← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 5763/2013, 10/1/2023

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 5763/2013, 10/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5763/2013 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Eνάγοντα και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Eναγόμενου Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Δ. Μιχαηλίδης για Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης. Για τους Εναγόμενους: κα Ε. Φλωρέντζου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αγωγή ο Ενάγων αξιώνει την επιδίκαση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων εναντίον του Εναγόμενου για κατ' ισχυρισμό ζημιές και σωματικές βλάβες που αυτός υπέστη συνεπεία αμελών πράξεων και/ή παραλείψεων των αρμόδιων αξιωματικών της μονάδας στην οποία ο Ενάγων υπηρετούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ως εθνοφρουρός. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, αυτός, κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο, υπηρετούσε ως νεοσύλλεκτος εθνοφρουρός στις τάξεις της Εθνικής Φρουράς στην οποία κατετάγη στις 06/07/

  1. Κατά ή περί τις 13/08/2012 ο Ενάγων, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του, αισθάνθηκε έντονους πόνους στην κοιλιακή χώρα και αφού ενημέρωσε τους ανωτέρους του, οι οποίοι τον διαβεβαίωσαν ότι θα ενεργήσουν δεόντως για την άμεση μεταφορά του στον ιατρό, παρέμεινε κλινήρης και δεν παρουσιάστηκε στην πρωινή αναφορά. Είναι η περαιτέρω δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι ο πατέρας του συναντήθηκε με τον Ενάγοντα στο γραφείο του Διοικητή της μονάδας, όπου ο Ενάγων ενημέρωσε αμφότερους για τους πόνους που ένιωθε, του υπεδείχθη από τον Διοικητή να μεταβεί στον θάλαμό του και να αναμένει εκεί για να μεταφερθεί στον ιατρό και ταυτόχρονα καθησύχασε τον πατέρα του Ενάγοντα, ότι το θέμα της υγείας του γιου του θα τύγχανε άμεσου και ορθού χειρισμού. Δικογραφείται ότι ο Ενάγων παρέμεινε και ανέμενε καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας στον θάλαμό του εντός του στρατοπέδου αισθανόμενος συνεχώς έντονους πόνους χωρίς να ενδιαφερθεί για αυτόν κανένας από τους ανωτέρους του. Αργά το απόγευμα και αφού αντιλήφθηκε ότι περιλαμβανόταν στους εξοδούχους με άδεια αποχώρησε από το στρατόπεδο από όπου τον παρέλαβε η αδελφή του μεταφέροντας τον στο σπίτι. Λόγω του ότι οι πόνοι που αισθανόταν ο Ενάγων έγιναν αφόρητοι, αυτός μεταφέρθηκε στο Απολλώνειο Νοσοκομείο όπου εισήχθη τάχιστα στο χειρουργείο καθότι επρόκειτο για σκωληκοειδίτιδα η οποία παρουσίασε οξεία περιτονίτιδα λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην αντιμετώπισή της και υποβλήθηκε σε εγχείρηση διάρκειας δυόμιση ωρών. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες λεπτομέρειες αμέλειας ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι οι αρμόδιοι υπεύθυνοι αξιωματικοί της μονάδας του παρέλειψαν να επιδείξουν την απαραίτητη και ενδεικνυόμενη υπό τις περιστάσεις φροντίδα και προσοχή αναφορικά με το πρόβλημα της υγείας του, δεν παρείχαν στον Ενάγοντα την κατάλληλη ιατρική φροντίδα, δεν επέδειξαν τη δέουσα προσοχή προς τον σκοπό αντιμετώπισης άμεσα του προβλήματος υγείας του Ενάγοντα, δεν τον μετέφεραν στον ιατρό, αγνόησαν και δεν αξιολόγησαν ορθά τα συμπτώματα τα οποία παρουσίασε η υγεία του Ενάγοντα και άφησαν τον Ενάγοντα να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της υγείας του σε παντελώς ακατάλληλο περιβάλλον και χωρίς καμία ιατρική και/ή θεραπευτική αγωγή και/ή φροντίδα. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες λεπτομέρειες σωματικών βλαβών του Ενάγοντα, αυτός, συνεπεία της συμπεριφοράς των Εναγομένων, ταλαιπωρήθηκε από έντονους πόνους, φόβο και ανησυχία για την κατάσταση της υγείας και της ζωής του καθ' όλη τη διάρκεια της 13ης Αυγούστου 2012, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση γαγγραινώδους σκωληκοειδίτιδας για αντιμετώπιση οξείας περιτονίτιδας διάρκειας δυόμιση ωρών και παρέμεινε στο Απολλώνειο Νοσοκομείο από τις 13/08/2012 μέχρι τις 20/08/
  2. Σε ότι αφορά τις ειδικές ζημιές που αξιώνει ο Ενάγων, αυτός αξιώνει το ποσό των €7.460 το οποίο ανέρχεται, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, στα έξοδα του Απολλώνειου Νοσοκομείου. Στην αντίπερα όχθη, ο Εναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισής του αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα πλην του γεγονότος ότι κατά τον ουσιώδη, ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο, αυτός υπηρετούσε ως εθνοφρουρός στην Εθνική Φρουρά. Παραδέχεται επίσης ότι ο Ενάγων δεν παρουσιάστηκε στην πρωινή αναφορά. Είναι η θέση του Εναγόμενου ότι ο Ενάγων ανέφερε απλά στους συναδέλφους του και όχι στους ανώτερους του ότι είχε πάθει ψύξη και δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Ο Εναγόμενος παραδέχεται επίσης το γεγονός της συνάντησης του Ενάγοντα με τον πατέρα του και τον Διοικητή της μονάδας και λέγει ότι στην εν λόγω συνάντηση ο Ενάγων και ο πατέρας του συμφώνησαν πως οι πόνοι προέρχονται από πιθανή ψύξη και δεν ζήτησαν οποιανδήποτε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Δικογραφείται επίσης ότι η αίτηση εκ μέρους του στρατιώτη για ιατρική εξέταση είναι απαραίτητη για τη μεταφορά του στον ιατρό. Είναι η περαιτέρω δικογραφημένη θέση του Eναγόμενου, ότι ο Ενάγων δεν παρέμεινε στον θάλαμο του αλλά μετέβηκε και στα εστιατόρια της μονάδας και ότι αυτός δεν ενημέρωσε για τους έντονους πόνους και δεν αιτήθηκε περίθαλψη ούτως ώστε να προκύψει ανησυχία στους ανωτέρους του. Σύμφωνα με την περαιτέρω δικογραφημένη θέση του Εναγόμενου, ο Ενάγων παρέλειψε να παρουσιάσει την πραγματική εικόνα της κατάστασής του αφού ανέφερε στον αξιωματικό υπηρεσίας ότι είχε πάθει ψύξη και είχε αφόρητους πόνους στην πλάτη και όχι στην κοιλιά. Ο Εναγόμενος αρνείται τις αξιώσεις του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι η αγωγή είναι αβάσιμη ζητώντας την απόρριψή της. Προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα έδωσαν μαρτυρία 4 μάρτυρες. Ο πρώτος μάρτυρας ήταν ο Ενάγων (ΜΕ1). Ο δεύτερος μάρτυρας ήταν ο πατέρας του Ενάγοντα, κ. Σόλων Χαραλάμπους (ΜΕ2). Η τρίτη μάρτυρας ήταν η αδελφή του Ενάγοντα, κα Μαίρη Χαραλάμπους (ΜΕ3) και ο τέταρτος και τελευταίος μάρτυρας ήταν ο κ. Στέφανος Κυβιδιώτης, εθνοφρουρός στο ίδιο τάγμα και λόχο στον οποίο υπηρετούσε ο Ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο (ΜΕ4). Για την πλευρά του Εναγόμενου έδωσε μαρτυρία ένας μάρτυρας ο κ. Στυλιανός Μαλέκου, Αντισυνταγματάρχης (ΜΥ1). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Ο ΜΕ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο Α). Ο ίδιος επανέλαβε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, ως αυτοί έχουν συνοψιστεί πιο πάνω και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Πρόσθεσε ότι στις 13/08/2012 όταν σήμανε εγερτήριο νωρίς το πρωί δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι του γιατί ένιωθε έντονους πόνους στην κοιλιακή χώρα, γεγονός που ανέφερε σε άλλους στρατιώτες του θαλάμου του. Ακολούθως, γύρω στις 6:30 π.μ. της ίδιας ημέρας ενημέρωσε τους γονείς του με τηλεφωνικό γραπτό μήνυμα για το πως ένιωθε και όταν επέστρεψαν οι στρατιώτες μετά την πρωινή αναφορά στον θάλαμο ζήτησε να ενημερώσουν τον αξιωματικό υπηρεσίας. Περίπου στις 6:45 π.μ. ήρθε ο αξιωματικός υπηρεσίας ΔΕΑ (ΠΖ)[2] Μετόχης Μιχάλης και τον ενημέρωσε ότι είχε αφόρητους πόνους στην κοιλιά και δεν μπορούσε να σηκωθεί ούτε να κινηθεί. Ο ίδιος του ανέφερε ότι θα ενημερώσει τον λοχαγό και τους ανώτερους του, πράγμα το οποίο όπως τον ενημέρωσε έπραξε και του είπε να παραμείνει στον θάλαμο μέχρι να δουν τι θα γίνει. Ακολούθως, σύμφωνα πάντα με τον Ενάγοντα, ήρθε κάποιος λοχαγός του οποίου το όνομα δεν θυμάται και του είπε να παραμείνει στον θάλαμο και τον διαβεβαίωσε ότι θα τον στείλουν στον ιατρό μαζί με όσους αιτήθηκαν ιατρική περίθαλψη. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του έκανε αναφορά στη συνάντηση που είχαν με τον πατέρα του στο γραφείο του Διοικητή κατά την οποία, σύμφωνα πάντα με τον Ενάγοντα, τον ρώτησε ο Διοικητής τι έχει και του είπε ότι έχει έντονους πόνους στην κοιλιά και δυσκολεύεται να σηκωθεί και να κινηθεί και ότι δεν γνωρίζει εάν είναι ψύξη. Ο Διοικητής διαβεβαίωσε τον ίδιο και τον πατέρα του ότι την ίδια ημέρα θα μεταβεί στον ιατρό μαζί με τους υπόλοιπους στρατιώτες που αιτήθηκαν ιατρό. Στη συνέχεια μετέβη στον θάλαμό του πλην όμως δεν ήρθε κανένας για να τον πάρει στον ιατρό και κατά την άποψή του αμέλησαν για την υγεία του. Πρόσθεσε ότι κατά την αναφορά του φαγητού πήρε άδεια από τον ΔΕΑ[3] Κυπραιόπουλο να μεταβεί μόνος του στα μαγειρεία και τον είχε ρωτήσει γιατί δεν πήγε ακόμη στον ιατρό και του είπε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο και στη συνέχεια επέστρεψε στον θάλαμο και συνέχισε να είναι στο κρεβάτι ενώ οι πόνοι ήταν αφόρητοι. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι στις 19:15 βγήκε διανυκτέρευση και ενημέρωσε την αδερφή του ότι δεν ένιωθε καλά και ότι άμεσα έπρεπε να πάει σε νοσοκομείο. Μετέβηκαν στο Απολλώνειο Νοσοκομείο όπου μετά από εξετάσεις ο Δρ. Μυριανθέας, λόγω της κρισιμότητας της κατάστασής του, τον έβαλε εσπευσμένα στο χειρουργείο όπου και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση γαγγραινώδους σκωληκοειδίτιδας και οξείας περιτονίτιδας. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι υπάρχουν συγκεκριμένες διαδικασίες και πρωτόκολλα στο στράτευμα τα οποία εφαρμόζονται από τους στρατιώτες, προκειμένου να αναφέρουν θέμα υγείας. Συμφώνησε ότι υποβάλλεται από τον στρατιώτη αίτημα για παραπομπή σε ιατρό στην αναφορά. Σε σχετική ερώτηση ανάφερε ότι εξ όσων γνωρίζει έπρεπε να πάει στην αναφορά για να ζητήσει ιατρό. Ερωτηθείς εάν ο ίδιος πήγε ανέφερε ότι δεν μπορούσε να πάει στην αναφορά επειδή είχε έντονους πόνους και ήταν στο κρεβάτι. Σε ότι αφορά τη μετάβασή του στο γραφείο του Διοικητή ανέφερε ότι μετέβη σε αυτό επειδή αυτή ήταν διαταγή. Σε σχετική υποβολή ότι ο ίδιος σηκώθηκε και πήγε το μεσημέρι στα μαγειρεία ανέφερε ότι το έκανε αυτό γιατί εκτέλεσε διαταγές, προσθέτοντας ότι γίνεται αναφορά για να πάνε στα μαγειρεία. Ερωτηθείς γιατί σε εκείνη την αναφορά δεν ανέφερε ότι ο ίδιος ζητά ιατρό, είπε πως ρώτησε τον ΔΕΑ Κυπραιόπουλο γιατί δεν πήγε ακόμη ιατρό. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του, ερωτηθείς εάν ζήτησε κατά τη συνάντηση με τον Διοικητή να φύγει με τον πατέρα του για να πάει στον ιατρό, ο ίδιος απάντησε ότι δεν θυμάται. Ακολούθως, σε άλλο σημείο επί του ίδιου ζητήματος απάντησε ότι δεν το έπραξε γιατί υπήρχε διαβεβαίωση από τον Διοικητή ότι θα μεταβεί για ιατρική περίθαλψη. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του είπε ότι όταν του φώναξαν μετά την ανωτέρω αναφερόμενη συνάντηση να πάει εκ νέου στο διοικητήριο, εκ λάθους ως φάνηκε στη συνέχεια, παρά το γεγονός ότι σηκώθηκε και ντύθηκε, δεν ανέφερε σε οποιονδήποτε αξιωματικό ότι εξακολουθεί ότι αναμένει να πάει στον ιατρό. Στη συνέχεια της αντεξέτασής του αναγνώρισε την υπογραφή του στις 2 καταθέσεις που έδωσε στο πλαίσιο της ανάκρισης που έλαβε χώρα στην Εθνική Φρουρά σε σχέση με το επίδικο περιστατικό (Τεκμήρια 15 και 16). Όταν του επισημάνθηκε με αναφορά στις καταθέσεις του ότι αρχικά ανέφερε ότι μπορούσε να αναγνωρίσει τον λοχαγό που ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι του είπε να παραμείνει στον θάλαμο του, στην πορεία δεν τον αναγνώρισε παρά το γεγονός ότι παρατάχθηκαν διάφοροι λοχαγοί ενώπιον του με σκοπό την αναγνώρισή τους, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν μπορούσε να ήταν σίγουρος γιατί όταν είχε γίνει το περιστατικό δεν μπορούσε από τους πόνους να τον αναγνωρίσει. Ακολούθως, ερωτηθείς εάν γνωρίζει τους υπαξιωματικούς κ. Κωνσταντίνου και κ. Μαργαρώνη ανέφερε ότι την εποχή εκείνη που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό δεν τους θυμόταν και ούτε θυμάται να είχαν οποιανδήποτε εμπλοκή. Ο ΜΕ2, πατέρας του Ενάγοντα, κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Έγγραφο Β). Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι στις 13 Αυγούστου 2012 γύρω στις 6:30 π.μ. δέχθηκαν τηλεφώνημα με τη σύζυγό του από τον γιο του όπου τους ενημέρωνε ότι ένιωθε έντονους πόνους στην κοιλιακή χώρα και δεν μπορούσε να κινηθεί και να σηκωθεί από το κρεβάτι. Στις 8:27 π.μ. ανέφερε ότι είχαν εκ νέου τηλεφωνική επικοινωνία (διά μηνυμάτων) με τον γιο του μέσω της μητέρας του Ενάγοντα, όπου ερωτηθείς εάν είναι καλύτερα απάντησε ότι ήταν λίγο καλύτερα και ότι ξάπλωνε και δεν μπορούσε να μιλήσει. Επειδή την ίδια μέρα στις 3:30 μ.μ. θα αναχωρούσε με τη σύζυγό του για προγραμματισμένες διακοπές στις Βρυξέλλες ανησύχησαν και έκριναν σωστό να επισκεφθούν το στρατόπεδο για άμεση ενημέρωση. Έφτασε στο στρατόπεδο γύρω στις 9:30 με τη σύζυγό του της οποίας όμως δεν επέτρεψαν την είσοδο στο στρατόπεδο και συναντήθηκε με τον Διοικητή της μονάδας, τον οποίο ενημέρωσε για την κατάσταση του γιου του και για την επικείμενη αναχώρηση του ΜΕ2 στο εξωτερικό. Τότε, ο Διοικητής έδωσε οδηγίες για να μεταβεί ο Ενάγων στο γραφείο του, πράγμα το οποίο έγινε και ακολούθησε συζήτηση μεταξύ του Διοικητή και του γιου του στο πλαίσιο της οποίας ενημερώθηκαν για την κατάστασή του. Σύμφωνα με τον ΜΕ2, έγιναν υποθέσεις για τα αίτια του πόνου και ο γιος του διερωτήθηκε για πιθανή ψύξη και τότε ο Διοικητής του είπε να πάει στον θάλαμο και να περιμένει. Ο ΜΕ2 αποχαιρέτησε τον Διοικητή μετά τη διαβεβαίωση του να μείνει ήσυχος και είπε στον γιο του να πάει στον θάλαμό του και να είναι σε επικοινωνία. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία διά μηνυμάτων μεταξύ της συζύγου του και του γιου του στις 10:45 π.μ. και στις 12:30 μ.μ. ενημερώθηκαν ότι δεν είχε πάει κανένας μέχρι εκείνη την ώρα για να τον πάρει στον ιατρό. Σε άλλο σημείο της κυρίως εξέτασής του σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε ότι ο ίδιος γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα να πάει να πάρει τον γιο του σε γιατρό έξω και ότι θα έπρεπε ο Διοικητής να βγάλει απόφαση για να τον πάρει και ότι τον πέταξαν τον γιο του ως χαρακτηριστικά ανέφερε «όπως τον σκύλο και υπέφερε εκεί, φώναζε, επαούριζε, καμία ανταπόκριση, κανένα ενδιαφέρον.» Αντεξεταζόμενος, ερωτηθείς κατά πόσο γνωρίζει εάν ο γιος του είχε πάει στην αναφορά του μεσημεριού ανέφερε ότι νομίζει ότι δεν πήγε, προσθέτοντας ότι δεν θυμάται και εν τέλει απάντησε με την ακόλουθη ερώτηση: «που να ξέρω εάν πήγε στην αναφορά του μεσημεριού;». Ερωτηθείς εάν ζήτησε από τον Διοικητή να πάρει τον γιο του και να τον πάρει ο ίδιος γιατρό απάντησε ότι δεν μπορεί να πάρεις στρατιώτη και δη νεοσύλλεκτο και να τον πάρεις εσύ στον γιατρό, για να πει σε άλλο σημείο επί του ίδιου θέματος τα ακόλουθα: «στον διάλογο δεν θυμάμαι εάν έπαιξε αυτό το σενάριο, αλλά λέω ότι το είπα, δεν ξέρω εάν στη συζήτηση τέθηκε και αυτό το θέμα και μου είπε αφήστε το κοντά μας, δεν θυμάμαι». Ακολούθως, σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του, ερωτηθείς εάν από τις 9:30 που έγινε η συνάντηση με τον Διοικητή μέχρι τις 12:30 που ετοιμαζόταν για να πάει στις Βρυξέλλες και αφού είδε ότι ο γιος του δεν πήγε στον ιατρό πήρε τηλέφωνο τον Διοικητή για να τον ενημερώσει ότι ο γιος του δεν πήγε ακόμα στον ιατρό και ότι περνούν οι ώρες, ο ίδιος απάντησε ότι δεν τηλεφώνησε γιατί ο Διοικητής είναι απρόσιτος και εάν επιχείρησε να τηλεφωνήσει η γυναίκα του δεν απαντούσε και στη συνέχεια όταν του υποβλήθηκε ότι στην πραγματικότητα δεν ξέρει εάν επιχειρήθηκε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Διοικητή απάντησε ότι δεν ξέρει. Η ΜΕ3, αδελφή του Ενάγοντα, κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Έγγραφο Γ). Κατά την κυρίως εξέτασή της υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στο πλαίσιο της ανακριτικής διαδικασίας που διεξήχθη από την Εθνική Φρουρά σε σχέση με το επίδικο επεισόδιο (Τεκμήριο 18). Σε αυτήν αναφέρει ότι η ίδια μετέβη στο στρατόπεδο για να μεταφέρει τον αδερφό της στο σπίτι και ότι ο ίδιος όταν έφτασαν στο σπίτι της ζήτησε να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο, αφού έκλαιγε από τον πόνο, πράγμα το οποίο έπραξε μεταφέροντας τον στο Απολλώνειο Νοσοκομείο. Στην κατάθεσή της (Τεκμήριο 18) ανάφερε επίσης ότι η επέμβαση διήρκησε πέραν της αναμενόμενης ώρας και όταν τελείωσε ο ιατρός την ενημέρωσε ότι δεν επρόκειτο για μια απλή περίπτωση σκωληκοειδίτιδας αλλά για ρήξη του τυφλού και τους υπογράμμισε τη δυσκολία της επέμβασης και τον ενδεχόμενο κίνδυνο να ξαναχρειαζόταν επέμβαση. Αντεξεταζόμενη, η ίδια ανέφερε ότι γνώριζε ότι οι γονείς της είχαν μεταβεί στο στρατόπεδο και ότι η ίδια δεν γνώριζε ούτε τη σοβαρότητα της κατάστασης ούτε το τι συνέβαινε ακριβώς. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής της ανάφερε ότι αποφάσισαν να επισκεφθούν το Απολλώνειο Νοσοκομείο επειδή είναι κοντά στο σπίτι τους. Ο ΜΕ4 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Έγγραφο Δ). Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στο ίδιο τάγμα και λόχο με τον Ενάγοντα. Όταν ξύπνησε το πρωί παρατήρησε ότι ένας στρατιώτης βρισκόταν στο κρεβάτι του και δεν σηκώθηκε για την πρωινή αναφορά. Πρόσθεσε ότι όταν έκαναν το πρώτο διάλειμμα της άσκησης θυμόταν ότι συζητούσαν μεταξύ τους οι στρατιώτες ότι ο στρατιώτης που έμεινε στον θάλαμο ζητούσε να τον πάρουν στον ιατρό και δεν τον πήραν και μετά έμαθε ότι αυτός ο στρατιώτης ήταν ο Ενάγων. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχε οποιεσδήποτε σχέσεις με τον Ενάγοντα τον οποίο ήξερε απλά ονομαστικά και είχε σχέσεις με τον Ενάγοντα αφού χειρουργήθηκε και επέστρεψε στη μονάδα. Ερωτηθείς για τον τρόπο που θα έπρεπε να ζητήσουν να εξεταστούν από ιατρό σε περίπτωση που υπήρχε τέτοια ανάγκη, ανέφερε ότι το αίτημα γινόταν στην πρωινή αναφορά ή στο άτομο που έπαιρνε αναφορά. Ερωτηθείς εάν γνώριζε τι γινόταν εάν το αίτημα δεν γινόταν στην πρωινή αναφορά, ανέφερε ότι εάν θυμάται καλά γινόταν αναφορά στο τέλος της ταχύρρυθμης άσκησης και δεν θυμόταν εάν υπήρχε αναφορά πριν το μεσημεριανό, λέγοντας ότι ίσως να υπήρχε αλλά δεν ήταν σίγουρος. Ερωτηθείς εάν κάποιος που υπέβαλε αίτημα στην πρωινή αναφορά και δεν ικανοποιείτο μπορούσε να κάνει νέο αίτημα όταν παρουσιαζόταν για φαγητό το μεσημέρι, ανέφερε ότι φανταζόταν ότι θα μπορούσε. Ερωτηθείς εάν γνωρίζει εάν έκανε τέτοιο αίτημα ο Ενάγων, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει και ότι το μόνο που γνωρίζει είναι ότι δεν μπορούσε να σηκωθεί. Σε υποβολή ότι σηκώθηκε πολλές φορές, απάντησε ότι δεν γνωρίζει και σε υποβολή ότι ξαναπαρουσιάστηκε στη μεσημεριανή αναφορά χωρίς να ζητήσει ιατρό, απάντησε ότι δεν θυμόταν. Ο ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι είναι στρατιωτικός και κατέχει τον βαθμό Αντισυνταγματάρχη. Σε ότι αφορά την εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση, ανέφερε ότι είχε διοριστεί ως στρατιωτικός ανακριτής στον σχηματισμό που υπηρετούσε το 2012 και σε αυτό το πλαίσιο προέβη στη λήψη καταθέσεων και εγγράφων και συνέταξε συνοπτική έκθεση καταλήγοντας στα συμπεράσματά του. Αντίγραφο της συνοπτικής έκθεσης που ετοίμασε και το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 19, επισημαίνοντας ότι τα συμπεράσματά του είναι αυτά τα οποία παρατίθενται στη σελίδα 24 του Τεκμηρίου
  3. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε, όπως αυτά παρατίθενται στο Τεκμήριο 19, ο Ενάγων ενώ είχε τη δυνατότητα να αιτηθεί ιατρό δεν το έπραξε, με αποτέλεσμα να μην δημιουργηθεί εντύπωση επείγουσας ιατρικής κατάστασης και αναγκαστικής μεταφοράς του από τη μονάδα στον ιατρό. Ήταν επίσης συμπέρασμα του ΜΥ1 ότι κατά τη διάρκεια εμφάνισης του προβλήματος του Ενάγοντα αυτός βρισκόταν σε υπηρεσία, όχι όμως σε διατεταγμένη υπηρεσία, δηλαδή κατά τον χρόνο του προβλήματος υγείας του δεν εκτελούσε οποιαδήποτε διατεταγμένη υπηρεσία. Ήταν η κατάληξη του ΜΥ1 στο πλαίσιο της ανάκρισης που διεξήγαγε, ότι ο Ενάγων δεν τήρησε τις προβλεπόμενες διαδικασίες και ενώ είχε τη δυνατότητα να ζητήσει να πάει ιατρό δεν το έπραξε, παρά το ότι του δόθηκαν αρκετές ευκαιρίες να το πράξει. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι, από την ώρα που ο Ενάγων έφυγε από τον Διοικητή είχε και άλλες ευκαιρίες να αιτηθεί να πάει στον ιατρό, όπως για παράδειγμα από τον αξιωματικό υπηρεσίας, χωρίς όμως να το πράξει και δεν το έπραξε ούτε κατά τη διάρκεια της μεσημεριανής αναφοράς όπου ο Ενάγων μετέβηκε για φαγητό χωρίς να αιτηθεί ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπηρετούσε στο τάγμα που υπηρετούσε ο Ενάγων και ότι ο ίδιος ήταν στον σχηματισμό της τέταρτης ταξιαρχίας στο στρατόπεδο Ηλία Παπακυριακού στην Αθαλάσσα. Σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν επέμεινε στη θέση του ότι ο Ενάγων δεν ζήτησε να πάει γιατρό, αφού άλλοι στρατιώτες πήγαν για εξέταση εκείνη την ημέρα και δεν υπήρχε λόγος να μην πήγαινε και ο Ενάγων. Σε υποβολή ότι το αυτοκίνητο που μετέφερε τους στρατιώτες στον ιατρό πήγε πριν λάβει χώρα η συνάντηση με τον Διοικητή, ανέφερε ότι θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να το ζητήσει και έκτακτα θα οριζόταν άλλο όχημα για να τον πάρει στον γιατρό. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ο σκοπός της οποίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση εκεί όπου υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές.[4] Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[5] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[6] Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής των μαρτύρων, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και το βαθμό στον οποίο η μαρτυρία συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[7] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[8] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[9] Η εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε από τον Ενάγοντα δεν είναι θετική. Αναδύθηκε μία εικόνα έλλειψης αυθορμητισμού και αστάθειας στα όσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η γενικότερη εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από αυτόν τον μάρτυρα ήταν η έντονη προσπάθεια του να αποδώσει λάθη και παραλείψεις στους ανώτερους αξιωματικούς της μονάδας στην οποία υπηρετούσε και δη στον Διοικητή αυτής χωρίς όμως να ήταν σε θέση να στοιχειοθετήσει τις αναφορές του. Η μαρτυρία του στερείται πειστικότητας και δίδω στη συνέχεια διάφορα ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο απαντούσε τα οποία αναδεικνύουν και επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο. Ενώ συμφώνησε και παρουσιάστηκε μέσω των απαντήσεων του γνώστης του είδους της διαδικασίας και πρωτοκόλλου που ακολουθείται στο στράτευμα όταν υπάρχει ανάγκη ιατρικής εξέτασης, ήτοι η υποβολή αιτήματος από τον στρατιώτη κατά την αναφορά, ισχυριζόμενος ότι ο λόγος που δεν υπέβαλε τέτοιο αίτημα ήταν επειδή δεν μπορούσε να πάει στην πρωινή αναφορά εντούτοις στη συνέχεια, ενώ ευθαρσώς δήλωσε ότι σηκώθηκε και πήγε στη μεσημεριανή αναφορά ουδόλως εξήγησε για ποιο λόγο δεν υπέβαλε κατά την εν λόγω αναφορά το αίτημα του ακολουθώντας έτσι το πρωτόκολλο που ο ίδιος γνώριζε ότι υπήρχε στο στράτευμα, χωρίς μάλιστα να ισχυριστεί ότι δεν ήταν δυνατό ή εφικτό ή αναγκαίο να υποβάλει το αίτημα του στη μεσημεριανή αναφορά. Σε περίπτωση που ο ίδιος ένιωθε ότι υπήρχε άμεση και επείγουσα ανάγκη να μεταβεί στον ιατρό και εάν πράγματι είχε τέτοια επιθυμία και ανάγκη να εξεταστεί από ιατρό, τότε από τη στιγμή που ήταν σε θέση να σηκωθεί και να πάει στη μεσημεριανή αναφορά, πράγμα το οποίο έπραξε, θα αναμενόταν λογικά ότι θα ακολουθούσε το πρωτόκολλο που ο ίδιος ευθαρσώς δήλωσε ότι γνώριζε ότι υπήρχε. Δεν ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να υποβάλει το αίτημα του στη μεσημεριανή αναφορά, ούτε εξήγησε για ποιο λόγο δεν το υπέβαλε σε εκείνο το στάδιο, παρά μόνο αρκέστηκε να αναφέρει ότι ρώτησε απλώς τον δόκιμο έφεδρο αξιωματικό γιατί δεν είχε πάει ακόμα γιατρό. Περαιτέρω, ενώ ισχυρίστηκε ότι μετά την αναφορά του φαγητού επέστρεψε στον θάλαμο του και οι πόνοι ήταν αφόρητοι και ότι στις 15:00 μ.μ. του είπαν να πάει εκ νέου στον Διοικητή εκ λάθους όπως φάνηκε στην πορεία, με αποτέλεσμα να σηκωθεί και να ντυθεί επιστρέφοντας εκ νέου στον θάλαμο του μετά τη διαπίστωση του λάθους, ευθαρσώς δήλωσε ότι και σε εκείνο το σημείο και πάλι δεν ανέφερε σε οποιονδήποτε αξιωματικό οτιδήποτε σε σχέση με το ζήτημα της εξέτασης του από γιατρό, χωρίς να ισχυριστεί ότι δεν μπορούσε ακόμα και σε εκείνο το σημείο να αναφέρει το γεγονός αυτό από τη στιγμή που είχε κατά τους ισχυρισμούς του αφόρητους πόνους. Ενδεικτικό της αστάθειας και έλλειψης αυθορμητισμού στις απαντήσεις που έδιδε ήταν επίσης και η αναφορά του ότι ενώ αρχικά ισχυρίστηκε σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ότι δεν θυμόταν εάν ζήτησε στη συνάντηση με τον Διοικητή να φύγει με τον πατέρα του για να πάει στον γιατρό, στη συνέχεια όταν η πλευρά της υπεράσπισης επέμεινε επί τούτου του σημείου θυμήθηκε απαντώντας ευθαρσώς ότι δεν το έπραξε γιατί υπήρχε, όπως ισχυρίστηκε, διαβεβαίωση από τον Διοικητή ότι θα μεταβεί για ιατρική περίθαλψη. Άλλωστε, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ενάγοντα η κατ' ισχυρισμό διαβεβαίωση από τον Διοικητή ήταν ότι θα μετέβαινε σε γιατρό εντός της ημέρας. Δεν ισχυρίστηκε καν ο Ενάγων ότι του δόθηκε διαβεβαίωση από τον Διοικητή για άμεση και επείγουσα μεταφορά του στον γιατρό και ούτε στην πραγματικότητα φαίνεται να ζητήθηκε κάτι τέτοιο. Θα αναμενόταν όμως λογικά ότι εάν υπήρχε άμεση και επείγουσα ανάγκη και επιθυμία για μετάβαση στον γιατρό τότε αυτό είτε θα δηλωνόταν και θα απαιτείτο ευθαρσώς και ξεκάθαρα από τον Διοικητή της μονάδας κατά την αναφερόμενη συνάντηση στην οποία σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του ΜΕ1 δεν φαίνεται να εκφράστηκε τέτοια άμεση και επείγουσα επιθυμία μετάβασης στον γιατρό, είτε θα ζητούσε ο ίδιος με τον πατέρα του να μεταβούν εκείνη τη στιγμή σε γιατρό της επιλογής τους, επιλογή για την οποία επίσης δεν φαίνεται να εξέφρασαν επιθυμία. Περαιτέρω, ενώ σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι τους υπαξιωματικούς κ. Κωνσταντίνου και κ. Μαργαρώνη δεν τους θυμόταν την εποχή εκείνη που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό και ούτε θυμάται να είχαν οποιανδήποτε εμπλοκή, εντούτοις προέκυψαν, επί τούτης της αναφοράς, τα ακόλουθα: στη συμπληρωματική του κατάθεση στο πλαίσιο της ανακριτικής διαδικασίας που διεξήχθη στην Εθνική Φρουρά (Τεκμήριο 16) φαίνεται να παρατάχθηκαν ενώπιον του οι πιο πάνω αναφερόμενοι υπαξιωματικοί στο πλαίσιο διαδικασίας αναγνώρισης. Αυτό έγινε επειδή στην αρχική κατάθεση του Ενάγοντα (Τεκμήριο 15) ισχυρίστηκε ότι κάποιος λοχαγός του οποίου το όνομα δεν θυμόταν αλλά τον οποίο ήταν σε θέση να αναγνωρίσει όπως ανέφερε, πέρασε από τον θάλαμο και του είπε να περιμένει και τον διαβεβαίωσε ότι θα πήγαινε γιατρό με τον Ενάγοντα να λέει εν τέλει στη συμπληρωματική του κατάθεση (Τεκμήριο 16) ότι του ήταν εν τέλει δύσκολο να αναγνωρίσει το άτομο προσθέτοντας ότι από τα άτομα που είδε κατέληξε στους δύο πιο πάνω υπαξιωματικούς για να καταλήξει στη συμπληρωματική του κατάθεση (Τεκμήριο 16) ότι «. εκ των δύο πλησιέστερη εικόνα προς εμένα μου φαίνεται ο ΕΠΥ Λοχία (ΠΖ) Μαργαρώνης» για τον οποίο εντελώς αντιφατικά κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στη υπόθεση. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΕ1 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας του να δώσει σταθερές, λογικές και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση, καταλήγω ότι επί των αμφισβητουμένων σημείων η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής και, επομένως, την απορρίπτω. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του ΜΕ1 κατατέθηκε από αυτόν ένα ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Πέτρου Μυριανθεύς (Τεκμήριο 7) ο οποίος δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου. Καθίσταται σαφές ότι το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου συνιστά εξ ακοής μαρτυρία η οποία ασφαλώς δεν αποκλείεται μόνο γιατί είναι εξ ακοής, όμως κατά την αξιολόγηση της[10] και όταν αποφασίζεται η αποδεικτική αξία και βαρύτητα που θα της αποδοθεί, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει όλα τα σχετικά στοιχεία που την περιβάλλουν.[11] Θα ήταν κατά την κρίση του Δικαστηρίου ακροσφαλές να στηριχθεί το Δικαστήριο στο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων λαμβανομένου υπόψη ιδιαίτερα του γεγονότος ότι αφενός αυτό περιέχει ιατρικές ορολογίες και το Δικαστήριο θα ανέμενε την παρουσία του συντάκτη του προκειμένου να είναι αφενός σε θέση να εξηγήσει τις αναφορές στις οποίες προβαίνει και να διαφωτίσει το Δικαστήριο σε σχέση με τα όσα κατέγραψε παρέχοντας τις δέουσες λεπτομέρειες αφού μόνο έτσι θα μπορούσε το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, και αφετέρου, να τεθούν οι αναφορές του στη βάσανο της αντεξέτασης. Ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την απουσία του συντάκτη του εν λόγω εγγράφου από το Δικαστήριο προκειμένου αυτός να αντεξεταστεί, ενώ δεν φαίνεται να μην ήταν εύλογο και εφικτό για τον Ενάγοντα, που έχει προσαγάγει αυτή μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε τις αρχικές δηλώσεις. Ούτε υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εύλογο και εφικτό. Στην πραγματικότητα, ο Ενάγων θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έχει προσαχθεί η εξ ακοής μαρτυρία, δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της εν λόγω μαρτυρίας με αποτέλεσμα να μην μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου. Εν πάση περίπτωση, ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου καθίσταται σαφές ότι αυτό δεν βοηθά με οποιοδήποτε τρόπο την υπόθεση του Ενάγοντα υπό την έννοια ότι σε αυτό απλώς περιγράφεται το είδος της επέμβασης και ο τρόπος με τον οποίο αυτή διεξήχθη. Δεν αναφέρεται στο ρηθέν πιστοποιητικό ότι εάν, λόγου χάρη, ο Ενάγων εξεταζόταν ή νοσηλευόταν νωρίτερα τότε θα απέφευγε τη ρηθείσα επέμβαση ή ότι η επέμβαση θα είχε άλλο είδος ή έκταση ή διάρκεια ή ότι ο Ενάγων ταλαιπωρήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο ένεκα του χρόνου κατά τον οποίο νοσηλεύτηκε. Προχωρώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ
  4. Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε και από αυτόν τον μάρτυρα δεν ήταν θετική και αναδύθηκε η έντονη και υπερβολική προσπάθεια του να αποδώσει λάθη και παραλείψεις στους ανώτερους αξιωματικούς της μονάδας στην οποία υπηρετούσε ο γιος του κατά τον ουσιώδη χρόνο και δη στον Διοικητή αυτής χωρίς όμως να ήταν σε θέση να στοιχειοθετήσει τις αναφορές του. Διαπίστωσα επίσης έλλειψη αυθορμητισμού σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του αλλά και άγνοια των όσων φαίνεται στην πραγματικότητα να έλαβαν χώρα όπως αυτά αναφέρθηκαν από τον γιο του (ΜΕ1) όταν αυτός έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Δίδω στη συνέχεια διάφορα ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του. Έγινε προσπάθεια να παρουσιασθεί μία εικόνα ότι ο γιος του υπέφερε από αφόρητους πόνους κλεισμένος στον θάλαμο του χωρίς να επιδείξει κανένας οποιοδήποτε ενδιαφέρον με τον ΜΕ2 να προβαίνει σε αναφορές ότι ο γιος του «επαούριζε» και υπέφερε και τον «πέταξαν όπως τον σκύλο» χωρίς κανένα ενδιαφέρον όταν αφενός, ο ίδιος ο ΜΕ1 δεν είπε σε κανένα στάδιο ότι «επαούριζε» από τους πόνους και δεν του έδωσε κανένας σημασία και αφετέρου, ο ίδιος ο ΜΕ1 όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του δεν έμεινε κλεισμένος στον θάλαμο του, όπως ισχυρίστηκε ο ΜΕ2, αλλά βγήκε από αυτόν σε διάφορα χρονικά διαστήματα όπως για παράδειγμα στην μεσημεριανή αναφορά χωρίς και πάλι να ακολουθήσει το πρωτόκολλο που ήξερε και αποδέχτηκε ότι υπήρχε (με την υποβολή του αιτήματος κατά την μεσημεριανή αναφορά) και πήγε και εκ νέου εκ λάθους στο γραφείο του Διοικητή χωρίς και πάλι να αναφέρει οτιδήποτε σε οποιονδήποτε και χωρίς να ισχυριστεί ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό. Τα όσα ο ίδιος ανέφερε για τη συνάντηση που έλαβε χώρα στο γραφείο του Διοικητή συνηγορούν υπέρ του ότι κάθε άλλο παρά εκφράστηκε οποιαδήποτε επιθυμία για άμεση και επείγουσα ανάγκη για τη μεταφορά του γιου του σε γιατρό για εξέταση, ούτε ο ίδιος ή ο γιος του απαίτησε κάτι τέτοιο, ούτε ο ίδιος ζήτησε να πάρει τον γιο του σε γιατρό εκτός στρατοπέδου. Ήταν αξιοσημείωτος ο δισταγμός του να απαντήσει στην ερώτηση κατά πόσο ο ίδιος ζήτησε να πάρει τον γιο του σε γιατρό και του αρνήθηκαν. Ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν είχε δικαίωμα να κάνει κάτι τέτοιο, την ίδια στιγμή παραδέχτηκε μέσω των απαντήσεων του ότι θα μπορούσε να εκδοθεί σχετική διαταγή από τον Διοικητή για κάτι τέτοιο και ότι ο ίδιος δεν ζήτησε καν από το Διοικητή να πάρει τον γιο του σε γιατρό. Με άλλα λόγια, παραδέχτηκε ότι υπήρχε η δυνατότητα να υποβάλει τέτοιο αίτημα το οποίο όμως δεν υπέβαλε καν. Η θέση του ότι δεν το έκανε επειδή υπήρχε η διαβεβαίωση από τον Διοικητή για μεταφορά στον γιατρό κάθε άλλο παρά έπεισε. Και τούτο διότι, προφανώς, εάν η εικόνα που είχε δοθεί εκ μέρους του γιου τη δεδομένη στιγμή σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του ήταν πράγματι σοβαρή και εάν είχε πράγματι εκφρασθεί επιθυμία για άμεση και επείγουσα μεταφορά του Ενάγοντα σε γιατρό για εξέταση τότε η λογική του πράγματος επιβάλλει ότι είτε ο ΜΕ2 θα ζητούσε από τον Διοικητή να πάρει τον γιο του ο ίδιος σε γιατρό είτε θα απαιτούσε την άμεση και επείγουσα μεταφορά του σε γιατρό του στρατοπέδου. Αντίθετα, από τα όσα ο ίδιος ο ΜΕ2 ισχυρίστηκε ότι διαμείφθηκαν κατά τη ρηθείσα συνάντηση με τον Διοικητή σε συνάρτηση με τις κάθε άλλο παρά αυθόρμητες αναφορές του σε σχέση με το ότι ο ίδιος δεν ζήτησε καν από τον Διοικητή να πάρει τον Ενάγοντα σε γιατρό για εξέταση, επιβεβαιώθηκε ότι τα πράγματα σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του υιού του δεν παρουσιάστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο όπως έγινε προσπάθεια να παρουσιαστούν στη συνέχεια κατά την ακροαματική διαδικασία. Ενδεικτικό της άγνοιας του ΜΕ2 σε σχέση με τα όσα πράγματι φαίνεται να έλαβαν χώρα εκείνη την ημέρα ήταν και το γεγονός ότι ο ίδιος φάνηκε να αγνοούσε ότι ο γιος του είχε μεταβεί στη μεσημεριανή αναφορά χωρίς και πάλι να υποβάλει οποιοδήποτε αίτημα και χωρίς να ισχυριστεί ο γιος του ότι δεν θα ήταν εφικτό να υποβάλει τέτοιο αίτημα. Μάλιστα, επί τούτου του σημείου αρχικά ισχυρίστηκε ότι ο γιος του δεν πήγε στη μεσημεριανή αναφορά ενώ στη συνέχεια, αναιρώντας αυτήν του την τοποθέτηση παραδέχτηκε ευθαρσώς ότι στην πραγματικότητα ο ίδιος δεν γνώριζε αν είχε πάει ή όχι. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΕ2 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά παραδείγματα των αναφορών του καταλήγω ότι επί των αμφισβητουμένων σημείων η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και, επομένως, την απορρίπτω. Σε ότι αφορά τη ΜΕ3, αδελφή του Ενάγοντα, η μαρτυρία της περιορίστηκε απλώς στο ότι αυτή πήρε τον αδερφό της από το στρατόπεδο και τον μετέφερε στο Απολλώνειο Νοσοκομείο. Κατά τα λοιπά, δεν είχε οποιαδήποτε γνώση στα όσα έλαβαν χώρα πριν την έξοδο του Ενάγοντα από το στρατόπεδο. Οι επί του προκειμένου αναφορές της ήταν ειλικρινείς και γίνονται αποδεκτές. Επί της ουσίας δεν πρόσθεσαν οτιδήποτε, ούτε βοηθούν στην επίλυση των επίδικων ζητημάτων. Σε ότι αφορά τις ιατρικού περιεχομένου αναφορές της και ειδικότερα ότι ο γιατρός της είπε ότι η επέμβαση διήρκησε πέραν της αναμενόμενης ώρας και ότι δεν επρόκειτο για μια απλή περίπτωση σκωληκοειδίτιδας δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στις εξ ακοής αναφορές της οι οποίες δεν επιβεβαιώθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με ιατρική μαρτυρία. Σε ότι αφορά τον ΜΕ4 η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από γενικότητα, ασάφεια και αστάθεια. Από τη μαρτυρία του αναδύθηκε ότι ούτε αυτός γνώριζε τι ακριβώς έλαβε χώρα εκείνη την ημέρα. Ειδικότερα, ενώ ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγων δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι του, εντούτοις στη συνέχεια σε σχετική υποβολή ότι ο Ενάγων είχε σηκωθεί αρκετές φορές ευθαρσώς δήλωσε ότι δεν γνώριζε κάτι τέτοιο αναιρώντας έτσι την προηγούμενη τοποθέτηση του. Περαιτέρω, ενώ ισχυρίστηκε ότι μετά το διάλειμμα της άσκησης συζητούσαν μεταξύ τους οι στρατιώτες ότι ο στρατιώτης που έμεινε στον θάλαμο ζητούσε να τον πάνε στον γιατρό και δεν τον πήραν, εντούτοις ουδόλως εξειδίκευσε αυτήν την γενική αναφορά. Θα αναμενόταν από τον ίδιο να προβεί σε συγκεκριμένες και σαφείς αναφορές ή έστω να δώσει κάποια εξήγηση ως προς το γιατί δεν ήταν σε θέση να εξειδικεύσει αυτήν του την αναφορά. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι ο ΜΕ4 επιβεβαίωσε με τη μαρτυρία του τη θέση της Υπεράσπισης σε σχετική ερώτηση που του υπεβλήθη ότι αίτημα για ιατρική εξέταση θα μπορούσε να υποβληθεί και κατά τη μεσημεριανή αναφορά. Έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΕ4 στην ολότητα της, διαπιστώνω ότι αυτή δεν έχει την απαραίτητη σαφήνεια, συνεκτικότητα και πειστικότητα, με αποτέλεσμα αυτή, να μην μπορεί να γίνει, επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, αποδεκτή και συνεπώς, απορρίπτεται. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ
  5. Πρόκειται για τον ανακριτή που διορίστηκε από την Εθνική Φρουρά για να εξετάσει το επίδικο περιστατικό. Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του ως αυτή συνοψίσθηκε πιο πάνω, οφείλω να σημειώσω ότι δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, σταθερή και πειστική απαντώντας αυθόρμητα στις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Παρέμεινε σαφής, σταθερός και ακλόνητος στη θέση του ότι αφενός η συμπεριφορά του Ενάγοντα ήταν τέτοια ώστε να μην δημιουργηθεί εντύπωση επείγουσας ιατρικής κατάστασης και αναγκαστικής μεταφοράς του από τη μονάδα στον ιατρό και αφετέρου, ότι ο Ενάγων ενώ είχε τη δυνατότητα σε διάφορα χρονικά διαστήματα να ακολουθήσει το σχετικό πρωτόκολλο για την υποβολή του αιτήματος για ιατρική εξέταση εντούτοις, δεν το έπραξε. Αξιολογώντας με προσοχή τη μαρτυρία του στο σύνολο της, τις απαντήσεις που έδιδε και την εν γένει συμπεριφορά του από τη θέση του μάρτυρα, λέω ότι μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Κρίνω επομένως ότι η μαρτυρία του ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[12] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[13] Θα πρέπει να σημειωθεί ευθύς εξαρχής ότι ανατρέχοντας στο γραπτό κείμενο των αγορεύσεων της Υπεράσπισης, καθίσταται σαφές ότι δεν αμφισβητείται από την πλευρά της Υπεράσπισης η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας από την Κυπριακή Δημοκρατία έναντι των προσώπων που υπηρετούν στην Εθνική Φρουρά και κατ' επέκταση έναντι του Ενάγοντα.[14] Αυτό το οποίο αμφισβητείται και στο οποίο εστιάστηκε η επιχειρηματολογία των συνήγορων του Εναγόμενου είναι στην αποτυχία απόδειξης των λοιπών συστατικών στοιχείων του αστικού αδικήματος της αμέλειας. Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.

(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων.[15] Η αξίωση του Ενάγοντα έναντι του Εναγόμενου για αποζημιώσεις εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό αμέλεια. Το αστικό αδίκημα της αμέλειας κωδικοποιείται στο άρθρο 51
(1)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφάλαιο 148) το οποίο διαλαμβάνει, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, τα ακόλουθα:
(1)Αμέλεια συνίσταται: (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή . Και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.» Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 2, σελ. 8, τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της αμέλειας είναι: (α) η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας έναντι του Ενάγοντα (β) η παράβαση του καθήκοντος και (γ) η ύπαρξη ζημιάς συνεπεία της παράβασης.[16] Στην υπόθεση Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541 επισημαίνεται η ανάγκη να καταδεικνύεται πάντοτε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημιάς που προκύπτει.[17] Το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας είναι πραγματικό και πρέπει να αποφασίζεται ως τέτοιο με βάση τη συνηθισμένη, απλή λογική.[18] Καθοδηγούμενη από τις αρχές που διέπουν τη νομική πτυχή του αστικού αδικήματος της αμέλειας και έχοντας κατά νου την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας καθώς και την καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων[19], καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να απορρίψει την απαίτηση του Ενάγοντα αφού αυτός απέτυχε να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία που θα έκανε την πλάστιγγα να κλίνει υπέρ του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ακόμα και να διαπιστωνόταν παράβαση καθήκοντος επιμέλειας εκ μέρους της Εθνικής Φρουράς η απαίτηση του Ενάγοντα θα ήταν και πάλι καταδικασμένη σε απόρριψη. Και τούτο διότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνδέσει αιτιωδώς την κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα με τέτοια παράβαση. Με άλλα λόγια, δεν παρουσιάστηκε ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει (και δη αιτιωδώς) την ισχυριζόμενη παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας της Εθνικής Φρουράς είτε με την εμφάνιση σκωληκοειδίτιδας, είτε με την ανάγκη υποβολής σε χειρουργική επέμβαση, είτε με το είδος ή διάρκεια της επέμβασης. Δεν υπήρξε δηλαδή μαρτυρία ότι ένεκα της κατ' ισχυρισμό καθυστέρησης που επέδειξε η Εθνική Φρουρά (σε περίπτωση που υπήρχε αποδεκτή περί τούτου μαρτυρία), ο Ενάγων εμφάνισε σκωληκοειδίτιδα ή οξεία περιτονίτιδα, ή ότι η επέμβαση είχε μακρότερη και πιο επίπονη διάρκεια από αυτήν που θα είχε εάν δεν υπήρχε η κατ' ισχυρισμό παράβαση. Τέλος, στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνήγορων του Ενάγοντα γίνεται μία γενική εισήγηση ότι τυγχάνει εφαρμογής ο περί Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία Νόμoς τoυ 1996 (89(I)/1996). Δεν θα συμφωνήσω με αυτήν την εισήγηση η οποία στερείται νομικού ερείσματος. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(6)του εν λόγω Νόμου: «Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν εφαρμόζονται σε ορισμένες εκ της φύσεώς τους ιδιάζουσες δραστηριότητες του δημόσιου τομέα, ήτοι στις ένοπλες δυνάμεις, στην αστυνομία, στις υπηρεσίες πολιτικής άμυνας ή σε άλλες υπηρεσίες που προσφέρονται συνεπεία έκτακτης ανάγκης.» Περαιτέρω, σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου, ο όρος «ένοπλες δυνάμεις»: «σημαίνει την Εθνική Φρουρά ή το Στρατό της Δημοκρατίας κατά την έννοια του περί Εθνικής Φρουράς Νόμου ή του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου, αντίστοιχα∙» Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, καταλήγω ότι ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του στον απαιτούμενο βαθμό εναντίον του Εναγόμενου. Συνακόλουθα, η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός (Πεζικού). [3] Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός. [4] Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd (ανωτέρω), Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009. [5] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [6] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [7] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C35. [8] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [9] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) [10] Αναφορικά με την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας και τη βαρύτητα που πρέπει να της αποδοθεί, σχετική η Θεοπίστη Τουμαζή ν Vandita Dixit, ECLI:CY:AD:2015:A302, Πολιτική Έφεση 274/2010, ημερομηνίας 5.5.2015, ECLI:CY:AD:2015:A
  1. βλ. επίσης Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, Πολιτική Έφεση αρ. 6/11 ημερ. 15/07/2016 [11] Άρθρο 27, Κεφ.
  2. [12] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [13] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [14] Σχετικές είναι αναφορές στη σελίδα 12 του γραπτού κειμένου της αγόρευσης των συνηγόρων του Εναγόμενου. [15] Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 [16] Βλ. επίσης ΚΥΠΡΟΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ν. KN ZOO BAR RESTAURANT LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 447/2011, 15/12/2016 Κωνσταντίνου ν. Χατζηκυριάκου
(1993)1 Α.Α.Δ. 864 και Καλαθά ν. Πουλλίτα
(2006)1 Α.Α.Δ. 480 [17] Maynard v. West Midlands Regional Health Authority
(1985)1 All E.R. 635, Κούλλης Κυριαλλής ν. Άννης Τελεβάντου υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Τελεβάντου
(2007)1 ΑΑΔ 1299 [18] Βλ. σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 2, σελ. 23. [19] Κades v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212 Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Χ΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41, Charalambous v. Republic
(1985)2 CLR 97 Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257· Παπανδρέου ν. Τύλληρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 157 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.