ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ATHENS MERCHANDISING COMPANY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 817/2015, 20/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A39 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 817/2015 Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ενάγοντα -και-
- ATHENS MERCHANDISING COMPANY LTD
- SPARTAN MARITIME AND TOURIST CORPORATION LTD
- FIDUCITRUST SERVICES LTD
- ΛΟΥΙΖΑ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Εναγομένων --------------- Αίτηση ημερομηνίας 15.11.2022 Ημερομηνία: 20 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 4-Αιτήτρια: κα Γαβριηλίδου για Χρίστος & Αντιγόνη Κωνσταντίνου Γαβριηλίδη Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντα-Καθ'ου η αίτηση: κ. Α. Γεωργίου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. --------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας υπόθεσης καταχωρήθηκε στις 25.2.2015, ενώ η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 15.10.
- Η Υπεράσπιση των Εναγομένων 1, 2 και 3 καταχωρήθηκε στις 26.9.2016, μετά που στις 22.6.2016 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα συνένωσης της παρούσας με την Αγωγή αρ. 917/2015, στην οποία ενάγουσα ήταν η εναγόμενη 4 και ακόμη μία και οι εναγόμενοι 1, 2 και 3, ο ενάγων και άλλοι τρεις. Η Υπεράσπιση της εναγόμενης 4 καταχωρήθηκε στις 18.1.2017 μαζί με Ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα, ο οποίος καταχώρησε την Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στις 24.1.
- Έκτοτε, η υπόθεση, συνενωμένη με την Αγ. 917/2015, έτυχε πολλών ορισμών για ακρόαση, με τις ζητούμενες αναβολές να αφορούν διάφορους λόγους και όχι αποκλειστικά έναν εκ των διαδίκων. Κατά την πρώτη δικάσιμο ενώπιον της παρούσας σύνθεσης του Δικαστηρίου, κατά το Σεπτέμβριο του 2022, υπήρξε αλλαγή στην αντιπροσώπευση της εναγόμενης 4, ενώ, μετά από σχετικές διαβουλεύσεις, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα αποσυνένωσης των ως άνω δύο Αγωγών, η Αγωγή αρ. 917/2015 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με επιφυλάξεις από όλες τις πλευρές και η παρούσα αγωγή ορίστηκε για ακρόαση. Ενόψει δε, ενημέρωσης από τους νέους συνηγόρους της εναγομένης 4 περί πρόθεσης για καταχώρηση αίτησης τροποποίησης, το Δικαστήριο επεσήμανε την αναγκαιότητα τυχόν τέτοιο διάβημα να καταχωρείτο εγκαίρως. Το διάβημα αυτό αποτελεί η παρούσα αίτηση. Με την παρούσα αίτηση της, η εναγόμενη 4 ζητά την έκδοση διατάγματος τροποποίησης αφενός του τίτλου της αγωγής με την αντικατάσταση της μέχρι της παρούσης εναγομένης 4-διαχειρίστριας από την προτιθέμενη εναγόμενη 4 ως διαχειρίστριας με συνημμένη διαθήκη της περιουσίας του ιδίου προσώπου, ενώ, αφετέρου, την τροποποίηση της Υπεράσπισης της εναγομένης 4, ως λεπτομερώς παρατίθενται τα αιτήματα της στην παρ. Β 1-19 της παρούσας αίτησης. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται, μεταξύ άλλων, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 ΘΘ1-
- Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση της προτιθέμενης νέας εναγομένης 4, στην οποία αναφέρεται στους λόγους για τους οποίους θα πρέπει, κατά την άποψή της, να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Όπως, μεταξύ άλλων, αναφέρει, η μεν αλλαγή στον τίτλο είναι αποτέλεσμα της παύσης της προηγούμενης διαχειρίστριας να ενεργεί ως τέτοια, με την ίδια να είναι διαχειρίστρια με συνημμένη διαθήκη, επομένως θέμα τυπικό, ουσιαστικής, όμως, σημασίας. Για δε τις αιτούμενες τροποποιήσεις στο δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, το θέμα προέκυψε από την πρόσφατη μελέτη όλων των εγγράφων και γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Οι νέοι δικηγόροι της, έχοντας πρόσφατα αναλάβει, αφού μελέτησαν τη δικογραφία σε συνάρτηση με όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, παρατήρησαν ότι υπήρχαν κάποιες παραλείψεις γεγονότων ουσιώδους σημασίας στην Έκθεση Υπεράσπισης που καθιστούν την παρούσα αίτηση απαραίτητη για σκοπούς συμπερίληψής τους σ' αυτήν. Η προτεινόμενη τροποποίηση κατέστη αναγκαία αφενός για το λόγο ότι μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής μέχρι και σήμερα, προέκυψαν γεγονότα τα οποία δεν ήταν στην γνώση της τότε διαχειρίστριας και αφετέρου, κατά τη λεπτομερή μελέτη του φακέλου της υπόθεσης μαζί με τους δικηγόρους της εναγομένης 4, διαφάνηκε πως ο προηγούμενος δικηγόρος, ο οποίος συνέταξε τότε την έκθεση Υπεράσπισης, εκ παραδρομής και/ή παραλείψεως αμέλησε να συμπεριλάβει στην Έκθεση Υπεράσπισης σημαντικά και ουσιαστικά για την υπόθεση στοιχεία. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις, ως η ενόρκως δηλούσα αναφέρει, είναι αναγκαίες και θα πρέπει να επιτραπούν από το Σεβαστό Δικαστήριο για την ορθότερη, ακριβέστερη και πληρέστερη διαλεύκανση των πραγματικών γεγονότων όσον αφορά τόσο την Υπεράσπιση όσο και την Ανταπαίτηση, ενώ με την τροποποίηση θα εκτεθούν με περισσότερη σαφήνεια και ακρίβεια οι ισχυρισμοί της εναγομένης 4 και είναι απαραίτητη για την ορθή απεικόνιση των θέσεων της και την ορθή υπεράσπιση των συμφερόντων της. Είναι, δε, περαιτέρω, προς όφελος του ενάγοντα αλλά και των εναγομένων 1,2 και 3 καθότι θα γνωρίζουν επακριβώς τους σχετικούς ισχυρισμούς της εναγομένης 4, ούτως ώστε να προσκομίσουν την κατάλληλη μαρτυρία. Η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και με μοναδικό σκοπό τη διασαφήνιση και συγκεκριμενοποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες και ουσιώδεις, αντανακλούν πλήρως την πραγματικότητα και δεν μεταβάλλουν τη βάση της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης. Περαιτέρω, ως αναφέρει, η όποια καθυστέρηση δεν ήταν εσκεμμένη, ούτε κακόπιστη αλλά αναπόφευκτη και αποτέλεσμα μελέτης της σωρείας των σχετικών εγγράφων που περιήλθαν στην κατοχή των δικηγόρων της, ένα μήνα προηγουμένως. Τα πλείστα δε από τα έγγραφα περιλαμβάνουν πολύπλοκα ζητήματα, ένα εκ των οποίων είναι εάν όντως υπεγράφησαν από τον αποβιώσαντα και χωρίς να πραγματοποιηθεί η εξέταση από ειδικό γραφολόγο θα είναι άγνωστο εάν όντως υπεγράφησαν από τον αποβιώσαντα αφού δεν είναι παρών να το μαρτυρήσει. O ενάγων και ή οι εναγόμενες 1, 2 και 3 αρνούνται και ή αποφεύγουν και ή προσπαθούν να αποκρύψουν τα πρωτότυπα έγγραφα τη γνησιότητα των οποίων επιθυμεί να εξετάσει ως προς την υπογραφή του αποβιώσαντος με δικό της εμπειρογνώμονα, με αποτέλεσμα να είναι απαραίτητη η προσθήκη διαζευκτικών υπερασπίσεων με λεπτομέρεια, δεδομένου ότι οποιαδήποτε πορεία και εάν πάρει η γραφολογική εξέταση, να μπορούν να εγερθούν διαζευκτικά άλλοι λόγοι που τα εν λόγω έγγραφα είναι άκυρα. Από την πλευρά τους, οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 δήλωσαν ότι δεν φέρουν ένσταση στην παρούσα αίτηση. Αντίθετη ήταν η θέση του ενάγοντα, ο οποίος καταχώρησε ένσταση στην αιτούμενη τροποποίηση επικαλούμενος τους εννέα λόγους που αναφέρονται στο σώμα της ένστασης, τους οποίους αναλύει και υποστηρίζει δικηγόρος στο γραφείο των συνηγόρων του ενάγοντα στην ένορκή του δήλωση. Παρεμβάλλεται ότι, ως προς το αίτημα σε σχέση με τον τίτλο της αγωγής, δεν προβάλλεται ένσταση, τηρουμένων ισχυρισμών του ενάγοντα. Κατά τα λοιπά, ο συνήγορος, ενόρκως δηλών, προβαίνει σε λεπτομερή παράθεση των ισχυρισμών και θέσεων προς ένσταση στην αιτούμενη τροποποίηση. Οι συνήγοροι της αιτήτριας και του ενάγοντα/καθ'ου η αίτηση αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων της κάθε πλευράς, παραπέμποντας και σε σχετική νομολογία. Έχω με προσοχή μελετήσει την επιχειρηματολογία αμφοτέρων των συνηγόρων. Τα όσα αναλύονται σ' αυτήν είναι που εξετάζονται στο τι ακολουθεί στο σκεπτικό του Δικαστηρίου κατωτέρω. Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να αποφασιστεί είναι η νομική πτυχή που ισχύει για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Και εξηγώ. Είναι καλώς γνωστό ότι η Δ.25 έχει τύχει τροποποίησης, ώστε σήμερα να προνοεί ότι μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες, ως προνοείται από τη Δ.30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης (βλ. Δ.25 Θ.1
(3). Προνοείται, όμως, παράλληλα, στη Δ.25 Θ.8 ότι οι διατάξεις της Δ.25 εφαρμόζονται σε αγωγές που καταχωρήθηκαν από 1.1.2015, αναστέλλεται όμως η εφαρμογή τους αναφορικά και μόνο σε αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000 μέχρι τις 31.12.2015: Νοείται δε, ότι για αγωγές που καταχωρήθηκαν μέχρι και 31.12.2004 και αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000 που καταχωρήθηκαν μέχρι 31.12.2015, θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται μέχρι την αποπεράτωσή τους, οι πρόνοιες των διατάξεων της Δ.25 που ίσχυαν πριν την 1.1.
- Η πλευρά του καθ'ου η αίτηση προβάλλει τη θέση ότι, με δεδομένη την καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης το έτος 2017, ισχύ έχει η Δ.25 ως ισχύει σήμερα. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση. Σαφώς, η ανταπαίτηση υπέχει θέση αγωγής. Όμως, οι ως άνω πρόνοιες της Δ.25 δεν διαχωρίζουν μεταξύ δικογράφων με αυτό τον τρόπο, αλλά αναφέρονται σε αγωγές που καταχωρίστηκαν κατά συγκεκριμένο χρόνο. Αυτό, σαφώς παραπέμπει σε διαδικασίες αγωγών στη συνολική τους οντότητα. Διαφορετικά, θα παρουσιαζόταν το παράδοξο σε μία υπόθεση, τυχόν αίτημα τροποποίησης να τύγχανε διαφορετικής αντιμετώπισης εφόσον αφορούσε διαφορετικό δικόγραφο. Ούτε οι πρόνοιες των νέων Ειδικών Διαδικαστικών Κανονισμών περί Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων επηρεάζουν με οποιονδήποτε τρόπο το ουσιαστικό νομικό καθεστώς με βάση το οποίο δέον όπως εξεταστεί η αίτηση. Ως αναφέρεται ανωτέρω, εφαρμογής τυγχάνουν οι πρόνοιες των διατάξεων της Δ.25 που ίσχυαν πριν την 1.1.
- Με αυτά τα δεδομένα, προχωρώ με την εξέταση της ουσίας της παρούσας αίτησης. Προτού προχωρήσω στην παράθεση σχετικής νομολογίας, θα πρέπει να λεχθεί ότι υπό εκδίκαση παραμένει το κατά πόσο είναι επιτρεπτή η αιτούμενη τροποποίηση και όχι η ουσία και η επάρκεια των ισχυρισμών που ζητείται να επιτραπεί όπως τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της τροποποίησης του δικογράφου της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Η δυνατότητα τροποποίησης τέθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, ως εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά, που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, υποδεικνύεται ότι: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει στον αντίδικο αδικία, ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής». Στη Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα, Πολιτική Έφεση 10341, ημερομηνίας 19.1.1999, γίνεται ανάλυση της σχετικής νομολογίας, τόσο κυπριακής όσο και αγγλικής, με παράθεση σχετικών αποσπασμάτων. Σχετική αναφορά γίνεται στις υποθέσεις Associated Leisure Ltd and others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Easton v. Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257, Cropper v. Smith
(1884)26 Ch. D. 700, Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, υπό εξέταση είναι το αίτημα τροποποίησης και όχι η επάρκεια των ισχυρισμών ή η αποδεχτότητα μαρτυρίας με την οποία ο καθ'ου η αίτηση αναμένει να επιζητηθεί η απόδειξη τέτοιων ισχυρισμών. Έχω την εντύπωση ότι ο καθ'ου η αίτηση περιλαμβάνει στην ένσταση και επιχειρηματολογία του θέματα τα οποία δεν είναι του παρόντος. Άλλωστε το πως θα επιχειρηθεί η απόδειξη ισχυρισμών από πλευράς εναγομένης 4, δεν μπορεί να είναι καθοριστικά γνωστό στο παρόν στάδιο, ώστε να τύχει εξέτασης και, αναλόγως, να καθορίσει την τύχη της παρούσας αίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση, από μια ανάγνωση της ήδη καταχωρηθείσας υπεράσπισης, όσο και της αιτούμενης προτιθέμενης υπεράσπισης, καθίσταται εμφανές ότι το τι σκοπείται να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν εκφεύγει του πνεύματος του τι είχε καταχωρηθεί. Θέτει δε, με λεπτομέρεια, τους ισχυρισμούς της εναγομένης 4 με τον τρόπο που η πλευρά της κρίνει ορθό να θέσει μετά την αλλαγή της διαχειρίστριας και την αλλαγή αντιπροσώπευσης της από νέους συνηγόρους και στη βάση των όσων η προτιθέμενη νέα εναγόμενη 4 εξηγεί στην ένορκη της δήλωση. Προβάλλει μια προσπάθεια διόρθωσης του δικογράφου, ως αποτέλεσμα των όσων αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, με παροχή λεπτομερειών και παράθεση ισχυρισμών σχετιζομένων με ήδη δικογραφημένα ζητήματα. Δεν είμαι, περαιτέρω, σε θέση να συμφωνήσω ότι επιδιώκεται η εισαγωγή νέας υπεράσπισης/ανταπαίτησης, παρόλο που, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Παφίτης ν. Γενικού Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745: «...Όμως η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707).» Διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να θέτει την παρούσα περίπτωση εκτός του πλαισίου μιας καλόπιστης πρόθεσης παράθεσης όλων των επίδικων θεμάτων με λεπτομέρεια ώστε και ο ενάγοντας και οι υπόλοιποι εναγόμενοι να γνωρίζουν τι έχουν να αντιμετωπίσουν και το Δικαστήριο να έχει επαρκώς και με πληρότητα συγκεκριμενοποιημένα τα επίδικα θέματα ώστε να μπορέσει να αποφασίσει αυτά σε μία διαδικασία. Σαφώς, η εναγόμενη 4 αποδίδει την αναγκαιότητα τροποποίησης εν μέρη σε λάθη και παραλείψεις κατά την ετοιμασία του δικογράφου, με αποτέλεσμα να μην περιληφθούν σ' αυτό σημαντικά και ουσιαστικά στοιχεία. Ως αναφέρεται στην αγγλική υπόθεση Cropper v. Smith (ανωτέρω): «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favor or grace . it seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else is a matter of right». Είμαι της άποψης ότι η παροχή δυνατότητας τροποποίησης, ως τη ζητά η εναγόμενη 4, δεν θα προκαλέσει ουσιαστική εκτροπή στην παρούσα διαδικασία, ούτε θα επιφέρει στον ενάγοντα οποιαδήποτε αδικία ή ζημιά ή ταλαιπωρία η οποία να μην δύναται να αποζημιωθεί με έξοδα. Εξυπακούεται, ασφαλώς, ότι όχι μόνο ο ενάγων θα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, αλλά θα έχει όλη την ευχέρεια να απαντήσει σε ό,τι κρίνει ότι χρήζει απάντησης μέσω του δικού του δικογράφου. Παραμένει, τέλος, να εξεταστεί το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Δεδομένων των επανειλημμένων ορισμών για ακρόαση, διαφαίνεται όντως η ύπαρξη καθυστέρησης στην υποβολή της Αίτησης. Φυσικά, το τι προβάλλεται είναι η υποβολή του αιτήματος τροποποίησης ευθύς μόλις εντοπίστηκε η αναγκαιότητα για κάτι τέτοιο, με την αλλαγή της διαχειρίστριας και όταν έγινε η αλλαγή συνηγόρου και εντοπίστηκαν τα όσα δίνουν βάση στους ισχυρισμούς της. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Saba (ανωτέρω), η σημασία της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Λέχθηκε δε η διαφωνία του Δικαστηρίου με το ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα (ανωτέρω). Όπως εξάλλου αναφέρθηκε στην υπόθεση Clive Preece κ.ά. v. Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση 271/2008, ημερομηνίας 16.12.2011: «Οι εφεσίοντες μπορεί να μην κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος. Ωστόσο, η μερική αυτή αδυναμία δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Ως εκ της ως άνω ανάλυσης, παρά την καθυστέρηση που παρατηρείται στην εκδίκαση της υπόθεσης, η συνεκτίμηση όλων των στοιχείων και παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς εξέτασης του υπό κρίση ζητήματος, με αφήνει με βεβαιότητα ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, αφού καταλήγω ότι δεν ευσταθεί οποιοσδήποτε λόγος ένστασης. Συνεπώς, η Αίτηση θα έχει επιτυχή κατάληξη. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως οι παράγραφοι Α και Β της Αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση Εναγομένης 4 να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος και πιστό αντίγραφο να δοθεί στις αντίδικες πλευρές. Το κλητήριο ένταλμα και τα δικόγραφα με τροποποιημένο τίτλο να καταχωρηθούν εντός 15 ημερών μετέπειτα. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα να καταχωρηθεί από πλευράς ενάγοντα και η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση κατόπιν της τροποποίησης. Τα έξοδα της Αίτησης, καθώς επίσης όλα τα έξοδα τα οποία δημιουργούνται ή έχουν απωλεσθεί συνεπεία της τροποποίησης (costs thrown away), επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα-καθ΄ου η αίτηση και εναντίον της εναγομένης 4-αιτήτριας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .............. Μ. Αμπίζας, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο