SPYROS DROUSSIOTIS REAL ESTATES LIMITED ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αγωγή Αρ.: 5387/2014, 22/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A40 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 5387/2014 Μεταξύ: SPYROS DROUSSIOTIS REAL ESTATES LIMITED Ενάγουσας και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένης ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗΣ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εξ΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας και
- SPYROS DROUSSIOTIS REAL ESTATES LIMITED
- ΣΠΥΡΟΣ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ
- ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ Εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων Ημερομηνία: 22/03/2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους: κα Ε. Ασσιώτου για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενη-Εξ΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα: κ. Σ. Κάσινος για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγομένη αριθμό θεραπειών με σκοπό την ακύρωση των συμφωνιών για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Εναγόμενη - εξ΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα, στη Spyros Droussiotis Real Estates Ltd, Ενάγουσας - εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη
- Η Έκθεση Απαίτησης καταλαμβάνει εικοσιπέντε
(25)σελίδες και σε αυτή προβάλλονται διάφοροι λόγοι επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις της Ενάγουσας - εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 1, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «η Ενάγουσα». Οι πλείστοι λόγοι αφορούν την εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών. Κατά την ακροαματική διαδικασία οι λόγοι περιορίστηκαν σε δύο, στη νομιμότητα της ενέργειας της Εναγόμενης - εξ΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «η Εναγόμενη», να τερματίσει τη λειτουργία των δύο λογαριασμών και κατά πόσο το ποσοστό επιτοκίου με το οποίο χρεώθηκαν οι δύο λογαριασμοί ήταν αντισυμβατικό και/ή παράνομο. Η Εναγόμενη καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Η Ανταπαίτηση στρέφεται εναντίον ακόμη δύο προσώπων. Με την Ανταπαίτηση αξιώνει τα ποσά που, με βάση τη θέση της, οφείλει η Ενάγουσα, ως πρωτοφειλέτιδα, δυνάμει των πιστωτικών διευκολύνσεων που της παραχωρήθηκαν. Οι εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και 3 ενάγονται υπό την ιδιότητα τους ως εγγυητές των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν εκ μέρους της Ενάγουσας και των εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων, ο Σπύρος Δρουσιώτης, Μ.Ε.1, εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2, που είναι ένας εκ των διευθυντών της Ενάγουσας και ο Μιχάλης Τάλλης, Μ.Ε.2, οικονομολόγος. Εκ μέρους της Εναγομένης, κατέθεσαν οι λειτουργοί της, Χαράλαμπος Μυλωνάς, Μ.Υ.1 και Χριστόδουλος Χαραλαμπίδης, Μ.Υ.
- Με βάση τα δικόγραφα και τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχει αμφισβητηθεί ή αντικρουσθεί, προκύπτουν τα πιο κάτω αναντίλεκτα γεγονότα: Τον Ιανουάριο του 1998, η Ενάγουσα αιτήθηκε από την Εναγόμενη πιστωτική διευκόλυνση υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού, με όριο παρατραβήγματος, αίτημα που εγκρίθηκε. Τη 15.01.1998 υπογράφηκε από τα δύο εμπλεκόμενα μέρη σχετική συμφωνία, η οποία φέρει τον τίτλο «Συμφωνία Ορίου Παρατραβήγματος», Τεκμήριο
- Οι εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν προσωπικά και αλληλέγγυα τις υποχρεώσεις της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη που απορρέουν από τον τρεχούμενο λογαριασμό, Τεκμήριο
- Το Μάϊο του 2009 η Ενάγουσα αιτήθηκε από την Εναγομένη την παραχώρηση δανείου ύψους €400.
- Το εν λόγω δάνειο θα χρησιμοποιείτο για εξόφληση τριών προηγουμένων δανείων που είχε λάβει η Ενάγουσα από την Εναγόμενη. Το πρώτο δάνειο θα έπρεπε να είχε εξοφληθεί μέχρι την 31.7.2008, το δεύτερο μέχρι τη 31.03.2009 και το τρίτο μέχρι τη 31.08.
- Το αίτημα της Ενάγουσας έγινε αποδεκτό από την Εναγομένη και την 26.05.2009 υπογράφηκε γραπτή συμφωνία, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, το δάνειο θα έπρεπε να αποπληρωθεί με εικοσιτρείς
(23)μηνιαίες δόσεις, η πρώτη ήταν καταβλητέα τη 30.06.2009 και η τελευταία τη 31.05.
- Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι το δάνειο θα χρεωνόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο που αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο προσαυξημένο σε κάθε περίπτωση κατά 2.75%. Tο 2.75% αποτελεί «το περιθώριο». Κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας, το επιτόκιο ανερχόταν σε 8% (βασικό: 5.25% + περιθώριο: 2.75% = σύνολο: 8%). Η τράπεζα, με βάση τους ρητούς όρους της σύμβασης, είχε δικαίωμα να μεταβάλλει το βασικό επιτόκιο και το περιθώριο και να δίδει προς τούτο σχετική ειδοποίηση προς το χρεώστη. Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε δόσης, το καθυστερημένο ποσό θα έφερε επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας, 5%. Για εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, η Ενάγουσα υποθήκευσε το ακίνητό της που βρίσκεται στη Λεμεσό, σχετική είναι η δήλωση υποθήκευσης ακινήτου, Τεκμήριο 33 και ο εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις πιο πάνω υποχρεώσεις της Ενάγουσας προς την Εναγομένη. Αντίγραφο της συμφωνίας εγγύησης, ημερομηνίας 24.06.2011, κατατέθηκε στο Δικαστήριο, Τεκμήριο
- Τον Ιούνιο του 2011, η Ενάγουσα ζήτησε από την Εναγόμενη όπως η συμφωνία δανείου τροποποιηθεί και ο χρόνος εξόφλησης του χρέους επιμηκυνθεί καθότι η Ενάγουσα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, λόγω της παγκόσμιας κρίσης. Το αίτημα έγινε δεκτό από την Εναγόμενη και την 24.06.2011 υπογράφηκε συμφωνία τροποποίησης, Τεκμήριο 12, με την οποία ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου παρατάθηκε μέχρι την 30.06.
- Η Ενάγουσα παρέλειψε να καταβάλει κάποιες εκ των συμφωνηθέντων δόσεων. Το Νοέμβριο του 2011, η Εναγόμενη ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός παρουσίαζε υπέρβαση και ο λογαριασμός δανείου καθυστερήσεις. Σχετικές είναι οι επιστολές, ημερομηνίας 21.11.2011, Τεκμήριο
- Την πληροφόρησε ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης των καθυστερημένων οφειλών οι επίδικες συμφωνίες θα τερματίζονταν. Η Ενάγουσα παρέλειψε να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής και η Εναγομένη τερμάτισε τις επίδικες συμφωνίες και απαίτησε την εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων εντός επτά ημερών. Αντίγραφα των επιστολών που απεστάλησαν, ημερομηνίας 15.06.2012, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, πρόκειται για το Τεκμήριο
- Η Εναγομένη διατηρεί τραπεζικό βιβλίο το οποίο τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή σε ένα κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή. Το πιο πάνω βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της. Ως αναφέρω και πιο πάνω, ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν τέσσερις συνολικά μάρτυρες. Η μαρτυρία τους παρατίθεται συνοπτικά αμέσως πιο κάτω, όχι με τη σειρά που κατέθεσαν αλλά με τη σειρά που κατά την κρίση μου, θα γίνει πιο κατανοητή στον αναγνώστη. Ο Μ.Υ.1, είναι στην υπηρεσία της Εναγόμενης από το 1989 μέχρι σήμερα. Το Μάρτιο του 2019 τοποθετήθηκε στην Υπηρεσία Υποστήριξης Χορηγήσεων (Credit Support) στη Λεμεσό και ανάμεσα στα καθήκοντα του ήταν και η ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι ήταν γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης, λόγω της μελέτης των εγγράφων που σχετίζονται με την υπόθεση, της θέσης του και της εμπειρίας του και της προσωπικής του εμπλοκής σε σχέση κυρίως με την παρακολούθηση των επίδικων λογαριασμών, την εκτύπωση και την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων. Ο μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο καταστάσεις του τρεχούμενου λογαριασμού και του λογαριασμού δανείου οι οποίες αποτελούν μέρος του αρχείου της Εναγομένης, Τεκμήρια 39 και 40 αντίστοιχα. Τα πιο πάνω έγγραφα είναι αντίγραφα των καταχωρήσεων του τραπεζικού βιβλίου της Εναγομένης. Ο μάρτυρας προέβη σε έλεγχο και σύγκριση των καταχωρήσεων που φαίνονται στις εν λόγω καταστάσεις με τις καταχωρήσεις που βρίσκονται στο ηλεκτρονικό τραπεζικό βιβλίο και διαπίστωσε ότι οι καταχωρήσεις κάθε εκτυπωμένης τραπεζικής κατάστασης λογαριασμού είναι ταυτόσημες με τις αρχικές καταχωρήσεις στα τραπεζικά βιβλία της Εναγομένης και αποτελούν ορθή αντιγραφή και αναπαραγωγή των αρχικών καταχωρήσεων του τραπεζικού της βιβλίου. Μετά από οδηγίες που έλαβε, ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις για τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό και το λογαριασμό δανείου, Τεκμήρια 41 και 11 αντίστοιχα. Οι εν λόγω καταστάσεις περιέχουν μόνο τις χρεώσεις που είχαν συμφωνηθεί από τα μέρη. Αφαιρέθηκαν οι χρεώσεις προμηθειών, study fees και άλλα έξοδα. Τα βασικό επιτόκιο στο λογαριασμό δανείου, με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις, από την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας μέχρι και τη 29.05.2011, ήταν 5.25%, το επιτόκιο που αναγράφεται στη συμφωνία. Τη 30.05.2011 μέχρι και τη 16.04.2013, 5.75%, τη 17.04.2013 μέχρι και τη 12.11.2013, 5.50%. Τη 13.11.2013 το βασικό επιτόκιο μειώθηκε στο συμβατικό και έκτοτε ακολούθησε πτωτική πορεία, αρκετές μονάδες χαμηλότερο του ποσοστού που αναγράφεται στη συμφωνία. Το επιτόκιο περιθωρίου παρέμεινε σταθερό, για όλη τη χρονική περίοδο, ήτοι 2.75%. Από τον τερματισμό της κάθε συμφωνίας και εντεύθεν χρεώθηκε τόκος υπερημερίας, 2%. Με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις οι επίδικοι λογαριασμοί παρουσιάζουν τα πιο κάτω υπόλοιπα: (α) Τρεχούμενος Λογαριασμός: χρεωστικό υπόλοιπο €16.989,01, πλέον τόκο προς 8.52% ετησίως επί ποσού €16.402,62 από 1.6.2022 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. (β) Λογαριασμός Δανείου: χρεωστικό υπόλοιπο €741.347,60, πλέον τόκο προς 7.57% (βασικό: 2.82% + περιθώριο: 2.75% + υπερημερίας 2%) ετησίως επί ποσού €718.523,70 από 1.6.2022 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Τα πιο πάνω ποσά είναι αυτά που αξιώνει η Εναγομένη - εξ΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα από τους εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους. O M.E.1 είναι, ως αναφέρω και πιο πάνω, ο εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2 και ένας εκ των διευθυντών της Ενάγουσας. Το παράπονο του μάρτυρα έγκειται στο γεγονός ότι παρά τη μακροχρόνια συνεργασία που είχε η Ενάγουσα με την Εναγομένη, η τελευταία δεν ανταποκρίθηκε θετικά στο αίτημα της να επιδείξει κάποια ευελιξία σε σχέση με την καταβολή των δόσεων της. Τουναντίον, η Ενάγουσα δέχθηκε «αφόρητη πίεση» από τους λειτουργούς της Εναγομένης για την εξόφληση των καθυστερημένων δόσεων. Ο μάρτυρας αμφισβήτησε τη νομιμότητα του τερματισμού των επίδικων συμφωνιών και το χρεωστικό υπόλοιπο που αξιώνει η Εναγομένη. Επέρριψε ευθύνες στην Εναγομένη και για το γεγονός ότι το ενυπόθηκο ακίνητο δεν είχε πωληθεί το 2014, όταν η Ενάγουσα είχε βρει αγοραστή που ήταν διατεθειμένος να το αγοράσει, έναντι του ποσού των €450.
- Η Ενάγουσα, μέσω του δικηγόρου της, ζήτησε από την Εναγομένη την «εξάλειψη» της υποθήκης, η τελευταία όμως καθυστέρησε να ανταποκριθεί στο πιο πάνω αίτημα, με αποτέλεσμα ο προτιθέμενος αγοραστής να αποσύρει το ενδιαφέρον του. Ο Μ.Ε.2 είναι οικονομολόγος, Fellow Chartered Certified Accountant και Fellow Chartered Accountant. Τα τελευταία έξι χρόνια εξειδικεύεται στην ετοιμασία αναδομημένων τραπεζικών λογαριασμών και διαπραγμάτευση αναδιάρθρωσης δανείων με Τραπεζικούς Οργανισμούς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τού ζητήθηκε να επιθεωρήσει, να επεξεργαστεί, να αναλύσει τα δεδομένα και να εξαγάγει πόρισμα σχετικά με την επιβολή τόκων και άλλων χρεώσεων, με τα οποία είχαν επιβαρυνθεί οι δύο επίδικοι λογαριασμοί. Καταθέτοντας για το βασικό επιτόκιο, ανέφερε ότι «η ορθόδοξη τραπεζική πρακτική» επιβάλλει το βασικό επιτόκιο να μεταβάλλεται στην βάση μετρήσιμων παραγόντων και διεθνών επιτοκίων αναφοράς, τα οποία μεταβάλλονται στις διεθνείς αγορές και δεν επηρεάζονται από μονομερείς ενέργειες της Τράπεζας. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι το «καθ' ύλην αρμόδιο σώμα» που καθορίζει την νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης. Η νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης δεν εφαρμόζεται προαιρετικά και κατά βούληση ενός τραπεζικού ιδρύματος αλλά είναι υποχρεωτική και βασίζεται στο σχεδιασμό και την κατεύθυνση που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ως ο αρμόδιος φορέας, θέλει να δώσει στην οικονομία. Από το 2008 μέχρι και σήμερα όλα τα επιτόκια αναφοράς παρουσιάζουν αισθητή πτώση. Σήμερα το επιτόκιο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι μηδέν ενώ το euribor και το libor παρουσιάζουν αρνητικό πρόσημο. Η Εναγόμενη είχε υποχρέωση να υιοθετεί το επιτόκιο αναφοράς που όριζε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. H «πρακτική» που χρησιμοποίησαν οι Κυπριακές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης και της Εναγομένης, ήταν να μειώσουν το βασικό επιτόκιο, αλλά ταυτόχρονα να αυξήσουν δυσανάλογα το περιθώριο κέρδους και έτσι να αυξήσουν το συνολικό επιτόκιο δανεισμού, «κατά το δοκούν». Αυτό έγινε καταχρηστικά και κατά παρακοή της νομισματικής πολιτικής που εκπονούσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Περί το τέλος του 2008 και όταν το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είχε μεγάλη και σταθερή κάθοδο, η Εναγόμενη άρχισε να αυξάνει καταχρηστικά το περιθώριο κέρδους. Αυτή η πρακτική αποσκοπούσε στην κατά παράβαση των οδηγιών του θεσμικού οργάνου αύξηση τον συνολικού επιτοκίου και σύμφωνα με το μάρτυρα, «δεν μπορεί να είναι εφαρμόσιμη». Ο μάρτυρας ετοίμασε και αυτός αναδομημένους λογαριασμούς για τον τρεχούμενο λογαριασμό και το λογαριασμό δανείου. Έκανε αναπροσαρμογή του βασικού επιτοκίου, υιοθετώντας αυξομειώσεις του επιτοκίου της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας και κρατώντας το περιθώριο κέρδους στο συμβατικό. Αφαίρεσε όλες τις άλλες χρεώσεις και αντικατέστησε τον «καταχρηστικό» παρονομαστή των 360 ημερών με τον «πραγματικό» αριθμό ημερών που έχει το κάθε έτος (365 ή 366 για το δίσεκτο). Από το 2014 που κινήθηκε η αγωγή, παγοποίησε το επιτόκιο σε αυτό που ίσχυε κατά την 01.01.
- Μετά από την πιο πάνω ημερομηνία, πρόσθεσε και τόκο υπερημερίας 1%. Κατέληξε ότι οι υπερχρεώσεις, στο λογαριασμό δανείου, κατά τη 31.12.2021, ανέρχονταν σε €306.336,36 και το νόμιμα οφειλόμενο ποσό ήταν €412.187,
- Το νόμιμα οφειλόμενο ποσό για τον τρεχούμενο λογαριασμό ήταν €6.765,
- Ο Μ.Υ.2 είναι στην υπηρεσία της Εναγόμενης - εξ΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας από το 2007 μέχρι σήμερα, στο Τμήμα Διαχείρισης Διαθεσίμων της Ελληνικής Τράπεζας. Κατέχει πτυχίο B.Sc. Accounting and Finance από το Πανεπιστήμιο του Bristol και μεταπτυχιακό M.Sc. International Securities and Investment από το Πανεπιστήμιο του Reading (ICMA Centre). Καταθέτοντας σε σχέση με το «βασικό επιτόκιο», ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι μέχρι το 2001, τα βασικά επιτόκια της Εναγομένης, καθορίζονταν στη βάση των επιτοκίων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Από την 1.01.2001 και μετά τη νομοθετική ελευθεροποίηση των επιτοκίων, η Εναγομένη μετέβαλλε τα βασικά της επιτόκια κατά την κρίση της και με τον τρόπο που αναφερόταν στην εκάστοτε σύμβαση. Την 21.12.2007, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ανακοίνωσε την απόφαση της όπως στα «υφιστάμενα δάνεια σε λίρες Κύπρου που φέρουν κυμαινόμενο επιτόκιο», να εφαρμόζεται ως βασικό επιτόκιο το αντίστοιχο επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Για σκοπούς συμμόρφωσης με την πιο πάνω απόφαση, η Εναγομένη χρέωνε τα δάνεια που είχαν γίνει μέχρι και τη 21.12.2007, με το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το επίδικο δάνειο δεν περιλαμβάνεται στην εν λόγω κατηγορία δανείων, αφού δόθηκε αργότερα, τη 26.5.
- Διευκρίνισε ότι η εν λόγω απόφαση καλύπτει αποκλειστικά τα δάνεια και δεν επεκτείνεται σε άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις, όπως τρεχούμενους λογαριασμούς. Κατάληξε ότι η υποχρέωση της Εναγομένης να χρεώνει το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, περιορίζεται μόνο στα δάνεια που αναφέρονται στην προαναφερθείσα απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Η Εναγομένη δεν είχε καμία υποχρέωση να μεταβάλλει τα βασικά της επιτόκια στη βάση διεθνών επιτοκίων αναφοράς. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω αναφορά στη μαρτυρία θα γίνει και σε κατοπινό σημείο, όπου κρίνεται σκόπιμο, όταν θα εξετάζονται τα επιμέρους θέματα που εγείρονται. Η αξιολόγηση όλων των μαρτύρων έγινε ακολουθώντας τις αρχές που καθορίστηκαν από τη νομολογία. Η αξιολόγηση θα επικεντρωθεί στους ισχυρισμούς που κατέστησαν επίμαχοι, καθότι δεν θεωρώ σκόπιμο να επεκταθώ σε ισχυρισμούς που δεν αμφισβητήθηκαν και ή που δεν σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα. Το πρώτο θέμα που θα με απασχολήσει είναι η εισήγηση που προβλήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας ότι ο Μ.Υ.1 δεν ήταν αρμόδιος να καταθέσει για τους επίδικους λογαριασμούς καθότι δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων. Διαπιστώνω ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα δεν έχει αμφισβητηθεί, εκείνο που στην ουσία αμφισβητήθηκε ήταν το ύψος του επιτοκίου, αυτό που χρεώθηκε εκ των υστέρων με βάση τους αναδομημένους λογαριασμούς. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις παραχωρήθηκαν στην Ενάγουσα, ότι υπεγράφησαν για τον σκοπό αυτό γραπτές συμφωνίες, ότι τις πιο πάνω διευκολύνσεις τις εγγυήθηκαν οι εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και 3 και ότι για εξασφάλιση του δανείου παραχωρήθηκε υποθήκη. Επισημαίνω ότι οι χρεοπιστώσεις που καταγράφονται στις αναδομημένες καταστάσεις δεν έχουν αμφισβητηθεί, ούτε προβλήθηκε η θέση ότι έγιναν πληρωμές εκ μέρους της Ενάγουσας οι οποίες δεν έχουν συμπεριληφθεί στις αναδομημένες καταστάσεις. Πέραν τούτου, παρατηρώ ότι τα στοιχεία που παρουσίασε ο μάρτυρας είναι έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί, ενώ οι οικονομικές καταστάσεις που παρουσίασε αποτελούν μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου της Εναγομένης, μέρος του τραπεζικού της βιβλίου. Η εισήγηση ότι ο Μ.Υ.2 δεν ήταν σε θέση να καταθέσει για τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, δεν γίνεται δεκτή. Το επόμενο θέμα που θα με απασχολήσει είναι αυτό του βασικού επιτοκίου, κατά πόσο το βασικό επιτόκιο με το οποίο χρέωνε η Εναγομένη τους επίδικους λογαριασμούς θα έπρεπε να συμβαδίζει με το επιτόκιο που καθόριζε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στα πλαίσια της νομισματικής πολιτικής της, ως ήταν η θέση που προβλήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας. Για το θέμα αυτό κατέθεσαν οι Μ.Ε.2 και Μ.Υ.
- Αμφότεροι οι μάρτυρες ήταν λόγω της πείρας και των προσόντων τους, τα οποία παραθέτω ανωτέρω, εμπειρογνώμονες επί του θέματος. Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά στοιχεία για να μπορέσει ο Δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη. Ο Μ.Ε.2 ήταν, κατά την κυρίως εξέταση του, απόλυτος ως προς το θέμα αυτό, δεν παρουσίασε όμως οποιοδήποτε στοιχείο προς υποστήριξη της θέσης του, πλην την Ανακοίνωσης της Κεντρικής Τράπεζας, ημερομηνίας 21.12.2007, Τεκμήριο
- Στην εν λόγω Ανακοίνωση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι για υφιστάμενα δάνεια θα εφαρμόζεται ως βασικό επιτόκιο το αντίστοιχο επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Κατά την αντεξέταση του, αναγνώρισε ότι η εν λόγω Ανακοίνωση δεν καλύπτει τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, ενώ σε κατοπινό στάδιο διαφοροποίησε και την αρχική του θέση και δήλωσε ότι η θέση του δεν ήταν ότι η Εναγομένη θα έπρεπε να είχε υιοθετήσει το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Παραθέτω τα σχετικά αποσπάσματα αυτούσια πιο κάτω: «.Ο Νόμος δεν τηρήθηκε η νομισματική πολιτική της χώρας μας δεν έχει τηρηθεί, αυτό λέω στην κατάθεσή μου και τίποτε άλλο. Δεν λέω ότι έπρεπε να ήταν το επιτόκιο της Κεντρικής, δεν λέω ότι έπρεπε να ήταν οποιοδήποτε επιτόκιο». «..δεν έχω πει πουθενά ότι το επιτόκιο που έπρεπε να ακολουθείται είναι αυτό της Κεντρικής, ούτε άλλαξα τη συμφωνία. Είπα απλώς ότι έπρεπε να είχε κυμανθεί.» Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε επίσης ότι το βασικό επιτόκιο, με το οποίο χρεώθηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί από το 2013 και εντεύθεν, είχε πτωτική πορεία. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η Ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ημερομηνίας 21.12.2007, Τεκμήριο 15, που προέβλεπε για εφαρμογή του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αφορούσε «τα υφιστάμενα δάνεια» ήτοι δάνεια που είχαν γίνει μέχρι τη 21.12.2007 και όχι μεταγενέστερα, όπως ήταν το επίδικο δάνειο που παραχωρήθηκε το
- Πέραν τούτου, με βάση τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί επί του συγκεκριμένου θέματος, προκύπτει ότι η κάθε τράπεζα έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Το ποσοστό του βασικού επιτοκίου κάθε τράπεζας επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως είναι η δυνατότητα της να δανεισθεί από τις διεθνείς αγορές, το ύψος των καταθετικών επιτοκίων, η ρευστότητα της τράπεζας και γενικά η φερεγγυότητα της. Όσο λιγότερο φερέγγυα είναι μια τράπεζα τόσο μεγαλύτερο είναι το επιτόκιο στο οποίο δανείζεται, γεγονός που επηρεάζει το ύψος του επιτοκίου που η ίδια στη συνέχεια θα χρεώσει για τις πιστωτικές διευκολύνσεις που θα παραχωρήσει. Η δυνατότητα μιας τράπεζας να δανεισθεί επηρεάζεται και από την οικονομική κατάσταση της χώρας στην οποία βρίσκεται και κατά πόσο η ίδια η κυβέρνηση της χώρας είναι σε θέση να δανεισθεί με χαμηλό επιτόκιο. Στην περίπτωση της Κύπρου, η κυβέρνηση δανειζόταν σε πολύ πιο ψηλά επιτόκια από ότι δανείζονταν άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Ο μάρτυρας εξήγησε και τους λόγους που τα επιτόκια που χρέωναν οι Κυπριακές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης και της Εναγομένης, κατά τη χρονική περίοδο 2008-2013, δεν παρουσίαζαν την «πτωτική τάση» που είχαν «τα επιτόκια της Ευρωζώνης». Παραθέτω την απάντηση του αυτούσια: «Ήθελα να πω πως η κάθε χώρα και ο κάθε τραπεζικός οργανισμός έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Ας πούμε για παράδειγμα το κόστος χρήματος στην Κύπρο, το τι πληρώνουμε στους καταθέτες, που είναι και η ρευστότητα που παίρνουμε, επειδή ουσιαστικά λόγω της θέσης μας, του credit rate μας, δεν έχουμε τη δυνατότητα να δανειστούμε από τις διεθνείς αγορές, δεν μπορούμε να πούμε επειδή έριχνε, υπάρχουσιν, είχαμε δικά μας επιτόκια γι΄ αυτό ήταν διαφορετικά τα βασικά επιτόκια. Τα καταθετικά επιτόκια στην Κύπρο ήταν πολύ πιο αυξημένα από άλλα της Ευρωζώνης λόγω των ιδιαιτεροτήτων που έχουμε στην Κύπρο. Άρα, δεν σημαίνει επειδή η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ήτανε στο 1% ή στο 2% ή στο 3% έπρεπε και τα καταθετικά μας, να πω για παράδειγμα, εάν σήμερα προσπαθήσει η Ελληνική Τράπεζα να εκδώσει ένα ομόλογο στο 9% με 10%, αν προσπαθήσει μια τράπεζα της Ευρωζώνης για παράδειγμα, μια Ολλανδική Τράπεζα θα το εκδώσει στο 2%, 3%, άρα, αυτό θέλω να πω, ότι υπάρχουν διαφορετικά γεγονότα, διαφορετικές παράμετροι στην κάθε χώρα, στην κάθε τράπεζα, δεν σημαίνει επειδή η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει τα επιτόκια στο μηδέν σήμερα μπορεί να δανειστεί η Ελληνική ή ακόμα και η Κύπρος στο μηδέν.» Ο μάρτυρας αφού παρέθεσε τους πιο πάνω παράγοντες, κατέληξε ότι λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν τη δεδομένη χρονική περίοδο στη Κύπρο, η οικονομία ήταν εντελώς διαφορετική από τις άλλες κύριες χώρες της Ευρωζώνης, το επιτόκιο που χρέωναν οι Κυπριακές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης και της Εναγομένης, δεν μπορούσε να είναι το ίδιο με αυτό των χωρών της Ευρωζώνης. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 επί του συγκεκριμένου θέματος, η οποία ήταν θετική και εμπεριστατωμένη, γίνεται δεκτή. Δέχομαι τη θέση του ότι η οικονομία κάθε χώρας της Ευρωζώνης έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες και ότι σε κάποιες περιπτώσεις είναι δύσκολο το επιτόκιο που χρεώνουν οι τράπεζες μιας χώρας να συμβαδίζει με το επιτόκιο που ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αναγνωρίζω ότι θα ήταν οικονομικά ασύμφορο για τις Κυπριακές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης και της Εναγόμενης, κατά τη χρονική περίοδο 2008 - 2013 να χρεώνουν για τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρούσαν, χαμηλά επιτόκια, αυτά που όριζε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ενώ οι ίδιες δανειζόντουσαν χρήματα με ψηλά επιτόκια και τα καταθετικά τους επιτόκια ήταν ψηλά. Σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ όμως ότι επρόκειτο για ορθή πρακτική. Επρόκειτο για πρακτική που διαμορφώθηκε λόγω των καταστάσεων που περίγραψε ο μάρτυρας. Το ιδεώδες θα ήταν αυτό που ανέφερε ο Μ.Ε.2, οι χώρες της Ευρωζώνης και οι τράπεζες εντός της Ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης και της Εναγόμενης, να ακολουθούν τη νομισματική πολιτική που χαράζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Το ιδεώδες όμως δεν ισοδυναμεί με νομική υποχρέωση. Οι Κυπριακές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης της Εναγόμενης, δεν είχαν νομική υποχρέωση να υιοθετήσουν το επιτόκιο αναφοράς που όριζε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, προκύπτει ότι οι Κυπριακές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης και της Εναγόμενης, περιήλθαν κατά τη χρονική περίοδο 2009 - 2013 σε μια κατάσταση η οποία δεν τους επέτρεπε να υιοθετήσουν τα επιτόκια που όριζε η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα. Δεν διαλάθει βέβαια της προσοχής μου ότι οι ίδιες οι τράπεζες συνέβαλαν στην πιο πάνω αδυναμία τους. Με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι Κυπριακές τράπεζες συμπεριλαμβανομένης και της Εναγόμενης, στη προσπάθεια τους να προσελκύσουν καταθέτες, παραχωρούσαν ψηλά επιτόκια σε καταθετικούς λογαριασμούς και κατ΄ επέκταση αναγκάζονταν να χρεώνουν τις πιστωτικές διευκολύνσεις με ψηλά επιτόκια. Κατ΄ επέκταση ήταν αδύνατο για τις ίδιες, σε συνδυασμό βέβαια και με τους υπόλοιπους λόγους που ανέφερε ο Μ.Υ.2, να υιοθετήσουν το επιτόκιο αναφορά της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αυτός βέβαια είναι ένας από τους λόγους που συνέβαλε στη μη υιοθέτηση του επιτοκίου αναφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, χωρίς να αποκλείω το ενδεχόμενο να υπάρχουν και άλλοι λόγοι για τους οποίους ευθύνονται οι τράπεζες, οι οποίοι δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο. Καλήγω ότι η χρέωση των επίδικων λογαριασμών με επιτόκιο ψηλότερο από το επιτόκιο αναφοράς της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας, δεν ήταν παράνομη και ή αντισυμβατική. Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης στο στάδιο των αγορεύσεων εισηγήθηκε ότι οι αυξήσεις του βασικού επιτοκίου ήταν δυσανάλογα μεγάλες και κατ΄ επέκταση αδικαιολόγητες. Συμμερίζομαι τη θέση που προβάλλει στην αγόρευση της ότι η ευχέρεια μιας τράπεζας να μεταβάλλει το επιτόκιο δεν είναι απεριόριστη αλλά πρέπει να ασκείται με βάση αντικειμενικά κριτήρια, εξάλλου αυτό το έχω ήδη αποφασίσει στα πλαίσια της αγωγής 4502/06, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και Intermall Invetments Ltd, ημερομηνίας 19.09.
- Υιοθετώ και τα όσα έχουν αποφασισθεί από τον Χ. Μαλακτό, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στην αγωγή 1331/2008, ημερομηνίας 30.10.14, ότι η ευχέρεια της τράπεζας να μεταβάλει το βασικό επιτόκιο, δεν είναι απεριόριστη, αλλά πρέπει να είναι «. μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος». Στρεφόμενη όμως στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, παρατηρώ ότι η θέση της δεν υποστηρίζεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Από την εξέταση των αναδομημένων καταστάσεων, προκύπτει ότι η αύξηση του βασικού επιτοκίου, ήταν μικρή και για μικρή χρονική περίοδο. Η μέγιστη αύξηση ήταν 0.50% και διήρκησε για λιγότερο από ένα έτος. Ο μάρτυρας εξήγησε γιατί θεωρήθηκε σκόπιμο να γίνει η συγκεκριμένη αύξηση και η αύξηση κατά 0.25%, μαρτυρία η οποία έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. Για τα υπόλοιπα έτη, το βασικό επιτόκιο ήταν κατά πολύ χαμηλότερο από αυτό που αναγράφεται στη συμφωνία. Η θέση ότι η αύξηση του επιτοκίου ήταν αδικαιολόγητη και παράνομη, δεν γίνεται αποδεκτή. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε και σε σχέση με το επιτόκιο περιθωρίου και δήλωσε ότι αυτό «αυξήθηκε καταχρηστικά». Με βάση τους αναδομημένους λογαριασμούς, προκύπτει ότι το επιτόκιο περιθωρίου, με το οποίο χρεώθηκε ο λογαριασμός δανείου, παρέμεινε σταθερό στο 2.75%, αυτό που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών. Ενόψει τούτου, η θέση του δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Διαφορετικές θέσεις προβλήθηκαν και σε σχέση με το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας που θα έπρεπε να χρεωθούν οι επίδικοι λογαριασμοί και το χρόνο έναρξης της συγκεκριμένης χρέωσης. Υπενθυμίζω ότι η συμφωνία δανείου προέβλεπε για τόκο υπερημερίας 5%, με βάση όμως τους αναδομημένους λογαριασμούς ο τόκος υπερημερίας που χρεώθηκε ήταν 2%. Το επιτόκιο υπερημερίας, 2%, χρεώθηκε και στους δύο λογαριασμούς από την ημέρα τερματισμού τους και όχι νωρίτερα όταν ο τρεχούμενος λογαριασμός παρουσίασε για πρώτη φορά υπέρβαση και ο λογαριασμός δανείου καθυστέρηση. Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε ότι το «2%» αποτελεί «μια γνήσια προσπάθεια» για αποζημίωση της Εναγομένης για την πραγματική ζημιά που υφίστατο από την μη εξυπηρέτηση των πιστωτικών διευκολύνσεων που είχε χορηγήσει. Η πραγματική ζημιά περιλαμβάνει την αύξηση των επιχειρησιακών της εξόδων με σκοπό την είσπραξη της καθυστερημένης οφειλής, απώλεια της δυνατότητας να λάβει το καθυστερημένο ποσό από τον χρεώστη και να το δανείσει με τόκο στην αγορά και το αυξημένο κόστος δανεισμού που συνεπάγεται για την ίδιαν από το γεγονός ότι στα λογιστικά της βιβλία φαίνονται ανείσπρακτες πιστωτικές διευκολύνσεις. Ο Μ.Ε.2 στους αναδομημένους λογαριασμούς που ετοίμασε υπολόγισε τόκο υπερημερίας, 1%, όχι από την ημέρα που άρχισαν οι καθυστερήσεις στην καταβολή των δόσεων, ως προέβλεπε η συμφωνία, ούτε από το χρόνο τερματισμού τους, αλλά από την ημέρα καταχώρισης της αγωγής. Αντεξεταζόμενος για το χρόνο που επέλεξε και το ποσοστό, δεν ήταν σε θέση να δώσει μια λογική εξήγηση για την επιλογή του. Επικαλέσθηκε απλώς πρακτικές που υιοθετούνται για την εξώδικη διευθέτηση τέτοιας φύσης υποθέσεων. Παραθέτω τη μαρτυρία του επί του συγκεκριμένου σημείου αυτούσια: «Ε. Άρα επιβάλατε στον λογαριασμό τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία καταχώρησης της Αγωγής; Α. Μάλιστα. Ε. Αν και ο ίδιος παραδεχτήκατε ότι εντοπίσατε καθυστερήσεις τουλάχιστον από το
- Α. Ναι, αλλά οι καθυστερήσεις από το 2012 βάσει των δικών μου των υπολογισμών δεν μετρούν για τόκους υπερημερίας. Ε. Η συμφωνία όμως λέει ότι από τις καθυστερήσεις χρεώνεται τόκος υπερημερίας. Α. Μάλιστα. Επειδή έχω κάμει πάρα πολλές υποθέσεις σαν και αυτήν, ο τρόπος με τον οποίο επιλύουμε τις υποθέσεις δικαστικώς, αλλά συνήθως τις επιλύουμε εξώδικα έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου, είναι με ακριβώς αυτόν τον τρόπο που τες έχουμε επιλύσει και έχω κάμει παρά, πάρα πολλές. Τι κάνουμε είναι ότι αφήνουμε το συμβατικό επιτόκιο μέχρι την ημερομηνία τερματισμού και την ημερομηνία τερματισμού επιβάλλουμε το 1% το οποίο είναι η υπερημερία και έτσι μετά αυτήν την ημερομηνία βάζουμε την υπερημερία 1%.» Η πιο πάνω θέση, στερείται τεκμηρίωσης και απορρίπτεται. Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης, στην αγόρευση της επικαλούμενη τις πρόνοιες του άρθρου 74(Ι) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, πρόβαλε τη θέση ότι ο όρος για καταβολή τόκου υπερημερίας τέθηκε προς εκφοβισμό και προς αποτροπή της παράβασης, ότι αποτελεί ποινική ρήτρα και ως τέτοια είναι ανεφάρμοστη. Καμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης και κατ΄ επέκταση η εν λόγω θέση θα αγνοηθεί. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι το ποσοστό υπερημερίας, 2%, με το οποίο χρεώθηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί, ήταν υπό τις περιστάσεις που περίγραψε ο Μ.Υ.1 και οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί, εντός των επιτρεπόμενων ορίων. Καταλήγω ότι η θέση που προβλήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας και των εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων ότι στους επίδικους λογαριασμούς υπήρξαν παράνομες χρεώσεις και τόκοι, δεν υποστηρίζεται από την προσαχθείσα μαρτυρία. Εκ μέρους της Ενάγουσας και των εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων προβλήθηκε η θέση ότι η Εναγομένη δεν επέδειξε οποιαδήποτε ευελιξία σε σχέση με την καταβολή των δόσεων τους. Το γεγονός αυτό, το οποίο η Εναγόμενη αμφισβήτησε, έχει συνδεθεί με το δικαίωμα της τελευταίας να τερματίσει τις επίδικες συμφωνίες. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι το επίδικο δάνειο παραχωρήθηκε για να εξοφληθούν τρία προηγούμενα δάνεια. Στα δύο εκ των τριών δανείων ο χρόνος εξόφλησης τους είχε, κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας, παρέλθει. Πέραν τούτου, η επίδικη συμφωνία δανείου τροποποιήθηκε και ο χρόνος εξόφλησης του δανείου παρατάθηκε για ένα έτος. Τα πιο πάνω γεγονότα φανερώνουν ότι υπήρξε κατανόηση εκ μέρους της τράπεζας και ευελιξία σε σχέση με τον χρόνο αποπληρωμής των πιστωτικών διευκολύνσεων. Πέραν τούτου, με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία, προκύπτει ότι όταν οι επίδικοι λογαριασμοί παρουσίασαν καθυστερήσεις, η Εναγόμενη ενημέρωσε την Ενάγουσα σχετικά και της ζήτησε να καταβάλει τις καθυστερημένες δόσεις, εντός συγκεκριμένης χρονικής προθεσμίας. Η Ενάγουσα δεν το έπραξε και παρά ταύτα η Εναγομένη δεν τερμάτισε τη συμφωνία άμεσα, παρά το γεγονός ότι είχε συμβατικό δικαίωμα να το πράξει, αλλά έξι περίπου μήνες αργότερα. Ο τερματισμός των επίδικων συμφωνιών έγινε λόγω της παράλειψης της Ενάγουσας να καταβάλει τις συμφωνηθείσες δόσεις δανείου και ενώ ο τρεχούμενος λογαριασμός παρουσίαζε υπέρβαση, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων όρων των δύο συμβάσεων. Η θέση περί παράνομου τερματισμού της συμφωνίας απορρίπτεται. Ανεξαρτήτως τούτου, δεν έχει αποδειχθεί με βάση τη προσαχθείσα μαρτυρία ότι η Ενάγουσα είχε συμβατική υποχρέωση να επιδείξει ευελιξία ως προς το χρόνο αποπληρωμής του οφειλομένου ποσού. Χωρίς έρεισμα είναι και η θέση ότι κάποιες χρεώσεις που καταγράφονται στους αναδομημένους λογαριασμούς και αφορούν μικρά ποσά €10 - €20, ήταν παράνομες. Οι πιο πάνω χρεώσεις καλύπτονται από τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Η πιο πάνω εισήγηση απορρίπτεται. Κατά την ακροαματική διαδικασία προβλήθηκε από το Μ.Ε.1, η θέση ότι η Εναγόμενη ευθύνεται για τη μη πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, το
- Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για το συγκεκριμένο θέμα και συγκεκριμένα με βάση τις επιστολές που ανταλλάγησαν μεταξύ των μερών, προκύπτουν τα πιο κάτω αναντίλεκτα γεγονότα: Tην 11.09.2014, η Ενάγουσα, μέσω του δικηγόρου της, πληροφόρησε την Εναγομένη ότι υπήρχε ενδιαφερόμενος αγοραστής για το ενυπόθηκο ακίνητο και ζήτησε την έγκριση της για την εξάλειψη της υποθήκης, Τεκμήριο
- Η τιμή που συζητείτο για την αγορά του ενυπόθηκου ακινήτου ήταν το ποσό των €450.
- Η Εναγομένη με επιστολή της, ημερομηνίας 16.09.2014, Τεκμήριο 36, ενημέρωσε την Ενάγουσα σε σχέση με τα χρεωστικά υπόλοιπα της τελευταίας και ζήτησε διευκρινίσεις για το «καθαρό ποσό» που αυτή θα εισέπραττε σε περίπτωση που το ενυπόθηκο ακίνητο πωλείτο. Η Ενάγουσα απάντησε στην εν λόγω επιστολή, ένα μήνα αργότερα και συγκεκριμένα με επιστολή της, ημερομηνίας 15.10.2014, Τεκμήριο 37 και πληροφόρησε την Εναγομένη ότι το ποσό που αυτή θα ελάμβανε, μετά την αφαίρεση προμήθειας και Φ.Π.Α., θα ήταν €419.470,
- Η Εναγομένη με επιστολή της, ημερομηνίας 20.10.2014, Τεκμήριο 38, πληροφόρησε την Ενάγουσα ότι το πιο πάνω ποσό δεν ήταν αποδεκτό για πλήρη εξόφληση, αποδέχθηκε ωστόσο να ακυρώσει την υποθήκη αν το ποσό καταβαλλόταν μέχρι την 30.11.
- Ένα περίπου μήνα αργότερα η Ενάγουσα με επιστολή της προς την Εναγόμενη, ημερομηνίας 25.11.2014, η οποία παραλήφθηκε την 27.11.2014, εισηγήθηκε όπως καταβληθεί το ποσό των €450.000 προς πλήρη εξόφληση. Η Εναγομένη απάντησε την αμέσως επόμενη ημέρα, την 28.11.2014, Τεκμήριο 14, ότι η πρόταση ήταν αποδεκτή. Το ενυπόθηκο ακίνητο τελικά δεν πωλήθηκε στον ενδιαφερόμενο αγοραστή. Τα πιο πάνω γεγονότα σε καμία περίπτωση φανερώνουν ότι έχει επιδειχθεί κωλυσιεργία εκ μέρους της Εναγομένης. Η εισήγηση ότι η Εναγόμενη συνέβαλε στη μη πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, το 2014, δεν γίνεται δεκτή. Οι εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι, στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που καταχώρησαν, αμφισβήτησαν, μεταξύ άλλων, τη σύναψη των συμφωνιών εγγύησης από τους εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2 και
- Ο εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2, Μ.Ε.1, όμως στη γραπτή δήλωση του, παράγραφο 7, παραδέχεται ότι δόθησαν προσωπικές εγγυήσεις για εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Κατά την αντεξέταση του Μ.Υ.1 υποβλήθηκε σε αυτόν ότι η Εναγομένη δεν έλεγξε την «πιστοληπτική ικανότητα» των εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 και 3, εάν την έλεγχε θα διαπίστωνε ότι αυτοί δεν ήταν αξιόχρεοι. Ο Μ.Υ.1 απόρριψε την πιο πάνω θέση. Εν πρώτοις παρατηρώ ότι καμία θετική μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τα πιο πάνω πρόσωπα, κατά τον επίδικο χρόνο, δεν ήταν αξιόχρεα. Δεύτερον, ο εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2, Μ.Ε.1, σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας πρόβαλε τη θέση ότι η Εναγομένη παρέλειψε να ζητήσει στοιχεία σε σχέση με την πιστοληπτική τους ικανότητα και τη φερεγγυότητα τους. Η πιο πάνω εισήγηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ως αναφέρω και πιο πάνω, στο Δικαστήριο κατατέθηκαν οι δύο συμφωνίες εγγύησης, Τεκμήρια 28 και
- Τοι περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων δεν έχει αμφισβητηθεί. Με βάση το Τεκμήριο 28, που δόθηκε ως εξασφάλιση για το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού, προκύπτει ότι οι εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν για ποσό, που δεν θα υπερβαίνει τις Λ.Κ. 12.000, πλέον τόκους και με βάση το Τεκμήριο 34, που δόθηκε ως εξασφάλιση για το λογαριασμό δανείου, ο εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Ενάγουσας για ποσό που δεν θα υπερβαίνει τις €400.000, πλέον τόκους. Καταλήγω ότι οι επίδικες εγγυήσεις είναι έγκυρες και δεσμεύουν τους εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2 και
- Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, έχω ικανοποιηθεί, στο βαθμό που απαιτείται, ότι η Ενάγουσα είχε συνάψει τις επίδικες συμφωνίες και οι εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν με γραπτές συμφωνίες τις υποχρεώσεις της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη. Αποδείχθηκε επίσης η παράβαση των συμφωνιών και ο τερματισμός τους. Σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό δέχομαι τις αξιώσεις της Εναγομένης ως αυτές έχουν περιορισθεί με τις αναδομημένες καταστάσεις. Η Εναγόμενη στο στάδιο των αγορεύσεων, εισηγήθηκε όπως εκδοθεί και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης που παραχωρήθηκε για εξασφάλιση του δανείου. Η θεραπεία αυτή δεν συμπεριλαμβάνεται στην Ανταπαίτηση. Το Δικαστήριο έχει εξουσία να επικυρώσει οποιαδήποτε θεραπεία, η οποία στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης ακόμη και στην περίπτωση που η θεραπεία δεν επιζητείται στη δικογραφία. Σχετικές είναι η απόφαση Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, το σκεπτικό της οποίας υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία άλλων υποθέσεων μεταξύ των οποίων η Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319 και Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400. Το ζητούμενο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η άλλη πλευρά να μη καταληφθεί εξ΄ απροόπτου και να υπάρξει παραβίαση των δικαιωμάτων. Σχετικό επί τούτου είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Χαραλάμπους ν. Ζαχαρία
(2002)1 Α.Α.Δ. 1439: « Όταν τα εκτιθέμενα στο σώμα της απαίτησης γεγονότα στοιχειοθετούν θεραπεία που μπορεί να παρασχεθεί, το δικαστήριο, έχει διακριτική εξουσία να χορηγήσει τέτοια θεραπεία χωρίς αυτή να έχει ζητηθεί νοουμένου ότι η άλλη πλευρά δεν καταλαμβάνεται εξ απροόπτου και ότι με τη χορήγηση της μη ζητηθείσας θεραπείας εξυπηρετείται κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις η ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» Εν πρώτοις διαπιστώνω ότι όλα τα στοιχεία που αφορούν την υποθήκη καταγράφονται όχι μόνο στην Ανταπαίτηση αλλά στην Έκθεση Απαίτησης. Η βάση γεγονότων που τεκμηριώνει τη θεραπεία περιέχεται στο σώμα τόσο της Έκθεσης Απαίτησης όσο και της Ανταπαίτησης. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εκποίηση του κτήματος ήταν επιθυμία και της Ενάγουσας τουλάχιστο από το
- Υπενθυμίζω ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, η ίδια η Ενάγουσα προσπάθησε να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο για να εξοφλήσει το χρέος της, οι προσπάθειες της όμως δεν καρπορόφησαν. Αφού έλαβα υπόψη όλα τα πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω ορθό και δίκαιο να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα. Εκδίδεται απόφαση ως ακολούθως: (α) Εναντίον των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1 και 2, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, για το ποσό των €741.347,60, πλέον τόκο προς 7.57%, ετησίως, επί του ποσού των €718.523,70, από την 1.6.2022 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. (β) Εναντίον των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, για το ποσό των €16.989,01 πλέον τόκο προς 8.52%, ετησίως, επί του ποσού των €16.402,62 από την 1.6.2022 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, (γ) Διάταγμα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 1, που να επιτρέπει την εκποίηση της Υποθήκης, Υ3978/2009 έτσι ώστε το ποσό που θα εισπραχθεί να καταβληθεί έναντι τους χρέους της εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 1 προς την Ελληνική Τράπεζα που αναφέρεται στην παρ.(α) ανωτέρω και αν ήθελε περισσέψει οποιοδήποτε ποσό αυτό να καταβληθεί προς την εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη
- Έξοδα πλέον Φ.Π.A. (Υπ.) .................... Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο