Σ.Π. ν. Σ.Ο., Αρ. Αγωγής: 5737/2016, 12/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5737/2016 Μεταξύ: Σ.Π. Ενάγοντα και Σ.Ο. Εναγόμενου ---------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 12 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Γρ. Χριστοδουλίδης Για τον Εναγόμενο: κα Κ. Θεοχαρίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Εναγόμενος είναι δικηγόρος, εγγεγραμμένος στο Μητρώο Δικηγόρων και ασκεί το επάγγελμά του στην Επαρχία Λευκωσίας. Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων αξιώνει από τον Εναγόμενο γενικές και ειδικές αποζημιώσεις στη βάση επαγγελματικής αμέλειας και/ή παράβασης συμφωνίας. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι συνεπεία της παράλειψης του Εναγόμενου να λάβει τα δέοντα μέτρα, ως οι οδηγίες του, για την ορθή και έγκαιρη καταχώρηση προσφυγής κατά της απόφασης του Ανωτάτου Συμβουλίου Κρίσεων Αξιωματικών ημερομηνίας 22.11.2005 αναφορικά με τον ευδόκιμο τερματισμό της υπηρεσίας του υπέστηκε ζημιές και έξοδα, τα οποία απαιτεί. Ο Εναγόμενος καταχώρισε Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση. Ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων δεν έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του αφού δεν υπογράφθηκε έντυπο διορισμού δικηγόρου και ως εκ τούτου δεν υπήρξε σχέση εντολέα - εντολοδόχου. Προβάλλει τη δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα και ισχυρίζεται πως η παρούσα αγωγή είναι εκδικητική, με σκοπό να πληγεί το όνομα, η πελατεία και η εργασία του. Για το λόγο αυτό, ανταπαιτεί από τον Ενάγοντα αποζημιώσεις λόγω της ταλαιπωρίας και ανησυχίας που του προκάλεσε η καταχρηστική και/ή παράνομη συμπεριφορά του Εναγόμενου. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, ο Ενάγων αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του ως αυτοί εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης και απορρίπτει την αξίωση του Εναγόμενου. Στη βάση σχετικής δήλωσης των συνηγόρων των δυο πλευρών, διατάχθηκε η συνεκδίκαση της αγωγής και της ανταπαίτησης. Η ακροαματική διαδικασία ήταν πολύ σύντομη. Ο Ενάγων ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για την υπόθεση του και ο Εναγόμενος για τη δική του υπόθεση. Κατά την ακρόαση κατατέθηκε και αριθμός εγγράφων ως τεκμήρια, στο περιεχόμενο των οποίων θα γίνει αναφορά πιο κάτω. Συνοψίζοντας τις θέσεις που προώθησαν οι διάδικοι στο πλαίσιο της μαρτυρίας τους, σημειώνω τα ακόλουθα: Ως αναφέρει ο Ενάγων στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), κατά πάντα ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε ως Αξιωματικός του Στρατού της Δημοκρατίας. Με επιστολή του Γενικού Διευθυντή Υπουργείου Άμυνας ημερομηνίας 22.11.2005 (Τεκμήριο 1), ενημερώθηκε για την απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Κρίσεων Αξιωματικών για τον ευδόκιμο τερματισμό της υπηρεσίας του και επομένως, την αναγκαστική αφυπηρέτηση του με ισχύ από 8.4.
- Στις 19.1.2006 έλαβε εμπιστευτικό - προσωπικό σημείωμα που επαναλάμβανε την απόφαση αυτή (Τεκμήριο 3). Λόγω του ότι διαφωνούσε με την πιο πάνω απόφαση και έχοντας ενημερωθεί και από άλλους συναδέλφους του αξιωματικούς που επίσης αφυπηρέτησαν αναγκαστικά για τα δικαστικά διαβήματα στα οποία θα προέβαιναν εναντίον της απόφασης για αναγκαστική αφυπηρέτηση τους, περί την 19.12.2005 ο Ενάγων επισκέφτηκε τον Εναγόμενο μαζί με άλλους συναδέλφους του με σκοπό να του αναθέσει την εκπροσώπησή του στην προώθηση των κατάλληλων ένδικων μέσων για σκοπούς διεκδίκησης των δικαιωμάτων του. Είχε προηγηθεί συγκέντρωση των επηρεαζόμενων αξιωματικών στη Χοιροκοιτία όπου αποφασίστηκε η ανάθεση των υποθέσεων τους στον Εναγόμενο. Οπότε, στο πλαίσιο αυτό επισκέφθηκαν σε μεταγενέστερη ημερομηνία τον Εναγόμενο στο γραφείο του. Κατά τη συνάντηση που είχαν, ο Εναγόμενος ζήτησε από τον Ενάγοντα να καταγράψει σε έντυπο τα ακαδημαϊκά προσόντα που κατείχε μέχρι εκείνη τη στιγμή, ενώ ακολούθησε σύντομη συνέντευξη όπου ο Εναγόμενος κατέγραψε πρόσθετα στοιχεία που ζήτησε από τον Ενάγοντα με σκοπό την καταχώρηση της υπόθεσής του, όπως και των άλλων συναδέλφων του. O Ενάγων παρέδωσε, επίσης, τα προσωπικά του στοιχεία στον Εναγόμενο. Ακολούθως κατά την ίδια συνάντηση, ο Εναγόμενος, ζήτησε από τον Ενάγοντα το ποσό των Λ.K. 150 ως το ήμισυ της αμοιβής του, ποσό που ο Εναγόμενος είχε συμφωνήσει με την αντιπροσωπεία των συναδέλφων τον Ενάγοντα που είχαν διαπραγματευθεί με τον Εναγόμενο σε προηγούμενο χρόνο. Για το σκοπό αυτό, ο Ενάγων εξέδωσε επιταγή της Τράπεζας Κύπρου ημερ. 19.12.2005 για το ποσό των Λ.Κ. 150 στο όνομα του Εναγόμενου την οποία παρέδωσε κατά τη συνάντηση στον Εναγόμενο (Τεκμήριο 2). Όπως ανέφερε, πριν από την αναχώρηση του από το γραφείο του Εναγόμενου, τον ρώτησε κατά πόσο χρειαζόταν οτιδήποτε άλλο και η απάντηση που έλαβε ήταν αρνητική. Τότε, ο Ενάγων πληροφόρησε τον Εναγόμενο πως για ό,τι ενδεχομένως χρειαζόταν μελλοντικά, να ερχόταν σε επαφή με τον ίδιο. Περί τις 21.12.2005 ο Εναγόμενος εξαργύρωσε την ως άνω αναφερόμενη επιταγή. Έχοντας ενημερωθεί για την εξαργύρωση της επιταγής, και χωρίς να λάβει οποιοδήποτε άλλο τηλεφώνημα ή να έχει άλλη επικοινωνία μαζί τους, ο Ενάγων, δείχνοντας εμπιστοσύνη στον Εναγόμενο παρέμεινε, αρχικά, εφησυχασμένος ότι η προσφυγή του είχε καταχωρηθεί και συνεχιζόταν κανονικά. Λόγω του ότι για κάποιους μήνες δεν είχε ενημέρωση από τον Εναγόμενο, περί τον Φεβρουάριο του 2006 επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς προκειμένου να ενημερωθεί για την πορεία της υπόθεσης του. O Εναγόμενος τον διαβεβαίωσε βιαστικά ότι οι προσφυγές προχωρούσαν κανονικά, και χωρίς άλλη πληροφόρηση του ανέφερε πως δεν μπορούσε να μιλήσει περαιτέρω αφού βιαζόταν. Σε κατοπινό στάδιο, όταν συναντήθηκε με κάποιο συνάδελφο του, αντιλήφθηκε πως οι υπόλοιποι είχαν κληθεί από τον Εναγόμενο να προσέλθουν στο γραφείο του για να πληρώσουν τα χαρτόσημα που απαιτούνταν για την προσφυγή, ο Ενάγων επικοινώνησε άμεσα με τον Εναγόμενο τηλεφωνικώς, ρωτώντας γιατί δεν είχε κληθεί και αυτός για τον ίδιο σκοπό και ζητώντας ενημέρωση για την πορεία της υπόθεσης του. O Εναγόμενος τον ενημέρωσε ότι το Σεπτέμβριο θα γνώριζε περισσότερα για την γενική πορεία των προσφυγών, καθώς επίσης ότι θα έλεγχε στο γραφείο για την δική του προσφυγή και θα τον ξανακαλούσε, εφόσον τη δεδομένη στιγμή απουσίαζε από το γραφείο του. Λόγω του ότι ο Εναγόμενος δεν τον κάλεσε, ο Ενάγων τηλεφώνησε εκ νέου στον Εναγόμενο την επόμενη μέρα. Κατά την εν λόγω τηλεφωνική τους επικοινωνία, ο Εναγόμενος τον ενημέρωσε ότι δεν έβρισκε στοιχεία για την προσφυγή του, ρωτώντας τον, μάλιστα, κατά πόσο είχε πράγματι αποταθεί στον ίδιο για την καταχώρηση προσφυγής. O Ενάγων του υπενθύμισε τα στοιχεία του και ζήτησε από τον Εναγόμενο να ξανακοιτάξει κατά πόσο έγινε η καταχώρηση της προσφυγής. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν λίγες μέρες μετά, ο Εναγόμενος τον ενημέρωσε ότι δεν βρήκε στοιχεία για την καταχώρηση της προσφυγής του. Όταν ο Ενάγων ζήτησε να ενημερωθεί από τον Εναγόμενο ως προς τα διαβήματα που θα ακολουθούσε για τη διόρθωση του σφάλματος του, ο τελευταίος τον ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να περιμένει την έκβαση των άλλων προσφυγών με την ελπίδα ότι εάν κέρδιζαν τις υπόλοιπες προσφυγές οι συνάδελφοι του Ενάγοντα, η ακύρωση που θα πετύχαιναν θα βοηθούσε και τον ίδιο. Περί τα μέσα Ιουνίου 2007 ο Ενάγων τηλεφώνησε εκ νέου στον Εναγόμενο, ρωτώντας να μάθει αν βρήκε κάποια διέξοδο για την υπόθεση του. O Εναγόμενος τον διαβεβαίωσε πως δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί και ότι εάν οι υπόλοιποι πετύχαιναν, η Δημοκρατία θα προέβαινε σε συμβιβασμό της υπόθεσης. Περί τις 17.8.2007 ο Ενάγων απέστειλε επιστολή στον Εναγόμενο αναφορικά με τα πιο πάνω με την οποία ζήτησε να ενημερωθεί για τις προθέσεις και/ή ενέργειες του Εναγόμενου για τη θεραπεία της σε βάρους του αδικίας λόγω της παράλειψης του να καταχωρίσει την προσφυγή του στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 4). Ο Εναγόμενος δεν απάντησε στην εν λόγω επιστολή. Ακολούθως, με επιστολή του προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 27.5.2013 (Τεκμήριο 5), ο Ενάγων υπέβαλε καταγγελία εναντίον του Εναγόμενου στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων. Ο Εναγόμενος απέστειλε τις θέσεις του σε σχέση με την καταγγελία (Τεκμήριο 6) και με απόφαση του ημερομηνίας 16.9.2016, το Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι μετά από μελέτη της υπόθεσης, αποφάσισε ότι εκ πρώτης όψεως η υπόθεση αφορά επαγγελματική αμέλεια και όχι πειθαρχικό αδίκημα (Τεκμήριο 7). Αποτέλεσε θέση του Ενάγοντα ότι συνεπεία των πράξεων και παραλείψεων του Εναγόμενου, υπέστηκε απώλειες και έξοδα, τα οποία απαιτεί με την παρούσα αγωγή. Πιο συγκεκριμένα, ο Ενάγων αξιώνει: - Επιστροφή του ποσού των Λ.Κ. 150,00 που κατέβαλε στον Εναγόμενο ως προκαταβολή. - Απόφαση για το ποσό των €247.067,83 ως η διαφορά του μισθού που θα έπαιρνε μέχρι την κανονική αφυπηρέτηση του στα 60 του χρόνια. - Γενικές αποζημιώσεις για ανησυχία και θλίψη και/ή αγωνία λόγω της απώλειας προοπτικών ανέλιξης και απώλειας σταδιοδρομίας. - Τιμωρητικές και επαυξημένες αποζημιώσεις λόγω της συνεχιζόμενης παράλειψης του Εναγόμενου να προχωρήσει σε διευθέτηση και/ή επανόρθωση της βλάβης που του προκάλεσε. Αντίθετη ήταν η εκδοχή του Εναγόμενου. Για τους σκοπούς της μαρτυρίας του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β). Ως υποστήριξε στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, περί τα μέσα Δεκεμβρίου του 2005, τον επισκέφθηκε στο δικηγορικό του γραφείο αντιπροσωπεία των Αξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας που είχαν αποστρατευθεί με απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Κρίσεων Αξιωματικών και τον ρώτησαν κατά πόσον θα μπορούσε να αναλάβει ως δικηγόρος τους και εάν με την καταχώρηση προσφυγών θα ήταν δυνατή η ακύρωση της εν λόγω απόφασης. Τους απάντησε πως ήταν απαραίτητο να μελετηθεί η κάθε περίπτωση ξεχωριστά και τους ζήτησε να ενημερώσουν όσους από τους αποστρατευθέντες αξιωματικούς επιθυμούν να αναλάβει την υπόθεση τους, να περάσουν από το γραφείο του και να του παραδώσουν βιογραφικό σημείωμα για την μέχρι την αποστρατεία τους σταδιοδρομία τους στο στρατό και οποιοδήποτε άλλο χρήσιμο, κατά την κρίση τους, έγγραφο καθώς και την απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Κρίσεων Αξιωματικών, όπως και να καταβάλουν προκαταβολή ύψους Λ.Κ.
- Ακολούθως, τον επισκέφθηκαν διάφοροι αξιωματικοί, μεταξύ των οποίων και ο Ενάγων και αφού του ανάφεραν πως επιθυμούν να ενεργεί ως δικηγόρος τους, του παρέδωσαν βιογραφικό σημείωμα, αντίγραφο της απόφασης που τους αφορούσε και κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ. 150 ο καθένας. Ο ίδιος τους ανέφερε πως θα μελετούσε την κάθε περίπτωση ξεχωριστά και αφού ετοίμαζε προσχέδιο της αίτησης προσφυγής τους και το έντυπο διορισμού δικηγόρου, θα επικοινωνούσε μαζί τους τηλεφωνικώς για να συνεννοηθούν για τα περαιτέρω. Όταν μετά πάροδο λίγων ημερών ετοίμασε ένα προσχέδιο της αίτησης προσφυγής για τον καθένα από τους 27 αποστρατευθέντες αξιωματικούς που είχαν περάσει από το γραφείο του και το σχετικό έντυπο διορισμού δικηγόρου, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον καθένα από αυτούς και τους ζήτησε να ξαναπεράσουν από το γραφείο του προς το σκοπό επεξήγησης των περαιτέρω μέτρων, υπογραφής του εντύπου διορισμού δικηγόρου και καταβολής επιπρόσθετου ποσού Λ.Κ. 150 ως δικηγορική αμοιβή. Στις πιο πάνω κλήσεις του, ανταποκρίθηκαν όλοι οι αξιωματικοί πλην του Ενάγοντα. Ο ίδιος προσπάθησε επανειλημμένως να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς μαζί του για να τον ρωτήσει γιατί δεν ξαναπέρασε από το γραφείο του, πλην, όμως, ο αριθμός του κινητού τηλεφώνου που του είχε δώσει δεν απαντούσε. Από τη μοναδική συνάντηση που είχε με τον Ενάγοντα στο γραφείο του στις 19.12.2005, ο Ενάγων επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του τον Αύγουστο του 2007, ρωτώντας γιατί δεν είχε καταχωρηθεί προσφυγή εκ μέρους του. Όταν του εξήγησε τους λόγους, τονίζοντας, ιδιαιτέρως, ότι χωρίς υπογεγραμμένο από τον ίδιο έντυπο διορισμού δικηγόρου δεν μπορούσε να προχωρήσει με την καταχώρηση προσφυγής, ο Ενάγων του απάντησε πως τον θεωρεί υπεύθυνο για τη ζημιά που θα υποστεί από την μη καταχώριση προσφυγής και πως θα προχωρούσε σε καταγγελία στο δικηγορικό σύλλογο. Λίγες ημέρες μετά το τηλεφώνημα του αυτό, απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 17.8.
- Κατά την εν λόγω περίοδο, οι προσφυγές των 26 πρώην συναδέλφων του Ενάγοντα είχαν προχωρήσει αρκετά και οι Αιτητές όχι μόνο ενημερώνονταν ανελλιπώς από τον ίδιο, αλλά αρκετοί από αυτούς παρουσιάζονταν μαζί του στο Δικαστήριο. Τελικώς, με απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 5.2.2009 οι προσφυγές των 26 πρώην συναδέλφων αξιωματικών του Ενάγοντα έγιναν δεκτές και η απόφαση για την αποστρατεία τους ακυρώθηκε. Μετά την επιστολή ημερομηνίας 17.8.2007, και αφού οι προσφυγές των άλλων αξιωματικών έγιναν δεκτές, ο Εναγόμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του ξανά το Φεβρουάριο του 2009, αναφέροντας και πάλι πως τον θεωρεί υπεύθυνο για την ζημιά που θα υποστεί από τη μη καταχώριση προσφυγής και ότι αν ο Εναγόμενος δεν έβρισκε τρόπο ώστε αυτός να αποζημιωθεί, θα προχωρούσε σε καταγγελία εναντίον του. Σε σχέση με την πορεία των υποθέσεων των 26 πρώην συναδέλφων αξιωματικών του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος ανέφερε πως μετά την επιτυχία των προσφυγών από την πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επανεξετάστηκαν από το Ανώτατο Συμβούλιο Κρίσεων Αξιωματικών και στις 20.2.2009 αποφασίστηκε και πάλι όπως αποστρατευθούν ως ευδοκίμως τερματίσαντες την υπηρεσία τους στο στρατό αναδρομικώς από το 2005, οπότε και είχαν αποστρατευθεί την πρώτη φορά. Οι 26 αξιωματικοί καταχώρισαν νέες προσφυγές κατά της νέας απόφασης για την αποστρατεία τους οι οποίες με αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 5.3.2012 και 20.4.2012 έγιναν δεκτές και ακυρώθηκε και η δεύτερη αυτή απόφαση για την αποστρατεία τους. Ακολούθως, οι υποθέσεις επανεξετάστηκαν από το Ανώτατο Συμβούλιο Κρίσεων Αξιωματικών και στις 26.4.2012 αποφασίστηκε και πάλι όπως αποστρατευθούν ως ευδοκίμως τερματίσαντες την υπηρεσία τους αναδρομικώς από το 2005 που είχαν αποστρατευτεί την πρώτη φορά. Σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ. 150 που κατέβαλε ο Ενάγων, ήταν η θέση του Εναγόμενου πως πληρώθηκε για παροχή νομικής συμβουλής μόνο, στη βάση της προφορικής συμφωνίας που είχε κάνει με την αντιπροσωπεία των αποστρατευθέντων Αξιωματικών που τον είχαν επισκεφθεί στο Γραφείο μου. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ο Εναγόμενος αρνήθηκε τα όσα του καταλογίζει ο Ενάγων και υποστήριξε πως ο Ενάγων ήταν αυτός που δεν επέδειξε την δέουσα φροντίδα, προσοχή και επιμέλεια στις προσωπικές και επαγγελματικές του υποθέσεις. Απέφευγε συνειδητώς να ανταποκριθεί ή να απαντήσει στα τηλεφωνήματα του με απώτερο σκοπό και στόχο να του δημιουργήσει πρόβλημα στα επαγγελματικά του καθήκοντα και προκειμένου να τον εκβιάζει. Ουδέποτε στο παρελθόν αντιμετώπισε πειθαρχική ή άλλη αστική διαδικασία, η δε συμπεριφορά του Ενάγοντα είναι τέτοια που έχει πλήξει το όνομα, την φήμη, την πελατεία και την εργασία του. Για το λόγο αυτό, έχει εγείρει την ανταπαίτηση του. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι συνήγοροι υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών τους αγορεύσεων, προωθώντας τις θέσεις τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τις θέσεις που προώθησαν οι συνήγοροι. Έχω μελετήσει τις γραπτές τους αγορεύσεις και κάθε ζήτημα που προβάλλεται σε αυτές θα εξεταστεί πιο κάτω. Έχοντας συνοψίσει την προσκομισθείσα μαρτυρία, προχωρώ στην αξιολόγησή της. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου θα γίνει με κριτήρια, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές, τη λογικοφάνεια και πειστικότητα της εκδοχής που παρουσιάζεται, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κλπ (βλέπε μεταξύ άλλων C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1447). Στα πλαίσια της αξιολόγησης λαμβάνεται, επίσης, υπόψη ο τρόπος με τον οποίο οι μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, οι αντιδράσεις τους και γενικά η όλη συμπεριφορά τους, καθώς επίσης το περιεχόμενο τόσο της προφορικής όσο και της έγγραφης τους μαρτυρίας (βλέπε Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Είναι δε καλά γνωστό ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (βλέπε Ε.Γ. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 221/2017, απόφαση ημερομηνίας 15.10.2019 και Παρλάτα ν. Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/09, απόφαση ημερομηνίας 21.5.2014), ECLI:CY:AD:2014:A339, ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλέπε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στη σελίδα 135). Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα ως αληθή. Πρόκειται για μάρτυρα ο οποίος κρίνεται αξιόπιστος. Κατά τη μαρτυρία του ήταν σαφής, απαντούσε αυθόρμητα και με αμεσότητα. Κατά την αντεξέταση του δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση και παρέμεινε σταθερός στον τρόπο που παρουσίασε τα γεγονότα. Σε σχέση με το λόγο της συνάντησης μεταξύ τους στις 19.12.2015, ο μάρτυρας ήταν, και παρέμεινε σε όλα τα στάδια, σταθερός πως σκοπός δεν ήταν απλά η παροχή νομικής συμβουλής αλλά η ανάθεση στον Εναγόμενο της υπόθεσης του και οι, κατόπιν προγενέστερης συνεννόησης, παροχή οδηγιών σε αυτόν για καταχώρηση της προσφυγής σε σχέση με την επίδικη απόφαση για την αποστρατεία του. Παραθέτω ενδεικτικά το ακόλουθο απόσπασμα από τη μαρτυρία του Ενάγοντα: «E. Μάλιστα, η συνάντηση εκείνης της μέρας, όπως ο ίδιος αναφέρει, ήταν για σκοπούς νομικής συμβουλής. Είναι η θέση μου, σας την υποβάλλω. A. Μάλιστα, η απόφαση της ομάδας που λήφθηκε στη Χοιροκοιτία όταν έγινε η συγκέντρωση για να δουν ποιον θα βάλουμε δικηγόρο, αποφασίστηκε ότι θα το αναθέσουμε στον Σ.Ο.. Πήγαμε και λέει, "είστε διατεθειμένοι να σας αναλάβω"; "Μάλιστα" και "πρέπει να πληρώσετε 150 λίρες και θα ξεκινήσω την υπόθεση". Δηλαδή η εξήγηση, όλοι, και με τους υπόλοιπους αλλά και μαζί μου, ήταν ότι πήγαμε και του αναθέσαμε την υπόθεση. Τόσο απλό είναι για μένα. Δεν είχα άλλα περιθώρια, ούτε, τι να έκαμνα άλλο πράγμα; Δεν...» Συναφές με το ζήτημα της εντολής/οδηγιών του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο είναι και το ζήτημα που αναδείχθηκε, και μάλιστα κατ' επανάληψη κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα, και αφορούσε το θέμα της υπογραφής εντύπου διορισμού δικηγόρου. Όπως εξήγησε ο μάρτυρας, δεν του ζητήθηκε οποτεδήποτε να υπογράψει τέτοιο έγγραφο. Στο ίδιο πλαίσιο σημειώνεται πως ο Ενάγων απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση της υπεράσπισης περί κλήσεων από μέρους του Εναγόμενου για το σκοπό αυτό, στις οποίες δεν ανταποκρίθηκε. Παρέπεμψε, μάλιστα, σε σημειώσεις που κρατούσε κατά τον επίδικο χρόνο σε σχέση με τα τηλεφωνήματα που ο ίδιος έκανε προς τον Εναγόμενο προκειμένου να ενημερωθεί από αυτόν για την πορεία/εξελίξεις σε σχέση με την υπόθεση του. Ενδεικτικό των λεπτομερειών τις οποίες παρέθεσε στο Δικαστήριο είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέταση του: «Μάρτυρας: Δεν είναι έγγραφο, είναι σημειώσεις δικές μου, τις οποίες όταν αντιλήφθηκα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, είχα σαν αρχή μου .......... Μετά τη δεύτερη φορά, λέω κάτι δεν πάει καλά, κάτσε να γράφω τι γίνεται και έγραφα εκείνες τις μέρες την επικοινωνία που είχα μαζί του. Είναι προσωπικό μου σημείωμα. "Πάνε καλά, βιάζομαι" μου απαντά. Εν τω μεταξύ, ρωτούσα από εκεί και πέρα και άλλους συναδέλφους για την πορεία των προσφυγών. Λοιπόν, και γινόταν αυτό το πράγμα. Αρχές του Ιούνη του 2006, τον πήρα τηλέφωνο ξανά. "Είμαι ο Σ.Π., πώς πάνε οι προσφυγές"; "Τον Σεπτέμβριο θα ξέρουμε". "Τους άλλους", εδώ είναι το σημείο που πήρα το κλικ από τον άλλο τον συνάδελφο, ότι τους κάλεσε. "Τους άλλους τους ξανακάλεσες για να πληρώσουν χαρτόσημα, εμένα δεν με κάλεσες, τι γίνεται η δική μου υπόθεση, πώς πάει, προχώρησε, πάει καλά"; "Τώρα να δω και θα σε πάρω πίσω, γιατί δεν είμαι στο γραφείο, εντάξει"; Τελείωσε. Πάμε άλλη ημερομηνία. "Επειδή δεν με πήρες, ξαναπαίρνω, σε ξαναπήρα εγώ γιατί ανησυχώ". "Δεν βρίσκω τίποτε, μα ήρτες κοντά μου"; Σημειώστε, "ήρτες κοντά μου"; ........"Ε! Όι και έτσι κύριε Ο., δεν γίνεται, ήμουν και με άλλους συναδέλφους, αφού ήρτα και σε πλήρωσα και σου έφερα και ένα έγγραφο αποστρατείας και με έβαλες και σου συνέταξα μία κατάσταση με τα καθήκοντα που εκτέλεσα μέχρι την αποστρατεία και τα ακαδημαϊκά μου προσόντα και σου έκανε εντύπωση που ήμουν πτυχιούχος και μεταπτυχιακά". "Ναι‑ναι θυμούμαι τώρα που ήρτες". "Για κοίταξε, για όνομα του Θεού", απαντώ, "δεν γίνεται να έκαμες τέτοιο λάθος". Απαντά, "άστο θα το ξανακοιτάξω". "Ναι‑ναι να ξανακοιτάξεις, αλλά αν δεν την καταχώρησες, τι θα κάνουμε"; "Κάπου θα είναι, άσε με και θα σου πω". "Αφήνω σε να το διερευνήσεις και εγώ θα ρωτήσω το Υπουργείο, στην Εισαγγελία, στο Ανώτατο" είπα του. "Δεν ξέρουν, εγώ θα σου πω". Και συνεχίζει, έσιει τζιαί άλλα.» Τέλος, ο Ενάγων έδωσε όλες τις εξηγήσεις, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, για τον χρόνο κατά τον οποίο αντιλήφθηκε πως κάτι δεν πήγαινε καλά με την υπόθεση του και τις ενέργειες του στο πλαίσιο αυτό. Όπως ανέφερε, αρχικά θεωρούσε πως στη βάση της συνεννόησης που είχε με τον Εναγόμενο, η προσφυγή του θα καταχωρείτο. Όταν σε κατοπινό στάδιο, συνάντησε κάποιο συνάδελφο του και αντιλήφθηκε πως ο ίδιος δεν είχε κληθεί από τον Εναγόμενο να καταβάλει το ποσό των χαρτοσήμων, αμέσως επικοινώνησε με αυτόν ζητώντας εξηγήσεις. Η αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 17.8.2007 και η καταγγελία στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων επίσης δεικνύουν ότι ο Ενάγων επεδείκνυε ενδιαφέρον για τα συμφέροντα του και πως εξαρχής θεωρούσε τον Εναγόμενο υπεύθυνο για την μη καταχώρηση της προσφυγής, στοιχείο που ενισχύει τη γνησιότητα της εκδοχής του. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγόμενου. Στο πλαίσιο αυτό έλαβα υπόψη τη συνολική εικόνα της μαρτυρίας του, τη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο που απαντούσε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν, τη συνοχή της μαρτυρίας του και την πειστικότητα των θέσεων του και για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αμέσως πιο κάτω δεν μπορώ να θεωρήσω τη μαρτυρία του αξιόπιστη. Καταρχήν, η θέση της υπεράσπισης ως προωθήθηκε κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα επί τω ότι σκοπός της συνάντησης στις 19.12.2005 ήταν μόνο η παροχή νομικής συμβουλής δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία του Εναγόμενου. Ο ίδιος στη γραπτή του δήλωση (παράγραφοι 8-10) δέχθηκε πως οι 27 αξιωματικοί (περιλαμβανομένου του Ενάγοντα) τού ανέφεραν πως επιθυμούσαν να του αναθέσουν την υπόθεση, του παρέδωσαν τα έγγραφα που τους είχε ζητήσει εκ των προτέρων και του κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ. 150 ο καθένας. Μάλιστα, προτού φύγουν, τους ανέφερε ότι θα ετοίμαζε προσχέδιο της αίτησης προσφυγής με βάση τα δεδομένα του κάθε ενός και θα επικοινωνούσε μαζί τους για τα περαιτέρω. Επομένως, ήταν ξεκάθαρο πως ο Εναγόμενος ανέλαβε να ενεργεί ως δικηγόρος του και η συνάντηση δεν είχε γίνει προς το σκοπό παροχής νομικής συμβουλής. Η συνεννόηση τους ήταν όπως ο Εναγόμενος προχωρήσει με τα αναγκαία διαβήματα προς το σκοπό καταχώρησης αιτήσεων προσφυγής, πράγμα που τελικά δεν έπραξε σε σχέση με τον Ενάγοντα. Η δικαιολογία που προβάλλει ο Εναγόμενος ως προς την παράλειψη του να καταχωρίσει προσφυγή εκ μέρους του Ενάγοντα, ήτοι ότι δεν κατέστη δυνατόν να επικοινωνήσει μαζί του δεν πείθει. Καταρχήν, δεν ανέφερε καν τον αριθμό τηλεφώνου τον οποίο καλούσε (ως η θέση του), ούτε ο Ενάγων ερωτήθηκε σχετικά με αυτόν. Περαιτέρω, εάν έτσι ήταν τα πράγματα, γιατί ο Εναγόμενος δεν προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Ενάγοντα μέσω κάποιου από τους υπόλοιπους 26 αξιωματικούς; Επίσης, γιατί δεν απάντησε στην επιστολή ημερομηνίας 17.8.2007 που του απέστειλε ο Ενάγων και την οποία έλαβε; Στην επιστολή αυτή ο Ενάγων ξεκάθαρα του επέρριπτε ευθύνες για την μη καταχώριση της εκ μέρους του προσφυγής. Οπότε, αναμενόμενο ήταν, όντας δικηγόρος, να απαντήσει και να προβάλει τις θέσεις του, κάτι που δεν έπραξε, αφήνοντας, με τον τρόπο, αυτό εύλογα ερωτηματικά. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί πως η θέση του Εναγόμενου περί πρόθεσης του Ενάγοντα να τον πλήξει επαγγελματικά με την υποβολή της καταγγελίας στο πειθαρχικό συμβούλιο δικηγόρων, αρχικά, και με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, αργότερα, δεν κρίνεται λογική εφόσον ως ο ίδιος δέχθηκε, δεν γνώριζε τον Ενάγοντα προηγουμένως ούτε είχαν οποιαδήποτε προσωπική διαφορά. Τέλος, έχοντας υπόψη τη θέση του Εναγόμενου περί κατ' επανάληψη εκτόξευσης απειλών από τον Ενάγοντα προς αυτόν, θα αναμενόταν η υποβολή σχετικής καταγγελίας στην Αστυνομία, κάτι που, επίσης, δεν έπραξε ο Εναγόμενος. Στη βάση, λοιπόν, όλων των πιο πάνω, η εκδοχή που προέβαλε ο Εναγόμενος δεν κρίνεται πειστική και συνακόλουθα απορρίπτεται. Με δεδομένη την αποδοχή της μαρτυρίας του Ενάγοντα, εξάγονται ευρήματα ανάλογα αυτής, τα οποία δεν κρίνεται σκόπιμο να τύχουν καταγραφής/επανάληψης ενόψει της παράθεσης της μαρτυρίας του πιο πάνω. Περιορίζομαι να σημειώσω ότι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τη συνάντηση μεταξύ των διαδίκων στις 19.12.2005, ο Ενάγων ανέθεσε και ο Εναγόμενος ανέλαβε, υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρος, να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προς το σκοπό προώθησης των ένδικων μέτρων για αμφισβήτηση της απόφασης του Ανωτάτου Συμβουλίου Κρίσεων Αξιωματικών ημερομηνίας 22.11.2005. Παρόλα αυτά, ο Εναγόμενος δεν καταχώρησε την προσφυγή και ως εκ τούτου ο Ενάγων δεν ήταν σε θέση να διεκδικήσει τα δικαιώματα του. Εξετάζοντας τα ευρήματα του Δικαστηρίου ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον ο Ενάγων απέσεισε το βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του και απέδειξε την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλέπε μεταξύ άλλων Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, Πολιτική Έφεση 398/2011, απόφαση ημερομηνίας 12.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:A71), τα ζητήματα που θα πρέπει να αποφασιστούν από το Δικαστήριο είναι τα εξής: Κατά πόσον το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα έχει παραγραφεί Το ζήτημα αυτό προωθήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης στο στάδιο των αγορεύσεων. Η πλευρά του Εναγόμενου προβάλλει στην γραπτή αγόρευση της πως με βάση το άρθρο 4 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο Ν. 66(Ι)/2012, καμία αγωγή εγείρεται μετά πάροδο δέκα ετών αφότου συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής. Η θέση περί παραγραφής δεν δικογραφείται, επομένως στη βάση των προνοιών του άρθρου 20 του Ν. 66(Ι)/2012, το ζήτημα δεν μπορεί να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Επομένως, το θέμα τελειώνει εδώ. Εκείνο που όντως προβάλλεται στο δικόγραφο του Εναγόμενου είναι πως ο Ενάγων έχει ολιγωρήσει στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, με τρόπο ώστε αυτή να μην μπορεί να εξεταστεί. Επί τούτου σημειώνω τα εξής: Το κατά πόσον μια ολιγωρία οδηγεί σε αδικία αποτελεί ζήτημα πραγματικό και ως τέτοιο πρέπει να αποδεικνύεται (βλέπε Χαρτζιώτης Trading Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων, Πολιτική Έφεση αρ. 94/2011, απόφαση ημερομηνίας 22.12.2015), ECLI:CY:AD:2015:D869. Στην προκείμενη περίπτωση δεν επιδιώκεται οποιαδήποτε θεραπεία με βάση το δίκαιο της επιείκειας, ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής της αδικαιολόγητης ολιγωρίας «laches» (βλέπε ATHK v. Κλεάνθους
(2013)1 Α.Α.Δ. 158), ενώ αξίζει να σημειωθεί πως παρά την παρέλευση 11 ετών από τα επίδικα γεγονότα, το διάστημα που μεσολάβησε δεν φαίνεται να λειτούργησε κατά τρόπο δυσμενή για τα δικαιώματα του Εναγόμενου, ούτε διαπιστώνεται οποιαδήποτε αδικία έναντι του. Ο ίδιος δεν προώθησε κάτι τέτοιο στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, πέραν μιας γενικής αναφοράς περί καθυστέρησης. Ούτε υποστήριξε πως λόγω της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε δεν ήταν σε θέση να υπερασπιστεί στην αγωγή. Σε κάθε περίπτωση, οι ενέργειες του Ενάγοντα διαχρονικά, όπως για παράδειγμα η αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 17.8.2007, η υποβολή καταγγελίας στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων και το περιεχόμενο των μεταξύ τους τηλεφωνικών επικοινωνιών, δεικνύουν ότι ο Ενάγων ουδέποτε παραιτήθηκε των δικαιωμάτων του, αλλά ούτε και δημιούργησε τέτοια εντύπωση στον Εναγόμενο. Επομένως, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να επιτύχει. Κατά πόσον έχει δημιουργηθεί μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου σχέση δικηγόρου - πελάτη. Από την πλευρά της υπεράσπισης προωθήθηκε τόσο στο στάδιο της μαρτυρίας όσο και στο στάδιο των αγορεύσεων πως ο Ενάγων δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή αφού στην απουσία υπογραφής εντύπου διορισμού δικηγόρου, δεν έχει δημιουργηθεί σχέση δικηγόρου - πελάτη. Προς υποστήριξη της θέσης της υπεράσπισης, η κα Θεοχαρίδου παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Τρύφωνος ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 411/2011, απόφαση ημερομηνίας 6.7.
- Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Χριστοδουλίδη, ο οποίος με αναφορά σε αγγλική νομολογία υποστήριξε πως για τη δημιουργία της σχέσης αυτής δεν ήταν αναγκαία η υπογραφή εντύπου διορισμού δικηγόρου. Είναι γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπογράφθηκε έντυπο διορισμού δικηγόρου από τον Ενάγοντα. Το έγγραφο, όμως, αυτό δεν είναι αναγκαίο προκειμένου να αποφασιστεί εάν δημιουργήθηκε σχέση δικηγόρου-πελάτη. Επί του εγειρόμενου ζητήματος, θα συμφωνήσω με τη θέση του κ. Χριστοδουλίδη. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Fladgate LLP v. Lee Harrisson [2012] EWHC 67, «the giving of instructions by a client to a solicitor constitutes the solιcitor's retainer by that client. It is not essential that the retainer is in writing. It may be oral. It may be implied by the conduct of the parties in the particular case». Επίσης, στην υπόθεση Griffiths v. Evans [1953] 1 W.L.R. 1424, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «On this question of retainer, I would observe that where there is a difference between a solicitor and his client upon it, the courts have said, for the last 100 years or more, that the word of the client is to be preferred to the word of the solicitor, or, at any rate, more wight is to be given to it (see Crossley v. Crowther, 25 per Turner V.-C and Re Paine, 26 per Warrington J.). The reason is plain. It is because the client is ignorant and the solicitor is, or should be, learned. If the solicitor does not take the precaution of getting a written retainer, he has only himself to thank for being at variance with his client over it and must take the consequences.» Η υπόθεση Τρύφωνος (πιο πάνω) που επικαλείται η υπεράσπιση δεν είναι βοηθητική για την υπόθεση της. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αίτημα παραμερισμού απόφασης ex debito justitiae επί τω ότι εκδόθηκε κατόπιν δόλου αφού η εναγόμενη - εφεσείουσα ουδέποτε έδωσε οδηγίες στο δεύτερο δικηγόρο να εμφανιστεί (είχε αρχικά διορίσει δικηγόρο ο οποίος στο μεταξύ απεβίωσε), ουδέποτε τον διόρισε δικηγόρο της και ουδέποτε υπέγραψε διοριστήριο δικηγόρου προς αυτόν. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε πως η μη ύπαρξη νομότυπου και έγκυρου διορισμού (στην απουσία υπογραφής εντύπου διορισμού δικηγόρου) σήμαινε πως ο δεύτερος δικηγόρος (που δέχθηκε απόφαση εκ μέρους της εφεσείουσας) δεν είχε οδηγίες ως προς τούτο και, άρα, δεν είχε εξουσιοδότηση. Συνακόλουθα εκδόθηκε διαταγή παραμερισμού της απόφασης. Από τα όσα αποφασίστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν προκύπτει γενικός κανόνας πως για να είναι δυνατή η δημιουργία σχέσης δικηγόρου πελάτη είναι αναγκαία η υπογραφή εντύπου διορισμού δικηγόρου. Ό,τι λέχθηκε αφορούσε την μη ύπαρξη εξουσιοδότησης του δεύτερου δικηγόρου να δεχθεί απόφαση εναντίον της εφεσείουσας. Στην υπό κρίση υπόθεση, είναι φανερό ότι με την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ. 150 στον Εναγόμενο στις 19.12.2005 και την συνεννόηση των μερών σε σχέση με την καταχώρηση της προσφυγής εκ μέρους του Ενάγοντα, ανεξαρτήτως της μη υπογραφής εντύπου διορισμού δικηγόρου, η σχέση δικηγόρου-πελάτη είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους. Ο Ενάγων είχε παραδώσει στον Εναγόμενο όλα τα σχετικά έγγραφα για σκοπούς προετοιμασίας της προσφυγής, ως ο τελευταίος είχε συνεννοηθεί προηγουμένως με την αντιπροσωπεία των αξιωματικών, και κατέβαλε το ανάλογο ποσό έναντι της αμοιβής του Εναγόμενου. Η υπογραφή του εντύπου διορισμού ήταν, υπό τις περιστάσεις, μια τυπική διαδικασία, αναγκαία μόνο για σκοπούς καταχώρησης της προσφυγής, ως απαιτούμενη ενέργεια δυνάμει των σχετικών κανονισμών, και δεν είχε να κάνει με την εξουσιοδότηση του Εναγόμενου να ενεργεί εκ μέρους του Ενάγοντα. Αυτό είχε ήδη συμφωνηθεί μεταξύ τους κατά την συνάντηση στις 19.12.
- Με δεδομένα τα πιο πάνω, συνάγεται, περαιτέρω, πως στη βάση της πιο πάνω συνεννόησης τους τα μέρη συμφώνησαν όπως ο Εναγόμενος ενεργήσει ως δικηγόρος του Ενάγοντα για σκοπούς καταχώρησης προσφυγής εκ μέρους του. Το καθήκον επιμέλειας ενός δικηγόρου Η υποχρέωση επιμέλειας επαγγελματιών καλύπτεται από το άρθρο 51
(2)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το εδάφιο (ε) του οποίου, προβλέπει ότι πρόσωπο που ασκεί με αμοιβή ή άλλως πως επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχολία ή παρέχει υπηρεσίες σε άλλο πρόσωπο υπέχει υποχρέωση έναντι κάθε προσώπου, επί του οποίου ή επί της ιδιοκτησίας του οποίου ασκεί το επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχολία ή προς στον οποίο παρέχει την υπηρεσία, να μην επιδεικνύει αμέλεια. Οι δικηγόροι συμπεριλαμβάνονται στην πιο πάνω κατηγορία. Το επίπεδο επιμέλειας δικηγόρου καθορίζεται από το άρθρο 51
(1)(β) του Κεφ. 148 που διαλαμβάνει τα ακόλουθα:- «51
(1)Αμέλεια συνίσταται- (α) .......................... ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: ...............................». To ζήτημα της επιμέλειας που πρέπει να επιδεικνύει ένας δικηγόρος προς τον πελάτη του εξετάστηκε στην υπόθεση Beaumont Muriel κ.ά ν. Nίκου Παπακλεοβούλου
(2010)1 Α.Α.Δ. 525 όπου λέχθηκε ότι οι δικηγόροι δεν έχουν οποιαδήποτε ασυλία, αλλά συμπεριλαμβάνονται στην γενική κατηγορία επαγγελματιών που αναφέρεται στο Κεφ. 148. Υποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι όπου επαγγελματίας προσφέρει τις υπηρεσίες του έναντι αμοιβής αναλαμβάνει ταυτόχρονα συμβατικό καθήκον επιμέλειας. Η ύπαρξη αυτού του καθήκοντος, το οποίο απορρέει από τη μεταξύ του επαγγελματία και του πελάτη του συμβατικής σχέσης, δεν αποκλείει την ταυτόχρονη και ανεξάρτητη ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας και της δυνατότητας καταλογισμού παράλληλης ευθύνης δυνάμει του αστικού αδικήματος της αμέλειας (βλέπε μεταξύ άλλων Forster v. Outred and Co (a firm) [1982] 2 All E.R. 753, Costa ν. Georghiou [1985] 1 PN 201 και Henderson v. Merret Syndicates Ltd (No. 1) [1994] 3 All E.R. 506). Κάθε σύμβαση παροχής δικηγορικών υπηρεσιών επ' αμοιβή αναμφίβολα περιέχει συμβατική υποχρέωση να επιδεικνύεται από τον δικηγόρο ικανότητα και φροντίδα για τον πελάτη του. Επί τούτου στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts (22nd edition) στη σελίδα 716 υπό τον τίτλο «Duties owed to clients» αναφέρεται ότι: «When a solicitor is engaged for reward there is no doubt as to the existence of a contractual duty to exercise skill and care on behalf of his client. Nor is there now any doubt that, even in the absence of a contract, a solicitor who gratuitously offers his services to a client on a professional basis owes a similar duty in tort to that client.» Ταυτόχρονα με την συμβατική υποχρέωση υπάρχει βεβαίως και η ευθύνη στη βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας. Ως προς το τι συνιστά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας παραπέμπω στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts (πιο πάνω), στη σελίδα 730 όπου αναφέρονται τα εξής κάτω από τον τίτλο «What amounts to breach of duty»: «Breach of Duty A lawyer is not "bound to know all the law". His duty is, like that of every other professional person, to exercise that reasonable degree of skill and care to be expected of a competent and reasonably experienced solicitor. Thus it has been said that a solicitor will be liable in general for the consequences of ignorance or non-observance of the rules of practice of this Court; for the want of care in the preparation of the cause of trial; or the attendance thereon with his witnesses, and for the management of so much of the conduct of a cause as is usually and ordinarily allocated to his department of the profession. Whilst on the other hand, he is not answerable for an error in judgment upon points of new occurrence, or of nice and doubtful construction. Thus in determining when an error made by a lawyer is negligent, he should not be judged by the standard of what "a particularly meticulous and conscientious practitioner" would elect to do but by what "the reasonably competent practitioner would do having regard to the standards normally adopted in his profession". Nor need he exhibit a high degree of suspicion, even in areas where fraud is clearly possible. Conversely, however, an error by a lawyer may constitute negligence, without that error being morally blameworthy or indicative of general incompetence. Ως υποδεικνύεται στο ίδιο σύγγραμμα στη σελίδα 731, το βάρος απόδειξης ύπαρξης αμέλειας δικηγόρου είναι στους ώμους του ενάγοντα. Σε γενικότερο πλαίσιο σημειώνεται ότι κάθε επαγγελματίας στη διαγωγή του κρίνεται με βάση το βαθμό επιμέλειας και δεξιότητας που αναμένεται από τον μέσο επαγγελματία της τάξης στην οποία ανήκει. Το επίπεδο αυτό είναι του συνήθους επιμελούς και ικανού επαγγελματία και όχι εκείνο του πολύ προσοντούχου αλλά ούτε και εκείνου που κατέχει τα ελάχιστα προσόντα (βλ. Panayiotou v. Attorney General
(1972)6 JSC 706, Αθανασίου ν. Κουνούνης
(1997)1Α.Α.Δ. 614, Beaumont Muriel και Άλλος ν. Nίκου Παπακλεοβούλου (πιο πάνω) και Cook v. S [1966]1 W.L.R. 635). Το καθήκον επιμέλειας του Εναγόμενου στην προκειμένη περίπτωση Το ερώτημα του τι συνιστά, υπό τις περιστάσεις, εύλογη επαγγελματική επιμέλεια, αποφασίζεται από το Δικαστήριο και όχι από την εκάστοτε επαγγελματική ομάδα. Η κάθε περίπτωση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά. Στην παρούσα περίπτωση το καθήκον επιμέλειας αφορά άσκηση δικηγορίας σε σχέση με δικαστηριακή εργασία. Στην σελίδα 740 του συγγράμματος Clerk & Linsell on Torts (πιο πάνω) κάτω από τον τίτλο "Specific Duties" και πιο συγκεκριμένα σε σχέση με το "Duty to take care in conduct of litigation" αναφέρονται τα ακόλουθα: «Lawyer is under a duty to take care at all stages during litigation whether in court or out of it. A solicitor who delays issuing proceedings so that his client's action becomes statute barred will almost certainly be held to be negligent......Delay in prosecuting litigation once started so that the action is struck out for want of prosecution, or even if not struck out, is to the detriment of the client in other respects, are other common examples of negligence in the conduct of litigation.» Στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου, Αστικά Αδικήματα στο Κυπριακό Δίκαιο, Τόμος Α, υποδεικνύεται στη σελίδα 378 πως ανάμεσα στα καθήκοντα του δικηγόρου σε σχέση με δικαστικές υποθέσεις είναι όπως αφού λάβει τις οδηγίες του πελάτη του και μελετήσει όλα τα σχετικά έγγραφα και το μαρτυρικό υλικό που του έχει δοθεί, να καθορίσει τον τύπο και το είδος της διαδικασίας που θα καταχωρήσει και να εγείρει και καταχωρήσει την υπόθεση εναντίον των ορθών διαδίκων και εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, εάν υπάρχει. Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι δεδομένο πως στα πλαίσια της υποχρέωσης του έναντι του πελάτη του, ένας δικηγόρος οφείλει να καταχωρήσει την υπόθεση στο Δικαστήριο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Κατά πόσον υπήρξε παράβαση καθήκοντος από τον Εναγόμενο ή παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτή, κρίνεται ότι ο Ενάγων απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο Εναγόμενος παρέβηκε το καθήκον επιμέλειας το οποίο όφειλε σε αυτόν αφού δεν καταχώρησε την προσφυγή κατά της απόφασης του Συμβουλίου Κρίσεων, με αποτέλεσμα η προθεσμία να παρέλθει και να χάσει τα δικαιώματα του. Συνάγεται, περαιτέρω, πως με τον τρόπο που ενήργησε, παρέλειψε να εκτελέσει τα συμβατικά του καθήκοντα. Η μη καταχώρηση της προσφυγής οφείλεται αποκλειστικά σε παράλειψη του Εναγόμενου για λόγους που αφορούν τον ίδιο. Ποια η ζημιά του Ενάγοντα συνεπεία της πιο πάνω παράλειψης του Εναγόμενου Με δεδομένη την αμέσως πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, το μόνο ζήτημα που παραμένει να κριθεί είναι το ποσό της αποζημίωσης στο οποίο δικαιούται ο Ενάγων. Σύμφωνα με τη νομολογία, σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι να δοθεί στον ενάγοντα αποζημίωση για τη ζημιά, απώλεια ή βλάβη που έχει υποστεί (βλέπε Paraskevaides (Overseas) Ltd and another v. Christophi
(1982)1 C.L.R. 789 και Χαρίλαου ν. Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460). Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση (βλέπε Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66). Ο εκάστοτε ενάγοντας σε μια τέτοια αγωγή, είτε ενάγει στη βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας, είτε δυνάμει παράβασης συμβατικού καθήκοντος, πρέπει ασφαλώς να αποδείξει ότι έχει υποστεί ζημιά και ότι η ζημιά αυτή ήταν αποτέλεσμα της αμέλειας ή της παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγόμενου (βλέπε Clerk & Lindsell on Torts (πιο πάνω) στις σελίδες 743 και 744). Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρονται τα εξής στη σελίδα 745 ως προς το μέτρο των αποζημιώσεων: «Measure of Recovery in general. The claimant complaining of legal malpractice is entitled to be put in the position he would have been in had the defendant performed his duty. In many cases this means that he recovers the amount by which he is out of pocket as a result of relying on the defendant's advice.» Επομένως, σε αυτή τη βάση ο Ενάγων δικαιούται καταρχήν το ποσό των Λ.Κ. 150,00 (το αντίστοιχο σε €256,00) που κατέβαλε στον Εναγόμενο προς το σκοπό ετοιμασίας και καταχώρησης της προσφυγής. Σε σχέση με την απαίτηση του Ενάγοντα όπως του επιδικαστεί το ποσό το οποίο απώλεσε συνεπεία της παράλειψης του Εναγόμενου να καταχωρήσει την προσφυγή σημειώνονται τα εξής: Όπως αναφέρεται στο ίδιο σύγγραμμα στις σελίδες 750-753, τέτοια αποζημίωση μπορεί να δοθεί. Σχετικά τα ακόλουθα αποσπάσματα: «Loss of a chance Prima facie the burden is on the claimant to prove on a balance of probabilities, that the defendant lawyer's negligence was a cause of his loss: if he can do so he recovers in full, while otherwise he receives nothing. In certain cases, however, the claimant may recover damages based on the loss of a chance of making a gain or avoiding a loss. One such instance concerns bungled litigation, where claimants regularly recover damages from their lawyers based on the amount they would have recovered if successful, discounted by the probability that the claim might have failed anyway. ...... For these purposes, the claimant must demonstrate an appreciable chance that he would have won on the merits. The mere "nuisance-value" of a demonstrably bad claim will not suffice. But once the claimant has leapt this hurdle the court must do its best to assess the value of the claim and the chance of success. ....... In assessing the amount of any putative recovery, the amount of any likely settlement is taken into account, taking due notice of the circumstances, including those of the parties themselves.......In a suitable case where the claimant would almost certainly have won, a figure of 100 per cent may be appropriate. Furthermore, there is an evidential burden on a defendant to show that the action would have failed; in the event of doubt, the issue should be decided in favour of the claimant.» Επομένως, στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, ο Ενάγων δικαιούται απόφαση για τα ποσά που θα λάμβανε σε περίπτωση που η προσφυγή καταχωρείτο. Σε σχέση με το θέμα αυτό, ο Ενάγων παρουσίασε τα ακόλουθα έγγραφα: - Ως Τεκμήριο 8, το πιστοποιητικό αποδοχών του για το έτος 2005, - Ως Τεκμήριο 9, το αντίστοιχο πιστοποιητικό για το 2006, - Ως Τεκμήριο 10, έντυπο Γεν. 60, αναφορικά με τα στοιχεία υπολογισμού σύνταξης με βάση τους σχετικούς περί Συντάξεων Νόμους, και - Ως Τεκμήριο 11, Βιογραφικό Σημείωμα. Πέραν της παρουσίασης των πιο πάνω εγγράφων και της αναφοράς του στην παράγραφο 37 της γραπτής του δήλωσης επί τω ότι «οι αμελείς αυτές πράξεις ή παραλείψεις του Εναγόμενου, είχαν ως αποτέλεσμα να υποστεί ζημιές και απώλειες ύψους Λ.Κ. 144.602,38» και ότι το ποσό αυτό «αφορά τη διαφορά του μισθού που θα έπαιρνα μέχρι την κανονική αφυπηρέτηση του στα 60 του», ο Ενάγων δεν ανέφερε οτιδήποτε άλλο προκειμένου να τεκμηριώσει την απαίτηση του. Ούτε εξήγησε πως κατέληξε στο ποσό αυτό, ούτε ανέφερε στο Δικαστήριο τι ποσό λάμβανε κατά την περίοδο μετά την αποστρατεία του, όπως σύνταξη κλπ, το οποίο και θα έπρεπε να αφαιρεθεί. Χωρίς σε καμία περίπτωση να κρίνεται πως οι ισχυρισμοί του ήταν αναληθείς, ενόψει της αναγκαιότητας για απόδειξη της ζημιάς του στα αυστηρά πλαίσια που επιβάλλει η νομολογία, κρίνεται ότι με τη μαρτυρία που προσκόμισε, τούτο δεν επιτεύχθηκε. Δεδομένης, ωστόσο, της θέσης του Εναγόμενου πως μετά την απόσυρση των προσφυγών, όλοι οι αξιωματικοί έλαβαν χαριστική αποζημίωση, κρίνω πως δικαιολογείται η επιδίκαση κάποιου ποσού στον Ενάγοντα στη βάση του ακόλουθου αποσπάσματος από τη μαρτυρία του Εναγόμενου: «Όσον αφορά το τι έχασε ο Ενάγοντας δεν ξέρω αν το ανέφερα, θα το αναφέρω και τώρα. Μετά την ακύρωση της αποστρατείας ξανά αποστρατεύθηκαν την ίδια ημέρα με νέα απόφαση. Έγινε δεύτερη προσφυγή από τους ίδιους, επιτυχής και η δεύτερη. Μετά την επιτυχή δεύτερη τους προσφυγή ξανά αποστρατεύθηκαν από το αρμόδιο συμβούλιο. Καταχώρησαν τουλάχιστον αυτοί οι δικοί μου τρίτη προσφυγή η οποία αυτή τη φορά απορρίφθηκε και επικυρώθηκε η απόφαση της αφυπηρέτησης τους. Καταχωρήσαμε έφεση, αναθεωρητική έφεση και ενώ η έφεση αυτή βρισκόταν στο στάδιο της προδικασίας σε συμφωνία με τη διοίκηση συμφώνησαν να αποσύρουμε τις προσφυγές για να τους δοθεί μια χαριστική αποζημίωση ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας που υπολείπονταν από την αφυπηρέτηση τους, μέχρι του ορίου ηλικίας που προέβλεπε την αφυπηρέτηση τους. Από τους 26 αυτούς συναδέλφους του Ενάγοντα πελάτες μου πήραν αυτή τη χαριστική από τις €3.500 ένας ο οποίος είχε μόνο 8 μήνες να κλείσει 8 μήνες πριν την εν λόγω αφυπηρέτηση του και οι άλλοι γύρω στις 25.000-30.000 και έκλεισε ολόκληρη η υπόθεση. Ένας από αυτούς δεν δέχθηκε τη συμφωνία και ήταν από αυτούς τους δικούς μου, παρά την εισήγηση μου να δεχθεί η έφεση απορρίφθηκε από το εφετείο 5μελές, Ιωάννης Ιωάννου το όνομα του, προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και απορρίφθηκε και εκείνη η υπόθεση του και πλήρωσε και τεράστια έξοδα γι' αυτά τα πράγματα». Σε αυτή τη βάση, λοιπόν, κρίνω ορθό να επιδικάσω στον Ενάγοντα το ποσό των €25,000. Ελλείψει άλλων στοιχείων που θα μπορούσαν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να υπολογίσει το ποσό που θα λάμβανε ο Ενάγων, κρίνεται ορθό και δίκαιο να του αποδοθεί το χαμηλό ποσό του εύρους των ποσών που είχαν δοθεί, ήτοι €25,000. Σημειώνω πως με δεδομένη την αναφορά του Ενάγοντα ότι δεν θα αφυπηρετούσε άμεσα, η περίπτωση του σίγουρα δεν ενέπιπτε στην κατηγορία των €3,500. Σε σχέση με την απαίτηση του Ενάγοντα για επιδίκαση αποζημιώσεων για τα αισθήματα ανησυχίας, θλίψης και αγωνίας, κρίνω πως δεν δικαιούται οποιοδήποτε ποσό. Όπως υποδεικνύεται και στη σελίδα 747 του πιο πάνω συγγράμματος Clerk and Lindsell on Torts (πιο πάνω), τέτοια αποζημίωση είναι δικαιολογημένη μόνο όπου η σύμβαση δικηγόρου πελάτη έχει ως θέμα την ηρεμία του μυαλού (peace of mind) ή την απαλλαγή από άγχος (freedom from distress). H παρούσα περίπτωση δεν είναι τέτοια. Τέλος, στη βάση των αρχών της νομολογίας που καθιερώνουν πως κύριος σκοπός των αποζημιώσεων σε αστικό αδίκημα και παράβαση σύμβασης δεν είναι η τιμωρία, αλλά η αποκατάσταση του ζημιωθέντα, και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι τέτοια ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση τιμωριτικών ή επαυξημένων αποζημιώσεων (ως προς τις περιπτώσεις όπου ενδείκνυται η επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων παραπέμπω στην υπόθεση Τσίβικου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση αρ. 350/2011, απόφαση ημερομηνίας 29.5.2018, Papakokkinou and Other v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65 και Κωνσταντίνου ν. Γ. και Κ. Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1912, καθώς επίσης στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου, Αστικά Αδικήματα στο Κυπριακό Δίκαιο, Τόμος Β, σελίδες 1085 - 1099). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή του Ενάγοντα επιτυγχάνει. Δεδομένης δε της απόρριψης της εκδοχής της υπεράσπισης, η Ανταπαίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €25.256,00 πλέον νόμιμο τόκο επ' αυτού από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο (τα έξοδα να υπολογιστούν στην κλίμακα του ποσού που επιδικάζεται). Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει της συνεκδίκασης της αγωγής και ανταπαίτησης, μόνο ένα σετ εξόδων επιδικάζεται. (Υπ.)............................................ Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο