← Κύπρος

Χρίστου Χαραλάμπους ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Ακακίου, Αρ. Aγωγής: 6898/2014, 18/1/2023

Χρίστου Χαραλάμπους ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Ακακίου, Αρ. Aγωγής: 6898/2014, 18/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A24 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 6898/2014 Χρίστου Χαραλάμπους Ενάγοντα -και- Κοινοτικού Συμβουλίου Ακακίου Εναγoμένου Ημερομηνία: 18/1/2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: Η κα. Χ'' Χριστοδούλου για Γ. Στυλιανού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ μαζί με Στ. Συλιανού Για Εναγόμενο 2: Η κα Ε. Γιασουμή με κα. Σιακαλλή για Κούσιο Κορφιώτη Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει την έκδοση απόφασης υπέρ του και εναντίον του εναγόμενου, ως το Κοινοτικό Συμβούλιο Ακακίου, το οποίο έχει υπό την επίβλεψη και έλεγχο του τον δρόμο επί της οδού Δημοκρατίας (που βρίσκεται εντός των κοινοτικών ορίων του) για ζημιά που υπέστη η αριστερή μπροστινή ζάντα (ριμς) του οχήματός του, μάρκας Porche. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι κατά τον χρόνο διέλευσης του επί της πιο πάνω οδού ο αριστερός μπροστινός τροχός του οχήματος του υπέπεσε σε λακκούβα που υπήρχε στο οδόστρωμα του πιο πάνω δρόμου προκαλώντας του, ως διατείνει, ζημιά ύψους €2,

  1. Μοναδική θεραπεία που ο ενάγοντας αξιώνει στη βάση των δικογραφημένων θέσεων του είναι η αξία αποκατάστασης της πιο πάνω ζημιάς που σύμφωνα με την εκδοχή του αυτή καταστράφηκε ολοσχερώς και δεν ήταν σε θέση να επιδιορθωθεί. Είναι δε η συναφής θέση του ότι για την πρόκληση της πιο πάνω ζημιάς την αποκλειστική ευθύνη φέρει ο εναγόμενος λόγω της αμέλειας του, μεταξύ άλλων, να επιδιορθώσει την λακκούβα αλλά και της παράλειψης του να διατηρεί σε καλή κατάσταση το οδόστρωμα στον συγκεκριμένο δρόμο αλλά και να θέσει οποιοδήποτε προστατευτικό κιγκλίδωμα γύρω από αυτήν με σκοπό την ασφάλεια και προστασία των οδηγών που τον χρησιμοποιούσαν. Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των δύο πλευρών και του τρόπου που παρουσίασε έκαστος τη μαρτυρία του εκείνο που αβίαστα προκύπτει είναι κατά πόσο ο ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει τους ισχυρισμούς του οι οποίοι, αν όντως γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να επιτύχει. Και αυτό γιατί δικογραφικά ο εναγόμενος απλά θέτει τον ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των δικών του ισχυρισμών προβάλλοντας αρχικά την θέση ότι ο ίδιος δεν είχε την ευθύνη συντήρησης του οδοστρώματος του επίδικου δρόμου, θέση η οποία εγκαταλείφθηκε μέσω δήλωσης του συνηγόρου του στο Δικαστήριο (βλέπε πρακτικό ημερομηνίας 4.3.2021) και αφετέρου ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη της εν λόγω λακκούβας εφόσον «αγνοεί την ύπαρξη, τη θέση και τα λοιπά χαρακτηριστικά της.» (βλέπε παράγραφος 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Στην περίπτωση όμως που ήθελε αποδείξει ο ενάγοντας ότι όντως υπήρχε η λακκούβα επί του οδοστρώματος τότε η πτώση και η επακόλουθη ζημιά που προκλήθηκε στο όχημα του ήταν συνεπεία της αμελούς του οδήγησης. Αυτή είναι και η μόνη υπερασπιστική γραμμή που προβάλλεται από τον εναγόμενο. Προκύπτει επομένως αβίαστα το συμπέρασμα, στη βάση των πιο πάνω δικογραφημένων θέσεων του εναγομένου, ότι αυτός αφενός δεν θέτει εν αμφιβόλω την ύπαρξη της λακκούβας αλλά ούτε και ότι προκλήθηκε η ζημιά στο όχημα του ενάγοντα αφετέρου. Σε σχέση δε με την ύπαρξη της λακκούβας η θέση του εναγομένου κατά την επ' ακροατηρίω συζήτηση της υπόθεσης ήταν ότι πρόκειται περί μία μικρής ανωμαλίας του δρόμου, η οποία προκλήθηκε λόγω φυσικής φθοράς. Ως προς την ζημιά που υπέστη το όχημα του ενάγοντα η μόνη σχετική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η κατάθεση από τον ίδιο τον ενάγοντα επιστολής (Τεκμήριο 4) της εταιρείας A.I.Motokinisi Limited (επίσημου αντιπροσώπου της Porche στην Κύπρο). Στη βάση του περιεχομένου αυτής βεβαιούται από την εν λόγω εταιρεία ότι η αριστερή μπροστινή ζάντα του οχήματος του ενάγοντα υπέστη ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι το κόστος αντικατάστασης της ανέρχεται στο ποσό των €2,
  2. Σημειώνω εξ αρχής ότι η κατάθεση και το περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου 4 αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Και τούτο γιατί ο ενάγοντας κατάθεσε ένα έγγραφο στο οποίο περιέχονται και καταγράφονται φερόμενες δηλώσεις της πιο πάνω εταιρείας. Επισημαίνεται ότι η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ' ακοής (άρθρο 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9). Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στην εξ' ακοής μαρτυρία (την αποδοχή της οποίας το Δικαστήριο θα πρέπει να εξηγεί (Ανδρέου κ.α. ν Αστυνομίας

(2010)2 ΑΑΔ 152)) το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων παραγόντων που καθορίζει το άρθρο 27
(2)του πιο πάνω Νόμου, λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει την εξ ακοής μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στην διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας και το κατά πόσο αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι. Η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας είναι και παραμένει η εξαίρεση στον κανόνα και η αποδοχή της επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σε αυτό στόχευε ο Νομοθέτης με τον Ν.32
(1)/2004 στο Κεφ. 9, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων απόδειξης (Pakistan Cables Ltd v. NBS General Trading (Overseas) Co. Ltd.
(2012)1 A.A.Δ., 1711 και Τριφταρίδης ν. Xiaodan Liu, Έφεση αρ. 13/2015, ημερ. 5.10.2016). Στην προκείμενη περίπτωση και έχοντας μελετήσει τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα γεγονότα θα προσδώσω την αναγκαία βαρύτητα στο περιεχόμενου του εν λόγω Τεκμηρίου έστω και αν ο ενάγοντας δεν κλήτευσε ως μάρτυρα στο Δικαστήριο το πρόσωπο που συνέταξε την εν λόγω επιστολή. Και τούτο γιατί το εν λόγω Τεκμήριο κατατέθηκε χωρίς την οποιαδήποτε ένσταση από την πλευρά του εναγομένου, οι φερόμενες δηλώσεις που περιέχονται σε αυτό μεταφέρθηκαν αυτούσιες (ως το άρθρο 27
(2)(ε) του Κεφ. 9 προνοεί), πρόκειται για έγγραφο που είναι σαφή και ξεκάθαρο το περιεχόμενο του καθώς και οι αναφορές του δεν τέθηκαν ουσιωδώς και πειστικά εν αμφιβόλω από τον εναγόμενο. Περαιτέρω ο εναγόμενος δεν έκανε χρήση του άρθρου 26 του Κεφ. 9 με σκοπό, αν αμφισβητούσε το περιεχόμενο του, να κλητεύσει το πρόσωπο που συνέταξε την εν λόγω επιστολή ώστε να τον αντεξετάσει. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο, για όλους τους πιο πάνω λόγους, θα προσδώσει την αναγκαία βαρύτητα στο περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου. Επανερχόμενος στα κοινά αποδεκτά γεγονότα, αποτελεί επίσης κοινό τόπο των μερών ότι ο ενάγοντας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος, το οποίο οδηγούσε επί της οδού Δημοκρατίας στο χωριό Ακάκι με κατεύθυνση την οδό Δένειας όπου και βρισκόταν η οικία του. Αποτελεί επίσης κοινό τόπο ότι ο ενάγοντας, μέσω του συνηγόρου του, απέστειλε επιστολή, ημερομηνίας 23.06.2014 (Τεκμήριο 3) στον εναγόμενο ενημερώνοντας τον για το επίδικο συμβάν καθώς και το ύψος της ζημιάς που το όχημα του είχε υποστεί απαιτώντας την αποκατάσταση της. Ο εναγόμενος, με απαντητική επιστολή του, ημερομηνίας 28.7.14, (Τεκμήριο 5), αρνήθηκε να αποζημιώσει τον ενάγοντα αμφισβητώντας, μεταξύ άλλων, κατά πόσο η ζημιά που το όχημα του υπέστη προκλήθηκε από την συγκεκριμένη λακκούβα. Τα πιο πάνω αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Στη βάση όλων των πιο πάνω δεδομένων ένα είναι το ζητούμενο. Αν κατάφερε δηλαδή ο ενάγοντας, έχοντας το βάρος απόδειξης στους ώμους του επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, να αποδείξει ότι η κατά τα άλλα αδιαμφισβήτητη προκληθείσα στο όχημα του ζημιά ήταν το αποτέλεσμα της πτώσης του τροχού του στη λακκούβα του δρόμου που ο εναγόμενος ελέγχει ή αν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη αιτία ως ο εναγόμενος διατείνει. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του ενάγοντα μαρτυρία έδωσε μόνο ο ίδιος (Μ.Ε 1). Για την πλευρά των εναγομένου μαρτυρία έδωσε ο λειτουργός του Τμήματος Οδικών Μεταφορών (ΤΟΜ), Αντρέας Παπαχαραλάμπους (Μ.Υ 1), καθώς και ο κοινοτάρχης Ακακίου, Γιαννάκης Χατζηγιάννης (Μ.Υ 2). ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Ε 1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Τεκμήριο 1). Εξήγησε τον τρόπο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το όχημα του έπεσε στην λακκούβα καθώς και την ζημιά που αυτό υπέστη. Κατέθεσε επίσης, προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών και θέσεων του, σχετικές φωτογραφίες (Τεκμήριο 6), οι οποίες απεικονίζουν τόσο την λακκούβα όσο και την ζημιά που υπέστη η ζάντα του αριστερού τροχού του οχήματος του. Ήταν η θέση του περαιτέρω ότι στον εν λόγω δρόμο δεν υπήρχε κάποια ένδειξη ή σήμα, το οποίο θα προειδοποιούσε για τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η ύπαρξή της λακκούβας. Περαιτέρω ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος, μέσω της επιστολής του (Τεκμήριο 5), στην ουσία παραδέχεται την ύπαρξη της. Ήταν δε η τελική θέση του ότι η λακκούβα ήταν ο μοναδικός παράγοντας που προκάλεσε τη ζημιά στο όχημά του. Αντεξεταζόμενος, αποδέχθηκε το γεγονός ότι υπήρχε καλή ορατότητα στον δρόμο και ότι ο ίδιος δεν πρόσεξε ούτε κατά την επίδικη μέρα αλλά ούτε και προηγουμένως την ύπαρξη της λακκούβας στο δρόμο. Εξήγησε ότι ο λόγος που εισήλθε εντός αυτής ήταν γιατί κατά την στιγμή της διέλευσης του επί του εν λόγω δρόμου ερχόταν αφενός εξ αντιθέτου όχημα από απέναντί του και ότι αφετέρου στην πορεία του είχε ένα όχημα σταθμευμένο στο δρόμο και για τον λόγο αυτό αναγκάσθηκε να οδηγήσει αριστερότερα του δρόμου, με αποτέλεσμα να πέσει εντός αυτής. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι ο ίδιος οδηγούσε αμελώς, ότι δεν είχε σωστή επίβλεψη του δρόμου, ότι φέρει την αποκλειστική ευθύνη για τη ζημιά που προκλήθηκε στο όχημά του, ότι δεν υπήρχε λακκούβα εντός του επίδικου οδοστρώματος αλλά αντίθετα υπήρχε μία σύνηθης μικρή ανωμαλία του δρόμου,ότι από τις επίδικες φωτογραφίες δεν εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ζάντα του οχήματος του υπέστη ζημιά και τέλος αρνήθηκε ότι η ζημιά στην ζάντα του οχήματος του δεν προκλήθηκε συνεπεία της πτώσης του στη λακκούβα. Ανάφερε ότι αμέσως μετά την πτώση του οχήματος του στη λακκούβα οδήγησε το όχημα του στην οικία του, όπου και διαπίστωσε ότι το αριστερό μπροστινό λάστιχο του οχήματος του ήταν ξεφούσκωτο. Αμέσως αντιλήφθηκε ότι αυτό είχε υποστεί ζημιά. Στη συνέχεια το οδήγησε στο σημείο της λακκούβας όπου και έβγαλε σχετικές φωτογραφίες με σκοπό να αποδείξει τη ζημιά του. Δήλωσε δε ότι το όχημα του το ακινητοποίησε από το 2014 μέχρι και σήμερα. Ο Μ.Υ 1 κατέθεσε έγγραφο (Τεκμήριο 7), το οποίο εκτυπώθηκε από το ηλεκτρονικό σύστημα του ΤΟΜ, αναφορικά με το ιστορικό του οχήματος του ενάγοντα. Στη βάση του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου ήταν η θέση του ότι το εν λόγω όχημα μετέβη για τεχνικό έλεγχο (ΜΟΤ) στις 2.12.2015, όπου το πέρασε με επιτυχία. Από την 1.1.2014 μέχρι και την 30.6.2014 εκδόθηκε, για το εν λόγω όχημα, σχετική άδεια κυκλοφορίας του για περίοδο 6 μηνών. Ακολούθως από την 1.1.2015 το εν λόγω όχημα ακινητοποιήθηκε μέχρι και την 31.3.2016. Στη συνέχεια εκδόθηκε και πάλι άδεια κυκλοφορίας του εν λόγω οχήματος από την 1.4.2016 μέχρι και την 30.6.2016 και από την 1.7.2016 μέχρι και την 31.12.2017. Κατά τις πιο πάνω αναφερόμενες περιόδους το εν λόγω όχημα δεν βρισκόταν σε ακινητοποίηση. Διευκρίνισε όμως ότι αυτό τέθηκε εκ νέου σε ακινητοποίηση την 1.1.2018. Αντεξεταζόμενος, αποδέχθηκε το γεγονός ότι όταν ένα πρόσωπο δηλώσει ως ακινητοποιημένο το όχημα του στο ΤΟΜ δεν έχει δικαίωμα χρήσης του. Διευκρίνισε όμως ότι έστω και αν το εν λόγω όχημα δηλώθηκε ακινητοποιημένο ο ενάγοντας δικαιούτο να ανανεώσει κανονικά την άδεια κυκλοφορίας του οχήματος του. Ο Μ.Υ 2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Τεκμήριο 8). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι με το που ενημερώθηκε ο εναγόμενος από τον ενάγοντα για το κατ' ισχυρισμόν συμβάν ο ίδιος επισκέφτηκε τον επίδικο δρόμο. Διαπίστωσε ότι στο συγκεκριμένο σημείο του οδοστρώματος υπήρχε μία μικρή και σύνηθης ανωμαλία του δρόμου, δηλαδή υπήρχε μία πολύ μικρή και επιφανειακή φθορά της ασφάλτου, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να προκαλέσει οποιονδήποτε κίνδυνο στην τροχαία κίνηση ή ζημιά σε όχημα, ώστε να καθιστούσε αναγκαία την άμεση επιδιόρθωση ή συντήρηση του δρόμου. Ήταν η θέση του ότι ο εναγόμενος αμφισβητεί κατά πόσον η ζημιά που υπέστη το όχημα του ενάγοντα, προκλήθηκε από την συγκεκριμένη ανωμαλία του δρόμου. Επίσης στις φωτογραφίες (Τεκμήριο 6) που τους προσκόμισε ο ενάγοντας δεν φαίνεται ξεκάθαρα η αρχική κατάσταση της ζάντας του τροχού, η οποία έχει αλλοιωθεί μετά από επιδιορθώσεις που έγιναν σε αυτή. Ήταν τέλος η θέση του ότι η ζημιά πιθανόν να προϋπήρχε. Αντεξεταζόμενος, επανέλαβε τη βασική του θέση ότι επί του επίδικου οδοστρώματος δεν υπήρχε οποιαδήποτε λακκούβα αλλά ανωμαλία στο οδόστρωμα. Ήταν η θέση του περαιτέρω ότι το οδόστρωμα δεν ήταν σε κακή κατάσταση και δεν ήταν αναγκαίο να τεθούν οποιεσδήποτε προειδοποιητικές πινακίδες στο συγκεκριμένο σημείο. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο εναγόμενος ενήργησε αμελώς και ότι παρέλειψε να διατηρήσει το οδικό δίκτυο σε καλή φυσική και λειτουργική κατάσταση. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγησή των μαρτύρων θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία σε σχέση με το ζήτημα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)Α.Α.Δ. , Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v . A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820 C & Α Pelekanos Associates Limited v.Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Αποτελεί επίσης βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v. Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014), ECLI:CY:AD:2014:A
  1. Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται και υπό το πρίσμα της δικογραφηθείσας εκδοχή της κάθε πλευράς. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία. Ο ενάγοντας δηλώνω εξ αρχής με σαφήνεια ότι δεν άφησε στο Δικαστήριο καθόλου θετικές εντυπώσεις και ως εκ τούτου η δική του εκδοχή γεγονότων στερείται πειστικότητας με αποτέλεσμα αυτή να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Στην προσπάθεια του ο ενάγοντας να πείσει το Δικαστήριο ως προς τις θέσεις του, ότι δηλαδή η ζημιά που υπέστη το όχημα του ήταν συνεπεία της πτώσης του στη λακκούβα αλλά και ότι την αποκλειστική ευθύνη για αυτή φέρει ο εναγόμενος, δεν απέφυγε τις αντιφάσεις ενώ κάποιες θέσεις του συγκρούονται με την κοινή λογική. Η μαρτυρία του δεν ήταν σταθερή, δεν είχε λογική συνοχή και βρίθει διαφόρων αμφιταλαντεύσεων αλλά και παλινδρομήσεων. Εξηγώ ευθύς αμέσως το γιατί. Ως έχει αναφερθεί, στη βάση των δικογραφημένων θέσεων του, ο ενάγοντας αξιώνει το ποσό των €2.500, το οποίο αντιστοιχεί στην αξία αποκατάστασης της ζάντας του οχήματος του. Συνάγεται επομένως ότι το πιο πάνω ποσό δεν αξιώνεται στη βάση του ότι ο ενάγοντας το κατέβαλε σε τρίτους για την αντικατάσταση της ζάντας του οχήματος του και ως εκ τούτου ζητά από το Δικαστήριο την αποζημίωση του. Στα πλαίσια όμως της γραπτής του δήλωσης (Τεκμήριο 1) ο ίδιος προέβαλε τη θέση ότι αντικατέστησε τη ζάντα του οχήματός του εφόσον στην παράγραφο 17 αυτής αξιώνει: «Το ποσό των €.2.500 πλέον τόκο, από 20/06/2014, ημερομηνία που αντικατέστησα τη ζάντα (rims) του οχήματός μου.» Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, στο πλαίσιο διευκρινιστικής ερώτησης του συνηγόρου του, και πάλι προώθησε την ίδια θέση αναφέροντας τα ακόλουθα: «E. Από την ημέρα που έγινε το συμβάν και απεστάλη η επιστολή των δικηγόρων σας και πήρατε και απάντηση, μέχρι σήμερα σας δόθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι του αιτούμενου ποσού, για την αποζημίωση που ζητάτε; A. Όχι. E. Ο λόγος που αντικαταστήσατε αυτήν τη ζάντα ποιος είναι; A. Είναι επικίνδυνο και για εμένα και για την οικογένειά μου και για τους υπόλοιπους. E. Δεν θα μπορούσε δηλαδή να κολληθεί; Στο Τεκμήριο 4 ειδικά κάνετε αναφορά ότι θα ήταν επικίνδυνο. A. Όχι.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Αντεξεταζόμενος όμως προέβαλε μία άλλη εντελώς αντίθετη εκδοχή προβάλλοντας πλέον τη θέση ότι ο ίδιος δεν προέβη σε αντικατάσταση της ζάντας του οχήματος του. Παραθέτω αυτούσιο σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά του Δικαστηρίου: « Ε. Εσείς αποκαταστήσατε τη ζημιά; Αγοράσατε καινούργιο; Α. Όχι δεν αγόρασα καινούργιο, γι΄αυτό και από τότε το αυτοκίνητό μου είναι υπό ακινησία. Ε. Δηλαδή δεν πληρώσατε κάποιο ποσό; Α. Όχι, απλά γνωρίζω πόσα είναι το ποσό της ζάντας.» Καθίσταται, ενόψει των πιο πάνω, προφανές ότι ο ενάγοντας επί του ίδιου βασικού ζητήματος δίδει δύο εντελώς μεταξύ τους αντικρουόμενες εκδοχές, χωρίς μάλιστα να δίδει οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο για τον λόγο που ανασκεύασε τις θέσεις του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μπορεί να εξάγει οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα κατά πόσο ο ίδιος πράγματι προέβη ή όχι σε αντικατάσταση της ζάντας του οχήματος του. Η αντίφαση του αυτή, πέραν του γεγονότος ότι πλήττει καίρια την πειστικότητα της δικής του εκδοχής γεγονότων, αποκτά και πρακτική σημασία, ως θα διαφανεί αμέσως κατωτέρω κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής της παρούσας υπόθεσης, ως προς την θεραπεία την οποία ο ενάγοντας αξιώνει από το Δικαστήριο. Ακόμη μία αντίφαση του ενάγοντα που και πάλι πλήττει την πειστικότητα του αποτελεί και η εξής του θέση. Ενώ ο ίδιος αρχικά αρνήθηκε ότι έγινε οποιανδήποτε προσπάθεια επιδιόρθωσης της ζάντας του οχήματός του, στη συνέχεια ανασκεύασε και πάλι τη θέση του προβάλλοντας μία εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή, κατόπιν ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν, χωρίς και πάλι να δίδει οποιαδήποτε εξήγηση επ' αυτού. Επί του προκειμένου ήταν η μεταγενέστερη θέση του ότι «Δεν γνωρίζω καθαρά, διότι το συμβάν αυτό έγινε πριν παρά πολλά χρόνια» ενώ όταν του υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 6, τις οποίες ο ίδιος κατάθεσε στο Δικαστήριο, ισχυρίστηκε ότι έγινε αλουμινοκόλληση στη ζάντα του οχήματος του αποδεχόμενος ότι έγινε προσπάθεια ώστε να αυτή επιδιορθωθεί χωρίς όμως αποτέλεσμα. Εξάλλου το γεγονός ότι έγινε προσπάθεια επιδιόρθωσης της ζάντας του οχήματος διαπιστώνεται ξεκάθαρα από το περιεχόμενο των φωτογραφιών (Τεκμήρια 6(γ) και 6 (δ)). Επιπρόσθετα, ακόμη μία ουσιαστική αντίφαση της όλης του εκδοχής, σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, αποτελεί και το γεγονός ότι ενώ ο ενάγοντας προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ακινητοποίησε το όχημα του από το 2014 και έκτοτε δεν το χρησιμοποίησε λόγω του ότι ο εναγόμενος, μέχρι και σήμερα, αρνήθηκε να του αποκαταστήσει την ζημιά του ώστε ακολούθως ο ίδιος να προβεί σε αντικατάσταση της ζάντας του οχήματος του, η θέση του αυτή διαψεύδεται από την μαρτυρία του Μ.Υ 1, του οποίου η μαρτυρία του γίνεται στην ολότητα της αποδεκτή για τους λόγους που εξηγώ αμέσως κατωτέρω. Ο Μ.Υ 1 επιβεβαίωσε με την μαρτυρία του ότι ο ενάγοντας, για κάποια χρόνια, ανανέωνε κανονικά την άδεια κυκλοφορίας του εν λόγω οχήματος καταβάλλοντας το σχετικό αντίτιμο προς το ΤΟΜ. Στη βάση του δεδομένου αυτού, το οποίο αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου, αποτελεί άξιον απορίας για ποιο λόγο ο ενάγοντας ενώ είχε ακινητοποιημένο το όχημα του και ότι ουδέποτε, ως ισχυρίζεται, το χρησιμοποίησε να καταβάλλει, για παράδειγμα, το διόλου μη ευκαταφρόνητο ποσό των €1796 για την ανανέωση της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος του για την περίοδο από 1.7.2016 μέχρι 31.12.2017 για ένα όχημα το οποίο δεν χρησιμοποιούσε; Το ερώτημα αυτό έχει παραμείνει αναπάντητο και συνεπακόλουθα ο ισχυρισμός του ότι ουδέποτε ο ίδιος χρησιμοποίησε, από το 2014 μέχρι και σήμερα, το όχημα του να μην μπορεί να γίνει αποδεκτό. Ούτε και το Δικαστήριο μπορεί να αγνοήσει και το γεγονός ότι ο ενάγοντας απέφυγε να τοποθετηθεί με σαφήνεια κατά πόσο ο ίδιος χρησιμοποιούσε τον επίδικο δρόμο καθημερινώς, σε μία προφανή του προσπάθεια να αποποιηθεί της οποιασδήποτε ενδεχόμενης πιθανής ευθύνης του ως προς το γεγονός ότι ο ίδιος δεν είχε προσέξει την λακκούβα επί του οδοστρώματος. Ενδεικτικό της υπεκφυγής του ήταν η ακόλουθη απάντηση του στην ερώτηση που δέχτηκε κατά την αντεξέταση του, σε σχέση με το ζήτημα αυτό και παρά το γεγονός ότι η οικία του βρισκόταν κάποια μέτρα πιο κάτω. Ο ενάγοντας απάντησε «Μπορεί ναι, μπορεί όχι.» Επί του ίδιου ζητήματος και πάλι ο ίδιος απάντησε ότι δεν θυμόταν αν χρησιμοποιούσε συχνά τον εν λόγω δρόμο αλλά και ούτε μπορούσε να γνωρίζει γιατί έχουν παρέλθει ήδη 10 χρόνια από το επίδικο συμβάν. Eπιπρόσθετα, αρνητική εντύπωση προκαλεί στο Δικαστήριο και το γεγονός ότι ενώ ο ίδιος διαπίστωσε ότι το όχημα του είχε πρόβλημα, εφόσον όταν μετέβη στην οικία του διαπίστωσε μόνο ότι το λάστιχο του ήταν ξεφούσκωτο (χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια) στη συνέχεια το οδήγησε ξανά, στο ίδιο σημείο, με κίνδυνο αυτό να υποστεί ακόμη περαιτέρω ζημιά. Ουδόλως πείθει η θέση του επί του προκειμένου ότι ο λόγος που προέβη στην πιο πάνω ενέργεια, αναλαμβάνοντας το πιο πάνω ρίσκο, ήταν γιατί η ζημιά στο όχημα του ήδη έχει επισυμβεί. Και τούτο γιατί ο ίδιος, με βάση τα όσα υποστήριξε στο Δικαστήριο, πριν μεταβεί εκ νέου στον επίδικο δρόμο το μόνο που διαπίστωσε ήταν το ξεφούσκωτο του λάστιχο εφόσον δεν αφαίρεσε τον τροχό του οχήματος του ώστε να ήταν σε θέση να διαπιστώσει ποια ακριβώς ήταν η ζημιά του. Το γεγονός ότι το όχημα του είχε υποστεί ζημιά στην ζάντα του το διαπίστωσε ο ίδιος, ως ανάφερε, αργότερα όταν και αφαίρεσέ το λάστιχο από την ζάντα και την μετέφερε στο μηχανικό για έλεγχο. Ούτε και το Δικαστήριο μπορεί να αγνοήσει τη θέση του ως προς τον λόγο που ο ίδιος αντί να μεταβεί στην Αστυνομία δεν μετέβη απευθείας στον εναγόμενο. Επί τούτου ήταν η θέση του ενάγοντα ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να προβεί σε τέτοια ενέργεια, γιατί η ζημιά που υπέστη δεν αφορούσε τον εναγόμενο. Προφανώς πρόκειται για μία θέση η οποία είναι αντίθετη με τις ενέργειες του αλλά και τις πράξεις του εφόσον ήταν εις γνώση του το γεγονός ότι η παρούσα αγωγή κινήθηκε εναντίον του εναγόμενου. Ούτε και μπορεί να αγνοηθεί από το Δικαστήριο το γεγονός ότι ενώ ο ίδιος ανάφερε ότι έβγαλε φωτογραφία του οδοστρώματος, στην οποία φαίνεται ξεκάθαρα η λακκούβα, ερωτώμενος για τον λόγο που αυτή δεν προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο ανάφερε ότι την παρέδωσε στο συνήγορο του ενώ μία τέτοια φωτογραφία ουδέποτε κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν χρειάζεται να παραθέσω οτιδήποτε άλλο για να καταδείξω του λόγω το αληθές, ότι η μαρτυρία του ενάγοντα έχει κλονιστεί σε τόσο μεγάλο βαθμό αλλά και στερείτε πειστικότητας ώστε αυτή να μην δύναται να γίνει αποδεκτή. Θεωρώ ότι η όλη μαρτυρία του αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων ως προς τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα, δηλαδή κατά πόσο η ζημιά που υπέστη ήταν συνεπεία της πτώσης του στη λακκούβα, καθώς και αν ο εναγόμενος υπήρξε υπό τις περιστάσεις αμελής. Από την άλλη αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία του Μ.Υ
  2. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν αντικειμενικός και ανεξάρτητος. Πληροφόρησε το Δικαστήριο για όλα όσα γνωρίζει, αναφορικά με το ιστορικό του οχήματος του ενάγοντα, στα πλαίσια των επαγγελματικών του καθηκόντων. Οι θέσεις του αφενός επιβεβαιώνονται από την ύπαρξη του Τεκμηρίου 7 και αφετέρου η μαρτυρία του ουδόλως αμφισβητήθηκε με αποτέλεσμα αυτή να παραμείνει αναντίλεκτη. Θετική εντύπωση έχω αποκομίσει επίσης και για τον Μ.Υ 2, πλην όμως ο ίδιος με την μαρτυρία του δεν βοήθησε το Δικαστήριο ώστε αυτό να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ως προς τα ουσιώδη επίδικα ζητήματα. Και τούτο γιατί η όλη μαρτυρία του βασίστηκε σε δικές του εικασίες και προσωπικά συμπεράσματα χωρίς ο ίδιος να είναι εμπειρογνώμονας ή έστω να έχει οποιεσδήποτε εξειδικευμένες γνώσεις ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να δώσει οποιαδήποτε βαρύτητα επί της βασικής του θέσης ότι δηλαδή η μικρή ανωμαλία του δρόμου, όπως ο ίδιος χαρακτήρισε την λακκούβα, δεν μπορούσε να προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στο όχημα του ενάγοντα αλλά και ούτε ότι ο εναγόμενος δεν ήταν αμελής. Για τον πιο πάνω λόγο το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους του ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αποτελεί καλά εδραιωμένη αρχή ότι ο ενάγοντας έχει το γενικό βάρος (burden of proof) να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι (Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1295, Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858). Ενόψει της πιο πάνω κρίσης του Δικαστηρίου δηλαδή της απόρριψης της μαρτυρίας του ενάγοντα, η οποία και ήταν η μοναδική μαρτυρία που προσκομίσθηκε από τον τελευταίο για να αποδείξει ότι η ζημιά που υπέστη το όχημα του ήταν συνεπεία της πτώσης του στη λακκούβα αλλά και ότι ο εναγόμενος ενήργησε υπό αυτές τις περιστάσεις αμελώς, είναι πρόδηλό ότι σφραγίζεται και η τύχη της παρούσας αγωγής που δεν είναι άλλη από την απόρριψη της. Και τούτο γιατί αφενός λαμβάνεται υπόψιν το βάρος απόδειξης που βαρύνει την πλευρά του ενάγοντα και αφετέρου του γεγονότος ότι ο εναγόμενος δεν προσκόμισε μαρτυρία για την στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων των αστικών αδικημάτων της αμέλειας και/ή της δημόσιας οχληρίας. Είναι γεγονός ότι ο ενάγοντας στη βάση των δικογραφημένων του θέσεων εδράζει την αγωγή του στο αστικό αδίκημα της αμέλειας (άρθρο 51 του Κεφ. 148). Το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα θα πρέπει να εξεταστεί επίσης και κάτω υπό το πρίσμα του αστικού αδικήματος της δημόσιας οχληρίας (σύμφωνα με το άρθρο 45 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148) (S Pavlou & Sons Constructions LTD κ.α. ν. Ιωσηφίνας Θεοδώρου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 119/2010, ημερομηνίας 6/7/2015 όπου τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης). Στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκε επίσης ότι ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν δικογραφείτο το αστικό αδίκημα της δημόσιας οχληρίας παρά μόνο δικογραφείτο το αστικό αδίκημα της αμέλειας (όπως είναι και η προκειμένη περίπτωση) αυτό δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να εξετάσει και το αστικό αδίκημα της δημόσιας οχληρίας εάν μέσα από τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς που ο ενάγοντας θέτει διαπιστώνεται και η ύπαρξη άλλου αγώγιμου δικαιώματος. Εν πάση περιπτώσει όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v Ελευθερίας Ζυπίτη κ.α.
(2003)1Β Α.Α.Δ 749 είναι ουσιαστικά αδιάφορο αν η ευθύνη του εναγόμενου (στην προκειμένη περίπτωση του Κοινοτικού Συμβουλίου Ακακίου) βασίζεται σε δημόσια οχληρία ή αμέλεια, γιατί τα δύο αυτά αστικά αδικήματα αλληλοκαλύπτονται. Το άρθρο 45 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 προνοεί ότι: «Δημόσια oχληρία συvίσταται σε παράvoμη πράξη, ή σε παράλειψη εκτέλεσης voμικής υπoχρέωσης αv η πράξη αυτή ή η παράλειψη θέτει σε κίvδυvo τη ζωή, ασφάλεια, υγεία, ιδιoκτησία ή άvεση τoυ κoιvoύ ή παρακωλύει τo κoιvό στηv άσκηση κoιvoύ δικαιώματoς.» Ο ορισμός της αμέλειας σύμφωνα με το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 είναι ο ακόλουθος: «Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε͘ ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια.» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v Ελευθερίας Ζυπίτη κ.α. (ανωτέρω), η οποία αφορούσε ατύχημα σε υπεραστικό δρόμο και ατύχημα λόγω των νερών της βροχής σε κοίλωμα που υπήρχε και που δεν έχει αμφισβητηθεί από την Δημοκρατία, λέχθησαν τα ακόλουθα αναφορικά με το αστικό αδίκημα της Δημόσιας οχληρίας: «Για τους δρόμους που βρίσκονται μέσα σε δημοτικά όρια προβλέπεται νομοθετικά η υποχρέωση των τοπικών δήμων να τους διατηρούν σε καλή κατάσταση. Παρά την έρευνά μας δεν έχουμε καταφέρει να εντοπίσουμε παρόμοια θέσμια υποχρέωση της Δημοκρατίας ως προς τους υπεραστικούς δρόμους. Έτσι, θα πρέπει να ισχύσουν στην παρούσα περίπτωση οι γενικές αρχές των αστικών αδικημάτων και συγκεκριμένα της δημόσιας οχληρίας (Dymond v. Pearce and others [1972] 1 All E.R. 1142, 1149 και Morton v. Wheeler 1956, The Times, 1st February) και της αμέλειας. Σύμφωνα με το άρθρο 45 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, η δημόσια οχληρία συνίσταται σε παράνομη πράξη ή παράλειψη εκτέλεσης νομικής υποχρέωσης, αν η πράξη αυτή ή η παράλειψη θέτει σε κίνδυνο τη ζωή, ασφάλεια, υγεία, ιδιοκτησία ή άνεση του κοινού ή το παρακωλύει στην άσκηση κοινού δικαιώματος. Το πρόσωπο που υπέστη από τη δημόσια οχληρία ειδική ζημιά, νομιμοποιείται να εγείρει αγωγή. Η δημόσια οχληρία ορίζεται ως πράξη ή παράλειψη η οποία συνιστά επέμβαση ή ενόχληση σε πρόσωπο κατά την άσκηση ή απόλαυση δικαιώματος που του ανήκει ως μέρος του κοινού (Clerk & Lindsell on Torts, 16η Έκδοση, παραγρ. 24-01). Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Goldman v. Hargrave [1966] 2 All E.R. 989, το αστικό αδίκημα της οχληρίας, με αβέβαια τα όριά του, μπορεί να συνίσταται σε μια μεγάλη ποικιλία περιπτώσεων, σε μερικές των οποίων η αμέλεια είναι αποφασιστικής σημασίας, ενώ σε άλλες δεν παίζει κανένα απολύτως ρόλο. Σε περιπτώσεις όπου η ευθύνη του εναγόμενου προκύπτει όχι γιατί δημιούργησε την οχληρία, αλλά επειδή επέτρεψε να συνεχίζεται, απόδειξη της αμέλειάς του είναι τουλάχιστον ουσιώδης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Sedleigh-Denfield v. O' Callaghan [1940] 3 All E.R. 349, αν ο εναγόμενος δεν δημιούργησε την οχληρία, για να θεωρηθεί υπεύθυνος θα πρέπει να την είχε συνεχίσει, δηλαδή θα πρέπει να αποδειχθεί ότι αμέλησε να την άρει όταν πληροφορήθηκε την ύπαρξή της ή όταν θα έπρεπε να είχε πληροφορηθεί την ύπαρξή της.Μικρές διαφορές στο οδόστρωμα δεν θεωρήθηκαν ως απόδειξη έλλειψης φροντίδας στην συντήρηση (Clerk & Lindsell on Torts, 16η Έκδοση, παραγρ. 24-78. Βλέπε επίσης Littler v. Liverpool Corporation [1968] 2 All E.R. 343n., 345). Πώς όμως θα αποφασίσουμε κατά πόσο η συγκεκριμένη κατάσταση πραγμάτων επί του αυτοκινητόδρομου συνιστούσε κίνδυνο; Εξαρτάται από το κατά πόσο η ζημιά ήταν εύλογα προβλεπτή. Αν η δημιουργηθείσα κατάσταση είναι τέτοια που είναι εύλογο να αναμένεται από τα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον αυτοκινητόδρομο, ζημιά, τότε έχουμε δημόσια οχληρία. Αν ένας λογικός άνθρωπος λαμβάνοντας υπ' όψιν όλες τις περιστάσεις μπορεί να θεωρήσει ότι υπάρχει πράγματι η πιθανότητα τραυματισμού κάποιου που ταξιδεύει κατά μήκος του δρόμου, τότε η κατάσταση αυτή συνιστά κίνδυνο. Όπου όμως η πιθανότητα ζημιάς είναι τόσο απομακρυσμένη που θα την απέρριπτε αμέσως, γιατί ήταν βεβαίως δυνατή, αλλά καθόλου πιθανή, τότε η κατάσταση δεν συνιστά κίνδυνο (Dymond v. Pearce and others [1972] 1 All E.R. 1142, 1149). Στην Αγγλία όπου όπως είδαμε η ευθύνη της αρμόδιας αρχής είναι θέσμια, έχει αποφασιστεί ότι δεν θα πρέπει η αρμόδια αρχή να προβλέπει για τον πρότυπο οδηγό, αλλά για το συνηθισμένο τύπο οδηγού που χρησιμοποιεί τους δρόμους κι αυτός περιλαμβάνει και τους οδηγούς που υποπίπτουν σε λάθη. Κατά πόσο μια συγκεκριμένη περίπτωση μη επιδιόρθωσης υποκρύπτει κίνδυνο στη συνήθη τροχαία κίνηση του αυτοκινητόδρομου είναι θέμα πραγματικό και βαθμού που εξετάζεται σε κάθε περίπτωση. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό (Rider v. Rider and another [1973] 1 All E.R. 294, 299, 300). H εκτίμηση της σχετικής μαρτυρίας θα πρέπει να γίνει με βάση την κοινή λογική. Το κριτήριο είναι βέβαια πάντα η προβλεψιμότητα του κινδύνου. Περαιτέρω, ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του αντιδίκου του και των ζημιών που έχει υποστεί (Metropolitan Railway Co v. Jackson 47 L.J.C.P. 303). Ο εναγόμενος δεν βαρύνεται να αποδείξει, για να απαλλάξει τον εαυτό του, ότι το δυστύχημα ήταν είτε αναπόφευκτο ή ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας. Ο ζημιωθείς θα πρέπει θετικά να αποδείξει ότι η ζημιά ήταν αποτέλεσμα της αμέλειας του εναγομένου (Wilsher v. Essex Area Health Authority
(1988)1 All E.R. 871 και Carslogie SS Co v. Royal Norwegian Government [1952] 1 All E.R. 20). Δεν μπορεί επίσης να επιδικάζεται σε ενάγοντα ποσοστό της απώλειάς του επί τη βάσει του συλλογισμού ότι η παράβαση του καθήκοντος της άλλης πλευράς δυνατόν να προκάλεσε τη ζημιά (Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν. Λουκά
(2003)1 Α.Α.Δ. 447). Η αιτιώδης συνάφεια είναι θέμα πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατά τη δίκη (Hotson v. East Berkshire Area Health Authority [1987] 2 All E.R. 909).» Στην υπόθεση Χριστόφορος Χαγκούδης και Γεώργιος Γεωργίου, ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας Πολύμνιας Γεωργίου Χαγκούδη ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1Β Α.Α.Δ 1574 έγινε αναφορά, μεταξύ άλλων, στις αρχές που εφαρμόζονται για τον καταλογισμό ευθύνης σε Δημοτικά Συμβούλια. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα: «Πολύ χρήσιμη αυθεντία ως προς το υπό εξέταση θέμα παρέχεται και από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Burnside and another v. Emerson and Others [1968] 3 All E.R.
  1. Σε εκείνη την υπόθεση, ο οδηγός αυτοκινήτου υπό συνθήκες έντονης και παρατεταμένης βροχής, εισήλθε εντός λίμνης νερού που βρισκόταν στο μέσο του δρόμου και, αφού απώλεσε τον έλεγχο, κινήθηκε δεξιά και συγκρούστηκε με εξ' αντιθέτου κατευθύνσεως ερχόμενο όχημα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιρρίψει ακέραιη την ευθύνη για το δυστύχημα στο αρμόδιο δημοτικό συμβούλιο της περιοχής, που ήταν ένας από τους εναγομένους λόγω ανεπάρκειας ή αστοχίας του υπάρχοντος συστήματος διαφυγής ομβρίων υδάτων. Στην έφεση που ακολούθησε, οι ξεκάθαρες αρχές και οι τρεις προϋποθέσεις για καταλογισμό ευθύνης σε δημοτικά συμβούλια, τις οποίες έθεσε ο Lord Denning M.R., αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής. Οι προϋποθέσεις είναι:
  2. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι ο δρόμος ήταν σε τέτοια κατάσταση ώστε να ήταν επικίνδυνος για την τροχαία κίνηση.
  3. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι η επικινδυνότητα οφειλόταν σε παράλειψη συντήρησης ή επιδιόρθωσης. Εδώ γίνεται διάκριση μεταξύ ενός μόνιμου κινδύνου που οφείλεται σε έλλειψη επιδιόρθωσης και ενός παροδικού κινδύνου που οφείλεται στα στοιχεία της φύσης. Στο δεύτερο περιλαμβάνεται ο κίνδυνος από χιόνι, παγετό ή έντονη βροχόπτωση και σ' αυτή την περίπτωση ο παροδικός κίνδυνος που προκαλείται για σύντομο χρονικό διάστημα, δεν συνιστά μαρτυρία περί παράλειψης επιδιόρθωσης ή συντήρησης. Ειδικότερα ως προς τη βροχόπτωση, η πρόκληση πλημμύρας στο δρόμο λόγω έντονης βροχής δεν είναι αρκετή μαρτυρία.
  4. Εάν πράγματι διαπιστώνεται παράλειψη συντήρησης/ επιδιόρθωσης, η αρμόδια αρχή είναι εκ πρώτης όψεως υπεύθυνη για οποιαδήποτε ζημιά προκαλείται λόγω αυτής και μπορεί τότε μόνο να αποφύγει ευθύνη, εάν αποδείξει ότι άσκησε τέτοια επιμέλεια και φροντίδα, όση ήταν εύλογη.» Σχετικό επίσης για τους σκοπούς της παρούσης υπόθεσης είναι και το άρθρο 82(δ) του περί Κοινοτήτων Νόμου του 1999 (Ν. 86(I)/1999). Το εν λόγω άρθρο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
  5. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου ισχύοντος κάθε φορά νόμου, το Συμβούλιο οφείλει να εκτελεί, μέσα στα όρια της κοινότητας και στο μέτρο των οικονομικών του δυνατοτήτων, τα ακόλουθα καθήκοντα: .................................. (δ) Να προνοεί για την κατασκευή, τη συντήρηση, την καθαριότητα, το φωτισμό και την ελεύθερη χρήση των οδών και των γεφυριών, να ελέγχει την κατασκευή, τη μετατροπή, το κλείσιμο ή την αλλαγή κατευθύνσεως των οδών και των γεφυριών και να φροντίζει για την απομάκρυνση οποιωνδήποτε αντικειμένων παρεμποδίζουν την ελεύθερη χρήση τους.» Σύμφωνα δε με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου: "οδός" έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε δρόμο, μονοπάτι, αδιέξοδο δρόμο, δίοδο, πεζόδρομο, πεζοδρόμιο ή δημόσια πλατεία. Το εν λόγω άρθρο είναι σαφές. Επιβάλλει υποχρέωση σε Δήμο να συντηρεί πεζοδρόμια και οδούς που βρίσκονται εντός των ορίων του. Επί του προκειμένου σχετική είναι και η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ελευθερίας Ζιπιτή κ.α. (ανωτέρω) στην οποία αναγνωρίσθηκε ότι η υποχρέωση των τοπικών δήμων να διατηρούν τους δρόμους που βρίσκονται μέσα στα δημοτικά όρια σε καλή κατάσταση προβλέπεται νομοθετικά. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης και έχοντας ως δεδομένο την απόρριψη της μαρτυρίας του ενάγοντα δεν υπάρχει οποιαδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου θετική μαρτυρία ότι ο εναγόμενος υπήρξε αμελής αλλά και ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του εναγομένου και της ζημιάς που το όχημα του ενάγοντα υπέστη. Η ύπαρξη και μόνο της λακκούβας δεν οδηγεί χωρίς άλλο το Δικαστήριο ώστε να μπορεί να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ο ενάγοντας θα πρέπει να αποδείξει με θετική μαρτυρία ότι η παράβαση του καθήκοντος του εναγομένου ήταν η αιτία της προκληθείσας ζημιάς (Κτηνοτροφική Επιχ. Π & Π Πέτρου Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2075). Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης αξιόπιστης μαρτυρίας που να έχει προσκομιστεί από τον ενάγοντα οποιοδήποτε περί του αντιθέτου συμπέρασμα από το Δικαστήριο θα ήταν αυθαίρετο και αντινομικό. Επίσης δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε θετική μαρτυρία και ως εκ τούτου ο ενάγοντας απέτυχε αφενός να αποδείξει ότι η λακκούβα στο δρόμο δημιουργούσε μια ιδιαίτερα επικίνδυνη κατάσταση για τους οδηγούς, ότι η επικινδυνότητα στο δρόμο προκλήθηκε από παράλειψη επιδιόρθωσης/συντήρησης του δρόμου από τον εναγόμενο (το γεγονός της ύπαρξης της λακκούβας από μόνο του δεν είναι αρκετό) καθώς και απέτυχε να αποδείξει ότι ο εναγόμενος δεν κατέδειξε ότι άσκησε την εύλογη φροντίδα η οποία απαιτείτο υπό τις περιστάσεις. Ούτε και έχει καταδειχθεί στην προκειμένη περίπτωση ότι υπήρχε γνώση από πλευράς εναγομένου του προβλήματος στο οδόστρωμα για να μπορεί να διαφανεί ποια ήταν η αμελης ενέργεια του ή η παράλειψη του να πράξει το ο,τιδήποτε. Θα πρέπει ο ενάγοντας να αποδείξει ότι η λακκούβα ήταν το αποτέλεσμα μη συντήρησης εκ μέρους του εναγομένου, γεγονός το οποίο δεν είναι αυταπόδεικτο, κάτι το οποίο απέτυχε να πράξει. Ως προς το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, κατά πόσο ο ενάγοντας προέβη ή όχι σε αντικατάσταση της αριστερής ζάντας του μπροστινού τροχού του οχήματος του, αυτό ενέχει τη δική του σημασία λόγω του ότι είναι διαφορετικά τα νομικά κριτήρια που εφαρμόζονται στο κατά πόσο ο ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση του στο βαθμό που η θέση του είναι η καταβολή αποζημιώσεων από τον εναγόμενο για να αποκαταστήσει τη ζημιά του ενώ άλλο είναι το νομικό κριτήριο στο βαθμό που η αξίωση του ενάγοντα εδράζεται στο γεγονός ότι κατέβαλε το εν λόγω ποσό για αντικατάσταση της ζάντας του και αξιώνει την επιστροφή του ποσού που πραγματικά έχει πληρώσει. Στην τελευταία περίπτωση η ζημιά του ενάγοντα θεωρείται ειδική ζημιά και ο ενάγοντας θα έπρεπε να αποδείξει αυτήν προσκομίζοντας στο Δικαστήριο σχετικό τιμολόγιο αγοράς και πληρωμής της εν λόγω ζάντας, κάτι που απέτυχε εν προκειμένω να πράξει. Το Δικαστήριο όμως, ενόψει της αντιφατικότητας των θέσεων του επί του ιδίου ζητήματος, δεν μπορεί να εξάγει ασφαλές συμπέρασμα επί του ζητήματος αυτού, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί, ενόψει της αβεβαιότητας αυτής, να του αποδώσει οποιαδήποτε θεραπεία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ως εκ τούτου η παρούσα αγωγή απορρίπτεται. Σε σχέση με τα δικηγορικά έξοδα δεν έχω οποιοδήποτε λόγο να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα που θέλει τα έξοδα να επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου. Συνεπώς επιδικάζονται έξοδα υπέρ του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.