← Κύπρος

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΓΟΥΝΝΑΡΗ ν. ΣΑΒΒΑ ΦΕΛΛΑ, Αρ. Αγωγής: 1094/14, 30/1/2023

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΓΟΥΝΝΑΡΗ ν. ΣΑΒΒΑ ΦΕΛΛΑ, Αρ. Αγωγής: 1094/14, 30/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1094/14 Μεταξύ: ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΓΟΥΝΝΑΡΗ Eνάγοντα και ΣΑΒΒΑ ΦΕΛΛΑ Eναγόμενου Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Ν. Γρηγορίου για ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ Ν. ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Για τον Εναγόμενο: κ. E. Χρ. Χατζηευτυχίου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αγωγή ο Ενάγων αξιώνει εναντίον του Eναγόμενου το ποσό των €4.000 πλέον νόμιμο τόκο το οποίο κατ' ισχυρισμό δάνεισε στον Εναγόμενο. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, αυτός κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2013 και τον Μάρτιο του 2013 δάνεισε στον Εναγόμενο ποσό ύψους €1.000 και €3.000 δυνάμει δύο επιταγών ημερομηνίας 08/02/2013 και 11/03/2013 αντίστοιχα προς αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών του Eναγόμενου. Ο Εναγόμενος συμφώνησε να επιστρέψει στον ενάγοντα τα ρηθέντα ποσά μέχρι τις 31/3/2013 και 30/4/2013 αντίστοιχα και/ή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Ο Ενάγων κάλεσε πολλές φορές τον Εναγόμενο να επιστρέψει το ποσό των €4.000 πλην όμως αυτός αρνήθηκε και παρέλειψε να πράξει τούτο μέχρι και σήμερα. Στην αντίπερα όχθη, ο Eναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση που καταχώρισε παραδέχεται την έκδοση των επίδικων επιταγών πλην όμως ισχυρίζεται τα ακόλουθα σε σχέση με τις συνθήκες έκδοσης τους: Σε ότι αφορά το ποσό των €1.000 αυτό είχε δοθεί για την προσφορά των υπηρεσιών του στην υπεραγορά και φρουταρία που διατηρούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων και σε ότι αφορά το ποσό των €3.000, δικογραφείται ότι ο Εναγόμενος ήταν ενοικιαστής δύο καταστημάτων τα οποία χρησιμοποιούσε ως φωτογραφείο και ο Ενάγων του ζήτησε να του παραχωρήσει το ένα από τα δύο καταστήματα για δικούς του σκοπούς. Προς τούτο, συμφώνησαν προφορικά την παραχώρηση του καταστήματος στην τιμή των €6.000 ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει τα έξοδα διαχωρισμού, τοποθέτηση μετρητών της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, μπογιάτισμα και διάφορα άλλα έξοδα. Μετά τη συμφωνία ο Eναγόμενος άρχισε τη διεξαγωγή των σχετικών εργασιών και ο Ενάγων παρέδωσε σε αυτόν ως προκαταβολή το ποσό των €3.000 και παραμένει υπόλοιπο το ποσό των €3.000 το οποίο αξιώνει ανταπαιτητικά. Ο Eναγόμενος βασιζόμενος στη ρηθείσα προφορική συμφωνία έχει προβεί στην πληρωμή του συνολικού ποσού των €6.137,

  1. Στην Απάντηση στην Έκθεση Υπεράσπισης και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ο Ενάγων αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο Eναγόμενος και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε του προσέφερε οποιεσδήποτε υπηρεσίες ο Εναγόμενος. Σε ότι αφορά το ποσό των €3.000 αναφέρει ότι ο Eναγόμενος προσφέρθηκε να παραχωρήσει στον Ενάγοντα το ένα από τα δύο καταστήματα που ενοικίαζε και ο Ενάγων του ανέφερε ότι θα εξέταζε ένα τέτοιο ενδεχόμενο μόνο στην περίπτωση που πωλείτο η επιχείρηση υπεραγοράς και φρουταρίας που διατηρούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επειδή το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης της επιχείρησής του δεν καταβλήθηκε καθ' ότι δόθηκαν μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες δεν τιμήθηκαν, ο Ενάγων ανέφερε στον Εναγόμενο ότι δεν ενδιαφερόταν για την παραχώρηση του ενός από τα δύο καταστήματα του Eναγόμενου και ως εκ τούτου, ουδέποτε συμφωνήθηκε οτιδήποτε. Είναι η περαιτέρω δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι αυτός δάνεισε στον Εναγόμενο το συνολικό ποσό των €4.000 το οποίο ο Eναγόμενος χρησιμοποίησε για να μετατρέψει / διαχωρίσει τα δύο καταστήματα σε ένα και να καταβάλλει μισό ενοίκιο. Η απαίτηση και ανταπαίτηση μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου συνεκδικάστηκαν, αφού τα ζητήματα που ήγειραν ήταν πρόσφορα και κατάλληλα να δικαστούν μαζί.[1] Προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ίδιος (ΜE1). Για την πλευρά του Eναγόμενου έδωσε μαρτυρία ο ίδιος (ΜΥ1) καθώς και ο κ. Μιχάλης Πίττας (ΜΥ2). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[2] Ο Ενάγων κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο Α). Κατά την κυρίως εξέτασή του επανέλαβε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του και ανέφερε συνοπτικά τα ακόλουθα: Γνωρίζει τον Eναγόμενο από την φρουταρία που διατηρούσε αφού τον επισκεπτόταν για σκοπούς κουβέντας αλλά σε καμία περίπτωση δεν είχε εργοδοτηθεί από τον ίδιο. Ο Eναγόμενος ήταν φωτογράφος και ενοικίαζε δύο καταστήματα τα οποία χρησιμοποιούσε ως φωτογραφείο και προσφέρθηκε να του παραχωρήσει το ένα από τα δύο καταστήματα που ενοικίαζε με τον Ενάγοντα να του λέει ότι θα εξέταζε ένα τέτοιο ενδεχόμενο μόνο σε περίπτωση που πωλείτο η επιχείρηση υπεραγοράς και φρουταρίας που διέθετε. Πρόσθεσε ότι επειδή το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης της επιχείρησης του δεν καταβλήθηκε καθ' ότι δόθηκαν μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες δεν τιμήθηκαν, ανέφερε στον Εναγόμενο ότι δεν ενδιαφερόταν για την παραχώρηση του ενός από τα καταστήματά του και ως εκ τούτου, δεν συμφώνησαν οτιδήποτε. Στη συνέχεια, κατόπιν παράκλησης του Eναγόμενου το 2013 δάνεισε στον Εναγόμενο το συνολικό ποσό των €4.000 το οποίο ο Eναγόμενος χρησιμοποίησε για να μετατρέψει /διαχωρίσει τα καταστήματα σε ένα και να καταβάλλει μισό ενοίκιο. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 1 και 2 τις επίδικες επιταγές και ανέφερε ότι ο Eναγόμενος συμφώνησε να του επιστρέψει το ποσό των €1.000 μέχρι τις 31/03/2013 και το ποσό των €3.000 μέχρι τις 30/04/
  2. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι εάν το ποσό δανείου δεν πληρωνόταν κατά τις εν λόγω ημερομηνίες, θα έφερε τον εκάστοτε νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταβολής έκαστου ποσού. Ο Eναγόμενος ουδέν ποσό του κατέβαλε μέχρι σήμερα και έτσι παραμένει οφειλόμενο ολόκληρο το συνολικό ποσό των €4.
  3. Κάλεσε τον Εναγόμενο όπως του καταβάλει το οφειλόμενο ποσό και κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 3 επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 03/01/2014 προς τον Εναγόμενο για την καταβολή του ρηθέντος ποσού πλην όμως αυτός αρνήθηκε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ερωτηθείς σε σχέση με τον λόγο για τον οποίο δάνεισε το ποσό των €4.000 στον Εναγόμενο ανέφερε ότι τον είχε παρακαλέσει πολλές φορές ο Εναγόμενος επειδή πλήρωνε €700 ενοίκιο και ήθελε να χωρίσει τα καταστήματα για να μείνει με ένα για να πληρώνει το μισό ενοίκιο και είχε διάφορα έξοδα οπόταν τον παρακάλεσε να του τα δανείσει. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι μετά που πούλησε το κατάστημά του επισκεπτόταν το κατάστημα του Eναγόμενου ο οποίος του μιλούσε όπως ανέφερε με τις ώρες για τον Χριστό και κάθε Κυριακή πήγαινε και εκκλησία και έψαλλε και νόμιζε ότι ήταν τίμιος άνθρωπος. Επειδή, όπως ανέφερε, ο Εναγόμενος είχε ανάγκη και δεν είχε δουλειά του δάνεισε τα λεφτά για να διαχωρίσει το κατάστημα και να γλιτώσει το μισό ενοίκιο. Σε ότι αφορά την πώληση της επιχείρησής του ανέφερε ότι η πράξη της πώλησης έγινε τον Δεκέμβριο του 2012 και οι μεταχρονολογημένες επιταγές άρχιζαν τον Γενάρη του 2013 και ακολουθούσε μία επιταγή κάθε μήνα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι εξαργύρωσε μία επιταγή (αυτήν του Γενάρη) αφού την κατέθεσε 3 φορές και σε ότι αφορά τις υπόλοιπες επιταγές από την πώληση της επιχείρησης του είναι ακόμα στα Δικαστήρια και κατάφεραν μόνο να εισπράξουν ακόμα μία επιταγή. Σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ο Eναγόμενος δεν προσέφερε οποιεσδήποτε υπηρεσίες στο κατάστημα του Ενάγοντα και ότι έπινε τον καφέ του και τους μιλούσε για τον Χριστό και την Παναγία και ο ίδιος καθόταν και τον άκουγε και ένιωθε τυχερός που γνώρισε τέτοιον άνθρωπο. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του ανέφερε τα ακόλουθα: «Μιλήσαμε τζιαι του είπα, αν πουλήσω το μαχαζί να ξαναμιλήσουμε, από τη στιγμή που δεν εισπράττω από τις επιταγές που πούλησα το μαχαζί, δεν μπορούσα να το πιάσω πίσω, το ξεκαθάρισα νομίζω, είπα το και με παρακάλεσε πολλές φορές να του δανείσω τα λεφτά, για να μειωθούν τα έξοδα του στο φωτογραφείο του και να μου τα δώσει πίσω». Ο Eναγόμενος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο Β). Υιοθέτησε στην ολότητά του το περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ως αυτή κατατέθηκε όπως ανέφερε, εκ μέρους του, από τον δικηγόρο του. Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι πράγματι ο Ενάγων εξέδωσε τις δύο επίδικες επιταγές και ανέφερε ότι σε ότι αφορά την πρώτη επιταγή ημερομηνίας 08/02/2013, ύψους €1.000 αυτή αντιπροσωπεύει την αξία υπηρεσιών τις οποίες προσέφερε περιστασιακά κατά τις απογευματινές ώρες και τα Σάββατα στον Ενάγοντα και πιο συγκεκριμένα στη φρουταρία που ο Ενάγων διατηρούσε. Σε ότι αφορά τη δεύτερη επιταγή ημερομηνίας 11/03/2013, ύψους €3.000 αυτή, όπως ανέφερε, αντιπροσωπεύει μέρος της συμφωνηθείσας αξίας για παραχώρηση και διαμόρφωση του ενός εκ των δύο καταστημάτων τα οποία ο ίδιος ενοικίαζε και τα οποία χρησιμοποιούσε ως φωτογραφείο. Ειδικότερα, ανέφερε ότι είχαν συμφωνήσει προφορικά με τον Ενάγοντα την παραχώρηση του ενός εκ των δύο υποστατικών εφόσον του κατέβαλε το ποσό των €6.000 το οποίο μεταξύ άλλων αφορούσε τον διαχωρισμό των υποστατικών, μπογιάτισμα, τοποθέτηση μετρητή της ΑΗΚ και διάφορα άλλα έξοδα. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 4

(1), 4
(2), 5
(1), 5
(2), 6
(1), 6
(2)και 7 αποδείξεις, τιμολόγια και επιστολή της ΑΗΚ που αφορούν τις ενέργειες τις οποίες προέβη και τα ποσά τα οποία κατέβαλε για την υλοποίηση της συμφωνίας που είχε συνάψει προφορικά με τον Ενάγοντα με το συνολικό ποσό να ανέρχεται στις €6.137,
  1. Περαιτέρω, ανέφερε ότι πριν προβεί στις αναφερόμενες ενέργειες είχε λάβει τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη των υποστατικών. Μετά την προφορική τους συμφωνία του δόθηκε το ποσό των €3.000 έναντι του πιο πάνω ποσού με την επιταγή ημερομηνίας 11/03/2013 και έκτοτε παραμένει ανεξόφλητο το ποσό των €3.000 το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει εξοφληθεί και το οποίο αξιώνει ανταπαιτητικά από τον Ενάγοντα. Αντεξεταζόμενος, ερωτηθείς σε σχέση με τη γνωριμία του με τον Ενάγοντα, ανέφερε ότι επειδή στο κατάστημα που είχε ο Ενάγων εργαζόταν και ένας φίλος του πήγαινε εκεί και τον γνώρισε και τους βοηθούσε για 8 μήνες. Ερωτηθείς να εξηγήσει τι εννοεί με την αναφορά του ότι βοηθούσε ανέφερε: «Ότι χρειάζουνταν και δουλειά και το δείλις πήγαινα όσην ώρα είχα». Δεν αποδέχθηκε την υποβολή ότι πήγαινε στο κατάστημα του Ενάγοντα για κουβέντα και περαιτέρω ανέφερε ότι αργά το απόγευμα περί τις 19:00- 19:30 εργαζόταν σε δουλειά του πεθερού του απέναντι από το κατάστημα του Ενάγοντα. Ερωτηθείς αν είχαν κάποια συμφωνία με τον Ενάγοντα για να πηγαίνει ο Eναγόμενος να τον βοηθά ανέφερε ότι δεν υπήρχε κάποια συμφωνία, ότι πήγαινε μόνος του και βοηθούσε και ότι του άρεσε επειδή ήξερε τον Μιχάλη (τον φίλο του που εργαζόταν στον Ενάγοντα). Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του ανέφερε ότι ο ίδιος είχε δύο μαγαζιά και ήθελε από τον καιρό της κρίσης να δώσει το ένα και του είπε ο Ενάγων ότι θέλει το κατάστημα και μόλις πουλούσε το κατάστημα που είχε ο Ενάγων θα το έπαιρνε και άρχισε από το 2012 και έκανε μετατροπές στα δύο καταστήματα. Ερωτηθείς ως προς το πότε έκαναν την ισχυριζόμενη κατά τον ίδιο συμφωνία, ανέφερε ότι η συμφωνία με τα χρήματα έγινε το
  2. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο ίδιος έχει 25 χρόνια το μαγαζί και όταν μίλησε με τον ιδιοκτήτη του είπε να κάνει ότι θέλει επειδή του είχε εμπιστοσύνη. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του όταν του υποβλήθηκε ότι ο λόγος που ήθελε να διαχωρίσει τα καταστήματα ήταν για δικό του όφελος για να μπορούσε να δίνει μισό ενοίκιο, αυτός ανέφερε ότι αν δεν το ήθελε ο Ενάγων δεν θα το έκανε ποτέ. Δέχτηκε ότι ξεκίνησε τις εργασίες πριν πάρει οποιονδήποτε ποσό από τον Ενάγοντα και πριν συμφωνήσουν και αυτό το έκανε, όπως είπε, επειδή του έλεγε ο Ενάγων ότι θα το πάρει και αυτός τον πίστευε. Ο ΜΥ2 κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι κατά το έτος 2012-2013 εργαζόταν στην υπεραγορά του Ενάγοντα. Πρόσθεσε ότι γνωρίζει τον Εναγόμενο και ερωτηθείς να αναφέρει τη σχέση του Ενάγοντα με τον Εναγόμενο ανέφερε ότι είχαν μία φιλική σχέση και πως ο Ενάγων θα έπαιρνε και ένα κατάστημα. Ειδικότερα, ανέφερε ότι μετά από διαβουλεύσεις του είπε ο Eναγόμενος ότι κατέληξε να πάρει το κατάστημά του. Δεν ήξερε λεπτομέρειες σε σχέση με το ποσό που συμφώνησαν και περαιτέρω ανέφερε ότι το κατάστημα θα γινόταν αποθήκη ή κατάστημα για αγιογραφίες επειδή η γυναίκα του Ενάγοντα ήταν αγιογράφος. Πρόσθεσε ότι κατά τη διάρκεια των ετών 2012-2013 ο Eναγόμενος ερχόταν σχεδόν καθημερινά στο κατάστημα του Ενάγοντα. Ερωτηθείς εάν γνωρίζει για οποιανδήποτε συναλλαγή που έγινε μεταξύ του Ενάγοντα και του Eναγόμενου ανέφερε ότι είχε δώσει κάποια λεφτά ο Ενάγων για τις υπηρεσίες του Eναγόμενου στο κατάστημα που νόμιζε ότι ήταν €1.000 και κάποιο άλλο ποσό έναντι για το κατάστημα προκειμένου να το φτιάξει ο Eναγόμενος. Αντεξεταζόμενος, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι θυμόταν ότι η επιταγή των €1.000 ήταν για κάποιες υπηρεσίες. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο Ενάγων ήθελε να πάρει το κατάστημα για να το κάνει είτε αποθήκη είτε για να κάνει η γυναίκα του αγιογραφίες και σε άλλο σημείο ότι μιλούσαν μεταξύ τους αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «τώρα τι εθέλαν να το κάμουν δεν ξέρω». Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[5] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[6] Ο ΜΕ1 έκανε πολύ καλή και θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε με σαφήνεια, σταθερότητα, θετικότητα και συνεκτικότητα τα γεγονότα σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Εξήγησε με συνοχή το τι διαμείφθηκε μεταξύ των διαδίκων χωρίς υπεκφυγές και ενδοιασμούς. Ειδικότερα, ήταν σε θέση να εξηγήσει με ευκρίνεια, επάρκεια και σταθερότητα τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ του ίδιου και του ενάγοντα, και παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι ναι μεν είχε συζητήσει με τον Εναγόμενο το ενδεχόμενο να έπαιρνε το ένα από τα δύο καταστήματα που ενοικίαζε ο Εναγόμενος σε περίπτωση που πωλείτο η επιχείρηση του πλην όμως επειδή δεν τιμήθηκαν οι μεταχρονολογημένες επιταγές που δόθηκαν σε σχέση με το τίμημα της πώλησης, πλην μίας, ανέφερε στον Εναγόμενο ότι εν τέλει δεν ενδιαφερόταν. Παρά την προσπάθεια της αντεξέτασης, η αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα δεν έχει κλονιστεί. Τα όσα ανέφερε τόσο γραπτώς όσο και δια ζώσης συνάδουν τόσο με τη δικογραφημένη θέση του όσο και με το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατέθεσε. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΕ1 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι ο ΜΕ1 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική, σταθερή και πειστική. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για μάρτυρα που προσπάθησε συνειδητά και επί σκοπού να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να παραποιήσει γεγονότα. Κρίνω επομένως ότι η μαρτυρία του ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Σε ότι αφορά τον ΜΥ1, ο εν λόγω μάρτυρας δεν έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η εκδοχή που επιδίωξε να παρουσιάσει μέσω της μαρτυρίας του δεν έπεισε. Η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Παραθέτω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά παραδείγματα των αναφορών του. Θα πρέπει ευθύς εξαρχής να σημειωθεί η εμφανής διάσταση στις θέσεις που προβλήθηκαν δικογραφικά και στις θέσεις που προβλήθηκαν με τη δοθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία εκ μέρους του ΜΥ1, στοιχείο το οποίο δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα.[7] Υπενθυμίζω ότι ήταν ο ίδιος ο ΜΥ1 που κατά την κυρίως εξέταση του, υιοθέτησε στην ολότητα του το περιεχόμενο του δικογράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης.[8] Ενώ η δικογραφημένη θέση του ήταν ότι πρώτα συμφώνησαν προφορικά με τον Ενάγοντα για την παραχώρηση του ενός από τα δύο καταστήματα που ενοικίαζε στον Ενάγοντα και μετά τη συμφωνία τους άρχισε ο ίδιος τη διεξαγωγή των σχετικών εργασιών διαχωρισμού των καταστημάτων ώστε να γίνει η κατ' ισχυρισμό παράδοση του καταστήματος, εντούτοις, κατά την αντεξέταση του, σε αντίφαση με αυτήν του τη θέση ανέφερε ευθαρσώς ότι είχε αρχίσει τις εργασίες πριν κατ' ισχυρισμό συμφωνήσουν με τον Ενάγοντα. Περαιτέρω, οι τοποθετήσεις του σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ότι δεν ήταν για δικό του όφελος που ήθελε να διαχωρίσει τα δύο καταστήματα προκειμένου να πληρώνει μισό ενοίκιο και ότι εάν δεν ήθελε ο Ενάγων το κατάστημα δεν θα έκανε τον διαχωρισμό, δεν συνάδουν αφενός με τις τοποθετήσεις του ότι ήταν από τον καιρό της κρίσης, ως ανέφερε, χωρίς να διευκρινίζει ακριβή χρόνο, που ήθελε να βρει κάποιον για να δώσει το ένα κατάστημα (κάτι που συνάδει και με τα όσα περί τούτου ανέφερε ο ΜΕ1 στη μαρτυρία του περί επιθυμίας του Εναγόμενου για διαχωρισμό προκειμένου να μειώσει τα έξοδα του μέσω της μείωσης του ενοικίου που έδινε) αλλά και τις ίδιες τις πράξεις του Εναγόμενου ο οποίος, όπως ευθαρσώς παραδέχτηκε, είχε ήδη αρχίσει να προβαίνει στις ενέργειες για τον διαχωρισμό των καταστημάτων προτού συμφωνήσει ο Ενάγων ότι θα έπαιρνε το ένα από τα δύο καταστήματα. Περαιτέρω, εντελώς γενικές και ασαφείς υπήρξαν και οι αναφορές του σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό προσφορά υπηρεσιών του στον Ενάγοντα για την οποία έλαβε, ως ισχυρίστηκε, το ποσό των €1.000 από τον Ενάγοντα. Ερωτηθείς να εξηγήσει τι ακριβώς έκανε στο κατάστημα του Ενάγοντα αρκέστηκε να αναφέρει γενικά και αόριστα ότι έκανε ότι χρειαζόταν χωρίς όμως να είναι σε θέση να εξειδικεύσει τις κατ' ισχυρισμό υπηρεσίες που πρόσφερε στον Ενάγοντα τη στιγμή που ο ίδιος ευθαρσώς δήλωσε ότι δεν είχε οποιαδήποτε συμφωνία με τον Ενάγοντα για προσφορά υπηρεσιών. Είναι περαιτέρω, άξιο απορίας για ποιο λόγο ο Εναγόμενος ενώ έλαβε την επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντα πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής στην οποία τον καλούσε να επιστρέψει το ποσό που του δάνεισε ο Ενάγων, δεν απάντησε προκειμένου να αντικρούσει τα όσα του καταλογίστηκαν αλλά και να ζητήσει το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο που όφειλε ο Ενάγων. Σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας με οποιοδήποτε τρόπο είτε το περιεχόμενο της ρηθείσας επιστολής, είτε το γεγονός της αποστολής και λήψης της από τον Εναγόμενο. Περαιτέρω, ενώ η θέση του ήταν ότι συμφώνησε με τον Ενάγοντα την παραχώρηση του ενός εκ των δύο καταστημάτων για €6.000 και ότι το ποσό των €3.000 του δόθηκε ως προκαταβολή, καμία αναφορά δεν έγινε ως προς το πότε κατ' ισχυρισμό θα έπρεπε να καταβληθεί από τον Ενάγοντα το υπόλοιπο ποσό, ούτε προέκυψε από τη μαρτυρία του ότι ζήτησε οποτεδήποτε, πριν την καταχώριση της ανταπαίτησης του, το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο ποσό από τον Ενάγοντα. Ούτε παρουσιάζεται λογική αυτή η εκδοχή που θέλει τον Ενάγοντα να συμφωνεί να καταβάλει το πλήρες ποσό των εξόδων διαχωρισμού δύο καταστημάτων που δεν του ανήκουν τη στιγμή που θα είχε και ο ίδιος ο Εναγόμενος όφελος από αυτόν τον διαχωρισμό και ήταν άλλωστε για αυτόν τον λόγο που ο ίδιος φαίνεται να αναζητούσε από καιρό κάποιον για να δώσει το ένα από τα δύο καταστήματα. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΥ1 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του και του όλου τρόπου με τον οποίο απαντούσε καταλήγω ότι η μαρτυρία του, επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω. Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία του ΜΥ1 και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του να καθίσταται ακροσφαλής. Σε ότι αφορά τον ΜΥ2, η μαρτυρία του στερείται της αναγκαίας θετικότητας και σαφήνειας ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Στην πραγματικότητα, κατέστη σαφές ότι ο ίδιος αυτό που ήταν ουσιαστικά σε θέση να μεταφέρει στο Δικαστήριο ήταν ότι του ειπώθηκε από τον Εναγόμενο σε σχέση με το ζήτημα του διαχωρισμού των καταστημάτων χωρίς να έχει ίδια γνώση αφού όπως ευθαρσώς ανέφερε, του είπε ο Εναγόμενος ότι τελικά ο Ενάγων αποφάσισε να πάρει το κατάστημα. Η δική του γνώση ουσιαστικά περιοριζόταν στο ότι συζητείτο μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου το ζήτημα της παραχώρησης ενός εκ των καταστημάτων, ζήτημα που εν πάση περιπτώσει δεν ήταν αμφισβητούμενο μεταξύ των δύο πλευρών. Δεν ισχυρίστηκε οποτεδήποτε ότι ο ίδιος ήταν παρών όταν κατά τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου συμφωνήσαν προφορικά μεταξύ τους ο Ενάγων με τον Εναγόμενο να πάρει ο Ενάγων το κατάστημα του Εναγόμενου καθώς και στην παράδοση των επίδικων επιταγών στον Εναγόμενο. Γενική, αόριστη και ασαφής ήταν και η αναφορά του σε σχέση με το ποσό των €1.000 για το οποίο απλώς περιορίστηκε να αναφέρει ότι θυμόταν ότι δόθηκε για κάποιες υπηρεσίες τις οποίες όμως ουδόλως εξειδίκευσε στο Δικαστήριο. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω θα ήταν κατά την κρίση μου, ακροσφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΥ2 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Συνακόλουθα, η μαρτυρία του ΜΥ2 απορρίπτεται. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω ότι τα γεγονότα που συνθέτουν το υπόβαθρο της αγωγής είναι όπως τα έχει καταθέσει ο Ενάγων. Προς αποφυγή επανάληψης, η σύνοψη της μαρτυρίας του Ενάγοντα όπως την έχει παραθέσει το Δικαστήριο πιο πάνω συνιστά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη διαφορά. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα, προχωρώ να εξετάσω εάν αυτά στοιχειοθετούν επαρκώς την απαίτηση. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[9] Επισημαίνω ωστόσο ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[10] Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, Η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων.[11] Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας αγωγής και έχοντας κατά νου τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω ο Ενάγων έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του και συνεπώς, δικαιούται στην επιδίκαση του ποσού που αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου. Όσον αφορά τον τόκο που δικαιούται ο Ενάγων έχει τονισθεί ότι ένας παράγοντας που δεν μπορεί να παραγνωριστεί, είναι ο τρόπος με τον οποίο προωθείται η αγωγή προς εκδίκαση αφού μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της, μπορεί να έχει ως επακόλουθο τον περιορισμό της χρονικής έκτασης καθορισμού του τόκου.[12] Στην υπό κρίση υπόθεση το αγώγιμο δικαίωμα γεννήθηκε τον Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2013, ενώ το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 25/2/2014. Δεν τέθηκε τίποτα ενώπιον του Δικαστηρίου που να εξηγεί τον λόγο της καθυστέρησης στην καταχώριση του κλητηρίου εντάλματος σε συνάρτηση με τον χρόνο γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος. Συνεπώς, υπό το πρίσμα των γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης κρίνω ορθότερο όπως το επιδικασθέν ποσό φέρει τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Σε ότι αφορά την ανταπαίτηση του εναγόμενου από τη στιγμή που η μαρτυρία του κρίθηκε αναξιόπιστη, το δικαστήριο δεν μπορεί παρά να την απορρίψει, εφόσον μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει στην πλάστιγγα των πιθανοτήτων.[13] Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €4.000 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, ήτοι 25/2/2014 μέχρι εξόφλησης. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, τα έξοδα τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης επιδικάζονται προς όφελος υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει του ότι απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, τα έξοδα θα είναι περιορισμένα σε ένα κονδύλι εξόδων εκεί όπου είναι κοινά για απαίτηση και ανταπαίτηση.[14] (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] G.D.L.Trading (Famagusta) Ltd v. Φαρκονάς
(2010)1 Α.Α.Δ. 63. [2] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [5] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454. [6] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C
  1. Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
  2. [7] Σοφοκλέους ν. Τσεμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153 [8] Σχετική είναι η παράγραφος 2 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β). [9] Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και . [10] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [11] Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 [12] Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 και Καμπούρης ν. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 (Β) ΑΑΔ 1246. [13] Κades v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212 Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Χ΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41, Charalambous v. Republic
(1985)2 CLR 97 Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257· Παπανδρέου ν. Τύλληρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 157 [14] Theomaria Estates Ltd ν. Samuel Mason και Άλλων,
(2005)1 Α.Α.Δ. 256. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.