← Κύπρος

ΠΟΛΑ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ ν. PS SEAMLESS GUTTERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 401/22, 27/3/2023

ΠΟΛΑ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ ν. PS SEAMLESS GUTTERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 401/22, 27/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ Αρ. Αγωγής: 401/22 Ημερομηνία: 27/03/2023 Μεταξύ: ΠΟΛΑ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ Α. Δ. Τ. [ ] Ενάγουσα και

  1. PS SEAMLESS GUTTERS LTD H.E.382538, ΚΟΡΙΝΑΣ 7, ΛΑΚΑΤΑΜΕΙΑ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ
  2. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Α. Δ. Τ. [ ], [ ] 7, [ ], ΛΕΥΚΩΣΙΑ
  3. ΘΕΟΔΩΡΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Α. Δ. Τ. [ ] [ ] 15Β, [ ], ΛΕΥΚΩΣΙΑ
  4. ΑΛΙΚΗ ΠΕΡΓΑΝΤΗ Α. Δ. Τ. [ ], [ ] 7, [ ], ΛΕΥΚΩΣΙΑ
  5. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΕΡΓΑΝΤΗΣ Α. Δ. Τ. [ ] [ ] 7, [ ], ΛΕΥΚΩΣΙΑ
  6. ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΣΑΒΒΑ Α. Δ. Τ. [ ], [ ] 15, [ ], ΛΕΥΚΩΣΙΑ Εναγομένων Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κος Σ. Αργυρού Για Καθ' ης η Αίτηση: κα Ε. Μιχαήλ Αίτηση Ημερομηνίας 23/01/2022 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα ζήτησε και πέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος, με το οποίο δεσμεύτηκαν τραπεζικοί λογαριασμοί κατά των Εναγομένων 1-6 και διάταγμα που πρόσταζε όλους τους Εναγόμενους να αποκαλύψουν περιουσιακά τους στοιχεία. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην Αίτηση για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος που υποστηριζόταν με ένορκη δήλωση που είχε συντάξει ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ως διοικητικός σύμβουλος της Εναγόμενης 1 εταιρείας που είχε αναλάβει την εκτέλεση καθορισμένων συμφωνηθέντων οικοδομικών εργασιών προς όφελος της Ενάγουσας. Στα πλαίσια των ισχυρισμών που είχε προβάλει ο ομνύοντας στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 07/04/2022 είχε αναφέρει τα ακόλουθα στην παράγραφο 10: Ο επιμετρητής ποσοτήτων, έπρεπε να είχε λάβει υπόψη το γεγονός ότι πλήρωσα σε υπεργολάβους ποσό ύψους €120.505,00 το οποίο φαίνεται αναλυτικά σε κατάλογο με τους υπεργολάβους που εργάστηκαν στο έργο και τους οποίους επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  7. Επίσης το ποσό αυτό υποστηρίζεται από τη δέσμη τιμολογίων και αποδείξεων τα οποία δόθηκαν στον πραγματογνώμονα και τα οποία όμως δεν πρόλαβε να αναλύσει. Σε κάθε περίπτωση, είναι στη διάθεση του Δικαστηρίου να τα παρουσιάσουμε εάν κριθεί σκόπιμο αφού υπερβαίνουν τις 500 σελίδες. Περαιτέρω, έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι υλικά και προμηθευτές αξίας €42.223,03 δαπανήθηκαν ή/και τοποθετήθηκαν σε εργασίες που έγιναν προς όφελος των ακινήτων της Ενάγουσας. Παρουσιάζεται επίσης κατάλογος των προμηθευτών ως Τεκμήριο 3A, ενώ τα τιμολόγια και/ή αποδείξεις πληρωμών έχουν επίσης δοθεί στον πραγματογνώμονα και είναι στη διάθεση του Δικαστηρίου, εάν κριθεί σκόπιμο αφού υπερβαίνουν τις 200 σελίδες. Προκειμένου να δικαιολογήσει το ύψος του ποσού χρημάτων που η Ενάγουσα είχε πληρώσει για τις εν λόγω εργασίες, ανέφερε ότι είχε πληρώσει τρίτους να εκτελέσουν τις εργασίες που παρέδωσε στην Ενάγουσα. Ως προκύπτει από την παράγραφο 10 πιο πάνω, είχε παραπέμψει σε καταλόγους αυτών των εξόδων, ήτοι τα Τεκμήρια 3 και 3Α που συνοδεύουν την ένσταση και επιφυλάχθηκε εάν χρειαστεί, να προσκομίσει σε κατοπινό στάδιο κατά την ακρόαση, το σύνολο των εγγράφων, αποδείξεων και τιμολογίων για να καταδείξει ότι τέτοιες δαπάνες και/ή πληρωμές είχαν γίνει. Επανήλθε με την παρούσα Αίτηση και ζήτησε την έκδοση διατάγματος με το οποίο να του επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ως η απόφαση στην Πολιτική Εφεση 4/
  8. Η νομική βάση της Αίτησης, είναι οι διαταγές 39, 48, 59 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίζεται το αίτημα σε ένορκη δήλωση που έχει συντάξει ο Εναγόμενος
  9. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι επειδή η απόφαση του Ανωτάτου είχε επισημάνει ότι δεν είχε επισυνάψει τις αποδείξεις που υποστηρίζουν το Τεκμήριο 3, ήθελε να τα καταθέσει και δεν τα είχε καταθέσει εξαιτίας του όγκου των αποδείξεων και του χρόνου που του δόθηκε για να καταχωρήσει την ένστασή του, στην Αίτηση προσωρινού διατάγματος. Η αξία των εργασιών που εκτέλεσε η Εναγόμενη 1 εταιρεία, ανέρχεται στο ποσό των €376.300 πλέον ΦΠΑ σύνολο €447.
  10. Το ποσό αυτό αφορά εργασία και υποστηρίζεται από εκτίμηση πραγματογνώμονα που ετοιμάστηκε πρόσφατα την 19/01/
  11. Τα εν λόγω Τεκμήρια που θέλει να επισυνάψει συμπληρωματικά με την ένστασή του, περιήλθαν στην κατοχή του πρόσφατα από τους λογιστές του και η έκθεση το ίδιο. Από νομική συμβουλή που έλαβε από τους δικηγόρους του, λόγω της τροποποίησης της Διαταγής 48 και συγκεκριμένα του Θ.4

(3)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, πρέπει να προβεί σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποίαν να καταθέσει τα τρία αυτά Τεκμήρια τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο από τις αποδείξεις που υποστηρίζουν το Τεκμήριο 3 της προηγούμενης ένορκης δήλωσης και η τελική έκθεση του πραγματογνώμονα η οποία ετοιμάστηκε πολύ πρόσφατα. Υπάρχει πολύ καλός λόγος για να του επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση και σχετικά τα Τεκμήρια που επιβεβαιώνουν και υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς της προηγούμενης ένορκης δήλωσης του, αφού σε αντίθετη περίπτωση, κινδυνεύει να απορριφθεί η μαρτυρία του επειδή δεν θα μπορέσει να προσφέρει οποιανδήποτε προφορική μαρτυρία και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του. Η Ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση και έχει προβάλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  1. Η Αίτηση δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος για την έκδοση των απαιτούμενων διαταγμάτων και/ή είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή πραγματικά αστήρικτη.
  2. Ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει οποιονδήποτε λόγο και/ή «καλό λόγο» για τον οποίον θα πρέπει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος του για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η αντίκρουση ισχυρισμών και/ή λόγων που προβλήθηκαν από την Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση δεν συνιστά «καλό λόγο».
  3. Η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Εισάχθηκε πολύ καθυστερημένα υπό το φως του γεγονότος, ότι έχει ήδη εκδοθεί απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση αρ. 4/2022, για επανεξέταση της υπόθεσης στη βάση των ήδη υπαρχόντων στοιχείων και/ή της προσκομισθείσας στον φάκελο μαρτυρίας.
  4. Η παρούσα Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή γίνεται κακόπιστα με απώτερο σκοπό την καθυστέρηση και/ή την παρέκκλιση της διαδικασίας και/ή ο χρόνος της καταχώρησης της παρούσας Αίτησης έγινε κακόπιστα και/ή καταχρηστικά, ήτοι την ημέρα που η κυρίως Αίτηση βρισκόταν στο στάδιο της ακρόασης.
  5. Η Αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και/ή καταχωρήθηκε την ημέρα κατά την οποίαν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση της κυρίως Αίτησης έκδοσης προσωρινού διατάγματος.
  6. Ο Αιτητής προωθεί την Αίτηση καταχρηστικά και/ή κακόπιστα, καθώς προσπαθεί να εισάγει στο παρόν στάδιο ανεπίτρεπτη μαρτυρία και/ή να παραπλανήσει το παρόν Δικαστήριο κατά παράβαση των λεχθέντων στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
  7. Όλα τα σχετικά γεγονότα που αφορούν τη διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος, έχουν ήδη εκτεθεί πλήρως ενώπιον του Δικαστηρίου.
  8. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω λόγων ένστασης, η υπό ένσταση Αίτηση του Αιτητή, σκοπεί στην επανόρθωση πρωθύστερων παραλείψεων, έτσι ώστε να μεταβληθεί και/ή αλλοιωθεί και/ή θεραπευτεί εκ των υστέρων η εικόνα και/ή το υπόβαθρο των γεγονότων που εξετέθη πρωταρχικά στο Δικαστήριο προκειμένου να παράσχει θεραπεία.
  9. Μεγάλο μέρος των όσων επιθυμεί να εισάγει ο Αιτητής, αποτελούν επιχειρηματολογία και εκ των υστέρων κατασκευασμένα Τεκμήρια για να καλύψει τα κενά της Υπεράσπισής του.
  10. Η επιδιωκόμενη μαρτυρία που αιτείται ο Αιτητής, αναφέρεται σε γεγονότα προγενέστερα και καλά γνωστά εις τον Αιτητή και/ή μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην αρχική ένορκη δήλωση και/ή δεν πρέπει να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με θέματα τα οποία ο Αιτητής μπορούσε να συμπεριλάβει εξ' αρχής. Ο Αιτητής επιχειρεί να εισάγει μαρτυρία και/ή ισχυρισμούς που είτε ήταν γνωστά κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένστασή του.
  11. Ο Αιτητής κατά παράβαση της σχετικής νομολογίας, προσπαθεί κατόπιν παροχής θεραπείας από το Δικαστήριο σε μονομερή Αίτηση να επανορθώσει παραλείψεις, πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί και/ή να αλλοιωθεί και/ή συμπληρωθεί εκ των υστέρων η εικόνα που δόθηκε αρχικά στο Δικαστήριο για να παράσχει θεραπεία χωρίς ειδοποίηση.
  12. Το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την Αίτηση, είναι ανεπαρκές και δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και τα όσα επιχειρείται να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν εξυπηρετούν κανέναν σκοπό και/ή δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη και/ή να επηρεάσουν τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της Αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων.
  13. Η παρούσα Αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία απέλπιδα προσπάθεια του Αιτητή να καλύψει κενά και/ή να προσαγάγει αναληθή στοιχεία και/ή ισχυρισμούς που έπρεπε ήδη να είχε θέσει εξ' αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου.
  14. Η παρούσα Αίτηση, ασκείται καταχρηστικά, αφού με αυτόν τον τρόπο γίνεται εσκεμμένη προσπάθεια καταστρατήγησης και/ή παράκαμψης της βασικής νομολογιακής αρχής, ότι στις περιπτώσεις των προσωρινών διαταγμάτων, ο Αιτητής οφείλει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καλή πίστη και καθαρά χέρια.
  15. Ο Αιτητής επιδιώκει με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που ζητά να καταθέσει, την αλλοίωση του πραγματικού υπόβαθρου επί του οποίου στηρίχθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Έφεση με αρ. 4/2022 για να ακυρώσει την απόφαση ημερ. 20/04/2022, πράγμα που δεν είναι επιτρεπτό.
  16. Οι ισχυρισμοί και/ή τα ζητήματα που επιθυμεί ο Αιτητής να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου διά συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ουσιαστικά τείνουν να μετατρέψουν την ακρόαση της Αίτησης σε δίκη ουσίας, γεγονός που δεν είναι επιτρεπτό στο παρόν στάδιο.
  17. Η Αίτηση γίνεται κακόπιστα και/ή δόλια και/ή εσκεμμένα, προς πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης και/ή υποβολή προσκομμάτων στην εκδίκαση και/ή επιβράδυνσης της δικαστικής διαδικασίας.
  18. Η Αίτηση είναι ενοχλητική και/ή κακόπιστη και ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορριφθεί ως τέτοια.
  19. Η Αίτηση παραβιάζει το δικαίωμα δίκαιας δίκης.
  20. Το Σεβαστό Δικαστήριο, μπορεί να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μόνο δυνάμει των δικαστικών θεσμών Δ.48 Θ.4
(1)μόνο για καλό λόγο. Στην προκειμένη υπόθεση, από όσα παραθέτει ο ενόρκως δηλών Χ. Α στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 23/01/2023, δεν προκύπτει κανένας επαρκής και/ή καλός και/ή ικανοποιητικός λόγος για να δοθεί άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Τόσο η υπό αναφορά Αίτηση, όσο και η συμπληρωματική ένορκος δήλωση, περιέχουν μόνο γενικούς και αόριστους και/ή μετέωρους ισχυρισμούς που δεν δύναται σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν ότι ικανοποιούν το Σεβαστό Δικαστήριο ότι συντρέχει καλός λόγος.
  1. Τα όσα θέλει να προσθέσει ο Εναγόμενος 2, αντιβαίνουν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
  2. Ο Αιτητής δεν απέσεισε το βάρος που φέρει αναφορικά με την ύπαρξη καλού λόγου για την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, καθότι απέτυχε και/ή παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου πειστικά στοιχεία ως προς το αίτημα που υποβάλλεται για καλό λόγο, καθότι μεταξύ άλλων τα πλείστα εξ' όσων επιχειρεί να προσθέσει, θα έπρεπε να ήταν εις την κατοχή του, προτού η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση λάβει μονομερή δικαστικά μέτρα εναντίον των Εναγομένων.
  3. Η υπό αναφορά Αίτηση, είναι κακόπιστη και/ή εκδικητική και/ή σκοπεί στην πρόσκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της Αιτήσεως ημερομηνίας 15/03/2022 εν σχέσει με την οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος.
  4. Παραβιάζεται θεμελιωδώς το δικαίωμα της Εναγούσης/Καθ' ης η Αίτηση να ακουστεί εντός ευλόγου χρόνου. Η Αίτηση υποσκάπτει την όλη θεωρία και/ή φιλοσοφία της διαδικασίας έκδοσης και/ή μονιμοποίησης διαταγμάτων παγιοποίησης και αποκάλυψης και/ή την ουσία των interim orders, τα οποία θα πρέπει να εκδικάζονται χωρίς καθυστέρηση.
  5. Αιτήσεις όπως η παρούσα, προκαλούν αχρείαστη και/ή σημαντική και/ή ανεπίτρεπτη καθυστέρηση και ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορρίπτονται.
  6. Η παρούσα Αίτηση, θα πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.
  7. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, είναι αόριστη και/ή περιλαμβάνει αόριστους και/ή ασαφείς και/ή γενικούς ισχυρισμούς και/ή δεν είναι ικανοποιητική για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  8. Η παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση είναι άσχετη και/ή αόριστη και/ή αφορά άλλη διαδικασία. Συγκεκριμένα η Δ.48 Θ4
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παραπέμπει στον Τύπο 47, δηλαδή την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης σε Αίτηση διά κλήσεως και ουδεμία σχέση δεν έχει με την Αίτηση καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
  1. Ο Αιτητής με την καταχωρήσει της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιχειρεί και/ή επιδιώκει την αλλοίωση και/ή τροποποίηση των πραγματικών γεγονότων και/ή τη συμπερίληψη ψευδών και/ή παραπλανητικών ισχυρισμών και/ή στοιχείων και/ή τη συμπλήρωση των κενών και/ή παραλείψεων αυτού και/ή των υπόλοιπων Εναγομένων και/ή τη διόρθωση αδυναμιών και/ή ελλείψεων και/ή την κακόπιστη εισαγωγή ανεπίτρεπτης και/ή αντινομικής και/ή αναληθούς μαρτυρίας και/ή μαρτυρίας άσχετης με τα επίδικα θέματα και/ή μαρτυρίας εκ των υστέρων κατασκευασμένης και/ή μη επιτρεπτής στο παρόν στάδιο.
  2. Ο Αιτητής κακόπιστα και/ή δόλια και/ή εσκεμμένα επιδιώκει να προσαγάγει μαρτυρία και/ή ισχυρισμούς και/ή γεγονότα που ήταν γνωστά σε αυτόν και/ή θα έπρεπε να καταχωρηθούν στην ένσταση τους στην Αίτηση της Ενάγουσας για έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων και/ή πολύ νωρίτερα της έκδοσης απόφασης στην Έφεση που ασκήθηκε από την Ενάγουσα.
  3. Η Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή αντινομική, αφού με βάση τη νομολογία, σε περιπτώσεις που έχει ήδη εκδοθεί προσωρινό διάταγμα, όταν υπάρχει παράλειψη πληροφόρησης και/ή κενά στη μαρτυρία, δεν επιτρέπεται η επανόρθωση της παράλειψης έτσι ώστε να αλλοιωθεί ή μεταβληθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο για να παράσχει θεραπεία.
  4. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, θα πλήξει τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση/Ενάγουσας και/ή δεν θα εξυπηρετήσει το συμφέρον της δικαιοσύνης και/ή τη δίκαια ισορροπία των δικαιωμάτων των μερών.
  5. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, θα καταστρατηγούσε την όλη διαδικασία και/ή φιλοσοφία των προσωρινών διαταγμάτων και/ή το κατ' επείγον της παγιοποίησης της περιουσίας των Εναγομένων.
  6. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, θα συνεπάγεται με επικράτηση του αδίκου και/ή της απάτης και/ή της κακοπιστίας και/ή της καταστρατήγησης των δικαιωμάτων της Ενάγουσας.
  7. Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να αιτείται τα εν λόγω διατάγματα στο παρόν στάδιο, αφού η παρούσα διαδικασία γίνεται κατόπιν απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Έφεση 4/22, αφού αποφασίστηκε όπως η παρούσα υπόθεση εξεταστεί ξανά στη βάση της ήδη υπάρχουσας μαρτυρίας και/ή γεγονότων και/ή ισχυρισμών από άλλο Δικαστήριο.
  8. Η Αίτηση, σε περίπτωση που επιτύχει θα έρχεται σε σύγκρουση με την απόφαση του Εφετείου στην Πολιτική Έφεση αρ. 4/2022, στην οποίαν το Δικαστήριο διέταξε όπως η Αίτηση εξεταστεί στην ίδια βάση και/ή τα ίδια γεγονότα και/ή τους ίδιους ισχυρισμούς και/ή την ίδια μαρτυρία από άλλο Δικαστήριο. Δηλαδή με βάση μόνο τα υπάρχοντα στοιχεία χωρίς την προσθήκη νέων.
  9. Άνευ βλάβης των ανωτέρω και για σκοπούς της ορθής ρύθμισης της διαδικασίας και προς αποφυγή αχρείαστης επιχειρηματολογίας, πρόσθεσης μαρτυρίας άσχετα με τα επίδικα θέματα της οριστικοποίησης προσωρινού διατάγματος ή ακύρωσης του και σπατάλης πολύτιμου χρόνου, είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως το Σεβαστό Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς απόρριψη της Αίτησης ημερομηνίας 23/01/
  10. Όλα τα σχετικά γεγονότα που αφορούν τη διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος, έχουν ήδη εκτεθεί πλήρως ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει η Ενάγουσα. Αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι την αγωγή την έχει καταχωρήσει διότι έχει πέσει θύμα απάτης ύψους €435.971 και αυτός είναι ο λόγος που αιτήθηκε διάταγμα παγοποίησης λογαριασμών και αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων, ένεκα του κινδύνου οι Εναγόμενοι να κρύψουν ή να εξαφανίσουν όλην τους την περιουσία προκείμενου οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί υπέρ της, να παραμένει ανεκτέλεστη. Η παρούσα Αίτηση, τίθεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για επανεκδίκαση δυνάμει της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση αριθμό 4/2022 για επανεκδίκαση της υπόθεσης από διαφορετικό Δικαστήριο. Με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ανέτρεψε πλήρως την πρωτόδικη απόφαση, με την οποίαν αποφασίστηκε η μη οριστικοποίηση των ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί μονομερώς και βρίσκονται σε ισχύ με βάση ρητή απόφαση του Εφετείου. Το Εφετείο διαπίστωσε πως αν τα διατάγματα δεν γίνουν αυστηρά και απόλυτα, οι Εναγόμενοι θα καταβάλουν κάθε ανθρωπίνως δυνατή προσπάθεια να εξανεμίσουν όλην την περιουσία, ώστε να μην μπορέσει να ικανοποιηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Εφετείο έδωσε τις κατευθυντήριες οδηγίες, όπως η παρούσα Αίτηση εκδικαστεί εκ νέου, με βάση τα υφιστάμενα δικόγραφα που υπάρχουν ήδη στον φάκελο της υπόθεσης, απλώς από διαφορετικό Δικαστήριο. Σε καμία περίπτωση, δεν δόθηκαν οδηγίες να τροποποιηθεί και να αλλοιωθεί η υφιστάμενη μαρτυρία. Θα ήταν πολύ άδικο να επιτραπεί στο στάδιο αυτό, να διορθώσουν οι Εναγόμενοι τα λάθη και τις παραλείψεις τους. Στο πλαίσιο τώρα της επανεκδίκασης, ο Εναγόμενος 2 επιθυμεί με την Αίτηση του, να του δοθεί άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην Αίτηση ημερομηνίας 15/03/2022 την οποίαν καταχώρησαν οι δικηγόροι του, για έκδοση συντηρητικών και/ή απαγορευτικών διαταγμάτων και για την οποίαν οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση και εκδόθηκε ακολούθως απόφαση στις 20/04/
  11. Ακολούθως άσκησε Έφεση, την Πολιτική Έφεση αριθμός 4/2022 η οποία έχει επιτύχει, με το Δικαστήριο να διατάζει όπως η Αίτηση παραπεμφθεί σε άλλο Δικαστήριο και όπως προχωρήσει στην άμεση εκδίκασή της. Η τυχόν έγκριση της Αίτησης του Εναγόμενου 2 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, έρχεται σε σύγκρουση με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για εκδίκαση της με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία και σε καμία περίπτωση, υπό το φως νέων στοιχείων που σίγουρα έχουν κατασκευαστεί εκ των υστέρων. Οι Εναγόμενοι ζητούν να συμπεριλάβουν στοιχεία και ισχυρισμούς που δεν έβαλαν σε καμία περίπτωση, κατά την πρωτόδικη εκδίκαση της Αίτησης για μονιμοποίηση του προσωρινού διατάγματος. Από αυτό και μόνο, φαίνεται ότι οι Αιτητές/Εναγόμενοι δεν έρχονται με καθαρά τα χέρια ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου. Είναι ηλίου φαιενότερο, ότι εκείνο που ζητούν οι Αιτητές στο στάδιο αυτό, είναι να αφεθούν να βάλουν στοιχεία και έγγραφα που κατασκευάστηκαν εκ των υστέρων. Εάν η πλευρά των Εναγομένων/Αιτητών, είχαν τα στοιχεία αυτά κατά την εκδίκαση της μονιμοποίησης του προσωρινού διατάγματος, σίγουρα θα τα είχαν καταθέσει με κάθε θυσία. Η διόρθωση λαθών και παραλείψεων και η εισαγωγή πλαστών εγγράφων, σίγουρα δεν θα πρέπει να επιτραπεί από το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό. Εάν ο Εναγόμενος 2 είχε στην κατοχή του αυτές τις αποδείξεις, θα τις είχε συμπεριλάβει από την πρώτη στιγμή και δεν είναι δικαιολογία το ότι είχε μόνο 3 μέρες για να καταχωρήσει ένσταση. Το ζήτημα εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, είναι τόσο σοβαρό που ακόμα και μίαν ημέρα να είχε για να καταχωρήσει ένσταση, το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να συμπεριλάβει είναι αυτές τις αποδείξεις. Όμως επειδή δεν είναι αληθινές αυτές οι αποδείξεις, αλλά είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμα του Εναγόμενου 2, δεν συμπεριλήφθηκαν εξ' αρχής και αυτός είναι ο μόνος λόγος που ζητά από το Δικαστήριο, μετά από σχεδόν ένα έτος από την καταχώρηση της Αίτησης να συμπληρώσει τα κενά που είχε στην Υπεράσπιση του. Δεν είναι δυνατόν ο Εναγόμενος 2 που της έδωσε την προσφορά εργασιών, να μην γνωρίζει την αξία των εργασιών που εκτέλεσε και να χρειάζεται προς τούτο, την έκθεση πραγματογνώμονα. Επίσης είναι άξιον απορίας, πώς μπόρεσε ο πραγματογνώμονας να ετοιμάσει τέτοιαν έκθεση, εφόσον δεν έδωσε άδεια σε κανέναν να πλησιάσει το υποστατικό της. Η έκθεση θα πρέπει να κατασκευάστηκε από παραπλανητικά ή ψευδή στοιχεία. Έχει ήδη γίνει εκτίμηση της εργασίας από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα και έχει καταχωρηθεί ως Τεκμήριο η έκθεση του στα πλαίσια της Αίτησης για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Αιτητή, αλλά και τα στοιχεία που επιθυμεί να εισάγει, αποτελούνται από αόριστους, γενικούς και αναληθείς ισχυρισμούς ή και ισχυρισμοί που προσπαθούν να περιπλέξουν τα επίδικα θέματα ή είναι άσχετα με τα επίδικα. Ο ισχυρισμός ότι δήθεν δεν πρόλαβαν να τα καταχωρήσουν εντός της προθεσμίας, το γεγονός ότι δήθεν έλαβε τις αποδείξεις από τους λογιστές του μετά την έκδοση της απόφασης, καθώς και ο ισχυρισμός ότι η έκθεση του πραγματογνώμονα ετοιμάστηκε πολύ αργότερα, είναι αναληθείς, ανυπόστατοι και απαράδεκτοι. Ο Αιτητής/Εναγόμενος 2 κατηγορείται για παρόμοια αδικήματα που διέπραξε πρόσφατα με θύματα ηλικιωμένες γυναίκες. Αναφέρθηκε μάλιστα και από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, ότι εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα προσωποκράτησης για 8 μέρες. Ο Αιτητής/Εναγόμενος 2 είναι άτομο που απασχόλησε πολλές φορές την Αστυνομία και σε άλλες ποινικές και άλλες υποθέσεις. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Το πραγματικό υπόστρωμα βάσει του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα μονομερώς, είναι ότι ο Εναγόμενος εξαπάτησε την Ενάγουσα με τον ακόλουθο συγκεκριμένο τρόπο, την έπεισε ότι υπήρχε ειδικό σχέδιο επιχορήγησης για το οποίο είναι διαπιστευμένη η εταιρεία Εναγόμενη 1 και ότι η εταιρεία αυτή που του ανήκε, θα μπορούσε να ενταχθεί στο σχέδιο για να καλυφθούν όλα τα έξοδα της συντήρησης/αποκατάστασης του κτηρίου. Αυτός ήταν και ο λόγος που ανέφερε η Ενάγουσα στην Αίτησή της, ότι αποδέχθηκε την προσφορά του Εναγόμενου 2 ύψους €356.
  12. Σε διαφορετική περίπτωση, η Ενάγουσα δεν θα έμπαινε σε τέτοια έξοδα εάν δεν θα τα κάλυπτε το σχέδιο για το οποίο της είχε αναφέρει ο Εναγόμενος
  13. Στη συνέχεια ανέφερε, ότι την πίεζε ο Εναγόμενος 2 να ξοφλήσει τον λογαριασμό που της παρέδωσε πριν τις 22/09/2021 γιατί στις 22/09/2021 θα υπέγραφαν για να πάρουν έγκριση για την εκταμίευση της επιχορήγησης. Οι νέες παραστάσεις που οι Αιτητές με την παρούσα Αίτηση θέλουν να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου 9 μήνες μετά την καταχώρηση της αρχικής ένστασης, δεν αφορούν απάντηση στον ισχυρισμό πιο πάνω, που ήταν ο βασικός κορμός του πραγματικού υποστρώματος σε σχέση με το αγώγιμο του δικαιώματος της απάτης/ψευδών παραστάσεων. Η παράγραφος 10 της αρχικής ένορκης δήλωσης, είχε σκοπό να απαντήσει στην εισήγηση της Ενάγουσας ότι ο επιμετρητής που κοστολόγησε την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας, θα έπρεπε να λάβει υπόψη του τα χρήματα που ισχυρίστηκε ότι είχε πληρώσει σε υπεργολάβους. Επομένως, εάν η θέση του είναι ότι δεν κατείχε αυτά τα στοιχεία διότι τα είχαν λογιστές με αποτέλεσμα να μην είχαν παρουσιαστεί στον επιμετρητή που επικαλέστηκε η Ενάγουσα στη δική της ένορκη δήλωση, αυτό δεν θα αλλοίωνε κάτι σε σχέση με την εικόνα που είχε το Δικαστήριο για την αξίωση της Ενάγουσας που βασίζεται σε συγκεκριμένες παραστάσεις του Εναγόμενου 2 για γεγονότα που γνώριζε ότι δεν ήταν αλήθεια, προκειμένου να την πείσει να του πληρώσει τα χρήματα. Η βασική της θέση ήταν ότι δεν θα έκανε τέτοια έξοδα, εκτός και εάν υπήρχε επιχορήγηση του κόστους των εργασιών, όμως ακόμη και να κριθεί ότι η αξία των εκτελεσθέντων εργασιών να ήταν ουσιώδες στοιχείο στη διαμόρφωση της άποψης του Δικαστηρίου κατά την εξέταση των πρώτων δύο προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60, ο κρίσιμος χρόνος να τεθούν υπόψη του επιμετρητή τα στοιχεία για την αξία της εργασίας, ήταν κατά τον χρόνο που δημιουργήθηκε η διαφορά των μερών ώστε αυτά να ληφθούν υπόψη στην έκθεση του και όχι τον Ιανουάριο 2023 μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το ότι ζητήθηκε η ετοιμασία τέτοιας έκθεσης υστερόβουλα και μετά από συγκεκριμένο δικαστικό αποτέλεσμα, δεν ευνοεί το αίτημα του Εναγόμενου. Περαιτέρω, στο πλαίσιο του προσωρινού διατάγματος, δεν επιτρέπεται αξιολόγηση της μαρτυρίας και ούτε μπορεί το Δικαστήριο να μετατραπεί σε ανακριτή για να αποφανθεί περί της γνησιότητας των εγγράφων ή αναθεώρησης των ευρημάτων του επιμετρητή, ώστε να εκτιμήσει κατά πόσο ορθά καταμέτρησε την αξία της εργασίας που εκτελέστηκε. Κατά συνέπεια, η παράθεση αυτών των στοιχείων στο στάδιο αυτό και ως δευτερολογία της ήδη καταχωρηθείσας ένστασης, δεν προσφέρει κάτι στην υπόθεση των Εναγομένων. Λειτουργεί ως τέχνασμα συσκότισης της ουσίας εξαιτίας του όγκου εγγράφων που παρουσιάζονται ως τιμολόγια και αποδείξεις, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα αξιολόγησης κατά πόσο αυτά τα έγγραφα όντως συνιστούν αυτά που ισχυρίζεται ο Εναγόμενος ότι είναι με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Το ζήτημα της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, διέπεται από τη Δ.48Κ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με βάση τον εν λόγω Κανονισμό, προκύπτει ότι είναι στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέψει στους Ενάγοντες/Αιτητές την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εάν διαπιστωθεί ότι η καταχώρηση αυτής, ζητείται για καλό λόγο. Ένας καλός λόγος να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι η προσθήκη νέων λεπτομερειών που αφορούν ίδιους ισχυρισμούς εις απάντηση ισχυρισμών που προβάλλονται στην ένσταση, ώστε το Δικαστήριο να αποκτήσει σφαιρική αντίληψη των δεδομένων που αφορούν την ενδιάμεση διαδικασία. Στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd, ν Ανδρέα A. Λεωνίδα 1 ΑΑΔ 195
(2010), το Εφετείο αποφάνθηκε ότι είναι ορθή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που παρέχεται στο Δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου νέες λεπτομέρειες που αφορούσαν ίδιες θέσεις και ισχυρισμούς που είχαν προβληθεί με την αρχική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης επαναφοράς. Υπό τέτοιες περιστάσεις, η μαρτυρία κρίνεται ότι δεν είναι ανεπίτρεπτη η επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των Αιτητών, αλλά διευκρινίσεις και ισχυρισμοί που είναι επιθυμητό να επιτραπούν στους Αιτητές να προβάλουν, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Όμως στην υπόθεση Κόκκινου ν. Κόκκινου Έφεση αρ. 29/2014 ημερομηνίας 03/11/2017, το Εφετείο επεσήμανε ότι στην περίπτωση που η ενδιάμεση διαδικασία αφορά προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, προσοχή πρέπει να δοθεί ώστε να μην αλλοιωθούν τα δεδομένα που είχαν προβληθεί αρχικά με την πρώτη ένορκη δήλωση, βάσει της οποίας εκδόθηκε προς όφελος των Αιτητών μία θεραπεία που δίδεται μόνο κατ' εξαίρεση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης κατ' επείγον και με την προϋπόθεση ότι οι αιτούντες υπήρξαν απόλυτα ειλικρινείς ως προς τα ουσιώδη γεγονότα που επέδρασαν στην κρίση του Δικαστηρίου. "Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 στην οποίαν λέχθηκαν τα εξής: «Σ' ό,τι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης 'καλού λόγου' και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει 'καλό λόγο'. Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές, το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η Αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα, θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωσή του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό. Παρ' όλο δε που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, στα πλαίσια της συζήτησης της επίδικης Αίτησης πρωτόδικα, αναφέρθηκε- όπως μνημονεύεται στην πρωτόδικη απόφαση«στους ισχυρισμούς και στις ενότητες των ισχυρισμών από τις ένορκες δηλώσεις της Καθ' ης η Αίτηση οι οποίοι, κατά την άποψη του, χρήζουν απάντησης», το Δικαστήριο δεν συνάρτησε την κρίση του με ό, τι θα μπορούσε να ήταν αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη". Η έκδοση μονομερούς διατάγματος, είναι εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης χωρίς να δοθεί ευκαιρία στον αντίδικο να ακουστεί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ο διάδικος που επιζητεί την επιχορήγηση τέτοιας θεραπείας, οφείλει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των γεγονότων τα οποία μπορεί να επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην απόφαση Global Cruise Lines v. Metro Shipping 1 ΑΑΔ 607
(1989)λέχθηκε ότι το καθήκον για αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, συναρτάται προς την καλή πίστη που πρέπει να έχει ο διάδικος όταν ζητεί την έκδοση θεραπείας χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά. Το κριτήριο, για το ποια γεγονότα είναι ουσιώδη και που τείνουν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου αν δεν αποκαλυφθούν, είναι αντικειμενικό: «Ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς, είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ' αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας». Είναι σημαντικό ο Αιτητής, να έχει αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα που ενδεχομένως θα επιδρούσαν στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του μονομερούς προσωρινού διατάγματος. Το καθήκον αυτό είναι συνυφασμένο με την καλή πίστη που πρέπει να επιδείξει η Ενάγουσα κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, κυρίως επειδή το διάταγμα εκδίδεται χωρίς να εισακουστεί η άλλη πλευρά. Οτιδήποτε επομένως, που επιχειρεί ο Αιτητής να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μεταγενέστερα της έκδοσης του διατάγματος που θα έχει ως αποτέλεσμα τη διόρθωση ή την αναδίπλωση των αρχικών ισχυρισμών βάσει των οποίων στηρίχθηκε το Δικαστήριο για να αποφασίσει υπέρ τους και μονομερώς, είναι ανεπίτρεπτο να εισαχθεί ως μαρτυρία διότι καταδεικνύει παράβαση αυτού του καθήκοντος. Περαιτέρω, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Κούππα ν. Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ. Πολ. Έφεση 312/10 ημερομηνίας 17 Ιουλίου 2014, καλός λόγος δεν είναι η περίπτωση που επιτρέπεται επιπρόσθετο μαρτυρικό υλικό στο αρχικό αίτημα των Αιτητών ώστε να αντικρουστούν θέσεις και ισχυρισμοί των Καθ' ων η Αίτηση. Σ' ό,τι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο». Στην προκειμένη περίπτωση, οι Εναγόμενοι είχαν τον τελευταίο λόγο ως οι διάδικοι που καταχώρησαν την ένσταση ως απάντηση στην Αίτηση. Το ότι είχαν μόνο τρεις μέρες να απαντήσουν, δεν είναι λόγος να τους επιτραπεί να δευτερολογήσουν. Καταρχάς το Δικαστήριο τους έδωσε επτά μέρες να καταχωρήσουν την ένσταση τους και εάν τότε θεωρούσαν ότι αυτά τα στοιχεία ήταν απαραίτητα να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, θα μπορούσαν να είχαν αναφέρει από τότε τα προβλήματα χρόνου που αντιμετώπιζαν προσκόμισης των απαραίτητων στοιχείων ετοιμασίας της ένστασης. Με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ο Εναγόμενος 2 επιδιώκει να προσκομίσει περαιτέρω αποδεικτικό υλικό σε σχέση με θέσεις που έχουν ήδη διατυπωθεί στην αρχική ένσταση. Η πρώτη ενότητα αποδεικτικού υλικού, αφορά στοιχεία που ισχυρίζεται ότι είναι έξοδα που πληρώθηκαν σε υπεργολάβους. Με την αρχική ένορκη δήλωση είχε επισυναφθεί μία δακτυλογραφημένη σημείωση που περιέχει κατάλογο τραπεζικών εμβάσεων σε λογαριασμούς τρίτων και πληρωμών σε μετρητά που είχαν γίνει σε κάποια πρόσωπα αγνώστων στοιχείων και ιδιότητας εν σχέσει με τις οικοδομικές εργασίες και το έργο. Η σημείωση περιέχει μόνο αυτά τα στοιχεία χωρίς άλλη διευκρίνιση σε σχέση με τον χρόνο και σκοπό της πληρωμής ή ως προς τις εργασίες που είχαν εκτελέσει οι υποτιθέμενοι υπεργολάβοι προς όφελος της Ενάγουσας. Τα έγγραφα που επισυνάπτονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που απαρτίζουν το προτεινόμενο νέο Τεκμήριο 1, ανέφερε αρχικά ο ομνύοντας τότε ότι δεν τα είχε προσκομίσει, διότι αποτελούνται από 500 σελίδες. Εν τέλει στη βάση του προτεινόμενου Τεκμηρίου 1, διαπιστώνεται ότι δεν αποτελούνται από 500 σελίδες. Είναι πολύ λιγότερες σελίδες και δεν αποτελούνται από εκατοντάδες αποδείξεις πληρωμής και τιμολόγια από τρίτους. Τα έγγραφα εν τέλει, αποτελούνται κυρίως από τραπεζικά εμβάσματα σε τρίτους χωρίς επεξήγηση των εμβασμάτων και ο λόγος της μεταφοράς των χρημάτων. Επίσης, ο ομνύοντας δεν ανέφερε αρχικά ότι δεν παρουσίαζε στοιχεία πληρωμές σε υπεργολάβους επειδή δεν είχαν διαχωρίσει τα στοιχεία αυτά οι λογιστές της Εναγόμενης 1, αλλά ο τότε ισχυρισμός που είχε προβληθεί ως δικαιολογία για τη μη προσκόμιση των στοιχείων, ήταν επειδή δόθηκαν στον πραγματογνώμονα που δεν είχε τον χρόνο να τα αναλύσει. Εάν αυτά τα στοιχεία ήταν σημαντικά για να καταδείξει την αξία της εργασίας που είχε πράγματι εκτελεστεί θα μπορούσε να καταγράψει κάτι περισσότερο σε σχέση με τις πληρωμές σε υπερεργολάβους στην πρόχειρη σημείωση που ετοίμασε για να καταδείξει ότι τέτοιες πληρωμές, πράγματι έγιναν για το συγκεκριμένο έργο και ότι αφορούν συγκεκριμένες εργασίες που πραγματικά τις επωφελήθηκε η Ενάγουσα. Τόσο τα αρχικά στοιχεία που παρέθεσε τότε, όσο και τα παρόντα στοιχεία που επιχειρεί να καταθέσει με το προτεινόμενο Τεκμήριο 1, δεν συνιστούν χειροπιαστή μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι έγιναν πληρωμές για συγκεκριμένη εργασία στα πλαίσια συγκεκριμένου έργου που την αξία της εργασίας, την έχει επωφεληθεί η Ενάγουσα. Οπότε στην απουσία τέτοιου συσχετισμού των αποδεικτικών στοιχείων με τον ισχυρισμό που προβάλλεται, αυτά δεν προσθέτουν κάτι το επιπρόσθετο σε σχέση με τις θέσεις που προβάλλονται στην ένσταση. Περαιτέρω, ο λόγος που δεν προσκομίστηκαν αρχικά, δεν δικαιολογεί τη μη προσκόμιση των στοιχείων. Διαπιστώνεται αναντιστοιχία σε σχέση με τον λόγο που προβλήθηκε αρχικά για την μη προσκόμιση των στοιχείων και του λόγου που προβλήθηκε 9 μήνες μετά στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, προκειμένου υστερόβουλα να επιτραπεί η εισαγωγή τους ως μαρτυρία. Ως προς τα στοιχεία για τις πληρωμές αξίας €41.227 που έγιναν σε προμηθευτές επειδή οι Εναγόμενοι γνώριζαν με ακρίβεια το ποσό που είχε πληρωθεί σε προμηθευτές, κρίνω ότι τίποτε δεν τον εμπόδιζε από τότε να αναφέρει κάτι περισσότερο για την ταυτότητα των προμηθευτών, τη φύση και του είδους των προμηθειών που είχε αγοράσει. Θα πρέπει να είχε αναφέρει τέτοια στοιχεία για να προσδιορίσει τον ισχυρισμό του σε σχέση με την αξία της εργασίας που είχε εκτελεστεί. Πρόκειται για στοιχεία που τα γνώριζε από τότε και έτσι ο πίνακας που περιέχεται στην παράγραφο 5 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν επιτρέπεται να καταχωρηθεί εκ των υστέρων και χωρίς βάσιμο λόγο, ενόψει της αρχικής παράλειψης των Εναγομένων να προβάλουν τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Τέλος, η παράθεση έκθεσης πραγματοσύνης η οποία έχει ετοιμαστεί σε χρόνο μετά την καταχώρηση της ένστασης, δεν προσφέρει κάτι στην υπόθεση των Εναγομένων, διότι από το σώμα της εν λόγω έκθεσης που επισυνάπτεται στην προτεινόμενη νέα Υπεράσπιση, προκύπτει ότι ο πραγματογνώμονας ουδέποτε επισκέφθηκε το κτίριο για να κάνει την καταμέτρηση της εργασίας και αναφέρει ότι βασίστηκε εξ' ολοκλήρου στα λεγόμενα των Εναγομένων και τα έγγραφα που του έχουν παρουσίασει. Επίσης είναι ορθή η παρατήρηση της κα Μ. ότι όλα τα στοιχεία για την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν πάντοτε στην κατοχή της Εναγόμενης 1 που ισχυρίζεται ότι τα έχει εκτελέσει και έτσι η μαρτυρία γνώμης ειδικού που βασίζεται στα στοιχεία που οι Εναγόμενοι ήδη είχαν στην κατοχή τους από τότε, δεν δικαιολογεί την κατάθεση τέτοιας έκθεσης στο στάδιο αυτό για να περιπλέξει τα πράγματα ή για να αποδοθεί βαρύτητα στην έκθεση αυτήν, ως προερχόμενη από πραγματογνώμονα. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία, πρόκειται για νέα δεδομένα που δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από τον Εναγόμενο 2 όταν του δόθηκε η ευκαιρία με την καταχώρηση της ένστασης. Ως νέα στοιχεία δεν βοηθούν το Δικαστήριο να εκτιμήσουν σφαιρικά ή καλύτερα τις ήδη διατυπωμένες θέσεις των διαδίκων στα πλαίσια επίλυσης ενδιάμεσης διαδικασίας που εστιάζεται επί του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Δεν ενδείκνυται η άσκηση διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ώστε να επιτραπεί η εισαγωγή νέας μαρτυρίας στο στάδιο αυτό και καθυστερημένα. Η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις που επιτρέπεται συμπλήρωση του υφιστάμενου αποδεικτικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιχειρείται επανατοποθέτηση της αρχικής ένστασης. Δηλαδή, επιχειρείται με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση να γίνει δευτερολογία προς ισχυροποίηση του αποδεικτικού υλικού που ήταν ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με μαρτυρία που ήταν πάντοτε διαθέσιμη προς χρήση από τότε ή ισχυροποίηση των θέσεων των που προβλήθηκαν με την ένσταση με την κατασκευή νέας μαρτυρίας/έκθεσης αμφιβόλου αποδεικτικής αξίας ενόψει του ότι η γνώμη πραγματογνώμονα βασίζεται στις ήδη διατυπωμένες θέσεις των Εναγομένων. Η Αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 2, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)......... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.