Astrobank Public Company Limited ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ.α., Αρ. Έφεσης - Αίτησης 365/21, 7/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A56 Κλιμακα: €100.000 - €500.000 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Αρ. Έφεσης - Αίτησης 365/21 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο του 1965- μέχρι (Αρ.10) του 2015 και Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), Άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ Και Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, άρθρο 80 Μεταξύ:- Astrobank Public Company Limited, από Λευκωσία Αιτήτρια/Εφεσείουσα Και
- Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών,
- Yiannis Mamas (Blue Dreams) Ltd,
- Livewire Services Inc. Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 07 Μαρτίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Εφεσείουσα/Αιτήτρια: κα. Ζαχαρίου Για Εφεσίβλητο/Καθ' ου η αίτηση 1: κ. Τσεκούρας Για Εφεσίβλητη/Καθ' ης η αίτηση 2: καμία εμφάνιση Για Εφεσίβλητη/Καθ' ης η αίτηση 3: κ. Χριστοφόρου ΑΠΟΦΑΣΗ Νομικό πλαίσιο προστασίας εγκλωβισμένων αγοραστών Με τους Ν.139(Ι)/2015 και Ν.118(Ι)/2019[1] τροποποιήθηκε το Μέρος VIB του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965 (στο εξής «ο Νόμος») εισάγοντας τις πρόνοιες των νέων άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ. Οι πρόνοιες των άρθρων αυτών, τυγχάνουν εφαρμογής σε κάθε περίπτωση όπου ακίνητο ή μέρος αυτού βαρύνεται με σύμβαση πώλησής του, η οποία έχει κατατεθεί στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέχρι την 31ην Δεκεμβρίου 2014 ή έχει κατατεθεί σ' αυτό δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου Ν. 81
(1)/2011, με σκοπό τη μεταβίβαση του επ' ονόματι του αγοραστή. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι πριν τη θέσπιση του τροποποιητικού Ν.139(Ι)/2015, ακίνητο δεν μπορούσε να μεταβιβασθεί εφόσον βαρύνετο με εμπράγματα βάση. Επανερχόμενος στα ισχύοντα σήμερα, κατά το άρθρο 5 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011, Ν.81(Ι)/11, «... η κατάθεση σύμβασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης και το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεση της:...». Κατά το άρθρο 2 του ιδίου νόμου, ο όρος «εμπράγματο βάρος» έχει την έννοια που αποδίδεται σε αυτόν από τον Νόμο (Ν.9/65), τα άρθρα 2 και 12
(5)(α) του οποίου προβλέπουν ότι, «εμπράγματο βάρος» σημαίνει «άμεσον τινα επί ακινήτου απαίτησιν, δικαίωμα επιβαρύνσεως (lien) ή υποχρέωσιν, υφισταμένην δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχϋι νόμου.». Ως δε προνοείται στο άρθρο 12
(1)του Νόμου (Ν.9/1965), «Εκτός ως προνοείται εν άρθρω 29 ή 31, οσάκις ακίνητον υπόκειται εις οιονδήποτε εμπράγματον βάρος ή ο κύριος αυτού τελεί υπό απαγόρευσιν- (α) ουδεμία δήλωσις μεταβιβάσεως ή υποθήκης τοιούτου ακινήτου γίνεται δεκτή παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω, (β) ...(γ) ...». Όσον τώρα αφορά στις νεοεισαχθείσες πρόνοιες στον Νόμο, και στο βαθμό που αυτές είναι συναφείς με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, το άρθρο 44ΙΘ ρυθμίζει τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή αυτεπάγγελτα από τον Διευθυντή ή μετά από αίτηση των προσώπων που αναφέρονται στις πρόνοιές του, μεταξύ των οποίων και ο αγοραστής δυνάμει σύμβασης πώλησης του ακινήτου που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Στη βάση δε των προνοιών του άρθρου 44Κ, και πάντα, περιοριστικά, σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της υπό εξέταση υπόθεσης, τέτοια αίτηση υποβάλλεται όταν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το ακίνητο και, είτε έχει ήδη καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης, είτε έχει καταβληθεί μέρος αυτού και ο αγοραστής δηλώσει εγγράφως ότι θα καταβάλει το υπόλοιπο στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό που προβλέπεται στο εδάφιο 2 του εν λόγω άρθρου. Στα πλαίσια εξέτασης τέτοιας αίτησης, στη βάση των προνοιών του άρθρου 44ΚΑ, ο Διευθυντής διερευνά αν ισχύουν τα ανωτέρω, και δύναται να απαιτήσει, εντός καθορισμένης προθεσμίας, την προσκόμιση όσων αποδεικτικών στοιχείων κρίνει αναγκαίο να τεθούν ενώπιόν του. Στη περίπτωση που ο Διευθυντής θεωρήσει την αίτηση δικαιολογημένη, και δη ότι ο αιτητής ικανοποίησε τις ανωτέρω προϋποθέσεις, στη βάση των προνοιών του άρθρου 44ΚΒ, προχωρά σε επίδοση γνωστοποίησης στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, σύμφωνα με τον Τύπο «ΙΕ», ως προς την πρόθεση του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης. Όποιο πρόσωπο προς το οποίο δόθηκε η γνωστοποίηση στη βάση των προβλεπόμενων στο εδάφιο
(3)του άρθρου 44ΚΒ, έχει δικαίωμα όπως, εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της σχετικής ειδοποίησης, υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή επί το ότι δεν εκπληρώθηκαν οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή ή ότι η σύμβαση είναι άκυρη ή έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου. Κατά τα προβλεπόμενα του εδαφίου
(4)του εν λόγω άρθρου, κάθε τέτοιο πρόσωπο, δύναται να αιτηθεί όπως, η υποθήκη, το εμπράγματο βάρος ή η απαγόρευση, που επενεργούσε προς όφελός του, και τα οποία θα απαλλαχθούν, εξαλειφθούν ή ακυρωθούν από τον Διευθυντή (ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του ακινήτου στον αγοραστή (βλέπε εδάφιο 2 του ρηθέντος άρθρου)), μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης τους. Εάν δε ο Διευθυντής διαπιστώσει ότι ο πωλητής είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, ικανοποιεί το αίτημα και προχωρεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης στην ιδιοκτησία αυτή. Σε περίπτωση υποβολής ένστασης στην μεταβίβαση του ακινήτου στον αγοραστή ή αίτησης για μεταφορά υποθήκης, εμπράγματου βάρους ή απαγόρευσης, ο αποτινόμενος στον Διευθυντή υποχρεούται να προσκομίσει τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με τους οικείους Κανονισμούς για την τεκμηρίωση της αίτησης ή ένστασης του (βλ. εδάφιο 5 του ρηθέντος άρθρου). Αξίζει, επίσης, να αναφερθεί ότι στη βάση των προνοιών του εδαφίου 7 του εν λόγω άρθρου, στην περίπτωση που ο πωλητής δεν είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, ο διευθυντής αποδέχεται αίτηση για μεταφορά υποθήκης, εμπράγματου βάρους ή απαγόρευσης επί ιδιοκτησίας φυσικών ή νομικών προσώπων ως ακολούθως: «(α) Νομικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία, ή (β) φυσικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία και κατά το χρόνο της υπογραφής της σύμβασης ενεργούσαν ως διοικητικοί σύμβουλοι του πωλητή ή κατείχαν ποσοστό πέραν του δέκα τοις εκατόν (10%) του μετοχικού κεφαλαίου του πωλητή, στην περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται ακίνητη ιδιοκτησία εγγεγραμμένη στο όνομα των νομικών προσώπων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) και στην περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος ο πωλητής είναι νομικό πρόσωπο: Νοείται ότι, σε περίπτωση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης σε ακίνητη ιδιοκτησία προσώπου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις παραγράφους (α) και (β), το εν λόγω πρόσωπο αποκτά για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη και η ευθύνη του περιορίζεται στο ποσό το οποίο αντιστοιχεί στην ευθύνη που απορρέει από τη σχετική σύμβαση εγγύησης.» Επίδικα γεγονότα Ως προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων[2] και τις σχετικές δηλώσεις των συνηγόρων τους, τα ακόλουθα αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ τους: Το 2011, η USB Bank PLC (στο εξής η «USB») παρείχε τραπεζική διευκόλυνση στην εφεσίβλητη 2, εργοληπτική εταιρεία (στο εξής «η εφεσίβλητη 2»), για σκοπούς ανέγερσης πολυκατοικίας 12 διαμερισμάτων σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της τελευταίας. Προς εξασφάλιση της διευκόλυνσης αυτής, η εφεσίβλητη 2 καταχώρησε προς όφελος της USB υποθήκη επί του εν λόγω οικοπέδου η οποία και κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο με αριθμό Υ7148/11, ημερομηνίας 20.06.
- Η εφεσίβλητη 2, συνήψε συμφωνία πώλησης ενός εκ των διαμερισμάτων μαζί με την εφεσίβλητη 3, με την τελευταία να αγοράζει το υπό ανέγερση τότε διαμέρισμα αριθμός 402 (στο εξής «το διαμέρισμα»). Η σύμβαση αυτή, κατατέθηκε ως εμπράγματο βάρος προς όφελος του αγοραστή επί του ρηθέντος οικοπέδου της εφεσίβλητης 2 στις 05.07.2011, με αριθμό ΠΩΕ 1100/
- Η εφεσίβλητη 2, κατά την USB, δεν κατέβαλλε τις δόσεις της τραπεζικής διευκόλυνσης, με αποτέλεσμα η τελευταία να καταχωρήσει εναντίον της την αγωγή 575/2015 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, η εκδίκαση της οποίας και εκκρεμεί. Μολονότι η πολυκατοικία περατώθηκε και υπήρχε η δυνατότητα έκδοσης τίτλου για το διαμέρισμα ώστε αυτό να μεταβιβαστεί στην αγοράστρια/Εφεσίβλητη 3, τούτο δεν έγινε, καθότι ήταν κατατεθειμένη, ως εμπράγματο βάρος επ' αυτού, η ανωτέρω υποθήκη της USB. Στη βάση των προνοιών του Νόμου, η εφεσίβλητη 3, το 2018, αποτάθηκε στον διευθυντή του κτηματολογίου, υπό την ιδιότητα του εγκλωβισμένου αγοραστή, με σκοπό να επιτύχει, αφενός την εξάλειψη της εν προκειμένω υποθήκης, και αφετέρου τη μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομά της. Προς υποστήριξη της αίτησής της, ισχυρίστηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιβάλλει ο Νόμος, καθότι είχε εξοφλήσει όλο το τίμημα πώλησης προς την εφεσίβλητη 2, καθώς επίσης και ότι έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας γι' αυτό. Ο διευθυντής του κτηματολογίου εξέτασε την αίτηση και αφού έκρινε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιβάλλει ο Νόμος, απέστειλε την προνοούμενη από αυτόν Ειδοποίηση, Τύπος «ΙΕ», προς τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και στην εφεσείουσα (η οποία, στο μεταξύ, στη βάση ειδικής συμφωνίας για αγορά τραπεζικών εργασιών, αγόρασε από την USB, μεταξύ άλλων, και την τραπεζική διευκόλυνση της εφεσίβλητης 2), με την οποία την ενημέρωνε ότι προτίθεται να προχωρήσει στη μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματι της εφεσίβλητης 3, καθώς επίσης και στην εξάλειψη της υποθήκης που εκκρεμούσε προς όφελός της. Η εφεσείουσα, στη βάση πάντα των προνοιών του Νόμου, καταχώρησε ένσταση, στα πλαίσια της οποίας προέβαλε τις θέσεις της γιατί ο διευθυντής δεν θα έπρεπε να προχωρήσει και να υλοποιήσει την πρόθεσή του, μεταξύ των οποίων και ότι, τυχόν υλοποίηση των προθέσεων του θα ισοδυναμούσε με παραβίαση των συνταγματικών της δικαιωμάτων, ως ενυπόθηκος δανειστής της εφεσίβλητης 2, ως αυτά διασφαλίζονται από τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Ο διευθυντής του κτηματολογίου εξέτασε την ένσταση, και στις 22.10.2021 απέρριψε τούτη ισχυριζόμενος, στην ουσία, ότι η αίτηση της εφεσίβλητης 3 ήταν τεκμηριωμένη καθ' ότι πληρούντο όλες οι προϋποθέσεις του Νόμου, ενώ αναφορικά με το εγειρόμενο ζήτημα αντισυνταγματικότητας των προνοιών του Νόμου, ανέφερε ότι, με δεδομένη την εκκρεμότητα εφέσεων ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου σε σχέση με διάφορες πρωτόδικες κρίσεις επί του ζητούμενου, ο ίδιος θα προχωρούσε και θα διεκπεραίωνε κάθε αίτηση εγκλωβισμένου αγοραστή στη βάση των προνοιών του Νόμου, ως έχουν, εν αναμονή της κρίσεως του Ανώτατου Δικαστηρίου επί των ρηθεισών εφέσεων. Τέλος, στα πλαίσια της απόφασης αυτής του διευθυντή ημερομηνίας 28.10.2021, ενημερωνόταν η εφεσείουσα ότι, εκτός εάν προσκομίσει σ' αυτόν ,εντός 30 ημερών από την εν λόγω απόφασή του, διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά, σκοπός του ήταν να προχωρήσει στην εξάλειψη της υποθήκης από το διαμέρισμα και στη μεταβίβασή του επ' ονόματι της εφεσίβλητης
- Στη βάση των ανωτέρω γεγονότων, στις 16.11.2021 η εφεσείουσα καταχώρησε την υπό εξέταση έφεση με την οποία, στην ουσία, επιδιώκει την ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης του διευθυντή να μεταβιβάσει το διαμέρισμα στην εφεσίβλητη 3 και να απαλλάξει τούτο από την υποθήκη που επενεργεί προς όφελος της (εφεσείουσας). Η εφεσίβλητη 2, ως σημειώθηκε ανωτέρω, δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία, ενώ οι εφεσίβλητοι 1 και 3, καταχώρησαν ένσταση σε αυτήν. Περιορισμός επιδίκων ζητημάτων Κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, με ρητές δηλώσεις των συνήγορων των μερών, ξεκαθαρίστηκε ότι δύο είναι οι λόγοι έφεσης που προβάλλει η εφεσείουσα. Πρώτον, ότι η υπό αμφισβήτηση απόφαση του διευθυντή είναι αναιτιολόγητη και, δεύτερον, ότι οι πρόνοιες του Νόμου επί των οποίων εδράστηκε η απόφαση του διευθυντή είναι αντισυνταγματικές, ως συγκρουόμενες με τις πρόνοιες των Άρθρων 23, 25[3] και 26 του Συντάγματος. Είναι η συναφής με το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας θέση της εφεσείουσας ότι, με δεδομένη την ιδιότητά της ως ενυπόθηκος δανειστής, ιδιότητα η οποία αποκτήθηκε δια σύναψη σύμβασης υποθήκης με αντισυμβαλλόμενή της την εφεσίβλητη 2, σύμβαση η οποία έλαβε χώρα ως μέρος της πρακτικής με την οποία διεξάγει τις εργασίες της, οι πρόνοιες του Νόμου που επιτρέπουν, μονομερώς, στον διευθυντή να απαλλάξει το διαμέρισμα από την υποθήκη που επενεργεί προς όφελός της και δη να της στερήσει στην ουσία την ιδιότητα του ενυπόθηκου δανειστή, παραβιάζουν τα συνταγματικά της δικαιώματα και ειδικότερα το συνταγματικό της δικαίωμα στην περιουσία (Άρθρο 23 του Συντάγματος), επί το ότι, το εμπράγματο βάρος της υποθήκης αποτελεί, για σκοπούς του Συντάγματος, περιουσιακό στοιχείο επί του οποίου έχει δικαιώματα, το δικαίωμά της να διεξάγει τραπεζικές εργασίες (Άρθρο 25 του Συντάγματος), επί το ότι, με την απάλειψη της υποθήκης και μεταβίβαση του ακινήτου στην εφεσίβλητη 2, επηρεάζει τα δεδομένα που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της άσκησης του επαγγέλματός της, και, τέλος, το συνταγματικό της δικαίωμα να συμβάλλεται (Άρθρο 26 του Συντάγματος), επί το ότι, με την σκοπούμενη ενέργεια του διευθυντή του κτηματολογίου, χάνει κάθε συμβατική ιδιότητα που είχε στη βάση της σύμβασης υποθήκης που σύναψε με την εφεσίβλητη
- Στην αντίπερα όχθη, οι εφεσίβλητοι 1 και 3, στα πλαίσια των ενστάσεών τους, και στη βάση των δηλώσεών τους κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, προέβαλαν τη θέση ότι, από τη μια η εφεσείουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας του Νόμου, καθ' ότι δεν άσκησε το δικαίωμα που της παρέχει τούτος (ο Νόμος) να υποδείξει άλλη περιουσία της εφεσίβλητης 2 για να μεταφερθεί η υποθήκη της σε αυτήν, αλλά και γιατί, εν πάση περιπτώσει, οι εν προκειμένω πρόνοιες του δεν είναι αντισυνταγματικές, αφού δεν παραβιάζουν τα όποια συνταγματικά δικαιώματα της εφεσείουσας, παρά μόνο, ίσως, περιορίζουν τούτα, χωρίς να επηρεάζεται ο πυρήνας των εν λόγω δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να κριθούν αντισυνταγματικές. Αιτιολογημένο ή μη της απόφασης του διευθυντή Όσον αφορά στον λόγο έφεσης που θέλει την απόφαση του διευθυντή του κτηματολογίου να είναι αναιτιολόγητη, σημειώνω ότι η σχετική θέση προβλήθηκε εντελώς γενικά και αόριστα, χωρίς να συγκεκριμενοποιηθεί τι είναι εκείνο που, κατά την εφεσείουσα, αναμενόταν να εμπεριέχεται σ' αυτή υπό μορφή αιτιολογίας. Εν πάση περιπτώσει, και ανεξαρτήτως της ορολογίας που χρησιμοποιήθηκε από τον διευθυντή, έχοντας υπόψη τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν προς αυτόν από την εφεσείουσα, η εν προκειμένω απόφαση του κρίνεται αιτιολογημένη. Και τούτο γιατί, σε αυτήν καταγράφονται οι λόγοι για τους οποίους ο διευθυντής δεν αποδέχτηκε τους λόγους ένστασης που προέβαλε η εφεσείουσα. Υπενθυμίζω ότι ο διευθυντής κατέγραψε, αφενός ότι πληρούνται όλα τα κριτήρια που επιβάλλει ο Νόμος σε έναν εγκλωβισμένο αγοραστή να ικανοποιήσει για σκοπούς εγκρίσεως τέτοιας αίτησής του, και αφετέρου ότι, οι προβαλλόμενοι λόγοι αντισυνταγματικότητας του Νόμου, εν απουσία δεσμευτικής προς τούτο απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου, δεν μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για να μην εφαρμόσει τις πρόνοιες του Νόμου, ως έχουν. Κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος έφεσης απορρίπτεται. Νομική πτυχή ελέγχου συνταγματικότητας Νόμου Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και είναι οι εξής:
(1). In considering the question of the constitutionality of a statute we have to be guided by certain well-established principles governing the exercise of judicial control of legislative enactments. In doing so we have looked for guidance to cases decided by the Supreme Court of the United States of America and, although not bound by such cases, we have adopted the following principles applicable by American Courts, as we are in agreement in the reasoning behind them:- (
- a)A rule of precautionary nature is that no act of legislation will be declared void except in a very clear case, or unless the act is unconstitutional beyond all reasonable doubt. In other words a Law is presumed to be constitutional until, proved otherwise "beyond reasonable doubt". (
- b)Another maxim of constitutional interpretation is that the Courts are concerned only with the constitutionality of legislation and not with its motives, policy or wisdom, or with its concurrence with natural justice, fundamental principles of government or spirit of the Constitution. (
- c)It is a cardinal principle that if at all possible the Courts will construe the statute so as to bring it within the law of the Constitution. (
- d)The judicial power does not extend to the determination of abstract questions viz. the Courts will not decide questions of a constitutional nature unless absolutely necessary to a decision of the case. (
- e)In cases involving statutes, portions of which are valid and other portions invalid, the Courts will separate the valid from the invalid and throw out only the latter unless such portions are inextricably connected. (
- f)With regard to the power of the State to regulate the right to exercise a profession or carry on any trade or business it has been held that the power to impose reasonable conditions on such right includes that of excluding those who cannot meet those conditions. Επίσης, στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315 υποδείχθηκε ότι η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έγκειται στην αντιπαραβολή των υπό αμφισβήτηση διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Σκοπός της αντιπαραβολής είναι να διαφανεί αν οι ρηθείσες διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό, χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται ή να εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο έλεγχος αυτός περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα (βλέπε επίσης The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, PIK v. Καρανιώρνη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι κάθε νόμος περιβάλλεται από το τεκμήριο συνταγματικότητας. Το βάρος απόδειξης ότι πρόνοια νόμου είναι αντισυνταγματική το φέρει εκείνος που εγείρει τον ισχυρισμό, ο οποίος πρέπει να αποδείξει το στοιχείο αυτό πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και σε πλήρη συνάρτηση με τα επίδικα ζητήματα και όχι αφηρημένα (βλέπε Ανδρέας Νικολάου ν. Βάσου Βασιλείου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1566 και Πιτσιλλίδης κ.α. ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7). Ως προς το τελευταίο πιο πάνω σχόλιο, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ 45 σημειώθηκε ότι η επίλυση ζητημάτων συνταγματικότητας διενεργείται μόνο όταν είναι ουσιώδης για τη διάγνωση της υπόθεσης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και ότι, τέτοιος έλεγχος διενεργείται μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα. Είναι δε απαραίτητος ο επακριβής προσδιορισμός του επίδικου ζητήματος της αντισυνταγματικότητας νόμου, με αναφορά στα άρθρα του Συντάγματος στα οποία προσκρούει (βλ. Κακούpn ν. Έπαρχου Αμμοχώστου
(2004)1 Α.Α.Δ 8). Εκεί δε που το Άρθρο του Συντάγματος που διασφαλίζει το δικαίωμα επιτρέπει, υπό περιστάσεις, διά νόμου, τον περιορισμό του, τέτοια νομική διάταξη θα θεωρηθεί αντισυνταγματική μόνο αν περιορίζει την άσκηση του δικαιώματος σε όρια που είναι ασυμβίβαστα με την ελευθερία που εγγυάται το Σύνταγμα (Βλ. The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Kyriakides (ανωτέρω)). Ως συναφώς σημειώθηκε στην Πολ. Εφ. 177/2018 μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Αυγουστή κ.α., απόφαση ημερομηνίας 10.04.2020, για να θεωρηθεί μια νομική διάταξη αντισυνταγματική, θα πρέπει η εφαρμογή της να απολήγει σε αδρανοποίηση του πυρήνα του συνταγματικού δικαιώματος που επιφέρει, στην ουσία, στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος εκτός των αποδεκτών πλαισίων του Άρθρου του Συντάγματος. Ακολουθεί η σχετική περικοπή: «Εν κατακλείδι στην Χαραλάμπους αποφασίστηκε ότι η συγκεκριμένη μείωση, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν επηρέαζε τον πυρήνα του δικαιώματος επί του μισθού, ο οποίος (πυρήνας) παρέμεινε έτσι άθικτος και καθόλου δεν αδρανοποιήθηκε ώστε να πρόκειται για στέρηση ή περιορισμό, εκτός των αποδεκτών πλαισίων του Άρθρου 23.» Ως προκύπτει αβίαστα από την ανωτέρω νομική πτυχή που διέπει τον έλεγχο της συνταγματικότητας ενός νόμου, το Δικαστήριο δεν θα προχωρήσει σε τέτοιο έλεγχο, παρά μόνο στην περίπτωση που ο διάδικος που προβάλλει τη θέση περί αντισυνταγματικότητας καταστήσει τούτον (τον έλεγχο) συναρτώμενο (in concerto) με τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης, και δη, αναγκαίο για να επιλυθεί η ενώπιον του Δικαστηρίου διαφορά. Εκεί που το Δικαστήριο θα καταλήξει ότι ένας τέτοιος τυχόν έλεγχος δεν θα επιλύει τη διαφορά καθότι θα πρόκειται για θεωρητικό και/ή μη συναρτώμενο με τα επίδικα γεγονότα έλεγχο (in abstracto), τότε δεν θα τον διενεργήσει, γιατί τα Δικαστήρια δεν αποφαίνονται για να εκδίδουν γνωμοδοτήσεις ούτε και για να ενεργούν επί ματαίω (Βλ. Μαρκιτανής v. Μουτζούρη
(2000)1Β Α.Α.Δ.923). Στην ουσία, για να καθίσταται αναγκαίος ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας ενός νόμου, θα πρέπει ο διάδικος που επιζητεί τούτο να αποδείξει ότι, τούτος (ο έλεγχος), δεν θα απέληγε σε αλυσιτελή κρίση. Κατά συνέπεια, αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι τυχόν κρίση του περί αντισυνταγματικότητας ενός νόμου δεν θα οδηγούσε και στην έγκριση και/ή αποδοχή του ενώπιον του ένδικου διαβήματος, δεν θα προχωρήσει στον σχετικό έλεγχο της επίμαχης νομοθετικής διάταξης. Τελική κρίση Για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, είμαι της γνώμης ότι στην υπό εξέταση υπόθεση δεν καθίσταται αναγκαίος ο έλεγχος της συνταγματικότητας του Νόμου καθότι, η εφεσείουσα, δεν κατάφερε να καταστήσει τούτο συναρτώμενο με τα ενώπιον του Δικαστηρίου επίδικα ζητήματα. Ως υποδείχθηκε ανωτέρω στα πλαίσια της παράθεσης της σχετικής με την εν προκειμένω συζήτηση νομολογίας, το κατά πόσο ένας νόμος είναι ή όχι αντισυνταγματικός εκεί που παρατηρείται δια των προνοιών του να περιορίζεται ένα συνταγματικό δικαίωμα, δεν εξαρτάται απλά από την κρίση ως προς το κατά πόσο επέρχεται ένας τέτοιος περιορισμός, αλλά και από την επιπρόσθετη κρίση ότι ο περιορισμός τούτος είναι τέτοιος που επηρεάζει τον πυρήνα του δικαιώματος σε τέτοιο βαθμό που απολήγει σε στέρησή του ή περιορισμό του εκτός των αποδεκτών πλαισίων του Άρθρου του Συντάγματος. Είναι κοινός τόπος μεταξύ των μερών ότι, ως βάση όλων των παραπόνων της εφεσείουσας περί αντισυνταγματικότητας των προνοιών του Νόμου, ως συγκρουόμενες με τις πρόνοιες των Άρθρων 23, 25 και 26 του Συντάγματος, προβάλλεται η απώλεια, από πλευράς της, της ιδιότητας του ενυπόθηκου δανειστή, υπό την έννοια ότι, με την υλοποίηση της εν προκειμένω απόφασης του διευθυντή, θα εξαλειφθεί η υποθήκη που έχει εγγράψει προς όφελος της, η οποία αποτελεί εμπράγματο βάρος επί του διαμερίσματος. Είναι αυτήν την απώλεια που θέτει ως βάση η εφεσείουσα για να επικαλεστεί ότι, στην πραγματικότητα, οι πρόνοιες του Νόμου επιτρέπουν στον διευθυντή να της στερήσει το συνταγματικό της δικαίωμα (α) να ασκεί τραπεζικές εργασίες με βάση την πρακτική που ασκεί τούτες, περιλαμβανομένων των εγγραφών εμπράγματων βαρών επί περιουσίας τρίτων (Άρθρο 25 του Συντάγματος), (β) να αποκτά με τον τρόπο αυτό δικαιώματα επί της περιουσίας αυτής (Άρθρο 23 του Συντάγματος) και τέλος, (γ) να συμβάλλεται όπως η ίδια επιθυμεί και να διαπραγματεύεται τους όρους της σύμβασής της, αναφερόμενη, πάντα, στη σύμβαση υποθήκης που σύναψε με την εφεσίβλητη 2 σε σχέση με το διαμέρισμα (Άρθρο 26 του Συντάγματος). Είναι, ωστόσο, επίσης, ξεκάθαρο ότι, με τις πρόνοιες του άρθρου 44ΚΒ
(4)και
(7)του Νόμου, ο νομοθέτης παρείχε δυνητικό αντιστάθμισμα στο ενυπόθηκο δανειστή, και δη, στην προκειμένη περίπτωση, στην εφεσείουσα, δια της παροχής δικαιώματος να αιτείτο τη μεταφορά της επίδικης υποθήκης σε άλλη περιουσία του πωλητή/εφεσίβλητης 2 (άρθρο 44 ΚΒ
(4)) ή τη μεταφορά της σε περιουσία άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου, νοουμένου ότι τούτα (τα πρόσωπα) ενέπιπταν εντός των κατηγοριών που προβλέπονται στον νόμο (άρθρο 44 ΚΒ
(7)). Είναι ακόμα ξεκάθαρο, και αυτό στη βάση της κοινής λογικής αλλά και της φυσικής εξέλιξης των πραγμάτων, ότι, στην περίπτωση που η εφεσείουσα προωθούσε μια τέτοια αίτηση και επιτύγχανε να μεταφερθεί η υποθήκη της σε άλλη ιδιοκτησία της εφεσίβλητης 2 ή άλλων προσώπων, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 44ΚΒ
(4)ή
(7), παρά το ότι, τελικώς, το εμπράγματο βάρος θα αφορούσε περιουσία άλλη από την περιουσία που αφορά η επίδικη υποθήκη προς όφελός της (το διαμέρισμα), εντούτοις θα διατηρούσε την ιδιότητα του ενυπόθηκου δανειστή, με εξασφαλισμένη την τραπεζική διευκόλυνση που παρασχέθηκε προς την εφεσίβλητη 2. Τούτα, φυσικά, νοουμένου ότι θα ανευρίσκετο τέτοια περιουσία, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί τουλάχιστον αντίστοιχη[4] του διαμερίσματος, το οποίο θα απαλλαγεί από την υποθήκη με βάση την απόφαση του διευθυντή. Στην ουσία, σε περίπτωση μιας τέτοιας εξέλιξης, και δη της ανεύρεσης αντίστοιχης περιουσίας επί της οποίας θα μεταφερόταν η υποθήκη, ο όποιος περιορισμός στα συνταγματικά δικαιώματα της εφεσείουσας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει τον πυρήνα των δικαιωμάτων της, καθ' ότι τούτη (η εφεσείουσα), (α) θα συνεχίσει να αποτελεί συμβαλλόμενη της εφεσίβλητης 2 με αντίστοιχες εξασφαλίσεις ως προς τις όποιες οφειλές της τελευταίας, (β) θα συνεχίσει να αποτελεί ενυπόθηκο δανειστή, έχουσα δικαίωμα επί της ενυπόθηκης περιουσίας και κατά συνέπεια να μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα που της παρέχει ο Νόμος για σκοπούς αποπληρωμής της οφειλής της εφεσίβλητης 2 και, τέλος, (γ) θα συνεχίσει να ασκεί την πρακτική στα πλαίσια της άσκησης του επαγγέλματός της, δηλαδή να συνομολογεί συμφωνίες και γενικότερα να εγγράφει υποθήκες προς όφελός της. Ο όποιος, επομένως, τέτοιος περιορισμός, θα αφορά, στην ουσία, μόνο στην περιουσία αυτήν καθ' αυτήν που αρχικά επιλέχθηκε ώστε επ' αυτής να εγγραφεί η υποθήκη και τίποτε άλλο. Τούτο, ως πιθανή εξέλιξη, θα άφηνε τον πυρήνα των επιδίκων συνταγματικών δικαιωμάτων της άθικτο και θα καθιστούσε, επομένως, τον όποιο έλεγχο περί αντισυνταγματικότητας των προνοιών του Νόμου ως μη αναγκαίο, καθ' ότι δεν θα θεωρείτο ότι διενεργείται σε συνάρτηση (in concerto) με τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Η εφεσείουσα, με τη μη υποβολή αίτησης για μεταφορά της υποθήκης σε άλλη περιουσία, και με την μη προβολή οποιασδήποτε θέσης που να διαφωτίζει το Δικαστήριο ως προς την ύπαρξη τέτοιας αντίστοιχης του διαμερίσματος περιουσίας, ως προβλέπεται στο άρθρο 44 KB
(4)και
(7), δεν απέσεισε το βάρος που έφερε στους ώμους της να καταστήσει το συνταγματικό έλεγχο αναγκαίο, ως συναρτώμενο με τα επίδικα γεγονότα (in concerto), καθότι, ως αποτέλεσμα των παραλήψεών της αυτών, παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο εάν τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τέτοια που ο έλεγχος της συνταγματικότητας είναι αναγκαίος για την επίλυση της υπό εξέταση διαφοράς. Δηλαδή, η εφεσείουσα απέτυχε να αποδείξει προϋπόθεση που επιβάλλεται από τη νομολογία για να είναι δυνατός ο από πλευράς του Δικαστηρίου έλεγχος της συνταγματικότητας του νόμου. Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου σφραγίζει στην ουσία και την τύχη της επίδικης έφεσης, που δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η απόρριψή της. Και τούτο γιατί, με την αδυναμία της εφεσείουσας να αποδείξει ότι ο συνταγματικός έλεγχος είναι ουσιώδης για τη διάγνωση της υπόθεσής της, δεν ανατρέπεται το τεκμήριο της συνταγματικότητας που περιβάλλει τις εν προκειμένω πρόνοιες του Νόμου. Κατά συνέπεια, η έφεση απορρίπτεται, χωρίς να επιτρέπεται η όποια περαιτέρω ενασχόληση του Δικαστηρίου με την ουσία των επιχειρημάτων περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου, καθότι τούτη (η ενασχόληση) θα επείχε μόνο ακαδημαϊκής σημασίας και θα ήταν, στην ουσία, πράξη που θα διενεργείτο επί ματαίω, αφού θα αποτελούσε μια γενική, θεωρητική και αφηρημένη ενέργεια, που δεν θα απέληγε σε επίλυση της υπό εξέταση διαφορά. Σε σχέση με τα έξοδα, δεν έχω κανέναν λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας και, κατά συνέπεια, τούτα επιδικάζονται υπέρ των εφεσίβλητων 1 και 3 και εναντίον της εφεσείουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Δ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Έχουν θεσπιστεί και άλλοι τροποποιητικοί νόμοι του Ν.9/1965, πλην όμως οι πρόνοιές τους δεν κρίνονται σχετικές με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. [2] Αίτησης/Έφεσης της Εφεσείουσας, από τη μια, και Ενστάσεων των Εφεσιβλήτων 1 και 3, από την άλλη - Η Εφεσίβλητη 2 δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία. [3] Οι πρόνοιες του Άρθρου 25 του Συντάγματος δεν έτυχαν επίκλησης από την εφεσείουσα στα πλαίσια της ένστασης που υπέβαλε στον διευθυντή του κτηματολογίου μετά τη λήψη της Ειδοποίησης «ΙΕ». [4] Είναι πασιφανές, ως θέμα κοινής λογικής, ότι για να θεωρηθεί το αντιστάθμισμα επαρκές και ανάλογο θα πρέπει να μην μεταβάλλει ουσιωδώς τη θέση στην οποία βρίσκεται ο ενυπόθηκος δανειστής ως δικαιούχος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, του εμπράγματου βάρους επί του επίδικου διαμερίσματος, και τούτο σε συνάρτηση, προφανώς, μεταξύ άλλων, της αξίας άλλης περιουσίας, της ύπαρξης ή μη άλλων προγενέστερων εμπραγμάτων βαρών επ' αυτής, και της ανάλογης με το διαμέρισμα εμπορευσιμότητας της. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο