← Κύπρος

IGOR KYSHMAR ν. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2214/20, 28/3/2023

IGOR KYSHMAR ν. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2214/20, 28/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2214/20 Ημερομηνία: 28/03/2023 Μεταξύ: IGOR KYSHMAR εξ Ουκρανίας Ενάγοντα και

  1. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  2. ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΓΓΥΗΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ (ΣΕΚ) Εναγομένων Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα Αιτητή: κος Α. Τσιρίδης μαζί με την κα Α. Χαραλαμπίδη Για Εναγόμενους Καθ' ων η Αίτηση: κα Θ. Ραφτοπούλου Αίτηση ημερομηνίας 10/03/2021 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας έχει καταχωρήσει την παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγομένων και διεκδικεί με την αγωγή του, έμβασμα αποζημίωσης μέσω του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και έχει καταγγείλει τους Εναγόμενους, ότι έχουν παραβιάσει νομοθεσία και του θέσμιου καθήκοντος που υπείχαν, καθότι αρνούνται και/ή παραλείπουν να εμβάσουν την αποζημίωση που ο Ενάγοντας δικαιούται στον τραπεζικό του λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου. Προτού καταχωρηθεί έκθεση Υπεράσπισης στην αγωγή, ο Ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα Αίτηση με την οποίαν ζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, ως η αξίωση στην έκθεση απαίτησης. Η νομική βάση της Αίτησης, είναι οι Διαταγές 18 και 48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η Αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει συντάξει ο Σ. Β. που είναι δικηγόρος και εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει τον Ενάγοντα στην αγωγή. Ο λόγος που σύνταξε ο ίδιος την ένορκη δήλωση αντί ο Ενάγοντας, ήταν επειδή κατά τον επίδικο χρόνο καταχώρησης της Αίτησης, ο Ενάγοντας ήταν στην Ουκρανία και δεν μπορούσε να ταξιδέψει στην Κύπρο εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού. Ανέφερε επίσης, ότι δεν είχε στην κατοχή του τα πρωτότυπα έγγραφα που αφορούσαν την υπόθεση του Ενάγοντα, διότι αυτά είχαν επισυναφθεί στην Εταιρική Αίτηση 320/17 και στην αγωγή 2163/17 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Ο Ενάγων είναι ο πραγματικός δικαιούχος και ιδιοκτήτης χρημάτων τα οποία κατέχονται από την Εναγόμενη 1 και τους Εναγόμενους 2, όπως επεξηγείται πιο κάτω λεπτομερώς. Συγκεκριμένα, ο Ενάγων είναι ο ιδιοκτήτης, πραγματικός δικαιούχος και εξουσιοδοτημένος υπογράφων δύο συνδεδεμένων τραπεζικών λογαριασμών με αριθμό 071ΧΧΧUSD CACC 001 L και 071ΧΧΧEUR CACC 01 S στην τράπεζα FBME BANK LIMITED, Υποκατάστημα Κύπρου. Ο τραπεζικός λογαριασμός είναι στο όνομα της εταιρείας Lonteni Enterprises Limited HE97123, όμως όπως επεξηγείται κατωτέρω, ο τραπεζικός λογαριασμός και τα χρήματα που είναι κατατεθειμένα σε αυτόν ανήκουν στον Ενάγοντα. Επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 1, αντίγραφο της βεβαίωσης από την FBME ότι ο Ενάγων είναι ο εξουσιοδοτημένος υπογράφων για τον τραπεζικό λογαριασμό της Lonteni. Η FBME ήταν καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους πιστωτικό ίδρυμα το οποίο λειτουργούσε στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι το 2014 ως υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος τρίτης χώρας. Στις 18/07/2014 η Εναγόμενη 1 ανέλαβε τη διαχείριση των εργασιών του υποκαταστήματος της FBME και στις 21/07/2014 η Επιτροπή Εξυγίανσης εξέδωσε διάταγμα με το οποίο έθετε τη FBME υπό καθεστώς εξυγίανσης διορίζοντας ειδικό διαχειριστή. Επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 2 οι σχετικές ανακοινώσεις της Εναγόμενης 1 στην επίσημη ιστοσελίδα ημερομηνίας 18/07/2014 και 21/07/2014 και το διάταγμα ημερομηνίας 21/07/2014 με το οποίο τέθηκε η FBME υπό καθεστώς εξυγίανσης. Οι Εναγόμενοι 2 είναι Σύστημα Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων, συστάθηκε και λειτουργεί από το 2000 και αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα δημοσίου δικαίου. Για την εξυπηρέτηση των σκοπών των Εναγομένων 2, συστάθηκε Διαχειριστική Επιτροπή η οποία αποτελείται από μέλη του προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 3, εκτύπωση από την ιστοσελίδα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου όπου αναφέρονται τα πιο πάνω αλλά και άλλες λεπτομέρειες σχετικά με τη λειτουργία των Εναγομένων
  3. Σκοπός των Εναγομένων 2 είναι μεταξύ άλλων, η καταβολή αποζημίωσης στους καταθέτες πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία καταβάλλουν εισφορά, στην περίπτωση που αυτά δεν είναι σε θέση να αποπληρώσουν τις καταθέσεις τους και καλύπτονται καταθέσεις σε όλα τα νομίσματα. Η FBME είναι τέτοιο πιστωτικό ίδρυμα που δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει τις καταθέσεις των καταθετών της και οι Εναγόμενοι 2 έχουν τώρα αυτήν την ευθύνη για αποζημίωση των καταθετών της FBME. Η καταβολή αποζημίωσης από τους Εναγόμενους 2 προς τους καταθέτες της FBME η οποία βρίσκεται υπό καθεστώς εξυγίανσης καλύπτει καταθέσεις μέχρι €100.000,
  4. Οι Εναγόμενοι 1 είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και ελέγχει άμεσα τους Εναγόμενους 2 και τις αποφάσεις τους. Ο τραπεζικός λογαριασμός κατέχεται από τη Lonteni στη FBME Bank από τις 25/08/
  5. Ο Ενάγοντας είναι ο ιδιοκτήτης και δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού και πραγματικός καταθέτης στη FBME και επομένως οι Εναγόμενοι 2 οφείλουν να καταβάλουν στον Ενάγοντα αποζημίωση του ποσού των €100.000,00, κάτι το οποίο μέχρι σήμερα αρνούνται να πράξουν. Η Lonteni έχει συσταθεί στις 09/09/1998 με αριθμό εγγραφής ΗΕ97123, βάσει του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές. Επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 4, ηλεκτρονική έρευνα για τη Lonteni από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη στην Κύπρο από την οποίαν φαίνεται η ημερομηνία σύστασης της Lonteni. Οι μέτοχοι της Lonteni, είναι οι εταιρείες Gramaro Consulting & Services Limited και Proteas Consulting & Services Limited. Ο υφιστάμενος διευθυντής της Lonteni είναι ο I. S. και ο υφιστάμενος γραμματέας η Gramaro Consulting & Services Limited. Περί τα τέλη του 1998, ο Ενάγων αγόρασε τη Lonteni από μίαν Ουκρανική εταιρεία αντιπρόσωπο. Η ουκρανική αυτή εταιρεία παρουσίασε στον Ενάγοντα τα πιο κάτω έγγραφα τα οποία φαίνονταν ως να είναι πρωτότυπα: -Καταστατικό και Ιδρυτικό Έγγραφο της Lonteni, τόσο στη ρωσική όσο και στην ελληνική γλώσσα, αντίγραφο των οποίων επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 5Α και Τεκμήριο 5Β αντίστοιχα. -Πιστοποιητικό σύστασης της Lonteni, στην αγγλική και ρωσική γλώσσα, αντίγραφο των οποίων επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήρια 6Α και 6Β αντίστοιχα. -Πιστοποιητικό εγγεγραμμένου γραφείου της Lonteni στην ελληνική και ρωσική γλώσσα, αντίγραφο των οποίων επισυνάπτονται στην παρούσα ως Τεκμήριο 7Α και 7Β αντίστοιχα. -Πιστοποιητικό μετόχων στην ελληνική και ρωσική γλώσσα, αντίγραφο των οποίων επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 8Α και 8Β αντίστοιχα. -Πιστοποιητικό διευθυντή και γραμματέα, στην ελληνική και ρωσική γλώσσα και αντίγραφο των οποίων επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 9Α και 9Β αντίστοιχα. -Επιστολή ημερομηνίας 11/09/1998 η οποία εστάλη από την Εναγόμενη στους κ. κ. Α. Σ & Σία οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν οι διευθυντές της Lonteni και με την οποίαν έδιναν άδεια για εγγραφή της Lonteni ως νέα υπεράκτια εταιρεία στη βάση των περί Ελέγχου Συναλλάγματος Νόμων, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο
  6. Την ίδια ημέρα, η εν λόγω ουκρανική εταιρεία, προσκόμισε στον Ενάγοντα ασυμπλήρωτα έγγραφα μεταβίβασης μετοχών της Lonteni από τους δύο μετόχους της Lonteni, δηλαδή τις εταιρείες Gramaro Consulting & Services Ltd και Proteas Consulting & Services Ltd. Τα εν λόγω έγγραφα μεταβίβασης μετοχών υπογράφονταν από τις Gramaro Consulting & Services Limited και Proteas Consulting & Services Ltd αντίστοιχα ως μεταβιβάζουσες και έφεραν την υπογραφή ενός προσώπου ονόματι M. K. ως μάρτυρα. Οι εταιρείες Grammaro Consulting & Services Limited και Proteas Consulting & Services αποτελούν εταιρείες τις οποίες χρησιμοποιούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο η δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Σοφοκλέους & Σία για να παρέχει εταιρικές υπηρεσίες στους πελάτες της. Η δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Σοφοκλέους & Σία δεν δραστηριοποιείται πλέον και οι εταιρείες Grammaro Consulting & Services Limited και Proteas Consulting & Services χρησιμοποιούνται τώρα από τη δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Σοφοκλέους & Σία ΔΕΠΕ. Επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 11 αντίγραφο του εγγράφου μεταβίβασης μετοχών για τις μετοχές της Gramaro Consulting & Services Ltd που κατέχει στη Lonteni και ως Τεκμήριο 12, αντίγραφο του εγγράφου μεταβίβασης μετοχών για τις μετοχές της Proteas Consulting & Services Ltd που κατέχει στη Lonteni. Ο Ενάγων εν τέλει αγόρασε τη Lonteni από την ουκρανική αυτή εταιρεία καταβάλλοντας της πληρωμή με μετρητά τόσο για την αγορά της Lonteni, όσο και για τα ετήσια τέλη για παροχή εταιρικών υπηρεσιών. Από εκείνην την ημέρα, ο Ενάγων πίστευε πως η αγορά της Lonteni είχε ολοκληρωθεί και ότι πλέον του ανήκε και μπορούσε να διεξάγει τις επιχειρήσεις του εκτός Κύπρου και να παρέχει υπηρεσίες ηλεκτρονικών υπολογιστών και να πουλά σχετικά προιόντα και εξοπλισμό μέσω της εταιρείας αυτής. Έναν χρόνο αργότερα, ο κ. K. επικοινώνησε με τον Ενάγοντα και τον πληροφόρησε ότι ίδρυσε την εταιρεία KPM Consulting Limited για να παρέχει εταιρικές υπηρεσίες και ότι στο εξής η εταιρεία αυτή θα του παρείχε εταιρικές υπηρεσίες για τη Lonteni. Ο Ενάγων τότε άρχισε να πληρώνει τιμολόγια τα οποία εκδίδονταν από την KPM τα οποία του απέστελλαν είτε στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο είτε με τηλεομοιότυπο και τα οποία ανήλθαν στο συνολικό ποσό των δολαρίων Αμερικής USD21.000,
  7. Το τελευταίο τιμολόγιο εκδόθηκε τον Μάιο του
  8. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 13, τα εν λόγω τιμολόγια που εκδόθηκαν από την KPM. Να αναφερθεί ότι, όπως πληροφόρησε ο ίδιος ο Ενάγοντας, δεν είχε γνωρίσει ποτέ προσωπικά τον κ. Κ. Μετά την αγορά της Lonteni, ο Ενάγων ζήτησε το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού στη FBME στο όνομα της Lonteni. O κ. Κ διευκόλυνε το άνοιγμα του λογαριασμού και η FBME προχώρησε με το άνοιγμα του τραπεζικού λογαριασμού με αριθμό 07194 της Lonteni αναγνωρίζοντας τον Ενάγοντα ως τον εξουσιοδοτημένο υπογράφοντα. Ο Ενάγων χρησιμοποιούσε τον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό στη FBME Bank για να προβαίνει σε συναλλαγές για την επιχείρηση του καταθέτοντας πολλά χρήματα σε αυτόν. Επισυνάπτεται ενδεικτικά στην παρούσα ως Τεκμήριο 14 μία εκ των συμφωνιών που συνάφθηκε μεταξύ της Lonteni και της εταιρείας Extra Space Ltd για προμήθεια εξοπλισμού. Η εν λόγω συμφωνία έχει υπογραφεί από τον Ενάγοντα εκ μέρους της Lonteni. Επισυνάπτεται επίσης ως Τεκμήριο 15, αντίγραφο κατάστασης τραπεζικών λογαριασμών για τον τραπεζικό λογαριασμό της Lonteni στην τράπεζα FBME. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Ενάγων είναι ο εξουσιοδοτημένος υπογράφων του τραπεζικού λογαριασμού. Μετά την ανάκληση της άδειας της FBME από την Εναγόμενη 1 και τον διορισμό ειδικού διαχειριστή, ο Ενάγων προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον κ. Κ. στο τηλέφωνο του γραφείου του και το προσωπικό του τηλέφωνο αποστέλλοντας του μάλιστα και πολλά ηλεκτρονικά μηνύματα, αλλά χωρίς να λάβει ποτέ οποιανδήποτε απάντηση. Κατά ή περί της 17/11/2016, ο Ενάγων προέβη σε ηλεκτρονική έρευνα στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με τη Lonteni και ανακάλυψε ότι η Lonteni είχε διαγραφεί από το μητρώο εταιρειών από τις 24/06/
  9. Ο Ενάγων επίσης ανακάλυψε ότι οι υφιστάμενοι μέτοχοι της Lonteni εξακολουθούσαν να είναι η Grammaro Consulting & Services Ltd και Proteas Consulting & Services Ltd. Επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 16 η εν λόγω ηλεκτρονική έρευνα στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 17/11/2016 από την οποίαν φαίνεται το πιο πάνω. Ο Ενάγων επικοινώνησε με τη Grammaro Consulting & Services Ltd και Proteas Consulting & Services Ltd, ενόψει του ότι ακόμη ήταν οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι της Lonteni με σκοπό να μάθει γιατί διαγράφηκε η εταιρεία και να ζητήσει όπως επαναφερθεί και όπως τον βοηθήσουν με τις διαδικασίες ανάκτησης των χρημάτων από τη FBME. O Ενάγων πληροφορήθηκε τότε, ότι η Lonteni δεν του ανήκε και ότι οι μετοχές της Lonteni κατέχονταν εκ μέρους και προς όφελος άλλου πελάτη της Grammaro Consulting & Services Ltd και Proteas Consulting & Services Ltd. Πληροφορήθηκε επίσης, ότι ο κ. Κ. δεν είχε ποτέ εξουσιοδότηση να του πωλήσει τη Lonteni και ότι οι υπογραφές που υπήρχαν πάνω στα ασυμπλήρωτα έγγραφα μεταβίβασης μετοχών που του έδωσαν ήταν πλαστογραφημένες. Περαιτέρω, ο Ενάγων πληροφορήθηκε ότι η διαγραφή της Lonteni είχε γίνει μετά την αποστολή επιστολής στον Έφορο Εταιρειών από τον γραμματέα της Lonteni, εταιρεία Grammaro Consulting & Services Limited με την οποίαν επιστολή τον πληροφορούσε ότι η Lonteni δεν έχει ενεργητικό/παθητικό δίνοντας του οδηγίες να προχωρήσει με τη διαγραφή της. Ούτε οι Grammaro Consulting & Services Ltd και Proteas Consulting & Services Ltd, αλλά ούτε και οποιοδήποτε πρόσωπο από τη δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Σοφοκλέους & Σία, γνώριζε την ύπαρξη του λογαριασμού στη FBME Bank στο όνομα της Lonteni. Επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 17, επιστολή που απέστειλε η Grammaro Consulting & Services Ltd και Proteas Consulting & Services Ltd στον Ενάγοντα στις 05/06/2017 με την οποίαν τον πληροφορούσαν και γραπτώς, ότι η Lonteni ανήκει σε άλλο πρόσωπο εκτός του Ενάγοντα και δεν γνωρίζουν τίποτε για την ύπαρξη του τραπεζικού λογαριασμού. Ο τραπεζικός λογαριασμός της Lonteni 071794 στη FBME Bank έχει υπόλοιπο USD$620.614,46 και €8.311,
  10. Ο Ενάγων καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους, πίστευε ότι κατείχε την τελική κυριότητα της Lonteni, ενώ στην πραγματικότητα είχε εξαπατηθεί από τον κ. Κ. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω και ενόψει του ότι η Lonteni ουδέποτε ανήκε στον Ενάγοντα και εφόσον οποιεσδήποτε πληρωμές και καταθέσεις έγιναν στον τραπεζικό λογαριασμό έγιναν λανθασμένα και δεν ανήκαν στη Lonteni, ο Ενάγων καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αρχικά την Αίτηση αρ. 320/2017 για την επαναφορά της Lonteni στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών με σκοπό να καταχωρηθεί και καταχωρήθηκε η αγωγή αρ. 2163/2017 εναντίον της Lonteni ως Εναγόμενης 1 και της FBME ως Εναγόμενης
  11. Στις 21/06/2017 εκδόθηκε με την Αίτηση αρ. 320/2017 διάταγμα για την επαναφορά της Lonteni και/ή την επωνυμία της στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 18 το εν λόγω διάταγμα ημερομηνίας 21/06/
  12. Στις 10/10/2017, εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής αρ. 2163/2017 εναντίον της Lonteni ως Εναγόμενης 1 διάταγμα με το οποίο αναγνωριζόταν ότι η Lonteni κατέχει τα χρήματα τα οποία είναι κατατεθειμένα στον τραπεζικό λογαριασμό στο υποκατάστημα της FBME προς όφελος και/ή ως εμπιστευματοδόχος του Ενάγοντα. Επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 19 το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ως Τεκμήριο 20 το εν λόγω διάταγμα ημερομηνίας 10/10/
  13. Στις 16/01/2020 εκδόθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής αρ. 2163/2017 διάταγμα εναντίον της FBME ως Εναγόμενης 2 με το οποίο αναγνωριζόταν ότι ο Ενάγων είναι ο πραγματικός δικαιούχος και/ή ιδιοκτήτης του τραπεζικού λογαριασμού που κατέχονται στο υποκατάστημα της FBME από τη Lonteni και επέτρεπε στον Ενάγοντα να προβεί σε όλες τις ενέργειες σχετικές με τον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό. Επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 21, το εν λόγω διάταγμα ημερομηνίας 16/01/
  14. Ως εκ τούτου και η Lonteni και η FBME αναγνώρισαν τον Ενάγοντα ως τον ιδιοκτήτη και δικαιούχο των χρημάτων που είναι κατατεθειμένα στον τραπεζικό λογαριασμό και η Lonteni κατέχει τα χρήματα του τραπεζικού λογαριασμού υπό μορφή εμπιστεύματος και ως εμπιστευματοδόχος. Ενόψει των πιο πάνω, ο Ενάγων είναι και ήταν καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους καταθέτης στη FBME και τα χρήματα τα οποία είναι κατατεθειμένα στον τραπεζικό λογαριασμό ανήκουν αποκλειστικά στον Ενάγοντα. Στις 09/04/2019 η Διαχειριστική Επιτροπή των Εναγομένων 2, δημοσίευσε ανακοίνωση σχετικά με την ενεργοποίηση διαδικασίας καταβολής αποζημίωσης από το ταμείο εγγύησης καταθέσεων τραπεζών για καταθέσεις που τηρούνται στην FBME Bank Ltd, το παράρτημα της Κύπρου. Στην ανακοίνωση αναφερόταν, ότι οι Εναγόμενοι 1 αφού είχε διαπιστωθεί ότι η FBME δεν ήταν ικανή να επιστρέψει τις καταθέσεις στους πελάτες της, οι Εναγόμενοι 2 που είχαν συσταθεί διά νόμου να καταβάλουν αποζημίωση στους καταθέτες της FBME, σε σχέση με καταθέσεις που καλύπτονταν από τους Εναγόμενους 2 ως προβλέπεται στον νόμο, κανονισμούς και την ανακοίνωση με εξαίρεση οι καταθέσεις που αναφέρονται στον κανονισμό
  15. Στις εξαιρέσεις αυτές, δεν εμπίπτει ο Ενάγοντας και ο εν λόγω τραπεζικός λογαριασμός. Την 12/03/2018 μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τη Διαχειριστική Επιτροπή, οι δικηγόροι του Ενάγοντα απέστειλαν επιστολή στους Εναγόμενους 2 και τους πληροφόρησαν ότι ο Ενάγοντας επιθυμεί να υποβάλει Αίτηση για καταβολή σε αυτόν αποζημίωσης, από το ταμείο εγγύησης καταθέσεων τραπεζών σε σχέση με τον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό. Στην εν λόγω επιστολή είχε αναφέρει, ότι η περίπτωση αυτή ανήκει στις ειδικές περιπτώσεις καταθετών. Εξήγησε ότι ο τραπεζικός λογαριασμός τηρείτο στο όνομα και κατείχετο από την εταιρεία Lonteni. Όμως ο πραγματικός δικαιούχος του λογαριασμού, ήταν ο Ενάγοντας. Κατέγραψε τις λεπτομέρειες και το πώς εξαπατήθηκε ο Ενάγοντας από τον κ. Κ. όσον αφορά την πραγματική ιδιοκτησία και την ψευδή πώληση της εταιρείας Lonteni στον Ενάγοντα και επισύναψε Τεκμήρια για να αποδείξει ότι η Lonteni δεν ανήκε στον Ενάγοντα για να υποστηρίξει ότι ο τραπεζικός λογαριασμός και τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα σε αυτόν, ανήκαν στον Ενάγοντα. Μεταξύ των εγγράφων που επισυνάφθηκαν στην επιστολή, ήταν και το διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/10/2017 με το οποίο η εταιρεία Lonteni τον αναγνώρισε ως τον πραγματικό δικαιούχο του τραπεζικού λογαριασμού. Στις 22/03/2018 ο ομνύοντας οδήγησε τον Ενάγοντα στο γραφείο των Εναγόμενων 1 για να υποβάλει Αίτηση και την απαιτούμενη δήλωση στοιχείων καταθέτη για καταβολή αποζημίωσης αναφορικά με τη FBME και τα αποδεικτικά στοιχεία για την ταυτοποίησή του, ως επίσης για να καταθέσει στοιχεία περιλαμβανομένου του αριθμού τραπεζικού λογαριασμού στο όνομα του στην Τράπεζα Κύπρου ως η σχετική ανακοίνωση για την καταβολή αποζημίωσης στους καταθέτες της FBME. Η Εναγόμενη 2 απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 02/05/2018 και ζήτησε από τους δικηγόρους του Ενάγοντα, να της δώσουν αριθμό λογαριασμού που κατέχετο από την εταιρεία Lonteni προς όφελος του Ενάγοντα σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, ώστε να γίνει το έμβασμα το οποίο θα πληρωνόταν από τη διαχειριστική επιτροπή των Εναγομένων
  16. Με επιστολή ημερομηνίας 14/05/2018 προς τη διαχειριστική επιτροπή των Εναγομένων 2, η δικηγόρος του Ενάγοντα, ανέφερε το πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο Ενάγοντας αναφορικά με τον τραπεζικό λογαριασμό που βρισκόταν στο όνομα της εταιρείας που δεν του ανήκε, αλλά ήταν δικαιούχος του παρά το ότι βρισκόταν ο λογαριασμός στο όνομα της εταιρείας. Με επιστολή ημερομηνίας 07/06/2018, η διαχειριστική επιτροπή των Εναγομένων 2 ανέφερε ότι δεν είχαν να προσθέσουν κάτι άλλο σε αυτά που ήδη ανέφεραν. Με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 14/11/2018, ενημέρωσαν τον Ενάγοντα ότι επειδή δεν παρείχε τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα της εταιρείας έγκαιρα, δεν θα προέβαιναν σε περαιτέρω εξέταση της υπόθεσής τoυ. Με επιστολή ημερομηνίας 20/11/2018, οι δικηγόροι του Ενάγοντα επισήμαναν στους Εναγόμενους 2 ότι έγκαιρα είχε υποβληθεί Αίτηση για αποζημίωση από το ταμείο εγγυήσεων και ότι είχε ήδη παράσχει αριθμό τραπεζικού λογαριασμού στην Τράπεζα Κύπρου στο όνομα του Ενάγοντα, ο οποίος είναι ο δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού και έτσι σε αυτόν τον τραπεζικό λογαριασμό, θα έπρεπε να γίνει το έμβασμα. Με επιστολή ημερομηνίας 03/12/2018, οι Εναγόμενοι 2 προς απάντηση της επιστολής των δικηγόρων του Ενάγοντα, ανέφεραν ότι δεν είχαν να προσθέσουν κάτι άλλο, στα όσα ήδη αναφέρθηκαν στην αρχική του θέση για έμβασμα των χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα της εταιρείας Lonteni. Βάσει των επιστολών που απέστειλαν οι Εναγόμενοι 2, προκύπτει ότι αναγνώριζαν τον Ενάγοντα ως τον δικαιούχο και ιδιοκτήτη του τραπεζικού λογαριασμού και τον αναγνώριζαν ως καταθέτη στην FBME. Η δήλωση στοιχείων του Ενάγοντα, έγινε αποδεκτή από τους Εναγόμενους
  17. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ουδέποτε αρνήθηκαν, ούτε ζήτησαν περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία για την ιδιοκτησία του Ενάγοντα ως προς τον τραπεζικό λογαριασμό. Τόσο το διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/10/2017 το οποίο απεστάλη στη διαχειριστική επιτροπή των Εναγομένων 2, όσο και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16/01/2020 με το οποίο η FBME αναγνωρίζει τον Ενάγοντα ως τον πραγματικό δικαιούχο και τον ιδιοκτήτη του τραπεζικού λογαριασμού, αποδεικνύουν ότι τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στον τραπεζικό λογαριασμό, ανήκαν στον Ενάγοντα. Οι Εναγόμενοι χωρίς καμία επεξήγηση, αρνήθηκαν και συνεχίζουν να αρνούνται να προβούν σε έμβασμα της αποζημίωσης στον Ενάγοντα. Επίσης δεν εξέτασαν την περίπτωση του Ενάγοντα ως να εμπίπτει στις ειδικές περιπτώσεις καταθετών. Ο Ενάγοντας είχε νόμιμο δικαίωμα να λάβει αποζημίωση από το ταμείο εγγυήσεων καταθέσεων και ο τραπεζικός λογαριασμός, δεν αποτελεί αντικείμενο αντιδικίας. Επέλεξαν αντί να εξετάσουν την περίπτωση, να αγνοήσουν την ύπαρξη του διατάγματος και δεν επιμένουν να προσκομιστεί τραπεζικός λογαριασμός στο όνομα της εταιρείας Lonteni. Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/10/2017 και 16/01/2020, δείχνουν τον Ενάγοντα ως τον πραγματικό δικαιούχο των χρημάτων που είναι κατατεθειμένα στον τραπεζικό λογαριασμό, παράνομα αρνούνται να αποζημιώσουν τον Ενάγοντα. Από το ταμείο εγγύησης καταθέσεων, αρνούνται να καταβάλουν την αποζημίωση κατά παράβαση της νομοθεσίας και του θέσμιου καθήκοντος που υπείχαν προς τον Ενάγοντα. Αυτό το αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών, ήταν ο Ενάγοντας να υποστεί ζημιά και έτσι ζητεί την έκδοση απόφασης ως η παράγραφος A, Β, Γ, Δ και Ε του παρακλητικού κλητηρίου εντάλματος. Οι Εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει ένσταση και έχουν προβάλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης. Α. Οι Εναγόμενοι έχουν καλόπιστη και βάσιμη Υπεράσπιση με βάση τα γεγονότα την οποίαν δικαιούνται να προβάλουν κατά τον δέοντα τρόπο κατά την ακρόαση της αγωγής. Β. Υπάρχουν πολλοί νομικοί και πραγματικοί λόγοι για τους οποίους καθίσταται αμφίβολο το δικαίωμα του Ενάγοντα σε απόφαση στην αγωγή, περιλαμβανομένων προδικαστικών ενστάσεων ως προς την αρμοδιότητα και/ή δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για να εκδικάσει την επίδικη διαφορά και την ύπαρξη οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων. Γ. Στην παρούσα αγωγή, αμφισβητούνται και εγείρονται πολλά, σοβαρά, πολύπλοκα και καινοφανή νομικά ζητήματα, τα οποία μπορούν να εξεταστούν μόνο μετά που θα δοθεί η απαιτούμενη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία είναι ασφαλές να αποφασιστούν μόνο αφού δοθεί το δικαίωμα στους Εναγόμενους να προβάλουν τις θέσεις τους κατά την ακρόαση της αγωγής. Δ. Στην παρούσα αγωγή, αμφισβητούνται πραγματικά σημεία και/ή γεγονότα για τα οποία θα πρέπει να δοθεί η απαιτούμενη μαρτυρία και να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο για να είναι σε θέση το Δικαστήριο να εκδώσει οποιανδήποτε απόφαση, όπως μεταξύ άλλων: -το καθεστώς υπό το οποίο λειτουργούσε το υποκατάστημα της FBME Bank Ltd στην Κύπρο και τη σημερινή του νομική κατάσταση - τις συνθήκες και διαδικασία αναφορικά με την ενεργοποίηση του Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων για τους καταθέτες της FBME Bank Ltd-Cyprus Branch και τη διαδικασία αποζημίωσης των καταθετών του υποκαταστήματος από τους Εναγόμενους 2 - τις συνθήκες υπό τις οποίες το οποιοδήποτε διάταγμα στο οποίο στηρίζει την απαίτηση του ο Ενάγοντας εκδόθηκε από το Δικαστήριο κατά ή περί τις 16/01/2020, τη σχέση του με τη διαδικασία εξέτασης των απαιτούμενων στοιχείων από τους Εναγόμενους 2 και/ή μετά τον τελικό έλεγχο των εκκρεμών περιπτώσεων καταθετών και αφού η περίπτωση της Lonteni Enterprises Ltd περιλήφθηκε στις εκκρεμούσες περιπτώσεις καταθετών - την αλληλογραφία και επικοινωνίες που είχαν οι Εναγόμενοι 2 με τον Ενάγοντα σε σχέση με το αίτημα του για αποζημίωση από το ΣΕΚ - τους λόγους που δεν αποζημιώθηκε από το ΣΕΚ ο Ενάγοντας - τις εξουσίες και αρμοδιότητες της Εναγόμενης 1 και τις εξουσίες και αρμοδιότητες της Εναγόμενης 2 ζητήματα για τα οποία εγείρονται και προδικαστικές ενστάσεις - θα πρέπει να ακουστεί μαρτυρία και/ή να δοθεί η ευκαιρία στις Εναγόμενες να παραθέσουν τις θέσεις τους στην ακροαματική διαδικασία αναφορικά με την εμπλοκή έκαστης Εναγόμενης Ε. Υπάρχουν πολλά εγειρόμενα νομικά σημεία, τα οποία πρέπει να εξεταστούν μετά που θα δοθεί η απαιτούμενη μαρτυρία και τα οποία αν αποδειχθούν βάσιμα καθιστούν παράνομες και/ή ανεφάρμοστες νομικά τις επίδικες αξιώσεις του Ενάγοντα. Στ. Δεν φαίνεται να πληρούνται σε καμία περίπτωση, οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης όπως έχουν καθοριστεί από τη σχετική νομολογία επί του θέματος. Ζ. Στην παρούσα αγωγή, υπάρχουν και/ή εγείρονται σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση με πολύπλοκα θέματα και/ή αμφισβητήσεις γεγονότων και/ή προδικαστικές ενστάσεις περιλαμβανομένης αμφισβήτησης της αρμοδιότητας και/ή δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει τα επίδικα ζητήματα. Η ένσταση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει η Χ. A. Δ. που εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και είναι προϊστάμενη της υπηρεσίας διαχείρισης ταμείων εγγυήσεων καταθέσεων αποζημίωσης πελατών τραπεζών και εξυγίανσης των Εναγομένων
  18. Σύμφωνα με το άρθρο 20 του περί συστήματος εγγύησης των καταθέσεων, οι Εναγόμενοι 1 παρέχουν διοικητική και τεχνική μέριμνα στους Εναγόμενους 2, δηλαδή στο σύστημα εγγύησης των καταθέσεων. Τα γεγονότα τα γνωρίζει προσωπικά λόγω της άμεσης εμπλοκής της στην ενεργοποίηση του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων (ΣΕΚ) στις 09/04/2016 αναφορικά με τους καταθέτες της FBME, παράρτημα Κύπρου και λόγω της ιδιοκτησίας της ως συντονίστρια της ομάδας που διεξήγαγε της λειτουργίας του ΣΕΚ. Οι Εναγόμενοι έχουν καλή Υπεράσπιση στην αγωγή και συντρέχουν λόγοι για να απορριφθεί η παρούσα αγωγή σε προδικαστικό στάδιο. Στις 05/10/2021 καταχωρήθηκε Υπεράσπιση στην αγωγή, παρ' όλο τούτο προωθείται η παρούσα Αίτηση και εγείρονται προδικαστικές ενστάσεις. Το βασικό παράπονο του Αιτητή, είναι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση 2 να απορρίψουν το αίτημα του για αποζημίωση των €100.000 που δικαιούνται οι καταθέτες του υποκαταστήματος της FBME. Στην παρούσα αγωγή, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 εγείρουν τις εξής προδικαστικές ενστάσεις: (α) ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από τον Αιτητή στην παρούσα αγωγή δεν αποκαλύπτουν οποιανδήποτε βάση αγωγής και/ή οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους και ως εκ τούτου, η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. (β) ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και/ή αρμοδιότητας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, καθότι αφορά και/ή σχετίζεται με ενέργειες και/ή πράξεις, οι οποίες συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις που προσβάλλονται μόνο με προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου κατά την άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, οι αξιώσεις του Αιτητή εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 συναρτώνται άμεσα με την αναθεώρηση διοικητικών πράξεων που ανάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Διοικητικού Δικαστηρίου, οι οποίες δεν έχουν προσβληθεί από τον Αιτητή με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο. Το γεγονός ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 2 αποτελούν νομική οντότητα δημοσίου δικαίου είναι παραδεκτό από τον Αιτητή στην παράγραφο 10 της ΕΔΣΒ. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση 2 να απορρίψουν το αίτημα του Αιτητή για αποζημίωση με τις €100.000 που ισχυρίζεται ότι δικαιούται ο ίδιος να λάβει ως τελικός δικαιούχος λογαριασμού που κατείχετο στο υποκατάστημα, όφειλε να καταχωρήσει εντός 75 ημερών προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο προσβάλλοντας τη νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης της διοίκησης. (γ) ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης, εγείρεται τρίτη προδικαστική ένσταση ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται και/ή στερείται οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος να προωθεί ο ίδιος την παρούσα αγωγή, αφού ο καταθέτης στο υποκατάστημα της FBME Bank Ltd στην Κύπρο είναι η Lonteni Enterprises Ltd. (δ) ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, εγείρεται τέταρτη προδικαστική ένσταση ότι εσφαλμένα η παρούσα αγωγή στρέφεται εναντίον της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η Αίτηση 1, αφού η Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν εμπλέκεται και δεν σχετίζεται με τα επίδικα γεγονότα και/ή η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να συνεχίσει και θα πρέπει να απορριφθεί εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση
  19. (ε) ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης, εγείρεται Πέμπτη προδικαστική ένσταση ότι ο τίτλος της αγωγής σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση 1 είναι εσφαλμένος και/ή δεν συνάδει με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας». Ειδικά αναφορικά με την προδικαστική ένσταση για έλλειψη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και την απαίτηση του Αιτητή, μετά την ενεργοποίηση του Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων αναφορικά με τους καταθέτες του υποκαταστήματος και την έκδοση αποφάσεων από τους Καθ' ων η Αίτηση 2, πρόσωπα τα οποία είχαν παράπονο από τις αποφάσεις των Καθ' ων η Αίτηση 2 καταχώρησαν προσφυγές στο Διοικητικό Δικαστήριο. Ουδέποτε εγέρθηκε θέμα δικαιοδοσίας του Διοικητικού Δικαστηρίου να εκδικάσει τις προσφυγές αυτές. Οι αποφάσεις του Καθ' ου η Αίτηση 2 αποτελούν αποφάσεις της διοίκησης και άπτονται του διοικητικού δικαίου στη διαδικασία προσφυγής και δεν είναι διαφορά που εμπίπτει στη δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Συνεπώς, η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν οποιανδήποτε ουσιαστικά Υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Όπως προκύπτει από την Υπεράσπιση, η οποία καταχωρίστηκε στις 05/10/2021 και η οποία βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 έχουν καλόπιστη Υπεράσπιση και γι' αυτόν τον λόγο, η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Αρνείται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 κατέχουν οποιαδήποτε χρήματα του Ενάγοντα. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, δεν έχουν εξουσία και αρμοδιότητα να κατέχουν χρήματα καταθετών τραπεζών. Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με τις εξουσίες και αρμοδιότητες των δύο Εναγομένων στην παρούσα αγωγή η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου είναι νομικό πρόσωπο, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει των άρθρων 118 και 121 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και σύμφωνα με τον περί της Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου Νόμο του 1963 ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον νόμο 138(Ι)/
  20. Η Κεντρική Τράπεζα είναι θεσμικά ανεξάρτητη, αυτόνομη και είναι νομικά ενσωματωμένη στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών. Σύμφωνα με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/2013, ο οποίος δημοσιεύτηκε στις 22/03/2013 και ο οποίος ίσχυε κατά τον ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου έχει οριστεί ως η αρχή εξυγίανσης. Στην παρούσα αγωγή κανένα αγώγιμο δικαίωμα δεν εγείρεται εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1 Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης αλλά και από την ΕΔΣΒ η Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν είχε οποιανδήποτε εμπλοκή με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Εγείρεται και ως προδικαστική ένσταση αλλά και ως ουσιαστική Υπεράσπιση ότι η παρούσα αγωγή είναι ανεδαφική και αβάσιμη εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1 και ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορριφθεί. Κατ' επέκταση, εσφαλμένα και η παρούσα Αίτηση προωθείται εναντίον της. Σε ό,τι αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση 2, δηλαδή το Σύστημα Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων, συστάθηκε και λειτουργεί στη Δημοκρατία με τον περί Ιδρυμάτων Νόμο 5(Ι)/
  21. Ο νόμος είναι εναρμονιστικός με τις πράξεις της Ευρωπαικής Ένωσης με τίτλο (α) «Οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων», όπως διαμορφώθηκε και (β)»Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΚ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των Κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αριθ.1093/2010 και αριθ.648/2012». Ο βασικός νόμος ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης των Καθ' ων η Αίτηση 2 να απορρίψουν το αίτημα του Αιτητή για αποζημίωση, ήταν ο 5(Ι)/
  22. Με βάση το άρθρο 6 του πιο πάνω νόμου 5(Ι)/2016, το ΣΕΚ αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα δημοσίου δικαίου και για την εξυπηρέτηση των σκοπών του έχει η Διαχειριστική Επιτροπή, η οποία έχει πλήρη εξουσία για τη διοίκηση και διαχείριση του ταμείου. Ένας από τους βασικούς σκοπούς του ΣΕΚ είναι, με βάση το άρθρο 4 του νόμου 5(Ι)/2016, η καταβολή αποζημίωσης μέσω του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων στους καταθέτες πιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία καταβάλλουν εισφορά στο Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων, στην περίπτωση που αυτά δεν είναι σε θέση να αποπληρώσουν τις καταθέσεις τους. Σύμφωνα με το εδάφιο

(1)του άρθρου 10 του ιδίου νόμου, τα κεφάλαια των Ταμείων Εγγύησης Καταθέσεων, δύναται να χρησιμοποιούνται για την καταβολή αποζημίωσης τους καταθέτες καλυπτόμενων ιδρυμάτων, τα οποία καταβάλλουν εισφορά στο Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων, εφόσον κατάθεση καταστεί μη διαθέσιμη. «Μη διαθέσιμη κατάθεση» με βάση την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 σημαίνει κατάθεση ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, η οποία δεν έχει καταβληθεί από πιστωτικό ίδρυμα βάσει των ισχυόντων νόμιμων ή συμβατικών όρων και εφόσον η Κεντρική Τράπεζα έχει διαπιστώσει και έχει ενημερώσει τη Διαχειριστική Επιτροπή του ΣΕΚ ότι το εν λόγω ίδρυμα δεν φαίνεται προς τον παρόν ικανό να επιστρέψει την κατάθεση για λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική του κατάσταση και κρίνει ότι δεν θα καταστεί ικανό προς τούτο στο προσεχές μέλλον ή όταν έχει εκδοθεί από το Δικαστήριο διάταγμα ειδικής εκκαθάρισης του καλυπτόμενου ιδρύματος. Επιπλέον, με βάση τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 7 και 32 του ιδίου νόμου 5(Ι)/2016 οι καλυπτόμενες από το ΣΕΚ καταθέσεις, το επίπεδο και το νόμισμα κάλυψης, η περίοδος και οι μέθοδοι αποπληρωμής καθορίζονται σε κανονισμούς. Στις 11/02/2016 εκδόθηκαν οι περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμοί Κ. Δ. Π. 27/2016 οι οποίοι ρυθμίζουν μεταξύ άλλων, τη διαδικασία ενεργοποίησης τους ΣΕΚ. Σημειώνεται, ότι οι κανονισμοί αυτοί τροποποιήθηκαν στη συνέχεια με την Κ. Δ. Π. 73/2016, Κ. Δ. Π. 136/2018 και Κ. Δ. Π. 84/
  1. Οι δύο εκεί αναφερόμενοι τραπεζικοί λογαριασμοί στο υποκατάστημα της FBME Bank Ltd στην Κύπρο κατέχονταν και/ή είναι στο όνομα της εταιρείας Lonteni Enterprises Limited. Κατά πάντα ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο η FBME Bank Ltd κατείχε άδεια λειτουργίας τράπεζας στην Τανζανία. Η FBME Bank Ltd εγγράφηκε ως πιστωτικό ίδρυμα στην Κύπρο το
  2. Το 1986 μετέφερε τη χώρα σύστασης της στα νησιά Cayman και στη συνέχεια και συγκεκριμένα το 2003 μετέφερε την έδρα της στην Τανζανία. Η FBME Bank Limited ενεγράφη στην Κύπρο ως αλλοδαπή εταιρεία με αριθμό εγγραφής ΑΕ1830 δυνάμει του άρθρου 347 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 στις 17/11/
  3. Κατά πάντα ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο, η FBME Bank Ltd διατηρούσε υποκατάστημα στη Λευκωσία και στη Λεμεσό, αλλά όλες οι βασικές τραπεζικές εργασίες και η διαχείριση διεξάγονταν κατά πάντα ουσιώδη με την παρούσα υπόθεση χρόνο, από τη Λευκωσία. Το υποκατάστημα λειτουργούσε στην Κύπρο δυνάμει της άδειας λειτουργίας που χορηγήθηκε στη FBME Bank Ltd στις 08/09/2003 ως αυτή τροποποιείτο, με την τελευταία τροποποίηση να έγινε την 01/01/
  4. Επιπλέον, το υποκατάστημα τελούσε υπό την εποπτεία της Καθ' ης η Αίτηση 1 όπως προβλέπεται στη σχετική νομοθεσία και στους όρους της άδειας λειτουργίας που χορηγήθηκε στη FBME Bank Ltd. Στις 17/07/2014 η Μονάδα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης του Υπουργείου Οικονομικών και Ηνωμένων Πολιτειών, εξέδωσε ανακοίνωση βάσει οικείου νόμου, με την οποίαν χαρακτήριζε τη FBME Bank Ltd ως χρηματοπιστωτικό ίδρυμα πρωτίστης ανησυχίας για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Περαιτέρω, πρότεινε να απαγορευτεί σε αμερικάνικα χρηματοοικονομικά ιδρύματα να τηρούν ή ανοίγουν λογαριασμούς ανταποκριτή στο όνομα της FBME Bank Ltd και σε άλλες ξένες τράπεζες να χρησιμοποιούν τους λογαριασμούς τους με αμερικάνικα χρηματοοικονομικά ιδρύματα για τη διεκπεραίωση συναλλαγών στο όνομα ή εκ μέρους της FBME Bank Ltd. Ταυτόχρονα εκδόθηκε από τη FinCEN έκθεση ευρημάτων που εξηγεί τους λόγους για την απόφαση της σε σχέση με τη FBME Bank Ltd και πρόταση για επιβολή μέτρων εναντίον της FBME Bank Ltd. Περαιτέρω, όπως αναφερόταν στο Fact Sheet του U. S. Treasury Department Office of Public Affairs σύμφωνα με το άρθρο 311 του USA PATRIOT Act το εύρημα ότι ένα πιστωτικό ίδρυμα είναι πρωτίστης ανησυχίας για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος έχει άμεση εφαρμογή και τα αμερικάνικα πιστωτικά και/ή χρηματοοικονομικά ιδρύματα θα πρέπει να λάβουν αυτήν την πληροφορία υπόψη τους ως μέρος των γενικών τους προγραμμάτων για αποφυγή κινδύνων. Στις 21/07/2014 το Τμήμα Εποπτείας & Ρύθμισης Τραπεζικών Ιδρυμάτων της Κεντρικής Τράπεζα της Κύπρου, ετοίμασε έκθεση αναφορικά με την τρέχουσα οικονομική κατάσταση και βιωσιμότητα του υποκαταστήματος, στην οποίαν γίνεται αναφορά στα προβλήματα αυτά, λόγω του ότι οι κύριες ανταποκρίτριες τράπεζες είχαν, ως αποτέλεσμα της ανακοίνωσης της FinCEN παγώσει τους λογαριασμούς του υποκαταστήματος σε δολάριο ΗΠΑ και αναστείλει την εκτέλεση εμβασμάτων σε δολάριο ΗΠΑ. Αφού ακολουθήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται στον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/2013, ο οποίος ίσχυε κατά τον ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο, εκδόθηκε διάταγμα για την πώληση εργασιών του υποκαταστήματος με βάση τα άρθρα 2Α και 7 του πιο πάνω νόμου και δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα το περί της Πώλησης Εργασιών του υποκαταστήματος της FBME Bank Ltd στην Κύπρο διάταγμα του 2014 Κ. Δ. Π. 356/
  5. Για την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος ενημερώθηκαν όλα τα πρόσωπα και αρχές που προβλέπονται στη σχετική νομοθεσία. Κατά ή περί τις 25/07/2014, ο Διοικητής της τράπεζας της Τανζανίας ενημέρωσε με επιστολή του προς τη Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ότι (Κεντρική) Τράπεζα της Τανζανίας, μετά την έκδοση της ανακοίνωσης και της έκθεσης ευρημάτων της FinCEN και μετά την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος Κ. Δ. Π. 356/2014 από τις 24/07/2014 ανέλαβε τη διαχείριση των εργασιών της FBME Bank Ltd και προς αυτόν τον σκοπό, διόρισε διαχειριστή τον κ. L. M. Στις συνεδρίες της με ημερομηνίες 14/10/2015 και 15/10/2015, η Αρχή Εξυγίανσης μελέτησε και εξέτασε τις επιλογές που έχει σε σχέση με την εξυγίανση του υποκαταστήματος με βάση την έκθεση της Μονάδας Εξυγίανσης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και την έκθεση του ειδικού διαχειριστή του υποκαταστήματος και αποφασίστηκε μεταξύ άλλων, να ανασταλεί η εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης της πώλησης εργασιών του υποκαταστήματος, λόγω μη λήψης οποιωνδήποτε προσφορών από πιστωτικά ιδρύματα και να γίνει εισήγηση για ανάκληση της άδειας της FBME Bank Ltd να λειτουργεί το υποκατάστημα στην Κύπρο. Αφού ακολουθήθηκαν όλες οι νόμιμες διαδικασίες που προβλέπονται στη σχετική νομοθεσία, η Εναγόμενη 1 ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας υποκαταστήματος της FBME Bank Ltd σύμφωνα με το άρθρο 4Α
(1)(α), (γ), (δ) και (ε) του νόμου 66(Ι)/97 και ενημέρωσε σχετικά τον κ. L. M. καθώς επίσης τον ειδικό διαχειριστή του υποκαταστήματος στην Κύπρο με επιστολή ημερομηνίας 21/12/
  1. Με ανακοίνωση της που εξέδωσε στις 05/05/2017 η τράπεζα της Τανζανίας ανακοίνωσε ότι, δεδομένης της απόφασης του Δικαστηρίου των ΗΠΑ ημερομηνίας 14/04/2017 η οποία εκδόθηκε υπέρ της FinCEN και εναντίον της FBME Bank Ltd και με την οποίαν επιτρέπεται στη FinCEN να προχωρήσει με την εφαρμογή του Final Rule που απαγορεύει στη FBME Bank Ltd την πρόσβαση στο χρηματοοικονομικό σύστημα των ΗΠΑ, η (Κεντρική) Τράπεζα της Τανζανίας τερμάτισε όλες τις τραπεζικές λειτουργίες της FBME Bank Ltd, ανακάλεσε την τραπεζική της άδεια, την έθεσε σε εκκαθάριση και διόρισε το Deposit Insurance Board ως εκκαθαριστή με ισχύ από 08/05/
  2. Με την Αίτηση αρ. 373/2017 που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας το Deposit Insurance Board της Τανζανίας αιτείται την αναγνώριση διορισμού του στην ημεδαπή έννομη τάξη. Με την Αίτηση αρ. 123/2019 που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας η Εναγόμενη 1 αιτείται μεταξύ άλλων, την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εκκαθάριση από το Δικαστήριο του υποκαταστήματος της FBME Bank Ltd στην Κύπρο και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διορίζεται εκκαθαριστής του υποκαταστήματος της FBME Bank Ltd στην Κύπρο. Αυτήν την περίοδο γίνονται συζητήσεις και υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο οι εκκαθαριστές της τράπεζας στην Τανζανία, δηλαδή το Deposit Insurance Board της Τανζανίας και η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, να υπογράψουν συμφωνία με σκοπό την έναρξη της εκκαθάρισης της τράπεζας στην Τανζανία και του υποκαταστήματος στην Κύπρο. Σε περίπτωση που ξεκινήσει η διαδικασία εκκαθάρισης, ο Ενάγοντας θα δύναται να υποβάλει αίτημα για επαλήθευση χρέους στον εκκαθαριστή και να απαιτήσει το ποσό των καταθέσεων που ισχυρίζεται ότι του ανήκουν και οι οποίες ήταν στο υποκατάστημα. Αν γίνει αυτό, ενδέχεται η παρούσα αγωγή να καταστεί άνευ αντικειμένου. Στις 09/04/2016 η διαχειριστική επιτροπή των Καθ' ων η Αίτηση 2, αποφάσισε την ενεργοποίηση του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων για τους καταθέτες της FBME κατόπιν σχετικής ενημέρωσης που έλαβε από την Κεντρική Τράπεζα σύμφωνα με την οποίαν, καταθέσεις στο παράρτημα είχαν καταστεί μη διαθέσιμες. Σε σχέση με την εν λόγω απόφαση, εξέδωσαν σχετική ανακοίνωση. Σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία στην οποίαν περιγράφετο η απαιτούμενη με βάση τον νόμο διαδικασία για σκοπούς αποζημίωσης από τον ΣΕΚ. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του περί συστήματος εγγύησης των καταθέσεων κανονισμού, καταθέτης σημαίνει τον κάτοχο της κατάθεσης. Η εταιρεία Lonteni Enterprises Ltd διατηρούσε στο υποκατάστημα λογαριασμούς. Για όλους τους λόγους που αναφέρονται στην Υπεράσπιση που έχουν καταχωρήσει οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 και στην ένσταση που συνοδεύει η παρούσα ένορκη δήλωση, ούτε οι Καθ' ων η Αίτηση 1, ούτε οι Καθ' ων η Αίτηση 2 οφείλουν να καταβάλουν στον Αιτητή οποιοδήποτε ποσό. Επισυνάπτεται επίσης ως Τεκμήριο 2, απόσπασμα από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με την οποίαν σήμερα η εταιρεία Lonteni Enterprises είναι διαγραμμένη». Αρνείται ότι ο Αιτητής είναι ή ήταν καταθέτης του υποκαταστήματος. Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά το οποιοδήποτε διάταγμα εκδόθηκε από το Δικαστήριο στις 16/01/2020 και το οποίο επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 21 στη ΕΔΣΒ, αυτό δεν έχει σχέση και δεν αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, οι οποίοι δεν ήταν διάδικοι στη διαδικασία εκείνην και γι' αυτό με κανέναν τρόπο δεν τους δεσμεύει. Περαιτέρω, το διάταγμα 16/01/2020 εκδόθηκε πολύ μετά την εκπνοή του χρονικού διαστήματος που απαιτείτο για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης των απαιτούμενων στοιχείων από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και μετά τον τελικό έλεγχο των εκκρεμών περιπτώσεων καταθετών. Η περίπτωση της Lonteni Enterprises Ltd περιλήφθηκε στις εκκρεμούσες περιπτώσεις καταθετών και ενημερώθηκε γι' αυτό από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 14/11/
  3. Παραπέμπει στο περιεχόμενο της ίδιας της ανακοίνωσης της διαχειριστικής επιτροπής των Καθ' ων η Αίτηση 1 και
  4. Παραδέχεται μόνο την αποστολή των επιστολών που αναφέρονται σε αυτές, στο περιεχόμενο και την ερμηνεία των οποίων οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά την ακροαματική διαδικασία της ουσίας της αγωγής. Η ερμηνεία των εγγράφων αυτών αποτελεί θέμα που θα εξεταστεί με την προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ακροαματική διαδικασία της ουσίας της αγωγής. Τα γεγονότα σε σχέση με το αίτημα του Αιτητή προς τους Καθ' ων η Αίτηση 2 για αποζημίωση από το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων σε σχέση με τις καταθέσεις της εταιρείας Lonteni Enterprises Ltd, έχουν ως εξής: με ηλεκτρονικό μήνυμα που στάληκε στις 13/03/2018 στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 μέσω των δικηγόρων του Αιτητή, ο Αιτητής απέστειλε επιστολή ημερ. 12/03/2013 με συνοδευτικά έγγραφα ενημερώνοντας τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 για τα γεγονότα που μεσολάβησαν από το τέλος του 1998 που ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι αγόρασε τη Lonteni Enterprises Ltd μέχρι την έκδοση του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/10/
  5. Με την πιο πάνω επιστολή, ο Αιτητής ζητούσε από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 να εντάξουν την περίπτωση του Αιτητή στις ειδικές περιπτώσεις καταθετών για να του καταβληθεί αποζημίωση από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 σε τραπεζικό λογαριασμό του Αιτητή αντί της Lonteni Enterprises Ltd που ίσχυε στις άλλες περιπτώσεις. Αντίγραφο του πιο πάνω ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ. 13/03/2018 και των επισυνημμένων σε αυτό εγγράφων επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 και αντίγραφο της Αίτησης του προς τους Καθ' ων η Αίτηση 2 για αποζημίωση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  6. Στις 22/03/2018 ο Αιτητής υπέβαλε την απαιτούμενη «Δήλωση Στοιχείων Καταθέτη για Καταβολή Αποζημίωσης» για την καταβολή αποζημίωσης σε τραπεζικό λογαριασμό του ιδίου για καταθέσεις που τηρούνταν στο υποκατάστημα από την εταιρεία Lonteni Enterprises Ltd. Αντίγραφο της πιο πάνω δήλωσης, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  7. Κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με τους δικηγόρους του Αιτητή, στις 29/03/2018 απέστειλαν εκ νέου τα παραρτήματα στα οποία γινόταν αναφορά στην αρχική τους επιστολή προς τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και
  8. Επιπλέον, σε δεύτερο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 29/03/2018 που στάλθηκε από τους δικηγόρους του Αιτητή, στάλθηκε διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 10/10/2017 αναφορικά με την αγωγή 2163/
  9. Παρ' όλο που το εν λόγω διάταγμα αναφερόταν στην αρχική επιστολή των δικηγόρων του Αιτητή ημερ. 12/03/2018 ως παράρτημα 17, εκ παραδρομής δεν είχε σταλεί και γι' αυτό στάλθηκε με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 29/03/
  10. Αντίγραφο του ηλεκτρονικού μηνύματος 29/03/2018, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  11. Η Διαχειριστική Επιτροπή του ΣΕΚ αφού εξέτασε τα στοιχεία που υποβλήθηκαν από το Αιτητή και τους δικηγόρους του και λαμβάνοντας υπόψη ότι η εταιρεία Lonteni Enterprises Ltd κατέχει τα χρήματα προς όφελος και/ή εμπιστευματοδόχος του Αιτητή, σύμφωνα με διάταγμα του Δικαστηρίου, ζήτησε από τον Αιτητή με επιστολή ημερ. 02/05/2018, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7, τα στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας Lonteni Enterprises Ltd προς όφελος προς Αιτητή, ώστε να εμβαστεί το ποσό που θα εγκρινόταν από τη Διαχειριστική Επιτροπή του ΣΕΚ για την αποζημίωση της κατάθεσης της εταιρείας Lonteni Enterprises Ltd στο υποκατάστημα. Η πιο πάνω απαίτηση προβλέπετο ρητά στην παράγραφο 4
(3)(Β). Ανακοίνωση που είχαν εκδώσει οι Καθ' ων η Αίτηση 2 καθώς και στο κείμενο Frequently Asked Questions που είχε αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Κεντρικής Τράπεζας για διευκόλυνση των καταθετών. Η πιο πάνω διαδικασία ορίστηκε σύμφωνα με τον Κανονισμό 12
(1)(Α) των περί ΣΕΚ Κανονισμών. Με επιστολή τους ημερ. 14/05/2018, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 8, οι δικηγόροι του Αιτητή απάντησαν στην πιο πάνω επιστολή των Καθ' ων η Αίτηση 2 πληροφορώντας τους ότι η εταιρεία Lonteni Enterprises Ltd δεν ανήκει στον Αιτητή, αλλά σε άλλο πρόσωπο και ότι είναι αδύνατο το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού στο όνομα της Lonteni Enterprises Ltd. Με την επιστολή τους οι δικηγόροι του Αιτητή, καλούσαν τους Καθ' ων η Αίτηση 2 να προβούν στη μεταφορά του ποσού της αποζημίωσης σε τραπεζικό λογαριασμό του Αιτητή στην Τράπεζα Κύπρου. Με επιστολή τους ημερ. 07/06/2018, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 9, οι Καθ' ων η Αίτηση 2 απάντησαν στην πιο πάνω επιστολή του Αιτητή ότι δεν έχουν τίποτα περαιτέρω να προσθέσουν πέραν από αυτών που αναφέρονται στην επιστολή τους ημερ. 02/05/2018. Σύμφωνα με το άρθρο 27
(4)του νόμου 5(Ι)/2016, την ανακοίνωση που είχε δημοσιευτεί με την ενεργοποίηση του ΣΕΚ και τις απαντήσεις στο έγγραφο Frequently Asked Questions που ήταν δημοσιευμένο από την αρχή της διαδικασίας υποβολής στοιχείων των καταθετών του υποκαταστήματος για την αποζημίωση τους από το ΣΕΚ ολοκληρώθηκε στις 11/04/2018, λόγω τραπεζικών αργιών του Πάσχα στις 09/04/2018 και 10/04/
  1. Στη συνεδρία της ημερ. 08/10/2018 η Διαχειριστική Επιτροπή των Καθ' ων η Αίτηση 2 αποφάσισε όπως οι εκκρεμούσες περιπτώσεις καταθετών του υποκαταστήματος ενημερωθούν μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ότι η δήλωση στοιχείων καταθέτη την οποίαν υπέβαλαν στο ΣΕΚ έχει ελλιπή στοιχεία και δεν είναι έγκυρη. Η εταιρεία Lonteni Enterprises Ltd περιλαμβανόταν στον πίνακα με τις εκκρεμείς περιπτώσεις καταθετών. Αντίγραφο του αποσπάσματος των πρακτικών της πιο πάνω συνεδρίας των Καθ' ων η Αίτηση 2 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  2. Αναφορικά με την πιο απόφαση της Διαχειριστικής Επιτροπής των Καθ' ων η Αίτηση 2 ο Αιτητής ενημερώθηκε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος το οποίο στάληκε στις 14/11/2018 και ανέφερε μεταξύ άλλων ότι λόγω του ότι δεν προσκομίστηκαν εμπρόθεσμα τα στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας Lonteni Enterprises Ltd σε πιστωτικό ίδρυμα του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, η υπόθεση δεν θα τύγχανε περαιτέρω επεξεργασίας για σκοπούς ΣΕΚ. Αντίγραφο του πιο πάνω ηλεκτρονικού μηνύματος των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 προς τον Αιτητή ημερ. 14/11/2018 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  3. Αυτήν την απόφαση όφειλε ο Αιτητής να προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο το οποίο είναι το μόνο Δικαστήριο που έχει αρμοδιότητα να εξετάσει το παράπονο του Αιτητή και γι' αυτό δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 με την παρούσα αγωγή. Με επιστολή ημερομηνίας 20/11/2018, ο Αιτητής μέσω των δικηγόρων του εξέφρασε την διαφωνία του με την απόφαση και επέμεινε στην καταβολή αποζημίωσης με τον τρόπο που απαιτούσε. Αντίγραφο της επιστολής που στάλθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση 2 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  4. Με επιστολή ημερομηνίας 03/12/2018 η οποία στάλθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 04/11/2018, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 13, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 πληροφόρησαν τον Αιτητή ότι δεν έχουν οτιδήποτε περαιτέρω να προσθέσουν στην αλληλογραφία ημερ. 02/05/2018, 07/06/2018 και 14/11/
  5. Κατά τον χρόνο εξέτασης του αιτήματος του Ενάγοντα από τους Καθ' ων η Αίτηση 2, δεν είχε εκδοθεί το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16/01/2020 και επομένως δεν θα μπορούσε να έχει ενώπιον της διαχειριστικής επιτροπής τον Καθ' ου η Αίτηση 2 το διάταγμα αυτό. Δεν δεσμεύει τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και
  6. Τα ζητήματα αυτά θα πρέπει να αποφασιστούν από το Δικαστήριο μετά τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας. Η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, ήταν ορθές και νόμιμες. Λήφθηκαν σύμφωνα με την επίδικη νομοθεσία και εφάρμοσαν τα επίδικα γεγονότα στη σχετική νομοθεσία. Ενεργούσαν με επιμέλεια και εντός των πλαισίων της νόμιμης τους εξουσίας για να αποφασίσει το Δικαστήριο, κατά πόσο υπάρχει ή οφείλεται οποιοδήποτε σχετικό καθήκον από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 στον Ενάγοντα. Υπό το φως των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να ακουστεί μαρτυρία. Η Υπεράσπιση των Καθ' ων η Αίτηση στηρίζεται σε πολύ σοβαρά περίπλοκα, καινοφανή και τεχνικά δεδομένα, περιστατικά στοιχεία, και Υπερασπίσεις για τα οποία αδιαμφισβήτητα θα πρέπει να δοθεί μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Αμφισβητείται μεταξύ άλλων, η κρίση και απόφαση του Καθ' ου η Αίτηση 2 αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος του Ενάγοντα για αποζημίωση. Δηλαδή κατά πόσο υπήρχε παράβαση οποιουδήποτε καθήκοντος και κατά πόσο οφείλεται οποιοδήποτε καθήκον προς τον Ενάγοντα από τους Καθ' ων η Αίτηση. Τα νομικά θέματα που προβάλλονται, δεν είναι πολλά. Σε περίπτωση έκδοσης συνοπτικής απόφασης, οι Καθ' ων η Αίτηση θα αποστερηθούν του θέσμιου δικαιώματος να προβάλουν την Υπεράσπισή τους. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Σύμφωνα με την εκδοχή που έχει προβάλει ο Ενάγοντας, ο επίδικος τραπεζικός λογαριασμός είχε ανοιχθεί στο όνομα της εταιρείας Lonteni Enterprises Ltd HE97123 στην τράπεζα FBME στο υποκατάστημα της Κύπρου. Ισχυρίζεται ότι η εταιρεία Lonteni είχε συσταθεί το 1998 και ότι μέτοχοι της εταιρείας, είναι οι εταιρείες Gramaro Consulting και Proteas Consulting. Σύμφωνα με επιστολή που απέστειλε δικηγορικό γραφείο που αντιπροσώπευε την εταιρεία στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, δόθηκε άδεια για εγγραφή της εταιρείας ως υπεράκτια εταιρεία στη βάση του περί Ελέγχου Συναλλάγματος Νόμου. Την 11/09/1998 του δόθηκε ασυμπλήρωτο έντυπο μεταβίβασης μετοχών της εταιρείας και ο Ενάγοντας αγόρασε την εταιρεία από την Ουκρανική εταιρεία. Κάποιος Κ. εμφανίστηκε και του είπε ότι θα του προσέφερε υπηρεσίες συμβούλου σε σχέση με τη λειτουργία της εταιρείας που είχε αγοράσει και ο Ενάγοντας άρχισε να πληρώνει τιμολόγια που του είχε αποστείλει η εταιρεία συμβούλων ως είχε λεχθεί. Ο Κ. διευκόλυνε το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού και ο Ενάγοντας χρησιμοποιούσε τον λογαριασμό και κατέθεσε πολλά χρήματα στον λογαριασμό. Αυτός είχε υποδειχθεί ως εξουσιοδοτημένος 'signatory' επί του λογαριασμού. Ισχυρίζεται ότι έκανε έρευνα την 17/11/2016 στον Έφορο Εταιρειών και ανακάλυψε ότι η μετοχική σύνθεση της εταιρείας, εξακολουθούσε να είναι οι δύο πιο πάνω εταιρείες και ότι ουδέποτε πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση των μετοχών. Οι εν λόγω μέτοχοι, δεν ήταν ενήμεροι ότι είχε ανοιχθεί τραπεζικός λογαριασμός στο όνομα της εταιρείας στο υποκατάστημα Κύπρου στην FBME. Ενόψει της ανακοίνωσης της Κεντρικής Τράπεζας ότι η FBME για μη οικονομικούς λόγους δεν ήταν σε θέση να επιστρέψει τις καταθέσεις στους πελάτες της, το σύστημα εγγύησης καταθέσεων (ΣΕΚ) ενεργοποίησε το ταμείο για να καλύψει όλες τις καταθέσεις στην FBME Bank Ltd-Cyprus Branch σε ευρώ ή άλλο νόμισμα οι οποίες ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα με εξαίρεση τις καταθέσεις που εμπίπτουν στον Κανονισμό
  7. Κλήθηκαν οι καταθέτες να υποβάλουν την Αίτηση τους από 11/04/2016, καθώς και τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Ενημερώθηκαν ότι καταθέτες οι οποίοι θα υποβάλουν τη δήλωση στοιχείων και εφόσον αυτή γίνει αποδεκτή, θα αποζημιώνονταν από τη ΣΕΚ εντός 7 εργάσιμων ημερών. Σημειώθηκε ότι σε κάθε περίπτωση, η επιτροπή ενεργεί βάσει των στοιχείων που τηρούνται στη FBME Bank μέχρι 09/04/2016 και έγγραφα ως προς την ιδιότητα κάποιου προσώπου ως καταθέτη ή ως προς τη φύση ενός τραπεζικού λογαριασμού (trust account) τα οποία διαφοροποιούνται από την εικόνα των αρχείων της FBME κατά την 09/04/2016 δεν λαμβάνονται υπόψη από την επιτροπή. Οι καταθέτες μπορούσαν να απαιτήσουν την αποζημίωση τους μέχρι 09/04/
  8. Ο Αιτητής υπέβαλε επιστολή με συνοδευτικά έγγραφα στις 13/03/2018 και ισχυρίστηκε ότι είχε αγοράσει την εταιρεία Lonteni μέχρι την έκδοση διατάγματος Δικαστηρίου την 10/10/2017 και ζητούσε ο Αιτητής να ενταχθεί στις ειδικές περιπτώσεις καταθετών για να του καταβληθεί αποζημίωση από το ΣΕΚ. Υποβλήθηκε την ίδια ημέρα η δήλωση στοιχείων καταθέτη. Μεταξύ των εγγράφων που είχαν αποσταλεί, ήταν και το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εναντίον της Lonteni Enterprises Ltd και FBME Bank στα πλαίσια της αγωγής 2163/2017 εις το οποίο διατάχθηκε 'η εναγόμενη αρ. 1 κατέχει τα χρήματα τα οποία είναι κατατεθειμένα στους δύο συνδεδεμένους λογαριασμούς με αριθμό ΧΧΧΧΧΧΧΧΟΟ1 L ΧΧΧΧΧ001-S στο υποκατάστημα της Εναγόμενης αρ. 2 προς όφελος και/ή ως εμπιστευματοδόχος (on trust) του Ενάγοντα'. Η Αίτηση εξετάστηκε και ο Εναγόμενος 2 ζήτησε από τον Αιτητή με επιστολή ημερ. 02/05/2018, στοιχεία τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας Lonteni Enterprises Ltd προς όφελος του Αιτητή για να εμβάσει το ποσό χρημάτων ως αποζημίωση καταθέτη που είχε εγκριθεί από την επιτροπή. Η δικαστική απόφαση στα πλαίσια της αγωγής, αφορούσε διαφορά μεταξύ του Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή και της εταιρείας Lonteni και FBME Bank-Cyprus Branch. Υπάρχει τελεσιδικία σε σχέση με το αντικείμενο της αγωγής μεταξύ των συγκεκριμένων διαδίκων. Στην απόφαση Γαβριήλ ν. Αγαπίου 1(Γ) ΑΑΔ 1868
(1998), επεξηγήθηκε ότι η απόρριψη αγωγής επιφέρει τη λύση διαφοράς της αγωγής και καθιστά το αγώγιμο δικαίωμα δεδικασμένο. Το δεδικασμένο θεμελιώνεται στην αρχή της τελεσιδικίας. Το δεδικασμένο προκύπτει όποτε υπάρχει ταυτότητα των συμφερόντων (δηλαδή τα επίδικα ζητήματα της μίας αγωγής) και ταυτότητα των διαδίκων. Η δέσμευση που προκύπτει από το δεδικασμένο, βαρύνει μόνο τους διαδίκους και τους διαδόχους των διαδίκων. Όπως πολύ ορθά υπέδειξε η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση η απαίτηση του Ενάγοντα σε προσωπική αποζημίωση των καταθέσεων στα πλαίσια του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων που διέπεται από συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο, αφορά ξεχωριστό αγώγιμο δικαίωμα για το οποίο δεν υπάρχει τελεσιδικία ώστε να υπάρχει δεδικασμένο. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι δεν ήταν διάδικοι στην προγενέστερη αγωγή ώστε το αποτέλεσμα αυτής να τους δεσμεύει. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του περί συστήματος εγγύησης των καταθέσεων και εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων Νόμου 5
(1)/ 2016, το ΣΕΚ αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα. Ανάμεσα στα καθήκοντα της επιτροπής που ιδρύεται δυνάμει του άρθρου του νόμου για τη διαχείριση του συστήματος, είναι και η πληρωμή αποζημιώσεων σε καλυπτόμενες από το ΣΕΚ καταθέσεις (άρθρο 7). Για το θέμα αυτό, πρέπει να υπάρχει σχετική απόφαση από το ΣΕΚ ως δημόσιο όργανο δημοσίου δικαίου, επομένως προϋπόθεση για την πληρωμή της αποζημίωσης, είναι η κρίση και απόφαση της επιτροπής εντός συγκεκριμένου πλαισίου που διαχειρίζεται το ΣΕΚ. Δεν θα μπορούσε ο καταθέτης να προκαταλάβει σχετική απόφαση του ΣΕΚ και να αξιώνει αποζημιώσεις παρακάμπτοντας την απόφαση του ΣΕΚ. Ουσιώδες γεγονός για τη θεμελίωση αγώγιμου δικαιώματος για την καταβολή αποζημίωσης, είναι θετική απόφαση του ΣΕΚ σε σχέση με το ζήτημα. Στις περιπτώσεις που δεν καταβάλλεται αποζημίωση, η νομοθεσία προβλέπει ότι το διαμαρτυρόμενο πρόσωπο θα πρέπει να εγείρει αγωγή και το άρθρο 27 του νόμου, προβλέπει ότι τα δικαιώματα των καταθετών αποτελούν αντικείμενο αγωγής κατά του ΣΕΚ. Κατά συνέπεια, το δικαίωμα του Ενάγοντα σε αποζημίωση από το σύστημα διαπερνά διά μέσω σχετικής απόφασης της ξεχωριστής νομικής οντότητας που είναι προαπαιτούμενο στοιχείο για την καταβολή αποζημίωσης. Υπό αυτό το πρίσμα και στην απουσία τέτοιας απόφασης, δεν νοείται να επαληθεύεται αξίωση του Ενάγοντα στα πλαίσια της Δ.18Κ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο Ενάγων έχει καταχωρήσει αγωγή για να καθορίσει τα δικαιώματα του σε αποζημίωση ως προβλέπει το άρθρο 27 του νόμου και παραδόξως διεκδικεί όπως μη εκδικαστεί η αγωγή που έχει καταχωρήσει, που σκοπό θα είχε τη διάγνωση των δικαιωμάτων του σε αποζημίωση. Έχει επικαλεστεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στα πλαίσια του άρθρου 27 και ταυτόχρονα δεν επιθυμεί να επιτρέψει στο Δικαστήριο να αναλάβει τη δικαιοδοσία που έχει επικαλεστεί, αφού προβάλει ως γεγονός ότι το δικαίωμα του σε αποζημίωση, έχει ήδη προκαθοριστεί και γι' αυτό το Δικαστήριο δεν έχει λόγο εκδίκασης της υπόθεσης. Κατά συνέπεια, απουσιάζουν από τα σώμα της απαίτησης εκείνα τα γεγονότα που ρητώς και με σαφήνεια οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε αποζημίωση από το ΣΕΚ και η άρνηση του ΣΕΚ να τον αποζημιώσει, είναι ο λόγος που έχει καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Η απόφαση για αποζημίωση, δεν είναι αυτόματη και το αρμόδιο όργανο για λήψη τέτοιας απόφασης, δεν τον έχει αποζημιώσει. Τα πρωτογενή γεγονότα στα οποία στηρίζεται για να αξιώσει αποζημίωση, θα πρέπει να αποδειχθούν στα πλαίσια της αγωγής που έγινε με βάση το άρθρο 27 του νόμου ώστε το Δικαστήριο να υποδείξει στην αρχή να αποζημιώσει τον Αιτητή. Εφόσον δεν υπάρχει απόφαση του ΣΕΚ για πληρωμή αποζημιώσεων και δεν υπάρχει δικαστική απόφαση με διάδικους τον Ενάγοντα και το ΣΕΚ ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο που να διατάσσει το ΣΕΚ να πληρώσει αποζημίωση, δεν θεωρώ ότι εκφράζεται ολοκληρωμένο αγώγιμο δικαίωμα κατά των Εναγομένων, ώστε να δικαιούται ο Ενάγοντας συνοπτική απόφαση. Το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να με απασχολήσει, είναι κατά πόσο έχουν τηρηθεί οι ελάχιστες προϋποθέσεις, ώστε να ικανοποιηθεί ο δικαιοδοτικός όρος δυνάμει της Δ.18Κ.1 για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Θα έπρεπε να προσκομιστεί προσωπική και άμεση θετική μαρτυρία ώστε να εκφράζεται ολοκληρωμένα και με σαφήνεια το αγώγιμο δικαίωμα ώστε να ικανοποιούνται οι ελάχιστες προϋποθέσεις της Δ.18Κ.1. Ο σκοπός της συνοπτικής διαδικασίας, είναι η γρήγορη επίλυση της αγωγής όταν δεν υφίσταται οποιοδήποτε επίδικο θέμα προς εκδίκαση για το οποίο θα πρέπει να ληφθεί μαρτυρία από το Δικαστήριο. Ο καθοριστικός παράγοντας που θα πρέπει να καθοδηγεί την κρίση του Δικαστηρίου όταν αποφασίζει κατά πόσο θα εκδώσει απόφαση στη συνοπτική διαδικασία, είναι κατά πόσο υπάρχει έστω και ένα επίδικο θέμα που θα πρέπει να εκδικαστεί για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα επί των γεγονότων για την επίλυση της αγωγής. Εάν το Δικαστήριο εντοπίσει έστω και ένα θέμα που θα πρέπει να εκδικαστεί για τη δίκαια επίλυση της αγωγής, δεν πρέπει να εκδώσει απόφαση στην αγωγή. Οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18Θ.1(α) είναι ως ακολούθως: 1. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.26Θ.6. 2. Ο Εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση. 3. Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει Υπεράσπιση στην αγωγή. Αφού ο Ενάγοντας ικανοποιήσει το Δικαστήριο για τα πιο πάνω, το βάρος αποδείξεως μετατοπίζεται στον Εναγόμενο ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή Υπεράσπιση και ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που να υποδηλούν ότι έχει καλόπιστη Υπεράσπιση και γι' αυτόν τον λόγο θα πρέπει να του επιτραπεί να καταχωρήσει Υπεράσπιση στην αγωγή. (Βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 CLR 265, Cyems Co. Ltd. v Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 CLR, Hermes Insurance Ltd. v Theodorides
(1983)1 CLR 333). Στην παρούσα περίπτωση, οι πρώτες δύο προϋποθέσεις έχουν εκπληρωθεί. Η υποχρέωση του Ενάγοντα να καταχωρήσει ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο να επαληθεύεται με ένορκη δήλωση στα πλαίσια της Αίτησης, γίνεται διά να διαπιστώσει το Δικαστήριο με βάση τα γεγονότα του κλητηρίου, ότι ο Ενάγοντας έχει νόμιμη αξίωση εναντίον των Εναγομένων. Σύμφωνα με το Annual Practice Book 1953, η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.18Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών είναι το O.14 r.1. Στη σελίδα 174, αναφέρεται ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούται συνοπτική απόφαση εάν υπάρχει ελάττωμα στο κλητήριο ένταλμα ή στην έκθεση απαίτησης που θεμελιώνει την απαίτηση του Ενάγοντα. Εάν το ελάττωμα ή παράλειψη είναι ουσιαστική, τότε η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί εάν το ελάττωμα ή παράλειψη είναι τυπική, τότε μπορεί να δοθεί άδεια στον Ενάγοντα να προβεί σε τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος. "If a special indorsement is defective the defect cannot be made good by affidavit evidence .The meaning of those cases is that where the defect in the endorsement is one of form and not of substance it may be remedied by amendment but not by affidavit in support. Where however, the defect is one of substance the application for summary judgement will be dismissed." Στην αγγλική απόφαση Ryley v. Master Sheba Gold Mining Co.
(1892)4 Q.B.D. 674, αποφασίστηκε ότι εφόσον δεν υπήρχε αναφορά στο κλητήριο ένταλμα πάνω σε ποια βάση δικαιούτο ο Ενάγοντας να χρεώσει τόκο, αυτό ήταν ουσιαστική παράλειψη στο κλητήριο ένταλμα με αποτέλεσμα να απορριφθεί η Αίτηση για συνοπτική απόφαση. "It is important that a man, who is to be proceeded against summarily for judgement, should know exactly how much he has to pay if he wishes to stay the action and should not be called upon to take the risks of calculation." Στην απόφαση Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου
(1997)1 ΑΑΔ 61, 66, λέχθηκε ότι η Δ.18 πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Αυτό σημαίνει ότι ο Ενάγοντας πρέπει ξεκάθαρα να αποδείξει την απαίτησή του. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι θα πρέπει να προβεί σε αχρείαστη παράθεση όλων των γεγονότων της έκθεσης απαιτήσεως στην Αίτηση για συνοπτική απόφαση. Τα ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση, πρέπει με την Αίτηση να επαληθεύονται. Όμως εάν με βάση το κλητήριο ένταλμα ή την έκθεση απαίτησης δεν εκτίθενται τέτοια γεγονότα ώστε να προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται στην απαίτηση, τότε δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18Θ.
  1. Ο Ενάγοντας δεν έχει παραθέσει τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων να προκύπτει αδιαμφησβήτητα ότι δικαιούται συνοπτική απόφαση. Η απόφαση ημερομηνίας 10/10/2017 στα πλαίσια της αγωγής 2163/2017 μεταξύ άλλων διαδίκων, δεν δημιουργεί δεδικασμένο σε σχέση με το ζήτημα της αποζημίωσης των καταθέσεων. Tο ζήτημα της αποζημίωσης είναι αρμοδιότητα ξεχωριστού νομικού προσώπου που λειτουργεί εντός συγκεκριμένου νομικού πλαισίου και στην περίπτωση που καταθέτης δεν έχει αναγνωριστεί και δεν έχει αποζημιωθεί, δύναται να απαιτήσει την αποζημίωση των καταθέσεων του εντός 2 ετών από την ημερομηνία από την οποίαν οι εν λόγω καταθέσεις καθίστανται μη διαθέσιμες καταθέσεις. Ο Ενάγοντας υπέβαλε την απαίτησή του, αλλά δεν του αναγνωρίστηκε δικαίωμα ως καταθέτης και για τούτο καταχώρησε την αγωγή. Ο σκοπός της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση για συνοπτική απόφαση, είναι για να δείξει ότι ο Ενάγοντας έχει στην κατοχή του αποδεκτή μαρτυρία βάσει της οποίας δικαιούται απόφαση στην αγωγή. Αυτή η μαρτυρία είναι αναγκαία. Είναι βάσει αυτής της μαρτυρίας, που εάν αποδειχθεί ότι είναι η αλήθεια κατά την ακροαματική διαδικασία, ο Ενάγοντας θα αποδείξει ότι δικαιούται απόφαση στην αγωγή. Η επαλήθευση πρέπει να δείχνει ότι δεν υπάρχουν επίδικα θέματα στην αγωγή και ότι ο Ενάγοντας βάσει αυτής της μαρτυρίας, δικαιούται απόφαση δυνάμει του νόμου. Στην προκειμένη, σκοπός της παρούσας διαδικασίας, είναι ο καθορισμός των δικαιωμάτων του Ενάγοντα ως καταθέτης. Τα δικαιώματα αυτά είναι το επίδικο ζήτημα της παρούσας αγωγής, επομένως δεν επαληθεύεται το δικαίωμα αυτό εφόσον δεν έχει ακόμη διαγιγνωσθεί. Κάθε έκθεση απαιτήσεως, πρέπει να περιέχει όλα τα γεγονότα αναγκαία για να στοιχειοθετείται η αξίωση. Η Δ.19Θ.4 προνοεί ως ακολούθως: "Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are, to be proved." Αυτή η υποχρέωση δε είναι τυπική, αλλά ουσιαστική. Το κλητήριο ένταλμα που δεν περιέχει τα γεγονότα που να στοιχειοθετεί την αξίωση του Ενάγοντα, πάσχει και είναι ελαττωματικό. Το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να περιέχει αρκετά γεγονότα από τα οποία να προκύπτει ποιο είναι το αγώγιμο δικαίωμα και να πληροφορείται ο Εναγόμενος επαρκώς για την υπόθεση που έχει να αντιμετωπίσει. Σύμφωνα με το Annual Practice Book 1953, η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.19Θ.4 είναι το O.20 r.
  2. Στην αγγλική απόφαση Philipps v. Philipps & Others [1878] 4 QBD 127 επεξηγήθηκε ποια είναι η σημασία να υπάρχει συμμόρφωση σ' αυτήν τη διάταξη και τονίστηκε ότι συμμόρφωση προς τους θεσμούς σε σχέση με τα αναγκαία γεγονότα που πρέπει να υπάρχουν στην έκθεση απαίτησης, δεν είναι τυπική υποχρέωση. "I have always said that a plaintiff cannot be permitted to go to trial and say that he was entitled to a sum of money, but that he cannot give the defendant any particulars of it. It is impossible that a plaintiff can plead embarrassing pleadings contrary to the rules that have been framed for making them clear and distinct on the surmise that there may be difficulty in stating that which the rules require. The object of the rules is threefold. It is that the plaintiff may state what his case is for the information of the defendant.secondly, that the defendant may be at liberty to say that the statement is not sufficient in point of law.and thirdly, that the defendant instead of being driven to deny everything by an ambiguous and uncertain statement involving conclusions of law as well as actual facts and so going down to try an expensive issue, may be at liberty to single out any one statement and to answer it." Στην υπόθεση Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska
(1972)1 CLR 130, 140 λέχθηκε ότι η ένορκη δήλωση που καταχωρείται από τον Εναγόμενο διά να προβάλει ένσταση στην Αίτηση για συνοπτική απόφαση, δεν αποτελεί διάβημα με το οποίο ο Εναγόμενος υποτάσσεται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Πρέπει πρώτα το Δικαστήριο να διαπιστώσει εάν έχει τη δικαιοδοσία. Η ύπαρξη τέτοιας δικαιοδοσίας, αντλείται αποκλειστικά από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. " [I]t is not legitimate to expect to file an application with an affidavit not complying with the rule and so get information on oath as to the nature of the defendant's defence. So if there is no such affidavit as is required by order 18 r. 1 there cannot be jurisdiction under that Order to give judgement. A defendant making a defence to the merits in addition to taking a preliminary objection as to the sufficiency of the affidavits filed by the applicant -plaintiff should not be taken as submitting to the jurisdiction of the Court. It should be examined if the plaintiff by his application has brought himself within the ambit of the order". Προαπαιτούμενο για την επαλήθευση της απαίτησης, είναι απόφαση για αποζημίωση από την αρμόδια αρχή η απόφαση του Δικαστηρίου που να έχει διαγνώσει το δικαίωμα του Ενάγοντα σε αποζημίωση, με βάση το άρθρο 27 του νόμου. Ως εκ τούτου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι Αιτητές έχουν εκθέσει τέτοια γεγονότα ώστε να προκύπτει ξεκάθαρα ότι δικαιούνται στην απαίτηση και ότι αυτά τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση, έχουν επιβεβαιωθεί δεόντως και θετικά με τη μαρτυρία του Ενάγοντα ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18Θ.1. Παρ' όλο ότι δικαιολογείται η διακοπή της εξέτασης της Αίτησης μόνο για τον λόγο ότι η διαφορά δεν εμπίπτει στις ξεκάθαρες περιπτώσεις που το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να εξετάσει θέμα έκδοσης συνοπτικής απόφασης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο υπάρχει ζήτημα προς εκδίκαση με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που έχουν θέσει ενώπιον μου οι Καθ' ων η Αίτηση. Στην περίπτωση που το βάρος έχει μετατοπιστεί στον Εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή Υπεράσπιση στην αγωγή, η ένορκη του δήλωση θα πρέπει να περιέχει επαρκή γεγονότα και στοιχεία για την ύπαρξη Υπεράσπισης. Η απλή αναφορά σε αόριστους και ασαφείς ισχυρισμούς, δεν μπορεί να μετατοπίσει αυτό το βάρος επειδή τέτοιοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να εξεταστούν και να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο διά να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι υπάρχει καλή Υπεράσπιση. [Βλ. Hermes Insurance Co. Ltd (πιο πάνω)]. Η αναφορά σε αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν είναι εμπεδωμένοι με γεγονότα και/ή στοιχεία, δεν μπορούν να θεμελιώσουν το απαιτούμενο υπόβαθρο αναγκαίο για τη διαπίστωση καλής Υπεράσπισης. Η ένορκη δήλωση πρέπει να έχει τις απαιτούμενες λεπτομέρειες από τις οποίες να προκύπτει ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση (bona fide defence). Εάν η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα, τότε πρέπει να δοθεί ανεπιφύλακτα άδεια στον Εναγόμενο να καταχωρήσει Υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι ανώφελο όπως έχει λεχθεί και στο Annual Practice 1958, σελ. 248, ο Ενάγοντας να προσκρούσει τα γεγονότα που έχει προβάλει ο Εναγόμενος με πρόσθετα γεγονότα, διότι η ανάγκη του Ενάγοντα να προσθέσει και άλλα γεγονότα προς υποστήριξη της Αιτήσεως του, υποδηλοί ότι πρέπει να εκδικαστεί η αγωγή και να ακουστεί μαρτυρία. Εάν εκδοθεί απόφαση κατόπιν ακρόασης συνοπτικής Αιτήσεως, ο Εναγόμενος στερείται το δικαίωμα της δίκης, επομένως είναι ένα εξαιρετικό μέτρο που πρέπει να λαμβάνεται μόνο στην απουσία επίδικου θέματος προς εκδίκαση. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Ltd. V. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAΔ 239 τονίστηκε και πάλι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά στις σελ. 243-244: "Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές, όσο και από τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει Υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης Υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή Υπεράσπιση και ουσιαστική Υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την Υπεράσπισή του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για Υπεράσπιση. Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την Υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση, τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο". Το Εφετείο επεξήγησε στην απόφαση N.V. Caterchef Ltd. v P.C.P. Electronics, 1 ΑΑΔ 1912
(1999), ότι η Υπεράσπιση του Εναγόμενου πρέπει να εκθέτει με σαφήνεια συγκεκριμένα γεγονότα με τρόπο που να εκφράζεται μία καλόπιστη και ολοκληρωμένη Υπεράσπιση. Παρ' όλο ότι η ένσταση των Εναγομένων δεν πρέπει να στερείται πειστικότητας στον βαθμό που να είναι έκδηλη η ανυπαρξία Υπεράσπισης, δεν σημαίνει ότι υπάρχει ένας καθορισμένος βαθμός πειστικότητας που να υπαγορεύει πότε ένας Εναγόμενος δικαιούται να υπερασπιστεί. Δεν είναι ανάγκη όλα τα επιχειρήματα των Εναγομένων να έχουν τεθεί ολοκληρωμένα και με λεπτομέρεια ή εκεί μόνο που τα επιχειρήματα τους είναι πειστικά και αληθοφανή για να τους επιτραπεί να υπερασπιστούν. Η συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο, όταν το Δικαστήριο είναι τόσο βέβαιο από τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του που δεν χρειάζεται να ακούσει την υπόθεση ώστε να προβεί στην κρίση ότι η Υπεράσπιση που προβάλλεται είναι αστήρικτη. Εκεί όμως που εύλογα τίθενται κάποια ζητήματα ενώπιον του Δικαστηρίου προς κρίση, διαπίστωση και επίλυση, είναι δίκαιο τα πιο πάνω να τα διενεργήσει το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την υπόθεση. Η πιο πάνω προσέγγιση είναι σύμφωνη και με την επισήμανση του Εφετείου στην απόφαση Ευάγγελος Λαζάρου ν. Γιάννης Μακεδόνας 1 ΑΑΔ 817, όπου λέχθησαν τα ακόλουθα: "It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant's own evidence, and that the court cannot reject an assertion on the simple ground that is inherently incredible." Οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν ως επίδικο ζήτημα, ότι οι αποφάσεις του ΣΕΚ ως οργανισμός δημοσίου δικαίου σε σχέση με την αναγνώριση επιλέξιμων καταθέσεων, είναι εκτελεστές διοικητικές πράξεις που αναθεωρούνται στα πλαίσια αναθεωρητικής δικαιοδοσίας ως πράξεις οργανισμών. Η εποπτεία των οργανισμών δημοσίου δικαίου όπως και όλων των δημόσιων υπηρεσιών, ανάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Υπουργικού Συμβουλίου βάσει του άρθρου 54(δ) του Συντάγματος. (βλ. ΡΙΚ ν. Καραγιώργη 3 ΑΑΔ 159
(1991). Το πρώτο ζήτημα που με απασχολεί, είναι κατά πόσο στερούμαι την καθ' ύλην αρμοδιότητα για να επιληφθώ της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, το ποσό δεν έχει πληρωθεί όχι επειδή η συγκεκριμένη κατάθεση εντάσσεται στις εξαιρέσεις με βάση τον Κανονισμό 7 του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Ιδρυμάτων Κανονισμών και δυνάμει του άρθρου 32 του νόμου, αλλά επειδή ήταν θέση της επιτροπής με επιστολή ημερ. 02/05/2018 ότι η Αίτηση θα εγκριθεί από τη Διαχειριστική Επιτροπή του ΣΕΚ για την αποζημίωση της κατάθεσης της εταιρείας Lonteni Enteprises Ltd που θα μπορεί να γίνει έμβασμα σε λογαριασμό που κατέχεται από τη Lonteni Enteprises Ltd προς όφελος του Ενάγοντα. Αυτό διαφέρει από την περίπτωση που πραγματεύτηκε το Διοικητικό Δικαστήριο στα πλαίσια της υπόθεσης CDRF Ltd. v ΣΕΚ 174/2018 ημερ. 26 Φεβρουαρίου 2021 που αφορούσε την αναθεώρηση απόφασης, στην οποίαν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε να μην καταβάλει αποζημίωση στην Αιτήτρια επειδή αυτή εμπίπτει ως καταθέτης κάτω από τον ορισμό χρηματοδοτικός οργανισμός ή επιχείρηση επενδύσεων και επομένως εξαιρείται αποζημίωσης από το ΣΕΚ. Η δική μας περίπτωση, διαφέρει επειδή η εταιρεία Lonteni είχε αναγνωριστεί ως καταθέτης της FBME Cyprus Branch, αλλά δεν καταβλήθηκε το ποσό της αποζημίωσης στον Ενάγοντα σε προσωπικό λογαριασμό που έχει υποδείξει. Ανάλογα με τη φύση της πράξης, ήτοι παράλειψη της επιτροπής να προχωρήσει σε έμβασμα της αποζημίωσης σε τραπεζικό λογαριασμό του Ενάγοντα, εγείρεται επίδικο θέμα κατά πόσο έχω την εξουσία να αναθεωρήσω αυτήν την απόφαση προκειμένου να ικανοποιήσω την αξίωση του Ενάγοντα. Στην υπόθεση αναφορικά με την Αίτηση Σιακόλα Πολιτική Αίτηση αρ. 208/2019 ημερομηνίας 23/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:D538 το Εφετείο επιβεβαίωσε την αρχή ότι η ύπαρξη δικαιοδοσίας είναι προαπαιτούμενο στοιχείο που εξετάζεται για κάθε έγκυρη δικαστική απόφαση που εξυπακούει την κρίση του Δικαστηρίου. Διά να εξεταστεί το ανωτέρω, πρέπει πρώτα να προσδιοριστεί η πράξη για την οποίαν επιδιώκεται η αναθεώρηση της προκειμένου να ακυρωθεί. Στην περίπτωση που η απόφαση αφορά την άσκηση εξουσίας δημόσιας αρχής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων αυτής βάσει νόμου, η απόφαση δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο κατά την άσκηση πολιτικής δικαιοδοσίας. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδη ν. Κυπριακή Δημοκρατία Αναθεωρητική Έφεση 6/2013 Υπόθεση Αρ. 1609 ημερομηνίας 10/072019, το Εφετείο κατά την αναθεωρητική του εξουσία επεξήγησε ότι σε ακυρωτικό έλεγχο υπάγονται οι πράξεις δημοσίων αρχών που εντάσσονται στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Διά να γίνει η διάκριση μεταξύ πράξεων δημόσιου δικαίου και υποχρέωσης του δημόσιου οργάνου που σχετίζονται με ιδιωτικά συμφέροντα η ακόλουθη νοητική διεργασία είναι βοηθητική προς ένταξη της πράξης στη σωστή της διάσταση: Υπεισέρχεται, εν προκειμένω, η διάκριση της λειτουργίας της Πολιτείας ως φορέα δημόσιας εξουσίας (imperium) ή ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αναγόμενο στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου (fiscus). Η διάκριση εξηγήθηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχή Λιμένων Κύπρου
(1992)1 ΑΑΔ 882, με αναφορά στον επιδιωκόμενο σκοπό ο οποίος συνιστά και το ουσιαστικό κριτήριο: «Εμπειρική υπήρξε η προσέγγιση στην ταξινόμηση των διοικητικών πράξεων ως προς το πεδίο δικαίου, δημόσιο ή ιδιωτικό, στο οποίο επενεργούν. Η ουσία και όχι ο τύπος ή η μορφή την οποίαν λαμβάνει η πράξη, συνιστά το κριτήριο για την κατάταξή τους σε πράξεις εξουσίας ή πράξεις διαχείρισης. Η διάκριση των δυο τομέων δικαίου και τα κριτήρια για το διαχωρισμό τους, απασχόλησαν το Ανώτατο Δικαστήριο ειδικά στην Antoniou and Others v.Republic
(1984)3 C.L.R. 623 και Machlouzarides v. Republic
(1985)3 C.L.R. 2342. Ο σκοπός για τον οποίον λαμβάνεται η απόφαση ή γίνεται πράξη σε συνάρτηση με τις εξουσίες δημόσιας αρχής, αποτελεί τον γνώμονα για την ταξινόμησή τους στο ένα ή το άλλο πεδίο του δικαίου. Εφόσον η πράξη ανάγεται ή σχετίζεται με την επίτευξη των σκοπών δημόσιας αρχής ή οργάνου, αυτή επενεργεί στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Δημόσιος σκοπός είναι εκείνος για τον οποίον εξ' αντικειμένου το κοινό ή τμήμα του έχουν εκ της φύσεως των πραγμάτων συμφέρον στην ευόδωσή του. Στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου, εμπίπτουν όχι μόνο πράξεις διαχείρισης δημόσιας αρχής ή οργάνου, αλλά και μονομερείς πράξεις κρατικής εξουσίας που έχουν ως αντικείμενο τη ρύθμιση ή διακανονισμό δικαιωμάτων στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου [βλ. The Greek Registrar of Co-Operative Societies v. Nicos Nicolaides
(1965)3 C.L.R. 164]. Γνώμονα για τη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των επηρεαζόμενων, σ' αυτό το πεδίο λειτουργίας δημόσιας αρχής ή οργάνου, συνιστούν οι σχετικές αρχές του ιδιωτικού δικαίου και όχι η προώθηση οποιουδήποτε δημόσιου σκοπού τον οποίον η αρχή είναι επιφορτισμένη να προάγει. Σ' αυτήν την κατηγορία ανήκουν, όπως έχει νομολογηθεί, αποφάσεις των κτηματολογικών αρχών, ρυθμιστικές δικαιωμάτων ακίνητης ιδιοκτησίας, καθώς και αποφάσεις άλλων αρχών που αφορούν συμβατικά ή περιουσιακά δικαιώματα σε κινητά [βλ. μεταξύ άλλων, Savvas Yianni Valana v. Republic (ανωτέρω) (διόρθωση λάθους στα κτηματολογικά μητρώα). Achilleas HadjiKyriakou v. Theologia Hadjiapostolou and Others (ανωτέρω) (επίλυση συνοριακής διαφοράς). Theocharis Charalambides v. Republic, 4 R.S.C.C. 24 (καθορισμός ημερομηνίας για τη καταναγκαστική πώληση περιουσίας). George Asproftas v. Republic
(1973)3 C.L.R. 366 (αίτηση για εγγραφή ακινήτου). Hellenic Bank v. Republic
(1986)3 C.L.R. 481 (εγγραφή υποθήκης βάσει του περί Εταιρειών Νόμου). Elias Petrou and Others v. The New Co-Operative Society of Karpashia, 3 R.S.C.C. 58 (εγγραφή μελών στο μητρώο συνεργατικών). Photiades v. Republic,
(1988)3 C.L.R. 2084 (ανανέωση συνεταιρισμού) ].» Η διάκριση έχει επίσης εξηγηθεί στην Κολοκάσης ν. Δημοκρατίας
(2008)3 ΑΑΔ 373, ως ακολούθως: «Σύμφωνα με καλά καθιερωμένες αρχές του διοικητικού δικαίου, πράξεις εξουσίας (imperium) οι οποίες ανάγονται στο δημόσιο δίκαιο, είναι εκείνες που η διοίκηση ασκεί δημόσια εξουσία, δηλαδή εμφανίζεται έναντι των διοικουμένων επί εξουσιαστικής βάσης. Από την άλλην, πράξεις διαχείρισης (fiscus) αφορούν στην προστασία του οικονομικού ή ταμιευτικού συμφέροντος της δημόσιας αρχής. Στην κατηγορία αυτήν, η διοίκηση δρα ισότιμα έναντι του διοικουμένου χωρίς να επιβάλλει την εξουσία της σ' αυτόν. Συνήθης περίπτωση είναι η διαχείριση ή εκμετάλλευση της περιουσίας του κράτους ή άλλες πράξεις οι οποίες μπορεί να συνδέονται με τη λειτουργία δημόσιας αρχής, αλλά έγιναν με τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου». Το κατά πόσο ο Ενάγοντας θα μπορούσε να κριθεί καταθέτης, φαίνεται να είναι το ζητούμενο ερώτημα και πρέπει να κριθεί κατά πόσο αυτή η κατάταξη αφορά πράξη διαχείρισης που ρυθμίζει ιδιωτικό συμφέρον. Ο νόμος προβλέπει την έγερση αγωγής στην περίπτωση που αποζημίωση δεν καταβληθεί μετά από αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, η μη πληρωμή της αποζημίωσης οφείλεται στο γεγονός ότι ο καταθέτης που ορίζεται στον νόμο ως ο κάτοχος του λογαριασμού, διαφέρει από το πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι είναι ο πραγματικός καταθέτης. Ο Ενάγοντας δεν έχει υποδείξει λογαριασμό στο όνομα της εταιρείας που να καθορίζει τον Ενάγοντα ως δικαιούχο 'in trust' της εταιρείας. Δεν είναι επί του παρόντος η οριστική κρίση επί του ζητήματος, αλλά το Δικαστήριο μπορεί να δώσει άδεια για Υπεράσπιση εκεί οπού εκτίθεται νέο και περίπλοκο νομικό ζήτημα το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί. Επιπρόσθετα ως έχω υποδείξει πιο πάνω, στις δύο δικαστικές αποφάσεις που έχει επισυνάψει ο Ενάγοντας, δεν είναι διάδικος το ΣΕΚ και έτσι εντοπίζεται τουλάχιστον ένα ζήτημα προς εκδίκαση κατά πόσο το ΣΕΚ δεσμεύεται να πληρώσει αποζημίωση απευθείας στον Ενάγοντα ενόψει τούτου. Περαιτέρω, η απόφαση στην αγωγή 2163/2017 δεν τέθηκε υπόψη του ΣΕΚ κατά την υποβολή του αιτήματος για αποζημίωση, καθότι η έκδοση της απόφασης στα πλαίσια της αγωγής 2163/2017, εκδόθηκε την 16/01/2020 αφού είχαν παρέλθει τα δύο χρόνια από την ημερομηνία από την οποίαν οι καταθέσεις της FBME Cyprus Branch είχαν καταστεί μη διαθέσιμες καταθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 27
(5)που δίδει δικαίωμα σε καταθέτη να εγείρει αγωγή. Τέλος και πιο σημαντικό, το δικαίωμα του Ενάγοντα να αναγνωριστεί ως καταθέτης, είναι το ερώτημα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει στα πλαίσια της αγωγής στην περίπτωση που κριθεί ότι είναι αρμόδιο ήτοι, να αποφανθεί επί του δικαιώματος του Ενάγοντα ως καταθέτης. Οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν υποδείξει ότι στα πλαίσια της απόφασης που λήφθηκε από το ΣΕΚ στις 09/94/2009, αποφασίστηκε ότι έγγραφα που διαφοροποιούνται ως προς τη φύση ενός τραπεζικού λογαριασμού από την εικόνα των αρχείων της FBME Cyprus Branch κατά την 9 Απριλίου 2016, δεν λαμβάνονταν υπόψη. Το άρθρο 7 του νόμου προβλέπει ότι 'οι καλυπτόμενες από το ΣΕΚ καταθέσεις, το επίπεδο και το νόμισμα κάλυψης, η περίοδος και οι μέθοδοι αποπληρωμής καθορίζονται στους κανονισμούς'. Οι κανονισμοί ορίζουν τον καταθέτη ως τον κάτοχο του λογαριασμού. Η συγκεκριμένη κατάθεση κρίθηκε επιλέξιμη και αποφασίστηκε η μέθοδος αποπληρωμής της στον κάτοχο του λογαριασμού αλλά με δικαιούχο τον Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας με την Αίτηση του έχει ζητήσει να γίνει απευθείας έμβασμα σε προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό, διότι ως ανέφερε, η περίπτωση του είναι ειδική περίπτωση. Επί του αιτήματος που τέθηκε ενώπιον του Εναγόμενου 2 ημερομηνίας 12/03/2018, σημείωσε ως ακολούθως 'ο πελάτης μας πίστευε ότι αυτός κατείχε την τελική κυριότητα (beneficial ownership) της Lonteni'. Η πιο πάνω τοποθέτηση είναι αντίθετη με αυτά που ανέφερε αρχικά για να προωθήσει τη θέση ότι αυτός ήταν πραγματικός ιδιοκτήτης της εταιρείας, ήτοι ότι υπέγραψε κενό έντυπο μεταβίβασης των μετοχών, αφού αγόρασε ως ανέφερε την εταιρεία. Το να πίστευε ότι ήταν δικαιούχος και όχι μέτοχος της εταιρείας, είναι διαφορετικό από του να πίστευε ότι ήταν όντως ιδιοκτήτης της εταιρείας ώστε να θεωρείται ότι η ιδιότητα του ως ιδιοκτήτης του νομικού προσώπου τον κατατάσσει στην ίδια θέση με τον καταθέτη. Τα πιο πάνω προβλήματα δεν πρέπει να πέρασαν απαρατήρητα και ο Καθ' ου η Αίτηση 2 που επιτελεί το καθήκον διαχείρισης του συστήματος προς όφελος επιλέξιμων καταθέσεων σε νομοθετικό πλαίσιο εναρμόνισης του συστήματος με την ευρωπαϊκή οδηγία 2014/49/ΕΕ που σκοπός της είναι σύμφωνα με το προοίμιο της οδηγίας, να διατηρεί την αρχή του εναρμονισμένου ύψους ανά καταθέτη και όχι ανά κατάθεση. Σύμφωνα με την οδηγία, είναι ως εκ τούτου σκόπιμο να ληφθούν υπόψη οι καταθέσεις καταθετών που είτε δεν αναφέρονται ως δικαιούχοι του λογαριασμού είτε δεν είναι οι μόνοι δικαιούχοι του λογαριασμού. Το όριο αυτό θα πρέπει να εφαρμόζεται για κάθε καταθέτη του οποίου διαπιστώνεται η ταυτότητα. Η αρχή ότι το ύψος εφαρμόζεται για κάθε καταθέτη του οποίου διαπιστώνεται η ταυτότητα δεν θα πρέπει να ισχύει στην περίπτωση των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, οι οποίοι υπόκεινται σε ειδικούς κανόνες προστασίας που δεν υπάρχουν για τις εν λόγω καταθέσεις. Κατά συνέπεια, όφειλε να εξακριβώσει την ταυτοποίηση του κατόχου του λογαριασμού, ώστε να διαφυλάξει τους πόρους του συστήματος. Και δεν είναι δυνατόν να μην υπήρχε προβληματισμός κατά τη λήψη της συγκεκριμένης απόφασης, αφού ο ορισμός του καταθέτη στη βάση των κανονισμών και της νομοθεσίας, είναι ίδιος ορισμός με τον ορισμό του άρθρου 2
(6)επί της ευρωπαϊκής οδηγίας. Σε κάθε περίπτωση, ο κύβος ερρίφθη και λήφθηκε η συγκεκριμένη απόφαση και σκοπός της αγωγής, είναι να αναγνωριστούν τα δικαιώματα του συγκεκριμένου καταθέτη στη βάση της απαίτησης που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό είναι το ζητούμενο που επιχειρεί ο Αιτητής με την παρούσα αίτηση να το προκαταβάλει, ενώ αυτός είναι το πρόσωπο που αποτάθηκε στο Δικαστήριο προς διάγνωση των δικαιωμάτων του έναντι του συστήματος. Η πιο πάνω κρίση χρήζει σφαιρικής αντίληψης των συνθηκών και των γεγονότων να παρέχεται σε κάθε διάδικο η ευκαιρία να προβάλλει τις δικές του θέσεις και τη μαρτυρία του, καθώς επίσης να παρέχεται στον κάθε διάδικο η ευκαιρία να αμφισβητήσει τις θέσεις της άλλης πλευράς μέσω της αντεξέτασης. Η επίλυση προς όφελος του Ενάγοντα τέτοιου πολυσύνθετου ζητήματος εκ προοιμίου στο στάδιο αυτό με δεδομένο του επιπόλαιου και επιφανειακού τρόπου που έχει εγερθεί, δεν είναι δίκαιο στο παρόν στάδιο, εφόσον το Δικαστήριο σ' αυτές τις Αιτήσεις θα πρέπει να εντοπίζει επίδικα θέματα προς εκδίκαση και όχι να τα επιλύει. Ένα είναι το σίγουρο, ότι υπάρχουν πραγματικά ζητήματα που πρέπει να επιλυθούν και ενόψει των αμφισβητήσεων που υπάρχουν, η υπόθεση του Ενάγοντα δεν είναι αυταπόδεικτη και θα πρέπει να την αποδείξει με τον παραδοσιακό τρόπο, ως ορίζει το άρθρο 30 του Συντάγματος. Τα όσα έχουν προβληθεί από τους διαδίκους στα πλαίσια της Αίτησης χρήζουν αξιολόγησης. Ενόψει των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, διαπιστώνω ότι υπάρχει τουλάχιστον ένα ζήτημα προς εκδίκαση. Η έκδοση απόφασης σ' αυτό το στάδιο και υπό αυτές τις περιστάσεις εναντίον της Εναγόμενης, θα αποτελούσε άδικη και αυθαίρετη άρνηση της δικαιοσύνης. Κατά συνέπεια, η Αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.