ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΥ ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 116/21, 2/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 116/21 Ημερομηνία: 02/02/2023 Μεταξύ: ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΥ (Α. Δ. Τ. [ ]) Ενάγοντα και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 6771) Εναγόμενη Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα Αιτητή: κ. Γεωργιάδης Για Εναγόμενο Καθ' ου η Αίτηση: κ. Χριστοδούλου Αίτηση ημερομηνίας 15/02/2022 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση, ο Ενάγοντας ζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η Αίτηση βασίζεται στις διαταγές 18, 39, 59, 64 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 1, 2, 29, 30, 31, 43 και 97 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 και στα άρθρα 3,12 και 13 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 2003, του περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου
- ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Ο Ενάγοντας ετοίμασε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης και αναφέρει ότι η Εναγόμενη του οφείλει το ποσό των €23.8875,95 πλέον τόκους που παράνομα κατασχέθηκε την 08/07/2021 από τον λογαριασμό του [ ]-01 δυνάμει συμφωνίας εγγύησης αρ. 090255 ημερομηνίας 05/12/2012 και συμφωνία εμπρόθεσμης κατάθεσης που είχε με την πρώην ΣΠΕ Στροβόλου. Είχε προχωρήσει σε συμφωνία εγγύησης και συμφωνία δέσμευσης εμπρόθεσμης κατάθεσης ύψους €260.786,53 με αριθμό λογαριασμού [ ]513 για την παραχώρηση δανείου προς την εταιρεία Luce Ataliotis Ltd από το ΑΠΙ για το ποσό των €225.
- Κατά το διάστημα μεταξύ των συμφωνιών ημερομηνίας 05/12/2012 και της καταχώρησης της παρούσας αγωγής, η συμφωνία δανείου μεταφέρθηκε στην Εναγόμενη και τους λογαριασμούς εμπρόθεσμης κατάθεσης και δανείου αντιστοίχως. Τον Δεκέμβριο του 2020 έλαβε γνώση μετά από έρευνα ότι η πρωτοφειλέτης είχε αθετήσει τα συμφωνηθέντα, όμως δεν έλαβε ειδοποίηση του γεγονότος από την τράπεζα. Την 07/01/2021 υπέβαλε γραπτό παράπονο προς την Εναγόμενη, χωρίς να λάβει ουσιαστική απάντηση εντός 3 μηνών που προβλέπει ο νόμος. Την 08/04/2021 υπέβαλε παράπονο στον Επίτροπο. Την 31/05/2021 έλαβε γραπτή διαβεβαίωση από την Εναγόμενη πως ο πρωτοφειλέτης δεν παρουσίαζε καθυστερήσεις στην πληρωμή του δανείου και παράλληλα αποστάλθηκε επιστολή στους δικηγόρους του με την οποίαν απέρριπτε η Εναγόμενη στην ολότητα όλους τους ισχυρισμούς που είχε υποβάλει και ότι το δάνειο δεν παρουσιάζει καθυστέρηση και ότι η δέσμευση κατάθεσης και εγγύησης, εξακολουθούν να ισχύουν ως εξασφάλιση για το δάνειο. Στις 15/06/2021 έλαβε επιστολή από την Εναγόμενη μέσω κοινοποίησης επιστολής ημερομηνίας 02/06/2021 στην πρωτοφειλέτη για πλήρη εξόφληση του δανείου. Την 08/07/2021 η Εναγόμενη προχώρησε στην κατάσχεση του ποσού των €238.875,95 πλέον τόκου από τον λογαριασμό της εμπρόθεσμης κατάθεσης. Στη συνέχεια έλαβε την απόφαση του επιτρόπου την 20/07/
- Οι δικηγόροι του απέστειλαν επιστολή στην Εναγόμενη και αξίωναν την επιστροφή του κατασχεθέντος ποσού μέχρι να εξεταστεί το παράπονο του από τον επίτροπο. Επίσης ζήτησε κατάσταση λογαριασμού του πρωτοφειλέτη. Η Εναγόμενη του απάντησε ότι τα νομικά της δικαιώματα είναι ανεξάρτητα από το παράπονο του Αιτητή στον Επίτροπο. Στις 06/08/2011 έλαβε την απόφαση του Επιτρόπου η οποία τον δικαίωσε πλήρως, καλώντας την Εναγόμενη αφενός να επιστρέψει όλο το επίδικο ποσό των €238.875,95 πλέον τόκους από 01/01/2021 μέχρι 08/07/2021 το οποίο κατασχέθηκε παράνομα από τον λογαριασμό του και αφετέρου να τον απαλλάξει πλήρως από εγγυητή. Στις 13/08/2021 σε πλήρη συμμόρφωση με την απόφαση οι δικηγόροι του απέστειλαν στην Εναγόμενη ηλεκ. ταχυδρομείο όπως άμεσα επιστρέψει το επίδικο ποσό πλέον τόκους, και όπως τον απαλλάξει από εγγυητή. Η Εναγόμενη δεν απάντησε. Περαιτέρω εντός της προθεσμίας των δύο μηνών που ορίζει ο νόμος ενημέρωσε γραπτώς τον Επίτροπο ότι αποδέχεται τη δεσμευτικότητα της απόφασής του. Στις 06/10/2021 στάλθηκε από τους δικηγόρους προς την Εναγόμενη δεύτερο ηλεκ. ταχυδρομείο μέσω του οποίου την ενημέρωναν πως στις 06/10/2021 έληγε η δίμηνη προθεσμία αποδοχής δεσμευτικότητας της απόφασης και τους ζητήθηκε όπως απαντήσουν μέχρι τις 18:00 μ.μ. στις 12/10/2021 κατά πόσο θα συμμορφωθούν. Στις 08/10/2021, δύο μέρες μετά την εκπνοή της προθεσμίας των δύο μηνών, η Εναγόμενη έστειλε επιστολή με ηλεκ. ταχυδρομείο προς τον Επίτροπο με την οποίαν ανέφερε ότι δεν αποδέχεται τη δεσμευτικότητα της απόφασης, επιστολή η οποία κοινοποιήθηκε στους δικηγόρους του από τον Επίτροπο στις 14/10/2021 από τους οποίους και έλαβε επιστολή. Στις 18/10/2021 η Εναγόμενη απάντησε στο ηλ. ταχυδρομείο ημερ. 06/10/2021 αναφέροντας ότι είχε ενημερώσει τον Επίτροπο όσον αφορά τη θέση της τράπεζας σχετικά με τη δεσμευτικότητα της απόφασης. Περαιτέρω η Εναγόμενη ανέφερε πως είχε ενεργήσει βάσει των νόμιμων δικαιωμάτων της ως εκ της ισχύουσας νομοθεσίας και των υφιστάμενων συμφωνιών μεταξύ τους, χωρίς ωστόσο να γίνεται οποιαδήποτε παραπομπή σε συγκεκριμένη νομοθεσία ή σε συγκεκριμένο όρο των εν λόγω συμφωνιών στα οποία βάσιζε τους ισχυρισμούς της. Τα πορίσματα του Επιτρόπου τα οποία αναγράφονται λεπτομερώς στην απόφαση είναι τα ακόλουθα: Ι. Το παράπονο στοιχειοθετείται πλήρως. ΙΙ. Το ΑΠΙ και κατ' επέκταση η Εναγόμενη λειτούργησαν παράνομα ή/και παράτυπα ή/και λανθασμένα. ΙΙΙ. Η συμφωνία δανείου και/ή η εγγύηση περιλαμβάνει καταχρηστικούς όρους. Η δανειακή και/ή η εγγυητική σύμβαση περιλαμβάνει καταχρηστικές ρήτρες. Συγκεκριμένα, ο καθορισμός εκ μέρους της Εναγόμενης, της εξόφλησης του δανείου σε πρώτη ζήτηση όταν αυτό καταστεί απαιτητό και πληρωτέο από τον εγγυητή, ο οποίος είναι φυσικό πρόσωπο, αποτελεί ξεκάθαρα καταχρηστική ρήτρα». ΙV. Εφόσον ο εγγυητής δεν είναι μέλος της Διοικητικού Συμβουλίου της πρωτοφειλέτιδος, τυγχάνει εφαρμογής ο περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος. V. Καθώς το δάνειο δεν έγινε για εμπορικούς, επιχειρηματικούς, βιοτεχνικούς ή υπό την ελεύθερη επαγγελματική δραστηριότητα μου λόγους, τυγχάνει εφαρμογής και ο περί της Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος του
- VI. Η Εναγόμενη παράλειψε να προβεί σε προηγούμενη ενημέρωση μου για τη μη συμμόρφωση της πρωτοφειλέτιδος στις υποχρεώσεις της, ούτε και ειδοποίησης για τη σκοπούμενη χρησιμοποίηση της δεσμευμένης εμπρόθεσμης κατάθεσης προς εξόφληση του δανείου, υποχρέωση η οποία επιβάλλεται με βάση του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Νόμου και γεγονός το οποίο με καθιστά απαλλάξιμο από τις εγγυητικές μου υποχρεώσεις λόγω παράβασης και του Κεφ. 149». VII. Ήταν εντελώς παράδοξο αλλά και χαρακτηριστικό των προσεγγίσεων που ακολούθησε η Εναγόμενη έναντι μου το γεγονός ότι ενώ στις 31/05/2021 υπήρξε διαβεβαίωση για τη μη ύπαρξη καθυστερήσεων, στις 02/06/2021 έλαβα από την Εναγόμενη, μέσω κοινοποίησης, την επιστολή που αποστάλθηκε στην πρωτοφειλέτη για την πλήρη και τελεία εξόφληση του δανείου». VII. Περαιτέρω μεγάλο προβληματισμό προκάλεσε και η κίνηση της Εναγόμενης στις 08/07/2021 να προχωρήσει σε χρησιμοποίηση του δεσμευμένου ποσού για την εξόφληση του δανείου, χωρίς να με ενημερώσει προηγουμένως για τη μη συμμόρφωση της πρωτοφειλέτιδος με την απαίτηση για εξόφληση. Η επιστολή ημερ. 08/07/2021 από την Εναγόμενη μου αποστάλθηκε μετά την πραγματοποίηση της εν λόγω πράξης κατάσχεσης. Ο Επίτροπος και ο ενιαίος επίτροπος φορέας εξώδικης επίλυσης διαφόρων χρηματοοικονομικής φύσεως, εξέτασαν ως όφειλαν το παράπονο του θεσμικά και ήταν αμερόληπτοι ακολουθώντας διαφανείς διαδικασίες. Του κάνει εντύπωση η απαξίωση εκείνης της απόφασης. Η υποχρέωση ενημέρωσης του ως εγγυητής, επιβάλλεται από το άρθρο 12 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 197
(1)/2003. Η παράλειψη ενημέρωσης του επιτάσσει την απαλλαγή του ως εγγυητής τόσο στη βάση του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, όσο και με βάση το άρθρο 12
(3)του νόμου 197
(1)/2003. Η Εναγόμενη δεν έχει επιστρέψει μέχρι σήμερα το οφειλόμενο ποσό. Η Εναγόμενη έχει καταχωρήσει ένσταση στην Αίτηση και έχει προβάλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 1. Η παρούσα Αίτηση είναι νομικά ανυπόστατη και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του Σεβαστού Δικαστηρίου. 2. Δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν οι δικονομικές και/ή νομολογιακές προϋποθέσεις και/ή κριτήρια που απαιτούνται για την έγκριση της παρούσας Αίτησης κατά παρέκκλιση του δικαιώματος της Καθ' ης η Αίτηση σε δίκη και αποστερώντας το δικαίωμά της να προσαγάγει μαρτυρία. 3. Ο Αιτητής με τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην παρούσα Αίτηση, την ένορκη δήλωση του ημερ. 15/02/2022 που την συνοδεύει και στα επισυναπτόμενα στην ένορκη δήλωση του Αιτητή Τεκμήρια, ουδόλως αποδεικνύει την υπόθεσή του, ως θα έπρεπε, ούτως ώστε να μπορέσει να τύχει εφαρμογής η διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης. 4. Ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει την αναγκαία μαρτυρία προς απόδειξη των αξιώσεων του, τα δε στοιχεία και/ή οι λεπτομέρειες και/ή οι ισχυρισμοί γεγονότων που έχουν τεθεί στο Δικαστήριο μέσω της ένορκης δήλωσης του Αιτητή είναι ανεπαρκή και δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση για την έγκριση της Αίτησης. 5. Η ένορκη δήλωση του Αιτητή, ουδόλως επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και/ή ουδόλως επιβεβαιώνει επαρκώς την αιτία αγωγής. 6. Ουδόλως η παρούσα υπόθεση είναι καθαρή και/ή ξεκάθαρη και/ή αδιαμφισβήτητη και ως εκ τούτου, ουδόλως η παρούσα υπόθεση δύναται να θεωρηθεί ως μία από τις περιπτώσεις που δεικνύεται και/ή ενδείκνυται η χρήση των δικονομικών κανόνων περί εκδόσεως συνοπτικής απόφασης. Ουδόλως ο Αιτητής έχει αποδείξει και/ή ο Αιτητής δεν δύναται να αποδείξει τις αξιώσεις του ξεκάθαρα στο παρόν στάδιο. 7. Η Καθ' ης η Αίτηση έχει καλή και/ή καλόπιστη και/ή βάσιμη Υπεράσπιση και/ή εγείρει δικάσιμο θέμα στην παρούσα αγωγή. Περαιτέρω, η βασιμότητα της Υπεράσπισης της Καθ' ης η Αίτηση δύναται να διαπιστωθεί αποκλειστικά και μόνο με την εισαγωγή σχετικής μαρτυρίας στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. 8. Είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, όπως η Καθ' ης η Αίτηση δεν αποστερηθεί του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της όπως υπερασπιστεί τον εαυτό της και/ή την υπόθεσή της και να προβάλει την Υπεράσπισή της στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Τυχόν έγκριση της παρούσας Αίτησης θα οδηγήσει σε αποστέρηση του δικαιώματος ακροάσεως της Καθ' ης η Αίτηση και/ή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και/ή της πρόσβασης στο Δικαστήριο. 9. Η παρούσα υπόθεση δεν ενδείκνυται για παράκαμψη της συνήθους διαδικασίας διεξαγωγής της δίκης, καθότι: (
- i)Υπό τις περιστάσεις, οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Αιτητής δεν είναι εύλογοι ή πιθανοί, ακόμα και σε ενδιάμεσο στάδιο, και/ή (
- ii)Εγείρονται πραγματικά και/ή νομικά ζητήματα που δεν μπορούν να αποφασιστούν καθοριστικά και/ή στα οποία δεν μπορεί να υπεισέλθει το Σεβαστό Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης και/ή δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να δοθεί η δυνατότητα παρουσίασης αυτών ενώπιον του Δικαστηρίου, και/ή (iii) Τα πραγματικά γεγονότα χρήζουν διερεύνησης στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. 10. Η παρούσα Αίτηση καταχωρείται κακόπιστα και/ή καταχρηστικά, με σκοπό ο Αιτητής να αποφύγει τις νόμιμες υποχρεώσεις του έναντι της Καθ' ης η Αίτηση και/ή να υπαναχωρήσει τεχνηέντως από προηγούμενες παραστάσεις και/ή υποσχέσεις του και/ή συμφωνίες που σύνηψε. Η ένσταση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει η Ζ. Γ. λειτουργός της Εναγόμενης στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών. Έχει θετική γνώση των γεγονότων εκ της θέσης της και ανήκει στο τμήμα που χειριζόταν τους επίδικους λογαριασμούς. Όλα τα Τεκμήρια που έχει επισυνάψει, τα έχει ανακτήσει κατόπιν έρευνας επί του ηλεκτρονικού αρχείου της Καθ' ης η Αίτηση. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις παραγράφους 3 και 4 της Ένορκης Δήλωσης του Αιτητή, αναφέρονται τα ακόλουθα: α. Αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην παράγραφο 3 της Ένορκης Δήλωσης του Αιτητή περί δήθεν χρέους το οποίο η Καθ' ης η Αίτηση, κατ' ισχυρισμό του Αιτητή, οφείλει σ' αυτόν. Επιπρόσθετα αρνείται ότι η Καθ' ης η Αίτηση κατάσχεσε παράνομα οποιοδήποτε ποσό από λογαριασμό που ο Αιτητής διατηρούσε στην Καθ' ης η Αίτηση. β. Ο ενόρκως δηλών Αιτητής δεν είναι σε θέση να προβαίνει στους σχετικούς ισχυρισμούς περί ποσού το οποίο δήθεν «παράνομα κατασχέθηκε», καθότι το κατά πόσον οποιεσδήποτε ενέργειες της Καθ' ης η Αίτηση, είναι νόμιμες ή παράνομες, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου και μόνο. γ. Με σύμβαση εγγύησης ημερ. 05/12/2012 μεταξύ του Αιτητή και της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στροβόλου Λίμιτεδ (η «ΣΠΕ Στροβόλου») (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή) (η «Σύμβαση Εγγύησης») ο Αιτητής συμφώνησε και αποδέχθηκε όπως εγγυηθεί πλήρως την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων της εταιρείας LUCE ATALIOTIS LIMITED (HE 65766) (η «Πρωτοφειλέτιδα εταιρεία») προς τη ΣΠΕ Στροβόλου, δυνάμει Συμφωνίας Δανείου με Εξασφάλιση Κατάθεσης, ημερ. 05/12/2012, που σύναψε η Πρωτοφειλέτιδα εταιρεία με τη ΣΠΕ Στροβόλου για ποσό €225.000,00 πλέον τόκους (η «Συμφωνία Δανείου»). δ. Το εν λόγω Δάνειο παραχωρήθηκε από τη ΣΠΕ Στροβόλου στην Πρωτοφειλέτιδα εταιρεία κατόπιν αιτήματος της Πρωτοφειλέτιδας εταιρείας προς τη ΣΠΕ Στροβόλου για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων υπό τύπο δανείου, το οποίο έγινε αποδεκτό από τη ΣΠΕ Στροβόλου. ε. Η πιο πάνω εγγύηση παραχωρήθηκε από τον Αιτητή σε αντάλλαγμα για την εκ μέρους της ΣΠΕ Στροβόλου αποδοχή και συμφωνία να παραχωρήσει ή να συνεχίσει να παραχωρεί προς την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία δάνειο, πιστώσεις ή τραπεζικές ή άλλου είδους διευκολύνσεις και προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας προς τη ΣΠΕ Στροβόλου, δυνάμει της συμφωνίας δανείου. στ. Όπως προκύπτει ρητά από το περιεχόμενο της Σύμβασης Εγγύησης, ο Αιτητής εγγυήθηκε προς τη ΣΠΕ Στροβόλου και ανέλαβε από κοινού και χωριστά όλες τις υποχρεώσεις της Πρωτοφειλέτιδας εταιρείας προς τη ΣΠΕ Στροβόλου μέχρι του ποσού του δανείου και ανέλαβε την υποχρέωση, σε πρώτη ζήτηση εκ μέρους της ΣΠΕ Στροβόλου, να πληρώσει στη ΣΠΕ Στροβόλου οποιοδήποτε ποσό καταστεί απαιτητό και πληρωτέο, πλέον τόκους, έξοδα, τραπεζικά δικαιώματα, φόρους, τέλη, επιβαρύνσεις, χαρτόσημα, δικαστικά ή δικηγορικά ή άλλα έξοδα καταστούν πληρωτέα από τον Πρωτοφειλέτη και περαιτέρω ο Αιτητής συμφώνησε, δήλωσε, αναγνώρισε και εγγυήθηκε ότι όλοι οι όροι και οι πρόνοιες της Συμφωνίας Δανείου θα δεσμεύουν και τον ίδιο με τον ίδιο τρόπο και στην ίδια έκταση, προσωπικά και αλληλέγγυα. ξ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει ρητά από το περιεχόμενο της Σύμβασης Εγγύησης, συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι μέχρις ότου πληρωθεί το δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου τελικό υπόλοιπο της Πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, η ΣΠΕ Στροβόλου θα έχει προς εξασφάλιση ή εγγύησης όλων των χρημάτων και υποχρεώσεων που οφείλονται από την Πρωτοφειλέτιδα εταιρεία προς τη ΣΠΕ Στροβόλου, γενικό δικαίωμα επίσχεσης πάνω σε κάθε εξασφάλιση που ανήκει στον Αιτητή κατά την υπογραφή της Σύμβασης Εγγύησης και αποζημίωσης ή θα περιέλθει στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο της ΣΠΕ Στροβόλου ή οποιουδήποτε από τα καταστήματα της και επί όλων των χρημάτων που είναι επί του παρόντος ή θα είναι στο μέλλον κατατεθειμένα σε πίστη οποιουδήποτε τρεχούμενου ή άλλου λογαριασμού του Αιτητή με τη ΣΠΕ Στροβόλου ή εξαρτημένο ίδρυμα ή Εταιρεία της στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. η. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας προς τη ΣΠΕ Στροβόλου δυνάμει της συμφωνίας δανείου και σε αντάλλαγμα για την εκ μέρους της ΣΠΕ Στροβόλου παροχή ή συνέχιση παροχής δανείων, πιστωτικών ή άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων προς την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, ο Αιτητής στις 05/12/2012 δέσμευσε προς όφελος της ΣΠΕ Στροβόλου την εμπρόθεσμη κατάθεση που διατηρούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο στη ΣΠΕ Στροβόλου για ποσό €260.786,53 στον λογαριασμό με αρ. [ ]-3 ή οποιαδήποτε εμπρόθεσμη κατάθεση θα προέκυπτε από την τροποποίηση, ανανέωση ή μετατροπή της προαναφερόμενης εμπρόθεσμης κατάθεσης. Αντίγραφο του σχετικού Εγγράφου Δέσμευσης. θ. Ο Αιτητής επιπρόσθετα, όπως προκύπτει ρητά από το περιεχόμενο του Εγγράφου Δέσμευσης, εξουσιοδότησε ανέκκλητα τη ΣΠΕ Στροβόλου όπως χρησιμοποιήσει ολόκληρο ή μέρος της εν λόγω εμπρόθεσμης κατάθεσης έναντι της οφειλής ή οποιοσδήποτε ζημίας που τυχόν θα υποστεί εξαιτίας της παραχώρησης δανείου ή οποιωνδήποτε τραπεζικών διευκολύνσεων προς την Πρωτοφειλέτιδα εταιρεία. ι. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής, όπως προκύπτει ρητά από το περιεχόμενο του Εγγράφου Δέσμευσης δήλωσε και αποδέχθηκε ότι το δικαίωμα που παραχωρήθηκε στη ΣΠΕ Στροβόλου με το Έγγραφο Δέσμευσης είναι αμετάκλητο και δεν εξαρτάται ούτε περιορίζεται με οποιοδήποτε τρόπο από οποιαδήποτε διαφορά που τυχόν θα προέκυπτε μεταξύ του Αιτητή και της ΣΠΕ Στροβόλου ή μεταξύ του Αιτητή και της Πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας, ούτε από το γεγονός της τυχόν εκ μέρους της ΣΠΕ Στροβόλου χορήγησης παράτασης ή αναστολής ή διευθέτησης με οποιοδήποτε τρόπο των τυχόν απαιτήσεων της ΣΠΕ Στροβόλου έναντι της Πρωτοφειλέτιδας εταιρείας. ια. Το εν λόγω Δάνειο που παραχωρήθηκε στην Πρωτοφειλέτιδα εταιρεία ήτο άμεσα συνδεδεμένο με τη δεσμευμένη κατάθεση που παραχωρήθηκε από τον Αιτητή προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Πρωτοφειλέτιδας εταιρείας δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου. Όπως προκύπτει ρητά από το περιεχόμενο της συμφωνίας δανείου, το εν λόγω δάνειο χρεώνετο με επιτόκιο το οποίο θα είναι ίσο προς το εκάστοτε επιτόκιο που έφερε η δεσμευόμενη κατάθεση αυξημένο κατά 1.50%. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο Αιτητής στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης, αναφέρονται τα ακόλουθα: α. Κατά η περί την 01/07/2017 η ΣΠΕ Στροβόλου συγχωνεύθηκε με και απορροφήθηκε από τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (η «ΣΚΤ»). β. Δυνάμει Συμφωνίας Μεταφοράς Εργασιών ημερ. 25/06/2018 ως έχει τροποποιηθεί, μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση και της ΣΚΤ (η «Συμφωνία Μεταφοράς») μεταφέρθηκαν από τη ΣΚΤ στην Καθ' ης η Αίτηση συγκεκριμένες εργασίες, περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις και δικαιώματα, με χρόνο μεταβίβασης την 01/09/2018 (ο «χρόνος μεταβίβασης»), σύμφωνα και με τον περί της Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμο, Ν.64
(1)/1997 (ο «Ν.64(Ι)/1997»), ως τροποποιήθηκε και τη σχετική γνωστοποίηση του Εφόρου Εταιρειών δυνάμει του άρθρου 3
(1)του Ν.64(Ι)/1997, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 04/09/
- γ. Η ΣΚΤ κατά ή περί τις 30/08/2018 μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, η οποία συνεχίζει να υφίσταται και να λειτουργεί ως ξεχωριστή νομική οντότητα με δικαιώματα και υποχρεώσεις. δ. Δυνάμει της Συμφωνίας Μεταφοράς, μεταφέρθηκαν κατά τον χρόνο μεταβίβασης από τη ΣΚΤ στην Καθ' ης η Αίτηση ο Λογαριασμός Δανείου της Πρωτοφειλέτιδας εταιρείας με αρ. [ ]-7, ο οποίος στη συνέχεια μετονομάστηκε σε [ ]-01 (ο «Λογαριασμός Δανείου») καθώς και ο Λογαριασμός Εμπρόθεσμης Κατάθεσης του Αιτητή με αρ. [ ]-3, ο οποίος στη συνέχεια μετονομάστηκε σε [ ]-01 (ο «Λογαριασμός Εμπρόθεσμης Κατάθεσης»). Ουδόλως κατά ή περί τον Δεκέμβριο 2020, η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία είχε αθετήσει τους όρους της συμφωνίας δανείου, ως ισχυρίζεται ο Αιτητής. Ως εκ τούτου ουδόλως η Καθ' ης η Αίτηση όφειλε να αποστείλει στον Αιτητή οποιαδήποτε ειδοποίηση και δεν το έπραξε, ότι η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία δεν προέβαινε σε δήθεν καταβολή δόσεων, όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής. Σύμφωνα με ρητό όρο της Συμφωνίας Δανείου, το Δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και η ΣΠΕ Στροβόλου (και κατ' επέκταση η Καθ' ης η Αίτηση) θα είναι δυνατό να απαιτήσει πληρωμή του οποτεδήποτε, με την αποστολή προς την Πρωτοφειλέτιδα εταιρεία σχετικής ειδοποίησης. Ο Αιτητής έλαβε γνώση για τους όρους της Συμφωνίας Δανείου, περιλαμβανομένου του όρου που προνοεί για την αποπληρωμή του Δανείου σε πρώτη ζήτηση, με την αποδοχή και υπογραφή της Σύμβασης Εγγύησης επί της οποίας επισυνάπτετο η ίδια η Συμφωνία Δανείου, η οποία αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της Σύμβασης Εγγύησης, ως προνοείται στη Σύμβαση Εγγύησης. Με δεδομένο ότι η Συμφωνία Δανείου δεν προνοούσε για συγκεκριμένο πρόγραμμα αποπληρωμής διά μηνιαίων δόσεων, ήτο εκ των πραγμάτων αδύνατον το Δάνειο να παρουσίαζε οποιεσδήποτε καθυστερήσεις στην αποπληρωμή δόσεων. Κατ' επέκταση, εφόσον το Δάνειο δεν παρουσίαζε οποιεσδήποτε καθυστερήσεις, η Καθ' ης η Αίτηση ουδόλως όφειλε να αποστείλει οποιαδήποτε τέτοια ειδοποίηση στον Αιτητή ή γραπτώς ή προφορικώς. Επιπρόσθετα, όπως προκύπτει ρητά και από το περιεχόμενο της Σύμβασης Εγγύησης, ο Αιτητής ανέλαβε την υποχρέωση, σε πρώτη ζήτηση εκ μέρους της ΣΠΕ Στροβόλου, να πληρώσει στην ΣΠΕ Στροβόλου οποιοδήποτε ποσό καταστεί απαιτητό και πληρωτέο, πλέον τόκους, έξοδα, τραπεζικά δικαιώματα, φόρους, τέλη, επιβαρύνσεις, χαρτόσημα, δικαστικά ή δικηγορικά ή άλλα έξοδα καταστούν πληρωτέα από τον πρωτοφειλέτη και περαιτέρω ο Αιτητής συμφώνησε, δήλωσε, αναγνώρισε και εγγυήθηκε ότι όλοι οι όροι και οι πρόνοιες της συμφωνίας δανείου θα δεσμεύουν και τον ίδιο με τον ίδιο τρόπο και στην ίδια έκταση, προσωπικά και αλληλέγγυα. Ο Αιτητής προβαίνει σε γενικούς, αόριστους και ανυπόστατους ισχυρισμούς, επιχειρώντας κατ' αυτό τον τρόπο να αποφύγει τις υποχρεώσεις του έναντι της Καθ' ης η Αίτηση, οι οποίες απορρέουν από τις επίδικες Συμφωνίες. Ο Αιτητής δεν αναφέρει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες στην Ένορκη Δήλωσή του σχετικά με την δήθεν «προσωπική έρευνα» την οποία διεξήγαγε και από την οποία έλαβε γνώση, όπως ισχυρίζεται, ότι δήθεν «η Πρωτοφειλέτης είχε αθετήσει τη Συμφωνία Δανείου». Ουδόλως ο Αιτητής κατονομάζει οποιαδήποτε πηγή τέτοιας πληροφόρησης, ούτε προβάλλει οποιαδήποτε γεγονότα, και ούτε επεξηγεί καθ' οιονδήποτε τρόπο πώς οδηγήθηκε σε μια τέτοια διαπίστωση, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σε σχέση με το περιεχόμενο των παραγράφων 7,8 και 9 της Ένορκης Δήλωσης του Αιτητή, αναφέρονται τα ακόλουθα: α. Στις 07/01/2021 λήφθηκε από την Υπηρεσία Διαχείρισης Εισηγήσεων και Παραπόνων Πελατών της Καθ' ης η Αίτηση, το ηλεκτρονικό μήνυμα των δικηγόρων του Αιτητή ημερ. 07/01/2021 καθώς και επισυνημμένη επιστολή των δικηγόρων του Αιτητή ίδιας ημερομηνίας, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 3 στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή. Οι εν λόγω επιστολές προωθήθηκαν στα αρμόδια Τμήματα και Υπηρεσίες της Καθ' ης η Αίτηση, προκειμένου να τύχουν εξέτασης και να ληφθούν οι δέουσες ενέργειες. β. Περαιτέρω, με ηλεκτρονικό μήνυμα της Καθ' ης η Αίτηση προς του δικηγόρους του Αιτητή ημερ. 08/01/2021, επιβεβαίωσε τη λήψη του ηλεκτρονικού μηνύματος των τελευταίων ημερ. 07/01/2021 και ζήτησε από τους δικηγόρους του Αιτητή σχετική εξουσιοδότηση ή τύπο διορισμού δικηγόρου υπογραμμένη από τον Αιτητή. γ. Επιπρόσθετα, με ηλεκτρονικό μήνυμα της Καθ' ης η Αίτηση προς τους δικηγόρους του Αιτητή ημερ. 03/02/2021, η Καθ' ης η Αίτηση πληροφόρησε τους δικηγόρους του Αιτητή ότι το θέμα εξετάζεται από τα αρμόδια τμήματα της Καθ' ης η Αίτηση. δ. Περαιτέρω, με ηλεκτρονικό μήνυμα της Καθ' ης η Αίτηση προς τους δικηγόρους του Αιτητή ημερ. 26/02/2021, η Καθ' ης η Αίτηση πληροφόρησε εκ νέου τους δικηγόρους του Αιτητή ότι το θέμα εξετάζεται από τα αρμόδια τμήματα της Καθ' ης η Αίτηση. Αντίγραφο του σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος της Καθ' ης η Αίτηση προς τους δικηγόρους του Αιτητή ημερ. 26/02/2021, επισυνάπτεται ως μέρος του Τεκμηρίου 4 στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή. ε. Στις 05/03/2021 λήφθηκε από την Υπηρεσία Διαχείρισης Εισηγήσεων και Παραπόνων Πελατών της Καθ' ης η Αίτηση το ηλεκτρονικό μήνυμα των δικηγόρων του Αιτητή ημερ. 05/03/2021 καθώς και επισυνημμένη επιστολή των δικηγόρων του Αιτητή ίδιας ημερομηνίας, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 4 στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή. Οι εν λόγω επιστολές προωθήθηκαν στα αρμόδια Τμήματα και Υπηρεσίες της Καθ' ης η Αίτηση, προκειμένου να τύχουν εξέτασης και να ληφθούν οι δέουσες ενέργειες. στ. Η Καθ' ης η Αίτηση αγνοεί τα ηλεκτρονικά μηνύματα και την αλληλογραφία μεταξύ του Αιτητή και του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου. ζ. Με ηλεκτρονικό μήνυμά της προς τον Αιτητή ημερ. 31/05/2021, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7 επί της Ένορκης Δήλωσης του Αιτητή, η Καθ' ης η Αίτηση απέρριψε στην ολότητά το περιεχόμενο των επιστολών του Αιτητή ημερ. 07/01/2021 και 05/03/2021 και πληροφόρησε τον Αιτητή ότι το Δάνειο δεν παρουσίαζε καθυστερήσεις και ότι συνεπώς η Δέσμευση Κατάθεσης και η Εγγύηση συνεχίζουν και παραμένουν σε ισχύ ως εξασφάλιση για το Δάνειο. η. Ουδεμία υποχρέωση είχε η Καθ' ης η Αίτηση όπως δώσει στον Αιτητή οποιαδήποτε δήθεν αποδεικτικά στοιχεία, εξηγήσεις ή οικονομικές καταστάσεις για τον Λογαριασμό Δανείου, ως ο Αιτητής ισχυρίζεται. Σε κάθε περίπτωση, όπως άλλωστε φαίνεται και από τις επιστολές του Αιτητή ημερ. 07/01/2021 και 05/03/2021 ουδέποτε ο Αιτητής ζήτησε οποιαδήποτε τέτοια έγγραφα από την Καθ' ης η Αίτηση. Με επιστολές ημερομηνίας 02/06/2021 προς την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία και κοινοποίηση στον Αιτητή, η Καθ' ης η Αίτηση απαίτησε την πλήρη και τέλεια εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού δανείου εντός 30 ημερών από την ημερομηνία της επιστολής. Το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν μέχρι τότε το ποσό των €238.875,95 πλέον τόκοι. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο Αιτητής στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης του, αναφέρονται τα ακόλουθα: Α. Δυνάμει των συμφωνημένων όρων του εγγράφου δέσμευσης και των επίδικων συμφωνιών γενικότερα, προχώρησε στη χρησιμοποίηση ποσού €240.708,81 από το δεσμευμένο ποσό που βρισκόταν κατατεθειμένο στον λογαριασμό εμπρόθεσμης κατάθεσης, προς εξόφληση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας προς την Καθ' ης η Αίτηση, δυνάμει της συμφωνίας δανείου και του λογαριασμού δανείου. Β. Με επιστολή της ημερ. 08/07/2021 προς τον Αιτητή, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, η Καθ' ης η Αίτηση πληροφόρησε τον Αιτητή ότι έχει προχωρήσει, δυνάμει των συμφωνημένων όρων του εγγράφου δέσμευσης που ο Αιτητής παρείχε προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, σε χρησιμοποίηση του δεσμευμένου ποσού προς εξόφληση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας. Γ. Επιπρόσθετα με την ως άνω επιστολή της, η Καθ' ης η Αίτηση πληροφόρησε τον Αιτητή ότι μετά την αποπληρωμή των εν λόγω υποχρεώσεων από το δεσμευμένο ποσό απέμεινε πιστωτικό υπόλοιπο ύψους €50.687 προς όφελος του Αιτητή. Δ. Η Καθ' ης η Αίτηση ενήργησε δυνάμει των συμφωνημένων όρων του εγγράφου δέσμευσης και των επίδικων συμφωνιών γενικότερα και εξάσκησε τα δικαιώματα της, τα οποία απορρέουν από τις επίδικες συμφωνίες. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο Αιτητής στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης του αναφέρονται τα ακόλουθα: Α. Με επιστολή της ημερ. 15/07/2021 προς τους δικηγόρους του Αιτητή αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 13 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, σε απάντηση της επιστολής των δικηγόρων του Αιτητή ημερ. 13/07/2021, η Καθ' ης η Αίτηση επανέλαβε το περιεχόμενο της επιστολής της προς τον Αιτητή ημερ. 08/07/2021 και σημείωσε ότι τα νόμιμα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση είναι ανεξάρτητα από τη διαδικασία εξέτασης του παραπόνου του Αιτητή από τον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο. Β. Επιπρόσθετα με την ως άνω επιστολή της, η Καθ' ης η Αίτηση ανέφερε ότι ενήργησε και ενεργεί σε κάθε ουσιώδη χρόνο στο πλαίσιο της νομοθεσίας και των συμφωνημένων όρων μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση και του Αιτητή. Σε σχέση με το περιεχόμενο της παραγράφου 14 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή, αναφέρονται τα ακόλουθα: Α. Με ηλεκτρονικό μήνυμα του Γραφείου του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου ημερομηνίας 10/08/2021 προς την Καθ' ης η Αίτηση, διαβιβάστηκε στην Καθ' ης η Αίτηση η απόφαση του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου ημερομηνίας 06/08/2021 σε σχέση με το παράπονο του Αιτητή. Β. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν αποδέχτηκε και δεν αποδέχεται την ορθότητα, αλλά ούτε και τη δεσμευτικότητα της απόφασης του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου και ενημέρωσε σχετικά τον Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου με επιστολή της ημερ. 08/10/2021 προς το Γραφείο του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου. Γ. Το ποσό το οποίο χρησιμοποιήθηκε προς εξόφληση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, δυνάμει των συμφωνημένων όρων του εγγράφου δέσμευσης που ο Αιτητής παρείχε προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας. Η Καθ' ης η Αίτηση ενήργησε καθ' όλα νόμιμα, νομότυπα και σύμφωνα με τις πρόνοιες και τους όρους των επίδικων συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων, τη σχετική νομοθεσία, τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και την πάγια τραπεζική πρακτική. Δ. Ο ενόρκως δηλών Αιτητής δεν είναι σε θέση να προβαίνει στους σχετικούς κανονισμούς περί ποσού το οποίο δήθεν "κατασχέθηκε παράνομα", καθότι το κατά πόσον η ενέργεια της Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει σε χρησιμοποίηση του δεσμευμένου ποσού προς εξόφληση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας είναι νόμιμη ή παράνομη, αποτελεί έργο του Σεβαστού Δικαστηρίου και μόνο. Παραδέχεται μόνο ότι η Καθ' ης Αίτηση με επιστολή της ημερ. 08/10/2021 προς το Γραφείο του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται, ενημέρωσε σχετικά τον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο ότι δεν αποδέχτηκε και δεν αποδέχεται τη δεσμευτικότητα της εν λόγω απόφασης του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου. Περαιτέρω, η Καθ' ης η Αίτηση αγνοεί τα ηλεκτρονικά μηνύματα και την αλληλογραφία μεταξύ του Αιτητή και του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται. Σε σχέση με το περιεχόμενο της παραγράφου 19 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή, αναφέρονται τα ακόλουθα: Α. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της ημερ. 18/10/2021 προς τους δικηγόρους του Αιτητή, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται, η Καθ' ης η Αίτηση τους πληροφόρησε εκ νέου ότι έχει ενεργήσει βάσει των νόμιμων δικαιωμάτων της ως εκ της ισχύουσας νομοθεσίας και των υφιστάμενων συμφωνιών του Αιτητή. Β. Περαιτέρω, η Καθ' ης η Αίτηση με το εν λόγω ηλεκτρονικό της μήνυμα πληροφόρησε τους δικηγόρους του Αιτητή ότι έχει ενημερώσει τον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο σχετικά με τη θέση της όσον αφορά την απόφαση του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν αποδέχθηκε τη δεσμευτικότητα της απόφασης του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου και ενημέρωσε περί τούτο, τον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο με επιστολή ημερομηνίας 08/10/
- Εάν οι αποφάσεις του Επιτρόπου δεν γίνουν αποδεκτές και από τα δύο τα μέρη, τότε δεν θεωρούνται δεσμευτικές για τον οποιοδήποτε. Σύμφωνα με ρητό όρο της συμφωνίας δανείου, το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και η ΣΠΕ Στροβόλου θα είναι δυνατό να απαιτήσει πληρωμή του οποτεδήποτε, με την αποστολή προς την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία σχετικής ειδοποίησης. Ο Αιτητής έλαβε γνώση για τους όρους της συμφωνίας δανείου, περιλαμβανομένου του όρου που προνοεί για την αποπληρωμή του δανείου σε πρώτη ζήτηση, με την αποδοχή και υπογραφή της σύμβασης εγγύησης επί της οποίας επισυνάπτετο η ίδια η συμφωνία δανείου, η οποία αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης εγγύησης, ως προνοείται στη σύμβαση εγγύησης. Περαιτέρω και από το ίδιο το περιεχόμενο της σύμβασης εγγύησης, προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο Αιτητής ανέλαβε την υποχρέωση, σε πρώτη ζήτηση εκ μέρους της ΣΠΕ Στροβόλου να πληρώσει στη ΣΠΕ Στροβόλου οποιοδήποτε ποσό καταστεί απαιτητό και πληρωτέο, πλέον τόκους, έξοδα, τραπεζικά δικαιώματα, φόρους, τέλη, επιβαρύνσεις, χαρτόσημα, δικαστικά ή δικηγορικά ή άλλα έξοδα καταστούν πληρωτέα από την πρωτοφειλέτη και περαιτέρω ο Αιτητής συμφώνησε, δήλωσε, αναγνώρισε και εγγυήθηκε ότι όλοι οι όροι και οι πρόνοιες της συμφωνίας δανείου θα δεσμεύουν και τον ίδιο και τον ίδιο τρόπο και στην ίδια έκταση, προσωπικά και αλληλέγγυα. Με δεδομένο ότι η συμφωνία δανείου δεν προνοούσε για συγκεκριμένο πρόγραμμα αποπληρωμής διά μηνιαίων δόσεων, ήτο εκ των πραγμάτων αδύνατο το δάνειο να παρουσίαζε οποιεσδήποτε καθυστερήσεις, η Καθ' ης η Αίτηση ουδόλως όφειλε να αποστείλει οποιαδήποτε τέτοια ειδοποίηση στον Αιτητή ή γραπτώς ή προφορικώς. Ουδόλως ο Αιτητής απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του ως εγγυητής έναντι της Καθ' ης η Αίτηση , ενώ περαιτέρω το άρθρο 97 του περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ. 149 και το άρθρο 12
(3)του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/2003, ως έχουν τροποποιηθεί, τα οποία επικαλείται ο Αιτητής, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Ούτε το άρθρο 50
(4)(ιη) του περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου, Ν. 112(Ι)/2021, ως έχει τροποποιηθεί, το οποίο επικαλείται ο Αιτητής, αλλά και γενικότερα ούτε το εν λόγω νομοθέτημα τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, καθότι ο Αιτητής ουδόλως θεωρείται καταναλωτής εν τη εννοία του νόμου. Η Καθ' ης η Αίτηση ενήργησε καθ' όλα νόμιμα, νομότυπα και σύμφωνα με τις πρόνοιες και τους όρους των επίδικων συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων, τη σχετική νομοθεσία, τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και την πάγια τραπεζική πρακτική. Επιπρόσθετα είναι αξιοσημείωτο και αξιοπερίεργο το γεγονός ότι ο Αιτητής διατύπωσε το παράπονό του δήθεν "ξεκάθαρα καταχρηστικής ρήτρας" που περιέχεται στη συμφωνία δανείου και/ή τη σύμβαση εγγύησης σχεδόν 10 χρόνια μετά τη σύναψη των εν λόγω συμφωνιών και μάλιστα ουδέποτε έπραξε αυτό προς την ίδια την Καθ' ης η Αίτηση. Ειδικότερα, ουδέποτε ο Αιτητής παραπονέθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση περί δήθεν καταχρηστικών ρητρών στις επίδικες συμφωνίες, παρά μόνο μέσω της ένορκης δήλωσης του στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, η οποία καταχωρήθηκε σχεδόν 10 χρόνια μετά τη σύναψη των εν λόγω συμφωνιών. Οι επίδικες συμφωνίες ήταν και είναι πλήρως νόμιμες, έγκυρες και δεσμευτικές και φέρουν όλα τα νομικά και άλλα αποτελέσματα τους, ενώ περαιτέρω, οι όροι αυτών είναι πλήρως νόμιμοι, έγκυροι και σύμφωνοι με τις πρόνοιες της νομοθεσίας, ουδόλως είναι καταχρηστικοί, επαχθείς ή παράνομοι. Ο Αιτητής συνομολόγησε και υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες, έχοντας πλήρως υπόψη του τι υπέγραφε και έχοντας πλήρως υπόψη του τους όρους των επίδικων συμφωνιών, τις οποίες υπέγραψε αφού ανέγνωσε, μελέτησε και κατανόησε πλήρως. Ως εκ τούτου, ο Αιτητής γνώριζε τις συμβατικές δεσμεύσεις τις οποίες αναλάμβανε, εν αντιθέσει με τα όσα τώρα ισχυρίζεται. Σε κάθε περίπτωση, είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι οι επίδικες συμφωνίες διέπονται από όρους και περιέχονται σε αυτές όροι που συμφωνήθηκαν γραπτώς μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Ο Αιτητής προβαίνει σε γενικούς, αόριστους και ανυπόστατους ισχυρισμούς, επιχειρώντας κατ' αυτόν τον τρόπο να αποφύγει τις υποχρεώσεις του έναντι της Καθ' ης η Αίτηση, οι οποίες απορρέουν από τις επίδικες συμφωνίες. Η Καθ' ης η Αίτηση ορθά προχώρησε σε δεσμευμένο ποσό προς εξόφληση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή προβάλλονται για να αποφύγει τις υποχρεώσεις του. Η Καθ' ης η Αίτηση ορθά, νόμιμα και έγκυρα προχώρησε σε χρησιμοποίηση του δεσμευμένου ποσού προς εξόφληση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, δυνάμει των συμφωνημένων όρων του εγγράφου δέσμευσης που ο Αιτητής παρείχε προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας. Το έγγραφο δέσμευσης και οι επίδικες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων, ήταν και είναι πλήρως νόμιμες, έγκυρες και δεσμευτικές και φέρουν όλα τα νομικά και άλλα αποτελέσματά τους, ενώ περαιτέρω, οι όροι αυτών είναι πλήρως νόμιμοι, έγκυροι και σύμφωνοι με τις πρόνοιες της νομοθεσίας, ουδόλως είναι καταχρηστικοί, επαχθείς ή παράνομοι. Ουδέν ποσό οφείλει η Καθ' ης η Αίτηση προς τον Αιτητή. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν αποδέχθηκε και δεν αποδέχεται την ορθότητα αλλά ούτε και τη δεσμευτικότητα της απόφασης του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου και ενόψει τούτου, η απόφαση του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου δεν θεωρείται δεσμευτική για οποιονδήποτε. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Το αιτητικό της αγωγής διατυπώνεται καθαρά στην παράγραφο 20 του κλητηρίου εντάλματος. "Δήλωση και/ή απόφαση Δικαστηρίου (Declaratory Judgement) ότι η Εναγόμενη παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή καταχρηστικά και/ή κατά παράβαση των δικαιωμάτων του Ενάγοντα ως καταναλωτής και/ή εγγυητής και/ή κατά παράβαση του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 και/ή κατά παράβαση του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 και/ή κατά παράβαση του περί Προστασίας Ορισμένης κατηγορίας εγγυητών Νόμου του 2003 και/ή κατά παράβαση του περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου 2021, παράνομα κατάσχεσαν και ή χρέωσαν κατά ή περί τις 8 Ιουλίου 2021 από τον λογαριασμό πιστωτικού υπολοίπου του Ενάγοντα με αριθμό λογαριασμού ΧΧΧΧΧΧ7-01 και/ή απέσπασαν και/ή οικειοποιήθηκαν παράνομα τα χρήματα και/ή κεφάλαια του εκ ποσού των €238.875 (πλέον τόκους από 01/01/2021 μέχρι 08/07/2021". Είναι δεδομένο ότι ο Ενάγοντας υπέγραψε συμφωνία προσωπικής εγγύησης που να αφορά την παραχώρηση δανείου ύψους €225.000 στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία πιο πάνω και ότι όρος εκείνης της συμφωνίας "ήταν ο εγγυητής με την παρούσα σύμβαση εγγύησης και αποζημίωσης εγγυάται προς τη Συνεργατική και αναλαμβάνει από κοινού και χωριστά όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη προς τη Συνεργατική μέχρι του ποσού του δανείου όπως αυτό περιγράφεται στην παράγραφο 14 πιο κάτω και αναλαμβάνει την υποχρέωση σε πρώτη ζήτηση εκ μέρους της Συνεργατικής να πληρώσει στη Συνεργατική οποιοδήποτε ποσό καταστεί απαιτητό και πληρωτέο". Περαιτέρω η συμφωνία δανείου δόθηκε με εξασφάλιση την κατάθεση του Ενάγοντα στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα με αριθμό ΧΧΧΧ-701. Προς τούτο ο Ενάγοντας είχε υπογράψει δέσμευση κατάθεσης με όρο που προέβλεπε τα ακόλουθα: "Εξουσιοδοτείστε ανέκκλητα όπως χρησιμοποιήστε ολόκληρο ή μέρος της κατάθεσης μου ή του εις πίστη μου ποσού έναντι οφειλής ή οποιασδήποτε ζημιάς που τυχόν θα υποστείτε εξαιτίας της παραχώρησης δανείου και ή οποιωνδήποτε τραπεζικών διευκολύνσεων προς τα πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα". Ενόψει της υπογραφής των πιο πάνω εγγράφων, προκύπτει ότι δεν στοιχειοθετείται ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη παράνομα του στέρησε τα χρήματά του. Ενόψει της συμβατικής σχέσης των μερών και του γεγονότος ότι ο Ενάγοντας συμφώνησε να εγγυηθεί προσωπικά το δάνειο που η Εναγόμενη πράγματι παραχώρησε στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία και συμφώνησε να παρέχει ως εξασφάλιση τη δεσμευμένη κατάθεση, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η παραχώρηση στην εταιρεία οφειλέτης, δεν θα μπορούσε να υπάρχει παρανομία εκτός και εάν η συμφωνία των μερών θεωρείται ότι είναι εμποτισμένη στην παρανομία. Όμως απουσιάζουν από τα σώμα της απαίτησης εκείνα τα γεγονότα που ρητώς και με σαφήνεια οδηγούν στο συμπέρασμα της παράνομης στέρησης χρημάτων ιδιοκτησίας του Ενάγοντα. Προς θεμελίωση αυτού του πραγματικού υποστρώματος, ο Ενάγοντας δεν στηρίχθηκε σε ουσιώδη πρωτογενή γεγονότα που να διατυπώνονται στην έκθεση απαιτήσεως, αλλά στηρίχθηκε σε απόφαση του Επιτρόπου που δεν έχει δεσμευτική ισχύ έναντι της Εναγόμενης επειδή ουδέποτε αποδέχθηκε όπως δεσμευτεί από την εν λόγω απόφαση για να επιχειρηματολογήσει ότι η συμφωνία θα πρέπει να κριθεί παράνομη. Η Διαταγή 19Κ.4 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τα ακόλουθα: 4. Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, enumbered consecutively. Dates, sums, and enumbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings shall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person. Ως προς το επίδικο ζήτημα της παράνομης στέρησης των χρημάτων του Ενάγοντα, δεν διατυπώνονται ουσιώδη γεγονότα στη βάση των οποίων να επεξηγείται γιατί η πράξη των Εναγομένων να ενεργοποιήσουν πρόνοιες της συμφωνίας εγγύησης και της δέσμευσης κατάθεσης ήταν παράνομη. Ο Ενάγοντας στηρίζεται αντί σε ουσιώδη πρωτογενή γεγονότα στην απόφαση του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου ημερομηνίας 06/08/2021 (βλ. παράγραφος 18 του κλητηρίου εντάλματος) Το γεγονός της έκδοσης της απόφασης δεν συνιστά πρωτογενές ουσιώδες γεγονός που να θεμελιώνει τη θέση του Ενάγοντα, ότι η πράξη των Εναγομένων υπήρξε παράνομη. Η απόφαση του Επιτρόπου εκδόθηκε δυνάμει του περί Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου 84
(1)/2010 που σκοπό είχε την εξώδικη και συναινετική λύση των μερών, ενόψει του παραπόνου που υπέβαλε ο Ενάγοντας. Ως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 14 πιο κάτω, η απόφαση αυτή ενόψει της μη αποδοχής της Ελληνικής Τράπεζας της απόφασης, δεν δεσμεύει κανέναν. 14.-
(1)Ο Επίτροπος όταν ολοκληρώσει την εξέταση του παραπόνου, εκδίδει γραπτώς την τελική του απόφαση, την οποίαν λαμβάνει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και τις δυνάμεις αυτού εκδιδόμενες οδηγίες και την κοινοποιεί τόσο στον καταναλωτή που υπέβαλε το παράπονο, όσο και στη χρηματοοικονομική επιχείρηση, εναντίον της οποίας ο εν λόγω καταναλωτής είχε υποβάλει το παράπονο: Νοείται ότι, ο Επίτροπος καταλήγει στην τελική του απόφαση λαμβάνοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούν οι χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, τους σχετικούς κώδικες επαγγελματικής συμπεριφοράς και τη γενικά αποδεκτή ακολουθούμενη επιχειρηματική πρακτική, έχοντας ως στόχο τη διαμεσολάβηση για διακανονισμό των παραπόνων που υποβάλλονται σ' αυτόν.
(2)Ο Επίτροπος στη γραπτή απόφασή του, η οποία δέον να είναι αιτιολογημένη και να φέρει την υπογραφή του, καθορίζει τα ακόλουθα: (α) τον διακανονισμό που επιτεύχθηκε με τη μέθοδο της διαμεσολάβησης ή ανάλογα με την περίπτωση, το γεγονός ότι δεν επιτεύχθηκε διακανονισμός με τη μέθοδο της διαμεσολάβησης· (β) σε περίπτωση που τα εμπλεκόμενα μέρη δεν έχουν αποδεχτεί τη δεσμευτικότητα της απόφασης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, αίτημα προς τους εμπλεκομένους όπως τον ειδοποιήσουν γραπτώς, εντός δύο
(2)μηνών, κατά πόσο αποδέχονται την εκδοθείσα απόφαση· (γ) την προθεσμία, εντός της οποίας τα εμπλεκόμενα μέρη οφείλουν να συμμορφωθούν με την απόφαση· (δ) ότι η αποδοχή και από τα δύο μέρη της δεσμευτικότητας της απόφασης αυτής, την καθιστά τελική και μη υποκείμενη σε Έφεση ενώπιον Δικαστηρίου.
(3)Εάν εντός της προθεσμίας των δύο
(2)μηνών που καθορίζεται στην απόφαση, ο καταναλωτής ή η χρηματοοικονομική επιχείρηση ή και τα δύο μέρη απορρίψουν την απόφαση ή και δεν ειδοποιήσουν γραπτώς τον Επίτροπο κατά τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο (β) του εδαφίου
(2), τότε ο Επίτροπος αμέσως μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής, θεωρεί ότι ο καταναλωτής και η χρηματοοικονομική επιχείρηση έχουν απορρίψει την απόφασή του και ως εκ τούτου η απόφαση δεν θεωρείται πλέον δεσμευτική για οποιονδήποτε. Εφόσον η απόφαση δεν είναι δεσμευτική για τον οιονδήποτε, το γεγονός της έκδοσης της απόφασης από μόνο του (χωρίς αναφορά σε άλλα θετικά και πρωτογενή γεγονότα του που να εκφράζουν ολοκληρωμένο αγώγιμο δικαίωμα κατά της Εναγόμενης) δεν είναι γεγονός που θεμελιώνει την αξίωση του Ενάγοντα ώστε να δικαιούται συνοπτική απόφαση. Το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να με απασχολήσει, είναι κατά πόσο έχουν τηρηθεί οι ελάχιστες προϋποθέσεις ώστε να ικανοποιηθεί ο δικαιοδοτικός όρος δυνάμει της Δ.18Κ.1 για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Θα έπρεπε να προσκομιστεί προσωπική και άμεση θετική μαρτυρία ώστε να εκφράζεται ολοκληρωμένα και με σαφήνεια το αγώγιμο δικαίωμα ώστε να ικανοποιούνται οι ελάχιστες προϋποθέσεις της Δ.18Κ.
- Ο σκοπός της συνοπτικής διαδικασίας, είναι η γρήγορη επίλυση της αγωγής όταν δεν υφίσταται οποιοδήποτε επίδικο θέμα προς εκδίκαση για το οποίο θα πρέπει να ληφθεί μαρτυρία από το Δικαστήριο. Ο καθοριστικός παράγοντας που θα πρέπει να καθοδηγεί την κρίση του Δικαστηρίου όταν αποφασίζει κατά πόσο θα εκδώσει απόφαση στη συνοπτική διαδικασία, είναι κατά πόσο υπάρχει έστω και ένα επίδικο θέμα που θα πρέπει να εκδικαστεί για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα επί των γεγονότων για την επίλυση της αγωγής. Εάν το Δικαστήριο εντοπίσει έστω και ένα θέμα που θα πρέπει να εκδικαστεί για τη δίκαια επίλυση της αγωγής, δεν πρέπει να εκδώσει απόφαση στην αγωγή. Οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18Θ.1(α) είναι ως ακολούθως:
- Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.26Θ.
- Ο Εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση.
- Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει Υπεράσπιση στην αγωγή. Αφού ο Ενάγοντας ικανοποιήσει το Δικαστήριο για τα πιο πάνω, το βάρος αποδείξεως μετατοπίζεται στον Εναγόμενο ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή Υπεράσπιση και ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που να υποδηλούν ότι έχει καλόπιστη Υπεράσπιση και γι' αυτόν τον λόγο θα πρέπει να του επιτραπεί να καταχωρήσει Υπεράσπιση στην αγωγή. (Βλ. Kyprianides v Ioannou
(1961)1 CLR 265, Cyems Co. Ltd. v Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 CLR, Hermes Insurance Ltd. v Theodorides
(1983)1 CLR 333). Στην παρούσα περίπτωση οι πρώτες δύο προϋποθέσεις έχουν εκπληρωθεί. Η υποχρέωση της Ενάγουσας να καταχωρήσει ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο να επαληθεύεται με ένορκη δήλωση στα πλαίσια της Αίτησης, γίνεται διά να διαπιστώσει το Δικαστήριο με βάση τα γεγονότα του κλητήριου ότι ο Ενάγοντας έχει νόμιμη αξίωση εναντίον του Ενάγοντα. Σύμφωνα με το Annual Practice Book 1953, η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.18Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών είναι το O.14 r.1. Στη σελίδα 174 αναφέρεται ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούται συνοπτική απόφαση εάν υπάρχει ελάττωμα στο κλητήριο ένταλμα ή στην έκθεση απαίτησης που θεμελιώνει την απαίτηση του Ενάγοντα. Εάν το ελάττωμα ή παράλειψη είναι ουσιαστική, τότε η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί εάν το ελάττωμα ή παράλειψη είναι τυπική τότε μπορεί να δοθεί άδεια στον Ενάγοντα να προβεί σε τροποποίηση του κλητήριου εντάλματος. "If a special indorsement is defective the defect cannot be made good by affidavit evidence .The meaning of those cases is that where the defect in the endorsement is one of form and not of substance it may be remedied by amendment but not by affidavit in support. Where however, the defect is one of substance the application for summary judgement will be dismissed." Στην αγγλική απόφαση Ryley v. Master Sheba Gold Mining Co.
(1892)4 Q.B.D. 674, αποφασίστηκε ότι εφόσον δεν υπήρχε αναφορά στο κλητήριο ένταλμα πάνω σε ποια βάση δικαιούτο ο Ενάγοντας να χρεώσει τόκο αυτό, ήταν ουσιαστική παράλειψη στο κλητήριο ένταλμα με αποτέλεσμα να απορριφθεί η Αίτηση για συνοπτική απόφαση. "It is important that a man, who is to be proceeded against summarily for judgement, should know exactly how much he has to pay if he wishes to stay the action and should not be called upon to take the risks of calculation." Στην απόφαση Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου
(1997)1 ΑΑΔ 61, 66, λέχθηκε ότι η Δ.18 πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Αυτό σημαίνει ότι ο Ενάγοντας πρέπει ξεκάθαρα να αποδείξει την απαίτησή του. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι θα πρέπει να προβεί σε αχρείαστη παράθεση όλων των γεγονότων της έκθεσης απαιτήσεως στην Αίτηση για συνοπτική απόφαση. Τα ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση, πρέπει με την Αίτηση να επαληθεύονται. Όμως εάν με βάση το κλητήριο ένταλμα ή την έκθεση απαίτησης δεν εκτίθενται τέτοια γεγονότα ώστε να προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται στην απαίτηση, τότε δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18Θ.1. Ο Ενάγοντας δεν έχει παραθέσει τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων να προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι δικαιούται συνοπτική απόφαση. Η απόφαση του Επιτρόπου ημερομηνίας 06/08/2021 δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν ακούστηκε μαρτυρία ώστε να εξαχθούν πραγματικά ευρήματα στη βάση της μαρτυρίας και στη συνέχεια τελικά συμπεράσματα επί των γεγονότων που να επιλύουν το βάσιμο του συγκεκριμένου παραπόνου του Ενάγοντα. Καταγράφεται στην απόφαση, ότι η μεδοθολογία της ανάλυσης του παραπόνου, επιδέχεται μόνο νομική αξιολόγηση. Παρέθεσε ο Επίτροπος συνοπτικά την ανάλυση των νομικών πτυχών, βάσει των οποίων θα μπορούσε να ελεγχθεί το παράπονο του Ενάγοντα. Στη συνέχεια εντοπίστηκαν τα ακόλουθα σοβαρά ζητήματα για τα οποία κρίθηκε το βάσιμο του παραπόνου του Ενάγοντα ώστε αυτός να αξιώσει την απαλλαγή του ως προσωπικός εγγυητής της συμβατικής υποχρέωσης που είχε αναλάβει έναντι της Εναγόμενης προκειμένου αυτή να αναλάβει να παραχωρήσει δάνειο στην πρωτοφειλέτιδα. Αυτά τα ζητήματα που εντόπισε ήταν ως ακολούθως: Α. Το ότι ο Ενάγοντας δεν ενημερώθηκε ως εγγυητής για τις καθυστερημένες πληρωμές του πρωτοφειλέτη με αποτέλεσμα να έχει εφαρμογή το άρθρο 97 του περί Συμβάσεων Νόμου ώστε ο εγγυητής να απαλλαγεί επειδή το πιστωτικό ίδρυμα με την ενέργεια αυτήν, παρέλειψε να τελέσει πράξη που επιβάλλεται να πράξει ως προς τις υποχρεώσεις του πιστωτή έναντι του εγγυητή. Β. Το ότι η Εναγόμενη παρέλειψε να οχλήσει και να απαιτήσει τα χρήματα από τον πρωτοφειλέτη και να τον καλέσει να αποπληρώσει το δάνειο που αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης και μετά να ενημερώσει τον Ενάγοντα ότι η πρωτοφειλέτης δεν έχει συμμορφωθεί προτού προχωρήσει να εισπράξει το λαβείν της στη βάση της δεσμευμένης κατάθεσης στον λογαριασμό του Ενάγοντα. Γ. Το ότι η σύμβαση δανείου προέβλεπε ότι το δάνειο θα είναι πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και η εταιρεία θα ήταν δυνατόν να απαιτήσει πληρωμή του οποιουδήποτε ποσού με την αποστολή προς τον χρεώστη σχετικής ειδοποίησης, αντί αυτό να προβλέπει την αποπληρωμή του δανείου με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα με συγκεκριμένες δόσεις, συνιστά καταχρηστική ρήτρα κατά παράβαση του άρθρου 50
(4)του περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου του 2021 επειδή "επιτρέπει σε πιστωτικό ίδρυμα να απαιτεί μονομερώς άμεση εξόφληση πιστωτικής διευκόλυνσης χωρίς οποιεσδήποτε συγκεκριμένες προϋποθέσεις που καθορίζονται στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης και/ή σε οποιανδήποτε νομοθεσία". Δ. Αναμφίβολα τα πιο πάνω ζητήματα που εγείρονται στην απόφαση, είναι σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση όμως το κατά πόσο αυτά τα ζητήματα συνιστούν λόγο για την πλήρη απαλλαγή του Ενάγοντα ως εγγυητής του δανείου και ή την αποδέσμευση της εξασφάλισης του, είναι ζητούμενα ερωτήματα που θα πρέπει να αποφασιστούν στα πλαίσια της δίκης. Όμως το γεγονός της έκδοσης της απόφασης ημερομηνίας 06/08/2021, δεν είναι αυταπόδεικτο γεγονός της αξίωσης του Ενάγοντα. Ο σκοπός της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση για συνοπτική απόφαση, είναι για να δείξει ότι ο Ενάγοντας έχει στην κατοχή του αποδεκτή μαρτυρία βάσει της οποίας δικαιούται απόφαση στην αγωγή. Αυτή η μαρτυρία είναι αναγκαία. Είναι βάσει αυτής της μαρτυρίας, που εάν αποδειχθεί ότι είναι αλήθεια κατά την ακροαματική διαδικασία, ο Ενάγοντας θα αποδείξει ότι δικαιούται απόφαση στην αγωγή. Η επαλήθευση πρέπει να δείχνει ότι δεν υπάρχουν επίδικα θέματα στην αγωγή και ότι ο Ενάγοντας βάσει αυτής της μαρτυρίας δικαιούται απόφαση δυνάμει του νόμου. Η έκθεση απαίτησης, πρέπει να περιέχει μόνο ουσιώδη γεγονότα. Αυτή η υποχρέωση δεν είναι τυπική, αλλά ουσιαστική. Το κλητήριο ένταλμα που δεν περιέχει τα γεγονότα που να στοιχειοθετεί την αξίωση του Ενάγοντα πάσχει και είναι ελαττωματικό. Το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να περιέχει αρκετά γεγονότα από τα οποία να προκύπτει ποιο είναι το αγώγιμο δικαίωμα και να πληροφορείται ο εναγόμενος επαρκώς για την υπόθεση που έχει να αντιμετωπίσει. Σύμφωνα με το Annual Practice Book, 1953, η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.19Θ.4 είναι το O.20 r. 8. Στην αγγλική απόφαση Philipps v Philipps & Others [1878] 4 QBD 127, επεξηγήθηκε ποια είναι η σημασία να υπάρχει συμμόρφωση σ' αυτήν τη διάταξη και τονίστηκε ότι συμμόρφωση προς τους θεσμούς σε σχέση με τα αναγκαία γεγονότα που πρέπει να υπάρχουν στην Έκθεση Απαίτησης, δεν είναι τυπική υποχρέωση. "I have always said that a plaintiff cannot be permitted to go to trial and say that he was entitled to a sum of money, but that he cannot give the defendant any particulars of it. It is impossible that a plaintiff can plead embarrassing pleadings contrary to the rules that have been framed for making them clear and distinct on the surmise that there may be difficulty in stating that which the rules require. The object of the rules is threefold. It is that the plaintiff may state what his case is for the information of the defendant.secondly, that the defendant may be at liberty to say that the statement is not sufficient in point of law.and thirdly, that the defendant instead of being driven to deny everything by an ambiguous and uncertain statement involving conclusions of law as well as actual facts and so going down to try an expensive issue, may be at liberty to single out any one statement and to answer it." Στην υπόθεση Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska
(1972)1 CLR 130, 140, λέχθηκε ότι η ένορκη δήλωση που καταχωρείται από τον Εναγόμενο διά να προβάλει ένσταση στην Αίτηση για συνοπτική απόφαση, δεν αποτελεί διάβημα με το οποίο ο Εναγόμενος υποτάσσεται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Πρέπει πρώτα το Δικαστήριο να διαπιστώσει εάν έχει τη δικαιοδοσία. Η ύπαρξη τέτοιας δικαιοδοσίας αντλείται αποκλειστικά από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. " [I]t is not legitimate to expect to file an application with an affidavit not complying with the rule and so get information on oath as to the nature of the defendant's defence. So if there is no such affidavit as is required by order 18 r. 1 there cannot be jurisdiction under that Order to give judgement. A defendant making a defence to the merits in addition to taking a preliminary objection as to the sufficiency of the affidavits filed by the applicant -plaintiff should not be taken as submitting to the jurisdiction of the Court. It should be examined if the plaintiff by his application has brought himself within the ambit of the order". Στην παρούσα περίπτωση υπήρχε συμβατική σχέση μεταξύ των μερών και ο Ενάγοντας υπέγραψε συμφωνία ως εγγυητής και παραχώρησε εξασφάλιση για την υπόσχεση της Εναγόμενης να παραχωρήσει στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία δάνειο. Υπήρχε αντιπαροχή για την υπόσχεση του Ενάγοντα. Η απόφαση του Επιτρόπου εντοπίζει τρία σοβαρά ζητήματα που δυνατόν εν όλω ή εν μέρει να απαλλάσσουν τον Ενάγοντα από τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Εάν η Εναγόμενη ενήργησε εκτός του συμφωνημένου πλαισίου ή εάν επέβαλε στον Ενάγοντα συμφωνία που δεν εφαρμόζεται ή είναι ακυρώσιμη εξαιτίας παρανομίας, είναι κάτι που θα πρέπει να κριθεί στη βάση των συγκεκριμένων δεδομένων της υπόθεσης. Η απόφαση του Επιτρόπου δεν ήταν δεσμευτική ώστε το γεγονός της έκδοσης της να συνιστά ξεχωριστή βάση για το βάσιμο ή όχι της αξίωσης του Ενάγοντα. Περαιτέρω, η απόφαση αυτή αφορούσε νομική ανάλυση των δεδομένων, δεν ακούστηκε μαρτυρία, δεν αξιολογήθηκε μαρτυρία και δεν έγιναν ευρήματα γεγονότων βάσει των οποίων το Δικαστήριο αυτό θα μπορούσε να στηριχθεί για να διαπιστώσει ότι η απαίτηση του Ενάγοντα επαληθεύεται στη βάση των αυστηρών προϋποθέσεων της Διαταγής
- Ως εκ τούτου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι Αιτητές έχουν εκθέσει τέτοια γεγονότα ώστε να προκύπτει ξεκάθαρα ότι δικαιούνται στην απαίτηση και ότι αυτά τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση, έχουν επιβεβαιωθεί δεόντως και θετικά με τη μαρτυρία του Ενάγοντα ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18Θ.
- Παρ' όλο ότι δικαιολογείται η διακοπή της εξέτασης της Αίτησης μόνο για τον λόγο ότι η διαφορά δεν εμπίπτει στις ξεκάθαρες περιπτώσεις που το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να εξετάσει θέμα έκδοσης συνοπτικής απόφασης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο υπάρχει ζήτημα προς εκδίκαση με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που έχουν θέσει ενώπιον μου οι Καθ' ων η Αίτηση. Στην περίπτωση που το βάρος έχει μετατοπιστεί στον Εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή Υπεράσπιση στην αγωγή, η ένορκη του δήλωση θα πρέπει να περιέχει επαρκή γεγονότα και στοιχεία για την ύπαρξη Υπεράσπισης. Η απλή αναφορά σε αόριστους και ασαφείς ισχυρισμούς, δεν μπορεί να μετατοπίσει αυτό το βάρος επειδή τέτοιοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να εξεταστούν και να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο διά να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι υπάρχει καλή Υπεράσπιση. [Βλ. Hermes Insurance Co. Ltd (πιο πάνω)]. Η αναφορά σε αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν είναι εμπεδωμένοι με γεγονότα και/ή στοιχεία, δεν μπορούν να θεμελιώσουν το απαιτούμενο υπόβαθρο αναγκαίο για τη διαπίστωση καλής Υπεράσπισης. Η ένορκη δήλωση πρέπει να έχει τις απαιτούμενες λεπτομέρειες από τις οποίες να προκύπτει ότι υπάρχει καλόπιστη Υπεράσπιση (bona fide defence). Εάν η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα, τότε πρέπει να δοθεί ανεπιφύλακτα άδεια στον Εναγόμενο να καταχωρήσει Υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι ανώφελο όπως έχει λεχθεί και στο Annual Practice του 1958, σελ. 248, ο Ενάγοντας να προσκρούσει τα γεγονότα που έχει προβάλει ο Εναγόμενος με πρόσθετα γεγονότα διότι η ανάγκη του Ενάγοντα να προσθέσει και άλλα γεγονότα προς υποστήριξη της Αιτήσεως του υποδηλοί ότι πρέπει να εκδικαστεί η αγωγή και να ακουσθεί μαρτυρία. Εάν εκδοθεί απόφαση κατόπιν ακρόασης συνοπτικής Αιτήσεως, ο Εναγόμενος στερείται το δικαίωμα της δίκης, επομένως είναι ένα εξαιρετικό μέτρο που πρέπει να λαμβάνεται μόνο στην απουσία επίδικου θέματος προς εκδίκαση. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Ltd. v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAΔ 239, τονίστηκε και πάλι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά στις σελ. 243-244: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και από τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει Υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκή του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης Υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή Υπεράσπιση και ουσιαστική Υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την Υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για Υπεράσπιση. Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την Υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση, τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Το Εφετείο επεξήγησε στην απόφαση N. V. Caterchef Ltd. v P.C.P. Electronics, 1 ΑΑΔ 1912
(1999), ότι η Υπεράσπιση του Εναγόμενου πρέπει να εκθέτει με σαφήνεια συγκεκριμένα γεγονότα με τρόπο που να εκφράζεται μία καλόπιστη και ολοκληρωμένη Υπεράσπιση. Παρόλο ότι η ένσταση των Εναγομένων δεν πρέπει να στερείται πειστικότητας στον βαθμό που να είναι έκδηλη η ανυπαρξία Υπεράσπισης, δεν σημαίνει ότι υπάρχει ένας καθορισμένος βαθμός πειστικότητας που να υπαγορεύει πότε ένας Εναγόμενος δικαιούται να υπερασπιστεί. Δεν είναι ανάγκη όλα τα επιχειρήματα των Εναγομένων να έχουν τεθεί ολοκληρωμένα και με λεπτομέρεια ή εκεί μόνο που τα επιχειρήματα τους είναι πειστικά και αληθοφανή για να τους επιτραπεί να υπερασπιστούν. Η συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όταν το Δικαστήριο είναι τόσο βέβαιο από τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του, που δεν χρειάζεται να ακούσει την υπόθεση ώστε να προβεί στην κρίση ότι η Υπεράσπιση που προβάλλεται είναι αστήρικτη. Εκεί όμως που εύλογα τίθενται κάποια ζητήματα ενώπιον του Δικαστηρίου προς κρίση, διαπίστωση και επίλυση, είναι δίκαιο τα πιο πάνω να τα διενεργήσει το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την υπόθεση. Η πιο πάνω προσέγγιση είναι σύμφωνη και με την επισήμανση του Εφετείου στην απόφαση Ευάγγελος Λαζάρου ν. Γιάννης Μακεδόνας 1 Α. Α. Δ.817, όπου λέχθησαν τα ακόλουθα: "It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant's own evidence, and that the court cannot reject an assertion on the simple ground that is inherently incredible." Η θέση των Εναγομένων είναι ότι υπάρχουν έγκυρες συμφωνίες που καθορίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών. Ο Ενάγοντας είχε αναλάβει συμβατικές δεσμεύσεις έναντι της Εναγόμενης και αυτή έχει εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις παραχωρώντας το δάνειο στην πρωτοφειλέτη. Η συμφωνία αυτή έγινε το 2012 και ο Ενάγοντας ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τα πράγματα για τα οποία υπέβαλε παράπονο στον Επίτροπο. Η Εναγόμενη κάλεσε τον πρωτοφειλέτη να πληρώσει το δάνειο εντός 30 ημερών την 02/06/2021 και προχώρησε η Εναγόμενη και χρησιμοποίησε το δεσμευμένο ποσό της κατάθεσης στον λογαριασμό του Ενάγοντα την 08/07/2021, αφού πρώτα ο Ενάγοντας επέβαλε παράπονο στον Επίτροπο για να πετύχει απαλλαγή της δέσμευσης της κατάθεσης του την 08/04/2021. Ήταν θέση της Εναγόμενης ότι όλα αυτά έγιναν σκόπιμα για να αποφύγει ο Ενάγοντας τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Ήταν θέση της Εναγόμενης ότι τον Απρίλιο 2021, προτού αποταθεί στον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή του δανείου, ο Ενάγοντας δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ότι ο πρωτοφειλέτης δεν πλήρωνε τις δόσεις του ώστε να καταγράψει κάτι τέτοιο στην έγγραφη καταγγελία του προς τον Επίτροπο. Σημασία έχει ότι η Εναγόμενη εγείρει επίδικα ζητήματα που θα πρέπει να εξεταστούν στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Τέλος, σε σχέση με την προβολή των θέσεων ότι η συμφωνία που υπέγραψε ο Ενάγοντας δεν θα πρέπει να εφαρμοστεί επειδή περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα αυτό αφού ακουστεί μαρτυρία και γίνει εξαγωγή πραγματικών συμπερασμάτων στην αγωγή. Είναι παρακινδυνευμένο στο στάδιο αυτό να αποφασίσω τέτοιο θέμα χωρίς να ακούσω μαρτυρία και τις αντίστοιχες θέσεις των μερών, εφόσον είμαι υπόχρεα να εφαρμόσω σχετική ευρωπαϊκή οδηγία που ρυθμίζει το ζήτημα των καταναλωτικών συμβάσεων που αποσκοπεί στην προστασία του απλού καταναλωτή. Στην υπόθεση Περικλέους ν. Ellinas Finance Ltd Πολιτική Έφεση αρ. 283/2010 ημερομηνίας 10/03/2015, ECLI:CY:AD:2015:A170, το Εφετείο αρνήθηκε να παραπέμψει προδικαστικό ζήτημα σε σχέση με την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 4
(1)της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ ως παράγοντας για την αξιολόγηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της σύμβασης επειδή "η παραπομπή των εγειρόμενων θεμάτων δεν ήταν αναγκαία για την έκδοση τελικής απόφασης στην προκειμένη περίπτωση. Η εξέταση ζητήματος ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στην επίδικη συμφωνία μπορούσε να αποφασιστεί από το ημεδαπό Δικαστήριο εφόσον ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996, Ν. 93(Ι)/96 ενσωμάτωσε ουσιαστικά τις πρόνοιες της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ. Η νομολογία του ΔΕΕ έχει καλύψει τη βασική φιλοσοφία του συστήματος προστασίας που θεσπίζει η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ και η οποία στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε υποδιαίστερη θέση έναντι του επαγγελματία, όσον αφορά τόσο την εξουσία διαπραγμάτευσης, όσο και το επίπεδο πληροφόρησης. Θέση η οποία και τον υποχρεώνει να προσχωρήσει στους όρους που έχουν καταρτισθεί εκ των προτέρων, χωρίς να έχει τη δυνατότητα επηρεασμού του περιεχομένου τους. Είναι αυτή η ανισότητα στη διαπραγματευτική δύναμη που οδήγησε στην έκδοση της υπό αναφορά οδηγίας, η οποία και υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν μηχανισμό ελέγχου τέτοιων συμβατικών ρητρών, προκειμένου να διαπιστώνεται ο ενδεχόμενος καταχρηστικός χαρακτήρας τους". Κατά συνέπεια, επειδή εγείρονται σοβαρά ζητήματα, εναπόκειται στο εκδικάζον Δικαστήριο να εξετάσει τις περιβάλλουσες συνθήκες γύρω από τη σύναψη των συμφωνιών και να κρίνει κατά πόσο συμφωνήθηκαν καλή τη πίστει και χωρίς την άσκηση οποιασδήποτε πίεσης ή άλλης αθέμιτης παρότρυνσης. Στη συνέχεια, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι ρήτρες που θα υποδειχθούν οδηγούν στο αποτέλεσμα της απαλλαγής του Ενάγοντα από τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή στο δικαίωμα του να επιμένει στην μη εφαρμογή των ρητρών ή ακόμη να κριθεί κατά πόσο η ρήτρα έχει ουδέτερο αποτέλεσμα ενόψει του γεγονότος ότι η πρωτοφειλέτης επωφελήθηκε του δανείου και ο Ενάγοντας δεν κατάγγειλε κατά τον επίδικο χρόνο τη νομιμότητα των συμφωνηθέντων. Η πιο πάνω κρίση χρήζει σφαιρικής αντίληψης των συνθηκών που οδήγησαν στη συνομολόγηση των συμφωνηθέντων και των όρων των συμφωνιών. Η επίλυση προς όφελος του Ενάγοντα τέτοιου πολυσύνθετου ζητήματος εκ προοιμίου στο στάδιο αυτό με δεδομένο του επιπόλαιου και επιφανειακού τρόπου που έχει εγερθεί, δεν είναι δίκαιο στο παρόν στάδιο εφόσον το Δικαστήριο σ' αυτές τις Αιτήσεις, θα πρέπει να εντοπίζει επίδικα θέματα προς εκδίκαση και όχι να τα επιλύει. Ένα είναι σίγουρο, ότι υπάρχουν πραγματικά ζητήματα που πρέπει να επιλυθούν και ενόψει των αμφισβητήσεων που υπάρχουν, η υπόθεση του Ενάγοντα δεν είναι αυταπόδεικτη και θα πρέπει να την αποδείξει με τον παραδοσιακό τρόπο, ως ορίζει το άρθρο 30 του Συντάγματος. Τα όσα έχουν προβληθεί από τους διάδικους στα πλαίσια της Αίτησης χρήζουν αξιολόγησης. Ενόψει των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, διαπιστώνω ότι υπάρχει τουλάχιστον ένα ζήτημα προς εκδίκαση. Η έκδοση απόφασης σ' αυτό το στάδιο και υπό αυτές τις περιστάσεις εναντίον της Εναγόμενης, θα αποτελούσε άδικη και αυθαίρετη άρνηση της δικαιοσύνης. Κατά συνέπεια, η Αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο