EUROBANK CYPRUS LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΕΡΖΟΒΙΤΗΣ, Αρ. Αγωγής: 5396/2015, 5/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5396/2015 Μεταξύ: EUROBANK CYPRUS LTD Ενάγουσας -και- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΕΡΖΟΒΙΤΗΣ Εναγομένου Αίτηση Τροποποίησης ημερομηνίας 26.05.2022 Ημερομηνία: 05/04/
- EΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή-Εναγόμενο: κ. Α. Μελάς για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για να ακούσει την απόφαση ο κ. Παπαθεοδώρου. Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κ. Σ. Γιορδαμλής για Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ και Κώστας Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Εναγόμενος, Αιτητής στην παρούσα διαδικασία ζητά όπως του επιτραπεί να προβεί σε τροποποίηση του δικογράφου του δια της προσθήκης αριθμού νέων παραγράφων και Ανταπαίτησης. Προτού εξετάσω την ουσία της Αίτησης, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ εν συντομία στο ιστορικό της υπόθεσης καθότι συνδέεται άμεσα με το θέμα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει και αποφασίσει. Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από τον Εναγόμενο τα ποσά των €28.812.917,93 και €687.198,93 πλέον τόκους, ως οφειλόμενα υπόλοιπα πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν σε αυτόν τον Νοέμβριο του
- Ο Εναγόμενος, τη 09.05.2017, καταχώρησε Υπεράσπιση στην οποία προέβαλε, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι η συμφωνία δανείου για το ποσό των €28.812.917,93 συνήφθη κατόπιν συμβουλών και/ή προτροπών και/ή παραστάσεων της Ενάγουσας και της Τράπεζας Eurobank Ergasias A.E., η οποία είναι μητρική της Ενάγουσας. Λειτουργοί των πιο πάνω τραπεζών τον παρακίνησαν να εξασφαλίσει το επίδικο δάνειο για να το διαθέσει για αγορά ομολόγων της ERB Hellas Funding Ltd. Η επίδικη συμφωνία δανείου και η σύμβαση επενδυτικών υπηρεσιών για αγορά των πιο πάνω ομολόγων έγιναν, σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο, συνεπεία ψευδών παραστάσεων της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος δεν είχε εξειδικευμένες γνώσεις στο θέμα των χρηματαγορών και/ή επενδύσεων. Η Ενάγουσα κατά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που είχε παρέλειψε να του εξηγήσει τους όρους των επιδίκων συμφωνιών και/ή των ομολόγων. Με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχουν αμφισβητηθεί, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος καταχώρησε αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εναντίον της Ενάγουσας και της Τράπεζας Eurobank Ergasias A.E., στις οποίες ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι πιο πάνω οργανισμοί τον προέτρεψαν να αγοράσει τα επίδικα ομόλογα προβαίνοντας σε ψευδείς παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις. Πέραν τούτου παρέλειψαν να τον ενημερώσουν για τους όρους και τους επενδυτικούς κινδύνους που εγκυμονούσαν τα εν λόγω ομόλογα. Τη 13.09.2016, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε τις πιο πάνω αγωγές στην ολότητά τους. Ο Εναγόμενος εφεσίβαλε την πιο πάνω απόφαση. Τη 13.06.2017, το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε απόφαση με την οποία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Τη 12.11.
- ο Εναγόμενος καταχώρησε Αίτηση στον Άρειο Πάγο με την οποία ζήτησε την αναίρεση της Ελληνικής εφετειακής απόφασης. Οι αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών αναγνωρίστηκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία με δικαστικό διάταγμα που εκδόθηκε τη 30.03.2018, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Ενόψει της έκδοσης της Ελληνικής πρωτόδικης απόφασης και της Ελληνικής εφετειακής απόφασης, η Ενάγουσα καταχώρησε τη 19.09.2018 αίτηση διαγραφής διαφόρων παραγράφων και ισχυρισμών της Υπεράσπισης του Εναγόμενου, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων. Ο Άρειος Πάγος με απόφασή του, ημερομηνίας 06.05.2019 απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Τη 21.12.2020 και αφού προηγήθηκε η έκδοση απόφασης του Αρείου Πάγου, το Δικαστήριο, υπό διαφορετική σύνθεση, εξέδωσε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο διέταξε τη διαγραφή των παραγράφων της Υπεράσπισης. Η διαγραφή αφορούσε, μεταξύ άλλων, τις παραγράφους στις οποίες γινόταν αναφορά περί ψευδών παραστάσεων και/ή παρακινήσεων εκ μέρους της Τράπεζας Eurobank Ergasias A.E. για την αγορά των επιδίκων ομολόγων, μη αξιολόγηση των γνώσεων του σε σχέση με τα συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά θέματα και την παράλειψη της εν λόγω τράπεζας να συμβουλέψει κατάλληλα τον Εναγόμενο για τους κινδύνους που εμπεριείχε η επένδυση στα ομόλογα. Την 09.05.2017, ο Εναγόμενος καταχώρησε τροποποιημένη Υπεράσπιση, στην οποία δεν περιλαμβάνονται οι παραγράφοι που με βάση το διάταγμα ημερομηνίας 21.12.2020 έχουν διαγραφεί. Με την υπό κρίση Αίτηση, ο Εναγόμενος, Αιτητής στην παρούσα διαδικασία, ζητά όπως του επιτραπεί η προσθήκη στο δικόγραφο του μεγάλου αριθμού παραγράφων που αφορούν τα πιο κάτω θέματα: (α) Τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα ως πάροχος επενδυτικών υπηρεσιών όφειλε να προβεί σε ορθή και κατάλληλη αξιολόγηση των γνώσεων του Εναγομένου και να πεισθεί ότι αυτός ήταν σε θέση να κατανοήσει τους κινδύνους που ενείχε η επένδυσή του. (β) Τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα όφειλε να είχε λάβει τα δέοντα μέτρα για να βεβαιωθεί ότι ο Εναγόμενος πληρούσε τα κριτήρια που επιτάσσει ο Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών Νόμος, προτού του επιτρέψει να επενδύσει σε ομόλογα. (γ) Ο Εναγόμενος έπρεπε να είχε «αντιμετωπισθεί» από την Ενάγουσα ως «ιδιώτης επενδυτής» και όχι ως «επαγγελματίας επενδυτής». (δ) Τον ισχυρισμό ότι με βάση τις καταστάσεις λογαριασμού του Κέντρου Φορολογίας Μεγάλου Πλούτου της Ελλάδας το επίδικο δάνειο παρουσιάζεται να έχει μηδενικό υπόλοιπο. Το δεδομένο αυτό σε συνδυασμό με το σύνολο της συμπεριφοράς της Ενάγουσας, την εμποδίζει να αξιώνει τα ποσά που διεκδικεί με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. (ε) Η επίδικη σύμβαση δανείου περιλάμβανε εξυπακουόμενο όρο και/ή δεδηλωμένη πρόθεση και/ή παράσταση και/ή υπόσχεση της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο ότι τα ομόλογα θα εξαγοράζονταν από τον εκδότη «στα πέντε χρόνια και τρεις μήνες» στην ονομαστική τους αξία. (στ) Ζητά επίσης την προσθήκη της πιο κάτω παραγράφου: «Ο Εναγόμενος λέγει ότι βάσει της πιο πάνω συμπεριφοράς της Ενάγουσας, είναι ξεκάθαρο ότι η πραγματική βούληση και/ή πρόθεση της Ενάγουσας ήταν όπως η πηγή αποπληρωμής του επίδικου δανείου αλλά και του τρεχούμενου λογαριασμού ήταν τα επίδικα ομόλογα, την εξαγορά των οποίων θεωρούσε ως ένα ενδεχόμενο απόλυτα λογικό και/ή βέβαιο ότι θα επέλθει στα 5 χρόνια, καθορίζοντας έτσι την διάρκεια ενός δανείου 27 εκατομμυρίων στα 5 χρόνια και όχι περισσότερο. Ο Εναγόμενος λέγει, επίσης, ότι το σύνολο της πιο πάνω συμπεριφοράς της Ενάγουσας αποτελεί έμμεση επενδυτική συμβουλή και/ή έμμεση παρότρυνση και σύσταση για την χορήγηση του επίδικου δανείου με σκοπό αγορά πολύπλοκων χρηματοοικονομικών μέσων, ακόμα και ένα ήθελε θεωρηθεί και/ή αποδειχθεί και/ή γίνει δεχτό ότι είναι ο ίδιος που ζήτησε να λάβει το επίδικο δάνειο προς τον σκοπό απόκτησης τους. Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι αυτή η επενδυτική συμβουλή δόθηκε χωρίς να διενεργηθεί ο απαραίτητος έλεγχος καταλληλόλητας ως διαλαμβάνει το άρθρο 36(1(γ) του Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών Νόμου, πράγμα που εάν ελάμβανε χώρα ορθά και/ή με τον επιβαλλόμενο νομικά τρόπο, θα ήταν αποτρεπτικός παράγοντας για τον ίδιο να προχωρήσει με την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης αλλά και αγοράς των επίδικων υβριδικών ομολόγων.» Ο Εναγόμενος αιτείται επίσης όπως του επιτραπεί να προσθέσει Ανταπαίτηση στη βάση ισχυριζόμενης παραβίασης θέσμιου καθήκοντος και αμελούς συμπεριφοράς εκ μέρους της Ενάγουσας, υπό την ιδιότητα της ως παρόχου επενδυτικών υπηρεσιών. Με την Ανταπαίτηση ο Αιτητής αξιώνει την ακύρωση των επιδίκων συμφωνιών και την καταβολή αποζημιώσεων. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Πολυξένης Παπαγεωργίου, που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, δικηγόρο του Εναγομένου. Η ομνύουσα αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το δικηγορικό γραφείο Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ανέλαβε την εκπροσώπηση και υπεράσπιση του Εναγομένου τον Απρίλιο του
- Κατόπιν μελέτης του φακέλου της υπόθεσης, προέκυψε ανάγκη τροποποίησης της Υπεράσπισης και προσθήκης Ανταπαίτησης. Η ομνύουσα έλαβε συμβουλή από το κ. Μελά ότι «η προσθήκη των παραγράφων που ζητούνται με την πιο πάνω αίτηση είναι αναγκαία για να δικογραφηθούν σωστά όλα τα γεγονότα αλλά και ισχυρισμοί οι οποίο δεν περιλαμβάνονται στην υπεράσπιση που συνετάχθη από τους προηγούμενους δικηγόρους, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται ο Εναγόμενος να παρουσιάσει μαρτυρία που να αποδεικνύει τις πιο πάνω θέσεις του.». Στην παράγραφο 7 αναφέρει τα πιο κάτω, τα οποία θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια: «Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, έχει δεόντως μελετηθεί το δικονομικό ιστορικό που έχει προηγηθεί στην παρούσα διαδικασία. Όπως καλύτερα πιστεύω και πληροφορούμαι από τον κ. Μελά τα όσα έχουν γίνει δεκτά από τα Δικαστήρια της Ελλάδας δεν επηρεάζουν τις αιτούμενες τροποποιήσεις σε σχέση με την παραβίαση συγκεκριμένων νομοθετικών προνοιών του Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών Νόμου 144(Ι)/
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις λαμβάνουν υπόψη τις Ελληνικές αποφάσεις καθώς και την διαγραφή ορισμένων παραγράφων από την αρχική υπεράσπιση λόγω της αίτησης των αντιδίκων για διαγραφή τους.» Η Ενάγουσα, Καθ΄ ης η αίτηση στην παρούσα διαδικασία, καταχώρησε Ένσταση. Είναι η θέση της ότι η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, δεν υποβάλλεται καλόπιστα και θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της δικαστικής διαδικασίας. Προβάλλει τη θέση ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις αφορούν στην συντριπτική τους πλειοψηφία ισχυρισμούς και/ή ζητήματα τα οποία έχουν ήδη κριθεί στα πλαίσια των δικαστικών διαδικασιών που ηγέρθηκαν από τον Εναγόμενο ενώπιον των Δικαστηρίων της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η Αίτηση είναι καταχρηστική καθότι ο Εναγόμενος επιχειρεί την επαναφορά ζητημάτων και αξιώσεων που έχουν ήδη αποφασιστεί και αποτελούν δεδικασμένο. Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την οποία ο Εναγόμενος-Αιτητής απέτυχε να δικαιολογήσει. Η συντριπτική πλειοψηφία των επιδιωκόμενων τροποποιήσεων αφορούν ισχυρισμούς και ζητήματα που είχαν περιληφθεί στην αρχική Υπεράσπιση και διαγράφηκαν δυνάμει του διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 21.12.2020, και «τυχόν επιτυχία της Αίτησης θα συγκρουόταν με το διάταγμα ημερομηνίας 21.12.2020 και θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη ανατροπή του από το ίδιο το δικαστήριο που το εξέδωσε.». Η Αίτηση, σύμφωνα πάντα με την Ενάγουσα, θα πρέπει να απορριφθεί λόγω δεδικασμένου (res judicata) και/ή κωλύματος (estoppel). Ο Εναγόμενος διεκδικεί μια δεύτερη ευκαιρία σε «νέα δικαστική μάχη», επί των ιδίων θεμάτων που έχουν ήδη εξετασθεί και κριθεί δικαστικά. Ο Εναγόμενος δεσμεύεται από το δεδικασμένο και εμποδίζεται από το να εγείρει εκ νέου ζητήματα για τα οποία έχουν ήδη αποφασισθεί από τα Ελληνικά Δικαστήρια. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι μέρος των ισχυρισμών των οποίων επιχειρείται η εισαγωγή αφορούν γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την καταχώρηση της αγωγής και είναι άσχετα με τα επίδικα ζητήματα και γεγονότα. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση δικογράφου διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση είναι εφικτή όπου κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. H καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης δεν είναι εκ προοιμίου επιλήψιμη, αποτελεί όμως παράγοντα που συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία σαν λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. H διασφάλιση του δικαιώματος αυτού αποτελεί ευθύνη τον Δικαστηρίου. Όταν η αίτηση καταχωρείται σε καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. H σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με «τη γνησιότητα των προθέσεων τον αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης». Βλέπετε Federal Bank of Lebanon και Νίκου Σιακόλα
(2002)1(Α) A.A.Δ. 223 , 228 και SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1984)1 A.A.Δ. 426. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος τροποποίησης (Φοινιώτης v Greenmar Navigation
(1989)1 E Α.Α.Δ. 686). Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας Αίτησης, διαπιστώνω ότι τα περισσότερα ζητήματα/ισχυρισμοί που ο Εναγόμενος-Αιτητής ζητά να προσθέσει στο δικόγραφο του είναι ζητήματα/ισχυρισμοί που με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 21.12.2020, έχουν διαγραφεί. Επιχειρεί να προωθήσει εκ νέου το επιχείρημα ότι δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει τους κινδύνους που ενείχε η επένδυση στα συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά μέσα και λανθασμένα κατηγοριοποιήθηκε ως «επιχειρηματίας επενδυτής». Τονίζω ότι το διάταγμα ημερομηνίας 21.12.20 που αφορούσε τη διαγραφή, δεν εκδόθηκε κατόπιν ακρόασης, αλλά εκ συμφώνου, με τη συγκατάθεση του Εναγομένου. Στην ουσία, εκείνο που ο Εναγόμενος αξιώνει με την υπό κρίση Αίτηση είναι να επαναφέρει και να καταστήσει επίδικα τα θέματα που έχουν ήδη διαγραφεί με δική του συγκατάθεση. Καταλήγω ότι η επαναφορά των πιο πάνω θεμάτων δεν θα συμβάλει στον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς. Πρόκειται για θέματα τα οποία έχουν ήδη τεθεί ενώπιον του Ελληνικών Δικαστηρίων, σε όλες τις βαθμίδες και έχουν απορριφθεί. Ο Εναγόμενος επιχειρεί την προσθήκη και κάποιων άλλων θεμάτων, αυτά που περιγράφω ανωτέρω στις παραγράφους (δ), (ε) και (στ). Σε σχέση με τον ισχυρισμό που αφορά τις καταστάσεις λογαριασμού του Κέντρου Φορολογίας Μεγάλου Πλούτου της Ελλάδας, παράγραφος (δ) ανωτέρω, στις οποίες παρουσιάζεται ότι το επίδικο δάνειο έχει μηδενική αξία, αδυνατώ, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, να αντιληφθώ την σχετικότητα του θέματος αυτού με βάση τα επίδικα ζητήματα, έχοντας υπόψη ότι ο Εναγόμενος δεν έχει αμφισβητήσει την παραχώρηση του επίδικου δανείου και την εκταμίευση του ποσού. Τα υπόλοιπα θέματα, παραγράφοι (ε) και (στ) ανωτέρω, αφορούν τους όρους της επίδικης σύμβασης, τα οποία ήταν γνωστά στον Αιτητή ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά εξ΄ αρχής πολύ πριν την καταχώρηση της αγωγής. Ως αναφέρω και ανωτέρω, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, τόσο μεγαλύτερο είναι και το βάρος που θα πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, καμία εξήγηση δίδεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση γιατί δεν συμπεριλήφθηκαν τα γεγονότα αυτά στην Έκθεση Απαίτησης ή έστω κάποιο χρόνο αργότερα. Το μόνο που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση είναι ότι έγινε αλλαγή δικηγόρου. Η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί όμως από μόνη της ικανοποιητική δικαιολογία. (Βλέπετε σχετικά Παπαδόπουλος ν. Euroinvestment & Finance Ltd, Π.Ε. 49/2008, ημερομηνίας 16.12.2011 και IKOS CIF Ltd v. Coward κ.ά., Π.Ε. 137/13, 138/13, ημερομηνίας 20.03.2014), ECLI:CY:AD:2014:A205. Καταλήγω ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για την οποία δεν δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου-Αιτητή, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................ Τ. Παρασκευαϊδου- Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο