης Απόφασης η οποία έχει καταχωρηθεί στον φάκελο της υπόθεσης υπό τον τίτλο «Αιτιολογημένη Απόφαση» αποκαλύπτει ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό σε σχέση με την αιτιολόγηση της. Ειδικότερα, η Απόφαση του Διευθυντή αναφέρει τη φύση της Αίτησης της Εφεσίβλητης την οποία ο Διευθυντής κλήθηκε να εξετάσει, τις λεπτομέρειες των εμπλεκομένων ακινήτων και τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες αυτών. Επισημαίνει ακόμη τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε και τον τρόπο με τον οποίο αυτή εφαρμόστηκε με αναφορά στις πηγές, στα μέσα και στα δεδομένα επί των οποίων στηρίχτηκε για να καταλήξει στις διαπιστώσεις, ευρήματα και συμπεράσματα τα οποία και αναφέρει. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι επαρκώς αιτιολογημένη ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για τους λόγους στους οποίους αυτή θεμελιώνεται. Ο Διευθυντής δεν περιορίζεται στη διατύπωση γενικών και αόριστων αναφορών που απλά αναπαράγουν τις πρόνοιες του Νόμου[11] αλλά αντιθέτως εκθέτει τις ενέργειες του και τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση. Τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του ο Διευθυντής για την άσκηση της ευχέρειας του είναι ευδιάκριτα στην προσβαλλόμενη απόφαση καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο δυνατό τον δικαστικό έλεγχο της κρίσης του. Το Δικαστήριο δεν αναμένει κάποια περαιτέρω αιτιολόγηση, ούτε προσεγγίζει την αιτιολογία στο κείμενο των αποφάσεων του Διευθυντή με τις οποίες επιλύει συνοριακές διαφορές, με μέτρο τον βαθμό συγκεκριμενοποίησης όλων των επιμέρους αναφορών του ή την έκταση της αναλυτικότητας ή της γραμματικής ευστοχίας με την οποία εξέθεσε τα πράγματα. Η απόφαση του Διευθυντή δίδει, εν προκειμένω, χωρίς οποιοδήποτε ουσιαστικό νοηματικό κενό, αλλά και επεξηγεί ικανοποιητικά, τον λόγο που η καταληκτική κρίση του ήταν η συγκεκριμένη και όχι οποιαδήποτε άλλη. Συνεπώς, δεν συμμερίζομαι τη θέση πως η αιτιολογία της πάσχει. Περαιτέρω, δεν φαίνεται από όσα έχουν εκτεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ο Διευθυντής να έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση καθ' υπέρβαση εξουσιών, παράνομα, αυθαίρετα και υπεισερχόμενος σε θέματα χωρίς δικαιοδοσία. Όπως εξηγήθηκε, την έλαβε στο πλαίσιο άσκησης των εξουσιών που του δίδει το άρθρο 58 του Κεφ.224 και με την εφαρμογή και του άρθρου 50 του Κεφ.
  2. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν και προηγουμένως, δεν ευσταθούν ούτε οι λόγοι Έφεσης ότι ο Διευθυντής έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση λανθασμένα, χωρίς να έχει βασιστεί επί της πραγματικής κατάστασης ή να λάβει υπόψη όλα τα διαθέσιμα δεδομένα. Δεν έχω περαιτέρω διαπιστώσει παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης ή πραγματική πλάνη ή οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια στη διαδικασία που να καθιστά νομικά τρωτή την απόφαση του Διευθυντή. Δεν προκύπτει επίσης από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα ότι δεν ακολουθήθηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, στο πλαίσιο επίλυσης της συνοριακής διαφοράς και δεν είναι βάσιμα τα όσα επί του προκειμένου προβλήθηκαν. Ούτε οι λόγοι Έφεσης ότι υπήρξε νομική πλάνη και πλάνη περί τα πράγματα ευσταθούν. Δεν υπάρχει κάποιος λόγος Έφεσης, εκ των λόγων που εξέθεσε ή τελικά προώθησε η Εφεσείουσα, που να οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν νομικά ή πραγματικά λανθασμένη και ότι θα πρέπει να ακυρωθεί για οποιονδήποτε λόγο ή ότι δικαιολογείται γενικά κάποια δικαστική παρέμβαση. Συνοψίζοντας, έχω διεξέλθει της απόφασης και κρίνω ότι δεν προκύπτει από την όψη της διαδικαστικό ή άλλο σφάλμα ή υπέρβαση εξουσίας, ούτε καταδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα λανθασμένες μετρήσεις. Στην πραγματικότητα, οι λόγοι Έφεσης οι οποίοι συναρτώνται με την κατ' ισχυρισμό υπέρβαση εξουσίας, μη τήρησης της ορθής και νενομισμένης διαδικασίας και διενέργειας λανθασμένων μετρήσεων παρέμειναν γενικοί, αόριστοι και μετέωροι χωρίς να εξειδικευθούν σε συνάρτηση με την επίδικη διαφορά. Ως εκ των ανωτέρω, η Εφεσείουσα δεν έχει αποδείξει, με τη μαρτυρία που προσκόμισε, πως η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή είναι νομικά ή πραγματικά λανθασμένη ή ότι δικαιολογείται για κάποιο λόγο ισχυρό η δικαστική παρέμβαση ως προς τον τρόπο που ο Διευθυντής επέλυσε τη συνοριακή διαφορά της με την Εφεσίβλητη. Συνακόλουθα, η Έφεση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον της Εφεσείουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [2] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [3] Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη κ.ά. (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1143, Κουντουρίδη κ.ά. ν. Νικολάου
(2008)1 Α.Α.Δ. 412. [4] Χαραλάμπους v. Αντρέου, Πολ. Έφ. 474/12 και 474Α/12, ημ. 5.12.18, ΛΟΥΚΙΑ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΡΙΣΤΟΚΛΗ κ.α., Πoλιτική ΄Εφεση αρ. 213/2011, 29/6/2016, Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας v. Σταύρου κ.ά.
(2015)1 Α.Α.Δ. 711, Οικονόμου κ.ά. v. Φιλίππου, Πολ. Έφ. 366/11, ημ. 6.11.17, Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 749, Προκοπίου ν. Ryan κ.ά
(2012)1 Α.Α.Δ 1982 Χατζησοφρωνίου ν. Δημοσθένους
(2011)1 β Α.Α.Δ. 885, Αθανάση κ.α. ν. Χ" Μάμα κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, Georghiou ν. Hdjigeorghiou Ηjiphesa
(1970)1 C.L.R. 58. Σάββα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1944). [5] βλ. Peyiotis and another v. Polemitis (πιο πάνω), Σολομώντος ν. Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906, Αριστοτέλους v. Χ" Κυριάκου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 100. [6] Παύλου κ.ά. ν. Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973, Αθανάση κ.ά. ν. Χ''Μάμα κ.ά. (πιο πάνω), Πατσαλίδης ν. Δαμασκηνού κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1248, Κτωρίδη ν. Επάρχου Λεμεσού κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 541, Koυντουρίδη κ.ά. ν. Νικολάου (πιο πάνω) και Ιωάννου κ.ά. ν. Σιακαλλή κ.ά., Πολ. Έφεση 290/2009 ημερ. 11.9.2013. [7] Chrysanthou v. Antoniades
(1969)1 CLR 622, Παναγιώτου ν. Χ"Κυριάκου
(1991)1 ΑΑΔ. 362 και Χ"Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου
(1993)1 ΑΑΔ 844, Χατζημιχαήλ ν. Φιλίππου, Πολ. Έφ. 160/2012, ημερ. 02.06.2021 [8] Χατζησωφρονίου ν. Βασιλείου
(2012)1 ΑΑΔ 1534, Χαραλάμπους ν. Κωνσταντίνου
(2010)1 ΑΑΔ 1972, Ρωσσίδου ν. Κυπριανού
(2002)1 ΑΑΔ 1695. [9] Πίτσα Γεωργίου Είκοσι κ.α. v. Βύρωνα Αργυρού Αργυρίδη
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1859 και Χατζησωφρονίου κ.ά. ν. Βασιλείου κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1534. [10] Sherife Moustafa Mulla Ibrahim v. Mehmed Salih Souleyman 19 C.L.R. 237, Χ'Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 844 [11] Αλέξη ν. Aristo Developers Ltd
(2009)1B A.A.Δ 834. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.