← Κύπρος

PETROS VASILIOU AND SON (CONTRACTORS) LIMITED ν. V.I. VERIZON INVESTMENTS LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 1451/2021, 25/4/2023

PETROS VASILIOU AND SON (CONTRACTORS) LIMITED ν. V.I. VERIZON INVESTMENTS LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 1451/2021, 25/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A78 Κλίμακα Τελών: € 100.000-500.000 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ Θεοδώρου Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1451/2021 Μεταξύ: PETROS VASILIOU AND SON (CONTRACTORS) LIMITED Ενάγουσα v. V.I. VERIZON INVESTMENTS LIMITED Εναγόμενη Ημερομηνία: 25 Απριλίου, 2023 Εμφανίσεις: Για τον ενάγουσα: Δημητρίου (κος) Για τον εναγόμενο: Χατζηχριστοδούλου (κα) ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση Με την υπό των ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η ενάγουσα εταιρεία (στο εξής «η ενάγουσα») επιδιώκει την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης εταιρείας (στο εξής «η εναγόμενη») για το ποσό των €106.803,00 ως οφειλόμενο δυνάμει σύμβασης ή ως εκκαθαρισμένη ή μη αμφισβητούμενη οφειλή ή δυνάμει τελικού πιστοποιητικού αρχιτέκτονα στη βάση των όρων 31 και 36 της σύμβασης εργολαβίας που υπέγραψαν οι διάδικοι. Η πορεία της αγωγής μέχρι την καταχώρηση της επίδικης αίτησης Η παρούσα αγωγή, άρχισε, στις 14.06.2021, με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Με την καταχώρηση του κλητηρίου, η ενάγουσα προώθησε και μονομερή αίτηση για εξασφάλιση παρεμπιπτόντων ενδιάμεσων διαταγμάτων, η τύχη και πορεία της οποίας δεν ενδιαφέρει για την παρούσα απόφαση. Ακολούθως, και δη στις 13.09.2021, καταχωρήθηκε, ξεχωριστά (ως προβλέπεται στους θεσμούς), η Έκθεση Απαίτησης. Την επομένη, η εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Ένα περίπου μήνα μετά (στις 20.10.2021), η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης λόγω παράλειψης της τελευταίας να καταχωρήσει το δικόγραφο της Υπεράσπισης, αίτηση η οποία αποσύρθηκε στις 04.05.2022, καθότι, στις 27.04.2022, καταχωρήθηκε το ρηθέν δικόγραφο. Δύο περίπου μήνες μετά (στις 29.06.2022), η ενάγουσα καταχώρησε τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, μετατρέποντας, στην ουσία, το γενικό, μέχρι τότε, οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής, σε κλητήριο ειδικής οπισθογράφησης, δια της συμπερίληψης (εν είδει ειδικής οπισθογράφησης του) πανομοιότυπου, με την Έκθεση Απαίτησης της, περιεχομένου. Τούτο το έπραξε χωρίς προηγουμένως να ληφθεί η οποιαδήποτε άδεια από το Δικαστήριο. Λίγες ημέρες μετά (στις 20.07.2022), η ενάγουσα καταχώρησε την κλήση για οδηγίες σύμφωνα με την Δ.30, και στις 26.07.2022 καταχώρησε την επίδικη αίτηση με την οποία επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης στη βάση των προνοιών της Δ.18, θ.1. Την επομένη (στις 27.07.2022), η εναγόμενη καταχώρησε το προνοούμενο στην Δ.30 Παράρτημα Τύπος 25. Στις 27.12.2022, η εναγόμενη καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό/διαγραφή του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, αίτηση η οποία, για τους λόγους που αναφέρονται στο πρακτικό ημερ. 03.02.2023, αποσύρθηκε, με αποτέλεσμα, κατ' εκείνη την ημέρα, η επίδικη αίτηση να οριστεί για ακρόαση στις 04.04.2023, όταν και διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία. Η επίδικη αίτηση Με την επίδικη αίτηση η ενάγουσα, ως ήδη αναφέρθηκε, επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγόμενης, ως η ανωτέρω αναφερόμενη απαίτηση της, υποστηρίζοντας ότι πληρούνται όλες, ανεξαιρέτως, οι προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1, για έκδοση μιας τέτοιας απόφασης. Είναι η επί του προκειμένου εκδοχή της ενάγουσας ότι μεταξύ των διαδίκων υπεγράφη σύμβαση εργολαβίας (στο εξής «η σύμβαση»), η οποία εμπεριείχε και τους εξής όρους 25, 31

(6)(c)(ii)
(8)και 31
(8)(a)(i) και (ii): Clause 25: Loss and expense caused by disturbance of the regular progress of the Works
(1)If upon a relevant written notice being given to him by the Contractor, the Architect is of the opinion that the Contractor has been or is likely to be involved in direct loss and/or expense for which he would not be re­imbursed by a payment made under any other provision in this Contract, by reason of the regular progress of the Works or of any part thereof having been or likely to be materially affected by: (a) Architect's instructions issued under 2
(2)of these Conditions in regard to the deferment of giving pocession of the Site to the Contractor or to the postponement of the execution of the Works or any part thereof, or (b) the Contractor not having received in due time necessary instructions, drawings, details or levels from the Architect for which he specifically applied in writing on a date which having regard to the Date for Completion stated in the Appendix to these Conditions or to any extension of time then granted under Clause 24 or Clause 34
(1)(
  1. c)of these Conditions, was neither unreasonably distant from nor unreasonably close to the date on which it was necessary for him to receive the same, or (
  2. c)the opening up for inspection of any work covered up or the testing of any of the work, materials or goods in accordance with Clause 7
(3)of these Conditions (including making good in consequence of such opening up or testing), unless the inspection or test showed that the work materials or goods were not in accordance with this Contract, or (
  1. d)delay on the part of artists, tradesmen or others engaged by the Employer in executing work or in supplying materials and good not forming part of this Contract, or (
  2. e)the suspension of the execution of the Works by the Contractor in accordance with provisions of Clause 31
(5)provisions of Clause 31
(5)of these Conditions, and if such written notice is given within a reasonable time of it becoming or reasonably should have become apparent to the Contractor that the regular progress of the Works or of any part thereof has been or is likely to be materially affected, then, provided that the Contractor, within reasonable time (having regard to the date of the aforesaid notice) shall submit to the Architect a written application in this respect (which application shall include full details of the said direct loss and/or expense) the Architect shall instruct the Quantity Surveyor to ascertain the amount of such loss and/or expense. Any amount from time to time so ascertained shall be added to the Contract Sum and if an Interim Certificate is issued after the date of ascertainment, any such amount shall be added to the amount which would otherwise be stated as due in such Certificate.
(2)The provisions of this Condition are without prejudice to any other rights and remedies which the Contractor may possess. Clause 31: Certificates and payments
(6)(
  1. a). (
  2. b). (
  3. c)In the settlement of accounts, the following adjustments shall be made to the Contract Sum . (
  4. ii)The following amounts shall be added to the Contract Sum: .
(8)any amount ascertained under Clauses 12
(6), 25
(1)and 35
(3)of these Conditions, . .
(8)(
  1. a)Except where any proceedings for the settlement of disputes have been commenced under Clause 36 of these Conditions or otherwise (either from the one or from the other party in this Contract) before the date on which the Final Certificate has been issued or within 14 days from such issue, the said Certificate shall have effect, in any such proceedings which arise out of or in connection with this Contract, (
  2. i)as conclusive evidence that where the quality of materials or the standards of workmanship are to be to the reasonable satisfaction of the Architect, the same are to such satisfaction, and (
  3. ii)as conclusive evidence that any necessary effect has been given to all the terms of this Contract which require an adjustment to be made to the Contract Sum, save for any sum in the Final Certificate which is discovered to be erroneous by reason of fraud, dishonesty or fraudulent concealment relating to the Works or to any part thereof or to any matter dealt within the said Certificate, or any defect (including any omission) in the Works or in any part thereof, which a reasonable inspection or examination at any reasonable time during the carrying out of the Works or before the issue of the said Certificate, would have been impossible to disclose, or any accidental inclusion or exclusion of any work, materials, goods or figure in any computation or any arithmetical error in any computation. Provided always that in all abovementioned excepted cases, the Final Certificate shall have effect as conclusive evidence as to all other sums included therein. Συνεχίζοντας η ενάγουσα, προβάλλει τη θέση ότι, ο αρχιτέκτονας του έργου, ο οποίος διορίστηκε από την εναγόμενη - ιδιοκτήτρια του ακινήτου που ανήγειρε για λογαριασμό της η ενάγουσα -, εξέδωσε, στη βάση απαίτησής της τελευταίας, που εδράστηκε, κυρίως, στις πρόνοιες του όρου 25 της σύμβασης, το τελικό πιστοποιητικό σύμφωνα με τον όρο 31 τούτης. Στη βάση δε των ειδικώς, αναφερομένων ανωτέρω, προνοιών του όρου 31 της σύμβασης, η ενάγουσα προωθεί την θέση ότι το περιεχόμενο του εν λόγω πιστοποιητικού αποτελεί αδιαμφισβήτητή μαρτυρία ως προς την ορθότητα του περιεχομένου του, και κατά συνέπεια, και επαρκή μαρτυρία ως προς την ορθότητα και βασιμότητα της απαίτησης της, με δεδομένη την μη ενεργοποίηση, από πλευράς της εναγόμενης, της διαδικασίας, επίλυσης διαφορών που προβλέπεται από τον όρο 36 της σύμβασης[1]. Η ένσταση Η εναγόμενη, προς αναχαίτιση της επίδικης αίτησης, καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης (στο εξής «η ένσταση»), επί του κυρίως σώματός της οποίας αναφέρει διάφορους λόγους ένστασης. Δεν καθίσταται αναγκαία η λεπτομερείς καταγραφή τους ή, έστω, αναφορά σε αυτούς. Και τούτο γιατί τα επίδικα ζητήματα περιορίστηκαν κατά πολύ. Ακροαματική διαδικασία - περιορισμός επιδίκων ζητημάτων Κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, η συνήγορος της εναγόμενης ανέφερε ότι, «ανεξάρτητα των λόγων ένστασης που αναφέρονται, στο κυρίως σώμα της έντασης και όποιο εκεί χαρακτηρισμό, καθώς επίσης και του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει τούτη, δυο είναι οι λόγοι που ζητούμε την απόρριψη της αίτησης. Πρώτος, ότι η ενέργεια της ενάγουσας να επιτρέψει να δοθεί χρόνος στον εναγόμενο να καταχωρήσει Υπεράσπιση και ακολούθως, όταν και εφόσον καταχωρήθηκε τούτη, να αποσύρει την αίτηση που καταχώρησε για απόφαση, λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης από πλευράς μας, επενεργεί ως εμπόδιο για τους ίδιους να μπορούν να προωθούν την επίδικη αίτηση, και δεύτερος, η μη προσκόμιση μαρτυρίας προσδιοριστικής της ορθότητας του υπολογισμού της κατ' ισχυρισμό οφειλής, λόγω καθυστέρησης, σε συνάρτηση με το ύψος του συμβολαίου, καταδεικνύει ότι η απαίτηση ενός τόσου μεγάλου ποσού για λόγους καθυστέρησης, δεν δικαιολογείται και θα πρέπει να μας δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούμε την αγωγή. Σε σχέση πάντα με τον λόγο αυτό, αποτελεί θέση μας ότι δεν θα πρέπει να εφαρμοστούν οι πρόνοιες του όρου 31 του συμβολαίου, καθότι αυτός περιορίζεται μόνο για εκτέλεση εργασίας και ποιότητας υλικών και δεν καλύπτει και την περίπτωση πιστοποιητικού που θα εκδώσει ο Αρχιτέκτονας σε σχέση με απαίτηση που στηρίζεται αποκλειστικά σε καθυστέρηση του έργου». Μετά την δήλωση αυτή της συνηγόρου της εναγόμενης, αμφότεροι οι συνήγοροι, παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές αγορεύσεις τους, ζητώντας από αυτό όπως λάβει υπόψιν μόνο το μέρος εκείνο που αφορά στα περιορισθέντα πλέον επίδικα ζητήματα. Νομική πτυχή ως προς την επίδικη αίτηση Προϋποθέσεις Δ.18, Θ.1 Δυνάμει της Δ.18, θ,1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία της Αγγλικής Δ.14 όπως είχε πριν τις τροποποιήσεις του 1962, το Δικαστήριο αντλεί εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις μόνο όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του μόνο για σκοπούς καθυστερήσεως (Jones v. Stones
(1984)A.C.122). Βάση της Δ.18, θ.1, μπορεί να εκδοθεί απόφαση, χωρίς να καθοριστούν τα δικαιώματα των διαδίκων με πλήρη διεξαγωγή δίκης, στερώντας έτσι τον εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Συνεπώς, απόφαση δυνάμει της Δ.18, θ1 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή αυτή και μόνο σε εκείνες τις υποθέσεις τα γεγονότα των οποίων εμφανέστατα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης (Roberts v. Plant
(1985)1 Q.B.597, 603). Η πλήρωση των τριών προϋποθέσεων που θέτει η Δ.18, θ1, συναρτάται άμεσα με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αν ο ενάγων δεν ικανοποιήσει αυτές τις προϋποθέσεις, το θέμα του κατά πόσο ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή δεν εγείρεται. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18-θ.1(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθες: · Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2-θ.6. · Ο Εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση. · Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και την αξίωση, ο οποίος να δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αν ο ενάγων ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί στην υπόθεση (Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R.265, CYEMS CO. Ltd. v. Central Co-operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 C.L.R.897 και Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides
(1983)1 C.L.R.333). Ως προς την τρίτη προϋπόθεση σχετικές είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Stavrinides v. Ceskolovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R130,135-7, Symont & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited
(1912)1 C.L.R.259,266-7, Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(B) A.A.Δ.782 και The Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Δ) Α.Α.Δ.
  1. Η Δ.18-θ.2 προνοεί ότι, μια αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση το θ.1 πρέπει να συνοδεύεται με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.
  2. Ένας Αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ.124, παρ.14-2-5, στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.
  3. «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: "the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £../ for .. and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action.» Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), η οποία πραγματεύεται το ζήτημα της καταλληλότητας ομνύοντα ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει αίτηση, ως η υπό εξέταση, το Ανώτατο Δικαστήριο, αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Σημειώνει, συναφώς, πως, η Δ.39, θ.2, περιορίζεται σε άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση. Αναγνωρίζεται στην περίπτωση που η Ενάγουσα είναι εταιρεία, πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της, για να καταλήξει, πως το ζήτημα του κατά πόσο η Ενάγουσα ικανοποίησε την τρίτη πιο πάνω αναφερόμενη προϋπόθεση, κρίνεται στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Πρέπει να υπερτονιστεί ότι, το ζήτημα της καταλληλόλητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18 θ.1, είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού. Άδεια Υπεράσπισης H δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας Εναγόμενος που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πρέπει να πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση (Jacobs v. Booths Distillery Co.
(1901)85 L.B.262 και Knapp - Fisher v. Crish
(1936)3 All E.R.500). Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ως ήταν τότε) Γ. Νικολάου στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 Α.Α.Δ 418 με αναφορά στην CYEMS CO v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R 897 στις σελ. 902-905 και τις εκεί αναφερόμενες αγγλικές αποφάσεις: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18 .......» Στη Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides (ανωτέρω), αναφέρθηκε ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του Εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς, του εναγόμενου, για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρίσει υπεράσπιση για δύο βασικούς λόγους: · Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και/ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση αυτών εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που θα έπρεπε να έχει ενώπιον του για να τα εξέταζε με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια. · Η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός Εναγομένου προσκρούει στη νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο λεκτικό της Δ.18-θ.1(α), ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγομένου («condescend upon particulars»). Η αναγκαιότητα να εκτίθενται συγκεκριμένα γεγονότα και ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, τονίστηκε και πάλι στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. v. Νέστωρα Χ'Νέστωρος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.204. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ.239 (δέστε επίσης VIDISAVA SUBOTIC v. Δήμου Στυλιανίδη,
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.22), επανατονίστηκε ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά του έντιμου Δικαστή (ως ήταν τότε) Αρτέμη, στις σελ. 243-244: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκή του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS CO LTD v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 CLR 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Ένας εναγόμενος για να εξασφαλίσει το δικαίωμα της υπεράσπισης χωρίς όρους, πρέπει να καταδείξει την ύπαρξη δικασίμου θέματος. Όπως λέχθηκε στην N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. σελ. 1912, το κριτήριο αυτό δεν ικανοποιείται, εκτός εάν παρασχεθούν λεπτομέρειες σε λογική έκταση. Διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σχεδόν σε κάθε περίπτωση, να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, με αποτέλεσμα την αχρήστευση του κριτηρίου αυτού. Κρίση επί των προϋποθέσεων της Δ.18 Στην υπό εξέταση περίπτωση, και οι τρεις προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1(α) πληρούνται, εφόσον, (α) το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικώς οπισθογραφημένο[2], (β) η Εναγόμενη έχει καταχωρήσει εμφάνιση μέσω δικηγόρου και (γ) ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση δηλώνει, χωρίς να αμφισβητηθεί τούτο[3], ότι αποτελεί εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της ενάγουσας, μέτοχο και διευθυντή τούτης, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και αποτελεί, επίσης, και πρόσωπο που έχει προσωπική ανάμειξη στην παρούσα υπόθεση. Ερμηνεία συμβάσεων και εγγράφων γενικότερα Στην υπόθεση Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ (Αρ.2)
(1998)1(Δ) A.A.Δ.. 2335 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά με την ερμηνεία συμβατικών όρων: «Οδηγό για την ερμηνεία συμβατικών όρων αποτελεί το κείμενό τους, ορώμενο, όχι απομονωμένο, αλλά στο πλαίσιο της συμφωνίας στην οποία απαντάται. Όπως υποδείξαμε στην πρόσφατη απόφασή μας, στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ,
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, το κείμενο συμβατικής πρόνοιας, όπως εντάσσεται στο πλαίσιο της συμφωνίας, αποτελεί το θεμελιακό κανόνα ερμηνείας των συμβάσεων. Το κριτήριο, όπως επισημάναμε:- " [...] είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα." (Βλ., επίσης, Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499.)». Συναφώς, στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance Public Company
(2011)(Γ) Α.Α.Δ. 1739, λέχθηκαν τα εξής: «Οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών ενός εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο που απαιτείται, κρινόμενη όμως πάντα υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη συμφωνία στο σύνολό της. Για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση το έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση των όρων, η οποία δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. Saab κ.ά. v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240, Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1551, Αλεξάντρου v. Κωμοδρόμου κ.ά.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 576, Θεολόγου κ.ά. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 407 και το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 11, παρ. 638-672 και τις υποθέσεις που αναφέρονται στις αντίστοιχες υποσημειώσεις).» Στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Σχίζα v. Αδάμου κ.ά., Πολ. Έφ. 7/11, ημ. 3.11.16, στην οποία το ζητούμενο ήταν η ερμηνεία σύμβασης ενοικίασης ακινήτου, αναφέρθηκε ότι: «Επί της ορθής, κατά τ΄ άλλα, αντίληψης ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία μιας σύμβασης αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων, ανέτρεξε απευθείας σε λεξικό της ελληνικής γλώσσας σε σχέση με την καθομιλουμένη έννοια της λέξης «μήνας». Δεν ήταν όμως αυτό το αμφισβητούμενο και το ζητούμενο. Η διακρίβωση της σημασίας των όρων που χρησιμοποιήθηκαν και εν τέλει της πρόθεσης των μερών που απορρέει από το έγγραφο, είναι έργο που πρέπει να διενεργείται μέσα από τη συνολική ερμηνεία του εγγράφου κατά τρόπο συγκεκριμένο και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά (Σολωμός Οικονόμου και άλλη ν. Γεώργιου Α. Ττοφινή και άλλης
(1993)1 ΑΑΔ 436, Ανόρθωση ν. Απόλλων
(2002)1 ΑΑΔ 518). Είναι, επίσης, ευκαιρία να επαναλάβουμε ότι, κατά την αγγλική προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην Κύπρο, η μεταγενέστερη συμπεριφορά των διαδίκων, εκτός εάν δημιουργεί κώλυμα (estoppel) ή επιμαρτυρεί την κατάρτιση μιας νέας συμφωνίας, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με σκοπό την επίλυση αοριστίας ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο προς ερμηνεία της συμφωνίας (Wickman Machine Tools Sales Ltd v. L. Schuler A.G. [1972] 2 All E.R. 39 (H.L.), Kyriakides v. Kyriakides
(1976)1 C.L.R. 76, Πουγιούκα ν. Θρασυβούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 2014).» Τέλος, στην υπόθεση Ποιηταρίδη v. Anopa Investments Ltd, Πολ. Έφ. 260/11, ημ. 25.5.18, σημειώθηκαν και τα εξής: «Είναι νομολογιακά γνωστή η αρχή ότι οι κανόνες ερμηνείας εγγράφων στόχο έχουν τη γραμματική ερμηνεία, συμπληρωμένη από την αντίληψη που δημιουργείται σ' ένα κοινό άνθρωπο, η δε πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική διατύπωση (βλ. Transnatco Ltd v. Superclima Eng. Ltd.
(2010)1 (A) ΑΑΔ 643 και Καρατσιόλης ν. Royal Sports Betting Ltd.
(2008)1 (A) ΑΑΔ 669). Το έργο του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση της έννοιας της σύμβασης και οποιουδήποτε όρου αυτής (με βάση την αντικειμενική θεωρία των συμβάσεων και το τι μεταδίδεται στο μέσο λογικό άνθρωπο) στο πλαίσιο του όλου κειμένου και έχοντας υπόψη το υπόβαθρο και τα δεδομένα της περίπτωσης, αλλά όχι με βάση τις υποθέσεις του Δικαστή σ' όσον αφορά στις επιδιώξεις των μερών (βλ. σύγγραμμα Πολύβιου Πολυβίου: «Το δίκαιο των Συμβάσεων,» Τόμος Β, σελ. 479).» Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αίτηση στο νομικό πλαίσιο που τα αφορά Ως έχει ήδη επισημανθεί ανωτέρω, εκείνα, που στην ουσία παραμένουν προς εξέταση, είναι (α) το κατά πόσο, η συμπεριφορά που υπέδειξε η ενάγουσα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, μέχρι και την καταχώρηση και της επίδικης αίτησης, αποτελεί τροχοπέδη στην προώθησή της και (β) στη περίπτωση που η ανωτέρω εισήγηση της εναγόμενης δεν γίνει δεκτή, το κατά πόσο, συνεπεία του γεγονότος ότι το μεγαλύτερο μέρος (€102.221.00) του απαιτούμενου ποσού (€106.803,00) αφορά σε επικαλούμενη από την ενάγουσα ζημιά που υπέστη λόγω καθυστέρησης από πλευράς της εναγόμενης στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων, και όχι σε σχέση με τα πρότυπα κατασκευής ή ποιότητα της εκτελεσθείσα εργασίας (standards of workmanship[4]) ή των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν (quality of materials[5]), στο περιεχόμενο του τελικού πιστοποιητικού που εξέδωσε ο αρχιτέκτονας δεν θα πρέπει να αποδοθεί το αδιαμφισβήτητο (conclusive evidence[6]), που, διαφορετικά, θα του αποδίδετο από τον όρο 31 της σύμβασης. Και αυτό, ως εγειρόμενη εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση ώστε να δοθεί στην εναγόμενη το δικαίωμα να προβάλει τούτη και η όποια κρίση επί της διαφοράς των μερών να αφεθεί να προκύψει ως αποτέλεσμα μιας πλήρους ακροαματικής διαδικασίας. Η υπό στοιχείο (α) ανωτέρω αναφερόμενη θέση της εναγόμενης δε με βρίσκει σύμφωνο. Η νομολογία στην οποία παρέπεμψε προς υποστήριξη της θέσης της[7], δεν κρίνεται σχετική με τα γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση. Και τούτο γιατί, πέραν του, απλώς, να υποδειχθούν από την εναγόμενη οι ενέργειες της ενάγουσας μέχρι την καταχώρηση της επίδικης αίτησης, τίποτα άλλο αναφέρθηκε που να αποδεικνύει ή έστω να δεικνύει ή ακόμα και να υποδηλώνει ότι η ενάγουσα ενήργησε ή ενεργεί με αλλότρια κίνητρα ή καταχρηστικά της δικαστικής διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, η αγγλική νομολογία στην οποία βασίζεται η εναγόμενη[8], φαίνεται να έχει ανατραπεί από άλλη μεταγενέστερη σχετική αγγλική νομολογία (βλ. Brinks Ltd v Abu‑Saleh and Others (No 1)
(1995)1 All ER 65). Ως προς τη δυνατότητα ενός ενάγοντα να προωθήσει αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης μετά την καταχώρηση Υπεράσπισης, ή ακόμα και να αποφασίσει να ενεργήσει προς αυτήν την κατεύθυνση στη βάση των εγειρόμενων στο δικόγραφο της Υπεράσπισης ισχυρισμών, σχετικά είναι τα όσα ανέφερε ο τότε Π.Ε.Δ. Ν. Σάντης (νυν Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου) στη σχετική απόφασή του στην Αγωγή 494/2016 μεταξύ Σταυδήκο Λτδ v Νέμεσις Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, με τα οποία και συμφωνώ, και τα οποία παραθέτω, αυτουσίως, ευθύς αμέσως: «Το πρώτο που πρέπει να αποφασιστεί (κατά δικαιϊκή τάξη και λογική ένεκα των καταλυτικών επιδράσεων που μπορεί να προκύψουν ως εκ της αποδοχής του), είναι το επιχείρημα των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση πως οι ενάγοντες/αιτητές παρεμποδίζονται (ή κωλύονται) από το να προωθούν (ως αναλύεται και στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων τους), «. την παρούσα αίτηση αφού καταχωρήθηκε μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος και συγκεκριμένα μετά από την καταχώριση απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση», με τούτη τη συμπεριφορά, να υποδηλώνει περιπλέον (ως αποτυπώνεται και στον τρίτο λόγο ένστασης), ότι σκοπός των εναγόντων/αιτητών «. δεν είναι η εξοικονόμηση χρόνου του Δικαστηρίου» αλλά η εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών (όπως προτάσσουν στον τέταρτο λόγο ένστασης, υπό κάποια όμως διαφορετική οπτική). Δεν συμφωνώ με τους εναγομένους/αιτητές. Άνευ άλλου σχολιασμού, παραθέτω και υιοθετώ όσα αναφέρθηκαν επί του σημείου στην Brinks Ltd v Abu-Saleh and Others (No 1)
(1995)1 All ER 65, 68-69: « What then is the rule as regards delay and Ord 14? It is said that the plaintiffs have delayed so much, and the case is so close to trial, that I should regard the application as an abuse of process. Now it is true that normally plaintiffs used Ord 14 shortly after they commence proceedings, normally, but not always, before a defence if filed. But there is nothing in the rules precluding an application at a later stage in the proceedings. I do not see why delay, of itself, should be a relevant matter. If there is no 'defence to the claim' or the defendant cannot show that there is an 'issue or question in dispute which ought to be tried or that there ought for some other reason to be a trial of that claim' then delay can make no difference. Of course in some circumstances delay in proceeding summarily, coupled with an adoption of the procedures for full trial, may well suggest a weakness in the plaintiff's case or may even sometimes suggest some other reason for trial. But it would be that weakness or reason, not the delay itself, which led to refusal of the application. Moreover the plaintiff may well, having indicated an intention to go to full trial and then having incurred his own costs and caused the defendant to incur his in going down that route, have to suffer a penalty in costs if he brings his Ord 14 application late. But otherwise I can see no objection to a late application for judgment under Ord 14. Indeed, in some cases, and I think this is one, its use may be commendable as saving both the extra costs and time involved in a full trial. If these defendants truly have no defence it is worse and pointless for them to be present at the trial, which will be complex enough without them. The plaintiffs are right to clear the decks as far as possible before trial. The only case which counsel could find on delay in instituting Ord 14 proceedings was from 1890. It was McLardy v Slateum
(1890)24 QBD 504, where the issue was whether or not an application for Ord 14 relief could be made after a defence had been served. It was held that it could, but Pollock B added, obiter (at 506-507): ' If a plaintiff makes his application after the ordinary time, the onus is on him to shew that the delay is justifiable under the special circumstances of the case.' He gave no reason for so saying. Whilst that may well have been apposite in the 1890s, when trials were quicker and cheaper and I suspect Ord 14 was more restricted in its use, I do not think it appropriate today. Even if I am wrong about this I think there are indeed special circumstances appropriate to this case where any reduction of the complexity of the trial (estimated at present possibly to involve 70 counsel) will be a saving». Μολονότι οι ενάγοντες/αιτητές θα μπορούσαν να είχαν αποταθεί και ενωρίτερα στο Δικαστήριο (διά καταχώρισης αίτησης για συνοπτική απόφαση), τούτος ο μη ιδανικός ομολογουμένως χειρισμός των πραγμάτων, δεν ακυρώνει - στην απουσία ικανών λόγων - την υπό συζήτησιν παρεχόμενη δικονομική δυνατότητα ούτε και αμβλύνει το σχετικό δικαίωμα των αιτητών υπό τις περιστάσεις με δεδομένο και το ότι, αντικειμενικώς, η εδώ παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος ποσώς θα μπορούσε να σταχυολογηθεί ως αξιοσημείωτη ή αποφασιστικής σημασίας για ό,τι ενδιαφέρει (βλ.γενικώς, Blackstone's Civil Practice 2016: The Commentary, Oxford University Press, 2016, παρ. 34.2).». Σε κάθε περίπτωση, η δυνατότητα ενός ενάγοντα να προωθήσει αίτηση ως η υπό εξέταση μετά που ο εναγόμενος θα καταχωρήσει το δικόγραφο της Υπεράσπισής του δεν τελεί εν αμφιβόλω ούτε από τη δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο κυπριακή νομολογία (βλ. Sigma T.V. Ltd v Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ.,408). Στην υπόθεση αυτή, σημειώθηκε ότι «η καταχώρηση υπεράσπισης από ένα εναγόμενο δεν μπορεί να αποστερήσει τον ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση στην κατάλληλη περίπτωση όπως ήταν η προκείμενη». Σημειώθηκε επίσης ότι, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση μιας αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, πρέπει να αγνοεί τα όσα καταγράφονται σε μια τυχόν καταχωρηθείσα Υπεράσπιση, και ότι, για σκοπούς της κρίσης του, θα πρέπει να συνυπολογίζει, για το κατά πόσο εγείρεται ή όχι καλόπιστη εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση ή ζητήματα για τα οποία ορθότερο θα ήταν να διεξαχθεί μια πλήρης ακροαματική διαδικασία, το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την αίτηση και την ένσταση. Ούτε το γεγονός ότι της επίδικης αίτησης προηγήθηκε η καταχώρηση της κλήσης για οδηγίες υπέχει, ως γεγονός, ουσιώδους σημασίας για τον εν προκειμένω λόγο ένστασης. Και τούτο γιατί, αφενός το γεγονός αυτό δεν απολήγει άνευ άλλου, σε κρίση ότι οι ενάγοντες ενεργούν καταχρηστικά της δικαστικής διαδικασίας, και αφετέρου, η Δ.18 δεν αποτελεί μέρος της ομάδας των Διαταγών που στη βάση της Δ.30, θ.3(β), θα πρέπει να διαβάζονται υπό το πρίσμα της εν λόγω Διαταγής. Είμαι της γνώμης ότι, το ζητούμενο για το κατά πόσο το Δικαστήριο θα απορρίψει μια αίτηση ως η επίδικη στη βάση προγενέστερων ενεργειών του ενάγοντα, δεν συναρτάται αυστηρά και αποκλειστικά με αυτές τούτες τις δικονομικές ενέργειες ή τον χρόνο που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της αίτησης, αλλά από την εν γένει συμπεριφορά που επιδεικνύει ο ενάγοντας, και δη αν τούτη ισοδυναμεί με κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, όπως στην περίπτωση που τα κίνητρα του ενάγοντα είναι αλλότρια. Τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου που να οδηγεί σε κρίση ότι η ενάγουσα ενεργεί με αλλότρια κίνητρα ή γενικότερα με τρόπο που ισοδυναμεί με κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Προτού καταγράψω τη συλλογιστική μου ως προς τον υπό στοιχείο (β), ανωτέρω, λόγο ένστασης, κρίνω ορθό να σημειώσω ότι, στη βάση των τοποθετήσεων αμφότερων των συνήγορων των διαδίκων, αποτελεί κοινό τόπο ότι το τελικό πιστοποιητικό που εκδίδει ο αρχιτέκτονας στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του στη βάση της επίδικης σύμβασης που διέπει τις σχέσεις των μερών (λόγω των προνοιών του όρου 31), εάν δεν αμφισβητηθεί από τον συμβαλλόμενο που διαφωνεί με τούτο με βάση τη διαδικασία που προβλέπεται στον όρο 36 της επίδικης σύμβασης (αρχικά ένσταση στον αρχιτέκτονα και μετέπειτα προσφυγή σε διαιτησία[9]), αποτελεί, αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ως προς τα εκεί διαλαμβανόμενα. Η διαφωνία των διαδίκων εστιάζεται στο κατά πόσο ένα τέτοιο τελικό πιστοποιητικό αποτελεί τέτοια μαρτυρία ακόμα και στην περίπτωση που δεν αφορά στα πρότυπα κατασκευής ή την ποιότητα της εκτελεσθείσα εργασίας ή των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν, αλλά επεκτείνεται και σε απόφαση του αρχιτέκτονα σε σχέση με εκτίμηση της ζημιάς του εργολάβου που προκαλείται ως αποτέλεσμα καθυστέρησης του εργοδότη στην υλοποίηση του έργου. Είναι η επί του προκειμένου θέση της Εναγόμενης ότι, στη βάση του δεδομένου ότι το απαιτούμενο από την Ενάγουσα ποσό αφορά, στην ουσία, υπολογισμό ζημιάς λόγω καθυστέρησης στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων και όχι σε σχέση με τα πρότυπα κατασκευής ή την ποιότητα της εκτελεσθείσας εργασίας ή των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προσεγγίσει το εν προκειμένω τελικό πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα ως αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που ο όρος 31 της σύμβασης του αποδίδει. Προχωρεί δε, στη βάση της συλλογιστικής αυτής, στο να ισχυριστεί ότι, αν δεν αποδοθεί αυτός ο χαρακτήρας, η Ενάγουσα επείχε υποχρέωσης να αποδείξει την ορθότητα του εν προκειμένω υπολογισμού και να αποδείξει, περαιτέρω, ότι συνεπεία της επικαλούμενης καθυστέρησης, υπέστη ζημιά του συγκεκριμένου ύψους. Είναι δε, καταληκτικά, πλην όμως πάντα συναφώς, η θέση της Εναγόμενης, ότι η Ενάγουσα περιορίστηκε απλώς στο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το ρηθέν τελικό πιστοποιητικό, το περιεχόμενο του οποίου δεν επεξηγήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από τον εκδότη του, ούτε και περιβάλλεται από τέτοια σαφήνεια και λεπτομέρεια που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξετάσει την ορθότητά του. Στην αντίπερα όχθη, είναι η θέση της Ενάγουσας ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αντιμετωπίσει το εν λόγω τελικό πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα ως αδιαμφισβήτητη μαρτυρία σε σχέση με τα διαλαμβανόμενα σ' αυτό. Προς τούτο παραπέμπει, τόσο στις πρόνοιες του όρου 25 της επίδικης σύμβασης, οι οποίες παραπέμπουν και στον όρο 31, όσο και σε αυτό τον όρο 31 της σύμβασης που θέλει το τελικό πιστοποιητικό να αποτελεί αδιαμφισβήτητη μαρτυρία και μέρος του να αποτελεί και/ή όποια κρίση του αρχιτέκτονα στη βάση των προνοιών του όρου 25 (βλέπε όρο 31
(6)(C)(ΙΙ)
(8)). Έχω μελετήσει με προσοχή τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών, έχοντας συνέχεια κατά νου και το σχετικό με τα επίδικα ζητήματα μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιόν μου, το οποίο, στην ουσία, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών. Η διαφωνία τους, στην ουσία, εδράζεται επί της ερμηνείας που θα πρέπει να δοθεί στους σχετικούς όρους της σύμβασης και ειδικότερα στο κατά πόσο το εν προκειμένω πιστοποιητικό αποτελεί αδιαμφισβήτητη μαρτυρία αναφορικά μόνο με τα πρότυπα κατασκευής ή την ποιότητα της εκτελεσθείσα εργασίας ή των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν[10] ή αν αυτό επεκτείνεται και καλύπτει και την περίπτωση που τούτο αφορά σε υπολογισμό ζημιάς λόγω καθυστέρησης στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων. Έχοντας κατά νου τις ανωτέρω αρχές που διέπουν την ερμηνεία συμβάσεων είμαι της γνώμης ότι στην προκειμένη περίπτωση το τι συμφωνήθηκε, σχετικώς, μεταξύ των διαδίκων είναι ξεκάθαρο. Συνδυασμός και μόνο των προνοιών του όρου 25
(1)με τον όρο 31
(6)(C)(ΙΙ)
(8)καταδεικνύει ότι στο τελικό πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα του έργου αναμένεται να υπάρχει και κρίση του τελευταίου επί όποιας απαίτησης υποβάλλεται από πλευράς του εργολάβου με βάση τον όρο 25
(1), που αφορά σε ζημιά ή έξοδα που του προκαλούνται λόγω διατάραξης της τακτικής/κανονικής πορείας των εργασιών (Loss and expense caused by disturbance of the regular progress of the Works[11]), καθώς επίσης και ότι, με δεδομένη την ιδιότητα του εν προκειμένω πιστοποιητικού, και δη ότι πρόκειται για το τελικό πιστοποιητικό που εκδίδεται από τον αρχιτέκτονα, το αδιαμφισβήτητο του περιεχομένου του, ως μαρτυρία, αφορά σε κάθε τι το οποίο ο αρχιτέκτονας υπολόγισε για να εκδώσει τούτο. Δεν μου διαφεύγουν οι πρόνοιες του όρου 31
(8)(a)(I) «(i) as conclusive evidence that were the quality of materials all the standards of workmanship are to be to the reasonable satisfaction of the Architect, the same are to such satisfaction», επί των οποίων εδράζει η εναγόμενη τη θέση ότι το αδιαμφισβήτητο του ρηθέντος πιστοποιητικού αφορά μόνο τις εκεί αναφορές. Ωστόσο, το ζήτημα θα πρέπει να ιδωθεί υπό το φως και των προνοιών του όρου 31
(8)(a)(II) «(ii) as conclusive evidence that any necessary effect has been given to all the terms of this Contract which require an adjustment to be made to the Contract Sum». Καθίσταται, επομένως, εμφανές ότι το αδιαμφισβήτητο του τελικού πιστοποιητικού δεν περιορίζεται μόνο στα πρότυπα κατασκευής ή την ποιότητα της εκτελεσθείσα εργασίας ή των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν, αλλά καλύπτει και κάθε υπολογισμό του αρχιτέκτονα, ο οποίος διενεργήθηκε στη βάση κάθε όρου της επίδικης σύμβασης ο οποίος επηρεάζει και επιτρέπει τη μεταβολή του ποσού του συμβολαίου, κάτι που προκύπτει στην υπό εξέταση υπόθεση αφού το προνοούμενο ποσό του συμβολαίου, με την έκδοση του εν προκειμένω τελικού πιστοποιητικού, μεταβάλλεται διά της αυξήσεως, αφού σ' αυτό προστίθεται η ζημιά που προκλήθηκε στον εργολάβο λόγω καθυστέρησης υλοποίησης των συμφωνηθέντων, η οποία καθυστέρηση αποδίδεται στην Εναγόμενη, κάτι που δεν αμφισβητεί η τελευταία. Εν πάση περιπτώσει, το αδιαμφισβήτητο ενός τελικού πιστοποιητικού που εκδίδεται από αρχιτέκτονα ενός έργου, στη βάση των προνοιών σύμβασης, ως η επίδικη, σε αντιδιαστολή με το μη αδιαμφισβήτητο που χαρακτηρίζει ενδιάμεσα τέτοια πιστοποιητικά, αναδείχθηκε και στην υπόθεση Beaufort Developments (Ni) Ltd v. Gilbert‑Ash (Ni) Ltd, 1999, 1 A.C. 266, στην οποία εξετάστηκε το κατά πόσο το περιεχόμενο των ενδιάμεσων πιστοποιητικών του αρχιτέκτονα, τα οποία εκδόθηκαν στη βάση σύμβασης όμοιας με την εδώ επίδικη σύμβαση, αποτελούν αδιαμφισβήτητη μαρτυρία. Ωστόσο, ως υποδείχθηκε ήδη ανωτέρω, στην υπό εξέταση υπόθεση δεν τελεί υπό αμφισβήτηση ο χαρακτήρας του περιεχομένου του εν προκειμένω τελικού πιστοποιητικού, ότι δηλαδή αποτελεί αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, παρά μόνο, ως αναφέρθηκε προηγουμένως, κατά πόσον τούτος (ο χαρακτήρας), καλύπτει και την υπό εξέταση περίπτωση. Κατά συνέπεια, παρέλκει η ανάγκη να παραπέμψω σε εκείνην τη νομολογία που άπτεται του ζητήματος του χαρακτήρα ενός τελικού πιστοποιητικού που εκδίδεται από αρχιτέκτονα στη βάση εξουσίας που του παρέχουν συμβάσεις ως η επίδικη. Όπως, όμως, και να έχει το πράγμα, ο όποιος ισχυρισμός προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφορικά με την αμφισβήτηση της οφειλής και γενικότερα εν είδει υπεράσπισης, χαρακτηρίζεται από πλήρη γενικότητα και αοριστία. Ελλείπουν, στην ουσία, εκείνες οι αναγκαίες λεπτομέρειες και στοιχεία που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να εξετάσει την βασιμότητα των σχετικών ισχυρισμών της εναγόμενης, δεδομένης και της, κατά τα άλλα, μη αμφισβήτησης από πλευράς της, είτε του γεγονότος ότι υπήρχε καθυστέρηση στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων, είτε του γεγονότος ότι, συνεπεία τούτης (της καθυστέρησης), η ενάγουσα υπέστη ζημιά. Έχοντας κρίνει ως ανωτέρω, και ειδικότερα ότι οι εν προκειμένω όροι της επίδικης σύμβασης είναι σαφείς και η ερμηνεία τους οδηγεί σε ένα και μόνο καθαρό συμπέρασμα, ότι δηλαδή το τελικό πιστοποιητικό, που εκδίδεται δυνάμει των όρων της, αποτελεί αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ως προς την ορθότητα του περιεχομένου του και καλύπτει και την υπό εξέταση περίπτωση, κρίνω ότι ούτε ο δεύτερος αυτός λόγος ένστασης μπορεί να γίνει δεκτός. Έχοντας δε ανωτέρω κρίνει, περαιτέρω, ότι η Ενάγουσα έχει ικανοποιήσει και τις τρεις προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1, κρίνω, επιπροσθέτως, ότι δικαιούται και στην αιτούμενη θεραπεία. Κατά συνέπεια εκδίδεται συνοπτική απόφαση για το ποσό των €106,803 με νόμιμο τόκο 8% από τις 22.03.2021 μέχρι 31.12.2022 και 10.50% από 01.01.2023 μέχρι εξοφλήσεως[12]. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια τόσο τα έξοδα της αίτησης, όσο και τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης. (Υπ.) ............. Θ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η μη ενεργοποίηση των προνοιών του όρου 36 της σύμβασης από πλευράς της εναγόμενης αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων [2] Με δεδομένη την απόσυρση από πλευράς της εναγόμενης της αίτησης της για διαγραφή του τροποποιημένου, ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που καταχώρησε η ενάγουσα, και του ανωτέρω αναφερόμενου περιορισμού των επιδίκων ζητημάτων της επίδικης αίτησης, δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο το νομότυπο ή μη της ενέργειας της ενάγουσας να μεταβάλει, χωρίς την προγενέστερη σχετική άδεια του Δικαστηρίου, το δικόγραφό της, από γενικής οπισθογράφησης σε ειδικής. [3] Ο σχετικός λόγος ένστασης εγκαταλείφθηκε με τον ανωτέρω περιορισμό των επιδίκων ζητημάτων. Εν πάση περιπτώσει, τούτος δεν αντεξετάστηκε επί των σχετικών ισχυρισμών του, ούτε και προωθήθηκαν από πλευράς της εναγόμενης ισχυρισμοί που να θέτουν, πειστικά ή άλλως πως, εν αμφιβόλω τούτους. [4] Δες όρο 31
(8)(α) (i) της σύμβασης, ανωτέρω [5] ό. π. [6] ό. π. [7] Πρόκειται για πρωτόδικη κρίση στη αγωγή 4548/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία δεν είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, και εν πάση περιπτώσει, δεν αποφάσισε ότι η ενέργεια ενός ενάγοντα να αναμένει την καταχώρηση υπεράσπισης από πλευράς του εναγόμενου και μετά να καταχωρήσει αίτηση για συνοπτική απόφαση, επενεργεί ανασταλτικά για την προώθηση της τελευταίας. Σε εκείνη την υπόθεση, ο αδελφός Δικαστής που εξέδωσε τούτη, για τους λόγους που εκεί αναφέρει, έκρινε ότι η όλη συμπεριφορά που υπέδειξε η εκεί ενάγουσα εταιρεία ισοδυναμούσε με κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και ήταν στη βάση αυτής της κρίσης που απέρριψε την αίτηση. [8] Σε αυτή βασίστηκε και αδελφός Δικαστής στην απόφασή του στην αγωγή 4548/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού [9] Επαναλαμβάνω ότι αποτελεί κοινό τόπο ότι δεν ενεργοποιήθηκαν οι πρόνοιες του εν λόγω όρου από την εναγόμενη. [10] Κάτι το οποίο αποδέχονται αμφότερες οι πλευρές. [11] Δες όρο 25 της σύμβασης, ανωτέρω. [12] Ως προς τον τόκο, βλέπε άρθρο 2 (ερμηνεία «εμπορική συναλλαγή», «επιτόκιο αναφοράς», «επιχείρηση» και «τόκος υπερημερίας») και άρθρο 5, του περί της Καταπολέμησης των Καθυστερήσεων Πληρωμών στις Εμπορικές Συναλλαγές Νόμος του 2012 (Ν.123(I)/2012), αφού η επίδικη συναλλαγή πρόκειται για εμπορική συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων στην έννοια του εν προκειμένω Νόμου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.