B2 KAPITAL CYPRUS LTD ν. Ευάγγελος Φουρναράκης, Ειδοποίηση Πτώχευσης:37/20, 1/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Ειδοποίηση Πτώχευσης:37/20 ΕΙΣ ΠΤΩΧΕΥΣΙΝ Ευάγγελος Φουρναράκης (ΑΔΤ [ ]), από τη Λευκωσία Οφειλέτης Ημερομηνία: 4 Ιανουαρίου 2023 Για τον Αιτητή (ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση για ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης): κα Α. Γιάγκου για E. NEOPHYTOU & PARTNERS LLC. Για την Καθ' ης η αίτηση (Αιτήτρια στην αίτηση για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης): κ. Κ. Χαραλάμπους για ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Β2KAPITAL CYPRUS LTD (στο εξής «η Καθ' ης η αίτηση») καταχώρισε στις 9/9/2020 αίτηση για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης εναντίον του Ευάγγελου Φουρναράκη (στο εξής «ο Αιτητής»). Ο Αιτητής καταχώρισε στις 14/9/2020 ένορκη δήλωση στην οποία συνοπτικά, ισχυρίζεται, ότι: - η αίτηση για την έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης στερείται νομικής βάσης και είναι επί της ουσίας λανθασμένη επειδή η Καθ' ης η Αίτηση παρουσιάζει λανθασμένα στοιχεία για το ποσό του χρέους και τις καταβολές που έγιναν, - ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν νομιμοποιείται στην καταχώριση οποιουδήποτε δικαστικού μέτρου επειδή δεν ήταν διάδικος στην αγωγή υπ' αριθμό 5698/2012 στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η απόφαση στην οποία στηρίζεται για την έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης, - ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική επειδή η Καθ' ης η Αίτηση έχει εξασφαλίσεις επί του οφειλόμενου ποσού. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[1] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[2] Καταρχάς θα πρέπει να επισημάνω ότι ο Αιτητής δεν μπορεί να ζητά την απόρριψη της αίτησης για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης. Αυτό διότι η Ειδοποίηση Πτώχευσης ήδη έχει εκδοθεί και κατά συνέπεια ό,τι μπορεί να ζητά ο Αιτητής είναι την ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Περαιτέρω, είναι προφανές ότι η ένορκη δήλωση καταχωρίστηκε στη βάση του κανονισμού 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικών Κανονισμών (368/1931) παρά την απουσία οποιασδήποτε σχετικής προς τούτο αναφοράς στο σώμα της. Σύμφωνα δε με τον κανονισμό 41, τέτοια ένορκη δήλωση επενεργεί ως αίτηση για ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Ο κανονισμός 40
(2)[3] των περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικών Κανονισμών (368/1931) σε συνδυασμό με τον κανονισμό 40
(3)[4] προβλέπουν ότι εντός τριών ημερών από την επίδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης στον οφειλέτη, ο τελευταίος πρέπει να καταχωρίσει ένορκη δήλωση στην οποία θα εξειδικεύει κατά πόσον έχει εναντίον του εξ αποφάσεως πιστωτή ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα. Σχετικό επίσης είναι και το άρθρο 3
(1)(ε) του περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ. 5, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «(ε) αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάλθηκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και μέσα σε επτά ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα.» Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Αιτητή, ο τελευταίος επικαλείται ως λόγους για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης την απουσία νομικής και ουσιαστικής βάσης, το ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι εξασφαλισμένος πιστωτής, ότι δεν γίνεται σαφής και ολοκληρωμένη αναφορά των καταβολών που έγιναν έναντι του χρέους καθώς και ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική ενόψει του ότι η Καθ' ης η Αίτηση έχει εξασφαλίσεις. Το βασικό επομένως ερώτημα που προκύπτει είναι το κατά πόσον το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει τα ζητήματα τα οποία εγείρονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή. Το προαναφερόμενο ερώτημα έχει επιλυθεί από τη νομολογία από την οποία προκύπτει ότι οι μοναδικοί λόγοι που μπορούν να περιληφθούν σε ένορκη δήλωση που επενεργεί ως αίτηση ακύρωσης Ειδοποίησης Πτώχευσης είναι αυτοί που περιοριστικά προβλέπονται στον κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών.[5] Περαιτέρω, στις Πολιτικές Εφέσεις 5/12 και 62/12, Ιωάννης Αλεξάνδρου v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και Αλέκος Αλεξάνδρου v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 15/1/2016 ειπώθηκαν τα ακόλουθα τα οποία απαντούν και στην εισήγηση της της πλευράς του Αιτητή περί κατάχρησης της διαδικασίας: «Το θέμα είναι απλό και έχει λυθεί από τη νομολογία μας από καιρό. Όπως είναι παραδεκτό, αμφότεροι οι εφεσείοντες προκειμένου να ακυρώσουν τις επιδοθείσες σ' αυτούς ειδοποιήσεις πτώχευσης, επέλεξαν και καταχώρησαν ένορκες δηλώσεις στις 24/10/11. Η καταχώρηση ένορκης δήλωσης, όπως προβλέπεται ρητά από τον Καν. 41 των περί Πτωχεύσεως Θεσμών, επενεργεί (operates) ως αίτηση γι' ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης. Με την ένορκη του δήλωση ο οφειλέτης δεν μπορεί να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα παρά αυτά που ρητά αναφέρονται στον Καν. 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Θεσμών. «40
(2)There shall also be indorsed an intimation to the debtor that if he has a counterclaim, set-off, or cross demand which equals or exceeds the amount of the judgment debt or sum ordered to be paid, and which he could not have set up in the action or proceedings in which the judgment or order was obtained, he must within the time specified in the notice file an affidavit to that effect with the Registrar. Such affidavit shall be indorsed with an address within the town in which the registry of the Court is situated at which notices to the debtor may be left by the Registrar." "
- The filing of such affidavit shall operate as an application to set aside the bankruptcy notice, and thereupon the Registrar shall fix a day for hearing such application, and not less than three days before the day so fixed shall give notice thereof both to the debtor and the creditor at the addresses given by them under rule
- If the application cannot be heard until after the expiration of the time specified in the bankruptcy notice as the day on which the act of bankruptcy will be complete, the Court shall extend the time, and no act of bankruptcy shall be deemed to have been committed under the notice until the application has been heard and determined." (οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου) Όπως ξεκάθαρα φαίνεται από τους Κανονισμούς, το πρωτόδικο Δικαστήριο σε τέτοια περίπτωση έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει μόνο τα όσα αναφέρονται στον Καν. 40
(2)και τίποτε άλλο. (βλ. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ. ν. Δημητρίου
(2008)1 Α.Α.Δ. 425, 431). Παρέχεται σε χρεώστη η δυνατότητα δι' αιτήσεως επίκλησης και των όσων ρητά προβλέπονται στο άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, ΚΕΦ. 5 (πριν την τροποποίηση του) για ακύρωση ειδοποίησης πτώχευσης κάτω από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται σ΄ αυτό αλλά και άλλων λόγων πέραν αυτών, με ειδική αίτηση. (βλ. Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd.
(2006)1 Α.Α.Δ. 788,790). Στα περιστατικά των υποθέσεων αυτών πολύ ορθά τα δύο πρωτόδικα Δικαστήρια αποφάσισαν ότι τα θέματα που εγείροντο με τις αιτήσεις/ένορκες δηλώσεις των εφεσειόντων/αιτητών δεν καλύπτοντο από τον Καν. 40
(2)με αποτέλεσμα την απόρριψη τους. Όσον αφορά την εισήγηση περί κατάχρησης της διαδικασίας, με την παράκληση έκδοσης των ειδοποιήσεων πτωχεύσεων, μετά από 12 έτη από την έκδοση της απόφασης, και πάλι παρατηρούμε ότι και το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να εγερθεί με ξεχωριστή ειδική αίτηση, αλλά όχι στα πλαίσια ενόρκου δηλώσεως με την οποία επιδιώκεται η ακύρωση ειδοποίησης πτωχεύσεως. Η διαδικασία αποβλέπει στη διασφάλιση της περιουσίας του χρεώστη υπέρ όλων των πιστωτών του. Συνεπώς δεν βλέπουμε πως η υπό εξέταση διαδικασία αποτελεί κατάχρηση χωρίς αναφορά υπό των εφεσειόντων προκατάληψης ή λήψης εκβιαστικών ή καταπιεστικών μέτρων από τους εφεσίβλητους (βλ. Χαραλαμπίδης ν Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 533)». Μία Ειδοποίηση Πτώχευσης μπορεί να ακυρωθεί για λόγους άλλους από εκείνους που προβλέπονται στον κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικών Κανονισμών (368/1931). Σε μία τέτοια περίπτωση όμως δεν καταχωρείται ένορκη δήλωση, όπως καταχωρίστηκε στην υπό εξέταση περίπτωση, αλλά αίτηση (motion) με την οποία θα προβάλλονται λόγοι που δεν προβλέπονται στον κανονισμό 40
(2).[6] Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι παρά το γεγονός ότι η προαναφερθείσα νομολογία αφορά περιπτώσεις Ειδοποιήσεων Πτώχευσης που εκδόθηκαν πριν την τροποποίηση του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5 με το Νόμο 61(Ι)/2015, εντούτοις η νομική αρχή που προκύπτει από αυτήν ισχύει και για τις περιπτώσεις έκδοσης Ειδοποιήσεων Πτώχευσης μετά την τροποποίηση που επήλθε με τον Νόμο 61(Ι)/2015 καθώς η διατύπωση του άρθρου 3
(1)(ζ) ως αυτό ίσχυε πριν την προαναφερόμενη τροποποίηση είναι ακριβώς η ίδια με τη διατύπωση του νέου άρθρου 3
(1)(ε). Καθίσταται επομένως σαφές από τα πιο πάνω αναφερόμενα ότι όσα ο Αιτητής επικαλείται στην ένορκη του δήλωση δεν περιλαμβάνονται στα ζητήματα που το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει με βάση τον Κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικών Κανονισμών (368/1931). Ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε οποιονδήποτε από τους λόγους που περιοριστικά προβλέπονται στον κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικών Κανονισμών (368/1931). Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό περί έλλειψης νομιμοποίησης της Καθ' ης η Αίτηση να προωθήσει την παρούσα διαδικασία διαπιστώνονται τα ακόλουθα: Ενώ ο Αιτητής ισχυρίζεται έλλειψη νομιμοποίησης, την ίδια στιγμή προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς οι οποίοι αντιμάχονται την αμφισβήτηση της νομιμοποίησης, αφού οι εν λόγω ισχυρισμοί, όχι μόνο δεν προβάλλονται άνευ βλάβης της θέσης του περί έλλειψης νομιμοποίησης, αλλά εκλαμβάνουν ως δεδομένη τη νομιμοποίηση της Καθ' ης η Αίτηση. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελούν οι αναφορές του Αιτητή στην ιδιότητα της Καθ' ης η Αίτηση ως εξασφαλισμένου πιστωτή για να ισχυριστεί ότι η παρούσα διαδικασία προωθείται από αυτήν καταχρηστικά. Πέραν και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, είναι επίσης σαφές ότι πρόκειται για έναν ισχυρισμό ο οποίος προωθήθηκε εντελώς γενικά και αόριστα χωρίς τη δέουσα εξειδίκευση και τούτο διότι όπως προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας, στην αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης έχει επισυναφθεί πέραν της απόφασης που εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής υπ' αριθμό 5698/2012 σχετική ειδοποίηση στο πλαίσιο της ρηθείσας αγωγής με ημερομηνία καταχώρισης την 15/1/2020 σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(I)/2015) (όπως αναφέρεται στο σώμα της ειδοποίησης) σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας η Καθ' ης η Αίτηση «έχει υποκαταστήσει και/ή αντικαταστήσει την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία η οποία σχετίζεται με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται, στην πιο πάνω αγωγή. Το αποκτών πρόσωπο, που είναι η Β2KAPITAL CYPRUS LTD, από την ημερομηνία μεταβίβασης που ήταν η 5.6.2018, ανέλαβε όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ που απορρέουν από την πιο πάνω αγωγή, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος συνέχισης της παρούσας διαδικασίας.» Το άρθρο 18
(4)του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (169(I)/2015) ο οποίος αναφέρεται στη ρηθείσα ειδοποίηση διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας, και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που μεταβιβάζονται, δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία ή στο αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση, κατά το χρόνο της μεταβίβασης.» Η πλευρά του Αιτητή δεν ισχυρίστηκε ότι δεν έλαβε χώρα τέτοια μεταβίβαση, ούτε αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο την αναφερόμενη στη ρηθείσα ειδοποίηση μεταβίβαση στην Καθ' ης η Αίτηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την πιο πάνω αγωγή, ούτε αμφισβήτησε τη ρηθείσα ειδοποίηση ούτε ισχυρίστηκε ότι όφειλε η Καθ' ης η Αίτηση να προβεί σε οποιοδήποτε άλλο διάβημα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, ο σχετικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος και απορρίπτεται. Υπό το φως των πιο πάνω, η ένορκη δήλωση του Αιτητή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και συνεπώς, τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [2] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [3]
(2)There shall also be indorsed an intimation to the debtor that if he has a counterclaim, set-off, or cross demand which equals or exceeds the amount of the judgment debt or sum ordered to be paid, and which he could not have set up in the action or proceedings in which the judgment or order was obtained, he must within the time specified in the notice file an affidavit to that effect with the Registrar. Such affidavit shall be indorsed with an address within the town in which the registry of the Court is situated at which notices to the debtor may be left by the Registrar. [4]
(3)In the case of a notice served in Cyprus the time shall be three days after service. In the case of a notice served elsewhere the Registrar shall fix the time when issuing the notice. [5] Νίκος Λάρκος v. Ελένη Παναγή Κατσιαρή
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1694 [6] Williams and Muir Hunter The Law and Practice in Bankruptcy 19η έκδοση σελ.38 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο