← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤ

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΚΥΡΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Γενική Αίτηση αρ. 71/2001, 25/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Κ. Ηλία, Πρ. Ε.Δ. Γενική Αίτηση αρ. 71/2001 Μεταξύ:- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Αιτήτρια -και- ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΚΥΡΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ Καθ' ου η Αίτηση Αίτηση, ημ. 10/2/2022 Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου 2023 Για Αιτήτρια: κ. Ιωάννου Για Καθ' ου η Αίτηση: κα Κωνσταντίνου Με την Αίτηση η Αιτήτρια αιτείται: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος καταχώρησης της παρούσας αίτησης. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να παρέχεται άδεια για την εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου, ημερ. 19.02.2001, η οποία εκδόθηκε υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, για περίοδο δώδεκα

(12)χρόνων από τις 26.03.2017. (Γ) Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου Φ.Π.Α. [ ]).» Η Αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό Δ.40, θ. 8, Δ.42, Δ.48, θ. 1, 2, 8
(1)(κκ) &
(2), Δ.57, θ. 2 και Δ.64, στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. ΑΑ, ο οποίος αναφέρει συνοπτικά τα ακόλουθα: - Είναι πλήρως εξουσιοδοτημένως τόσο από την Αιτήτρια όσο και από την ΑΑΜ Ltd, η οποία ενεργεί για λογαριασμό της Αιτήτριας, να προβεί στην ένορκη δήλωση. - Η Αιτήτρια αποτελεί Συνεργατική Εταιρεία, η οποία λειτουργεί ως νομική οντότητα χωρίς άδεια τραπεζικών εργασιών, και η οποία είναι δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (Ν. 22/1985). Κατά τις 3/9/2018, η Αιτήτρια απορρόφησε όλες τις εργασίες της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, αναλαμβάνοντας όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και κατέστη η νόμιμη διάδοχος της. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο του πιστοποιητικού, ημερομηνίας 3/9/
  1. Κατά τις 21/7/2021, η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, η οποία κατά ή περί τις 24/7/2017 άλλαξε όνομα σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, είχε απορροφήσει όλα τα δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ και άλλων Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων και κατέστη η νόμιμη διάδοχος τους. Περί τις 9/11/2013, η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δευτεράς-Ανάγυιας Λτδ συγχωνεύτηκε με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λακατάμιας και μετονομάστηκαν σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ. Στις 4/7/2013, η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δευτεράς-Ανάγυιας μετονομάστηκε σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δευτεράς-Ανάγυιας Λτδ. Περί τις 22/11/2007, η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ανάγυιας συγχωνεύτηκε με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δευτεράς και μετονομάστηκαν σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δευτεράς-Ανάγυιας. Τόσο η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, όσο και η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ, η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δευτεράς-Ανάγυιας Λτδ και η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δευτεράς, αποκαλούνται εφεξής ως η Αιτήτρια. Επισυνάπτει δέσμη με αντίγραφα των πιστοποιητικών ημερομηνίας 21/7/2017, 24/7/2017, 9/11/2013, 4/7/2013 και 22/11/2007 ως τεκμήριο
  2. - Δυνάμει απόφασης που εκδόθηκε στις 19/2/2001 προς όφελος της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης, ο Καθ' ου η Αίτηση οφείλει να πληρώσει στην Αιτήτρια το ποσό των ΛΚ 31.340,17 (€53,547.86) πλέον τόκους προς 9% ετησίως από τις 5/2/1997 μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον το ποσό των ΛΚ 26 (€44,42) ως έξοδα της διαιτητικής απόφασης, πλέον το ποσό των ΛΚ 126,15 (€215,54) ως έξοδα της απόφασης, πλέον ΦΠΑ. - Στις 2/5/2001 κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας το ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ Χ επί της ακίνητης περιουσίας του Καθ' ου. Αντίγραφο του εν λόγω ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ Χ επισυνάπτεται ως τεκμήριο
  3. - Στις 13/6/2002 εκδόθηκε υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση διάταγμα μηνιαίων δόσεων, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτει ως τεκμήριο
  4. Αναφέρει ότι ο Καθ' ου η Αίτηση ουδέν ποσό κατέβαλε προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του. - Εξ όσων γνωρίζει αλλά και από όσα εμφαίνονται στο φάκελο του δικαστηρίου, η εν λόγω απόφαση, ημερομηνίας 19/2/2001, ανανεώθηκε με σχετικό διάταγμα του δικαστηρίου, ημερομηνίας 26/3/2007, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτει ως τεκμήριο
  5. - Στις 10/4/2013 κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας το ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ Ψ επί της ακίνητης περιουσίας του Καθ' ου. Αναφέρει ότι το εν λόγω ΜΕΜΟ έχει ισχύ για 10 χρόνια και επομένως λήγει στις 10/4/
  6. Επισυνάπτει αντίγραφο του εν λόγω ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ Ψ ως τεκμήριο
  7. - Αναφέρει ότι είναι εμφανές από όλα τα πιο πάνω ότι η Αιτήτρια έχει, από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, λάβει όλα τα απαραίτητα διαβήματα και/ή μέτρα με σκοπό την είσπραξη του λαβείν της, δυνάμει της απόφασης, ημερομηνίας 19/2/
  8. Εντούτοις, ο Καθ' ου δεν έχει προβεί σε εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί μέχρι σήμερα να οφείλει το πιο πάνω ποσό στην Αιτήτρια, πλέον τόκους και έξοδα. Επισυνάπτει προς τούτο κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου ως Τεκμήριο 7 από το οποίο αναφέρει ότι εμφαίνεται ότι το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού δανείου στις 31/12/2021 ανερχόταν στο ποσό των €458,400.
  9. - Αναφέρει ότι επειδή ο Καθ' ου η Αίτηση εξακολουθεί να οφείλει το πιο πάνω ποσό προς την Αιτήτρια, πρόθεση της Αιτήτριας είναι να προχωρήσει στη λήψη περαιτέρω μέτρων για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης, ημερομηνίας 19/2/2001, αλλά και για να μπορέσει να προβεί σε τυχόν ανανέωση του υφιστάμενου ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ Ψ το οποίο λήγει στις 10/4/
  10. - Ως εκ των πιο πάνω, αναφέρει ότι η απόφαση, ημερομηνίας 19/2/2001 θα πρέπει να ανανεωθεί για να μπορέσει η Αιτήτρια να προχωρήσει με τη λήψη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης. - Αναφέρει ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης για ανανέωση της απόφασης οφείλεται στο γεγονός ότι την υπόθεση χειριζόταν, εκ μέρους της Αιτήτριας, άλλο δικηγορικό γραφείο, οι οποίοι από καλόπιστο λάθος ή εκ παραδρομής δεν προχώρησαν στην σύνταξη και καταχώρηση σχετικής αίτησης για ανανέωση απόφασης πριν την λήξη αυτής. - Ειλικρινά πιστεύει ότι από την ημέρα που ο φάκελος της υπόθεσης παραδόθηκε στα γραφεία των δικηγόρων που πρόσφατα ανέλαβαν την υπόθεση, αυτοί προχώρησαν άμεσα με τα απαιτούμενα δικονομικά διαβήματα, ως επίσης και με τη σύνταξη της υπό κρίση αίτησης για ανανέωση της απόφασης, ημερομηνίας 19/2/
  11. - Αναφέρει ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης ουδόλως επηρεάζει τα όσα αφορούν την υπόθεση και σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα του εξ αποφάσεως οφειλέτη / Καθ' ου. Τουναντίον, τυχόν μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και κατ' επέκταση μη ανανέωση της απόφασης, ημερομηνίας 19/2/2001, θα επηρεάσει δυσμενώς και ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα της Αιτήτριας, αφού θα της αποστερήσει το δικαίωμα της για είσπραξη του εξ αποφάσεως οφειλόμενου προς αυτήν ποσού ως επίσης των τόκων και εξόδων. (εφεξής «ΕΔ Α») Η Αίτηση επιδόθηκε και ο Καθ' ου καταχώριση ένσταση με στην οποία προβάλει 10 λόγους ένστασης, οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως: - Η Αίτηση είναι αβάσιμη (λόγος ένστασης Α) και η διαδικασία ασκείται καταχρηστικά (λόγος ένστασης Β). Η Αιτήτρια επέδειξε μεγάλη αδιαφορία και/ή αμέλεια και/ή ολιγωρία στην εκτέλεση της απόφασης (λόγος ένστασης Γ), η παρέλευση μακρού χρονικού διαστήματος, ήτοι 21 χρόνια από την έκδοση της απόφασης και 9 χρόνια από τη λήψη του τελευταίου μέτρου και/ή διαβήματος εκ μέρους της Αιτήτριας καταδεικνύει την αμέλεια και/ή ολιγωρία της για την εκτέλεση της απόφασης (λόγος ένστασης Δ). Η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν επεξηγεί επακριβώς και με σαφήνεια τους λόγους που να δικαιολογούν την καθυστέρηση από πλευράς της, παρά μόνο γίνεται αναφορά σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς (λόγοι ένστασης Ε) και δεν εξηγούνται επαρκώς οι λόγοι καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης (λόγος ένστασης Στ). Δεν έχει καταδειχθεί ότι το προτιθέμενο μέτρο είναι δυνατό να οδηγήσει στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους, προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης καθότι από την εγγραφή του ΜΕΜΟ αρ. ΕΒ Χ το 2001 και από την εγγραφή του ΜΕΜΟ αρ. Ψ το 2013 μέχρι σήμερα δεν έχουν προχωρήσει σε κανένα μέτρο εκτέλεσης προς είσπραξη του ποσού (λόγος ένστασης Η). - Η Αιτήτρια παραλείπει να αναφέρει ποιο είναι το ακριβές ποσό που οφείλει σήμερα ο Καθ' ου συμπεριλαμβανομένων των τόκων και/ή οποιωνδήποτε εξόδων και/ή παραλείπει να καταθέσει αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, παρά μόνο επισυνάπτεται κατάσταση του σημερινού υπολοίπου χωρίς να εμφαίνεται πως προέκυψε το συγκεκριμένο ποσό (λόγος ένστασης Ζ). - Η Αιτήτρια παραλείπει να αναφέρει εάν υπάρχει απόφαση εναντίον πρωτοφειλέτη και/ή άλλων εγγυητών για την συγκεκριμένη υπόθεση και αν έχει ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο εναντίον τους και/ή αν έχει εισπραχθεί οποιοδήποτε ποσό (λόγος ένστασης Θ). - Προς εξασφάλιση του συγκεκριμένου δανείου υπάρχει ενυπόθηκο ακίνητο η αξία του οποίου έχει διαφοροποιηθεί από την ημερομηνία εγγραφής της υποθήκης και από της εκδόσεως της διαιτητικής απόφασης, και συγκεκριμένα η αξία του έχει μειωθεί, καθότι έχουν παρέλθει 20 χρόνια και με την οικονομική κρίση που ακολούθησε η αξίες των ακινήτων μειώθηκαν κατακόρυφα (λόγος ένστασης Ι). Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. ΧΙ, στην οποία αναφέρονται συνοπτικά τα ακόλουθα: - Αγνοεί και συνεπώς αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 1-4 της ΕΔ Α. - Παραδέχεται το περιεχόμενο της παραγράφου 5 της ΕΔ Α (στην οποία γίνεται αναφορά στην έκδοση της απόφασης). - Παραδέχεται το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της ΕΔ Α (στην οποία γίνεται αναφορά στην κατάθεση του ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ Χ επί της ακίνητης περιουσίας του Καθ' ου) και περαιτέρω αναφέρει ότι ενώ η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι προχώρησαν σε εγγραφή ΜΕΜΟ στις 13/6/2002 παρά ταύτα σε κανένα μέτρο εκτέλεσης δεν προχώρησε για είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους. - Παραδέχεται τις παραγράφους 7 και 8 της ΕΔ Α (στις οποίες γίνεται αναφορά στην έκδοση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου διάταγμα μηνιαίων δόσεων και ότι ο Καθ΄ου ουδέν ποσό κατέβαλε προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του (παρ. 7) και ότι η απόφαση, ημερομηνίας 19/2/2001 ανανεώθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 26/3/2007 (παρ. 8)). - Παραδέχεται εν μέρει το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της ΕΔ Α και συγκεκριμένα ότι κατατέθηκε ΜΕΜΟ υπ' αρ. Ψ, το οποίου είναι και το μόνο διάβημα και μέτρο που έλαβε η Αιτήτρια από το 2002 πέραν από την ανανέωση της απόφασης. Είναι η θέση του ότι η Αιτήτροα δεν έχει καταδείξει πως το συγκεκριμένο μέτρο θα οδηγήσει στην ικανοποίηση της απόφασης εφόσον όλα αυτά τα χρόνια δεν έπραξαν οτιδήποτε προς τούτο. - Αρνείται το περιεχόμενο της παρ. 10 της ΕΔ Α και αναφέρει περαιτέρω ότι η Αιτήτρια δεν έχει λάβει όλα τα απαραίτητα διαβήματα και/ή μέτρα προς είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Συγκεκριμένα στο διάστημα των 21 ετών προχώρησε μόνο σε έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων, εγγραφή ΜΕΜΟ και ανανέωση απόφασης. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η Αιτήτρια παραλείπει να επισυνάψει αναλυτική κατάσταση λογαριασμού στην οποία να εμφαίνεται πως προέκυψε το ποσό ως αυτό εμφαίνεται στο Τεκμήριο 7 της ΕΔ Α, που σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται αποδεκτό. - Αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 11 και 12 της ΕΔ Α και αναφέρει ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται την αιτούμενη θεραπεία που αξιώνει καθότι παραλείπει να αναφέρει με συγκεκριμένους λόγους εάν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης εφόσον είχε προχωρήσει σε καταχώρηση ΜΕΜΟ στο διάστημα των 21 χρόνων και αν έλαβε δεν αναφέρει γιατί δεν τελεσφόρησε. - Αναφέρει ότι η Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι το μέτρο εκτέλεσης που θα λάβει είναι η καταχώρηση ΜΕΜΟ χωρίς να αναφέρει πως το συγκεκριμένο μέτρο εκτέλεσης είναι δυνατό να οδηγήσει την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού και εάν προτίθεται να εκποιήσει το ενυπόθηκο ακίνητο και γενικά παραλείπει να αναφέρει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες παρά μόνο γίνονται γενικές και αόριστες αναφορές. - Αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 13, 14 και 15 της ΕΔ Α και αναφέρει ότι η αδράνεια και/ή αμέλεια της Αιτήτριας δεν δικαιολογείται από τις αναφορές που γίνονται στην ΕΔ Α, καθότι παραλείπει να αναφέρει εάν η Αιτήτρια έδωσε οδηγίες στον προηγούμενο δικηγόρο που χειριζόταν την υπόθεση για λήψη οποιουδήποτε μέτρου και/ή άλλως και/ή αν έγινε έστω οποιαδήποτε προσπάθεια προς τον σκοπό αυτό εφόσον υπήρχε ήδη καταχωρημένο ΜΕΜΟ στην περιουσία του Καθ' ου. Προσθέτει ότι με τα αναφερόμενα αφήνεται να νοηθεί ότι η Αιτήτρια για την συγκεκριμένη υπόθεση προχώρησε μόνο σε ανανέωση ΜΕΜΟ και ανανέωση απόφασης χωρίς τη λήψη οποιουδήποτε περαιτέρω μέτρου. Αναφέρει απλά, γενικά και αόριστα ότι ο προηγούμενος δικηγόρος από καλόπιστο λάθος δεν προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας, αναφορές οι οποίες ως τον συμβουλεύει η δικηγόρος του είναι ατεκμηρίωτες και για αυτό δεν δύνανται να οδηγήσουν στην επιτυχία της αίτησης. Περαιτέρω, αναφέρει ότι καμιά αναφορά δεν γίνεται από την Αιτήτρια για το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τότε που δόθηκε από το προηγούμενο δικηγορικό γραφείο ο φάκελος της υπόθεσης στην Αιτήτρια και πότε η Αιτήτρια έδωσε τον φάκελο στους νέους δικηγόρους για να αναλάβουν την υπόθεση και να προχωρήσουν στην υπό κρίση αίτηση. - Αρνείται το περιεχόμενο της παραγράφου 16 της ΕΔ Α και αναφέρει ότι η αξία της περιουσίας του αποβιώσαντα μετά την παρέλευση 21 ετών, την ολιγωρία και/ή αμέλεια της Αιτήτριας καθώς και μετά την οικονομική κρίση η οποία επέφερε τη γενικότερη μείωση στην αξία των ακινήτων μειώθηκε κατακόρυφα. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες τόσο του αποβιώσαντα όσο βρισκόταν εν ζωή όσο και του ιδίου τα προηγούμενα χρόνια καμιά ανταπόκριση δεν υπήρξε από την Αιτήτρια για την διευθέτηση της υπόθεσης και η περιουσία όλα αυτά τα χρόνια παραμένει δεσμευμένη. - Αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 17 και 18 της ΕΔ Α και αναφέρει ότι από μέρους της Αιτήτριας υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση τόσο για την εκτέλεση της απόφασης, για την ανανέωση της όσο και προς την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, με αποτέλεσμα η παρούσα αίτηση να καθίσταται αβάσιμη και καταχρηστική. Καμία ενέργεια δεν έγινε από την Αιτήτρια όλα αυτά τα χρόνια και καμία σαφής δικαιολογία δεν δόθηκε από μέρους της. (εφεξής «ΕΔ Ι») Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και δεν κρίνεται απαραίτητη η λεπτομερής αναφορά σε αυτές πέραν του αναγκαίου κατωτέρω. Σημειώνω ότι οι λόγοι ένστασης Θ και Ι δεν προωθήθηκαν στην γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του και ως εκ τούτου δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω. Νομική πτυχή Η Αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.40, θ. 8, η οποία προνοεί ως ακολούθως: «
  12. Όταν παρέλθουν δώδεκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι.». Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται ότι αρχικά ο χρόνος ισχύος δικαστικής απόφασης για σκοπούς λήψης εκτελεστικών μέτρων καθοριζόταν στα 6 έτη. Στις 9/9/2011, σύμφωνα με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2011, ο χρόνος αυτός αυξήθηκε στα 10 έτη και, ακολούθως, στις 27/3/2020, σύμφωνα με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2020, ο χρόνος αυξήθηκε στα 12 έτη. Μετά την παρέλευση της εν λόγω χρονικής περιόδου, ως προβλέπεται στη Δ.40, θ .8, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί η άδεια του δικαστηρίου για τη λήψη μέτρων προς εκτέλεση δικαστικής απόφασης. Προκύπτει τόσο από το λεκτικό της ίδιας της Δ.40, θ. 8 όσο και από τη σχετική νομολογία ότι η χορήγηση άδειας για εκτέλεση δικαστικής απόφασης, μετά την παρέλευση του σχετικού χρόνου, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Δ.40, θ. 8 έτυχε νομολογιακής ερμηνείας σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Ορφανίδη κ.α. ν S. & G. Securities and General Finance Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 302/2013, ημ. 8/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:A132 αναλύθηκαν οι νομολογιακές αρχές με παραπομπή σε παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως ακολούθως: «Η εμβέλεια της Δ.40 θ.8, των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, επί της οποίας βασίζετο η αίτηση, υπήρξε αντικείμενο εξέτασης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην πρόσφατη υπόθεση Σταυρινίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A11, Πολ. Έφ. Αρ. 367/12, ημερ. 17.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:A11, κατόπιν ανασκόπησης της μέχρι τότε νομολογίας συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση αίτησης στη βάση της Δ.40 θ.8 ως εξής: «Είναι επίσης θεμελιωμένο πως, είτε μονομερώς καταχωρηθεί η αίτηση είτε δια κλήσεως, ο αιτητής δέον να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για συγκεκριμένες προϋποθέσεις και δη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πρέπει να προσδιορίζεται η ημερομηνία και το αρχικό ποσό της απόφασης καθώς και το οφειλόμενο ακόμη υπόλοιπο. Περαιτέρω πρέπει να τεκμηριώνεται ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης. Προσθέτως δέον να αιτιολογείται η καθυστέρηση και να διαφαίνεται πως δεν επηρεάζεται δυσμενώς ο εκ δικαστικής αποφάσεωςοφειλέτης. (Βλ. Biochemie Rose Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου ECLI:CY:AD:2018:A264, Πολ.εφ.11/2013, 1.6.2018). Στη ΣΠΕ Κοντέας v. Mιχαήλ,
(2012)1Β Α.Α.Δ.1604 αναφέρθησαν τα ακόλουθα σχετικά: "Η ίδια η Δ.40 Κ. 8 δεν απαριθμεί τα κριτήρια που το δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να διατάξει την ανανέωση μιας απόφασης. Όμως όπως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, ο διάδικος που υποβάλλει την αίτηση θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι δικαιούται εκτέλεσης και το όλο πνεύμα της νομολογίας είναι ότι έχει ο αιτητής το βάρος απόδειξης. Επομένως η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων ότι το βάρος δεν πρέπει να είναι στον αιτητή για ανανέωση της απόφασης (εδώ τους εφεσείοντες) δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Στην υπόθεση Panaou v. Christofi
(1963)2 C.L.R. 19, 23 γενικά με το θέμα εκτέλεσης μιας απόφασης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «The execution of a judgment is a matter under the Court's supervision and control, and cannot be allowed to be used for purposes of unnecessary oppression as the circumstances of the present case would seem to suggest, or, indeed, for any purpose, other than the proper satisfaction of the Court's judgment, under the Court's control." Τα κριτήρια που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αναφέρονται σε αγγλικά συγγράμματα όπου ερμηνεύθηκε παρόμοια πρόνοια των αγγλικών θεσμών. (βλ. The Annual Practice 1958 σελ. 1019-1020). Θα πρέπει η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση να περιέχει τα εξής στοιχεία: (α) Την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμα ποσό, (β) ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης και (γ) να αιτιολογεί την καθυστέρηση. Από αριθμό αγγλικών αποφάσεων (βλ. μεταξύ άλλων W.T.Lamb & Sons v. Rider [1948] 2 All E.R. 402, Good Challenger Nevugante SA v. Metalexportimport SA [2003] Q.B. 471, Duer v. Frazer
(2001)1 All E.R. 249 και Patel v. Singh [2002] EWCA 1668) φαίνεται ότι ο κανόνας είναι ότι η διακριτική ευχέρεια πρέπει να είναι ενάντια της έγκρισης της αίτησης μετά την παρέλευση των 6 ετών (τώρα 10) εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Στην υπόθεση Pater v. Singh (πιο πάνω) λέχθηκε ότι προτού δοθεί άδεια για εκτέλεση μετά τα 6 χρόνια ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα πρέπει να δώσει στο δικαστήριο ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση ενώ αντίθετα ο εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει υποχρέωση να δείξει δυσμενή επηρεασμό εξαιτίας της καθυστέρησης. Με δεδομένο ότι μετά τα 6 χρόνια δεν επιτρέπεται εκτέλεση χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, ο αιτητής υποχρεούται να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις οι οποίες θέτουν την υπόθεση σε ασύνηθες πλαίσιο (take the case out of the ordinary) ούτως ώστε να είναι δίκαιο όπως δοθεί η άδεια για ανανέωση της απόφασης. Στη δε Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Μακρίδης κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1218 ανατράπηκε η πρωτόδικη κρίση ότι οι εφεσείοντες/αιτητές θα έπρεπε να είχαν καταδείξει την ύπαρξη ειδικών περιστάσεων, παρατηρώντας ότι «κάτι τέτοιο δεν επιβάλλει, ούτε δικαιολογεί τη Δ.40 θ.8 στην οποία αναγράφεται απλώς ότι ο αιτών διάδικος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δικαιούται να εκτελέσει την υπέρ του απόφαση». Σε μεταγενέστερη υπόθεση Κτωρίδης ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, πολ.εφ.290/10, 19.6.2014, αφού αναφέρθησαν και αναλύθησαν οι προηγούμενες αποφάσεις καθώς και αριθμός αγγλικών αυθεντιών, το Εφετείο κατέληξε πως «η λυδία λίθος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, και το πιο σημαντικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη (βλ. Westacre Investments Inc. v. Yugoimport SDPR [2008] EWHC 801 και Good Challenger Navegante SA v. Mineralexportimport SA [2004] 1 Lloyd΄s Rep. 67)». Ως τέτοιος προσδιορισμός του δυσμενούς επηρεασμού θα πρέπει να θεωρείται πως ο εξ αποφάσεως πιστωτής αφήνει τον εξ αποφάσεως οφειλέτη να πιστεύει πως η απραξία του σημαίνει πως δεν πρόκειται να εκτελέσει.» Η πιο πάνω νομική προσέγγιση υιοθετήθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Astrapi Commission Agents Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. Ε107/13, ημερ. 21.2.2019, στην οποία τονίστηκε επιπρόσθετα ότι «ως απόσταγμα της σχετικής νομολογίας το κρίσιμο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και το πιο καθοριστικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη.».» (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Στην Ορφανίδης (ανωτέρω), η απόφαση εξασφαλίστηκε στις 29/11/1991 ενώ η αίτηση με την οποία ζητούνταν άδεια εκτέλεσης καταχωρίστηκε την 1/7/2013. Το πρωτόδικο δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση και το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη κρίση ανέφερε τα ακόλουθα: «Σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποφασιστικής σημασίας για το υπό εξέταση θέμα ήταν η λήψη μέτρου εκτέλεσης, δηλαδή η κατάθεση του memo ενώ η παράταση του ή όχι δεν αφορούσε τη διαδικασία ενώπιον του. Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια που αν και αναγνωρίζει ότι υπήρξε καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης, εν τούτοις δεν την απέδωσε σε κακόβουλη ή καταχρηστική συμπεριφορά της εφεσίβλητης, θεωρώντας τη δικαιολογημένη, ενόψει εκκρεμότητας εντάλματος πώλησης της περιουσίας της εναγόμενης 2 στο Κτηματολόγιο, στα πλαίσια διαδικασίας άλλης Αγωγής.». Στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν Ευσταθίου κ.α., Πολ. Εφ. 47/2013, ημ. 10/6/2019 λέχθηκαν τα εξής: «Ό,τι προκύπτει, όμως, από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα είναι πως οι εφεσείοντες έλαβαν μέτρα εκτέλεσης τα οποία όμως δεν μπόρεσαν να καρποφορήσουν εντός της προβλεπόμενης χρονικής περιόδου. Εν προκειμένω υπεισέρχεται και η κυπριακή πραγματικότητα με τις δυσχέρειες εκτέλεσης και τις συνεπαγόμενες μεγάλες καθυστερήσεις, η οποία δεν πρέπει να παραβλέπεται με μηχανιστική μεταφορά της αγγλικής νομολογίας. Ο περιορισμός που θέτει η Δ.40 κ.8 δεν είναι μηχανιστικός ή τυπολατρικός. Αποβλέπει στην ουσία και η ουσία έγκειται στην άσκηση εποπτείας και ελέγχου από το δικαστήριο προς αποτροπή καταχρηστικής ή άδικης συμπεριφοράς εκ μέρους του εξ αποφάσεως δανειστή. Το βασικό αυτό πλαίσιο τέθηκε προ πολλού και με ενάργεια στην Panaou v. Haji Christofi
(1963)2 CLR 19, ως ακολούθως: «The execution of a judgment is a matter under the Court's supervision and control; and cannot be allowed to be used for purposes of unnecessary oppression as the circumstances of the present case would seem to suggest; or, indeed, for any purpose, other than the proper satisfaction of the Court's judgment, under the Court's control.» Eν προκειμένω οι εφεσείοντες έλαβαν μέτρα εκτέλεσης, τα οποία δεν μπόρεσαν να αποδώσουν εντός της προβλεπόμενης χρονικής περιόδου, με αποτέλεσμα το εξ αποφάσεως χρέος να παραμένει απλήρωτο, παρά την πρωταρχική υποχρέωση των εφεσιβλήτων, ως υπόλογων σε δικαστική απόφαση να το είχαν εξοφλήσει πριν από χρόνια. Δεν πρόκειται για περίπτωση ασύγγνωστης παράλειψης ή άδικης ή καταπιεστικής συμπεριφοράς, ούτε το Δικαστήριο υπέδειξε οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό των εφεσιβλήτων. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ασκήθηκε σε λανθασμένα πλαίσια, εφόσον, υπό τις περιστάσεις, στην πραγματικότητα οι εφεσείοντες έδωσαν επαρκή εξήγηση για τους λόγους που η εκτέλεση δεν απέδωσε εντός των προβλεπομένων χρονικών πλαισίων.». (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Επίσης, στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd v Π.Κ., Πολ. Εφ. 219/2012, ημ. 31/1/2019 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με καθιερωμένη αρχή δικαίου: "... a judgment creditor is in general entitled to enforce a money judgment which he has lawfully obtained against a judgment debtor by all or any of the means of execution prescribed by the relevant rules of court.", (βλ. Roberts Petroleum v Bernard Kenny Ltd [1982] 1 All ER 685, σελίδα 690, καθώς, επίσης, [1983] 1 All ER 564, σελίδες 571 έως572, και Κτωρίδης v. Alpha Bank Cyprus Ltd
(2014)1 Α.Α.Δ. 1173, σελίδα 1178, όπου το πιο πάνω απόσπασμα παρατίθεται). Πρόκειται για δικαίωμα το οποίο έχει κάθε εξ αποφάσεως πιστωτής, όταν ο εξ αποφάσεως χρεώστης παραλείπει να συμμορφωθεί με την εκδοθείσα εναντίον του απόφαση. Το εν λόγω δικαίωμα μπορεί να ασκηθεί μέσα σε χρονική περίοδο δέκα χρόνων από την έκδοση της δικαστικής απόφασης, χωρίς να χρειάζεται σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Με την παρέλευση του χρόνου αυτού, τούτο ασκείται κατόπιν εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο, δυνάμει του Κ. 8[1] της Δ.40 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το δικαστήριο παραχωρεί άδεια για λήψη μέτρων εκτέλεσης, ασκώντας προς τούτο διακριτική εξουσία, εφόσον ο εξ αποφάσεως πιστωτής καταδεικνύει, κατ' ελάχιστο, προς ικανοποίησή του, ότι εξακολουθεί να υφίσταται το εξ αποφάσεως χρέος ή οποιοδήποτε μέρος του, ότι δικαιολογημένα δεν έχουν αποδώσει τα μέτρα εκτέλεσης που ο ίδιος τυχόν να έχει λάβει εμπρόθεσμα, ώστε να καθίσταται αναγκαία η λήψη επιπρόσθετων μέτρων και ότι τα προτιθέμενα μέτρα δυνατό να οδηγήσουν στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους, προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Επιπρόσθετα, η αδράνεια εξ αποφάσεως πιστωτή στη λήψη μέτρων εκτέλεσης, προς είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, προς ικανοποίηση του δικαστηρίου ότι δικαιολογείται η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας μετά την πάροδο δέκα ετών. Σε τέτοια περίπτωση, το εν λόγω δικαίωμα αντισταθμίζεται και με τυχόν μεταβολή των συνθηκών του εξ αποφάσεως χρεώστη, ώστε να διασφαλίζεται πως η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας δε θα του προκαλέσει οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό, (βλ. Duerv Frazer [2001] 1 All ER 249, σελίδα 255, The "Good Challenger" [2004] 1 Lloyd's Rep. 67, σελίδες 85 έως 86, και Ανδρέας Τρύφωνος ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A373, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 206/2012, 26.10.2017, ECLI:CY:AD:2017:A373).» Προκύπτει από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές ότι οι προϋποθέσεις για την έγκριση αίτησης για παροχή άδειας προς εκτέλεση απόφασης μετά τη λήξης της είναι οι ακόλουθες: α. προσδιορίζεται η ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμα ποσό, β. τεκμηριώνεται ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης, γ. αιτιολογείται η καθυστέρηση, και, δ. δεν επηρεάζεται δυσμενώς ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης. (Δέστε, επίσης, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν Μιχαήλ κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 1604, Τρύφωνος ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. 206/2012, ημ. 26/10/2017, ECLI:CY:AD:2017:A373, Biochemie Rose Ltd κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. 11/2013, ημ. 1/6/2018, ECLI:CY:AD:2018:A264) Εξέταση της αίτησης Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται από μέρους του Καθ' ου ότι στις 19/2/2001 εκδόθηκε απόφαση με την οποία εγγράφηκε διαιτητική απόφαση εναντίον του Καθ΄ου για το ποσό των ΛΚ 31,340.17 (€53,547.86) πλέον τόκους προς 9% ετησίως από τις 5/2/1997 μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον το ποσό των ΛΚ 26 (€44,42) ως έξοδα της διαιτητικής απόφασης, πλέον το ποσό των ΛΚ 126,15 (€215,54) ως έξοδα της απόφασης, πλέον ΦΠΑ. Επομένως, προκύπτει ότι, σύμφωνα με τις ως άνω προϋποθέσεις, προσδιορίζεται η ημερομηνία και το αρχικό ποσό της απόφασης. Με τον λόγο ένστασης Ζ, ο Καθ' ου προβάλλει ότι η Αιτήτρια παρέλειψε να αναφέρει το ακριβές ποσό που οφείλει σήμερα ο Καθ' ου και παρέλειψε να καταθέσει αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, παρά μόνο επισυνάπτεται κατάσταση του σημερινού υπολοίπου χωρίς να εμφαίνεται πως προέκυψε το συγκεκριμένο ποσό, το οποίο ως αναφέρεται στην ΕΔ Ι δεν γίνεται αποδεκτό. Εν πρώτοις, σημειώνω ότι η μη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους δεν αμφισβητείται από μέρους του Καθ' ου. Η θέση που προβάλλεται αφορά αμφισβήτηση του οφειλόμενου υπολοίπου. Σχετικά, στην Σταυρινίδη ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. 367/2012, ημ. 17/1/2019, ECLI:CY:AD:2019:A11 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τυχόν διαφωνία του ενιστάμενου ως προς το ακριβές ποσό του υπολοίπου της οφειλής, όπως ετέθη στη νομολογία, μπορεί να εξεταστεί κατά το στάδιο εφαρμογής του εκτελεστικού μέτρου και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να αποτελεί λόγο άρνησης της αίτησης. (Βλ. Biochemie Rose Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου ανωτέρω).». Συναφώς, στην Κτωρίδη ν Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 290/2010, ημ. 19/6/2014 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ως προς το ύψος του οφειλομένου υπολοίπου, θεωρούμε ότι δεν αφορά άμεσα στο ζήτημα της παραχώρησης άδειας εκτέλεσης της απόφασης, αλλά είναι θέμα ορθού υπολογισμού που μπορεί να εγερθεί κατά την εκτέλεση.». Επίσης, στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν Μιχαήλ κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 1604 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αναφορικά με τον ισχυρισμό του εφεσίβλητου ότι οι εφεσείοντες δεν απέδειξαν το ύψος του αιτούμενου ποσού (δηλαδή των €129.116,49 ενώ σύμφωνα με τον ίδιο αυτό είναι μόνο €80,000 περίπου), κρίνουμε ότι αυτό δεν ήταν εμπόδιο για έγκριση της αίτησης. Το θέμα μπορεί να εγερθεί από τον εφεσίβλητο κατά την εκτέλεση της απόφασης.». (δέστε, επίσης, Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν Μακρίδη κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 1218). Εν προκειμένω, πέραν του ότι η θέση που προβάλλεται στην ΕΔ Ι είναι γενική και ουδέν συγκεκριμένο ισχυρισμό ή στοιχείο θέτει, θεωρώ, υπό το φως των ως άνω νομολογιακών αρχών, ότι τυχόν αμφισβήτηση του οφειλόμενου υπολοίπου από μέρους του Καθ' ου δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Τούτο, διότι, όπως υποδεικνύεται στις ως άνω νομολογιακές αρχές, είναι ζήτημα που αφορά στο στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης, όπου μπορεί να τεθεί το ζήτημα του ακριβούς οφειλόμενου υπολοίπου και του υπολογισμού αυτού. Αυτό που ενδιαφέρει στην υπό κρίση αίτηση είναι η ύπαρξη οφειλόμενου υπολοίπου ώστε να καταδεικνύεται το δικαίωμα της Αιτήτριας για εκτέλεση της απόφασης. Τούτων λεχθέντων και ενόψει των όσων αναφέρονται στην ΕΔ Α, ικανοποιούμαι ότι η Αιτήτρια έχει καταδείξει ότι υπάρχει ακόμα οφειλόμενο υπόλοιπο, στο οποίο γίνεται αναφορά, και έχει τεκμηριώσει ότι δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης. Με τους λόγους ένστασης Α, Β, Γ, Δ, Ε, Στ και Η, ως προωθούνται, αυτό που ουσιαστικά θίγει η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ' ου είναι ότι η Αιτήτρια είναι το ζήτημα της καθυστέρησης. Όσον αφορά την καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης για άδεια εκτέλεσης, η οποία καταχωρήθηκε μετά τη λήξη της απόφασης, η Αιτήτρια προβάλλει ότι αυτό οφείλεται σε καλόπιστο λάθος ή παραδρομή των προηγούμενων δικηγόρων που χειρίζονταν την υπόθεση. Αυτή η παράμετρος, φρονώ, θα πρέπει να εξεταστεί υπό το συνολικό πρίσμα των γεγονότων που αφορούν στην καθυστέρηση εκτέλεσης της απόφασης, αφού το σημαντικό για την υπό κρίση Αίτηση είναι το κατά πόσο η Αιτήτρια έχει δικαιολογήσει την συνολική καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης. Είναι γεγονός ότι από την έκδοση της απόφασης έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι 21 χρόνια μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης. Εντούτοις, προκύπτει από την ΕΔ Α ότι η Αιτήτρια δεν έμεινε άπρακτη κατά τον εν λόγω χρόνο. Προκύπτει από την ΕΔ Α, και στην ΕΔ Ι δεν αμφισβητείται, ότι στις 2/5/2001 κατατέθηκε το ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ Χ επί της ακίνητης περιουσίας του Καθ' ου, ότι στις 13/6/2002 εκδόθηκε υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου διάταγμα μηνιαίων δόσεων, ότι στις 26/3/2007 η απόφαση, ημερομηνίας 19/2/2001, ανανεώθηκε με σχετικό διάταγμα, και, ότι στις 10/4/2013 κατατέθηκε το ΜΕΜΟ αρ, ΕΒ Ψ, το οποίο βρίσκεται ακόμα σε ισχύ. Προσθέτω πως, όπως προκύπτει από τον φάκελο, ο χρόνος εγγραφής του ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ Χ, παρατάθηκε δυνάμει διατάγματος, ημερομηνίας 13/4/2007, για περίοδο 2 ετών, ήτοι από 2/5/2007 μέχρι 1/5/2009, δυνάμει διατάγματος, ημερομηνίας 26/3/2009, για περίοδο 2 ετών, ήτοι από 2/5/2009 μέχρι 1/5/2011, και δυνάμει διατάγματος, ημερομηνίας 29/4/2011, για περίοδο 2 ετών, ήτοι από 2/5/2011 μέχρι 1/5/2013. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το φάκελο, στις 12/9/2012 εκδόθηκε διάταγμα δυνάμει του οποίου δόθηκε άδεια για εκτέλεση της απόφασης για 2 έτη από 12/9/2012. Είναι φανερό από τα γεγονότα αυτά ότι η Αιτήτρια δεν επεδίωξε απλώς την έκδοση απόφασης αλλά προέβη και σε διαβήματα εκτέλεσης της. Παρά την μεσολάβηση αρκετών χρόνων από την έκδοση της απόφασης, αποφασιστικής σημασίας για την υπό εξέταση αίτηση είναι, φρονώ, η λήψη μέτρων εκτέλεσης, δηλαδή η κατάθεση ΜΕΜΟ από μέρους της Αιτήτριας και η έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων, τα οποία εξ όσων προκύπτει δεν τελεσφόρησαν προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Παρά τη λήψη των μέτρων αυτών, εντούτοις, ως αναφέρεται στην ΕΔ Α, ο Καθ' ου δεν είχε προβεί σε εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί μέχρι σήμερα να το οφείλει. Ως προς τον ισχυρισμό που προβάλλεται από μέρους του Καθ' ου ότι η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει πως η κατάθεση ΜΕΜΟ θα οδηγήσει στην ικανοποίηση της απόφασης εφόσον όλα αυτά τα χρόνια δεν έπραξε οτιδήποτε προς τούτο, σημειώνω ότι σύμφωνα με το άρθρο 14
(1)(β), Κεφ. 6, η επιβάρυνση ακίνητης ιδιοκτησίας με την εγγραφή δικαστική απόφασης συνιστά εκτελεστικό μέτρο (δέστε Χριστάκης Ιακωβίδης υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστής της The Amazon Enterprises Limited (η «εταιρεία»)
(2013)1 ΑΑΔ 1371). Ως έχει λεχθεί στην Γεωργιάδου ν Alpha Bank Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 127/2011, ημ. 23/3/2017, ECLI:CY:AD:2017:D99, «Η εγγραφή δε, μιας δικαστικής απόφασης σκοπό απλώς έχει να καταστήσει την ιδιοκτησία εγγύηση για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους.». Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι με την κατάθεση των ΜΕΜΟ, η Αιτήτρια έχει λάβει μέτρα εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ της ως δικαιούνταν. Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ πως η Αιτήτρια έχει καταδείξει την προσπάθεια της για εκτέλεση της απόφασης. Δεν στοιχειοθετείται ανενέργεια τέτοια ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ώστε να θεωρηθεί ότι το αίτημα θα έπρεπε να απορριφθεί. Αντίθετα, αναφέρεται στην ΕΔ Α ότι πρόθεση της Αιτήτριας είναι να προχωρήσει στη λήψη περαιτέρω μέτρων για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης αλλά και να προβεί σε τυχόν ανανέωση του υφιστάμενου ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ Ψ, το οποίο βρίσκεται επί του παρόντος σε ισχύ και λήγει στις 10/4/2023. Συναφώς, λόγω της μη αδράνειας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη, ούτε και προβλήθηκε οποιοσδήποτε τέτοιος ισχυρισμός στην ΕΔ Ι, ότι δηλαδή η Αιτήτρια άφησε τον Καθ' ου να πιστεύει πως η απραξία της σημαίνει πως δεν πρόκειται να εκτελέσει. Σε κάθε περίπτωση, η στάση της Αιτήτριας δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κακόβουλη ή καταχρηστική. Στη βάση των πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι η στάση της Αιτήτριας δεικνύει ασύγγνωστη παράλειψη ή άδικη ή καταπιεστική συμπεριφορά ώστε να πρέπει εξ αυτού του λόγου να μην δοθεί άδεια για εκτέλεση της απόφασης. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι η Αιτήτρια έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις για λήψη άδειας για εκτέλεση της απόφασης. Ενόψει, όμως, του χρόνου που έχει παρέλθει από την έκδοση της απόφαση, θεωρώ ορθότερο όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί ώστε να παραχωρηθεί περιορισμένος χρόνος για εκτέλεση της απόφασης, ήτοι 5 έτη από σήμερα. Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παρέχεται άδεια για εκτέλεση της απόφασης, ημερομηνίας 19/2/2001, η οποία εκδόθηκε υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου, για περίοδο 5 ετών από σήμερα. Όσον αφορά το αιτητικό Α, δεν κρίνω απαραίτητη την έκδοση τέτοιου διατάγματος εφόσον δεν προνοείται χρονική προθεσμία για καταχώρηση αιτήσεων τέτοιας φύσης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Κ. Ηλία, Πρ. Ε.Δ. Πρωτοκολλητής Πιστό αντίγραφο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.