← Κύπρος

ΡΑΔΙΟ ΚΙΝΥΡΑΣ (ΠΑΦΟΣ) Φ.Μ. ΣΤΕΡΕΟ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. EX LIBRIS ADVERTISING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1794/2015, 25/4/2023

ΡΑΔΙΟ ΚΙΝΥΡΑΣ (ΠΑΦΟΣ) Φ.Μ. ΣΤΕΡΕΟ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. EX LIBRIS ADVERTISING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1794/2015, 25/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A77 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1794/2015 ΡΑΔΙΟ ΚΙΝΥΡΑΣ (ΠΑΦΟΣ) Φ.Μ. ΣΤΕΡΕΟ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσα v. EX LIBRIS ADVERTISING LIMITED Εναγόμενη Ημερομηνία: 25 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Κ. Χ''Λαμπρής για P. KOURIDES & CO LLC Για Εναγόμενη: κα Μ. Αρκαδίου μαζί με κ. Α. Αρτεμίου για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή - Δικογραφία Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο την 21/04/2015 και με αυτήν η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη το ποσό των €11.950,54, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από 17/09/2014 πλέον έξοδα. Με βάση την Έκθεση Απαίτησης, το πιο πάνω ποσό αφορά την οφειλή της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα, κατά ή περί την 17/09/2014, δυνάμει σχετικού λογαριασμού που η τελευταία διατηρούσε για την Εναγόμενη, στο πλαίσιο της μεταξύ τους εμπορικής σχέσης. Σύμφωνα πάντα με τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, η Εναγόμενη ήταν πελάτιδα της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα, ως εταιρεία που ασχολείται με διαφημιστικές εργασίες τόσο στον εγχώριο τόπο όσο και στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης στην Κύπρο, δραστηριοποιούμενη κάτω από την εμπορική επωνυμία "RADIO COSMOS" ("ΡΑΔΙΟ ΚΟΣΜΟΣ"), κατ' εντολή των αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων και/ή εργοδοτουμένων της Εναγόμενης, διατηρούσε για αυτήν τον πιο πάνω λογαριασμό και εκτελούσε κατά διάφορα χρονικά διαστήματα διάφορες διαφημιστικές εργασίες και/ή άλλες συναφείς εργασίες προς όφελος της Εναγόμενης. Αναφέρεται ακόμα ότι η Ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα την Εναγόμενη, τόσο προφορικά όσο και με δικές της επιστολές καθώς επίσης και με επιστολή των δικηγόρων της ημ. 24/03/2015, όπως εξοφλήσει την ως άνω αναφερόμενη οφειλή της, όμως η Εναγόμενη παρέλειψε ή/και αρνήθηκε να το πράξει και δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό έναντι του εν λόγω οφειλόμενου ποσού. Η Εναγόμενη καταχώρισε έκθεση υπεράσπισης την 29/10/

  1. Με αυτήν, ενώ γίνεται παραδεκτό ότι η Εναγόμενη ήταν πελάτης της Ενάγουσας, προβάλλεται άρνηση των ισχυρισμών της τελευταίας ως προς την μεταξύ τους εμπορική σχέση και, περαιτέρω, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι, στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της ως διαφημιστική εταιρεία ή/και ως εταιρεία παροχής υπηρεσιών συναφών με τη διαφήμιση προϊόντων ή/και υπηρεσιών από το ραδιόφωνο ή/και την τηλεόραση, ζήτησε από την Ενάγουσα να μεταδώσει από ραδιοφωνικά ή/και τηλεοπτικά κανάλια συγκεκριμένες διαφημίσεις όμως, σε αντίθεση με τους ρητούς ή/και εξυπακουόμενους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, η Ενάγουσα αρνήθηκε ή/και παρέλειψε να μεταδώσει τις διαφημίσεις που της παρέδωσε η Εναγόμενη ή/και τις μετέδωσε σε άλλη από την συμφωνηθείσα ημερομηνία και ώρα. Ισχυρίζεται, ακόμα, ότι για τις πράξεις ή/και παραλείψεις της Ενάγουσας, η Εναγόμενη ή/και οι δικηγόροι της έχουν οχλήσει, γραπτώς ή/και προφορικώς, την Ενάγουσα. Περαιτέρω, η Εναγόμενη αρνείται ότι οφείλει το αξιούμενο ποσό και ισχυρίζεται ότι αμέσως μετά την παραλαβή του κάθε τιμολογίου από την Ενάγουσα, η ίδια ή/και οι δικηγόροι της ενημέρωναν την Ενάγουσα, γραπτώς ή/και προφορικώς, ότι δεν θα τακτοποιήσουν τα τιμολόγια ως είχαν εκδοθεί λόγω παράβασης εκ μέρους της Ενάγουσας των ρητών ή/και εξυπακουόμενων όρων της μεταξύ τους συμφωνίας. Επιπλέον, η Εναγόμενη προβάλλει ότι όλες οι υπηρεσίες που παρασχέθηκαν από την Ενάγουσα σύμφωνα με τους ρητούς ή/και εξυπακουόμενους όρους της εκάστοτε μεταξύ τους συμφωνίας έχουν εξοφληθεί έγκαιρα. Καταχωρίστηκε απάντηση στην υπεράσπιση την 22/12/
  2. Με αυτήν απορρίπτονται οι ισχυρισμοί και οι θέσεις της Εναγόμενης και προβάλλεται ότι η Ενάγουσα προέβαλε ή/και μετέδωσε τις ειρημένες διαφημίσεις πάντοτε σύμφωνα με την μεταξύ τους συμφωνία και όπως ζήτησε η Εναγόμενη από την Ενάγουσα, ενώ ουδέποτε οχλήθηκε από την Εναγόμενη ή τους δικηγόρους της για οποιεσδήποτε πράξεις ή/και παραλείψεις της καθώς και ότι ουδέποτε ενημερώθηκε γραπτώς από την Εναγόμενη ή/και τους δικηγόρους της ότι δεν θα προβεί στην εξόφληση των τιμολογίων ή/και οφειλόμενων ποσών. Β. Προσαχθείσα Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της, η Ενάγουσα κάλεσε δύο μάρτυρες, την Άννα Χαραλάμπους (Μ.Ε.1) και τον Ανδρέα Χριστοδούλου (Μ.Ε.2), ενώ για την υπεράσπιση ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε. Περαιτέρω, κατά την εξέλιξη της δίκης, κατατέθηκαν συνολικά 5 Τεκμήρια και δηλώθηκε εκ συμφώνου, από πλευράς διαδίκων, ως παραδεκτό γεγονός, ο αριθμός εγγραφής της Ενάγουσας στο μητρώο του Φ.Π.Α., ο οποίος είναι εκείνος που αναγράφεται στη δέσμη τιμολογίων που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  3. H Μ.Ε.1 (Γραπτή Δήλωση, Έγγραφο Α) είναι η υπεύθυνη του λογιστηρίου και βοηθός προγραμματισμού των διαφημίσεων της Ενάγουσας. Είχε εμπλοκή στην τιμολόγηση της Εναγόμενης καθώς και επικοινωνία με την πλευρά της και ήταν το πρόσωπο που εξέδιδε κάθε μήνα το τιμολόγιο στο οποίο γινόταν χρέωση για την μηνιαία αναπαραγωγή στο ραδιόφωνο από την Ενάγουσα των διαφημιστικών σποτ που της ζητούσε η Εναγόμενη μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, ορισμένα από τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  4. Όπως είπε, αυτά τα διαφημιστικά σποτ μεταδίδονταν από την Ενάγουσα στο ραδιόφωνο και αναπαράγονταν πολλαπλές φορές ημερησίως, σύμφωνα με τις οδηγίες που της έδιδε η Εναγόμενη και ως η μεταξύ τους εκάστοτε προφορική συμφωνία, χωρίς οποιοσδήποτε εκ μέρους της Εναγόμενης να προβεί οποτεδήποτε σε οποιοδήποτε παράπονο, προφορικά ή γραπτά, αναφορικά με τον τρόπο και τις ώρες μετάδοσης των διαφημιστικών σποτ που η Ενάγουσα μετέδιδε για λογαριασμό της Εναγόμενης. Για τις εν λόγω εκτελεσθείσες, από την Ενάγουσα, διαφημιστικές εργασίες, κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 δέσμη τιμολογίων, τα οποία αφορούν την χρονική περίοδο 03/12/2009 - 04/08/2012, και ως Τεκμήριο 3 δέσμη αποτελούμενη από τρία δελτία παραγγελίας, εξηγώντας παράλληλα την διαδικασία τιμολόγησης της Εναγόμενης και το περιεχόμενο των τιμολογίων αλλά και το λόγο που δεν μπόρεσε να παρουσιάσει για κάθε τιμολόγιο και αντίστοιχο δελτίο παραγγελίας. Ανέφερε, επίσης, ότι έκαστο τιμολόγιο αποστέλλονταν κάθε τέλος του μήνα ταχυδρομικώς στην Εναγόμενη και χρεώνονταν στην κατάσταση λογαριασμού που η Ενάγουσα διατηρούσε στο όνομα της Εναγόμενης, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  5. Ανέφερε, ακόμα ότι, ως η συνήθης πρακτική της Ενάγουσας, μαζί με το τιμολόγιο έστελλε μία φορά το μήνα στην Εναγόμενη και την κατάσταση λογαριασμού, στην οποία φαίνονταν η ανάλυση του λογαριασμού με τις πληρωμές και την τιμολόγηση και καταγραφόταν το εκάστοτε υπόλοιπο, για το οποίο η Εναγόμενη είχε συνεχώς και αδιαλείπτως ενημέρωση κάθε μήνα, τόσο με τον προαναφερόμενο τρόπο όσο και με τακτική τηλεφωνική επαφή που η ίδια είχε με τον κ. Ορέστη Ιωσήφ από πλευράς Εναγόμενης, χωρίς οποιοσδήποτε εκ μέρους της να εκφράσει οποτεδήποτε οποιοδήποτε παράπονο ή αμφισβήτηση οποιουδήποτε τιμολογίου ή ποσού. Περαιτέρω, εξήγησε το Τεκμήριο 4 και τις καταχωρίσεις που φαίνονται σε αυτό αναφέροντας, επίσης, ότι μετά από πληρωμές που έγιναν κατά διαστήματα από την Εναγόμενη, η τελευταία όφειλε κατά την 17/09/2014 το ποσό των €11.960,54, το οποίο παρέλειψε να εξοφλήσει (και δεν πλήρωσε μέχρι σήμερα οποιοδήποτε ποσό έναντι αυτού), παρά το ότι η Ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα την Εναγόμενη, τόσο προφορικά όσο και με επιστολή των δικηγόρων της ημ. 24/03/2015 (Τεκμήριο 5), να το πράξει. Περαιτέρω, αρνήθηκε τις υποβολές που της έγιναν κατά την αντεξέταση της ότι η κατάσταση λογαριασμού είναι λανθασμένη και ότι η τιμολόγηση της Εναγόμενης έγινε αυθαίρετα, είτε επειδή δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε υπηρεσία από την Ενάγουσα είτε διότι έγινε εκτός των συμφωνηθέντων και, επίσης, αρνήθηκε τη θέση ότι όλα τα οφειλόμενα δυνάμει των τιμολογίων και της κατάστασης ποσά οφείλονται από μία τρίτη εταιρεία (την ESEL) και όχι από την Εναγόμενη αφού, όπως είπε, ήταν με την Εναγόμενη που είχε την συνεργασία. Ο Μ.Ε.2 είναι εδώ και 25 χρόνια διευθυντής της Ενάγουσας. Αναφέρθηκε στην συνεργασία που είχε η Ενάγουσα με την Εναγόμενη, η οποία είπε ότι ξεκίνησε στο πλαίσιο μίας προφορικής συμφωνίας που έκανε με τον Ορέστη, σύμφωνα με την οποία η Ενάγουσα ανέλαβε να προγραμματίζει και να μεταδίδει στον ραδιοφωνικό της σταθμό διαφημιστικά σποτ τρίτης εταιρείας (της E & S - ESEL) που της έστελλε η Εναγόμενη, και ότι για την εκτέλεση των εν λόγω διαφημιστικών εργασιών της Ενάγουσας θα χρέωναν την Εναγόμενη. Η χρέωση αυτή γινόταν κατά περιόδους με βάση την εκάστοτε μεταξύ τους συμφωνηθείσα τιμή ανά διαφημιστικό σποτ, για την εξόφληση της οποίας συμφωνήθηκε να δίδεται παράταση 3 μηνών. Ανέφερε ακόμα ότι η Εναγόμενη ουδέποτε παραπονέθηκε για την εκτέλεση των διαφημιστικών υπηρεσιών που της παρείχε η Ενάγουσα ή ότι αυτές δεν ήταν σύμφωνα με τις οδηγίες της. Σημείωσε, κάνοντας αναφορά, υπό τύπο παραδείγματος, σε οδηγίες της Εναγόμενης που δόθηκαν στην Ενάγουσα μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ημ. 23/02/2012 (βλ. 2η σελίδα Τεκμηρίου 1), ότι η Εναγόμενη ουδέποτε τους καθόριζε με τις οδηγίες της ποιες ώρες ακριβώς θα έπαιζε το κάθε διαφημιστικό σποτ στο ραδιόφωνο αφού η προφορική τους συμφωνία ήταν να γίνεται μία ίση κατανομή του αριθμού των σποτ, μεταξύ των ημερομηνιών που τους έλεγε η Εναγόμενη, ώστε η μετάδοση του στο ραδιόφωνο να καλύπτει όλο το πρόγραμμα του σταθμού της Ενάγουσας, και αυτό ήταν που έκανε η Ενάγουσα. Περαιτέρω ανέφερε ότι είχε επανειλημμένα επαφές με την πλευρά της Εναγόμενης και, συγκεκριμένα, με τον Ορέστη, για την εξόφληση του χρέους. Είπε, επίσης, ότι πέραν από τις δύο πληρωμές που έγιναν στις 08/03/2013 και 17/09/2014, ουδεμία άλλη πληρωμή ακολούθησε έναντι του χρέους, παρά τις υποσχέσεις του Ορέστη προς τον ίδιο ότι θα το εξοφλούσαν αλλά χρειάζονταν χρόνο να το πράξουν. Ωστόσο, όταν σε κάποιο σημείο ο Ορέστης έπαυσε να ανταποκρίνεται στις οχλήσεις του, η Ενάγουσα δεν είχε άλλη επιλογή παρά να προχωρήσει σε δικαστικές διαδικασίες εναντίον της Εναγόμενης για την είσπραξη του χρέους. Γ. Αξιολόγηση Μαρτύρων και Ευρήματα Δικαστηρίου Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και έχω εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, στο βαθμό που αυτή αφορά τα αμφισβητούμενα και επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης[1], με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[2] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου ότι δεν αναμένεται από τον διάδικο που έχει το βάρος απόδειξης να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη[3], με την μονομερώς τεθείσα εκδοχή (δηλαδή εκείνη που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων) να αγνοείται από το Δικαστήριο αν αυτή δεν ετέθη στους μάρτυρες της άλλης πλευράς παρέχοντας τους έτσι την δυνατότητα να τοποθετηθούν και απουσιάζει ικανή δικαιολογία ως προς το λόγο της εν λόγω παράλειψης[4]. Εν προκειμένω, είναι κοινό έδαφος ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε συνεργασία, στο πλαίσιο της οποίας η Ενάγουσα συμφώνησε να παρέχει κατ' εντολή της Εναγόμενης διαφημιστικές εργασίες έναντι αμοιβής, με τα μέρη όμως να μην συμφωνούν ως προς το κατά πόσο οι εν λόγω εργασίες εκτελέστηκαν από την Ενάγουσα ή αν αυτές εκτελέστηκαν με τον τρόπο που συμφωνήθηκε. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που, με την έκθεση υπεράσπισης, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει το αξιούμενο ποσό, προβάλλοντας ότι η Ενάγουσα παρέβηκε ρητούς ή/και εξυπακουόμενους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Το Δικαστήριο, έχοντας ακούσει και εξετάσει το σύνολο της μαρτυρίας, καταλήγει, χωρίς κανένα ενδοιασμό, ότι οι μάρτυρες της Ενάγουσας κατέθεσαν με πάσα ειλικρίνεια και είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Αμφότεροι έκαμαν απόλυτα θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, δίδοντας ο καθένας τους την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα και ότι προσπάθησε έντιμα να παραθέσει την δική του γνώση και εμπλοκή στην υπόθεση, με αναφορά τόσο στα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όσο και στο περιεχόμενο των επαφών και της επικοινωνίας που ο καθένας τους είχε με την πλευρά της Εναγόμενης, καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας της με την Ενάγουσα. Με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσαν τα γεγονότα όπως τα έζησαν και όπως μπορούσαν να τα ανακαλέσουν στην μνήμη τους σε σχέση με το περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας αλλά και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η μεταξύ τους συνεργασία, απαντώντας με ευθύτητα, φυσικότητα και απλότητα στις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση τους, ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από οποιονδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις του. Ούτε έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία οποιουδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες, η οποία παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέταση της, συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, το περιεχόμενο της οποίας ουδόλως αμφισβητήθηκε, και δεν αντικρούστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από άλλη μαρτυρία προερχόμενη από την υπεράσπιση. Περαιτέρω, η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 είναι συμπαγής και, εκτός του ότι στηρίζεται στο συναφές και αναντίρρητο περιεχόμενο των εγγράφων της εποχής που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα, χαρακτηρίζεται παράλληλα από πειστικότητα και είναι αληθοφανής. Η κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε η Ενάγουσα (Τεκμήριο 4), επί της οποίας εδράζεται και η αξίωση της στην παρούσα αγωγή, αποτυπώνει όλο το ιστορικό των συναλλαγών με την Εναγόμενη, με γνώση του περιεχομένου των χρεοπιστώσεων που περιλαμβάνονται σε αυτήν από την Μ.Ε.1, η οποία την επεξήγησε με σαφήνεια, ως η υπεύθυνη του λογιστηρίου και βοηθός προγραμματισμού των διαφημίσεων της Ενάγουσας που είχε εμπλοκή στην τιμολόγηση της Εναγόμενης. Για κάθε χρέωση που έγινε και υφίσταται βάσει της εν λόγω κατάστασης λογαριασμού παρουσιάστηκε αντίγραφο τιμολογίου[5] της Ενάγουσας (βλ. Τεκμήριο 2), τα υπογραμμένα των οποίων, όπως μαρτύρησαν οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 (και δεν αμφισβητείται με την υπεράσπιση)[6], αποστάληκαν στην Εναγόμενη, χωρίς ουδέποτε να αμφισβητηθεί το περιεχόμενο τους αλλά και η χρέωση που έγινε με αυτά. Η ρηθείσα χρέωση αφορά τιμολόγηση της Εναγόμενης για την περίοδο από 03/12/2009 μέχρι 04/08/2012 (βλ. Τεκμήρια 2 και 4) και, εφόσον είναι σε αυτή την περίοδο που αφορά το διεκδικούμενο με την αγωγή ποσό, το ότι η κατάσταση λογαριασμού ξεκινά από τις 19/06/2009 με ένα υπόλοιπο €742,73 (το οποίο περιγράφεται ως «Balance Brought Forward») ουδεμία σημασία έχει για την ουσία της υπόθεσης (όπως επιχείρησε να αναδείξει η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 και μέσω της αγόρευσης της) αφού τούτο προκύπτει ότι μεταγενέστερα εξοφλήθηκε και, έτσι, ο λογαριασμός της Εναγόμενης έφερε μηδενικό υπόλοιπο όταν στις 31/12/2009 έγινε σε αυτόν η χρέωση του πρώτου τιμολογίου (€874,00 ως το τιμολόγιο υπ' αριθμό 4210). Περαιτέρω, προκύπτει ότι τα τιμολόγια που συναποτελούν το Τεκμήριο 2 εκδόθηκαν στο όνομα της Εναγόμενης, εκτός από το τιμολόγιο υπ' αριθμό 4376, για το οποίο η Μ.Ε.1 με σαφήνεια και πειστικότητα εξήγησε ότι λανθασμένα αρχικά δεν χρεώθηκε η Εναγόμενη αλλά μία τρίτη εταιρεία που ήταν πελάτης και της Εναγόμενης (η ESEL) και ότι όταν διαπιστώθηκε το λάθος αυτό από τους ελεγκτές έγινε μεταφορά της χρέωσης αυτής στον λογαριασμό της Εναγόμενης, κάτι που η τελευταία αποδέχθηκε. Με τον ίδιο τρόπο η Μ.Ε.1 εξήγησε (και ο Μ.Ε.2 επανέλαβε) το λόγο που δεν παρουσίασαν για κάθε τιμολόγιο και αντίστοιχο δελτίο παραγγελίας, εφόσον, όπως με πειστικότητα αμφότεροι μάρτυρες εξήγησαν, δεν μπόρεσαν να τα εντοπίσουν, παρά τις προσπάθειές τους. Ωστόσο, υπό τις δοσμένες περιστάσεις, ούτε η μη παρουσίαση όλων των δελτίων παραγγελίας όπως ούτε και το ότι σε ορισμένα από τα τιμολόγια δεν περιλαμβάνεται κάποια ανάλυσή τους δημιουργούν κενό στην μαρτυρία της Ενάγουσας. Τέτοια ανάλυση, άλλωστε, δεν αποκλείεται να υπάρχει στο αντίστοιχο δελτίο παραγγελίας (το οποίο δεν αμφισβητήθηκε ότι εκδόθηκε σε σχέση με κάθε τιμολόγιο που παρουσιάστηκε), όπως συμβαίνει στην περίπτωση του τιμολογίου υπ' αριθμό 5963 όπου οι παρασχεθείσες εργασίες περιγράφονται στο δελτίο παραγγελίας υπ' αριθμό
  6. Εν πάση περιπτώσει, τα ζητήματα αυτά, παρά τις περί του αντιθέτου εισηγήσεις στην αγόρευση της υπεράσπισης, δεν άπτονται της ειλικρίνειας των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.
  7. Τα παρουσιασθέντα ηλεκτρονικά μηνύματα (Τεκμήριο 1) και δελτία παραγγελίας (Τεκμήριο 3), σε συνδυασμό με τα τιμολόγια (Τεκμήριο 2), υποδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων, επιβεβαιώνοντας, σε αυτή την έκταση, την εκδοχή της μαρτυρίας των μαρτύρων της Ενάγουσας. Ενδεικτικό επί του προκειμένου είναι επίσης ότι στα παρουσιασθέντα τιμολόγια, πέραν από άλλα στοιχεία (όπως όνομα πελάτη, περίοδος χρέωσης και ποσό χρέωσης ανά διαφήμισης κάθε σποτ για το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, δεν προβάλλεται στην έκθεση υπεράσπιση ισχυρισμός ότι ήταν άλλο από το ποσό εκείνο που κατά περιόδους συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων[7]) αναφέρεται συγκεκριμένος αριθμός συμβολαίου, ο οποίος προκύπτει ότι αντιστοιχεί σε έναν αριθμό δελτίου παραγγελίας[8] που δεν αμφισβητήθηκε ότι εκδόθηκε σε σχέση με κάθε τιμολόγιο. Ενδεικτικό ακόμα είναι ότι η έκδοση των ρηθέντων τιμολογίων (και η πληρωμή από την Ενάγουσα του αναλογούντα, για το καθένα από αυτά, Φ.Π.Α.) δεν αμφισβητήθηκε, όπως δεν αμφισβητήθηκε η θέση των μαρτύρων της Ενάγουσας ότι τα εν λόγω τιμολόγια αποστάληκαν στην Εναγόμενη. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, στο πλαίσιο της οποίας λειτουργούσε η μεταξύ τους συνεργασία, είναι κοινό έδαφος ότι υπήρχε. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η έκδοση των εν λόγω τιμολογίων και η αποστολή τους κάθε μήνα στην Εναγόμενη μαζί με την κατάσταση του λογαριασμού της, δίχως η τελευταία να αμφισβητήσει οποτεδήποτε είτε την ορθότητα τους είτε τον τρόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών της Ενάγουσας που χρεώθηκαν με το καθένα από αυτά, σε συνδυασμό με την επί του προκειμένου αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, καταδεικνύουν ότι η Ενάγουσα παρείχε στην Εναγόμενη τις υπηρεσίες που τιμολογήθηκαν με τα εν λόγω τιμολόγια, ως η εκάστοτε, μεταξύ των διαδίκων, προφορική συμφωνία, αλλά και ότι η χρέωση που έγινε με το καθένα από αυτά ήταν βάσει της εν λόγω συμφωνίας και όχι αυθαίρετα. Ό,τι άλλο προκύπτει από την προσαχθείσα μαρτυρία είναι ότι η Εναγόμενη, όχι μόνο δεν αμφισβήτησε την ορθότητα του περιεχομένου των τιμολογίων και, συνακόλουθα, την εκτέλεση των εργασιών για τις οποίες αυτά εκδόθηκαν αλλά, αντίθετα, γνωρίζοντας συνεχώς το υπόλοιπο του λογαριασμού της προς την Ενάγουσα, ζητούσε χρόνο για την αποπληρωμή του, καταβάλλοντας έναντι αυτού, αρκετούς μήνες μετά την ημερομηνία του τελευταίου τιμολογίου[9], το συνολικό ποσό των €1.500 (βλ. Τεκμήριο 4). Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, αποδέχομαι στην ολότητά της την μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.
  8. Όπως προειπώθηκε, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για την υπεράσπιση και οι θέσεις της Εναγόμενης, στην έκταση που η υπεράσπιση έφερε το αποδεικτικό βάρος, παρέμειναν στην ολότητά τους μετέωρες και ατεκμηρίωτες. Η εκτέλεση των διαφημιστικών εργασιών από την Ενάγουσα δεν υποστηρίχθηκε με μαρτυρία ότι δεν έγινε ως η συμφωνία της με την Εναγόμενη, ούτε υποστηρίχθηκε με μαρτυρία ότι η Ενάγουσα παρέβη οποιουσδήποτε ρητούς ή/και εξυπακουόμενους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, τους οποίους η υπεράσπιση, εν πάση περιπτώσει, δεν προσδιορίζει στο δικόγραφό της. Όπως δεν υποστηρίχθηκε με μαρτυρία ότι η Ενάγουσα οχλήθηκε για τα ζητήματα αυτά από την Εναγόμενη αλλά ούτε και ότι η Εναγόμενη εξόφλησε έγκαιρα όλες τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν από την Ενάγουσα σύμφωνα με τους, κατά τα άλλα απροσδιόριστους από την υπεράσπιση, ρητούς ή/και εξυπακουόμενους όρους της εκάστοτε μεταξύ τους συμφωνίας. Οι εκ μέρους της Εναγόμενης δικογραφημένες (αυτές) θέσεις της, πέραν από ατεκμηρίωτες, έχουν καταρριφθεί από την παρουσιασθείσα μαρτυρία, η οποία καταδεικνύει ακριβώς το αντίθετο, αφού η Εναγόμενη, αν και παραλάμβανε τα τιμολόγια της Ενάγουσας και ήταν συνεχώς ενήμερη για την κατάσταση του λογαριασμού της, ουδέποτε προέβαλε ότι η Ενάγουσα ενήργησε αντίθετα με την μεταξύ τους συμφωνία και ουδέποτε αμφισβήτησε το χρέος της σε αυτήν αλλά, απεναντίας, ζητούσε χρόνο για να το εξοφλήσει, καταβάλλοντας μάλιστα έναντι αυτού, αρκετούς μήνες μετά από την τελευταία φορά που η Ενάγουσα χρέωσε την Εναγόμενη για τις υπηρεσίες της[10], το συνολικό ποσό των €1.500[11]. Το Δικαστήριο, έχοντας αποδεχτεί εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία και των δύο μαρτύρων για την Ενάγουσα, προβαίνει στα εξής ευρήματα γεγονότων: Η Ενάγουσα είναι εταιρεία η οποία ασχολείται με διαφημιστικές και άλλες συναφείς εργασίες στο ραδιόφωνο στην Κύπρο και δραστηριοποιείται κάτω από την εμπορική επωνυμία "RADIO COSMOS" ("ΡΑΔΙΟ ΚΟΣΜΟΣ"). Η Ενάγουσα διατηρούσε συνεργασία με την Εναγόμενη εταιρεία, η οποία ήταν πελάτης της Ενάγουσας. Η εν λόγω συνεργασία τους ξεκίνησε στο πλαίσιο μίας προφορικής συμφωνίας, σύμφωνα με την οποία η Ενάγουσα ανέλαβε την εκτέλεση διαφημιστικών εργασιών προς όφελος της Εναγόμενης, με τον προγραμματισμό και την μετάδοση στον ραδιοφωνικό της σταθμό διαφημιστικών σποτ τρίτης εταιρείας, ως οι οδηγίες που θα της έστελλε η Εναγόμενη, για την εκτέλεση των οποίων η Ενάγουσα θα χρέωνε την Εναγόμενη. Στο πλαίσιο αυτό, η Ενάγουσα εκτέλεσε για την περίοδο από 03/12/2009 - 04/08/2012 διαφημιστικές εργασίες, ως οι εκάστοτε οδηγίες της Εναγόμενης, για τις οποίες τιμολόγησε την Εναγόμενη για την μηνιαία αναπαραγωγή διαφημιστικών σποτ με βάση την εκάστοτε μεταξύ τους προφορική συμφωνία, εκδίδοντας προς τούτο κάθε μήνα τα τιμολόγια που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 2, τα οποία στη συνέχεια χρέωσε στον σχετικό λογαριασμό που διατηρούσε για την Εναγόμενη (Τεκμήριο 4). Η κατάσταση του ρηθέντος λογαριασμού που τηρούσε η Ενάγουσα, μαζί με το εκάστοτε εκδοθέν από αυτήν τιμολόγιο, αποστέλλονταν μηνιαίως στην Εναγόμενη, η οποία και είχε συνεχώς ενημέρωση ως προς το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού της, την ορθότητα του οποίου ουδέποτε αμφισβήτησε και ουδέποτε προέβαλε οποιοδήποτε παράπονο αναφορικά με τον τρόπο και τις ώρες μετάδοσης των διαφημιστικών σποτ που η Ενάγουσα μετέδιδε για λογαριασμό της. Μετά από πληρωμές που έγιναν κατά διαστήματα από την Εναγόμενη έναντι του λογαριασμού της (Τεκμήριο 4), η Εναγόμενη οφείλει από τις 17/09/2014 στην Ενάγουσα το ποσό των €11.960,54, για το οποίο η Ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα την Εναγόμενη, τόσο προφορικά όσο και με επιστολή των δικηγόρων της ημ. 24/03/2015 (Τεκμήριο 5), να το εξοφλήσει, πλην όμως η Εναγόμενη παρέλειψε να το πράξει. Δ. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, και παρά τις περί του αντιθέτου εισηγήσεις και θέσεις της Εναγόμενης στη δική της αγόρευση, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, δηλαδή κατά πόσο η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι[12], παρουσίασε ικανοποιητικά στοιχεία, με επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία, προς υποστήριξη και στοιχειοθέτηση της υπόθεσης της, ώστε να δικαιούται την έκδοση απόφασης για το ποσό που αναφέρεται στην απαίτησή της. Όσον αφορά το ζήτημα του τόκου, η Ενάγουσα αξιώνει την επιδίκαση νόμιμου τόκου από τις 17/09/2014, που είναι ημερομηνία από την οποία υφίσταται το χρέος που διεκδικεί με την παρούσα αγωγή, μετά και την τελευταία πληρωμή που έγινε εκείνη την ημέρα έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού της Εναγόμενης. Ωστόσο, εφόσον από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα δεν προκύπτει να συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ των διαδίκων η επιβάρυνση τόκου επί του υπολοίπου του λογαριασμού της Εναγόμενης, κρίνω ότι η Ενάγουσα δικαιούται την επιδίκαση νόμιμου τόκου επί του οφειλόμενου χρέους από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής[13]. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €11.960,54, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής (21/04/2015) μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. την Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd

(2009)1 Α.Α.Δ. 974 και Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie - Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10 ημ. 30/09/2015. Περαιτέρω, ως έχει νομολογηθεί, η απόδειξη μέσω των δικογράφων ή των παραδοχών του αντιδίκου συνιστά παραδεκτός τρόπος απόδειξης ισχυρισμών και όταν ένας ισχυρισμός γίνεται παραδεκτός στα δικόγραφα, αυτός παύει να συνιστά αμφισβητούμενο και επίδικο θέμα για την υπόθεση ώστε να μην είναι αναγκαίο να αποδειχθεί με την προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ακρόαση (βλ. Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1874 και STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολ. Έφεση 407/2011 ημ. 21/06/2018, ECLI:CY:AD:2018:A300). [2] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014, ECLI:CY:AD:2014:A267), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να συσχετίζεται και αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71 και Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση 328/11 ημ. 31/05/2017, ECLI:CY:AD:2017:A202), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του, η πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε και ο βαθμός κατά τον οποίο η εκδοχή του συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016, ECLI:CY:AD:2016:D212). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [3] Βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454. [4] Βλ. Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. [5] Σε ό,τι αφορά αξίωση προς στοιχειοθέτηση της οποίας παρουσιάζεται στο Δικαστήριο τιμολόγιο, έχει νομολογηθεί ότι αυτό περιέχει σημείωση ή ένδειξη μιας συμφωνίας, όταν η αγωγή βασίζεται σε εκτέλεση εργασίας (βλ. Θεοδώρου ν. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1492 και R. P. Leggott κ.α. ν. S.B. Mosaic Ltd Πολ. Έφεση 359/2013 ημ. 28/08/2020, ECLI:CY:AD:2020:A290) και ότι δεν έχει αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία αλλά υπάρχει για να συνεκτιμηθεί στο σύνολο της μαρτυρίας (βλ. Palatino Developments Ltd v. Telectronics Communication Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 962, Demil Imports Exports Ltd v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 462). [6] Βλ. την παρ. 6 της έκθεσης υπεράσπισης όπου αναφέρεται ότι η Εναγόμενη παραλάμβανε τα τιμολόγια της Ενάγουσας, δίχως να εγείρεται ότι αυτά (ή κάποια από αυτά) ήταν ανυπόγραφα. [7] Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 2, από τις 03/12/2009 μέχρι τις 27/02/2010 η χρέωση ανά σποτ ήταν €2,00, με έκπτωση 5% επί του ολικού ποσού σε κάθε τιμολόγιο της εν λόγω περιόδου (ποσοστό το οποίο αντιστοιχούσε, σύμφωνα με την Μ.Ε.1, στην προμήθεια που λάμβανε η Εναγόμενη) και από τις 09/03/2010 μέχρι τις 04/08/2012 η χρέωση ανά σποτ ήταν €3,42 χωρίς κάποια έκπτωση. [8] Βλ. επί παραδείγματι τα τιμολόγια υπ' αριθμό 5917, 5963 και 6020 (μέρος του Τεκμηρίου 2), στα οποία ο εκεί αναφερόμενος αριθμός συμβολαίου είναι αυτός που αναφέρεται (αντιστοίχως) στα δελτία παραγγελίας που παρουσιάστηκαν ως Τεκμήριο 3. [9] Βλ. τιμολόγιο υπ' αριθμό 6427 (μέρος του Τεκμηρίου 2). [10] Βλ. τιμολόγιο αρ. 6427 ημ. 31/07/2012 (μέρος του Τεκμηρίου 2) και την αντίστοιχη χρέωσή του στην κατάσταση λογαριασμού (2η σελίδα Τεκμηρίου 4). [11] Βλ. Τεκμήριο 4, από το οποίο προκύπτει μία πίστωση ποσού ύψους €1.000 στις 08/03/2013 και μία επιπρόσθετη πίστωση ποσού ύψους €500 στις 17/09/2014. [12] Βλ. Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, Μαρσέλ ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Citi Principal Investments Ltd v. Γιωργαλλά Πολ. Έφεση 271/2012 ημ. 10/07/2018. [13] Βλ. άρθρο 33
(1)και
(2)Ν.14/1960 και την Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. ν. Κωνσταντής Καντούνας κ.α. Πολ. Έφεση 320/2014, 328/2014 ημ. 24/06/2022, ECLI:CY:AD:2022:A268. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.