COMPULEVEL DISTRIBUTORS LTD ν. W.G.T. WHITE GLOBAL TECHNOLOGY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 307/2022, 13/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A57 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Θ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 307/2022 Μεταξύ: COMPULEVEL DISTRIBUTORS LTD Ενάγουσα -και- W.G.T. WHITE GLOBAL TECHNOLOGY LIMITED Εναγόμενη Ημερομηνία: 13 Μαρτίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα. Κουντούρη Για Εναγόμενη: κ. Μπετίτο Απόφαση (Ex Tempore) Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αγωγή, η Ενάγουσα εταιρεία (στο εξής «η Ενάγουσα»), επιδιώκει την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας (στο εξής «η Εναγόμενη») για το ποσό των €163.301,16, εδραζόμενη σε αριθμό νομικών βάσεων, ως αυτές προκύπτουν από το κυρίως σώμα και παρακλητικό του Κλητηρίου Εντάλματος. Η Αγωγή προωθείται με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, το οποίο επιδόθηκε στην Εναγόμενη, με την τελευταία, στις 20.05.2022, να καταχωρεί σημείωμα εμφάνισης. Στις 07.09.2022, καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση με την οποία η Ενάγουσα επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως ανωτέρω. Την επίδικη αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση ενός εκ των διευθυντών της Ενάγουσας, στην οποία γίνεται αναφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Εν συντομία, εκείνο που στην ουσία προβάλλεται μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, είναι ότι η σχέση των διαδίκων διήρκησε από το 2016 μέχρι το 2019, και αφορούσε στην αγορά από την Εναγόμενη διαφόρων προϊόντων που πωλούσε η Ενάγουσα, με την τελευταία να διατηρεί, προς τούτο, κατάσταση λογαριασμού, την οποία χρεοπίστωνε ανάλογα με τις διάφορες συναλλαγές, αλλά και πληρωμές που γίνονταν έναντι του εκάστοτε υπολοίπου. Σε κάποια στιγμή, και συγκεκριμένα περί το 2019, η Ενάγουσα καταχώρησε την αγωγή υπ' αριθμό 1674/2019, εναντίον της Εναγόμενης, για το τότε υπόλοιπο. Η εν λόγω αγωγή διευθετήθηκε, αφού προηγουμένως η Εναγόμενη αποδέχτηκε την ορθότητα του υπολοίπου που αναφερόταν στη σχετική κατάσταση λογαριασμού, που διατηρούσε η Ενάγουσα, και προς τούτο, υπεγράφη συγκεκριμένη συμφωνία αναγνώρισης χρέους, επί της οποίας επισυνάπτεται τόσο αντίγραφο της εν προκειμένω κατάστασης λογαριασμού, όσο και αυτά, τούτα τα πρωτότυπα τιμολόγια στη βάση των οποίων σχηματίστηκε και διατηρείτο ο εν λόγω λογαριασμός. Ήταν δε μέρος της συμφωνίας των μερών, η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, όπως η Εναγόμενη εξοφλήσει την οφειλή της διά συγκεκριμένων μηνιαίων δόσεων. Πάντα κατά τα προβαλλόμενα από την Ενάγουσα γεγονότα, η Εναγόμενη ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι της επίδικης οφειλής της, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή. Είναι στην ουσία η θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη δεν νομιμοποιείται να εγείρει οποιανδήποτε Υπεράσπιση, αφού, αφενός έχει αποδεχθεί, διά της αναγνώρισης του επίδικου χρέους της, την προς αυτή οφειλή της, και αφετέρου, δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντί της. Η Εναγόμενη καταχώρισε ένσταση στην επίδικη αίτηση. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ με λεπτομέρεια στους αναφερόμενους στο κύριο σώμα αυτής λόγους ένστασης. Και τούτο γιατί, κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, ο συνήγορος της Εναγόμενης περιόρισε κατά πολύ τα επίδικα ζητήματα, λέγοντας ότι, ο μόνος λόγος επί του οποίου επιζητείται η απόρριψη της επίδικης αίτησης, είναι γιατί, στη βάση των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, αναδεικνύεται εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση ή τέτοια γεγονότα που επιβάλλουν όπως η απόφανση επί της διαφοράς να προκύψει κατόπιν διεξαγωγής κανονικής δίκης και όχι στα πλαίσια μίας αίτησης η υπό εξέταση, η οποία αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε εξαιρετικές ξεκάθαρες περιπτώσεις, που δεν είναι η παρούσα. Έχω διεξέλθει τα δικόγραφα αμφοτέρων των πλευρών, και έχω κατά νου το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεών τους, οι οποίες έχουν αναρτηθεί στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης. Νομική Πτυχή Δυνάμει της Δ.18, θ,1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία της Αγγλικής Δ.14 όπως είχε πριν τις τροποποιήσεις του 1962, το Δικαστήριο αντλεί εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις μόνο όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του μόνο για σκοπούς καθυστερήσεως (Jones v. Stones
(1984)A.C.122). Βάση της Δ.18, θ.1, μπορεί να εκδοθεί απόφαση, χωρίς να καθοριστούν τα δικαιώματα των διαδίκων με πλήρη διεξαγωγή δίκης, στερώντας έτσι τον εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Συνεπώς, απόφαση δυνάμει της Δ.18, θ1 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή αυτή και μόνο σε εκείνες τις υποθέσεις τα γεγονότα των οποίων εμφανέστατα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης (Roberts v. Plant
(1985)1 Q.B.597, 603). Η πλήρωση των τριών προϋποθέσεων που θέτει η Δ.18, θ1, συναρτάται άμεσα με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αν ο ενάγων δεν ικανοποιήσει αυτές τις προϋποθέσεις, το θέμα του κατά πόσο ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή δεν εγείρεται. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18-θ.1(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθες: · Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2-θ.6. · Ο Εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση. · Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και την αξίωση, ο οποίος να δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αν ο ενάγων ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί στην υπόθεση (Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R.265, CYEMS CO. Ltd. v. Central Co-operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 C.L.R.897 και Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides
(1983)1 C.L.R.333). Ως προς την τρίτη προϋπόθεση σχετικές είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Stavrinides v. Ceskolovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R130,135-7, Symont & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited
(1912)1 C.L.R.259,266-7, Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(B) A.A.Δ.782 και The Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Δ) Α.Α.Δ.
- Η Δ.18-θ.2 προνοεί ότι, μια αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση το θ.1 πρέπει να συνοδεύεται με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.
- Ένας Αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ.124, παρ.14-2-5, στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.
- «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: "the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £../ for .. and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action.» Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), η οποία πραγματεύεται το ζήτημα της καταλληλότητας ομνύοντα ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει αίτηση, ως η υπό εξέταση, το Ανώτατο Δικαστήριο, αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Σημειώνει, συναφώς, πως, η Δ.39, θ.2, περιορίζεται σε άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση. Αναγνωρίζεται στην περίπτωση που η Ενάγουσα είναι εταιρεία, πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της, για να καταλήξει, πως το ζήτημα του κατά πόσο η Ενάγουσα ικανοποίησε την τρίτη πιο πάνω αναφερόμενη προϋπόθεση, κρίνεται στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Πρέπει να υπερτονιστεί ότι, το ζήτημα της καταλληλόλητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18 θ.1, είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού. Άδεια Υπεράσπισης H δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας Εναγόμενος που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πρέπει να πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση (Jacobs v. Booths Distillery Co.
(1901)85 L.B.262 και Knapp - Fisher v. Crish
(1936)3 All E.R.500). Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ως ήταν τότε) Γ. Νικολάου στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 Α.Α.Δ 418 με αναφορά στην CYEMS CO v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R 897 στις σελ. 902-905 και τις εκεί αναφερόμενες αγγλικές αποφάσεις: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18 .......» Στη Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides (ανωτέρω), αναφέρθηκε ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του Εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς, του εναγόμενου, για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρίσει υπεράσπιση για δύο βασικούς λόγους: · Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και/ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση αυτών εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει ενώπιον του για να τα εξέταζε με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια. · Η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός Εναγομένου προσκρούει στη νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο λεκτικό της Δ.18-θ.1(α), ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγομένου («condescend upon particulars»). Η αναγκαιότητα να εκτίθενται συγκεκριμένα γεγονότα και ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, τονίστηκε και πάλι στην στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. v. Νέστωρα Χ'Νέστωρος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.204. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ.239 (δέστε επίσης VIDISAVA SUBOTIC v. Δήμου Στυλιανίδη,
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.22), επανατονίστηκε ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά του έντιμου Δικαστή (ως ήταν τότε) Αρτέμη που έδωσε την απόφαση του Δικαστηρίου στις σελ. 243-244: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκή του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS CO LTD v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 CLR 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Ένας εναγόμενος για να εξασφαλίσει το δικαίωμα της υπεράσπισης χωρίς όρους, πρέπει να καταδείξει την ύπαρξη δικασίμου θέματος. Όπως λέχθηκε στην N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. σελ. 1912, το κριτήριο αυτό δεν ικανοποιείται, εκτός εάν παρασχεθούν λεπτομέρειες σε λογική έκταση. Διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σχεδόν σε κάθε περίπτωση, να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, με αποτέλεσμα την αχρήστευση του κριτηρίου αυτού. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση Αίτηση στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο που τη διέπει Αν και, από το κυρίως σώμα της έκθεσης απαίτησης, αλλά και του παρακλητικού της, δεν προκύπτει ξεκάθαρη αναφορά στη νομική βάση του παραδεδεγμένου λογαριασμού (account stated), εντούτοις, τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ως αυτά προκύπτουν από τις δικογραφημένες σχετικές θέσεις της Ενάγουσας, οδηγούν σε αυτήν τη νομική βάση, χωρίς να αγνοείται ότι δικαιολογούν και την εξέταση άλλων νομικών βάσεων. Είναι ξεκάθαρη η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι στην ουσία διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού, η οποία κοινοποιήθηκε προς την Εναγόμενη και η οποία Εναγόμενη μελέτησε τούτη, και ρητώς αποδέχθηκε την ορθότητά της. Είναι, δε, περαιτέρω η θέση της Ενάγουσας, ότι η Εναγόμενη δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό εναντίον της οφειλής της. Τούτα αρκούν, θεωρώ, για να αναδειχθεί ότι, στην ουσία, αν και εφόσον, η Ενάγουσα αποδείξει τους ισχυρισμούς της αυτούς, δικαιούται σε απόφαση επί τη βάση της νομικής βάσης του παραδεδεγμένου λογαριασμού. Και τούτο γιατί, στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστής της υπό διάλυση εταιρείας Loukos Trading Co Ltd και Άλλος ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 610, αναφέρθηκε ότι, «παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση». Επίσης, το δικαίωμα και/ή εξουσία του Δικαστηρίου να αποδίδει θεραπεία για νομική βάση, που ενδεχομένως δεν αναφέρεται επί του κλητηρίου εντάλματος, πλην όμως, τα εκεί αναφερόμενα κατ' ισχυρισμό γεγονότα δικαιολογούν την απόδοση της, αναγνωρίστηκε σε πλειάδα υποθέσεων, βλέπε ενδεικτικά την υπόθεση, Πολιτική Έφεση Αρ.310/2011, Μελίνα Αλκιβιάδη διά του πατρός και κηδεμόνος αυτής Άλκη Αλκιβιάδη v. The Philips College Ltd, Εμπορευόμενης διά της εμπορικής επωνυμίας Ευρωπαϊκή Ελληνική Σχολή Φίλιπς, απόφαση Ημερομηνίας 21 Μαρτίου 2017. Με δεδομένες τις αναφορές του κυρίου Μπετίτο κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, ότι στην ουσία πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις της διαταγής Δ.18 (κάτι που συμμερίζεται και το Δικαστήριο, μιας και εγκαταλείφθηκε κάθε σχετικός λόγος ένστασης, αλλά προκύπτει και από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό), η Ενάγουσα απέσεισε το βάρος που έφερε δυνάμει της Δ.18 Θ.1, το οποίο έχει τώρα μεταφερθεί στους ώμους της Εναγόμενης, η οποία οφείλει, αν επιθυμεί την απόρριψη της αίτησης, να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση, ή ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, είναι τέτοια που επιβάλλουν τη διεξαγωγής δίκης για σκοπούς απόφανσης επί της διαφοράς των μερών. Εξ αρχής σημειώνω, ότι η θέση της Εναγόμενης ότι κατάφερε να αποσείσει το βάρος αυτό, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, σχετικά με το ζήτημα αυτό, χαρακτηρίζονται από γενικότητα, αοριστία και σε μεγάλο βαθμό παρέμειναν μετέωρα. Εν πάση περιπτώσει, πλείστες όσες τέτοιες αναφορές ανάγονται σε χρόνο πριν τη συνομολόγηση της συμφωνίας αναγνώρισης του χρέους, δηλαδή την αποδοχή της ορθότητας του λογαριασμού, την οποία συμφωνία η Εναγόμενη δεν θέτει εν αμφιβόλω. Πουθενά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν παρατηρείται έστω και γενικός ισχυρισμός που να θέλει τη συμφωνία που υπεγράφη στις 13.08.2021, είτε να περιβάλλεται από κάποια παρανομία, είτε να μην αντικατοπτρίζει τις ελεύθερες προθέσεις των εκεί συμβαλλομένων. Στη βάση αυτού του δεδομένου, ανέτρεξα αμέσως να αναζητήσω αν προβάλλεται οποιαδήποτε άλλη θέση που θα μπορούσε να εκληφθεί ως υπεράσπιση επί τη βάση γεγονότων που έπονται χρονικά της συμφωνίας αυτής. Τίποτα σχετικό δεν έχω ανεύρει στο μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την ένσταση. Κατά συνέπεια κρίνω ότι η Εναγόμενη δεν κατάφερε να αναδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή έστω γεγονότα που δικαιολογούν τη διεξαγωγή δίκης. Έχοντας ήδη ανωτέρω καταγράψει ότι η Ενάγουσα κατάφερε να ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1, και έχοντας, επίσης, αναφέρει ανωτέρω ότι η Εναγόμενη απέτυχε να αποσείσει το βάρος που μεταφέρθηκε στους ώμους της, εκ των πραγμάτων, η επίδικη αίτηση πρέπει να στεφθεί με επιτυχία. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει ότι δικαιούται σε συνοπτική Απόφαση. Κατ' ακολουθίαν, εκδίδεται, στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, για το ποσό των €163.301,16 με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι τελείας εξόφλησης. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο γιατί να παρεκκλίνω από τον κανόνα, που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα μίας διαδικασίας, και κατά συνέπεια, τούτα (της επίδικης αίτησης και της αγωγής), επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................ Δ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο