← Κύπρος

Χριστάκη Μοδέστου κ.α. ν. Ανδρέα Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγ. 350/2006, 3/2/2023

Χριστάκη Μοδέστου κ.α. ν. Ανδρέα Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγ. 350/2006, 3/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A46 ΕΝ ΤΩ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ Θεοδώρου Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 350/2006 Μεταξύ Χριστάκη Μοδέστου Χαραλαμπίας Μοδέστου Εναγόντων v.

  1. Ανδρέα Δημητρίου
  2. Λάμπρου Χριστοφή Εναγομένων Ημερομηνία: 03 Φεβρουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ. Α. Χατζησέργης Για εναγόμενο 1: κ. Κ. Ευσταθίου με κα Κέστωρος Για Εναγόμενο 2: κ. Ν. Γεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, οι ενάγοντες (ανδρόγυνο) επιδιώκουν την έκδοση απόφασης με την οποία έκαστος εκ των εναγομένων 1 και 2 να διατάσσεται να τους καταβάλει Λ.Κ.50.000 (ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας), πλέον νόμιμο τόκο[1]. Παρεμβάλλω ότι, επειδή όλη η μαρτυρία δόθηκε με αναφορά στο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, για σκοπούς σύνταξης της παρούσας απόφασης θα γίνονται αντίστοιχες αναφορές, και στη περίπτωση που στη βάση της τελικής κρίσης θα εκδοθεί απόφαση για συγκεκριμένο ποσό, τούτο θα αφορά στην ισοτιμία του σε Ευρώ. Κοινώς αποδεκτά γεγονότα Στη βάση των παραδεκτών, κοινώς αποδεκτών και μη αμφισβητηθέντων γεγονότων, μέχρι και το 2000, οι ενάγοντες 1 και 2 ήταν οι αποκλειστικοί μέτοχοι της εταιρείας Ηλεκτραγορά Χριστάκης Μοδέστου & Σία Λτδ, η οποία, σε μεταγενέστερο χρόνο, μετονομάστηκε σε Modestou Sound & Vision Public Company Ltd (στο εξής «η εταιρεία»). Περί το 1999, ένας εκ των υιών των εναγόντων, ο οποίος κατέθεσε ως μάρτυρας για λογαριασμό τους (στο εξής «ο ΜΕ1») προσεγγίστηκε από τον Εναγόμενο 2, με τον οποίο διατηρούσε στενές οικογενειακές και φιλικές σχέσεις, ώστε ο τελευταίος να αποκτήσει το 30% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, νοουμένου ότι, προηγουμένως, θα επέρχετο συγκεκριμένη αύξησή του, και ακολούθως θα υποβαλλόταν αίτημα για εισαγωγή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στο εξής «το ΧΑΚ»). Η προσέγγιση αυτή οδήγησε στη συνομολόγηση, στις 24.12.1999, σύμβασης μεταξύ των εναγόντων, από τη μια, και των εναγομένων 1 και 2 και ενός τρίτου προσώπου, από την άλλη, στη βάση της οποίας οι τρεις τελευταίοι, νοουμένου ότι θα ικανοποιούντο, προηγουμένως, κάποιες προϋποθέσεις για τις οποίες γινόταν ειδική πρόνοια στη σύμβαση, θα αποκτούσαν το 30% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, η οποία τελικώς θα εισαγόταν στο ΧΑΚ (στο εξής «η σύμβαση»). Στους όρους της σύμβασης προνοείτο και ο τρόπος με τον οποίο η εταιρεία θα προέβαινε σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, καθώς επίσης και τα χρονικά πλαίσια εντός των οποίων θα καταβαλλόταν το σχετικό αντίτιμο από τους αγοραστές (το οποίο ορίστηκε στις Λ.Κ.400.000 - στο εξής «το αντίτιμο») και θα γίνονταν και οι μεταβιβάσεις των μετοχών στο όνομα τους. Το τρίτο πρόσωπο, που υπέγραψε την ανωτέρω σύμβαση ως αγοραστής, υπαναχώρησε, και τα όποια δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις του στη βάση της σύμβασης, αναλήφθηκαν, με τη σύμφωνη γνώμη των εναγόντων, από τους εναγόμενους 1 και
  3. Ανεξάρτητα από τις όποιες ενδεχομένως μη πλήρως συμβαδίζουσες αναφορές από πλευράς των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελεί, περαιτέρω, κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι, έναντι του αντίτιμου καταβλήθηκε από κάθε εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.150.000 και παρέμενε, μετά την καταβολή αυτή, προς εξόφληση, οφειλή εκάστου Λ.Κ.50.000[2]. Επίσης, και πάλι ανεξαρτήτως των όποιων παρεμφερών τυχόν μη πλήρως συμβαδιζουσών τοποθετήσεων των μαρτύρων, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι, στο βαθμό που αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, οι υποχρεώσεις της εταιρείας και των εναγόντων έναντι των εναγομένων 1 και 2 στη βάση των προνοιών της σύμβασης εκπληρώθηκαν[3]. Τα ανωτέρω κοινώς αποδεκτά γεγονότα, καθίστανται πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου. Επίδικα ζητήματα Στη βάση των ανωτέρω, στην ουσία, το μόνο που παραμένει προς εξέταση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, στον βαθμό που αφορά στα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και όχι νομικά ζητήματα, είναι το κατά πόσο οι ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους ότι μέχρι σήμερα οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν κατέβαλαν, έκαστος, τις Λ.Κ.50.000 προς εξόφληση του αντίτιμου[4]. Παραμένει, επίσης, επίδικο, πλην όμως νομικό ζήτημα, και τούτο στη βάση σχετικής θέσης που προωθείται από την υπεράσπιση του εναγομένου 2, το κατά πόσο, έστω και αν κριθεί ότι τούτος δεν κατέβαλε τις Λ.Κ.50.000 προς εξόφληση του αντιτίμου, θα πρέπει να διαταχθεί να τις καταβάλει. Είναι η σχετική εισήγηση του εναγόμενου 2 ότι, με δεδομένο το γεγονός ότι το 2012 διατάχθηκε η παραλαβή της περιουσίας του, ακολούθως, το 2013, η κήρυξή του σε πτώχευση και τέλος, το 2016, η αυτοδίκαιη αποκατάστασή του (στα πλαίσια των προνοιών του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5), αυτός απαλλάχθηκε από κάθε αστική του ευθύνη που προηγείτο της τελευταίας (αποκατάστασης), στην οποία ευθύνη εντάσσει και την επίδικη επικαλούμενη από τους ενάγοντες ευθύνη του. Η εκδοχή των εναγόντων Ως προς το ανωτέρω, μόνο επίδικο, επί πραγματικών γεγονότων, ζήτημα, η εκδοχή των εναγόντων είναι ότι μετά την καταβολή, από έκαστο εναγόμενο, των Λ.Κ.150.000, ζήτησαν από αυτούς (τους εναγόμενους) όπως καταβάλουν, έκαστος, και τις υπόλοιπες Λ.Κ.50.000, πλην όμως τούτοι δεν το έπραξαν. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι, σε κάποιο στάδιο, περί τον Μάιο του 2000, και αφού προηγουμένως είχαν πωληθεί από την εταιρεία προς τρίτους μετοχές της εταιρείας που ανήκαν στους εναγόμενους, ο εναγόμενος 1 επισκέφθηκε τα γραφεία της εταιρείας, στην παρουσία του ενάγοντα 1 και του ΜΕ1, με σκοπό να εισπράξει τα χρήματα που αναλογούσαν στον ίδιο και στον εναγόμενο 2 από την σχετική είσπραξη που έκανε η εταιρεία για λογαριασμό τους. Στην εν λόγω συνάντηση, ο εναγόμενος 1 ζήτησε από τον ενάγοντα 1 όπως εκδώσει τέσσερις επιταγές, δίδοντάς του επίσης οδηγίες ως προς τα πρόσωπα επ' ονόματι των οποίων θα εκδίδονταν, με στόχο, στο τέλος της ημέρας, να καταβληθεί από την εταιρεία προς τους εναγόμενους 1 και 2, εξ' ημίσειας, το συνολικό ποσό των Λ.Κ.227.000, το οποίο αντιπροσώπευε την αξία των πωληθεισών μετοχών τους. Ο ενάγοντας 1, προτού εκδώσει τις επιταγές, ρώτησε τον εναγόμενο 1 ως προς το πότε ο τελευταίος, αλλά και ο εναγόμενος 2 θα κατέβαλλαν το υπόλοιπο οφειλόμενο προς τους ενάγοντες ποσό των Λ.Κ.100.000 (Λ.Κ.50.000, έκαστος), με τον εναγόμενο 1 να απαντά ότι, τη δεδομένη στιγμή, είχαν ανάγκη τα χρήματα από την πώληση των μετοχών τους και ότι θα κατέβαλλαν τη σχετική οφειλή τους όταν οι μετοχές της εταιρείας θα εισάγονταν στο ΧΑΚ. Στη βάση της διαβεβαίωσης αυτής του εναγομένου 1, ο ενάγοντας 1 εξέδωσε τις επιταγές ως οι οδηγίες του πρώτου, έχοντας προηγουμένως συνυπολογίσει ότι ο εναγόμενος 2 όφειλε ένα μικρό ποσό προς την εταιρεία για εμπορεύματα που αγόρασε από αυτήν, επί πιστώσει, εκδίδοντας προς τούτο σχετική απόδειξη προς τον εναγόμενο 2, με την ανάλογη μείωση του σχετικού ποσού επί των επιταγών που τον αφορούσαν. Στην ουσία, ο ενάγοντας 1 εξέδωσε τέσσερις επιταγές (βλ. Τεκμήριο 9). Οι τρεις εξ αυτών εκδόθηκαν, στη βάση πάντα των σχετικών οδηγιών του εναγόμενου 1, στο όνομα της Marketrends Financial services Ltd (στο εξής "η Financial"), οι οποίες αφορούσαν στα ποσά των Λ.Κ.63.500, Λ.Κ.50.000 και Λ.Κ.50.000 και μια επιταγή στο όνομα του εναγομένου 2 για το ποσό των Λ.Κ.61.
  4. Για το υπόλοιπο ποσό για τη συμπλήρωση των Λ.Κ.227.000, και δη Λ.Κ.2.339, εκδόθηκε η απόδειξη προς τον εναγόμενο 2 στην οποίαν έγινε αναφορά ανωτέρω και η οποία αφορούσε την εξόφληση εμπορευμάτων που αγόρασε ο τελευταίος, επί πιστώσει, από την εταιρεία. Είναι η βασική θέση των εναγόντων ότι, κατ' εκείνη την ημέρα, η όποια οφειλή της εταιρείας προς τους εναγόμενους σε σχέση με μετοχές των τελευταίων αξίας Λ.Κ.227.000, που πωλήθηκαν σε τρίτους, είχε πλήρως διευθετηθεί και η μόνη διαφορά που παρέμεινε μεταξύ τους αφορούσε στην υποχρέωση τους να καταβάλουν προς τους ενάγοντες, έκαστος, Λ.Κ.50.000 προς εξόφληση του αντιτίμου. Είναι τέλος η θέση τους ότι η οφειλή αυτή ουδέποτε εξοφλήθηκε, εξ' ου και καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Η εκδοχή των εναγομένων Προτού παραθέσω, έστω συνοπτικά, την εκδοχή εκάστου εναγομένου, κρίνω σημαντικό να σημειώσω ότι, (α) ο εναγόμενος 2 δεν προώθησε, ούτε διά προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας, ούτε μέσω της αντεξέτασης των μαρτύρων που παρέλασαν ενώπιον του Δικαστηρίου, οποιανδήποτε εκ των σχετικών με την καταβολή του αντιτίμου δικογραφημένων εκδοχών του και (β) ο εναγόμενος 1, ως αναφέρθηκε ήδη, στα πλαίσια υποσημείωσης, ανωτέρω, εγκατέλειψε την ανταπαίτησή του. Προχωρώ τώρα να καταγράψω τις εκδοχές ενός εκάστου εναγομένου. Εκδοχή εναγομένου 1 Είναι η εκδοχή του εναγομένου 1 ότι έχει εξοφλήσει το ποσό των Λ.Κ.50.000 και αυτό στα πλαίσια της έκδοσης των τεσσάρων ανωτέρω αναφερόμενων επιταγών από τον ενάγοντα 1 εκ μέρους της εταιρείας. Είναι η συναφής δικογραφημένη θέση του ότι, η εταιρεία Marketrends (Capital Market) Ltd (στο εξής «η Capital») ενεργούσε ως αντιπρόσωπος ή εκπρόσωπος ή σύμβουλος των εναγόντων, καθώς επίσης και της εταιρείας και επρόκειτο και για τον μεσολαβητή για σκοπούς δημοσιοποίησης της εταιρείας και εισαγωγής των μετοχών της στο ΧΑΚ. Προβάλλει, ακόμα, δικογραφικά, ότι, κάθε πληρωμή η οποία σχετιζόταν με πώληση μετοχών της εταιρείας προς τρίτους θα έπρεπε να διοχετευτεί προς την Capital και ακολούθως αυτή να μεριμνήσει ώστε να καταλήξει στον εκάστοτε δικαιούχο της. Είναι η επί τούτου περαιτέρω θέση του εναγομένου 1 ότι, ο λόγος, που, στον βαθμό που αφορά στο δικό του μερίδιο από την πώληση των μετοχών από την εταιρεία προς τρίτους (Λ.Κ. 113.500), εκδόθηκαν δύο επιταγές, μια για Λ.Κ.63.500 και μια για Λ.Κ.50.000, ήταν ώστε, η τελευταία αυτή επιταγή να διοχετευθεί στην Capital με σκοπό, ακολούθως, να καταβληθούν τα χρήματα, μέσω σχετικού εμβάσματος, από την Capital στους ενάγοντες, προς εξόφληση από πλευράς του, του αντιτίμου. Με τον ίδιο τρόπο, η επιταγή των Λ.Κ.63.500, επίσης θα διοχετευόταν στην Capital και ακολούθως η τελευταία, θα κατέβαλλε στον ίδιο τα χρήματα, ως δικαιούχος τους (βλ. Παράγραφος 5(α), (β) και (γ) της τελευταίας τροποποιηθείσας Υπεράσπισης ημερομηνίας 4.4.2012). Προς τούτο, δε, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, συμπλήρωσε ότι, μετά που οι επιταγές αυτές εξαργυρώθηκαν από την Financial (στο όνομα της οποία και εκδόθηκαν), τούτη κατέβαλε στον ίδιο μόνο το ποσό των Λ.Κ.63.500, χωρίς να του καταβάλει και το ποσό των Λ.Κ.50.000, το οποίο θα έπρεπε οι ενάγοντες να αναζητήσουν από αυτή. Συναφώς, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι ο πιο πάνω τρόπος έκδοσης των επιταγών έγινε κατόπιν συνεννόησης και οδηγιών του ομίλου εταιρειών Marketrends προς τον ίδιο, ώστε, με την έκδοση των πιο πάνω επιταγών, αφενός ο ίδιος να εισπράξει το μερίδιο που του αναλογούσε από την πώληση προς τρίτους μετοχών της εταιρείας που του ανήκαν, και, από την άλλη, ο ίδιος να εξοφλήσει τους ενάγοντες το αντίτιμο. Στη βάση της εκδοχής αυτής, ζητεί την απόρριψη της αγωγής. Η εκδοχή του εναγομένου 2 Ο εναγόμενος 2, ως υπεδείχθη ήδη ανωτέρω, δεν παρουσίασε οποιανδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη των δικογραφημένων θέσεων του στην Υπεράσπιση του, ούτε και αντεξέτασε, καθ' οιονδήποτε σχετικό τρόπο, τους μάρτυρες που παρέλασαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Προώθησε μόνο το ζήτημα της αυτοδίκαιης αποκατάστασης του από πτωχεύσαντας. Παρεμβάλλω εδώ, για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης της συλλογιστικής του εναγομένου 2, ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε το 2006 και εκδόθηκε, πρωτοδίκως, τελική απόφαση στις 23 Οκτωβρίου 2013, η οποία και εφεσιβλήθηκε. Στις 26 Ιουλίου 2021, εκδόθηκε η απόφαση στη σχετική έφεση, με την οποίαν ανατράπηκε η πρωτόδικη κρίση και για κάποια εκ των επίδικων ζητημάτων διατάχθηκε η επανεκδίκαση της, επανεκδίκαση η οποία έλαβε χώρα ενώπιον του Δικαστηρίου υπό την παρούσα σύνθεση, εξ' ου και η έκδοση της παρούσας απόφασης. Είναι η μόνη θέση που προωθείται από πλευράς του εναγομένου 2 ότι, στις 17.7.2012 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής εναντίον του και ότι στις 26.9.2013 εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης του, καθώς επίσης και ότι, ακολούθως, στις 18.1.2016, και δη σε χρόνο πριν διαταχθεί από το εφετείο η επανεκδίκαση της παρούσας αγωγής, είχε αποκατασταθεί αυτοδικαίως στη βάση των προνοιών του άρθρου 27Α του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.
  5. Υποστηρίζει, συναφώς, ότι, στη βάση των ανωτέρω δεδομένων, σε συνδυασμό με το ότι το επίδικο κατ' ισχυρισμό χρέος του προς τους ενάγοντες ήταν επαληθεύσιμο, θα πρέπει να κριθεί ότι, τούτος, με την αποκατάστασή του, απαλλάχθηκε από οποιανδήποτε αστική ευθύνη του σε σχέση με αυτό. Η ανωτέρω πορεία της πτωχευτικής διαδικασίας του εναγόμενου 2 και ειδικότερα ως προς το πότε εκδόθηκαν τα διατάγματα παραλαβής της περιουσίας του και πτωχεύσεως του, και ακολούθως η βεβαίωση από το τμήμα του Επίσημου Παραλήπτη περί αυτοδίκαιης αποκατάστασής του, προκύπτει αβίαστα από τα σχετικά παραδεκτά γεγονότα (βλ. Τεκμήριο 15). Ακροαματική διαδικασία Προς υποστήριξη της αγωγής οι ενάγοντες κάλεσαν δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα τον ενάγοντα 1 και τον ΜΕ
  6. Προς αναχαίτιση της αγωγής, ο εναγόμενος 1 περιορίστηκε στο να καταθέσει ο ίδιος ενόρκως, χωρίς να παρουσιάσει οποιονδήποτε άλλον μάρτυρα. Όσον αφορά στον εναγόμενο 2, ως ήδη σημειώθηκε, δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε διά ζώσης μαρτυρία. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κρίνω σημαντικό να σημειώσω ότι δεν καθίσταται ανάγκη να παραθέσω λεπτομερώς τη μαρτυρία ενός εκάστου μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Περιορίζομαι να σημειώσω, συναφώς, στον βαθμό που αφορά στο μόνο, επί πραγματικών γεγονότων (όχι νομικών ζητημάτων), επίδικο ζήτημα, τα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας των τριών μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου καλύπτονται από τις αναφορές που έγιναν ανωτέρω στα πλαίσια της παράθεσης της εκδοχής των διαδίκων. Κρίνω επίσης σημαντικό, πάντα για σκοπούς πληρότητας και περαιτέρω αιτιολογίας, να σημειώσω ότι μεταξύ της, σχετικής πάντα με το υπό αμφισβήτηση επίδικο ζήτημα, μαρτυρίας του ΜΕ1 και του ενάγοντα 1 δεν παρατηρείται οποιαδήποτε ουσιώδης διαφορά. Τουναντίον θα έλεγα ότι πρόκειται για αναφορές που κινούνται παράλληλα και σε πλήρη σύμπνοια. Είναι γι' αυτό τον λόγο που θεωρώ ότι δεν είναι μεμπτό η αξιολόγηση της μαρτυρίας των δύο αυτών μαρτύρων των εναγόντων να γίνει σωρευτικά και σημειώνω εξ' αρχής ότι μου έκαναν άριστη εντύπωση ως μάρτυρες και δεν έχω καμιά απολύτως αμφιβολία ότι ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκαν οι τέσσερις επιταγές είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Εξάλλου, η μαρτυρία τους, επί τούτου, συμβαδίζει και με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς να υποβληθεί οποιαδήποτε ένσταση κατά την καταχώρησή τους. Εν πάση περιπτώσει, επί των ιδίων τεκμηρίων και του αναντίλεκτου περιεχομένου τους είναι που εδράζεται και η εκδοχή του εναγομένου
  7. Και τούτο σημειώνεται για να υποδειχθεί, απλά και μόνο, ότι το περιεχόμενο των ενώπιον του Δικαστηρίου τεκμηρίων δεν τελεί εν αμφιβόλω από οποιανδήποτε πλευρά. Ως προς το αν το περιεχόμενό τους συμβαδίζει και με την εκδοχή του εναγόμενου 1, θα καταπιαστώ κατωτέρω. Επανερχόμενος στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας σημειώνω ότι η μαρτυρία των ΜΕ1 και ενάγοντα 1 ήταν σαφής επί του ζητούμενου, ξεκάθαρη, χωρίς ταλαντεύσεις, άμεση και πειστική. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας τους, παρά την ομολογουμένως έντονη και μακρά αντεξέταση που αμφότεροι έτυχαν, η αξιοπιστία τους δεν κλονίστηκε. Ήταν σταθεροί στη θέση τους ότι η έκδοση των τεσσάρων επιταγών και ειδικότερα αναφορικά με τα πρόσωπα προς όφελος των οποίων εκδόθηκαν ήταν το αποτέλεσμα σχετικών οδηγιών του εναγομένου 1, χωρίς ποτέ κατά τη συνάντηση αυτήν να γίνει οποιαδήποτε αναφορά από τον τελευταίο ότι ο λόγος που τρεις εκ των επιταγών θα εκδίδονταν στο όνομα της Financial ήταν ώστε κάποια από τα ποσά αυτά να επιστραφούν πίσω στους ενάγοντες για εξόφληση του αντιτίμου. Τουναντίον, ως ειδικά αναφέρθηκε από αμφότερους τους μάρτυρες, με πειστικό τρόπο, όταν ο εναγόμενος ερωτήθηκε ως προς το πότε σκοπεύει αυτός και ο εναγόμενος 2 να καταβάλουν το υπόλοιπο του αντιτίμου, η απάντηση που έδωσε ήταν ότι, αυτό θα γίνει μετά την εισαγωγή των τίτλων της εταιρείας στο ΧΑΚ. Η όποια τυχόν ασάφεια στη μαρτυρία των προσώπων αυτών, στην οποία αναφέρεται και ο συνήγορος του εναγόμενου 1 στην αγόρευσή του δεν αφορά στο υπό αμφισβήτηση επίδικο ζήτημα της παρούσας αγωγής, αλλά σε παρεμφερή ζητήματα, δευτερεύουσας σημασίας και δεν μπορεί, επίσης, να θεωρηθεί άσχετη με το γεγονός ότι η μαρτυρία τους διδόταν 20 πλέον χρόνια μετά τα γεγονότα στα οποία αφορούσε. Ούτε το γεγονός ότι οι ενάγοντες επέλεξαν, αρχικά, για σκοπούς καταχώρησης αγωγής για την επίδικη απαίτησή τους, δικηγόρο άλλο από τον δικηγόρο που επέλεξε, κατά τον ίδιο χρόνο, η εταιρεία για να διεκδικήσει αποζημιώσεις από τον εναγόμενο 1 για κατ' ισχυρισμό οφειλή του προς αυτή (για αγορά εμπορευμάτων), θεωρώ ότι υπέχει τη δυναμική που επικαλούνται οι συνήγοροι του τελευταίου. Εν πάση περιπτώσει, η αντίθετη εκδοχή του εναγόμενου 1 παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις τόσο μεταξύ των σχετικών ισχυρισμών του όσο και σε σύγκριση με τις σχετικές δικογραφήσεις του. Επίσης, η μαρτυρία του παρουσιάζει υπεκφυγές, ασάφειες και αοριστίες, ειδικότερα εκεί που του υποδεικνυόταν το αντιφατικό των προηγούμενων ισχυρισμών του. Για σκοπούς αιτιολογίας της μόλις εκφρασθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του εναγόμενου 1 σημειώνω τα ακόλουθα. Πρώτο, η δικογραφημένη θέση του εναγομένου 1 ότι η εταιρεία που ενεργούσε ως σύμβουλος και αντιπρόσωπος των εναγόντων, της εταιρείας, και των λοιπών μετόχων της, ήταν η Capital και ότι είναι μέσω αυτής της εταιρείας που θα έπρεπε να γίνονται οι διάφορες δοσοληψίες, δεν συμβαδίζει με τη μία εκ των δια ζώσης (συγκρουόμενων μεταξύ τους) εκδοχών του[5], που θέλει τον ίδιο να ζητά από τον ενάγοντα την έκδοση των επιταγών στο όνομα της Financial, στην οποία εταιρεία ουδεμία αναφορά γίνεται στο δικόγραφο του. Δεύτερο, στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου μη αμφισβητηθείσας μαρτυρίας, η μόνη εταιρεία που φαίνεται να ενεργεί για λογαριασμό των εναγόντων ή της εταιρείας ή γενικά των μετόχων της τελευταίας στα πλαίσια της προσπάθειας εισαγωγής των μετοχών της στο ΧΑΚ ή για υλοποίηση της σύμβασης, είναι η Capital, και όχι η Financial, στο όνομα της οποίας εκδόθηκαν οι επιταγές. Τρίτο, καμιά μαρτυρία παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να θέλει τους ενάγοντες προσωπικά να διατηρούν οποιασδήποτε μορφής λογαριασμό στην Financial ή έστω να έχουν, προσωπικά, την όποια δοσοληψία με αυτή, ώστε να ήταν λογικό, ως η εκδοχή του εναγόμενου 1, να αναμένουν ότι θα πιστωθούν τα χρήματα προς όφελός τους και ακολούθως θα επιστρέφονταν σ' αυτούς. Τέταρτο, ποιος ο λόγος να εκδοθεί επιταγή που θα κατέληγε στους ενάγοντες στο όνομα μιας άσχετης εταιρείας προς εξόφληση οφειλής των εναγομένων στους πρώτους, τη στιγμή που θα μπορούσε, απλά, κατά τη συνάντηση του με τον εναγόμενο 1, ο ενάγοντας 1 να αφαιρούσε από τις Λ.Κ. 227.000 που αναλογούσαν στους εναγόμενους 1 και 2 τις Λ.Κ. 100.000 προς εξόφληση, από αμφότερους, του αντιτίμου, και να εκδώσει και δύο επιταγές για τα υπόλοιπα χρήματα που δικαιούντο οι εναγόμενοι; Πέμπτο, αποτέλεσε, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, βασική θέση του εναγομένου 1 ότι, κατά την εν προκειμένω συνάντηση του με τον ενάγοντα 1 και ΜΕ1, ενημέρωσε τον πρώτο ότι οι οδηγίες του για έκδοση τριών επιταγών στο όνομα της Financial και μια στο όνομα του εναγομένου 2 δίδονται κατόπιν σχετικών εντολών του ομίλου Marketrends. Ωστόσο, κατά την σχετική αντεξέταση του ΜΕ1, του υπεβλήθη ότι ο εναγόμενος 1 «ουδέποτε υπέδειξε την έκδοση επιταγών [...] προς την Marketrends Financial», υποβολή που έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με τη βασική, ανωτέρω, εκδοχή του, αλλά, ως θα φανεί ευθύς αμέσως, και με έτερη σχετική θέση που τέθηκε στον ενάγοντα 1 κατά τη αντεξέτασή του. Έκτο, και σε συνάρτηση με τελευταία παρατήρησή μου στο πέμπτο, ανωτέρω, κατά την αντεξέτασή του ενάγοντα 1, ο συνήγορος του εναγομένου 1 αποδέχθηκε ότι οι τρεις επιταγές εκδόθηκαν στο όνομα της Financial κατ' εντολή του πελάτη του. Έβδομο, και παρά την αναφερόμενη στο έκτο, ανωτέρω, παραδοχή του συνηγόρου του εναγόμενου 1, ουδέποτε υπεβλήθη στον ενάγοντα 1 και η έτερη βασική θέση του πρώτου ότι ενημέρωσε τον τελευταίο ότι την εντολή αυτή τη δίδει κατόπιν οδηγιών του ομίλου εταιρειών Marketrends, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί επί τούτου. Τουναντίον, κάθε φορά που ο ενάγοντας 1 προωθούσε τη θέση ότι λόγος που εξέδωσε τις επιταγές στο όνομα της Financial (τρεις επιταγές) και του εναγομένου 2 (μια επιταγή) ήταν καθότι αυτές ήταν οι οδηγίες του εναγομένου 1 και ότι επειδή επρόκειτο για χρήματα που δικαιούντο οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν είχε κανένα λόγο για να μην ενεργήσει ως η εντολή του εναγομένου 1, αυτό που του υποβαλλόταν ήταν ότι με την έκδοση των επιταγών αυτών στην ουσία εξοφλήθηκε η επίδικη οφειλή του εναγομένου 1 προς τους ενάγοντες, χωρίς ποτέ να γίνει αναφορά σε όποιαν προγενέστερη συνεννόηση ή εντολή των εταιρειών Marketrends προς τον εναγόμενο
  8. Όγδοο, στην ουσία, η βασική αυτή θέση του εναγομένου 1 προς υποστήριξη της εκδοχής του, ότι, δηλαδή ενημέρωσε τον ενάγοντα 1 περί του ότι η εντολή του για έκδοση των επιταγών στο όνομα της Financial, δόθηκε κατόπιν οδηγιών που του δόθηκαν από τον όμιλο εταιρειών Marketrends, προωθήθηκε για πρώτη φορά στα πλαίσια της διά ζώσης μαρτυρία του, χωρίς ποτέ να δοθεί η ευκαιρία στους μάρτυρες των εναγόντων να τοποθετηθούν επί τούτης. Κάτι που στη βάση των όσων αναφέρθηκαν στην υπόθεση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc

(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, με οδηγεί στην κρίση ότι δεν θα προσδώσω οποιανδήποτε βαρύτητα σε αυτήν. Ένατο, ήταν εμφανής η προσπάθεια του εναγόμενου 1, κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του, να αποφύγει να δώσει επαρκείς εξηγήσεις για τις συνθήκες υπό τις οποίες του δόθηκαν οι κατ' ισχυρισμό αυτές εντολές από τον όμιλο εταιρειών Marketrends ή να προσδιορίσει, ειδικά, ποια εξ' αυτών των εταιρειών έδωσε την εντολή. Και τούτο, παρά την εμφανή γνώση του ότι η μόνη εξ' αυτών των εταιρειών που φέρεται να έχει τη σχέση αντιπροσώπου σε σχέση με την πώληση μετοχών της εταιρείας προς τρίτους ήταν η Capital και όχι η Financial, στο όνομα της οποίας εκδόθηκαν οι μετοχές. Σημειώνω προς τούτο ότι ο εναγόμενος 1 επαγγελλόταν για έτη τον λογιστή/ελεγκτή και διετέλεσε και συνέταιρος ενός από τα μεγαλύτερα ελεγκτικά γραφεία που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο. Δέκατο, με δεδομένο το γεγονός ότι η μόνη ουσιαστική διαφωνία των μερών εστιάζεται στα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ τους κατά την συνάντηση τους τον Μάιο του 2000, και ειδικότερα τις συνθήκες (περιλαμβανομένων των αντιλήψεων ενός εκάστου) υπό τις οποίες εκδόθηκαν οι τέσσερις επιταγές, η όποια σχετική με το ζήτημα αυτό αντίφαση ή γενικότερα αδυναμία στη μαρτυρία των προσώπων που κατέθεσαν σχετικά, υπέχει ουσιαστικής σημασίας για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας τους. Εν προκειμένω, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, η σχετική μαρτυρία του ΜΕ1 και του Ενάγοντα 1 παρουσιάζει την απαραίτητη συνοχή, σαφήνεια και αμεσότητα, χωρίς να παρατηρείται η όποια ουσιαστική αντίφαση ή ταλάντευση. Τουναντίον, αυτή του εναγόμενου 1, χαρακτηρίζεται από γενικότητα, αοριστία και ασάφεια. Επίσης, παρατηρείται και ουσιώδης αντίφαση αναφορικά και με το κατά πόσο, στη βάση της εκδοχής του, με την έκδοση των τεσσάρων επιταγών εξοφλήθηκε και η σχετική οφειλή (Λ.Κ.50.000) του εναγόμενου
  1. Επί του τελευταίου, παραθέτω ευθύς αμέσως τη σχετική περικοπή από τα πρακτικά του Δικαστηρίου «E. Κύριε μάρτυς, συμφωνείς μαζί μου ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία σου και τα λεγόμενά σου όπως ισχυρίζεσαι εσύ, ότι δήθεν ξόφλησες το χρέος σου προς τους Ενάγοντες, πρέπει να έχει εξοφλήσει και ο κύριος Λάμπρος Χριστοφή του χρέος του, έτσι είναι; A. Όχι, πώς μπορεί να δηλώσω εγώ τι έκανε ο κύριος Χριστοφή μαζί με τους κυρίους Μοδέστου; Όπως και δεν γνώριζα τον τρόπο ή και το ποσό που μετέφερε τις πρώτες 150.000 που πλήρωσα εγώ στον κύριο Χριστοφή, δεν γνωρίζω αν τα πλήρωσε, πότε τα πλήρωσε και πώς πλήρωσε τους κυρίους Μοδέστου, εγώ δεν το γνώριζα αυτό το πράγμα. E. Κύριε, όταν εσύ παραλάμβανες τις επιταγές που είπες ότι είπες του κυρίου Μοδέστου να φκάλει 63.500 και μια άλλη επιταγή 50.000 για έναν συγκεκριμένο σκοπό, με τον ίδιο τρόπο δεν ζήτησες να εκδοθούν και οι επιταγές του κύριου Λάμπρου Χριστοφή 61.000 τόσες συν μια απόδειξη που παρουσίασε μπροστά σου ότι χρωστούσε χρήματα ο κύριος Χριστοφή προς την εταιρεία και τις άλλες 50.000, με τον ίδιο τρόπο εκδόθηκε πάλι στη Marketrends Financial Services Ltd που αφορούσαν το χρέος κατά τον ισχυρισμό σου με τον ίδιο τρόπο και του κύριου Χριστοφή, έτσι είναι; A. Εγώ ζήτησα να εκδοθεί ξεχωριστή επιταγή 50.000 και 50.000, δύο επιταγές. Το 63.500 είναι κάτι που γνώριζα. Για το υπόλοιπο του κύριου Χριστοφή το πραγματικό, είναι κάτι που τακτοποίησε ο κύριος Μοδέστου με το λογιστήριό του. Εγώ ζήτησα, έχετε δίκαιο, να εκδοθούν δύο ξεχωριστές επιταγές των 50.000, διότι θεωρούσα ότι με αυτόν τον τρόπο το έκαμνα τελείως ξεκάθαρα, ότι για να εξοφλήσω τον κύριο Μοδέστου και δεύτερο για να βοηθήσω το λογιστήριο της Marketrends να κάνει την τακτοποίηση στις μερίδες. E. Τι ήταν οι 50.000, η δεύτερη επιταγή που έπαιρνες στα χέρια σου, για ποιον σκοπό ήταν, δηλαδή ήταν για τακτοποίηση και αυτή του λογαριασμού σας; A. Του κύριου Χριστοφή, διότι σύμφωνα με τη συμφωνία, ήταν 300.000 στην αρχή. Μετά στο τέλος του Φεβρουαρίου, 28, δεν ξέρω το υπόλοιπο, αλλά με την αποχώρηση του κύριου Αλωνεύτη, λέχθηκε το υπόλοιπο των 50.000 να πληρωθεί από τη διάθεση μετοχών στα πλαίσια της δημοσιοποίησης και αυτό και έγινε σε πράξη. E. Δηλαδή δεν ήξερες τι ήταν οι 50.000 εκείνες δηλαδή; A. Βεβαίως ήξερα, αφού εγώ το υπέδειξα, ήξερα ότι χρωστούσε και ο κύριος Χριστοφή 50.000, αυτό καταλάβαινα με βάση την προφορική συμφωνία μας. E. Όχι κύριε, άλλο σας ρώτησα εγώ, άσε τα δικά σου. Μιλώ για τις επιταγές που πήρες για λογαριασμό του κύριου Χριστοφή. A. Είπα, διότι ήμουν με την αντίληψη έκτοτε, ότι τη δεδομένη στιγμή είχαν πληρωθεί μόνο οι 300.
  2. Να συμπληρώσω, έχει σημασία, εγώ επαναλαμβάνω, δεν γνωρίζω καθόλου τι έκαμνε ο κύριος Χριστοφή με τον κύριο Μοδέστου, αν τους τα έδωσε πριν ή μετά ή όχι, δεν γνωρίζω τίποτε, ούτε ρώτησα καμιά φορά.» Προκύπτει αβίαστα από τις ανωτέρω αναφορές του εναγόμενου 1 το εντελώς ασαφές, από την μια, και αντιφατικό, από την άλλη, των, σχετικών με την όποια εξόφληση της οφειλής του εναγόμενου 2, τοποθετήσεών του. Αρχικά δηλώνει άγνοια ως προς το κατά πόσο αυτή εξοφλήθηκε και πώς ενδεχομένως να επιτεύχθηκε τούτο, ακολούθως δηλώνει πλήρη γνώση ότι αυτό επιτεύχθηκε με την έκδοση των επίδικων επιταγών κατόπιν δικής του σχετικής εντολής προς τον ενάγοντα 1, και τέλος, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε σχετική εξήγηση αναφορικά με την εκ νέου αλλαγή της στάσης του, επαναδηλώνει άγνοια περί τούτου. Ενδέκατο, ως προς το γενικό, αόριστο και ασαφές των σχετικών τοποθετήσεών του, υποδεικνύω, δια επανάληψης, ότι, κάθε τέτοια τοποθέτησή του, θέλει την «Marketrends»[6] να έχει καθήκον να ενεργεί για λογαριασμό των εναγόντων και των λοιπών μετόχων της εταιρείας, καθήκον το οποίο ο εναγόμενος 1 το θέτει και ως βάση γιατί εκδόθηκαν οι τρεις επιταγές στο όνομα της Financial. Ωστόσο, οι τοποθετήσεις του αυτές κρίνονται εντελώς ασαφείς και αόριστες με δεδομένο ότι καμία μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να θέλει την Financial να υπέχει ιδιότητα αντιπροσώπου ή εκπροσώπου ή έστω συμβούλου, είτε των εναγόντων είτε των λοιπών μετόχων της εταιρείας. Αν τώρα στα ανωτέρω προστεθεί και η περαιτέρω, συναφής, θέση του εναγόμενου 1, που θέλει την «Marketrends» να διατηρεί λογαριασμούς στο όνομα των εναγόντων και των λοιπών μετόχων της εταιρείας, τότε η ασάφεια αναδεικνύεται έτι περισσότερο, ενόψει της έλλειψης οποιασδήποτε μαρτυρίας που θέλει τους ενάγοντες να διατηρούν οποιονδήποτε λογαριασμό στην Financial, στο όνομα της οποίας εκδόθηκαν οι επιταγές. Δεν χρειάζεται κατά την γνώμη μου να παραθέσω άλλες αντιφάσεις, ασάφειες και γενικότερα αδυναμίες που παρουσιάζει η μαρτυρία του εναγομένου 1 προς αιτιολόγηση της ήδη εκφρασθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της. Τα ανωτέρω θεωρώ ότι αρκούν. Δεν έχω καμιά απολύτως αμφιβολία ότι στον βαθμό που αφορά στον λόγο για τον οποίον εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές της εταιρείας από τον ενάγοντα 1, τα πράγματα έγιναν ως ο τελευταίος, αλλά και ο ΜΕ1 ανέφεραν και όχι ως εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε. Επιπρόσθετα ευρήματα Πέραν των ανωτέρω ευρημάτων στα οποία προέβηκα στη βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων, ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης προβαίνω και στο επιπρόσθετο εύρημα ότι με την έκδοση των τεσσάρων επιταγών στις 16 Μαΐου 2000, η εταιρεία απλά κατέβαλε προς τους εναγόμενους 1 και 2 τις οφειλές της που αφορούσαν στην πώληση από αυτήν μετοχών δικής τους ιδιοκτησίας, συνολικής αξίας Λ.Κ.227.000[7] χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο, μέσω των επιταγών αυτών, να έχει εξοφληθεί η κατά τα άλλα κοινώς αποδεκτή από όλες τις πλευρές οφειλή τους προς τους ενάγοντες για την αγορά του πακέτου των μετοχών της εταιρείας με βάση τις πρόνοιες της σύμβασης, οφειλή η οποία ουδέποτε εξοφλήθηκε. Νομική πτυχή Συνεπεία της νομικής βάσης της αγωγής, και δη της παράβασης συμφωνίας, χρήσιμο, κρίνεται, να παρατεθούν τα όσα κατά καιρούς έχουν αποφασιστεί σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 73
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149[8]. Εκείνο που προκύπτει από την σχετική με το θέμα νομολογία είναι ότι, η αποζημίωση που επιδικάζεται υπέρ του αναίτιου συμβαλλόμενου, αφορά την ζημιά, η οποία προέκυψε φυσιολογικά κατά την συνήθη ροή των πραγμάτων ή την ζημιά, που οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, ότι θα προέκυπτε, ως φυσιολογικό αποτέλεσμα της παράβασης. Η δε συνισταμένη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων, είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους, ώστε τούτο να βρεθεί στην θέση που θα βρισκόταν αν δεν σημειωνόταν η διάρρηξη της σύμβασης. Κατά κανόνα, τούτο επιτυγχάνεται με την επιδίκαση τέτοιου ύψους αποζημιώσεων που κατά την λογική πρόβλεψη, κατά τον χρόνο εκτέλεσης της σύμβασης, θα πρόκυπταν ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της συμφωνίας. Αναφέρθηκε ακόμα ότι, η αποζημίωση έχει την έννοια της αποκατάστασης εκείνης της απώλειας ή της ζημιάς που στην πραγματικότητα υπέστη το αθώο μέρος. Τέλος, ως προς τον χρόνο υπολογισμού της ζημιάς, αποφασίστηκε ότι «(η) έκταση της ζημιάς την οποία είναι πιθανό να υποστεί το αθώο μέρος, είναι συνήθως διακριτέα κατά το χρόνο της διάρρηξης. Οι επιπτώσεις από την διάρρηξη καθίστανται γνωστές κατά το χρόνο της διάρρηξης. Έτσι συνήθως η ζημιά υπολογίζεται κατά το χρόνο της διάρρηξης» (βλέπε George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes ltd κ. α.
(1997)1 ΑΑΔ 199, Μιχαήλ Μουρτζινός ν. πλοίου «Galaxias» κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 80, Αλπάν (Αδελφοί Τάκοι) Λτδ κ.α. ν. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679, Ηλίας Αριστοδήμου ν. Τάκη Χαραλάμπους
(1990)1 ΑΑΔ 319, Saab and Another v. Holy Monastery of Ay. Noephytos
(1982)1 C.L.R. 499, Charalambous v. Vakana
(1982)1 C.L.R. 310, Markou v. Michael 19 C.L.R. 282 και Johnson v. Agnew [1979], 1 Αll E.R. 883). Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο που τα αφορά Αποτελεί στη βάση όλων των ανωτέρω τελική μου κρίση ότι, κατά παράβαση των προνοιών της σύμβασης, οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν εξόφλησαν πλήρως το αντίτιμο. Η μόλις εκφρασθείσα κρίση του Δικαστηρίου σφραγίζει στην ουσία και την τύχη της αγωγής, τουλάχιστον, αναφορικά με τον εναγόμενο 1, και κατά συνέπεια θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του για το συνολικό ποσό των €85.430 (Λ.Κ.50.000), πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την καταχώρηση της αγωγής[9] μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Όσον αφορά στον Εναγόμενο 2, δεδομένης της υπεράσπισης που προώθησε, προχωρώ ευθύς αμέσως, και ανεξάρτητα της ανωτέρω κρίσης μου, να εξετάσω κατά πόσο έχει απαλλαχθεί από την σχετική ευθύνη του στη βάση της αποκατάστασής του από πτωχεύσαντας κατά το 2016. Οι πρόνοιές του άρθρου 27A του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 έχουν ως εξής: «27Α.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), ο πτωχεύσας αποκαθίσταται αυτοδικαίως κατά την ημερομηνία συμπλήρωσης τριών
(3)ετών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος πτώχευσης, εκτός εάν αυτός έχει ήδη αποκατασταθεί προηγουμένως[10] ή εάν το εν λόγω διάταγμα έχει ήδη ακυρωθεί: Νοείται ότι, απαραίτητη προϋπόθεση για την αυτοδίκαιη αποκατάσταση του πτωχεύσαντα, αποτελεί η υποβολή από τον πτωχεύσαντα της Έκθεσης Καταστάσεως της περιουσίας του και της προκαταρκτικής του κατάθεσης κατά τον καθορισμένο τύπο στον Επίσημο Παραλήπτη ή τον διαχειριστή τουλάχιστο ένα έτος πριν την αυτοδίκαιη αποκατάσταση.
(2)....................................
(3)....................................
(4)....................................
(5)Το πρόσωπο που αποκαθίσταται δυνάμει του παρόντος άρθρου υποχρεούται να συνεργάζεται με τον διαχειριστή σχετικά με την εκποίηση και διανομή της πτωχευτικής περιουσίας που παραμένει, ανάλογα με την περίπτωση, στον Επίσημο Παραλήπτη ή στον διαχειριστή.
(6)....................................
(7)....................................
(8)Τηρουμένων, κατ' αναλογίαν, των διατάξεων των εδαφίων
(1),
(2),
(3)και
(5)του άρθρου 30 του παρόντος Νόμου, η αυτοδίκαιη αποκατάσταση πτωχεύσαντα, που επέρχεται δυνάμει του παρόντος άρθρου ή που επήλθε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, επιφέρει πλήρη απαλλαγή του εν λόγω προσώπου από όλα τα επαληθεύσιμα χρέη, νοουμένου ότι το πρόσωπο αυτό ενεργεί με καλή πίστη και συνεργάζεται πλήρως, είτε με τον Επίσημο Παραλήπτη είτε με τον διαχειριστή, ανάλογα με την περίπτωση, για την εκποίηση και διανομή της πτωχευτικής περιουσίας[11]: ....................................
(9)....................................
(10)..................................
(11).................................» Φαίνεται ότι η συλλογιστική του Εναγόμενου εδράζεται, αποσπασματικά και μόνο, στις πιο πάνω πρόνοιες, καθότι φαίνεται να μην συνυπολογίζει τις εξίσου σημαντικές πρόνοιες της υποπαραγράφου
(5)του εν λόγω άρθρου (τις τονισμένες). Για να γίνει πιο σαφής η τοποθέτησή μου αυτή, υποδεικνύω ότι, στη βάση των ανωτέρω προνοιών, η πλήρης απαλλαγή ενός αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα από ευθύνη καταβολής επαληθεύσιμων χρεών του, δεν επέρχεται αυτόματα με την έκδοση βεβαίωσης αποκατάστασης του, αλλά κατόπιν περαιτέρω απόδειξης ότι, κατά το στάδιο που τελούσε σε πτώχευση ή κατά το προγενέστερο στάδιο, που ήταν σε ισχύ το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, «ενεργούσε με καλή πίστη και συνεργαζόταν πλήρως, είτε με τον επίσημο παραλήπτη, είτε με τον διαχειριστή, ανάλογα με την περίπτωση, για την εκποίηση και διανομή της πτωχευτικής περιουσίας». Είμαι της γνώμης ότι, ως είναι συνταγμένο το άρθρο 27A
(8)του Κεφ. 5, το βάρος να αποδείξει ότι υπήρξε αυτή η συνεργασία και ότι ενήργησε με καλή πίστη το φέρει ο ίδιος ο εναγόμενος
  1. Και αυτό γιατί αυτός επικαλείται την απαλλαγή της κατά τα άλλα, μη αμφισβητηθείσας από πλευράς του, οφειλής του. Το ενώπιόν μου, σχετικό με το υπό εξέταση ζήτημα, μαρτυρικό υλικό είναι εντελώς σιωπηρό περί τούτου. Ελλείπει οτιδήποτε διαφωτιστικό και προσδιοριστικό της στάσης που τήρησε ο εναγόμενος 2 έναντι του επίσημου παραλήπτη ή του όποιου διαχειριστή της περιουσίας του κατά το στάδιο της πτωχευτικής διαδικασίας. Ελλείπει, λόγου χάριν, μαρτυρία, που να διαφωτίζει αν, με τη συνεργασία του εναγόμενου 2, έχει αναζητηθεί, ληφθεί (από τον Διαχειριστή) και ακολούθως, διανεμηθεί η πτωχευτική περιουσία του. Στη βάση, ακριβώς, της έλλειψης της μαρτυρίας αυτής, κρίνω ότι ο Εναγόμενος 2 δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος, που του επώμιζαν οι πρόνοιες του συγκεκριμένου άρθρου, και κατά συνέπεια δεν μπορεί, στη βάση τους, να επικαλείται πλήρη απαλλαγή των ευθυνών του, σε σχέση με το, κατά τα άλλα, κοινώς αποδεκτό, επαληθεύσιμο επίδικο χρέος του. Ως εκ των ανωτέρω, η σχετική εισήγησή του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Με γνώμονα τα ανωτέρω, κρίνω ότι οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση εναντίον και του εναγόμενου
  2. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου 1 για το συνολικό ποσό των €85.430 (Λ.Κ.50.000), καθώς επίσης και εναντίον του εναγομένου 2 για το συνολικό ποσό των €85.430 (Λ.Κ.50.000), πλέον νόμιμο τόκο επί των εν λόγω ποσών από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι εξόφλησής του[12]. Ως προς τα έξοδα δεν έχω κανέναν λόγο γιατί να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Δ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κάθε άλλη απαίτηση ή αυξημένος τόκος, εγκαταλείφθηκαν με σχετικές δηλώσεις του συνηγόρου τους. [2] Ο εν προκειμένω κοινός τόπος προκύπτει αβίαστα από, (α) άλλες σχετικές σαφείς αναφορές όλων των μαρτύρων, (β) τις αποδεκτές από αυτούς σχετικές θέσεις που τους υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή τους και (γ) τις σχετικές σαφείς τοποθετήσεις στις αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων. [3] Ως προς τον κοινό τόπο, ισχύει ότι και στην υποσημείωση 2 ανωτέρω. Επίσης, η όποια διαφορά του εναγόμενου 1 με την εταιρεία ή τους ενάγοντες για κατ' ισχυρισμό πώληση από την εταιρεία προς τρίτους περαιτέρω μετοχών του αξίας Λ.Κ.20.000, για τις οποίες, ως ισχυρίζεται, δεν αποζημιώθηκε, δεν θα απασχολήσει εδώ, καθότι η σχετική ανταπαίτηση του εγκαταλείφθηκε με δήλωση ότι, για το θέμα αυτό, εκκρεμεί άλλη αγωγή. Τέλος, έγινε αποδεκτό από όλους του μάρτυρες ότι, στην πορεία της σύμβασης, με κοινή αντίληψη όλων των συμβαλλομένων, διαφοροποιήθηκαν, χωρίς τη συνομολόγηση νέας γραπτής σύμβασης, κάποιοι εκ των όρων της, μεταξύ των οποίων και τα σε αυτή προβλεπόμενα χρονοδιαγράμματα. [4] Αυτό αναδεικνύεται και μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων των μερών ως το μόνο, επί γεγονότων, επίδικο ζήτημα για το οποίο θα πρέπει το Δικαστήριο να αποφανθεί. [5] Αναφορά στο συγκρουόμενο αυτών θα γίνει κατωτέρω. [6] Αυτή ήταν πάντα η σχετική αναφορά του, χωρίς να συγκεκριμενοποιεί αν αναφερόταν στην Capital ή στην Financial. [7] Δεν αποφαίνομαι ως προς την όποια ενδεχομένως πώληση από την εταιρεία άλλων μετοχών του εναγόμενου 1, θέμα για το οποίο εκκρεμεί άλλη αγωγή. [8] 73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης. [9] Δεν δόθηκε επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αγωγής, ώστε να μπορούσε να αποδοθεί τόκος από την ημέρα της παράβασης της συμφωνίας. [10] Υπογράμμιση δική μου, καθώς και όσες ακολουθούν. [11] Τονισμός δικός μου. [12] Δες υποσημείωση 9 ανωτέρω. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.