Πανεπιστημίου Κύπρου ν. Εμμανουήλ Λιουδάκη, Αρ. Aγωγής: 7557/2014, 31/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A27 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 7557/2014 Πανεπιστημίου Κύπρου Ενάγοντα -και- Εμμανουήλ Λιουδάκη Εναγoμένου Ημερομηνία: 31/1/2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: Η κα. Α. Χρίστου για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: Ο κ. Χ. Παναγίδης για Κάκκουρας & Παναγίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας, Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, αποτελεί Πανεπιστημιακό ίδρυμα που παρέχει, μεταξύ άλλων, προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών. Στα πλαίσια επίσης των δραστηριοτήτων του διεξάγει και υλοποιεί διάφορα ερευνητικά έργα. Ο εναγόμενος απέκτησε, κατά το έτος 2007, Διδακτορικό Τίτλο από το Τμήμα Φυσικής του ενάγοντα. Ακολούθως, παρέμεινε ως Μεταδιδακτορικός Ερευνητής του και κάποια εξάμηνα με εργοδότηση, ως επισκέπτης Καθηγητής του Τμήματος Φυσικής. Κατά τα χρόνια της διδακτορικής και μεταδιδακτορικής του έρευνας δημοσίευσε πληθώρα ερευνητικών δημοσιεύσεων σε έγκριτα και επιστημονικά περιοδικά του Κλάδου της Οπτικής και της Επιστήμης Υλικών. Του απονεμήθηκαν δε διάφορες υποτροφίες και τίτλοι διακεκριμένης έρευνας από ανώτερα επιστημονικά όργανα ανά το κόσμο. Το έναυσμα για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποτέλεσε, ως ο ενάγοντας διετείνει, το γεγονός ότι ο εναγόμενος παραβίασε την μεταξύ τους σύμβαση απασχόλησης. Στη βάση αυτής ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον του εναγομένου το ποσό των €9.378,27, το οποίο αντιστοιχεί με την ζημιά που έχει υποστεί λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του. Το εν λόγω ποσό το κατέβαλε ο ενάγοντας στον εναγόμενο ως αμοιβή, για την αποκλειστική του εργοδότηση ως ερευνητής. Διαζευτικά, ο ενάγων αξιώνει το πιο πάνω ποσό στη βάση του παράνομου και αδικαιολόγητου πλουτισμού. Προτού προσδιοριστούν τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, κρίνω ορθότερο, όπως παρατεθούν τα κοινώς μεταξύ των μερών, αποδεκτά γεγονότα, τα οποία αναδύθηκαν είτε μέσω παραδεκτών γεγονότων, είτε μέσω της μη αμφισβητούμενης και αναντίλεκτης μαρτυρίας. Την 01.12.2008 στα πλαίσια της δέσμης προγραμμάτων για έρευνα, τεχνολογική ανάπτυξη και καινοτομία συνομολογήθηκε μεταξύ του ενάγοντα (ως ο ανάδοχος φορέας) και του Ιδρύματος Προώθησης Έρευνας («ΙΠΕ»), γραπτή συμφωνία (Τεκμήριο 2) («η συμφωνία»), για συμμετοχή του πρώτου στο ερευνητικό έργο «Οπτικός Χαρακτηρισμός Φωτοβολταϊκών Υλικών», με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΙΔΑΚΤΩΡ/ΔΙΣΕΚ/0308/03 («το 'Εργο»). Το Έργο θα χρηματοδοτείτο από το ΙΠΕ στη βάση συγχρηματοδότησης του από την Κυπριακή Δημοκρατία και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης. Αποτελούσαν, μεταξύ άλλων, όροι της πιο συμφωνίας τα ακόλουθα: -Το 'Εργο είχε διάρκεια υλοποίησης 36 μηνών. Η ημερομηνία έναρξης υλοποίησης καθορίστηκε η 1.12.2008 και η ημερομηνία λήξης της η 30.11.
- -Η μη τήρηση από τον ενάγοντα των υποχρεώσεων και των όρων του πιο πάνω συμβολαίου ήταν δυνατό να οδηγήσει στην προσωρινή ή οριστική ανάκληση και διακοπή της χρηματοδότησης ή/και στην απένταξη του Έργου, από τα συγχρηματοδοτούμενα από το Ευρωπαϊκό ταμείο περιφερειακής ανάπτυξης και ανάλογα με την περίπτωση, στην επιβολή νομικών κυρώσεων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις σχετικές νομοθεσίες. Σε τέτοια περίπτωση το ΙΠΕ μπορούσε να ζητήσει από τον ενάγοντα επιστροφή ποσού, ίσου προς το ποσό που μέχρι τότε είχε καταβάλει σε αυτόν. -Ο συνολικός προϋπολογισμός του Έργου ανέρχετο στις €134.995 και κατανέμετο, όπως συμφωνήθηκε από κοινού, στον προϋπολογισμό του έργου που επισυνάπτετο ως παράρτημα στο πιο πάνω συμβόλαιο. Την 5.2.2009 στα πλαίσια υλοποίησης του πιο πάνω Έργου καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου γραπτή σύμβαση απασχόλησης ερευνητή («η σύμβαση απασχόλησης») (Τεκμήριο 3), η οποία κάλυπτε την χρονική περίοδο από την 1.12.2008 και ίσχυε μέχρι την 30.11.
- Σκοπός της σύμβασης απασχόλησης ήταν η υλοποίηση του Έργου που ο ενάγοντας δεσμεύτηκε να εκτελέσει, δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας. Η εν λόγω σύμβαση απασχόλησης υπόκειτο, μεταξύ άλλων, στους ακόλουθους όρους: α) Ο εναγόμενος θα εργαζόταν αποκλειστικά για τον ενάγοντα στο Έργο, σύμφωνα με την επιστολή διορισμού του, ημερομηνίας 02.02.2009, το οποίο αποτελούσε μέρος της εν λόγω συμφωνίας (άρθρο 1 της σύμβασης απασχόλησης). β) Ο εναγόμενος δεν είχε το δικαίωμα να αλλάξει εργοδότη, κατά τη διάρκεια της ισχύος της σύμβασης απασχόλησης (άρθρο 2(γ) της σύμβασης απασχόλησης). γ) Παραβίαση οποιουδήποτε από τους όρους της συμφωνίας απασχόλησης θα συνεπάγετο τον αυτόματο τερματισμό της (άρθρο 2(στ) της σύμβασης απασχόλησης). Ο εναγόμενος την 1.2.09 αποδέχθηκε τη θέση Research Scientist‑ Infrastructure Manager στο τμήμα EEWC στο Ινστιτούτο Κύπρου («Ι.Κ»). Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι αποτελεί δικογραφημένη θέση του ενάγοντα, η οποία και προωθήθηκε και κατά την επ' ακροατηρίω συζήτηση της υπόθεσης, ότι στη βάση του πιο πάνω διορισμού του εναγομένου από άλλο εργοδότη, στην προκειμένη το Ι.Κ, αυτός παραβίασε τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης απασχόλησης. Είναι δε η περαιτέρω θέση του ενάγοντα ότι έλαβε για πρώτη φορά γνώση του διορισμού του εναγόμενου στο Ι.Κ και συνεπακόλουθα ότι ο τελευταίος παραβίασε τη μεταξύ τους συμφωνία απασχόλησης στις 27.04.2009, όταν το ΙΠΕ με επιστολή του (Τεκμήριο 4) απαίτησε τον άμεσο τερματισμό της μεταξύ του ενάγοντα και του ΙΠΕ συμφωνίας (λόγω του πιο πάνω διορισμού του εναγόμενου) καθώς επίσης και την άμεση επιστροφή του ποσού των €45.248,25 που το ΙΠΕ του είχε καταβάλει μέχρι τότε. Επί του ζητήματος αυτού αποτελεί δικογραφημένη θέση του εναγόμενου, η οποία επίσης προωθήθηκε και κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ότι ο ενάγοντας γνώριζε εξ υπαρχής και πριν τη συνομολόγηση της μεταξύ τους σύμβασης απασχόλησης ότι επίκειτο αλλαγή εργασίας του εναγόμενου, καθότι ο τελευταίος ενημέρωσε εγκαίρως τον ενάγοντα για το πιο πάνω γεγονός. Παρά την πιο πάνω γνώση του εντούτοις ο ενάγοντας προχώρησε στη συνομολόγηση της εν λόγω σύμβασης απασχόλησης. Περαιτέρω, επέτρεψε στον εναγόμενο να χρησιμοποιεί και να παρέχει τις υπηρεσίες του, παραδίδοντας του μάλιστα και κλειδιά των εργαστηριακών του χώρων προς εκπόνηση και υλοποίηση του Έργου. Ο ενάγοντας, ήταν πάντοτε η θέση του εναγομένου, αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο τελευταίος είχε εργοδοτηθεί στο Ι.Κ χωρίς να αντιδράσει, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να συνεχίζει κανονικά να υλοποιεί τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας απασχόλησης. Ως εκ τούτου ο ενάγοντας κωλύεται δια της συμπεριφοράς του ('estoppel by conduct') να προβάλει, προωθεί αλλά και να εγείρει οποιονδήποτε ζήτημα αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγομένου. Επανερχόμενος στα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, αποτελεί επίσης κοινό τόπο ότι, μετά την αποστολή της πιο πάνω επιστολής (Τεκμήριο 4) από το ΙΠΕ προς τον ενάγοντα, αντελλάγη η ακόλουθη σχετική αλληλογραφία, την οποία και παραθέτω: Ο εναγόμενος με επιστολή του, ημερομηνίας 11.5.09, (Τεκμήριο 5), την οποία απέστειλε στον ενάγοντα, απευθυνόμενη προς στον Γλαύκο Χρίστου (Μ.Ε 2), Λειτουργό Α', τον ενημέρωσε ότι λόγω της μόνιμης εργοδότησής του στο Ι.Κ και της απαντητικής επιστολής του ΙΠΕ, ημερομηνίας 13.04.09, σχετικά με τη μεταφορά του προγράμματος από τον ενάγοντα στο Ι.Κ, ζήτησε όπως διακοπεί η σύμβαση απασχόλησης του με τον ενάγοντα. Την 15.5.2009 ο ενάγοντας, εις απάντηση της επιστολής που έλαβε από το ΙΠΕ (Τεκμήριο 4), απέστειλε σχετική επιστολή (Τεκμήριο 6), που φέρει την υπογραφή του τότε Αντιπρύτανη Ακαδημαϊκών Υποθέσεων, Καθηγητή Κωνσταντίνου Χριστοφίδη («ο Χριστοφίδης»), αναφέροντας σε αυτήν ότι «πληροφορηθήκαμε» από τον εναγόμενο ότι εργοδοτήθηκε στο Ι.Κ. Αναφέρεται επίσης σε αυτήν ότι ο εναγόμενος, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας του με λειτουργό του ΙΠΕ, αιτήθηκε την εξέταση του ενδεχόμενου μεταφοράς, μεταξύ άλλων, και του Έργου από τον ενάγοντα στο Ι.Κ στις αρχές Φεβρουαρίου. Ως αποτέλεσμα, ο αντιπρόεδρος του Ι.Κ απέστειλε, στις 23.02.09, επιστολή προς το ΙΠΕ με την οποία ζητούσε τη μεταφορά του Έργου. Σύμφωνα με τον εναγόμενο, λόγω του ότι ο τελευταίος δεν είχε οποιανδήποτε περαιτέρω πληροφόρηση αλλά και ένδειξη ότι το Έργο θα μεταφέρονταν στο Ι.Κ, συνέχισε να παράγει ερευνητικό έργο για το πιο πάνω πρόγραμμα, μέχρι και το τέλος Απριλίου από την έδρα του ενάγοντα. Για τον λόγο αυτό έλαβε αμοιβές, στη βάση της συμφωνίας απασχόλησης, από τον Δεκέμβρη του 2008 μέχρι και τον Απρίλη του 2009, συνολικού ύψους €15.378,
- Ζήτησε επίσης όπως εξεταστεί το ενδεχόμενο όπως ο ενάγοντας αποστείλει στο ΙΠΕ, έκθεση προόδου μέχρι και το τέλος Απριλίου του 2009, ούτως ώστε να μην ζητηθεί από τον εναγόμενο να επιστρέψει τους δεδουλευμένους του μισθούς. Είναι επίσης το κατάλληλο σημείο να αναφερθεί ότι αποτελεί θέση του εναγομένου ότι ο ίδιος ενημέρωσε τον ενάγοντα περί εργοδότησης του στο Ι.Κ, δια μέσου των διαφόρων συνεργατών του, όπως για παράδειγμα τον αναπληρωτή Καθηγητή Όθωνος (« ο Όθωνος»), ο οποίος ήταν με βάση την συμφωνία ένας εκ των μελών της ομάδας του ενάγοντα που θα απασχολείτο στο Έργο (βλέπε Παράρτημα Ι, Β.2 στοιχεία ανάδοχου φορέα της συμφωνίας) αλλά κυρίως τον Χριστοφίδη, μέσω σχετικής επιστολής που του απέστειλε, ημερομηνίας 5.2.09 (Τεκμήριο 23). Είναι για το λόγο αυτό που προβάλλει και προωθεί τη θέση ότι ο ενάγοντας ήταν γνώστης του διορισμού του από άλλον εργοδότη. Είναι δε η συναφής του θέση ότι είναι για το λόγο αυτό που ο Χριστοφίδης είχε εμπλοκή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με την αποστολή διαφόρων επιστολών, οι οποίες και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια στο Δικαστηρίο (συμπεριλαμβανομένου και του πιο πάνω Τεκμηρίου 6). Επί του ζητήματος αυτού ο ενάγοντας ουδόλως αμφισβητεί το γεγονός ότι ο Χριστοφίδης ήταν εξ αρχής ενήμερος για το πιο πάνω γεγονός. Προβάλλει όμως τη θέση ότι ο τελευταίος δεν δέσμευε τον ενάγοντα εφόσον, στην βάση της συμφωνίας, νόμιμος εκπρόσωπος του ενάγοντα καθορίστηκε ο Εύης Δρουσιώτης («ο Δρουσιώτης»), και ως εκ τούτου αυτόν και μόνο όφειλε ο εναγόμενος να ενημερώσει. Επιπρόσθετα, ήταν πάντοτε η θέση του ενάγοντα, ο Χριστοφίδης καμία ανάμειξη ή ρόλο δεν είχε με τα εξωτερικά ερευνητικά προγράμματα του και ως εκ τούτου με τις ενέργειες του δεν μπορούσε να τον δεσμεύσει με οποιοδήποτε τρόπο. Επανερχόμενος και πάλι στα κοινώς αποδεκτά γεγονότα αποτελεί επίσης κοινό τόπο των μερών ότι ο ενάγοντας, στη βάση της συμφωνίας απασχόλησης, κατέβαλε συνολικά στον εναγόμενο το ποσό των €15.378,27 από τον προϋπολογισμό του Έργου, ως αμοιβές, για την περίοδο Δεκέμβριο του 2008 μέχρι και τον Απρίλιο του 2009 (Τεκμήριο 7). Την 28.05.2009 το ΙΠΕ απέστειλε απαντητική επιστολή (Τεκμήριο 8) προς τον Χριστοφίδη (σε σχέση με την πιο πάνω επιστολή του ενάγοντα (Τεκμήριο 6), που απέστειλε ο Χριστοφίδης), προβάλλοντας τη θέση ότι με δεδομένο πως η εργοδότηση του εναγομένου στο Ι.Κ άρχισε την 1.2.09 το ΙΠΕ θεωρεί την 31.1.09 ως την ημερομηνία τερματισμού του Έργου. Ως εκ τούτου μπορούν να αιτιολογηθούν οι μισθοί του εναγομένου μόνο για τους μήνες Δεκέμβριο του 2008 και Ιανουάριο του
- Ζητήθηκε δε από τον ενάγοντα όπως υποβάλει έκθεση πεπραγμένων και οικονομική έκθεση για το Έργο, για την περίοδο από 1.12.08 έως 31.1.
- Ως προκύπτει το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής κοινοποιήθηκε και στον Δρουσιώτη. Στις 18.01.2010 το ΙΠΕ με επιστολή του (Τεκμήριο 9) στον Ενάγοντα, απευθυνόμενη στον Δρουσιώτη, ενέκρινε ως επιλέξιμες δαπάνες για το Έργο μόνο τις αμοιβές του εναγόμενου, για τον Δεκέμβριο του 2008 και για τον Ιανουάριο του
- Επιλέξιμες δαπάνες σύμφωνα με το Παράτημα II, στην παράγραφο 14 της συμφωνίας είναι «οι δαπάνες που έχουν συμπεριληφθεί στον Προϋπολογισμό του Έργου.» Ενόψει του πιο πάνω γεγονότος ο ενάγοντας στις 26.05.2010 απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 10) στον εναγόμενο, αναφέροντας του ότι το αρνητικό υπόλοιπο που προκύπτει από το Έργο ύψους €9.378,27, απορρέει από τη μη επιλεξιμότητα των αμοιβών του για τους μήνες Φεβρουάριο μέχρι Απρίλιο του
- Συνεπακόλουθα οι εν λόγω αμοιβές του δεν εντάχθηκαν στον Προϋπολογισμό του Έργου. Του αναφέρθηκε δε ότι «θα εκτιμηθεί η άμεση επιστροφή του πιο πάνω ποσού». Είναι στη βάση αυτών των υπολογισμών που προέκυψε η αξίωση του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου στην παρούσα αγωγή. Τα πιο πάνω αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Καθίσταται προφανές, ενόψει των πιο πάνω, ότι μοναδικά επίδικα ζητήματα μεταξύ των μερών που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι κατά πόσον ο εναγόμενος παραβίασε οποιονδήποτε όρο της σύμβασης απασχόλησης του με τον ενάγοντα. Το εν λόγω επίδικο ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί και υπό το πρίσμα του ισχυρισμού και της θέσης του εναγομένου ότι ήταν εξ αρχής εις γνώση του ενάγοντα η εργοδότηση του στο Ι.Κ και ότι συνεπακόλουθα ο τελευταίος αποδέχθηκε το γεγονός αυτό δια της συμπεριφοράς του. Η κρίση του Δικαστηρίου επί των πιο πάνω επίδικων ζητημάτων θα καθορίσει εν πολλοίς και το βάσιμο της αξίωσης του ενάγοντα. Ο ενάγοντας, προς απόδειξη της υπόθεσης του, κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Μάριο Δημητριάδη (Μ.Ε 1) και τον Γλαύκο Χρίστου (Μ.Ε 2). Για την πλευρά του εναγόμενου μαρτυρία έδωσε μόνο ο ίδιος ο εναγόμενος (Μ.Υ 1). ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ Ε 1, προϊστάμενος, από την 1.11.2017, της υπηρεσίας υποστήριξης έρευνας και καινοτομίας αλλά και νόμιμος εκπρόσωπος του ενάγοντα για θέματα έρευνας υιοθέτησε γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 1). Το μεγαλύτερο μέρος αυτής συνάδει με τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά γεγονότα. Ήταν περαιτέρω, σε γενικές γραμμές, η θέση του ότι ο εναγόμενος δεν εκπλήρωσε πλήρως τις συμβατικές υποχρεώσεις του, ως αυτές απορρέουν από τη μεταξύ τους συμφωνία απασχόλησης, με αποτέλεσμα αυτή να τερματιστεί αυτόματα. Και τούτο γιατί ο εναγόμενος παράνομα αποδέχθηκε διορισμό σε άλλο εργοδότη, κατά παράβαση της εν λόγω συμφωνίας απασχόλησης εφόσον ήταν ρητός της όρος ότι σε περίπτωση παράλληλης εργοδότησης του αυτή θα τερματιζόταν αυτομάτως. Ο εναγόμενος δεν μπορούσε να ολοκληρώσει το Έργο, λόγω άλλης εργοδότησής του στο Ι.Κ. Ο ενάγοντας, βασιζόμενος ότι ο εναγόμενος θα εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, προέβη στην καταβολή, μεταξύ άλλων, και του ποσού των €9.378,27 (που αντιστοιχούν στους μισθούς Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο του 2009) με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά. Εξήγησε επίσης ότι το Έργο που ανέλαβε να υλοποιήσει ο εναγόμενος ήταν προσωποκεντρικού χαρακτήρα και τούτο γιατί όποιος μεταδιδακτορικός ερευνητής επιλεγόταν και ακολούθως έφευγε ή αδυνατούσε να υλοποιήσει το Έργο, τότε αυτό θα διακοπτόταν αμέσως και δεν υπήρχε δυνατότητα αντικατάστασής του. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ήταν εξ αρχής εις γνώση του ενάγοντα η εργοδότηση του εναγόμενου από το Ι.Κ, δηλαδή από την υπογραφή της συμφωνίας απασχόλησης, προσθέτοντας ότι εάν ο ενάγοντας το γνώριζε δεν θα προχωρούσε στην υπογραφή της, εφόσον κάτι τέτοιο απαγορευόταν. Αρνήθηκε, επίσης, σχετική υποβολή ότι ακριβώς επειδή ήταν εις γνώση του ενάγοντα το πιο πάνω γεγονός γίνονταν προσπάθειες τόσο από τον ενάγοντα όσο και από το ΙΠΕ για μεταφορά του επίδικου Έργου στον νέο εργοδότη του εναγομένου. Ήταν η περαιτέρω θέση του ότι ο Χριστοφίδης, κατά τον επίδικο χρόνο, δεν δέσμευε τον ενάγοντα λόγω του ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν ήταν διορισμένος νόμιμος εκπρόσωπός του για το εν λόγω Έργο. Εξήγησε ότι ο Χριστοφίδης απλά, λόγω της στενής συνεργασίας που είχε με τους συνεργάτες του εναγομένου αλλά και με τον ίδιο, ήθελε να τον βοηθήσει. Επιβεβαίωσε επίσης ότι ο ενάγοντας επέστρεψε εν τέλει το ποσό των €40.648,25 στο ΙΠΕ, κατόπιν απαίτησης του τελευταίου. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι το ΙΠΕ ήταν ενήμερο από τον Φεβρουάριο του 2009 ότι ο εναγόμενος εργοδοτήθηκε στο Ι.Κ, προσθέτοντας ότι εάν ήταν ενήμερο δεν θα επέτρεπε την υπογραφή της συμφωνίας απασχόλησης. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο εναγόμενος ενημέρωσε αμέσως με την εργοδότησή του τόσο τους συνεργάτες του στον ενάγοντα όσο και τους αρμόδιους φορείς στο ΙΠΕ. Διευκρίνισε επίσης ότι ο Χριστοφίδης δεν ήταν σε θέση να τερματίσει το συμβόλαιο του εναγόμενου, αλλά μπορούσε μόνο ο νόμιμος εκπρόσωπος του ενάγοντα στην προκειμένη ο Δρουσιώτης, ο οποίος ήταν ο προϊστάμενος υπηρεσίας του Ανθρώπινου Δυναμικού. Ούτε επίσης ο Χριστοφίδης μπορούσε να δώσει οδηγίες στα πλαίσια των εξωτερικών προγραμμάτων έρευνας, όπως είναι και το επίδικο Έργο. Ο Μ.Ε 2, προϊστάμενος, από το 2005, της υπηρεσίας Ανθρώπινου Δυναμικού του ενάγοντα, ήταν το πρόσωπο που υπέγραψε εκ μέρους του τη σύμβαση απασχόλησης με τον εναγόμενο. Ουδέποτε ο ίδιος ενημερώθηκε, κατά την υπογραφή της, ότι ο εναγόμενος εργαζόταν ή κατείχε θέση οπουδήποτε αλλού. Ήταν η θέση του ότι αν ο ενάγοντας γνώριζε το εν λόγω γεγονός ουδέποτε θα υπέγραφε την εν λόγω σύμβαση. Και τούτο γιατί απαγορεύεται να εργάζεται κάποιος στον ενάγοντα και παράλληλα να κατέχει οποιανδήποτε άλλη θέση. Ουδέποτε ο ίδιος γνώριζε ότι γίνονταν προσπάθειες από οποιοδήποτε άτομο που εργαζόταν στον ενάγοντα να μεταφερθεί το Έργο στον νέο εργοδότη του εναγομένου, δηλαδή το Ι.Κ. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε το γεγονός ότι ο Χριστοφίδης είχε οποιανδήποτε σχέση ή ότι προΐστατο της Υπηρεσίας Έρευνας του ενάγοντα και ότι αυτός με τις πράξεις του, αναφορικά με τα ερευνητικά προγράμματα του, τον δέσμευε με οποιοδήποτε τρόπο. Αποδέχθηκε όμως το γεγονός ότι ο Χριστοφίδης ήταν πρόεδρος της επιτροπής Έρευνας του ενάγοντα. Στη βάση αυτή ο Χριστοφίδης δεν δύνατο να δίνει απευθείας οδηγίες προς στον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Έρευνας εφόσον υπάρχει μία οργανωτική δομή και πυραμίδα στο Πανεπιστήμιο, η οποία θα πρέπει να ακολουθείται πιστά. Δεν είχε δηλαδή εξουσιοδότηση ο Χριστοφίδης να δίνει οδηγίες σε θέματα αμιγώς διοικητικά. Ήταν επίσης η θέση του ότι ο Χριστοφίδης δεν μπορούσε να υπεισέλθει στα εξωτερικά ερευνητικά προγράμματα του ενάγοντα και αν επιθυμούσε να πράξει κάτι τέτοιο θα έπρεπε να παίρνει τη σύμφωνη γνώμη των εκάστοτε υπευθύνων. Εξήγησε ότι ο ίδιος πληροφορήθηκε προσωπικά για το γεγονός ότι ο εναγόμενος εργοδοτήθηκε στο Ι.Κ, όταν και έλαβε την επιστολή παραίτησης του (Τεκμήριο 5). Αρνήθηκε το γεγονός ότι ο εναγόμενος ενημέρωσε τον ενάγοντα, πριν την υπογραφή της μεταξύ τους συμφωνίας απασχόλησης, περί της εργοδότησης του Ι.Κ, διευκρινίζοντας ότι δεν ήταν τον Χριστοφίδη που όφειλε ο εναγόμενος να ενημερώσει αλλά άλλα άτομα όπως τον άμεσα προϊστάμενό του και την αρμόδια Επιτροπή του Συμβουλίου ώστε να λάβει σχετική έγκριση. Ο εναγόμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 16). Ήταν η θέση του ότι με την εργοδότησή του στο Ι.Κ ακολούθησε προσωπική συνάντηση του στο γραφείο του Χριστοφίδη ενημερώνοντας τον για το πιο πάνω γεγονός. Απέστειλε επίσης και σχετική επιστολή στον ενάγοντα, ημερομηνίας 5.2.09 (απευθυνόμενη στον Χριστοφίδη) (Τεκμήριο 23), γνωστοποιώντας την πρόσληψή του. Η επιστολή αυτή απεστάλη κατόπιν παρότρυνσης του Χριστοφίδη, με σκοπό να επισημοποιηθεί η συγκατάθεση του ενάγοντα στο ενδεχόμενο μεταφοράς του Έργου στο Ι.Κ, όπως τον είχε συμβουλεύσει προηγουμένως ο λειτουργός του ΙΠΕ, Ματθαίος Σπανός. Το γεγονός ότι ο Χριστοφίδης ήταν ενήμερος περί της εργοδότησης του επιβεβαιώνεται και από το ηλεκτρονικό του μήνυμα που του απέστειλε (Τεκμήριο 13), προσκαλώντας τον στην οικία του για να γιορτάσουν το γεγονός του διορισμού του. Παρά το γεγονός ότι ο ενάγοντας είχε λάβει ενημέρωση για το πιο πάνω γεγονός ο ίδιος συνέχιζε να υλοποιεί το Έργο, ως οι συμβατικές του υποχρεώσεις, χρησιμοποιώντας για σκοπούς έρευνας του τα εργαστήρια του τελευταίου, είχε στην κατοχή τα κλειδιά τους και συνέχιζε να έχει καθημερινή επαφή με τους συνεργάτες του. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από την Έκθεση πεπραγμένων (Τεκμήριο 7). Του ζητήθηκε επίσης να αποστείλει επιστολή μεταφοράς του Έργου από τον ενάγοντα στο Ι.Κ. Προς τούτο ενημέρωσε εκ νέου τον Χριστοφίδη με σχετική του επιστολή, ημερομηνίας 25.2.09 (Τεκμήριο 24), με κοινοποίηση στο γραμματειακό προσωπικό του ενάγοντα. Έλαβε απάντηση ότι το θέμα θα τεθεί στη συνεδρία της Επιτροπής Έρευνας του ενάγοντα στις 9.3.
- Ο προϊστάμενός του (στο Ι.Κ) θα μεσολαβούσε για την αποστολή επίσημης επιστολής προς το ΙΠΕ για τη μεταφορά του προγράμματός του. Προς τον σκοπό αυτό ο προϊστάμενός του απέστειλε σχετική επιστολή στο ΙΠΕ (Τεκμήριο 25). Λόγω του ότι το ΙΠΕ καθυστέρησε να απαντήσει στις 12.2.09 και στις 17.2.09, αντιστοίχως, επικοινώνησε με τον Ματθαίο Σπανό και ζήτησε συνάντηση για επίλυση του όλου ζητήματος. Ο κύριος Σπανός με ηλεκτρονικό του μήνυμα, ημερομηνίας 4.3.09 (Τεκμήριο 26), του ανέφερε ότι θα πρέπει να απευθυνθεί σε έναν άλλο συνάδελφό του, πράγμα και το οποίο έπραξε. Κατέθεσε επίσης ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερομηνίας 3.3.09 (Τεκμήριο 27) για έγκριση μεταφοράς άλλου προγράμματος προς στον Όθωνος. Αυτό δεικνύει, ήταν η θέση του, ότι τόσο το ΙΠΕ όσο και ο Ενάγοντας, αφού ενημερώθηκαν για την αντικατάσταση του άλλου προγράμματος ενημερώθηκαν επίσης για το επίδικο Έργο αλλά και αφετέρου περί της εργοδότησης του στο Ι.Κ. Το ΙΠΕ ενημερώθηκε τόσο από τον ίδιο, όσο και από τον προϊστάμενό του στο ΙΚ για το γεγονός ότι εργοδοτήθηκε αλλού, εφόσον υποβλήθηκε αίτημα να μεταφερθεί το πρόγραμμά του από τον ενάγοντα στο Ι.Κ. Επομένως είναι λανθασμένη η θέση του ΙΠΕ, ως καταγράφεται στο Τεκμήριο 8, ότι ο ίδιος δεν προέβη σε γραπτή ενημέρωση του τελευταίου περί εργοδότησης του στο Ι.Κ. Για πρώτη φορά έλαβε ενημέρωση επιστροφής των δεδουλευμένων του μισθών από τον ενάγοντα στις 30.10.14, μέσω επιστολής που του απέστειλαν οι δικηγόροι του. Το γεγονός αυτό του προκάλεσε έκπληξη λόγω του ότι επιτέλεσε έρευνα και εργάσθηκε προς υλοποίηση του Έργου στην αντίστοιχη χρονική περίοδο πληρωμής (Τεκμήριο 11). Ήταν η θέση του ότι ενάγοντας δεν τερμάτισε την εργοδότησή του για οποιονδήποτε λόγο ούτε και στις 27.4.09 που σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, έλαβε για πρώτη φορά γνώση για την εργοδότησή του. Είναι ο ίδιος που υπέβαλε την παραίτησή του όταν πλέον είχε αντιληφθεί ότι δεν μπορούσε να γίνει μεταφορά του Έργου από τον ενάγοντα προς τον νέο του εργοδότη. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι συντονιστής του Έργου ήταν ο ίδιος και τα υπόλοιπα μέλη της ερευνητικής ομάδας ήταν, μεταξύ άλλων, και ο Όθωνος, ο οποίος ήταν ο ερευνητικός του υπεύθυνος. Ως προς τον λόγο που δεν απέστειλε το Τεκμήριο 23 στον Όθωνος αλλά στον Χριστοφίδη, ο εν λόγω μάρτυρας απάντησε ότι ο ίδιος είχε καθημερινή επαφή μαζί με τον πρώτο, ο οποίος γνώριζε για την εργοδότηση του στο Ι.Κ, εφόσον τον είχε ενημερώσει προφορικά καθώς επίσης δεν ήταν ο πλέον αρμόδιος για να αποφασίσει αν το Έργο θα μπορούσε να μεταφερθεί στο Ι.Κ. Ήταν με τη βοήθεια του Χριστοφίδη που προσπαθούσε να μεταφερθεί το εν λόγω Έργο. Ήταν η θέση του ότι, κατά τη στιγμή της υπογραφής του συμβολαίου απασχόλησης, ο ενάγοντας γνώριζε περί της νέας του εργοδότησης και είναι με την συναίνεση του τελευταίου που το υπέγραψε. Ο Χριστοφίδης γνώριζε για το γεγονός αυτό που ήταν το υψηλότερο όργανο του ενάγοντα, εφόσον ο Αντιπρύτανης ήταν ο προϊστάμενος όλου του ερευνητικού και ακαδημαϊκού προσωπικού. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι λόγω των προσωπικών σχέσεων που είχε με τον Χριστοφίδη, ο τελευταίος γνώριζε ότι ήταν παράνομο ο εναγόμενος να ήταν διπλοθεσίτης και ήταν γι' αυτόν τον λόγο που προσπάθησε να μεταφέρει το Έργο στο Ι.Κ. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο Χριστοφίδης δεν ήταν αρμόδιο πρόσωπο και ότι δεν δέσμευε τον ενάγοντα. Ως προς τον λόγο που την παραίτησή του την απέστειλε στον Μ.Ε 2 και όχι στον Χριστοφίδη, ο εν λόγω μάρτυρας απάντησε ότι ήταν με την καθοδήγηση του τελευταίου που την απέστειλε σε αυτόν. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγησή των μαρτύρων θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία σε σχέση με το ζήτημα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)Α.Α.Δ. , Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v . A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820 C & Α Pelekanos Associates Limited v.Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Ως υποδείχθηκε επίσης, μέσω της νομολογίας (Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ), η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Αποτελεί επίσης βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v. Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014), ECLI:CY:AD:2014:A
- Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται και υπό το πρίσμα της δικογραφηθείσας εκδοχή της κάθε πλευράς. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία. Ο Μ.Ε 1 σε γενικές γραμμές άφησε στο Δικαστήριο καλές εντυπώσεις, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση επί των επίδικων ζητημάτων, εφόσον ο διορισμός του στον ενάγοντα έλαβε χώρα πολύ μεταγενέστερα (1.11.2017). Ο εν λόγω μάρτυρας όμως είχε στην κατοχή του, υπό την ιδιότητα του αυτή, σχετική αλληλογραφία την οποία και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Το περιεχόμενο αυτής αλλά και τα γεγονότα που είχαν μεσολαβήσει ουδόλως αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, αντίθετα αποτελούν κοινό τόπο των μερών, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω. Αποδέχομαι την μαρτυρία του, πλην των αμέσως πιο κάτω διευκρινίσεων. Ως προς την μία εκ των βασικών του θέσεων ότι δηλαδή ο εναγόμενος παραβίασε τους όρους της, μεταξύ του τελευταίου και ενάγοντα, σύμβασης απασχόλησης το Δικαστήριο δεν θα της προσδώσει οποιανδήποτε βαρύτητα. Και τούτο γιατί ο εν λόγω μάρτυρας είναι μάρτυρας γεγονότων και ως τέτοιος κατάθεσε. Η οποιαδήποτε ερμηνεία των όρων της συμφωνίας απασχόλησης είναι ζήτημα αμιγώς νομικό, το οποίο θα αποφασιστεί αποκλειστικά και μόνο από το ίδιο το Δικαστήριο σταθμίζοντας και αξιολογώντας την ενώπιον του τεθείσα (έγγραφη και προφορική) μαρτυρία. Επί του προκειμένου όμως γίνεται αποδεκτή η θέση του εν λόγω μάρτυρα, γεγονός το οποίο εξάλλου αποδέχεται και ο εναγόμενος, ότι ο τελευταίος κατά την υπογραφή της συμφωνίας απασχόλησης με τον ενάγοντα είχε ήδη αποδεχθεί από την 1.2.09 θέση στο Ι.Κ. Αυτό αποτελεί ήδη και εύρημα του Δικαστηρίου. Ως προς τις υπόλοιπες βασικές του θέσεις, ότι δηλαδή ο ενάγοντας ουδέποτε έτυχε οποιασδήποτε ενημέρωσης από τον εναγόμενο περί της εργοδότησης του στο Ι.Κ και ότι το γεγονός αυτό το πληροφορήθηκε, για πρώτη φορά στις 27.4.09, όταν του απεστάλη σχετική επιστολή από το ΙΠΕ (Τεκμήριο 4), αλλά και ότι ο εναγόμενος όφειλε σε σχέση με το ζήτημα αυτό να ενημερώσει τον Δρουσιώτη και όχι τον Χριστοφίδη, με κάθε σεβασμό αυτές δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Στην ίδια βάση ούτε και οι ανάλογες θέσεις του Μ.Ε 2 μπορούν επίσης να γίνουν αποδεκτές. Και εξηγώ ευθύς αμέσως το γιατί. Πέραν του ότι, ως έχει αναφερθεί, ο Μ.Ε 1 δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων ο ίδιος εξέφρασε την προσωπική του άποψη, την οποία και σχημάτισε μέσα από το περιεχόμενο των εγγράφων που ο ίδιος προσκόμισε στο Δικαστήριο. Εξάλλου, ο ίδιος ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσον ο εναγόμενος ενημέρωσε προφορικά τους συνεργάτες του. Την ίδια προσωπική του θέση επί του ζητήματος αυτού μετέφερε και ο Μ.Ε
- Σε κάθε όμως περίπτωση και ανεξαρτήτως της οποιασδήποτε προσωπικής τους γνώμης τελικός κριτής επί των πιο πάνω είναι και πάλι το ίδιο το Δικαστήριο. Θεωρώ επί του προκειμένου ότι είναι το κατάλληλο σημείο να εξετάσω τις θέσεις των μερών επί των ουσιωδών αυτών επίδικων ζητημάτων. Κατ' αρχάς αξίζει να σημειωθεί εξ αρχής ότι αποτελεί κοινό τόπο των μερών ότι ο εναγόμενος, την ίδια ημέρα που υπέγραψε την συμφωνία απασχόλησης, απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 23), σε επιστολόχαρτο του ενάγοντα, απευθυνόμενη στον Χριστοφίδη ενημερώνοντας τον περί της εργοδότησης του στο Ι.Κ. Στα πλαίσια αυτά ο εναγόμενος ζήτησε όπως μεταφερθεί το Έργο στο νέο του εργοδότη ώστε αυτό να μην σταματήσει να χρηματοδοτείται, λόγω του ότι η υλοποίηση του Έργου αφορούσε αποκλειστικά τα ερευνητικά του προσόντα ως Μεταδιδακτορικός Συνεργάτης (κάτι που θα έπαυε να ισχύει με την εργοδότηση του στο Ι.Κ). Επιπρόσθετα, αποτελεί κοινό τόπο των μερών ότι ο εναγόμενος απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 13) τόσο στον Χριστοφίδη όσο και σε άλλους συνεργάτες του την 28.1.09 (προτού δηλαδή υπογράψει την συμφωνία απασχόλησης με τον ενάγοντα στις 5.2.09), προσκαλώντας τους στην οικία του να γιορτάσουν, ενόψει της πρόσληψης του στο Ι.Κ. Για το εν λόγω γεγονός ενημέρωσε προφορικά ως ανάφερε ο εναγόμενος, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε από τον ενάγοντα και ως εκ τούτου το αποδέχομαι και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, τον Όθωνος, ο οποίος και παρέστη στην εν λόγω συνάντηση. Συνεπακόλουθα, στην βάση των πιο πάνω, τουλάχιστον ο Χριστοφίδης, ο Όθωνος καθώς και άλλοι συνεργάτες του εναγομένου ήταν ενήμεροι, πριν την υπογραφή της συμφωνίας απασχόλησης που καταρτίστηκε μεταξύ του εναγομένου και του ενάγοντα, για την εργοδότηση του πρώτου σε άλλο εργοδότη. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι τη θέση του εναγομένου ότι είναι ο Χριστοφίδης που τον παρότρυνε, κατόπιν προηγηθείσας προφορικής ενημέρωσης του, όπως αποστείλει το Τεκμήριο
- Και τούτο γιατί αφενός αυτό δεν αμφισβητήθηκε αλλά και αφετέρου το γεγονός αυτό αποτελεί τη λογική συνέχεια των πραγμάτων με βάση την εκδοχή του εναγόμενου. Δεν θα υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος ο εναγόμενος να αποστείλει το Τεκμήριο 23 στον Χριστοφίδη και μόνο, αν προηγουμένως δεν είχε συνεννοηθεί μαζί του. Προκύπτει επομένως και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος ενημέρωσε εξ αρχής τουλάχιστον τόσο τον Χριστοφίδη όσο και τον Όθωνος, αλλά και λοιπούς του συνεργάτες, πριν την υπογραφή της σύμβασης απασχόλησης που υπέγραψε με τον ενάγοντα την εργοδότησή του στον ΙΚ. Το αμέσως επόμενο κρίσιμο ερώτημα που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει είναι κατά πόσο η πιο πάνω ενημέρωση στα εν λόγω πρόσωπα ήταν αρκετή και ικανοποιητική ώστε να κριθεί από αυτό ότι ο ενάγοντας είχε τύχει πράγματι ενημέρωσης από τον εναγόμενο για την εργοδότησή του από άλλον εργοδότη. Επί του ζητήματος αυτού τόσο ο Μ.Ε 1 όσο και ο Μ.Ε 2 αντιπαραβάλλουν την θέση ότι αφενός ο Χριστοφίδης δεν δέσμευε τον ενάγοντα εφόσον ουδεμία σχέση είχε με την υλοποίηση των εξωτερικών ερευνητικών του προγραμμάτων αλλά και ούτε μπορούσε να δώσει εν σχέση με αυτά τις οποιεσδήποτε οδηγίες, και αφετέρου ο εναγόμενος θα έπρεπε να ενημερώσει για την εργοδότηση του μόνο τον Δρουσιώτη, ο οποίος με βάση την πιο πάνω συμφωνία (Τεκμήριο 2) ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο νόμιμος εκπρόσωπος του ενάγοντα (βλέπε προοίμιο της εν λόγω συμφωνίας καθώς και το Παράρτημα I, Β.2 κάτω από την επικεφαλίδα «Στοιχεία Ανάδοχου Φορέα (ΑΦ)). Σημειώνω επίσης ότι την εν λόγω συμφωνία εκ μέρους του ενάγοντα την υπογράφει ο Δρουσιώτης. Επίσης ως προκύπτει από το εν λόγω Παράρτημα, κάτω από την περιγραφή στα στοιχεία του ενάγοντα, καταγράφεται το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του Δρουσιώτη. Με κάθε σεβασμό, ως προς τις θέσεις του ενάγοντα, αυτές δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Και εξηγώ ευθύς αμέσως το γιατί: - Στην εν λόγω σύμβαση απασχόλησης που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου και η οποία δεσμεύει συμβατικά και τα δύο μέρη πουθενά δεν αναγράφεται ότι η οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου θα γίνεται εκ μέρους και για λογαριασμό του ενάγοντα αποκλειστικά και μόνο μέσω του Δρουσιώτη. Επιπρόσθετα, στην σύμβαση απασχόλησης πουθενά δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ότι η συμφωνία (Τεκμήριο 2) αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης απασχόλησης. Σημειώνω επίσης ότι η σύμβαση απασχόλησης δεν υπογράφεται από τον Δρουσιώτη αλλά από τον Μ.Ε
- Σε κάθε όμως περίπτωση το γεγονός ότι στην συμφωνία (Τεκμήριο 2) αναγράφεται ότι ο Δρουσιώτης είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος του ενάγοντα δεν σημαίνει και αυτομάτως ότι η οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ εναγομένου και ενάγοντα μπορεί να γίνει διαμέσου και μόνο του Δρουσιώτη. Κάτι τέτοιο δεν αναγράφεται ρητώς σε αυτήν. Εάν τα μέρη είχαν τέτοια πρόθεση αυτή θα αποτυπώνετο και στο περιεχόμενο της. - Ενισχυτικό γεγονός της πιο πάνω θέσης του Δικαστηρίου αποτελεί, ως συνάγεται μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, ότι ο εναγόμενος ουδέποτε απέκρυψε το γεγονός της εργοδότησης του στο Ι.Κ. Αυτό οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος δεν ενήργησε κακόπιστα έχοντας προφανώς ως μοναδικό σκοπό να αποκρύψει το γεγονός αυτό από τον ενάγοντα. - Επιπρόσθετα, όταν για πρώτη φορά ενημερώθηκε ο ενάγοντας, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Μ.Ε 1 και 2, στις 27.4.09 (Τεκμήριο 4) με επιστολή που απέστειλε το ΙΠΕ απευθυνόμενη στον Δρουσιώτη, ο ενάγοντας απέστειλε απαντητική επιστολή (Τεκμήριο 6), όχι διαμέσου του Δρουσιώτη, αλλά μέσω του Χριστοφίδη. Αποτελεί άξιον απορίας το γεγονός ότι αν ο Χριστοφίδης, δεν δέσμευε με τις πράξεις του τον ενάγοντα και ότι συνεπακόλουθα, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, μόνο αρμόδιο πρόσωπο του ήταν ο Δρουσιώτης, ως νόμιμος εκπρόσωπος του, σύμφωνα με την εκδοχή που προβάλλουν οι Μ.Ε 1 και Μ.Ε 2, για ποιο λόγο δεν απάντησε εκ μέρους του ο Δρουσιώτης και αντ' αυτού απάντησε ο Χριστοφίδης; Εξάλλου πως περιήλθε εις γνώση του Χριστοφίδη το περιεχόμενου του Τεκμηρίου 4 αν ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με το Έργο ή ότι δεν δέσμευε με κανένα τρόπο τον ενάγοντα; Τα ερωτήματα αυτά πέραν του γεγονότος ότι έχουν μείνει αναπάντητα οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα περί της πειστικότητας της εκδοχής του εναγόμενου σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Ανατρέχοντας επίσης στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6, το οποίο ειρρήσθω εν παρόδω απεστάλη σε επιστολόχαρτο του ενάγοντα και όχι υπό την οποιαδήποτε προσωπική ιδιότητα του Χριστοφίδη (αναγράφεται σε αυτό ότι η εν λόγω επιστολή απεστάλη από το γραφείο του αντιπρύτανη ακαδημαϊκών υποθέσεων), ο τελευταίος ενημερώνει με τον πλέον επίσημο τρόπο ότι ο ενάγοντας και όχι μόνο ο ίδιος προσωπικά ήταν ενήμερος περί της εργοδότησης του εναγομένου από το Ι.Κ εξ ου και ο Χριστοφίδης χρησιμοποιεί το ρήμα «πληροφορηθήκαμε» στον πληθυντικό, εννοώντας προφανώς τον ενάγοντα. Επίσης με την εν λόγω επιστολή πληροφορεί το ΙΠΕ ότι ήταν εις γνώση του ενάγοντα, από τις αρχές Φεβρουαρίου (κατά τον επίδικο χρόνο που υπεγράφη η συμφωνία απασχόλησης μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου), ότι υπεβλήθη αίτημα από τον εναγόμενο για μεταφορά του Έργου στον νέο του εργοδότη. - Το ΙΠΕ εις απάντηση της επιστολής (Τεκμήριο 6) που απέστειλε ο Χριστοφίδης, δια λογαριασμό του ενάγοντα, απέστειλε νέα απαντητική επιστολή στον τελευταίο (Τεκμήριο 8), απευθυνόμενη αυτή την φορά στον Χριστοφίδη. Όπως επίσης προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής αυτή κοινοποιείται και στον Δρουσιώτη, κάτι που βεβαίως δεν αρνείται ο ίδιος ο ενάγοντας εφόσον η εν λόγω επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμήριο από τον Μ.Ε
- Ο Δρουσιώτης όμως, λαμβάνοντας την σχετική επιστολή, δεν αντέδρασε στα όσα αφενός ανάφερε το ΙΠΕ αλλά και ο ίδιος ο Χριστοφίδης στην επιστολή του (Τεκμήριο 6) (εφόσον το Τεκμήριο 8 ήταν συνέχεια της επιστολής που απέστειλε ο Χριστοφίδης) ότι δηλαδή ο ενάγοντας ήταν εξαρχής ενήμερος για την εργοδότηση του εναγομένου στο Ι.Κ, έστω και αν η εν λόγω επιστολή απεστάλη μεταγενέστερα της παραίτησης του εναγόμενου. - Ακόμη ένα στοιχείο που δεικνύει το γεγονός ότι ο ενάγοντας, δια μέσου του Χριστοφίδη, είχε γνώση περί της εργοδότησης του εναγομένου αποτελεί και το γεγονός ότι στην επιστολή (Τεκμήριο 10) που απέστειλε ο ενάγοντας προς τον εναγόμενο, με την οποία πληροφορούσε τον τελευταίο για το αρνητικό υπόλοιπο του ζητώντας του «ότι θα εκτιμηθεί η άμεση επιστροφή του αξιούμενου ποσού», αυτή κοινοποιήθηκε και στον Κωνσταντίνο Χριστοφίδη, όχι όμως στον Δρουσιώτη. Για ποιο λόγο δεν κρίθηκε σκόπιμο να ενημερωθεί ο Δρουσιώτης αλλά ο Χριστοφίδης είναι και πάλι ένα ερώτημα που παραμένει αναπάντητο και που ασφαλώς καταρρίπτει την όλη εκδοχή του ενάγοντα. Το γεγονός αυτό βρίσκεται σε αντίφαση με τις ίδιες τις θέσεις του ενάγοντα ως προωθήθηκαν από τους Μ.Ε 1 και Μ.Ε 2 κατά την επ' ακροατηρίω συζήτηση. - Ως προκύπτει επίσης από το περιεχόμενο της συμφωνίας (Τεκμήριο 2) ο Χριστοφίδης, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν είχε καταγραφεί ότι ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος του, με βάση το Παράρτημα ΙΙ της εν λόγω συμφωνίας, ήταν το πρόσωπο που βεβαίωσε ότι ο εναγόμενος απασχολείται ως μεταδιδακτορικός ερευνητής και ότι δικαιούτο να αναλάβει καθήκοντα Συντονιστή σε αυτό. -Ακόμη ένα στοιχείο που δεικνύει ότι ο ενάγοντας ήταν ενήμερος για την εργοδότηση του εναγομένου σε άλλο εργοδότη συνάγεται και από το γεγονός ότι ο εναγόμενος με ηλεκτρονικό του μήνυμα (Τεκμήριο 24) προς τον Χριστοφίδη, καθώς και σε άλλα τρίτα άγνωστα προς το Δικαστήριο πρόσωπα, τα οποία ήταν στην υπηρεσία του ενάγοντα (ως καταδεικνύεται από το ηλεκτρονικό τους ταχυδρομείο) του ανάφερε ότι δεν είχε λάβει οποιαδήποτε επίσημη ενημέρωση από τον ενάγοντα για μεταφορά, μεταξύ άλλων, και του Έργου στο Ι.Κ. Εις απάντηση του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος που απέστειλε ο εναγόμενος κάποια Χριστίνα (προφανώς κατόπιν εξουσιοδότησης της από τον Χριστοφίδη) του απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 24) αναφέροντας του ότι «ο κ. Χριστοφίδης έχει το email σου και μου είπε να σου μεταφέρω ότι το θέμα είναι θέμα πολιτικής και θα πρέπει να περάσει από την Επιτροπή Έρευνας. Οπόταν θα πρέπει να περιμένεις την απόφαση της Επιτροπής. Η επόμενη συνεδρία είναι αρχές Μαρτίου 2009.» (υπογράμμιση του Δικαστηρίου). Είναι αβίαστα, στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, που εξάγεται το συμπέρασμα ότι αφενός δεν ήταν μόνο ο Χριστοφίδης ενήμερος και αφετέρου το ζήτημα θα τίθετο στη συνεδρία της Επιτροπής έρευνας του ενάγοντα για μεταφορά του Έργου. Επομένως ο ενάγοντας ενημερώθηκε πριν την αποστολή της επιστολής του Τεκμηρίου 4, (που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενημερώθηκε για πρώτη φορά περί εργοδότησης του εναγομένου στο Ι.Κ) τουλάχιστον ένα μήνα προηγουμένως, σε σχέση με το ζήτημα αυτό. - Ως επίσης προκύπτει από την επιστολή (Τεκμήριο 27), ημερομηνίας 3.3.09, που το ΙΠΕ απέστειλε στον εναγόμενο (και που ουδόλως το περιεχόμενο της αμφισβητήθηκε από τον ενάγοντα) εις απάντηση της επιστολής του εναγομένου, ημερομηνίας 17.2.09, ως προς το αίτημα του για αντικατάσταση του ιδίου ως συντονιστή σε άλλο Έργο, και όχι του επίδικου, από τον Καθηγητή Όθωνος, (αίτημα που έγινε αποδεκτό) δεικνύει ότι τόσο το ΙΠΕ όσο και ο ενάγοντας ήταν ενήμεροι για την εργοδότηση του στο Ι.Κ. Μάλιστα η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε και στον Δρουσιώτη. Επομένως συνάγεται ότι και αυτός ήταν ενήμερος εξ αρχής για την εργοδότηση του εναγομένου. Και πάλι καμία αντίδραση δεν υπήρξε εκ μέρους του Δρουσιώτη. Ούτε και τέλος μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός από το Δικαστήριο ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν κλήθηκε από τον ενάγοντα να καταθέσει ως μάρτυρας για το πότε ο ίδιος έλαβε προσωπική γνώση για τον διορισμό του εναγομένου από το Ι.Κ. Αυτό ενέχει τη δική του σημασία στα υπό κρίση γεγονότα εφόσον ως προκύπτει από το περιεχόμενο των πιο πάνω επιστολών αποδέκτης κάποιων εξ αυτών ήταν και ο Δρουσιώτης, χωρίς το Δικαστήριο να έχει την θέση του, άγνωστο το γιατί, επί των ουσιωδών αυτών ζητημάτων. Στη βάση όλων των πιο πάνω δεδομένων και της συντριπτικής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αβίαστα που καταλήγω στο συμπέρασμα, και τούτο αποτελεί εύρημά μου, ότι ο εναγόμενος ενημέρωσε τον ενάγοντα εξ αρχής, διαμέσω του Χριστοφίδη αλλά και τον συνεργάτη του στο Έργο Όθωνος περί της εργοδότησης του στο Ι.Κ, ο Χριστοφίδης με τις πράξεις του αλλά και με τις ενέργειες του δέσμευε τον ενάγοντα εξ ου και η εμπλοκή του στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ότι ο Δρουσιώτης έλαβε και αυτός γνώση για την εργοδότηση του εναγομένου στο Ι.Κ, έστω και αν δεν ενημερώθηκε προσωπικώς από τον ίδιο τον εναγόμενο, και ότι ο ενάγοντας είχε πλήρη γνώση για το γεγονός αυτό εξ ου και γίνονταν προσπάθειες μεταφοράς του Έργου στο Ι.Κ, κάτι το οποίο θα αποφάσιζε η Επιτροπή Έρευνας του Ενάγοντα. Καταλήγω επίσης στο εύρημα ότι ο εναγόμενος δεν όφειλε και δεν είχε καμία συμβατική υποχρέωση να ενημερώσει για την εργοδότηση του αποκλειστικά και μόνο τον Δρουσιώτη. Ο εναγόμενος έκρινε, στη βάση της μεταξύ του συνεργασίας με τον Χριστοφίδη αλλά και με βάση τις φιλικές τους σχέσεις που διατηρούσε μαζί του, ως αποτελεί κοινό τόπο των μερών να ενημερώσει τον 2ο στη τάξη στην ιεραρχία του ενάγοντα, δηλαδή τον Αντιπρύτανη Χριστοφίδη για το γεγονός αυτό. Ουδέποτε ο εναγόμενος απέκρυψε την εργοδότηση του και σίγουρα δεν ενήργησε κακόπιστα. Το αν ο Χριστοφίδης δεν ενημέρωσε με την σειρά του τα κατάλληλα πρόσωπα ή αν δεν ακολουθήθηκε κατά γράμμα η οργανωτική δομή της ιεραρχίας του ενάγοντα δεν είναι ζήτημα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο. Ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει εδώ και αυτό είναι που έχει καταλυτική σημασία είναι ότι ο ενάγοντας έλαβε γνώση εξ αρχής περί της εργοδότησης του εναγόμενου από άλλο εργοδότη. Με κάθε σεβασμό προς την ευπαίδευτη συνήγορο του ενάγοντα, η σχετική εισήγηση της, ότι αφενός θα έπρεπε να ενημερωθεί ο Δρουσιώτης και μόνο και ότι ο Χριστοφίδης δεν δέσμευε σε καμία περίπτωση τον ενάγοντα δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είμαι της γνώμης ότι εδράζεται επί μικροσκοπικής προσέγγισης και θεώρησης των πραγμάτων μη συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω γεγονότα. Κρίνω επομένως ότι αν και ο εναγόμενος δεν ενημέρωσε ειδικά τον Δρουσιώτη δεν οδηγεί μονοδρομικά σε κρίση περί μη ενημέρωσης του ενάγοντα περί εργοδότησης του σε άλλο εργοδότη. Και τούτο γιατί, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ο εναγόμενος δεν ευθύνεται για το γεγονός ότι ο Χριστοφίδης πιθανόν να μην ακολούθησε τους εσωτερικούς κανονισμούς του ενάγοντα. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει είναι ότι ο Αντιπρύτανης του ενάγοντα ενημερώθηκε και ο εναγόμενος προφανώς θεωρώντας ότι αυτός έχει εξουσία να επιληφθεί του όλου ζητήματος τον ενημέρωσε και προχώρησε στην προώθηση του αιτήματος του για μεταφορά του προγράμματος στον νέο του εργοδότη. Στο βαθμό που αφορά τον εναγόμενο τούτος ενήργησε καλόπιστα, ενημερώνοντας τον Χριστοφίδη, πέραν της μιας φοράς, για την εργοδότησή του. Των πιο πάνω γεγονότων δοθέντων, κρίνω ότι η μη ενημέρωση του εναγόμενου στον Δρουσιώτη δεν οδηγεί στην εισηγούμενη από πλευράς του ενάγοντα κρίση. Τουναντίον, κρίνω ότι ο εναγόμενος, με τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, κατάφερε να αποδείξει ότι είχε ενημερώσει τον ενάγοντα περί του ζητήματος αυτού. Χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι εν τέλει, όπως προκύπτει, και ο Δρουσιώτης ήταν ενήμερος για το γεγονός αυτό. Έστω και για χάριν συζήτησης, ότι δηλαδή ο Χριστοφίδης δεν μπορούσε να δεσμεύσει τον ενάγοντα, στα μάτια του εναγομένου ο Χριστοφίδης του παρουσιάστηκε ότι ήταν ένα πρόσωπο που εκπροσωπούσε τον ενάγοντα, μέσω «φαινόμενης πληρεξουσιότητας». Εξ ου και τον παρότρυνε να αποστείλει την επιστολή (Τεκμήριο 23) αλλά ήταν και ο ίδιος που θα προωθούσε το αίτημα του εναγομένου για μεταφορά του Έργου στην Επιτροπή Έρευνας του ενάγοντα. Στην υπόθεση Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v Κατερίνας Δημήτρη
(1999)1 ΑΑΔ 551 λέχθηκε ότι: «Είναι γεγονός πως ουδέποτε η εφεσίβλητη ήλθε σε κατ' ευθείαν επαφή με τους ίδιους τους εφεσείοντες, δηλαδή με λειτουργούς τους. Ούτε υπήρξε μαρτυρία για ρητή παράσταση από την πλευρά των εφεσειόντων πως η τράπεζα ήταν αντιπρόσωπός τους. Είναι επίσης ορθό πως δεν υπήρχαν στοιχεία που να θεμελίωναν ότι πράγματι η τράπεζα ήταν αντιπρόσωπος των εφεσειόντων. Αυτή η επιπρόσθετη διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία. Όμως οι αρχές ως προς τη φαινομένη πληρεξουσιότητα, που αποτέλεσε ανεξάρτητο και αυτοτελές έρεισμα, υπερβαίνουν και τα δυο. Δεν προϋποθέτουν ρητή παράσταση απαραιτήτως. Αρκεί συμπεριφορά διά της οποίας κάποιος παριστά ή επιτρέπει να παρίσταται πως άλλος είναι αντιπρόσωπός του. Το γεγονός ότι δεν είναι στην πραγματικότητα αντιπρόσωπός του, με ρητή ή έστω σιωπηρή πληρεξουσιότητα, όχι μόνο είναι αδιάφορο αλλά αποτελεί και το λόγο της γέννησης των αρχών δικαίου ως προς τις επιπτώσεις από τέτοια παράσταση. Τίθεται ζήτημα ευθύνης από φαινομένη πληρεξουσιότητα ακριβώς επειδή δεν υπάρχει πράγματι τέτοια. Γι' αυτό και δεν θα μπορούσαν, ούτως ή άλλως, να διαδραματίσουν ρόλο στην περίπτωση οι πρόνοιες του Ν. 72/84. Δεν θεμελιώνεται η ευθύνη στην ενέργεια πράγματι αντιπροσώπου αλλά φαινομένου αντιπροσώπου. Θα παρεμβάλλαμε εδώ πως στο Μέρος αναφορικά με την αντιπροσωπεία, στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, δεν περιλαμβάνεται κάν πρόνοια προς τέτοια κατεύθυνση. Ρυθμίζεται μόνο (άρθρο 197) η έκφανση της φαινομένης πληρεξουσιότητας στην περίπτωση που ενώ πράγματι υπάρχει σχέση αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου, ο πρώτος υπερβαίνει την εξουσιοδότησή του. Οπότε, και πάλιν, ο αντιπροσωπευόμενος δεσμεύεται "αν προφορικά ή με την συμπεριφορά του εξωθήσει τους τρίτους να πιστέψουν ότι οι πράξεις και υποχρεώσεις αυτές διενεργήθηκαν εντός των ορίων της πληρεξουσιότητας των αντιπροσώπων". Στις υποθέσεις Zoe Ch. Papaellina v. EPCO (Cyprus) Ltd and Another
(1969)1 C.L.R. 525 και Liopetri Transport Co. v. Loucas Constantinou
(1971)1 C.L.R. 424 δεν έγινε αναφορά στο άρθρο 197, αλλά είναι σχετικές. (Βλ. συναφώς και Hotel & Catering v. Pilava
(1982)1 C.L.R. 81, Καλαμαράς ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 343 και Pollock and Mulla, 9η έκδοση, σελ. 794). Οι συνέπειες από τη φαινομένη πληρεξουσιότητα βρίσκουν έρεισμα κατά τα επικρατούντα, στις αρχές του κωλύματος (estoppel) που αποτελούν μέρος του δικαίου μας κατά το άρθρο 29 του περι Δικαστηρίων Νόμου του 1960 Ν. 14/60. αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί, ούτε βέβαια προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, ότι αποκλείονται από τις διατάξεις του Κεφ. 149. (βλ. σχετικά Παΐκκος ν. Κοντεμενιώτης
(1989)1 C.L.R. 50). Βρίσκεται στον πυρήνα της δέσμευσης η εμφάνιση των πραγμάτων όπως αυτή μπορεί να συνδεθεί προς παράσταση, ρητή ή με τη συμπεριφορά. Κωλύεται εκείνος που παριστά ή που επιτρέπει με αυτό τον τρόπο να παρίσταται άλλος ως αντιπρόσωπός του, να αρνηθεί δέσμευση όταν ο τρίτος, στηριγμένος σ΄αυτή την παράσταση, ενεργεί προς βλάβη του ή, ακόμα ευρύτερα, διαφοροποιεί τη θέση του. Επομένως, δεν δικαιολογείται ούτε η ένσταση των εφεσειόντων σε σχέση με τη μή ρητή αναφορά σε κώλυμα στις γραπτές προτάσεις. Αυτό είναι συνακόλουθο της φαινομένης πληρεξουσιότητας στην οποία ρητά αναφέρεται η έκθεση απαίτησης, με παράθεση μάλιστα και των γεγονότων προς θεμελίωσή της. Σημειώνουμε εδώ την υπόθεση Stylianou v. Papakleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542 και την επεξήγηση στο Βullen and Leake 12η έκδοση σελ. 1056 σύμφωνα με την οποία δεν είναι απαραίτητη η ρητή αναφορά σε κώλυμα όταν από τα γεγονότα που παρατίθενται προκύπτει επίκλησή του.» Επομένως ακόμη και αν αποδεχόμουν την θέση του ενάγοντα ότι ο Χριστοφίδης δεν μπορούσε να δεσμεύσει με τις πράξεις του και τις ενέργειες του τον ενάγοντα, κάτι που ως έχω αναφέρει ανωτέρω δεν αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ο ίδιος έδωσε την πεποίθηση στον εναγόμενο ότι ήταν το πλέον αρμόδιο πρόσωπο για το ζήτημα αυτό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας ήταν ενήμερος εξ αρχής περί της εργοδότησης του εναγομένου στο Ι.Κ και επομένως η εκδοχή του ενάγοντα που προωθήθηκε, μέσω των Μ.Ε 1 και Μ.Ε 2 αλλά και μέσω της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου του, δεν γίνεται αποδεκτή. Στρεφόμενος στην μαρτυρία του Μ.Ε 2 ο εν λόγω μάρτυρας, επίσης, άφησε στο Δικαστήριο θετικές εντυπώσεις και ως εκ τούτου την αποδέχομαι, πλην των πιο πάνω διευκρινίσεων που ήδη έχω προβεί. Εξάλλου το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του δεν έχει αμφισβητηθεί και ως εκ τούτου παρέμεινε αναντίλεκτη. Αποδέχομαι όμως τη θέση του ότι ο ίδιος αφενός δεν έλαβε προσωπική γνώση για τον διορισμό του εναγομένου στο Ι.Κ αλλά και ότι αφετέρου ο ίδιος και πάλι δεν γνώριζε προσωπικά ότι γίνονταν προσπάθειες από οποιοδήποτε άτομο που εργαζόταν στον ενάγοντα να μεταφερθεί το Έργο στον νέο εργοδότη του εναγομένου. Ως προς το τελευταίο βέβαια το γεγονός ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ένα τέτοιο γεγονός δεν έλαβε χώρα. Αντίθετα, με βάση τη συντριπτική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, και για την οποία έγινε αναφορά πιο πάνω, γίνονταν προσπάθειες τόσο από τον εναγόμενο, όσο και από τον Χριστοφίδη αλλά και από το νέο εργοδότη του καθώς επίσης και ταυτόχρονα το ΙΠΕ ήταν ενήμερο για το γεγονός αυτό. Από την άλλη ο εναγόμενος μου άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Η όλη του εκδοχή είναι πειστική, λογική και αληθοφανής. Η μαρτυρία του υποστηρίζεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθείσα έγγραφη μαρτυρία, της οποίας το μεγαλύτερο μέρος της κατατέθηκε από τον ίδιο τον ενάγοντα. Οι βασικές του θέσεις ότι ο ενάγοντας ήταν αφενός ενήμερος εξ αρχής και ότι αφετέρου γίνονταν προσπάθειες τόσο από τον ίδιο όσο και από τον εναγόμενο για μεταφορά του Έργου προς τον νέο του εργοδότη έγιναν ήδη, ως έχει αναλυθεί ανωτέρω, αποδεκτές. Παρά την αντεξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό ώστε να ανατραπεί η θετική εικόνα που το Δικαστήριο απεκόμισε από αυτόν. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω, επιπρόσθετα, τελικά ευρήματα: Ο ενάγοντας κατά την υπογραφή της συμφωνίας απασχόλησης με τον ενάγοντα την 5.2.09, με σκοπό την υλοποίηση του Έργου, είχε ήδη αποδεχθεί διορισμό του στο Ι.Κ από την 1.2.
- Το γεγονός αυτό ήταν εξ αρχής εις γνώση του ενάγοντα. Εκ μέρους του ενάγοντα την συμφωνία απασχόλησης την υπέγραψε ο Μ.Ε
- Συντονιστής του Έργου με βάση την συμφωνία ήταν ο εναγόμενος και τα υπόλοιπα μέλη της ερευνητικής ομάδας ήταν, μεταξύ άλλων, και ο Όθωνος, ο οποίος ήταν ο ερευνητικός υπεύθυνος του εναγομένου. Με την εργοδότησή του εναγομένου στο Ι.Κ, ακολούθησε προσωπική του συνάντηση με τον Χριστοφίδη (στο γραφείο του τελευταίου), όπου και τον ενημέρωσε για το πιο πάνω γεγονός. Απέστειλε επίσης και σχετική επιστολή, ημερομηνίας 5.2.09 (Τεκμήριο 23), γνωστοποιώντας στον ενάγοντα την πρόσληψή του. Η επιστολή αυτή απεστάλη κατόπιν παρότρυνσης του Χριστοφίδη, με σκοπό να επισημοποιηθεί η συγκατάθεση του ενάγοντα στο ενδεχόμενο μεταφοράς του Έργου στο Ι.Κ, όπως τον είχε συμβουλεύσει προηγουμένως ο λειτουργός του ΙΠΕ, Ματθαίος Σπανός. Ενημέρωση για την εργοδότηση του εναγομένου έλαβε και ο Όθωνος. Παρά το γεγονός ότι ο ενάγοντας είχε λάβει ενημέρωση για το πιο πάνω γεγονός, από τις αρχές Φεβρουαρίου του 2009, ο εναγόμενος συνέχιζε να υλοποιεί το Έργο, ως οι συμβατικές του υποχρεώσεις, χρησιμοποιώντας για σκοπούς έρευνας του τα εργαστήρια του τελευταίου, είχε στην κατοχή τα κλειδιά τους και συνέχιζε να έχει καθημερινή επαφή με τους συνεργάτες του. Ζητήθηκε επίσης από τον ενάγοντα να αποστείλει επιστολή μεταφοράς του Έργου στο Ι.Κ. Προς τούτο ενημέρωσε εκ νέου τον Χριστοφίδη με σχετική του επιστολή, ημερομηνίας 25.2.09 (Τεκμήριο 24), με κοινοποίηση στο γραμματειακό προσωπικό του Ενάγοντα. Έλαβε απάντηση ότι το θέμα θα τεθεί στη συνεδρία της Επιτροπής Έρευνας του στις 9.3.
- Τόσο το ΙΠΕ όσο και ο Ενάγοντας, αφού ενημερώθηκαν για την αντικατάσταση του άλλου προγράμματος ενημερώθηκαν και για τον επίδικο πρόγραμμα αλλά και περί της εργοδότησης του. Ο εναγόμενος δεν μπορούσε να ολοκληρώσει το Έργο, λόγω άλλης εργοδότησής του στο Ι.Κ αλλά και άρνησης του ΙΠΕ για την μεταφορά του Έργου στο νέο του εργοδότη. Ως εκ τούτου ο εναγόμενος με επιστολή του (Τεκμήριο 5) διέκοψε την σύμβαση απασχόλησης του με τον ενάγοντα. Ο ενάγοντας, προέβη στην καταβολή, μεταξύ άλλων, και του ποσού των €9.378,27 (που αντιστοιχούν στους μισθούς Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο του 2009). Ο ενάγοντας επέστρεψε εν τέλει το ποσό των €40.648,25 στο ΙΠΕ, κατόπιν απαίτησης του τελευταίου. Το Έργο που ανέλαβε να υλοποιήσει ο εναγόμενος ήταν προσωποκεντρικού χαρακτήρα και τούτο γιατί όποιος μεταδιδακτορικός ερευνητής επιλεγόταν και ακολούθως έφευγε ή αδυνατούσε να υλοποιήσει το Έργο, τότε αυτό θα διακοπτόταν αμέσως και δεν υπήρχε δυνατότητα αντικατάστασής του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως έχει αναφερθεί το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα εδράζεται στο γεγονός ότι ο εναγόμενος παραβίασε όρο της μεταξύ τους συμφωνίας απασχόλησης. Επίσης εδράζεται και στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το άρθρο 1 της σύμβασης απασχόλησης προνοεί ότι «ο εργοδοτούμενος θα εργάζεται αποκλειστικά για τον Εργοδότη» στο Έργο. Εργοδοτούμενος, με βάση το περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης ήταν ο εναγόμενος ενώ Εργοδότης ήταν ο ενάγοντας. Σύμφωνα επίσης με την παράγραφο 2(γ) της σύμβασης απασχόλησης «ο εργοδοτούμενος δεν έχει το δικαίωμα να αλλάξει εργοδότη κατά τη διάρκεια της ισχύος του συμβολαίου αυτού». Τέλος το άρθρο 2(στ) της εν λόγω σύμβασης απασχόλησης προνοεί ότι «Παραβίαση οποιοδήποτε από τους όρους του Συμβολαίου αυτού, συνεπάγεται τον αυτόματο τερματισμό του Συμβολαίου.» Στη βάση των τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου ο εναγόμενος, κατά την κατάρτιση της σύμβασης απασχόλησης, είχε ήδη δεχθεί εργοδότηση στο Ι.Κ. Συνάγεται επομένως ότι ο εναγόμενος εξ αρχής παραβίασε ουσιώδη όρο αυτής εφόσον δεν εργαζόταν αποκλειστικά στον ενάγοντα. Το γεγονός αυτό ασφαλώς και ήταν εις γνώση του εναγομένου. Επομένως από τη στιγμή που υπήρξε από μέρους του εναγόμενου παράβαση ουσιώδους όρου η συμφωνία απασχόλησης με τον ενάγοντα τερματιζόταν αυτομάτως. Είναι αδιάφορο το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγοντας δεν απέστειλε οποιαδήποτε επιστολή τερματισμού της εν λόγω σύμβασης απασχόλησης και ότι αντιθέτως είναι ο εναγόμενος που με σχετική επιστολή του στον ενάγοντα (Τεκμήριο 5) προχώρησε στον τερματισμό της. Και τούτο γιατί σε ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει εδώ αποτελεί κοινό τόπο το γεγονός ότι ο εναγόμενος είχε παραβιάσει όρο της σύμβασης απασχόλησης του με τον ενάγοντα. Αποτελεί γενική αρχή του Δικαίου των Συμβάσεων ότι η παράβαση μιας σύμβασης, στην προκειμένη περίπτωση από τον εναγόμενο, ενέχει σειρά συνεπειών. Αποτελεί επίσης αρχή ότι ο τερματισμός μίας σύμβασης επιφέρει την απαλλαγή των μερών από τις μελλοντικές τους, βάσει αυτής υποχρεώσεις και καταδεικνύει, συνήθως, την πρόθεση του αναίτιου μέρους να απαιτήσει αποζημιώσεις για τυχόν απώλεια του λόγω της παράβασης της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο του (Νορη ν Τσαγγαρίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 209, Καταφυγιώτης κ. α. ν Χρυσοστομή
(1997)1 Α.Α.Δ .1746. Δρυάδης κ. α. ν Καλησπέρα
(1998)1 Α.Α.Δ. 881, Τουμάζος ν S.P.S. Restaurants Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 700, Photo Productions v Securicor [1980] AC 827, Μουρτζινος ν Του Πλοίου «Galaxias» κ. α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 80). Σχετικό επίσης επί τούτου είναι το άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149. Από την στιγμή που ο εναγόμενος ευθύνεται για τον τερματισμό της συμφωνίας απασχόλησης του με τον ενάγοντα, ο τελευταίος, ως το αθώο μέρος, δικαιούται να διεκδικήσει αποζημιώσεις, εάν φυσικά υπέστη ζημιά από την εν λόγω παράβαση. Στη προκειμένη όμως περίπτωση και στη βάση των τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου είμαι της γνώμης ότι ο ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να αξιώνει από τον εναγόμενο οποιεσδήποτε αποζημιώσεις για τυχόν ζημιά που υπέστη, λόγω της από μέρους του εναγομένου παράβασης της σύμβασης απασχόλησης. Και τούτο γιατί ο ενάγοντας εξ αρχής γνώριζε ότι ο εναγόμενος είχε παραβιάσει όρο αυτής αλλά και συνέχιζε να ήταν ενήμερος και κατά την διάρκεια της υλοποίησης και εκτέλεσης του Έργου από τον τελευταίο. Παρά όμως το πιο πάνω γεγονός ο ενάγοντας δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια αλλά ούτε και αντέδρασε με οποιοδήποτε τρόπο σε σχέση με την παραβίαση αυτή. Αντίθετα, συνέχισε να καταβάλλει στον εναγόμενο τους δεδουλευμένους του μισθούς μέχρι και τον Απρίλη του 2009 (όταν το ΙΠΕ ενημέρωσε τον ενάγοντα για την εργοδότηση του εναγόμενου, τερματίζοντας την μεταξύ τους συμφωνία και απαιτώντας τα χρήματα που ήδη κατέβαλε για υλοποίηση του Έργου), επέτρεπε στον εναγόμενο να χρησιμοποιεί τα εργαστήρια του, επί καθημερινής βάσεως, κατέχοντας ο ίδιος μάλιστα και κλειδιά τους με σκοπό την υλοποίηση του Έργου, ο εναγόμενος συνέχισε να υλοποιεί τα συμφωνηθέντα καθώς επίσης και ο ενάγοντας σε συνεννόηση με τον εναγόμενο προσπαθούσαν να μεταφέρουν το Έργο στο νέο εργοδότη του. Προκύπτει επομένως αφενός ότι ο ενάγοντας έδωσε, με την όλη του συμπεριφορά, την σιωπηρή του συγκατάθεση ότι αποδέχεται το γεγονός αυτό αλλά και ότι αφετέρου απεμπόλησε το οποιοδήποτε δικαίωμα του να αξιώνει τον τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας βασιζόμενος στο γεγονός ότι ο εναγόμενος παραβίασε τον εν λόγω όρο, δηλαδή περί της μη αποκλειστικότητας εργοδότησης του στον ενάγοντα. Είναι γεγονός πως όταν ένα μέρος με τη συμπεριφορά του δείχνει ότι δεν επιμένει σε εκτέλεση του συμβολαίου όπως ορίζουν οι αρχικοί του όροι, τότε το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ότι έχει παραιτηθεί των δικαιωμάτων του να επιμένει σε εκτέλεση της σύμβασης σύμφωνα με τους αρχικούς όρους. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 33η έκδοση, Τόμος 1, παρ. 22-041, υποδεικνύεται ότι: «A waiver may be oral or written or inferred from contract even though the provision waived is found in a contract required to be made in or evidenced by writing. It has been noted that any variation of a contract required to be made in or evidenced by writing must itself be made in or evidenced by writing. If it is merely oral, it is of no effect. An oral forbearance or concession made by one party to the other does not require to be so evidenced, even if made at the latter's request. Thus, what is ineffective as a variation may possibly have effect as a waiver.The party who forbears will be bound by the waiver and cannot set up the original terms of the agreement.» Στην υπόθεση Ποιηταρίδη ν. Anopa Investments Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2011, ημερομηνίας 25.5.2018 αντικείμενο της ήταν αξιώσεις που προκύπτουν από διάρρηξη συμφωνίας ενοικίασης και παραχώρησης δικαιώματος επιλογής αγοράς ακινήτου. Η εφεσείουσα υποστήριξε ότι η εφεσίβλητη παραβίασε όρους της μεταξύ τους συμφωνίας γεγονός που καθιστούσε, κατά την εφεσείουσα, νόμιμο τον τερματισμό της συμφωνίας από μέρους της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δικαίωσε την Εφεσίβλητη. Η εφεσείουσα άσκησε έφεση και επίκεντρο της επιχειρηματολογίας της ήταν η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε καμιά παραβίαση των όρων της επίδικης συμφωνίας, ώστε να δινόταν δικαίωμα στην εφεσείουσα να προβεί σε τερματισμό της. Το Ανώτατο Δικαστήριο επί του προκειμένου ανάφερε τα ακόλουθα: «Με όλο το σεβασμό, η πιο πάνω εισήγηση της πλευράς της εφεσείουσας δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται θέμα τροποποίησης της γραπτής συμφωνίας, ώστε να ισχύει ο κανόνας του αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας. Όπως ορθά εντόπισε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, εδώ επρόκειτο για αποποίηση του δικαιώματος της εφεσείουσας να επιμείνει στην εκ των υστέρων αυστηρή εφαρμογή του όρου 5.1.4 της συμφωνίας για τη λήψη γραπτής συγκατάθεσης. Υπήρξε στην ουσία μια συγκατάθεση από την εφεσείουσα στο να γίνουν οι όποιες αλλαγές δίδοντας προς τούτο την προφορική συγκατάθεση της χρησιμοποιώντας και άτομο της δικής της επιλογής, ώστε να ήταν άδικο να υπαναχωρούσε απ' αυτή. Υπήρξε συνεννόηση μεταξύ αυτής και της εφεσίβλητης μέσω διαπραγματεύσεων να γίνουν οι αλλαγές, με αποτέλεσμα εύλογα η εφεσίβλητη εταιρεία να υποθέσει ότι δεν ετίθετο θέμα να λάβει την προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση της εφεσείουσας, η οποία θεωρήθηκε με την δική της συμπεριφορά ότι δεν θα επέμενε στους αυστηρούς συμβατικούς όρους. Στην Hughes v. Metropolitan Ply 6
(1877)2 App Cas. 439, η Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων δικαίωσε τον ενοικιαστή ο οποίος δεν προχώρησε με την επιδιόρθωση του ακινήτου στη βάση εξάμηνης σχετικής ειδοποίησης που του απέστειλε ο ιδιοκτήτης εφόσον συμφωνήθηκε προφορικά ότι θα μεσολαβούσαν διαπραγματεύσεις μεταξύ τους για αγορά του ακινήτου. Όταν αυτές κατέρρευσαν, ο ιδιοκτήτης θεώρησε την ενοικίαση ως τερματισθείσα ως αποτέλεσμα της μη συμμόρφωσης του ενοικιαστή με την ειδοποίηση επιδιορθώσεων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν ορθό ως θέμα επιείκειας για τον ιδιοκτήτη να επιμείνει στην αυστηρή προσήλωση του συμβατικού του δικαιώματος έχοντας υπόψη τις μεταξύ των μερών συναλλαγές. (δέστε και Birmingham and District Land Co. V. London and North Western Rly Co.
(1888)40 Ch.D. 268). Σχετικό είναι και το απόσπασμα από το σύγγραμμα Chitty on Contracts, Volume 1, General Principles, 27η έκδοση, παραγρ. 22-039 και 22-040. Παρόμοιο θέμα είχεν εγερθεί στην υπόθεση Andreas Christou Chilides v. Elias Danos
(1977)1 AAΔ 255, όπου κρίθηκε ότι η διαφοροποίηση της αρχικής διευθέτησης αντί να παραλαμβάνονται οι επιταγές από το γραφείο του δικηγόρου των οφειλετών να ταχυδρομούντο, απέληγε και σε παραίτηση από το δικαίωμα αυστηρής προσήλωσης στον όρο της συμφωνίας αναφορικά με το χρόνο πληρωμής, προσέγγιση ενδεικτική του επιπέδου της καλής πίστης που απαιτούν οι αρχές της επιείκειας κατά τις συναλλαγές. Επίσης στην υπόθεση Georghios HadjiYannis v. Attorney General of the Republic
(1970)1 AAΔ 32, αποφασίστηκε ότι η αδράνεια της μιας πλευράς που μετέδιδε σαφώς το μήνυμα στην άλλη πως η μη τήρηση ορισμένων όρων δεν θα αποτελούσε πρόβλημα, σήμαινε παραίτηση τους και συνιστούσε κώλυμα στην μελλοντική επίκληση των παραβάσεων προς αποφυγή της σύμβασης.» Στη δε υπόθεση Cybarco Ltd ν. Gillian Guest και Άλλου
(2010)1 ΑΑΔ 2071 οι εφεσείοντες, εργοληπτική εταιρεία, συνήψαν έγγραφη συμφωνία με τους εφεσίβλητους για πώληση σε αυτούς μιας οικίας σε ανεγειρόμενο συγκρότημά τους. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εφεσειόντων, οι εφεσίβλητοι παρέλειψαν να εξοφλήσουν το υπόλοιπο που οφειλόταν και γι' αυτό με επιστολή τους τερμάτισαν τη μεταξύ τους σύμβαση. Οι εφεσίβλητοι αρνήθηκαν να συμμορφωθούν και ως εκ τούτου οι εφεσείοντες ήγειραν αγωγή, η οποία απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Οι εφεσείοντες εφεσίβαλαν την απόφαση και με ένα λόγο έφεσης παραπονέθηκαν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι δεν τερμάτισαν δεόντως και δικαιωματικά το επίδικο συμβόλαιο προβάλλοντας την θέση ότι οι εφεσίβλητοι παραβίασαν ουσιώδη όρο της μεταξύ τους συμφωνίας σε σχέση με την παράλειψη πληρωμής τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι απεφάνθη ότι πράγματι οι εφεσίβλητοι παραβίασαν ουσιώδη όρο της συμφωνίας τους με τους εφεσείοντες, εντούτοις απέρριψε την έφεση αναφέροντας ότι: «Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε επίσης ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς των Εφεσειόντων, εγείρεται και θέμα παραίτησης (waiver) των δικαιωμάτων των Εφεσειόντων να επιμένουν σε τερματισμό, χωρίς προειδοποίηση, σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου. Σύμφωνα με τη νομολογία, όταν ένα μέρος με τη συμπεριφορά του δείχνει ότι δεν επιμένει σε εκτέλεση του συμβολαίου όπως ορίζουν οι αρχικοί του όροι, τότε το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ότι έχει παραιτηθεί των δικαιωμάτων του να επιμένει σε εκτέλεση της σύμβασης σύμφωνα με τους αρχικούς όρους. Στην προκειμένη περίπτωση, η τελευταία δόση, σύμφωνα με το συμβόλαιο, ήταν πληρωτέα κατά την ημέρα παράδοσης, η οποία έγινε στις 30.8.
- Ούτε ολόκληρη η τελευταία δόση εξοφλήθηκε, ούτε και η αξία των πρόσθετων εργασιών. Οι Εφεσείοντες είχαν δικαίωμα να τερματίσουν σύμφωνα με τον όρο 18, αλλά δεν το άσκησαν. Δέχθηκαν όπως οι Εφεσίβλητοι υπογράψουν συναλλαγματικές ως παράλληλη εξασφάλιση των χρεών τους. Αυτό έγινε στις 30.8.2002 και οι δύο συναλλαγματικές κατέστησαν πληρωτέες δύο μήνες αργότερα, ήτοι στις 30.10.
- Έκτοτε οι Εφεσείοντες δεν όχλησαν τους Εφεσίβλητους. Άφησαν να παρέλθει ενάμιση χρόνος, μέχρι να αποστείλουν την επιστολή τερματισμού ημερ. 16.3.2004, η οποία ταχυδρομήθηκε στη Λευκωσία στις 17.3.
- Με την επιστολή τους, οι Εφεσείοντες επανερχόμενοι στις αυστηρές πρόνοιες του όρου 18 του συμβολαίου, προχώρησαν στον άμεσο τερματισμό της σύμβασης και στην έγερση αγωγής την επόμενη κιόλας μέρα, από την ταχυδρόμηση της επιστολής, χωρίς να δώσουν εύλογη προειδοποίηση στους Εφεσίβλητους, ότι παρά τη χαλαρότητα που έδειξαν μέχρι τότε αναφορικά με τον χρόνο εξόφλησης, δεν ήταν διατεθειμένοι να περιμένουν άλλο και ότι αν δεν εξοφλούντο οι δύο συναλλαγματικές, θα προχωρούσαν σε τερματισμό της σύμβασης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Εφεσείοντες παρέλειψαν να δώσουν επαρκή προειδοποίηση ότι τερματίζεται η χαλαρότητα που επέδειξαν μέχρι τότε και ότι οι Εφεσίβλητοι εάν δεν εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, τότε θα αναγκαστούν να τερματίσουν, επανερχόμενοι στους όρους της σύμβασης. Οι Εφεσείοντες παρέλειψαν να αποστείλουν μια τέτοια προειδοποίηση και επομένως ορθά κατά την κρίση μας, το πρωτόδικο δικαστήριο διαπίστωσε ότι ισχύει η αρχή του δικαίου της επιείκειας για εγκατάλειψη των δικαιωμάτων που είχαν δυνάμει του όρου 18, να τερματίσουν πάραυτα τη σύμβαση. Συναφώς ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο ότι ο τερματισμός δεν ήταν νόμιμος και ότι το συμβόλαιο συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ.» Στη βάση των πιο πάνω ενεργειών και της συμπεριφοράς του ενάγοντα προς τον εναγόμενο, ενώ ήταν εις γνώση του το γεγονός της εργοδότησης του σε άλλον εργοδότη, κατά παράβαση της μεταξύ τους σύμβασης απασχόλησης, ο πρώτος ουδόλως αντέδρασε για το γεγονός αυτό αλλά αντίθετα με την συμπεριφορά του άφησε τον εναγόμενο να συνεχίζει να υλοποιεί τους όρος της μεταξύ τους σύμβασης με αποτέλεσμα να αποποιηθεί του οποιουδήποτε δικαιώματος του να επιμείνει στην παραβίαση αυτού του όρου εκ μέρους του εναγομένου. Ο ενάγοντας με την όλη στάση, συμπεριφορά αλλά και μέσω των ενεργειών του έδειξε στον εναγόμενο ότι δεν επιμένει σε εκτέλεση της μεταξύ τους σύμβασης απασχόλησης, όπως ορίζουν οι αρχικοί της όροι, ότι δηλαδή ο εναγόμενος θα εργαζόταν αποκλειστικά στον ενάγοντα. Συνεπώς το δικαστήριο θεωρεί ότι ο ενάγοντας είχε παραιτηθεί των δικαιωμάτων του να επιμένει σε εκτέλεση της σύμβασης σύμφωνα με τον πιο πάνω όρο. Είναι άλλωστε σημαντικό να υποδειχθεί ότι δεν χρειάζεται οποιοδήποτε αντάλλαγμα (consideration) ώστε να είναι έγκυρη και αποτελεσματική η παραίτηση ή η αποποίηση από οποιοδήποτε δικαίωμα. Ότι απαιτείται είναι αυτή να είναι αδιαμφισβήτητη και η άλλη πλευρά να ενήργησε στη βάση αυτής. Επιπρόσθετα o ενάγοντας, στη βάση της όλης πιο πάνω συμπεριφοράς του, κωλύεται να αξιώνει από τον εναγόμενο τους δεδουλευμένους του μισθούς. Τί αποτελεί κώλυμα, γενικά, και ποια είναι τα δικανικά γνωρίσματα του, απασχόλησαν, μεταξύ άλλων, την υπόθεση Βογαζιάνος κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (αρ.1)
(2011)1Α Α.Α.Δ.253. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα: « Έχουμε εξετάσει με προσοχή τις θέσεις των μερών, δε συμφωνούμε, όμως, με την κατάληξη πρωτοδίκως. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καίτοι καθοδηγήθηκε ορθά σε σχέση με το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς, δεν το εφάρμοσε ορθά στα γεγονότα της υπόθεσης. Στην Ιωάννου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1522, σε σχέση με το κώλυμα, διαβάζουμε τα εξής:- (σελ. 1527-1528). Σύμφωνα με τον Nokes το Κώλυμα (Estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός (Nokes 'Introduction to Evidence', 3rd Ed., page 208), ενώ σύμφωνα με τον Phipson είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. (Phipson on Evidence, 12th Ed., page 912). Το Κώλυμα μπορεί να είναι
(1)Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record),
(2)Κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και
(3)Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais). Σύμφωνα με τον κανόνα του Κωλύματος λόγω συμπεριφοράς, 'Όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή'. (HadjiYiannis v. Attorney-General of the Republic
(1970)1 C.L.R. 32). Το Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς μπορεί να πάρει τη μορφή του (
- i)Κωλύματος λόγω παραστάσεων (Soanes v. London and South Western Railway [1919] 120 L.T. 598). (
- ii)Κωλύματος λόγω υποσχέσεων (Central London Property Trust Ltd. v. High Trees House Ltd. [1947] 1 K.B. 130) και (iii) Περιουσιακού Κωλύματος.»» Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα ν. Πολυδωρίδη κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 68 αποφασίσθηκε ότι εγείρεται κώλυμα στη διεκδίκηση συμβατικών δικαιωμάτων οποτεδήποτε ο κάτοχος τους προβαίνει σε σαφείς παραστάσεις προς τον αντισυμβαλλόμενο του ότι δεν θα τα ασκήσει και ο δεύτερος στη βάση αυτών των παραστάσεων μεταβάλλει τη θέση του με τρόπο που θα ήταν άδικο να κληθεί να επιστρέψει στην προγενέστερη θέση του και να εκπληρώσει υποχρεώσεις από τις οποίες ουσιαστικά ο ενάγων τον έχει με τη στάση του απαλλάξει. Στο σύγγραμμα Halburys Laws of England 5η εκδ. Τόμος 47, παράγραφος 355 αναφέρεται ότι: «ln order for estoppel by representation to operate, there must have been a representation made by the person to be estopped to the person claiming the benefit of the estoppel. To form the basis of an estoppel a representation may be made either by statement or by conduct; and conduct includes negligence and silence. Certain general propositions are, however, applicable, in whatever manner the representation is made. The representation must be made voluntarily; if made apparently on another's behalf, it must be made by a person having the authority to do so; it must be communicated to the person to whom it was addressed; and only the person to whom it was addressed may use it to support a plea of estoppel.» Το κώλυμα λόγω υποσχέσεως μπορεί να προκύψει μόνο από σαφείς και θετικές παραστάσεις, οι οποίες γίνονται από πρόσωπο προς το οποίο οφείλεται η συμβατική υποχρέωση, ως αποτέλεσμα των οποίων ο οφειλέτης, βασιζόμενος σ΄ αυτές, αναπροσαρμόζει τη συμπεριφορά του επί του προκειμένου, με τρόπο που θα ήταν άδικο, σε μεταγενέστερο στάδιο, να κληθεί να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις (Αλεξάνδρου ν. Πικροδάφνη κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 144/09, ημερομηνίας 17.5.12). Πληθώρα στοιχείων και γεγονότων τα οποία τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου καταδεικνύουν ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση πράγματι ο ενάγοντας εμποδίζεται, (estopped) λόγω της δικής του συμπεριφοράς, να επικαλείται οποιεσδήποτε παραβιάσεις εκ μέρους του εναγομένου για το γεγονός ότι δεν εργαζόταν αποκλειστικά για τον ίδιο. Ουσιαστικά δια της συμπεριφοράς του υποδήλωνε, συνηγορούσε, αναγνώριζε και αποδεχόταν ότι ο εναγόμενος είχε δικαίωμα να εργάζεται παράλληλα στο Ι.Κ. Είναι για το λόγο αυτό που παρά το γεγονός ότι το γνώριζε ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε και δεν αντέδρασε με οποιονδήποτε τρόπο. Ο εναγοντας παρά το γεγονός ότι γνώριζε τούτο, το αποδεχόταν και ουδέποτε εξέφρασε με οποιονδήποτε τρόπο την οποιαδήποτε επιφύλαξη ή διαμαρτυρία του μέχρι που το ΙΠΕ απέστειλε σχετική επιστολή τερματίζοντας την μεταξύ τους συμφωνίας. Αν δηλαδή το ΙΠΕ δεν απέστελλε την σχετική επιστολή ο εναγόμενος πιθανόν να συνέχιζε να υλοποιεί και να εκτελεί το Έργο. Η όλη συμπεριφορά του ενάγοντα, στη βάση της οποίας αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν εργαζόταν αποκλειστικά σε αυτόν, κατά παράβαση της μεταξύ τους σύμβασης απασχόλησης, οδήγησε τον εναγόμενο να συνεχίζει να υλοποιεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις, δηλαδή το ερευνητικό του έργο αναμένοντας ότι θα πληρωθεί για την εκτελεσθείσα εργασία του σε βαθμό που θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον ενάγοντα να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς την ως άνω συμπεριφορά του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο ενάγοντας κωλύεται να αξιώνει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις από τον εναγόμενο στη βάση του ότι ο τελευταίος παραβίασε ουσιώδη όρο της μεταξύ τους συμφωνίας. Σε ό,τι αφορά την αξίωση του ενάγοντα στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού είμαι της γνώμης ότι ούτε και η παρούσα διαζευκτική αξίωση μπορεί να επιτύχει. Και τούτο γιατί κανένα ίχνος μαρτυρίας δεν τέθηκε σε σχέση με το ζήτημα αυτό από την πλευρά των μαρτύρων του ενάγοντα, εφόσον η όλη εκδοχή τους στηρίχθηκε αποκλειστικά στην από μέρους του εναγομένου παράβαση της μεταξύ τους σύμβασης απασχόλησης. Ανατρέχοντας στη μαρτυρία που προσκομίσθηκε από τον ενάγοντα, αυτή η αξίωση ουδόλως προωθήθηκε. Η εν λόγω διαζευκτική αξίωση δεν είναι δυνατό να ιδωθεί ασυνάρτητα του τρόπου που προωθήθηκε η παρούσα αγωγή. Ο ενάγοντας βάσισε την αγωγή του στους όρους της συμφωνίας απασχόλησης την οποία συμφωνία, δικογραφικά, αλλά και μέσω μαρτυρίας, παρουσίασε ως μια καθ' όλα νόμιμη συμφωνία η οποία δημιουργεί υποχρεώσεις και δικαιώματα στους συμβαλλόμενους. Το Δικαστήριο, για τη πιο πάνω κατάληξη του, άντλησε καθοδήγηση από τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Χινή
(2008)1Β Α.Α.Δ. 81 και στην απόφαση της πλειοψηφίας στη Marifn Popular Bank Public Co Ltd v Ανδρέα Μιχαήλ
(2012)1 Α.Α.Δ. 41. Συνεπακόλουθα, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η παρούσα αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα της αγωγής, εν απουσία λόγου που να επιτρέπει παρέκκλιση από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, αυτά επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο