← Κύπρος

ANDREY DEKHTYAREV ν. MIDURAL INDUSTRIAL GROUP LIMITED, Αγωγή αρ. 866/20, 10/1/2023

ANDREY DEKHTYAREV ν. MIDURAL INDUSTRIAL GROUP LIMITED, Αγωγή αρ. 866/20, 10/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Ηλία, Πρ. Ε.Δ. Αγωγή αρ. 866/20 Μεταξύ:- ANDREY DEKHTYAREV Ενάγοντα -και- MIDURAL INDUSTRIAL GROUP LIMITED Εναγομένης Αίτηση, ημ. 31/3/2022 Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου 2023 Για Ενάγοντα / Καθ' ου η Αίτηση: κ. Χατζηδάκης Για Εναγόμενη / Αιτήτρια: κ. Κουάλης μαζί με κ. Αριστείδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 11/5/2020 και δια αυτής ο ενάγων αξιώνει $105,000, ήτοι €96,980, ποσό οφειλόμενο υπό της Εναγομένης εις τον Ενάγοντα δυνάμει γραπτής ή/και προφορικής ή/και άλλως πως συμφωνίας ή/και ως αποζημιώσεις για παράβαση ή/και διάρρηξη ή/και αθέτηση συμφωνίας ή άλλως πως, δήλωση και/ή απόφαση ότι η ανωτέρω σύμβαση ή/και γραπτή ή/και προφορική ή/και άλλως πως συμφωνία είναι ισχυρή και δεσμευτική για τους διαδίκους, δήλωση ή/και απόφαση ότι η Εναγομένη έχει διαρρήξει γραπτή ή/και προφορική ή/και άλλως πως συμφωνία με τον Ενάγοντα που έλαβε χώρα περί ή κατά το έτος 2018, νόμιμο τόκο από 22/11/2018 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Σύμφωνα με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ο Ενάγων ήταν κάτοικος Ουρουγουάης και διευθύνων σύμβουλος στην εταιρεία D S.A., η οποία εδράζεται στην Ουρουγουάη και συνεχίζει να κατέχει αυτή τη θέση βάση συμφωνίας εργοδότησης, ημερομηνίας 15/8/

  1. Η Εναγόμενη είναι μέτοχος στην εταιρεία D S.A. και κατέχει μετοχικό κεφάλαιο της τάξης του 52%. Με βάση την συμφωνία εργοδότησης, ο Ενάγων μεταξύ άλλων δικαιούνταν την καταβολή επιχορηγημάτων/δώρων (bonus) σε περίπτωση εκπλήρωσης κάποιοων προκαθορισμένων παραμέτρων ανά οικονομικό έτος. Ως εκ των ανωτέρω, η Εναγόμενη, ως μέτοχος της εταιρείας D S.A., η οποία εργοδοτεί τον Ενάγοντα, αποφάσισε όπως παρέχει ή/και καταβάλει στον Ενάγοντα επιχορήγημα/δώρο (bonus) για το έτος 2017, ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες που παρείχε, τη σκληρή του εργασία και τη συνεισφορά του στην αύξηση των κερδών της εταιρείας D S.A. για το εν λόγω έτος και κατ' επέκταση στην αύξηση των κερδών των μετόχων αυτής, ήτοι της Εναγόμενης. Προς αυτό το σκοπό, κατά ή περί τον Νοέμβριο 2018, υπεγράφη μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης γραπτή και/ή προφορική και/ή άλλως πως συμφωνία για την παροχή του ως άνω επιχορηγήματος/δώρου (bonus) της τάξης των $105,000, ήτοι €96,
  2. Περαιτέρω στην εν λόγω συμφωνία για παροχή του ως άνω επιχορηγήματος/δώρου (bonus) υπήρχε πρόνοια/όρος σχετικά με το χρόνο καταβολής του εν λόγω επιχορηγήματος/δώρου (bonus), ο οποίος ορίστηκε σε 5 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία υπογραφής της ως άνω συμφωνίας. Επιπρόσθετα, στην εν λόγω συμφωνία για παροχή του ως άνω επιχορηγήματος/δώρου (bonus) τέθηκε και ο τρόπος διάθεσης του εν λόγω ποσού δια καταβολής του στον προσωπικό τραπεζικό λογαιρασμό του Ενάγοντα, τα στοιχεία και οι λεπτομέρειεες του οποίου αναγράφονται στην συμφωνία. Ωστόσο, μέχρι την καταχώρηση της αγωγής, ουδέν ποσό καταβήθηκε στον Ενάγοντα ως επιχορήγημα/δώρο (bonus) από την Εναγομένη. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις, η Εναγόμενη αρνήθηκε ή/και παρέλειψε ή/και αμέλησε την πληρωμή ή/και καταβολή του ως άνω επιχορηγήματος/δώρου (bonus) προς τον Ενάγοντα, ως οφειλόμενου με βάση την ως άνω συμφωνία ποσού. Στις 29/7/2020 εκδόθηκε διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης της αγωγής δια της επιδόσεως του κλητηρίου εντάλματος με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην ηλεκτρονική διεύθυνση της Εναγομένης εταιρείας και του διευθυντή της καθώς και με δημοσίευση στον τύπο σε μια καθημερινή εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας. Σύμφωνα με το διάταγμα, η Εναγομένη ήταν ελεύθερη να καταχωρήσει εμφάνιση εντός 25 ημερών από την υποκατάστατη επίδοση και σε περίπτωση που η Εναγόμενη παρέλειπε να καταχωρήσει εμφάνιση εντός της ορισθείσας προθεσμίας οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση στην αγωγή θα θεωρείται ως επιδοθείσα εάν αναρτηθεί στον πίνακα του Δικαστηρίου για περίοδο 5 ημερών. Η αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, ημερομηνίας 4/6/2020, υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη, ΔΓ, και από συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ΜΧ, δικηγόρου. Στις 11/9/2020 καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου ένορκη δήλωση επίδοσης, στην οποία η ΜΚ, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα, αναφέρει ότι η υποκατάστατη επίδοση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης και του κλητηρίου εντάλματος μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου έγινε στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις της Εναγομένης εταιρείας και του διευθυντή της στις 25/8/
  3. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο των ηλεκτρονικών μηνυμάτων υποκατάστατης επίδοσης. Περαιτέρω, αναφέρει ότι στις 26/8/2020 έλαβαν ειδοποίηση με ηλεκτρονικό μήνυμα από την ηλεκτρονική διεύθυνση του διευθυντή της Εναγομένης, στην οποία έγινε επίδοση, ότι το ως άνω μήνυμα διαβάστηκε από τον διευθυντή της Εναγομένης. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος. Αναφέρει, επίσης, ότι στις 4/9/2020 δημοσιεύτηκε το Κλητήριο Ένταλμα και το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης στην εφημερίδα Χαραυγή, η οποία είναι καθημερινή εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας και επισυνάπτεται το πρωτότυπο της δημοσίευσης ως Τεκμήριο
  4. Στις 30/9/2020 ο Ενάγων καταχώρισε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Στις 5/3/2021 ο Ενάγων εξασφάλισε απόφαση εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των $105,000, ήτοι €96,980 με τόκο 2% ετησίως από 11/5/2020 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €1537 έξοδα της αγωγής περιλαμβανομένων των εξόδων της απόφασης, με τόκο 2% ετησίως από 11/5/2020 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον ΦΠΑ. Όπως προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 5/3/2021, καταχωρήθηκε στο φάκελο του δικαστηρίου ένορκη δήλωση επίδοσης, ημερομηνίας 11/9/2020, της κας ΜΚ (τεκμήριο Α), και ένορκη δήλωση επιδότη σχετικά με την ανάρτηση της αίτησης για απόφαση, ημερομηνίας 4/1/2021 (τεκμήριο Β), σύμφωνα με την οποία η αίτηση για απόφαση, μαζί με το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, αναρτήθηκαν στον πίνακα του δικαστηρίου από τις 14/12/2020 μέχρι τις 22/12/
  5. Προς απόδειξη της απαίτησης, καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση του Ενάγοντα (τεκμήριο Γ) και συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ΕΕΤ (τεκμήριο Δ). Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής, ήταν κάτοικος Ουρουγουάης και διευθύνων σύμβουλος στην εταιρεία D S.A., η οποία εδράζεται στην Ουρουγουάη και συνέχισε να κατέχει αυτή τη θέση βάση της συμφωνίας εργοδότησης του, ημερομηνίας 15/8/2016, μέχρι το Φεβρουάριο 2020 όταν η εργοδότηση του τερματίστηκε. Επισυνάπτει την εν λόγω συμφωνία και την τροποποίηση αυτής ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Με βάση την ως άνω αναφερόμενη συμφωνία εργοδότησης, μεταξύ άλλων δικαιούνταν την καταβολή επιχορηγημάτων/δώρων (bonus) σε περίπτωση εκπλήρωσης κάποιον προκαθορισμένων παραμέτρων ανά οικονομικό έτος. Η Εναγόμενη είναι μέτοχος στην εταιρεία D S.A και κατέχει μετοχικό κεφάλαιο της τάξης του 52%. Αναφέρει ότι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και στη συμφωνία για παροχή του επιχορηγήματος/δώρου (bonus). Η Εναγομένη ως μέτοχος της εταιρείας D S.A, η οποία τον εργοδοτούσε, αποφάσισε όπως του παρέχει ή/και του καταβάλει επιχορήγημα/δώρο (bonus) για το έτος 2017, ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες που παρείχε, τη σκληρή του εργασία και τη συνεισφορά του στην αύξηση των κερδών της εταιρείας D S.A για το εν λόγω έτος και κατ' επέκταση στην αύξηση των κερδών των μετόχων αυτής, ήτοι της Εναγομένης. Προς αυτό το σκοπό, κατά ή περί τον Νοέμβριο 2018, υπεγράφη μεταξύ του ιδίου και της Εναγομένης γραπτή ή/και προφορική ή/και άλλως πως συμφωνία για παροχή του ως άνω επιχορηγήματος/δώρου (bonus) της τάξης των $105,000, ήτοι €96,
  6. Επισυνάπτει την εν λόγω συμφωνία ως Τεκμήριο
  7. Περαιτέρω, αναφέρει ότι στην εν λόγω συμφωνία για παροχή του ως άνω επιχορηγήματος/δώρου (bonus) υπήρχε πρόνοια/όρος σχετικά με τον χρόνο καταβολής του εν λόγω επιχορηγήματος/δώρου (bonus), ο οποίος ορίστηκε σε 5 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας. Αναφέρει, επιπρόσθετα, ότι στην εν λόγω συμφωνία για παροχή του επιχορηγήματος/δώρου (bonus) τέθηκε και ο τρόπος διάθεσης του εν λόγω ποσού δια καταβολής του στον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του, τα στοιχεία και οι λεπτομέρειες του οποίου αναγράφονται στην συμφωνία. Ωστόσο, ουδέν ποσό καταβλήθηκε στον ίδιο ως επιχορήγημα/δώρο (bonus) από την Εναγομένη. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις, η Εναγόμενη αρνήθηκε ή/και παρέλειψε ή/και αμέλησε την πληρωμή ή/και καταβολή του επιχορηγήματος/δώρου (bonus) στον ίδιο, ως οφειλόμενου με βάση της συμφωνία ποσού. Ήγειρε την αγωγή και δια ταύτα αιτήθηκε απόφαση εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των $105,000, ήτοι €96,980, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον €1460 έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ΕΕΤ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα, αναφέρεται ότι υπήρξε συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου για σφράγιση των τεκμηρίων 1, 2, 3 από τον Έφορο Χαρτοσήμων και επισυνάπτονται με την ίδια αρίθμηση. Με την αίτηση, η Εναγόμενη αιτείται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) το διάταγμα και/ή την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 05/03/2021 στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό (η «Αγωγή»), η οποία εκδόθηκε στην απουσία της Εναγόμενης/Αιτήτριας. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 29/7/2020 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην Εναγόμενη/Αιτήτρια. Δ. Διάταγμα και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου όπως η Εναγόμενη/Αιτήτρια καταχωρήσει Εμφάνιση και Υπεράσπιση στην Αγωγή. Ε. Διάταγμα σύμφωνα με το οποίο να διατάζεται η αναστολή της εκτέλεσης του διατάγματος και/ή της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 05/03/2021 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής εναντίον της Εναγόμενης και η αναστολή κάθε περαιτέρω διαδικασίας εκτέλεσης του εν λόγω διατάγματος και/ή απόφασης περιλαμβανομένου της αίτησης εκκαθάρισης της Εναγόμενης υπ' αριθμό 53/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στ. Οποιαδήποτε άλλη ή περαιτέρω διαταγή ή οδηγία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπουσα. Ζ. Τα έξοδα της αίτησης πλέον ΦΠΑ.» Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμούς Δ.5, θ.1, 2, 3, 7 και 9, Δ.5Α, Δ.16, θ.9 και 10, Δ.17, θ. 1 έως 11, Δ.26, θ. 14, Δ.27, θ.1 έως 4, Δ.39, Δ.40, θ. 7, Δ.48, θ. 1 έως 13, Δ.51, θ. 1 έως 3, Δ.57, Δ.64, στα άρθρα 29, 32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 211, 212 και 372 του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113), στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας ΕΦ, δικηγόρου στην δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Εναγομένη, η οποία αναφέρει συνοπτικά τα ακόλουθα: - Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Εναγομένη να ορκιστεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. - Υιοθετεί και επαναλαμβάνει τη γραπτή δήλωση του διευθυντή της εναγομένης, SG, ημερομηνίας 25/3/2022, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1A και ελληνική μετάφραση της ως Τεκμήριο 1Β. Αναφέρει ότι ως προκύπτει από τη δήλωση G, ενόψει του περιορισμένου χρονικού περιθωρίου για την ετοιμασία και καταχώριση αίτησης, καθώς και των περιορισμών που υπάρχουν λόγω της πανδημίας covid 19 καθώς και του πολέμου στην Ουκρανία, ο κ. G, ο οποίος διαμένει μόνιμα στην Ρωσία δεν ήταν δυνατό να μεταβεί στην Κύπρο για να ορκιστεί τη δήλωση του υπό μορφή ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. Οι ίδιοι λόγοι εμπόδισαν τον κ. G να ταξιδέψει σε σε πρεσβεία ή προξενείο της Κυπριακής Δημοκρατίας με σκοπό να ορικστεί τη δήλωση του υπό μορφή ένορκης δήλωσης σε χρόνο που θα ήταν δυηνατό αυτή να καταχωριστεί στο δικαστήριο εγκαίρως. Ως εκ τούτου, ορκίζεται η ίδια την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, η οποία αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο της δήλωσης Gilvarg. Επίσης, αναφέρει ότι ορκίζεται στη βάση πληροφοριών και εγγράφων που της παρείχε ο G, τα οποία επισυνάπτει ως τεκμήρια. - Η Εναγόμενη ανακάλυψε την ύπαρξη της αγωγής και την πιθανότητα έκδοσης της απόφασης περί τα τέλη Ιανουαρίου αρχές Φεβρουαρίου
  8. Συγκεκριμένα, στις 14/1/2022 επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης επιστολή απαίτησης για την αποπληρωμή του ποσού της απόφασης πλέον τα έξοδα του εντάλματος κατασχέσεως κινητών το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο, εντός 21 ημερών από τη λήψη της επιστολής. Η εν λόγω επιστολή διαβιβάστηκε στην Εναγομένη, η οποία στη συνέχεια τη διαβίβασε σε κύπριους δικηγόρους, οι οποίοι την ενημέρωσαν ότι κατά το περιεχόμενο της επιστολής απαίτησης φαίνεται να είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της εναγομένης ερήμην της. - Περί τις 3/2/2022 διορίστηκαν οι δικηγόροι της Εναγομένης και προέβηκαν σε έρευνα στο δικαστηριακό φάκελο, η οποία ένεκα των περιοριστικών μέτρων σε σχέση με την πανδημία έλαβε χώρα στις 16/2/2022, οπότε και διαπιστώθηκε ότι είχε εκδοθεί απόφαση ερήμην της εναγομένης. - Από την έρευνα στο δικαστηριακό φάκελο της αγωγής προκύπτει ότι δεν υπήρξε καλή επίδοση της αγωγής, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να μην λάβει γνώση της διαδικασίας που εκκρεμούσε εναντίον της και να μην της δοθεί η ευκαιρία να υπερασπιστεί στην αγωγή. - Αναφέρει ότι είναι απορίας άξιο γιατί η αγωγή δεν επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης όπου θα παραλαμβανόταν από πρόσωπα που ομιλούν ελληνικά, οι οποίοι θα ενημέρωναν την Εναγομένη ως προς την ύπαρξη της αγωγής. - Αναφέρει, επίσης, ότι δεδομένου ότι η γραμματέας της Εναγομένης κατά τη δεδομένη στιγμή ήταν Κυπριακή εταιρεία, καθίσταται απορίας άξιο το γιατί η αγωγή δεν επιδόθηκε στην γραμματέα της Εναγομένης. - Τονίζει ότι η Εναγομένη είναι εταιρεία ξένων συμφερόντων με αποτέλεσμα τόσο ο διευθυντής αλλά και ο παραλήπτης της ηλεκτρονικής διεύθυνσης της Εναγομένης να μην μπορούν να μιλήσουν ή να διαβάσουν ελληνικά. Αναφέρει ότι ως προκύπτει από την αλληλογραφία που προσκομίστηκε με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, η αλληλογραφία γινόταν στα ρωσικά ή στα αγγλικά. - Ο Ενάγων δεν αποκάλυψε το γεγονός ότι οι παραλήπτες των ηλεκτρονικών διευθύνσεων της Εναγομένης και του διευθυντή της δεν ομιλούσαν ελληνικά, με αποτέλεσμα να μην περιέλθει στην προσοχή του Δικαστηρίου το γεγονός ότι μέσω της επίδοσης της αγωγής στην ελληνική γλώσσα στις διευθύνσεις αυτές, η Εναγόμενη δεν αναμένετο να λάβει γνώση της διαδικασίας. - Επίσης αναφέρει ότι ο Ενάγοντας δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ότι τόσο ο διευθυντής της Εναγομένης όσο και οι αντιπρόσωποι της βρίσκονταν εκτός Κύπρου, με αποτέλεσμα τυχόν δημοσίευση της αγωγής στην Κύπρο να μην είχε οποιοδήποτε αποτέλεσμα. - Ο Ενάγων απέστειλε την αγωγή χωρίς μετάφραση στις πιο πάνω ηλεκτρονικές διευθύνσεις και δημοσίευσε την αγωγή στην εφημερίδα «Χ» εξουδετερώνοντας έτσι οποιαδήποτε πιθανότητα η αγωγή να τεθεί στην προσοχή της Εναγομένης. - Σημειώνει ότι στην ένορκη δήλωση επίδοσης που καταχωρήθηκε υπάρχει ισχυρισμός ότι η αγωγή λήφθηκε από την ηλεκτρονική διεύθυνση του διευθυντή της Εναγομένης καθώς λήφθηκε ηλεκτρονικό μήνυμα επιβεβαίωσης. Εξ όσων την ενημερώνει ο διευθυντής της Εναγομένης, αυτός ουδέποτε επιβεβαίωσε λήψη της αγωγής και τυχόν ηλεκτρονικό μήνυμα επιβεβαίωσης από τη δική του ηλεκτρονική διεύθυνση πρόκειται για αυτοματοποιημένο ηλεκτρονικό μήνυμα που αποστέλλεται μόλις ο παραλήπτης ανοίξει το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα, ανεξαρτήτως εάν αυτό έχει διαβαστεί ή στην προκειμένη περίπτωση γίνει αντιληπτό το περιεχόμενο του. - Ως εκ των πιο πάνω, εξ όσων καλύτερα πιστεύει και γνωρίζει και ως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Εναγομένης, αναφέρει ότι ο Ενάγων δεν προέβη σε διαβήματα για την επίδοση της αγωγής, το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης εκδόθηκε επί ανεπαρκούς νομικού και πραγματικού υποβάθρου, με αποτέλεσμα μέσω της υποκατάστατης επίδοσης η αγωγή να μην τεθεί σε γνώση της Εναγομένης και να μην δοθεί η ευκαιρία στην Εναγομένη να υπερασπιστεί και η Εναγομένη έχει δικαίωμα ex debito justitiae να απαιτήσει τον παραμερισμό της απόφασης. - Περαιτέρω, αναφέρει ότι η Εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, αν και δεν έχει υποχρέωση να αποκαλύψει τέτοια υπεράσπιση δεδομένου ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να της επιδοθεί η αγωγή. - Αναφέρει ότι η Εναγόμενη δεν έχει εντοπίσει υπό ποιες συνθήκες υπογράφηκε η «συμφωνία» επί της οποίας βασίζεται η απαίτηση του Ενάγοντα, ή αν αυτή όντως υπογράφηκε. Ο διευθυντής της εταιρείας δεν θυμάται να την έχει υπογράψει. Λόγω του χρόνου που παρήλθε από την κατ' ισχυρισμό υπογραφή της συμφωνίας το θέμα αυτό διερευνάται από την Εναγομένη, αν και εκ πρώτης όψεως δεν έχει εντοπιστεί κάτι σχετικό. - Σε κάθε περίπτωση αναφέρει ότι η Εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, η οποία βασίζεται σε δύο άξονες: o Καταρχάς, η συμφωνία είναι ανεφάρμοστη λόγω έλλειψης αντιπαροχής. o Κατά δεύτερο, το κατά πόσο ο Ενάγων δικαιούται «φιλοδώρημα» για υπηρεσίες που προσέφερε σε τρίτη εταιρεία, ήτοι την D S.A από την Ουρουγουάη είναι θέμα ουρουγουανού δικαίου και θα αποφασιστεί στα πλαίσια διαδικαστικών διαδικασιών που έχει εγείρει ο Ενάγων και στις οποίες απαιτεί την καταβολή ποσών που συμπεριλαμβάνουν το ποσό της απόφασης. Εξ όσων πληροφορείται ο Gilvarg από τους αντιπροσώπους της D S.A στην Ουρουγουάη υπάρχει αμφισβήτηση κατά πόσο ο Ενάγων δικαιούται οποιοδήποτε φιλοδώρημα λόγω των σοβαρών ζημιών που παρουσίασε η D S.A κατά τα επόμενα χρόνια. Το θέμα αυτό θα εξεταστεί από τα δικαστήρια της Ουρουγουάης, σε σχετικές διαδικασίες που ήγειρε ο Ενάγων. - Αναφέρει ότι η Εναγόμενη ενήργησε άμεσα μόλις έλαβε γνώση της διαδικασίας και στις 9/2/2022 οι δικηγόροι της Εναγόμενης απέστειλαν επιστολή στους δικηγόρους του Ενάγοντα σημειώνοντας ότι μόλις ενημερώθηκαν για την ύπαρξη της αγωγής και της απόφασης και ζήτησαν όπως τους εφοδιάσουν με τα σχετικά έγγραφα με σκοπό την αποφυγή καθυστέρησης για τη λήψη εγγράφων από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Επίσης, πληροφόρησαν τον Ενάγοντα ότι θα προωθούσαν άμεσα αίτηση για παραμερισμό της απόφασης και τους κάλεσαν όπως αποφύγουν περαιτέρω διαβήματα που θα είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιάς για τους πελάτες τους και αχρείαστων δικηγορικών εξόδων. Επισυνάπτει την εν λόγω επιστολή ως Τεκμήριο
  9. Ο Ενάγων δεν έστειλε οποιαδήποτε έγγραφα στην Εναγομένη με αποτέλεσμα η τελευταία ακόμη να αναμένει να λάβει τα έγγραφα από τον δικαστηριακό φάκελο. - Ενόσω η Εναγόμενη ανέμενε τα έγγραφα από το Πρωτοκολλητείο ώστε να ετοιμάσει και να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, στις 8/3/2022 επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης αίτηση εκκαθάρισης με αρ. 53/2022, η οποία βασίζεται στην απόφαση και η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  10. - Ως εκ τούτου, η προώθηση της παρούσας αίτησης κατέστη κατεπείγουσα. - Αναφέρει ότι εν τω μεταξύ είχαν επιβληθεί οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί που προκάλεσαν καθυστέρηση καθώς ο διευθυντής της Εναγόμενης δεν μπορούσε να μεταβεί στην Κύπρο για να ορκιστεί ένορκη δήλωση ή έστω να την ταχυδρομήσει στην Κύπρο. - Ως αποτέλεσμα, η αίτηση καταχωρήθηκε όσο πιο άμεσα μπορούσε υπό τις περιστάσεις. - Αναφέρει ότι ο Ενάγων φαίνεται να εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι έχει εξασφαλίσει την απόφαση, παρά του ότι αυτό έγινε παράτυπα και χρησιμοποιεί την απόφαση για να ασκήσει αθέμιτη πίεση στην Εναγομένη. Ο Ενάγων καταχώριση Ένσταση στην οποία προβάλλει 17 λόγους ένστασης ως ακολούθως: «
  11. Η αίτηση είναι καταχρηστική.
  12. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
  13. Η Εναγόμενη έχει σκοπό να κερδίσει χρόνο και να καθυστερήσει την εκτέλεση της απόφασης.
  14. Η Εναγόμενη δεν φαίνεται από τα γεγονότα που παρουσιάζονται στην Ένορκη δήλωση της να έχει καλή υπεράσπιση στην ως άνω αγωγή.
  15. Η Εναγόμενη δεν δίνει ικανοποιητική και/ή καθόλου δικαιολογία για την καθυστέρηση που παρουσιάζει στην καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης.
  16. Η Εναγόμενη είχε όλα τα στοιχεία και το κλητήριο νομότυπα στα χέρια της και επέλεξε να μην εμφανιστεί την αγωγή και ενεργώντας κακόβουλα και/ή κακόπιστα προχωρεί στην παρούσα αίτηση.
  17. Η αίτηση θα προκαλέσει καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης και θα επηρεάσει τα δικαιώματα των καθ' ου η αίτηση.
  18. Δεν συνυπάρχουν οι προϋποθέσεις δια την έκδοση διατάγματος ως η αίτηση της Εναγομένης και δεν αποκαλύπτετε ικανοποιητικός λόγος για την μη εμφάνιση της εμπρόθεσμα στην Αγωγή.
  19. Η αίτηση είναι βασισμένη επί λανθασμένης και/ή ανεπαρκούς βάσης και/ή είναι παράτυπη.
  20. Η Εναγόμενη υποβάλλει την παρούσα αίτηση με μεγάλη αργοπορία και αδικαιολόγητα.
  21. Η Εναγόμενη δεν προσέρχεται στο δικαστήριο με καθαρά χέρια και καλή πίστη.
  22. Η Εναγόμενη δεν έχει αποκαλύψει όλα τα γεγονότα στην αίτηση της και/ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα.
  23. Οι δικηγόροι της Εναγόμενης έχουν προβεί σε πρόταση εξώδικου συμβιβασμού προς τους δικηγόρους του Ενάγοντα.
  24. Η Εναγόμενη δεν έχει καλή βάση και/ή λόγους για να της δοθεί η ευκαιρία εμφάνισης και υπεράσπισης.
  25. Η ενόρκος δηλούσα εκ μέρους της Εναγομένης για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης δεν είναι εξουσιοδοτημένη ούτε και γνωρίζει αλλά ούτε και έχει καμία σχέση με την παρούσα αγωγή και τα γεγονότα αυτής.
  26. Η ημερομηνία της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού προηγείται της αίτησης.
  27. Η αίτηση δεν αναγράφει το γραφείο επίδοσης των δικηγόρων της Εναγόμενης.» Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ΜΒ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα, η οποία αναφέρει συνοπτικά τα ακόλουθα: - Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση από τον Ενάγοντα, ο οποίος κατοικεί στο εξωτερικό. - Διαφωνεί και απορρίπτει το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης. - Αρνείται ότι η ΕΦ είναι εξουσιοδοτημένη και/ή γνωρίζει τα γεγονότα ώστε να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της Εναγομένης. - Εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να προβεί σε ένορκη δήλωση για την υποστήριξη της αίτησης είναι ο διευθυντής της Εναγομένης. Οι ισχυρισμοί περί κορονοϊού και περί πολέμου αποτελούν δικαιολογίες. Εξ όσων ενημερώνεται και πληροφορείται στην Ρωσία δεν έχουν επιβληθεί οποιαδήποτε μέτρα για τον κορονοϊό, περαιτέρω δεν υπάρχει οποιαδήποτε αλλαγή στην καθημερινότητα των Ρώσσων διαμενόντων καθώς ο πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη επί των εδαφών της Ουκρανίας. Συνεπώς, αναφέρει ότι δεν συντρέχει κανένας σοβαρός λόγος που ο διευθυντής της εταιρείας δεν μετέβη σε πρεσβεία και/ή προξενείο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ρωσία για να ορκιστεί. - Αναφέρει ότι κατά την έγερση της αγωγής, ο επιδότης προσπάθησε να προβεί σε επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στο νομίμως εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, η εν λόγω επίδοση δεν κατέστη δυνατή διότι η Εναγόμενη εταιρεία δεν εντοπίστηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της ως φαίνεται και στο φάκελο του δικαστηρίου από την ένορκη δήλωση του επιδότη, κ. Γ. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 την ειδοποίηση του επιδότη, ημερομηνίας 25/5/
  28. - Επισυνάπτει ως τεκμήριο 2 την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ως τεκμήριο 3 το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης και ως τεκμήριο 4 τα ηλεκτρονικά μηνύματα επίδοσης. - Η υποκατάστατη επίδοση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις της Εναγόμενης και του διευθυντή της έγινε στις 25/8/
  29. Στις 26/8/2020 έλαβαν ειδοποίηση με την μορφή ηλεκτρονικού μηνύματος από την ηλεκτρονική διεύθυνση του διευθυντή της Εναγομένης που επιβεβαίωνε την ανάγνωση του περιεχομένου του μηνύματος που απέστειλαν, το οποίο επισυνάπτει ως τεκμήριο
  30. - Σύμφωνα με τις οδηγίες του δικαστηρίου πραγματοποιήθηκε επίδοση δια δημοσίευσης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής στην εφημερίδα Χ που είναι καθημερινή εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας και επισυνάπτει ως τεκμήριο 6 το σχετικό τιμολόγιο. - Αναφέρει, επίσης, ότι παραλήπτης του ηλεκτρονικού μηνύματος επίδοσης ήταν και ο γραμματέας της Εναγομένης, ο οποίος εξ όσων γνωρίζει και πληροφορείται είναι η κυπριακή εταιρεία A.O. SS LTD, την οποία απαρτίζουν ελληνόφωνοι. Κατά συνέπεια εύλογα μπορούσαν να κατανοήσουν ότι επρόκειτο για επίδοση αγωγής. Επισυνάπτει ως τεκμήριο 7 την ηλεκτρονική έρευνα στον έφορο εταιρειών με τους αξιωματούχους της Εναγομένης και της ως άνω εταιρείας. - Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε νομίμως και συμφώνως προς το διάταγμα του δικαστηρίου και με οποιονδήποτε μέσο ήταν δυνατό να έρθει στην σφαίρα γνώσης της Εναγομένης η αγωγή. - Προσθέτει πως ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη δεν έλαβε γνώση της αγωγής λόγω του ότι δεν αντιλαμβανόταν την γλώσσα είναι ψευδής και ανυπόστατος καθώς ο μέσος συνετός άνθρωπος θα μπορούσε λογικά και εύλογα να αντιληφθεί ότι επρόκειτο για αγωγή καταχωρηθείσα στο δικαστήριο χωρίς απαραίτητα να χρειάζεται να ομιλεί και/ή να αντιλαμβάνεται την ελληνική γλώσσα. - Ο ισχυρισμός περί καλής υπεράσπισης από την Εναγομένη δεν ευσταθεί και ούτε αποδεικνύεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. - Ο Ενάγων υιοθετεί το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης της αγωγής και αντικρούει τους ισχυρισμούς που αναγράφονται στην ένορκη δήλωση περί καλής υπεράσπισης. Η συμφωνία προς παροχή επιχορηγήματος / δώρου για υπηρεσίες που θα προσέφερε ο Ενάγων ήταν υπογεγραμμένη και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη και ενείχε το στοιχείο της αντιπαροχής (υπηρεσίες). Επισυνάπτει ως τεκμήριο 8 την σχετική συμφωνία. - Αναφέρει ότι οι δικηγόροι της Εναγομένης πριν την έκδοση της απόφασης με ημερομηνία 5/3/2022 (τεκμήριο 9) έστειλαν επιστολή προς τους δικηγόρους του Ενάγοντα με ημερομηνία 9/2/2022 προκειμένου να επιτευχθεί εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς με το οποίο προφανώς συνάγεται ότι είχαν γνώση της αγωγής. Επισυνάπτει ως τεκμήριο 10 τη σχετική επιστολή. - Όσον αφορά τα έγγραφα της υπόθεσης που βρίσκονται στο δικαστηριακό φάκελο ουδεμία υποχρέωση είχε ο Ενάγων να τα προσκομίσει στην Εναγομένη. - Ένεκα αδυναμίας της Εναγόμενης να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος της στον Ενάγοντα καταχωρήθηκε αίτηση στο δικαστήριο Λεμεσού υπ' αριθμό 53/22 για τη διάλυση της και εκκαθάριση της υπό του δικαστηρίου. - Η Εναγόμενη δεν νομιμοποιείται να ζητήσει παραμερισμό της απόφασης επειδή αμέλησε να εμφανιστεί στην αγωγή. - Η αίτηση είναι καταχρηστική καθώς η Εαγόμενη κινητοποιήθηκε να προχωρήσει σε αίτηση παραμερισμού της απόφασης μετά την καταχώρηση αίτησης προς εκκαθάριση της. - Η Εναγόμενη καταχώρησε την αίτηση με υπέρμετρη καθυστέρηση άνευ ουσιαστικής αιτιολογίας. - Ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει καλή βάση για καταχώρηση της παρούσας αίτησης για παραμερισμό της απόφασης και δεν προσέρχεται στο δικαστήριο με καθαρά χέρια. - Η Εναγόμενη όφειλε να εμφανιστεί στην αγωγή εντός της προθεσμίας. Η παράλειψη της να υπερασπιστεί τον εαυτό της οφείλεται στο γεγονός πως δεν έχει καλή υπεράσπιση ως προς την ουσία της αγωγής. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές αγορεύσεις τους. Έχω μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων και δεν χρειάζεται η εκτενής αναφορά σε αυτές πέραν του αναγκαίου κατωτέρω. Κατά την ακρόαση της αίτησης, ο κ. Κουάλης επισήμανε προφορικά στο Δικαστήριο ότι δεν έγινε καλή επίδοση και ότι το διάταγμα πρέπει να παραμεριστεί λόγω μη αποκάλυψης και κακής έκδοσης και ότι σε κάθε περίπτωση η απόφαση δεν μπορούσε να εκδοθεί επειδή συμβάσεις για φιλοδώριμα δεν είναι εκτελεστές λόγω έλλειψης αντιπαροχής. Προσέθεσε ότι το αιτητικό Ε της αίτησης δεν προωθείται. Ενόψει τούτου, το αιτητικό Ε απορρίπτεται λόγω μη προώθησης. Ο κ. Χατζηδάκης υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής τους αγόρευσης καθώς και τους λόγους ένστασης. Στη γραπτή αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης συνοπτικά εισηγείται ότι η Εναγόμενη έχει δικαίωμα όπως η απόφαση παραμεριστεί με βάση την αρχή ex debito justitiae για το λόγο ότι δεν υπήρξε καλή επίδοση της αγωγής με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να μην λάβει γνώση της διαδιαδικασίας που εκκρεμούσε εναντίον της και να μην της δοθεί η ευκαιρία να υπερασπιστεί την αγωγή. Περαιτέρω, εισηγείται ότι το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης πρέπει να ακυρωθεί ένεκα του ότι υπήρξε παραπλάνηση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του και/ή δεν δικαιολογείτο η έκδοση του καθότι ο Ενάγων δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο πλαίσιο της αίτησης για υποκατάστατη επίδοση με αποτέλεσμα να εκδοθεί το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, το οποίο δεν διασφάλιζε ότι η Εναγομένη θα λάμβανε γνώση της διαδικασίας και ότι σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογείτο η έκδοση του, αφού ακόμα και αν δεν μπορούσε να επιδοθεί στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης, μπορούσε να επιδοθεί στον γραμματέα της. Άνευ βλάβης των πιο πάνω, εισηγείται ότι ο παραμερισμός της απόφασης δικαιολογείται καθώς η Εναγομένη έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, υπάρχει εύλογος λόγος που η Εναγομένη δεν εμφανίστηκε στην αγωγή και δεν υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης παραμερισμού. Από την άλλη, στην γραπτή αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα συνοπτικά εισηγείται ότι η Εναγόμενη δεν έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως καλή και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Περαιτέρω, εισηγείται ότι η αγωγή επιδόθηκε στην Εναγομένη σύμφωνα με το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης και η Εναγόμενη έλαβε γνώση για την ύπαρξη της αγωγής ώστε να μην δικαιολογείται η μη εμφάνιση της ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Εναγόμενη απέτυχε να δικαιολογήσει τη μη έγκαιρη εμφάνιση της ενώπιον του Δικαστηρίου και η όλη στάση της και συμπεριφορά της καταδεικνύει την περιφρόνηση της προς το δικαστήριο. Σημειώνω ότι οι λόγοι ένστασης που αφορούν στην ένορκη δήλωση που υποστήριξε την αίτηση δεν προωθήθηκαν και ως εκ τούτου δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω. Νομική πτυχή Εν προκειμένω, εκτός από τον παραμερισμό της απόφασης, επιζητείται και ο παραμερισμός του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης. Ο παραμερισμός του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης είναι άμεσα συνδεδεμένος με την παράλειψη εμφάνισης της Εναγομένης στην αγωγή. Το επίμαχο σημείο αναφορικά με το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης εντοπίζεται στο κατά πόσο υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων στην αίτηση για υποκατάστατη επίδοση. Ενόψει της θεμελιακής φύσης του ζητήματος της επίδοσης, κρίνω ότι το ζήτημα του παραμερισμού του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης θα πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιτότητα. Το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση έχει εκδοθεί επί μονομερούς βάσης. Ως εκ τούτου, και ενόψει των όσων προβάλλονται, η Εναγόμενη έχει το δικαίωμα να ακουστεί, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης, και να ζητήσει τον παραμερισμό του. Όπως λέχθηκε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd κ.ά.

(1996)1Α ΑΑΔ 597, 601-602: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and Αnother
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 C.L.R. 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and Οthers,
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030. Στη Zachariades v. Liveras and Οthers
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co., [1939] 4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και Άλλου
(1990)1 Α.Α.Δ. 219 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co, και Άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 490, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρηση της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria [1984] 1 All E.R. 1126 (CA). The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink's Mat Ltd Elombe [1988] 1 W.L.R. 1350 (C.A.). Γρηγορίου Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. και Άλλοι v. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 A.A.Δ.
  1. Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Προκειμένου να εξεταστούν τα όσα προβάλλει η Εναγομένη, κρίνεται αναγκαίο να αναφερθούν τα κάτωθι: Η αίτηση για υποκατάστατη επίδοση υποστηρίχθηκε από ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη, ΔΓ, ο οποίος ανέφερε ότι η επίδοση στη διεύθυνση όπου στεγάζεται το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης, κυπριακής εταιρείας, δεν κατέστη δυνατή διότι όχι μόνο δεν εντοπίστηκε εκεί η Εναγόμενη αλλά στην εν λόγω διεύθυνση είναι ο χώρος διεξαγωγής εργασιών λογιστικής εταιρείας, η οποία ουδεμία σχέσει έχει με την αγωγή ή την Εναγόμενη. Ο Ενάγων γνωστοποίησε στους δικηγόρους του την διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Εναγομένης, καθώς και του διευθυντή της, οι οποίες ήταν γνωστές σε αυτόν πριν από την έγερση της αγωγής. Ως εκ τούτων, αναφέρει ότι κρίνεται αναγκαία η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Εναγομένης και του διευθυντή της προκειμένου να λάβουν γνώση της αγωγής. Περαιτέρω, η αίτηση υποστηρίχθηκε από συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ΜΧ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα, ο οποίος ανέφερε ότι ο Ενάγων κατά ή περί το 2017 έως και το 2018 είχε ανταλλάξει σειρά μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με τον διευθυντή της Εναγομένης δια μέσου της ηλεκτρονικής διεύθυνσης του που αναφέρεται στο διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Επισυνάπτει σχετική δέσμη εγγράφων ως τεκμήριο
  2. Περαιτέρω, αναφέρει ότι κατά ή περί το 2019 ο Ενάγων, ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας D S.A., της οποίας είναι μέτοχος η Εναγομένη, επικοινωνούσε με διάφορους λειτουργούς της Εναγομένης, δια μέσου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, σχετικά με οποιαδήποτε ζητήματα ανέκυπταν μεταξύ των δύο εταιρειών. Συγκεκριμένα, ο Ενάγων από το 2019 έως και τον Ιανουάριο 2020 είχε ανταλλάξει σειρά μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με την διευθύντρια εταιρικών ζητημάτων της Εναγομένης, τα οποία κοινοποιούνταν στην ηλεκτρονική διεύθυνση του διευθυντή της. Επισυνάπτει σχετική δέσμη εγγράφων ως τεκμήριο
  3. Ως εκ των ανωτέρω, αναφέρει, προκύπτει ότι ο διευθυντής της Εναγομένης χρησιμοποιεί την ως άνω διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Περαιτέρω αναφέρει ότι εξ όσων πληροφορείται από τον Ενάγοντα, καταβλήθηκε σειρά προσπαθειών εκ μέρους του να εξασφαλίσει τη διεύθυνση κατοικίας του διευθυντή της Εναγομένης ή έστω του αριθμού τηλεφώνου του, κάτι όμως που δεν κατέστη δυνατόν. Αναφέρει ότι ως εκ των ανωτέρω κρίνεται αναγκαία η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις διευθύνσεις τόσο της Εναγόμενης όσο και του διευθυντή της, προκειμένου να λάβουν γνώση σχετικά με την αγωγή. Εν προκειμένω, η Εναγόμενη θέτει ότι δεν αποκαλύφθηκε το γεγονός ότι οι παραλήπτες των ηλεκτρονικών διευθύνσεων, ήτοι της Εναγόμενης και του διευθυντή της, δεν ομιλούσαν Ελληνικά, με αποτέλεσμα να μην περιέλθει στην προσοχή του δικαστηρίου το γεγονός ότι μέσω της επίδοσης της αγωγής στην ελληνική γλώσσα στις εν λόγω διευθύνσεις η Εναγόμενη δεν αναμένετο να λάβει γνώση της διαδικασίας. Επίσης, θέτει ότι δεν αποκαλύφθηκε ότι τόσο ο διευθυντής της Εναγομένης όσο και οι αντιπροσώποι της βρίσκονταν εκτός Κύπρου, με αποτέλεσμα τυχόν δημοσίευση της αγωγής στην Κύπρο να μην είχε οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Από την άλλη, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση προβάλλεται ότι παραλήπτης του ηλεκτρονικού μηνύματος επίδοσης ήταν και ο γραμματέας της Εναγόμενης, ο οποίος είναι Κυπριακή εταιρεία, την οποία απαρτίζουν ελληνόφωνοι, Κατά συνέπεια, εύλογα μπορούσαν να κατανοήσουν ότι επρόκειτο για επίδοση αγωγής. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε νομίμως και συμφώνως προς το διάταγμα του Διακστηρίου και με οποιοδήποτε μέσο ήταν δυνατό να έρθει η αγωγή στη σφαίρα γνώσης της Εναγόμενης. Προστίθεται πως ο ισχυρισμός ως προς το ότι η Εναγόμενη δεν έλαβε γνώση της αγωγής λόγω του ότι δεν αντιλαμβανόταν τη γλώσσα είναι ψευδής και ανυπόστατος καθώς ο μέσος συνετός άνθρωπος θα μπορούσε λογικά και εύλογα να αντιληφθεί ότι επρόκειτο για αγωγή καταχωρηθείσα στο δικαστήριο χωρίς απαραίτητα να χρειάζεται να ομιλεί και/ή να αντιλαμβάνεται την ελληνική γλώσσα. Όπως λέχθηκε στην Karim v Κονιδάρη
(1994)1 ΑΑΔ 36, «το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, όπως η λογική του πράγματος επιβάλλει, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου. (Βλ. THE ANNUAL PRACTICE, 1960, Vol. 1, p. 133-134).». Θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο τα στοιχεία τα οποία η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν αποκαλύφθηκαν, ήταν εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης. Εν προκειμένω, αποτελεί κοινό έδαφος ότι η Εναγόμενη είναι κυπριακή εταιρεία, εγγεγραμμένη, σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην Κύπρο, όπου επίσημες γλώσσες είναι η ελληνική και η τουρκική. Το γεγονός ότι ο διευθυντής της Εναγομένης, δηλαδή πρόσωπο που με τις πράξεις και παραλείψεις του δεσμεύει την εταιρεία, αντιμετωπίζει γλωσσικές αδυναμίες να αντιλαμβάνεται τα διάφορα έγγραφα που αφορούν στην εταιρεία, την οποία ανέλαβε να διευθύνει και να εκπροσωπεί, για το λόγο ότι δεν γνωρίζει μια εκ των επισήμων γλωσσών της χώρας στην οποία η εταιρεία έχει εγγραφεί, αποτελεί ξεκάθαρα απόρροια των αποκλειστικών επιλογών και αποφάσεων της ίδιας της Εναγομένης. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να προσβάλει το νομότυπο μιας διαδικασίας που προνοείται από τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εξάλλου, δικονομική υποχρέωση μετάφρασης του κλητηρίου δεν υπάρχει. Ως εκ τούτου, υπό το φως των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι δεν ήταν ουσιώδες το γεγονός ότι ο διευθυντής της Εναγομένης, αλλά και ο παραλήπτης της ηλεκτρονικής διεύθυνσης της Εναγομένης, δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα, για τους σκοπούς επίδοσης της αγωγής στην Εναγόμενη εταιρεία. Ούτε και κρίνω ότι ήταν ουσιώδες, για τους σκοπούς της δημοσίευσης, το γεγονός ότι ο διευθυντής και οι αντιπρόσωποι της Εναγομένης βρίσκονταν εκτός Κύπρου, αφ' ης στιγμής η Εναγόμενη είναι Κυπριακή εταιρεία με έδρα και εγγεγραμμένο γραφείο στην Κύπρο. Ως προς την εισήγηση ότι το κλητήριο ένταλμα θα μπορούσε να επιδοθεί στον γραμματέα της Εναγομένης, ούτε και αυτό κρίνω ότι θα μπορούσε να ήταν αποφασιστικής σημασίας για τον παραμερισμό του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης. Τούτο διότι όπως αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση του επιδότη, που υποστήριξε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, προηγήθηκε προσπάθεια για επίδοση της αγωγής στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης, η οποία δεν κατέστη δυνατή για το λόγο ότι η Εναγομένη δεν εντοπίστηκε εκεί. Το γεγονός αυτό, δηλαδή η πραγματική παρουσία της Εναγομένης στην εν λόγω διεύθυνση κατά τον εν λόγω χρόνο, δεν φαίνεται να αντικρούεται από την πλευρά της Εναγομένης. Ενόψει τούτου, αναζητήθηκαν υποκατάστατοι τρόποι επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στον διευθυντή της και στην ίδια την Εναγομένη μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αλλά και μέσω δημοσίευσης, ώστε κατά λογική προοπτική να τίθετο το κλητήριο ένταλμα υπόψη της Εναγομένης. Σε κάθε περίπτωση, το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης αφορούσε και επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον διευθυντή της Εναγομένης, πρόσωπο το οποίο, όπως και ο γραμματέας της, μπορεί δυνάμει της Δ.5, θ. 7 να δεχθεί κανονικά επίδοση εκ μέρους της Εναγομένης. Το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης σε ό,τι αφορά τον διευθυντή της Εναγομένης ουσιαστικά, δηλαδή, αφορούσε μόνο τον τρόπο της επίδοσης και όχι το πρόσωπο που κανονικά θα μπορούσε να δεχθεί επίδοση για την Εναγόμενη εταιρεία. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που και ο διευθυντής και ο γραμματέας εταιρείας είναι πρόσωπα που θεωρούνται ότι μπορούν να λάβουν έγκυρη και νόμιμη επίδοση εκ μέρους εταιρείας, το μόνο ζήτημα που ουσιαστικά αφορούσε το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης στον διευθυντή είναι ο τρόπος επίδοσης και όχι το πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να δεχθεί επίδοση για την εταιρεία. Προκύπτει, λοιπόν, ότι καθίσταται άνευ σημασίας το κατά πόσο η επίδοση θα μπορούσε να διενεργηθεί κανονικά στο γραμματέα της Εναγομένης και το γεγονός αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει εναντίον του Ενάγοντα. Ούτε και τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα αντινομικότητας, εφόσον το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης προνοούσε και για επίδοση στον διευθυντή της Εναγομένης. Τούτο μάλιστα δεδομένου ότι δεν φαίνεται να αμφισβητείται η λήψη του ηλεκτρονικού μηνύματος, ως εξηγείται πιο κάτω. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος για παραμερισμό του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της απόφασης. Ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, διέπεται από τη Δ .17, θ. 10, η οποία προβλέπει τα ακόλουθα: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.». Όπως εξηγήθηκε στην Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλέους
(2013)1 ΑΑΔ 64, «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam [1973] 3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District [1983] 1 W.L.R. 439, Phylactou a.o. ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1(A) Α.Α.Δ. 333.» (υπογραμμίσεις του παρόντος δικαστηρίου) Κατά πρώτον, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο παραμερισμός της απόφασης δικαιολογείται ex debito justitiae. Ως ελέχθη στην Γιωργαλλίδης ν Χρίστου
(1997)1 ΑΑΔ 247: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας, (βλ. Δ.5 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος).» (Δέστε, επίσης, Μανώλη ν Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. 413/11, ημ. 3/2/2017, ECLI:CY:AD:2017:A37, Maslenikova v Μ. Χατζηχάννα ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της εταιρείας Realback Management Limited (υπό εκκαθάριση και διαχείριση), Πολ. Εφ. Αρ. Ε197/2019, ημ. 15/1/2021) Σε σχέση με τις περιπτώσεις όπου η επίδοση επιτυγχάνεται μέσω υποκατάστατης επίδοσης, όπως η παρούσα, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην Hossan v Γ. Χ. Λάμψη Ανακύκλωση Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. Ε134/2014, ημ. 21/4/2021: «Αυτό που είχε να διαπιστώσει το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν, αρχικά, κατά πόσο η διαδικασία για την υποκατάστατη επίδοση της αγωγής στους Εφεσίβλητους είχε πραγματοποιηθεί με το τρόπο που είχε διαταχτεί και, στη συνέχεια, κατά πόσο με τον τρόπο αυτό οι Εφεσίβλητοι έλαβαν γνώση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής. . Απώτερος σκοπός είναι η πραγματική και επαρκής ενημέρωση του εναγόμενου για το εναντίον του δικαστικό διάβημα, αυτή όμως κατά κανόνα τεκμηριώνεται με τη διαπίστωση ότι ο τελευταίος έλαβε γνώση με τους δικονομικά προβλεπόμενους τρόπους. . Στην Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528, 533, εξηγείται ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό επιβάλλεται η απόδειξη των γεγονότων που αφορούν στους λόγους της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης στην προώθηση αίτησης παραμερισμού. Και το Δικαστήριο προβαίνει σε τελικό εύρημα κατά πόσο η μη εμφάνιση ή η όποια καθυστέρηση ήταν δικαιολογημένη. Όφειλε λοιπόν το πρωτόδικο Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα κατά πόσο ο Εφεσίβλητος 2 έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος ως αποτέλεσμα της δημοσίευσης του στην συγκεκριμένη εφημερίδα. . Διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης εκδίδεται όταν δεν μπορεί να επιτευχθεί επίδοση όπως προνοείται στη Δ.5 των Θεσμών, με την προσδοκία, που στηρίζεται στην ύπαρξη εύλογης πιθανότητας, ότι με τον τρόπο που επιλέγεται ο εναγόμενος θα λάβει γνώση της εναντίον του αγωγής. Σε αντίθεση με τους τρόπους επίδοσης που προνοούνται στη Δ.5, όπου εφόσον επιτευχθεί η επίδοση τεκμαίρεται και η γνώση του εναγόμενου για την αγωγή, στην περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης ο ενάγοντας διατρέχει τον κίνδυνο να διαφανεί ότι το μέτρο δεν τελεσφόρησε και πως παρά το ότι η διαδικασία εξελίχθηκε με τον τρόπο που διέταξε το Δικαστήριο το τελικό αποτέλεσμα δεν επιτεύχθηκε και ο εναγόμενος ουδέποτε έλαβε γνώση. Το αποτέλεσμα δεν εξυπακούει ότι το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης εσφαλμένα εκδόθηκε και δεν χρειάζεται να ακυρωθεί. Ορθά μπορεί να εκδόθηκε, στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, που να ήταν και αληθινά, άσχετο εάν οι προσδοκίες δεν ευοδώθηκαν. Είναι εντελώς διαφορετική η περίπτωση όπου ο εναγόμενος λαμβάνει γνώση της αγωγής μέσω της υποκατάστατης επίδοσης που είχε διαταχτεί και προσβάλλει ως αντικανονικό τον τρόπο επίδοσης, οπόταν για να επιτύχει τον παραμερισμό της επίδοσης πρέπει να επιτύχει τον παραμερισμό του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση.» Εν πρώτοις, διαπιστώνεται ότι δεν αμφισβητείται ότι το κλητήριο ένταλμα αποστάληκε, σύμφωνα με το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις της Εναγομένης και του διευθυντή της καθώς και ότι δημοσιεύτηκε σε μια εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας. Ό,τι προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι αναφορικά με τη θέση στην ένορκη δήλωση επίδοσης ότι λήφθηκε ειδοποίηση με ηλεκτρονικό μήνυμα από την ηλεκτρονική διεύθυνση του διευθυντή της Εναγομένης, στην οποία έγινε επίδοση, ότι το μήνυμα δια του οποίου έγινε η επίδοση διαβάστηκε από τον διευθυντή της Εναγομένης. Προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ότι ουδέποτε επιβεβαιώθηκε η λήψη της αγωγής αλλά τυχόν ηλεκτρονικό μήνυμα επιβεβαίωσης από την ηλεκτρονική διεύθυνση του διευθυντή πρόκειται για αυτοματοποιημένο ηλεκτρονικό μήνυμα που αποστέλλεται μόλις ο παραλήπτης ανοίξει το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα, ανεξαρτήτως αν αυτό έχει διαβαστεί ή γίνει αντιληπτό το περιεχόμενο του. Παρά τον τρόπο που προβάλλεται η θέση αυτή, επί της ουσίας, η λήψη του μηνύματος από τον διευθυντή της εταιρείας ουδόλως αμφισβητείται. Περαιτέρω, ουδόλως προβάλλεται ότι το μήνυμα δια του οποίου επιτεύχθη η επίδοση στην ηλεκτρονική διεύθυνση της Εναγομένης δεν παραλήφθηκε και ούτε αμφισβητείται η δημοσίευση του σε εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας. Στη βάση τούτων, κρίνω ότι η επίδοση έγινε σύμφωνα με το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Αυτό που αμφισβητείται, ως έχει λεχθεί και ανωτέρω, είναι το κατά πόσο το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος έγινε αντιληπτό, εφόσον αυτό απεστάλη στην ελληνική γλώσσα. Ως έχει ήδη λεχθεί, δεν θεωρώ, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και δεδομένου ότι πρόκειται για κυπριακή εταιρεία, ότι η Εναγομένη έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος και καταλήγω σε θετικό εύρημα προς τούτο. Ακόμα και αν υπήρχε δυσκολία στην κατανόηση του περιεχομένου του κλητηρίου εντάλματος, το Δικαστήριο προνόησε με το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης όπως παρασχεθεί χρόνος 25 ημερών για την καταχώρηση εμφάνισης, χρόνος που κρίνεται αρκούντως ικανοποιητικός προκειμένου η Εναγομένη να προέβαινε στα δέοντα. Για αυτή μου την κατάληξη λαμβάνω, επίσης, υπόψη ότι στα ηλεκτρονικά μηνύματα προς την Εναγομένη και τον διευθυντή της δια των οποίων έγινε η επίδοση και τα οποία επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση επίδοσης που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, περιλήφθηκε κείμενο συνταγμένο στην αγγλική γλώσσα στο οποίο αναφέρεται ότι διενεργείται επίδοση της αγωγής. Εκεί αναφέρεται, επίσης, ότι επισυνάπτεται το κλητήριο ένταλμα και το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης και γίνεται αναφορά στο δικαίωμα καταχώρισης εμφάνισης εντός 25 ημερών. Τούτων λεχθέντων, καταλήγω ότι η απόφαση δεν εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, και συνεπώς δεν δικαιολογείται ο παραμερισμός της ex debito justitiae. Αυτό που θα μπορούσε να λεχθεί είναι ότι εντοπίζεται αδιαφορία από μέρους της Εναγομένης και του διευθυντή της σχετικά με το παραληφθέν κλητήριο ένταλμα. Ενόψει των πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις για παραμερισμό της απόφασης. Στην υπόθεση NTR Beach Diners Ltd κ.α. ν Adamou Construction and Maintenance Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 373/2012, ημ. 15/1/2018, ECLI:CY:AD:2018:A18 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.17 θ.10 των Θεσμών να παραμερίσει απόφαση που εξεδόθη ερήμην είναι διακριτικής βεβαίως φύσεως. Όπως έχει δε νομολογηθεί, εφόσον η διακριτική αυτή εξουσία ασκείται εντός πλαισίου που παρέχεται από το Νόμο και δεν προκαλείται πασιφανής αδικία το Εφετείο δεν επεμβαίνει. (Βλ. Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984). Είναι δε εξίσου νομολογιακά εδραιωμένο ότι, αίτηση για παραμερισμό μπορεί να απορριφθεί, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. (Βλ. Μilouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 941). Ακριβώς η επιδίωξη του Δικαστηρίου πρέπει να είναι η στάθμιση αφενός του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και αφετέρου η ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων με τη διασφάλιση της τελεσιδικίας. Όπως τονίστηκε στη NSM Democars Ltd κ.ά. και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολ.εφ.121/2010, ημερ. 14.10.2015, ECLI:CY:AD:2015:A677, το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο δύναται, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης. Πρέπει συναφώς να ομιλούμε όχι απλώς για καθυστέρηση που θα μπορούσε να κριθεί, μέσα σε θεμιτά πλαίσια, δικαιολογημένη. ΄Οσο δε μεγαλύτερη χρονικά είναι η καθυστέρηση, τόσο πιο εύκολα μπορούμε να ομιλούμε για αδιαφορία, η οποία, εξ ορισμού, προσλαμβάνει τη μορφή της περιφρόνησης στο δικαίωμα του άλλου αλλά και στην δικαστική διαδικασία, αυτή καθ΄εαυτή.». (υπογραμμίσεις του παρόντος δικαστηρίου) Στην υπόθεση Jurgen κ.α. ν Σταυρινού, Πολ. Εφ. Αρ. 80/2014, ημ. 1/6/2020 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η νομολογία που λαμβάνεται στο ζήτημα που παραμερισμού νομοτύπων αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην είναι πολύ γνωστή και επαρκώς θεμελιωμένη. Το Δικαστήριο, όπως λέχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 και επαναλήφθηκε σε πλείστες όσες αποφάσεις όπως τη Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 και Αργυρού ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λίμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 229, κατευθύνει την προσοχή του σε δύο παράγοντες, ο πρώτος εκ των οποίων αφορά στο κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό και ο άλλος σχετίζεται με το κατά πόσο έχει διαφανεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή με αναγκαία επί τούτου υποστήριξη της αίτησης με ένορκη δήλωση επί της ουσίας, (Annual Practice 1970 σελ.. 117, παρ. 13/9/4). Οι δύο αυτοί παράγοντες εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο εξέτασης μιας αίτησης για παραμερισμό, της αρχής, δηλαδή, να υπάρχει οριστική λήξη της αντιδικίας το συντομότερο δυνατό («interest repuplicae ut sit finis litium») και από την άλλη να μην αποστερείται διάδικος με ευκολία της δυνατότητας να ακουστεί, (Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Πέραν των ανωτέρω αρχών δεν υπάρχουν στεγανά στην εξέταση μιας αίτησης της φύσεως αυτής, δεδομένου ότι ανακύπτουν διαφορετικά δεδομένα και γεγονότα στην κάθε υπόθεση. . Η νομολογία αποκαλύπτει ότι για την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης πρέπει να δίδονται ικανοποιητικοί λόγοι, όπως, για παράδειγμα, ότι η αγωγή δεν περιήλθε σε γνώση των εναγομένων δίδοντας προς τούτο συγκεκριμένες και εύλογες εξηγήσεις, (Iason Travel & Tours Ltd n. L. Pashias Travel Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 402). Επίσης, όμως, ότι η άνευ επαρκών εξηγήσεων παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης αποτελεί καλό λόγο για μη παραμερισμό. Στην Κάτια Χριστοφόρου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 86, η εφεσείουσα όχι μόνο καθυστέρησε αδικαιολόγητα στην καταχώρηση εμφάνισης επικαλούμενη άγνοια της δυνατότητας αυτής, θέση που δεν έγινε αποδεκτή, αλλά καθυστέρησε να λάβει και μέτρα για παραμερισμό μετά την επίδοση σ΄ αυτή αίτησης παρακοής. Εδώ οι εφεσείοντες παρέλειψαν να εμφανιστούν σε πέραν της μιας των ευκαιριών που είχαν, όπως ήδη εξηγήθηκε πιο πάνω. . Η νομολογία θέλει τους δύο παράγοντες προς παραμερισμό απόφασης να είναι σωρευτικοί, (Τρύφωνος Τρύφων Κύπρος ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης
(2014)1 Α.Α.Δ. 1080).» (υπογραμμίσεις του παρόντος δικαστηρίου) Στην I.O.A. v A.D.A., Εφ. Αρ. 13/20, ημ. 24/3/2021 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.το βασικό κριτήριο είναι το κατά πόσον ο διάδικος που ζητά τον παραμερισμό αποκαλύπτει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ο λόγος της παράλειψης εμφάνισης αποκτά καθοριστική σημασία όταν ανάγεται σε συμπεριφορά περιφρονητική σε βαθμό καταφρόνησης της διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου (Evans v. Bartlam
(1937)AC 473, Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Constructionand Engineering Company
(1961)1 CLR 317, Phylactou and others v. Michael
(1982)1 CLR 204, Milouca Motors Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Alpha Bank Ltd ν. xxx xxx Στεφάνου
(2003)1 ΑΑΔ 1101). Επίσης η ανεξήγητη αργοπορία στην καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό είναι παράγοντας που ασκεί «έντονα αρνητική επίδραση» (Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26). Παράγοντας που εν προκειμένω ελλείπει. Η παραπάνω προσέγγιση της νομολογίας μας συνάδει με την ερμηνεία της οποίας έτυχε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ από το ΕΔΔΑ αναφορικά με αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης: «Even if the parties demonstrate a certain lack of diligence, the consequences attributed to their behavior by the domestic courts must be commensurate to the gravity of their failings and take heed of the overarching principle of fair hearing.» (Aždajić v. Σλοβενίας, Αρ. 71872/12, 8 Οκτωβρίου 2015, Gankin κ.α. ν. Ρωσίας, Αρ. 2430/06, 1454/08, 11670/10 και 12938/12, 31 Μαϊου 2016, Schmidt v. Λιθουανίας, Αρ. 22493/05, 27 Απριλίου 2017).». (υπογραμμίσεις του παρόντος δικαστηρίου) Στην Kameneva v Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην) Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (πρώην) Marfin Popular Bank Public Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. Ε102/2015, ημ. 29/3/2021 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως κατ' επανάληψη έχει λεχθεί η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά (βλ. F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Aqua Culture Ltd
(2000)1(Γ) A.A.Δ. 2054 και Τσεσμένογλου ν. Σοφοκλέους (ανωτέρω)). Στην υπόθεση Κοστανιάν ν. Βασιλείου, ECLI:CY:AD:2020:A73, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2013, ημερομηνίας 25/2/2020, ECLI:CY:AD:2020:A73 με αναφορά στην Sokolow S.A. Addzial Zaklady Miesne W Kolev. Lope Enterprises Ltd
(2014)1 Α.Α.Δ. 2555, που αφορούσε επίσης σε αίτηση παραμερισμού απόφασης στη βάση της Δ.17 θ.10, τονίστηκε ότι «τυχόν επιπόλαιοι χειρισμοί ενός εναγομένου, που οδηγούν στην έκδοση απόφασης εναντίον του, δεν θεωρούνται, χωρίς άλλο, από τη νομολογία, ως καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, οποιασδήποτε μορφής πολύ περισσότερο, δε δικαιολογείται, στη βάση αυτή, η απόρριψη αίτησης για παραμερισμό απόφασης εκδοθείσας εναντίον του ερήμην». . Σύμφωνα με τη νομολογία, το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη σε τέτοιας φύσης αιτήσεις είναι κατά πόσο ο αιτητής έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην Αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να τη προβάλει (βλ. Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 και Pechtchachamskaia κ.ά. v. Esiporich
(2014)1 (Β) Α.Α.Δ. 1207). Είναι επίσης νομολογιακά καθιερωμένο ότι το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης βρίσκεται στους ώμους του αιτητή αλλά το βάρος αυτό δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητουμένων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της.». (υπογραμμίσεις του παρόντος δικαστηρίου) Στην γραπτή αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης εισηγείται ότι η Εναγομένη έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και έχει σοβαρό λόγο που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και αφέθηκε να εκδοθεί απόφαση ερήμην της, ενώ αιτήθηκε αμέσως τον παραμερισμό της απόφασης. Όσον αφορά την καλή υπεράσπιση, εισηγείται ότι η απόφαση εκδόθηκε κακώς καθώς ο Ενάγων βασίζεται σε ανεφάρμοστη συμφωνία λόγω έλλειψης αντιπαροχής. Παραπέμπει συναφώς στην υπόθεση Μαρδαπήττα ν Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2008)1 ΑΑΔ 316. Εισηγείται ότι εν προκειμένω, η υπόθεση του Ενάγοντα είναι ακόμα πιο αδύνατη, καθώς ο ίδιος δεν ήταν εργοδοτούμενος της Εναγομένης και δεν προσέφερε καμιά αντιπαροχή έναντι της υποχρέωσης που ανέλαβε η Εναγόμενη, δηλαδή από την επίδικη συμφωνία απουσίαζε παντελώς η αντιπαροχή. Επαναλαμβάνει, επιπλέον, τον ισχυρισμό της Εναγομένης ότι ο διευθυντής της δεν θυμάται να έχει υπογράψει την επίδικη συμφωνία και τη θέση της Εναγομένης ότι το κατά πόσο ο Ενάγων δικαιούται σε φιλοδώρημα ή όχι, είναι θέμα που θα αποφασιστεί από τα δικαστήρια της Ουρουγουάης. Από την άλλη, ο εύπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα εισηγείται στη γραπτή του αγόρευση ότι η Εναγόμενη δεν κατάφερε να καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Συνοπτικά, όσον αφορά τον ισχυρισμό πως δεν γνωρίζει κάτω από ποιες συνθήκες υπογράφηκε η εν λόγω συμφωνία και αν όντως υπογράφηκε, πέρα από την αβεβαιότητα που καταδεικνύει, αντικρούεται με την ένσταση του Ενάγοντα, στην οποία παρατίθεται σχετικό αντίγραφο της συμφωνίας που καταδεικνύει τόσο το περιεχόμενο της συμφωνίας αλλά και το ότι υπογράφτηκε από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, την Εναγόμενη, εκ μέρους της οποίας υπογράφει ο διευθυντής της, SG, και τον Ενάγοντα. Περαιτέρω, εισηγείται ότι αδιαμφησβήτητα ως προκύπτει από την ίδια τη συμφωνία υφίσταται νόμιμη αντιπαροχή. Εν προκειμένω, η συμφωνία για την παροχή φιλοδορήματος έχει παρουσιαστεί από τον Ενάγοντα και αποτέλεσε το υπόβαθρο για την έκδοση της υπέρ του απόφασης. Στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, φαίνεται ότι η εν λόγω συμφωνία έγινε μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης και φέρει στο τέλος αυτής υπογραφές από τα συμβαλλόμενα μέρη. Ως προς το κατά πόσο η συμφωνία αυτή δύναται να αποτελέσει νομικά εκτελεστή σύμβαση ενόψει της θέσης της Εναγομένης περί έλλειψης αντιπαροχής, ο Ενάγων προέβαλε ότι η συμφωνία ενείχε το στοιχείο της αντιπαροχής και ότι το επίδικο φιλοδώρημα ήταν ανταμοιβή για τις υπηρεσίες που παρείχε, τη σκληρή του εργασία και τη συνεισφορά του στην αύξηση των κερδών της εταιρείας D S.A για το έτος 2017 και κατ' επέκταση στην αύξηση των κερδών των μετόχων της εταιρείας αυτής, ήτοι της Εναγομένης. Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα προβάλλονται και ιδιαίτερα του ότι πρόκειται για υπηρεσίες που προσφέρθηκαν σε μια τρίτη εταιρεία και υπό το φως των όσων λέχθησαν στην Μαρδαπήττα ν Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2008)1 ΑΑΔ 316, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης, κρίνω ότι η Εναγομένη έχει καταδείξει, στο βαθμό που απαιτείται στο παρόν στάδιο, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ. Θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο έχουν εξηγηθεί οι λόγοι και η καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης καθώς και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό. Ως έχει λεχθεί ανωτέρω, η παράλειψη καταχώρισης εμφάνισης στην αγωγή μάλλον οφείλεται στην αδιαφορία της Εναγομένης μετά την υποκατάστατη επίδοση της αγωγής σε αυτήν. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ανακάλυψε την ύπαρξη της αγωγής και την πιθανότητα έκδοσης της απόφασης περί τα τέλη Ιανουαρίου αρχές Φεβρουαρίου 2022, όταν στις 14/1/2022 επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της επιστολή απαίτησης για την αποπληρωμή του ποσού της απόφασης, πλέον τα έξοδα του εντάλματος κατάσχεσης κινητών, το οποίο επιστράφηκε αντεκτέλεστο. Η εν λόγω επιστολή διαβιβάστηκε στην Εναγομένη και στη συνέχεια στους δικηγόρους της, οι οποίοι διορίστηκαν στις 3/2/2022 και προέβηκαν σε έρευνα στον δικαστηριακό φάκελο στις 16/2/2022, οπότε και διαπίστωσαν την έκδοση απόφαση ερήμην της Εναγομένης. Εν των μεταξύ, ως αναφέρεται στην παρ. 21 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, στις 9/2/2022 οι δικηγόροι της Εναγομένης απέστελαν επιστολή στους δικηγόρους του Ενάγοντα σημειώνοντας ότι ενημερώθηκαν για την ύπαρξη της αγωγής και της απόφασης ζητώντας όπως εφοδιαστούν με τα σχετικά έγγραφα. Όπως αναφέρεται στις παρ. 23-24 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, στις 8/3/2022 επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης αίτηση εκκαθάρισης και ως εκ τούτου η ανάγκη προώθησης της υπό κρίση αίτησης κατέστη κατ' επείγουσα. Εν τέλει, η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στις 31/3/2022. Αυτό που προκύπτει είναι ότι η Εναγομένη ενεργοποιήθηκε σχετικά με την αγωγή και ζήτησε τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην της, όταν πλέον άρχισαν να λαμβάνονται διαβήματα εναντίον της δυνάμει της απόφασης αυτής. Στη βάση των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγωγή επιδόθηκε στην Εναγομένη, πλην όμως παρέλειψε να ενδιαφερθεί και αδιαφόρησε για αυτή, ως εξηγείται ανωτέρω, ενεργοποιούμενη να αναζητήσει την τύχη της όταν πλέον άρχισαν να λαμβάνονται διαβήματα εναντίον της δυνάμει της εκδοθείσας απόφασης, δεν ικανοποιούμαι ότι δόθηκαν από μέρους της Εναγομένης ικανοποιητικοί λόγοι, ούτε και συγκεκριμένες, εύλογες και επαρκείς εξηγήσεις, για την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης. Κρίνω δε ότι η διαγωγή της Εναγομένης ανάγεται σε συμπεριφορά περιφρονητική σε βαθμό καταφρόνησης της διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου, πλήττοντας το θεμέλιο της δικαιοσύνης και καθιστώντας την παρούσα μη κατάλληλη περίπτωση για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Κατάληξη Ενόψει των πιο πάνω, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα, πλέον ΦΠΑ υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Κ. Ηλία, Πρ. Ε.Δ. Πρωτοκολλητής Πιστό αντίγραφο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.