← Κύπρος

Μιχάλης Μυλωνάς κ.α. ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 687/2021, 6/2/2023

Μιχάλης Μυλωνάς κ.α. ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 687/2021, 6/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A52 Αρ. Αγωγής 687/2021 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου Α.Ε.Δ. Μεταξύ:

  1. Μιχάλης Μυλωνάς
  2. Πανίκος Σαββίδης Ενάγοντες/Αιτητές και Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ Εναγόμενη/ Καθ' ης η Αίτηση Ημερομηνίας: 06 Φεβρουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Παπαδοπούλου Για την Εναγόμενη: κα Σοφοκλέους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση Με το ειδικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, οι Ενάγοντες επιζητούν διάφορες θεραπείες, με κυριότερη την έκδοση διακηρυκτικής απόφασης, με την οποία να αναγνωρίζεται ότι, μεταξύ των διαδίκων επήλθε συμφωνία για μεταβίβαση συγκεκριμένου ακινήτου των Εναγόντων, στο όνομα της Εναγόμενης, προς πλήρη εξόφληση εξ αποφάσεως χρέους των προς αυτή, για το οποίο χρέος εκδόθηκε απόφαση στα πλαίσια της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας 526/2012 (στο εξής «η απόφαση στην αγωγή 526/2012»). Είναι, στη βάση των δικογραφημένων θέσεων τους, ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι, στα πλαίσια της απόφασης στην αγωγή 526/2012, εκδόθηκε και διάταγμα εκποίησης των εκεί ενυπόθηκων ακινήτων τους (στο εξής «»τα ενυπόθηκα ακίνητα), και ότι περί τον Απρίλιο του 2017 - σε χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή 526/2012 - επήλθε συμφωνία μεταξύ των μερών, όπως, προς πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους των και απαλλαγή από την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, μεταβιβάσουν στην Εναγόμενη ακίνητό τους, άλλο από τα ενυπόθηκα, από την οποία η Εναγόμενη, ακολούθως, παρανόμως, υπαναχώρησε. Πορεία της αγωγής Η Εναγόμενη καταχώρισε την Υπεράσπισή της στις 18.11.2021, και οι Ενάγοντες, την Απάντησή τους, στις 08.12.
  3. Ακολούθησε η κλήση για οδηγίες των Εναγόντων και οι διάφορες ενδιάμεσες οδηγίες του Δικαστηρίου για τα της Δ.
  4. Η επίδικη αίτηση Στις 21.11.2022, καταχωρήθηκε, μονομερώς, η επίδικη αίτηση, διά της οποίας οι Ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος, με το οποίο, στην ουσία, να απαγορεύεται στην Εναγόμενη να προχωρήσει στην εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων και/ή να εξασκήσει τα όποια δικαιώματα της παρέχονται, ως ενυπόθηκος δανειστής, από τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, Ν.9/1965 (στο εξής «ο Νόμος») σε σχέση με τα ενυπόθηκα ακίνητα (στο εξής «η επίδικη αίτηση»). Κατά την πρώτη εμφάνιση στη επίδικη αίτηση, η συνήγορος των εναγόντων δεν επέμεινε στη μονομερή εξέταση της και ζήτησε να της δοθεί χρόνος για να την επιδώσει, πράγμα το οποίο και έγινε. Η εκδοχή των Εναγόντων Δεν καθίσταται αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της εκδοχής των Εναγόντων, πάρα μόνο συνοπτική σχετική αναφορά, ώστε να είναι ευχερέστερα κατανοητή η παρούσα απόφαση. Εκείνο που στην ουσία ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, είναι ότι το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής 526/2012 δεν επιδόθηκε σε αυτούς προσωπικά, με αποτέλεσμα να μην καταχωρήσουν εμφάνιση και, ερήμην τους, να εκδοθεί εναντίον τους απόφαση τόσο για το εξ αποφάσεως χρέους τους, όσο και για εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων που εξασφάλιζαν την τραπεζική διευκόλυνση που τους παρασχέθηκε από την εκεί Ενάγουσα/Εναγόμενη στην παρούσα αγωγή (στο εξής «η Εναγόμενη»). Θεωρώντας ότι είχαν δικαίωμα να παραμερίσουν την απόφαση στην αγωγή 526/2012, επικοινώνησαν με την Εναγόμενη σε μία προσπάθεια να επιλυθεί η όλη μεταξύ τους διαφορά, προτού αποταθούν στο Δικαστήριο. Στα πλαίσια αυτής της επικοινωνίας, υπέβαλαν πρόταση προς την Εναγόμενη, όπως της μεταβιβάσουν συγκεκριμένο ακίνητό τους - άλλο από τα ενυπόθηκα ακίνητα[1] - προς πλήρη διευθέτηση του εξ αποφάσεως χρέους τους και κατά συνέπεια και απαλλαγή από την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Στις 10.04.2017 έλαβαν επιστολή (επί επιστολόχαρτου της Εναγόμενης), την οποία υπέγραφε εκ μέρους της Εναγόμενης ο Χριστόφορος Γιαννή, ο οποίος κατείχε, τότε, τη θέση του Ομαδάρχη Διεύθυνσης Ανάκτησης Χρεών Επαρχίας Λευκωσίας, Περιφέρεια 2, με την οποία ενημερώνονταν ότι η πρόταση τους έγινε αποδεκτή και ότι η έγκριση αυτή θα είχε ισχύ μέχρι τις 30/06/
  5. Επί της επιστολής αυτής, είχε αναγραφεί και η φράση «άνευ βλάβης». Στα πλαίσια της συνεννόησης αυτής των μερών, ζητήθηκε από τους Ενάγοντες να υπογράψουν συγκεκριμένο πληρεξούσιο προς υπάλληλο της Εναγόμενης με σκοπό να υλοποιηθούν τα συμφωνηθέντα. Το εν λόγω πληρεξούσιο απεστάλη στους Ενάγοντες, ως επισυναπτόμενο σε ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του ανωτέρω Ομαδάρχη της Εναγόμενης, χωρίς στο ταχυδρομείο αυτό να αναγράφεται η φράση «άνευ βλάβης». Στη βάση του περιεχομένου του ρηθέντος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, επιβεβαιώνεται η έγκριση από πλευράς της Εναγόμενης της πρότασης που υπέβαλαν οι Ενάγοντες προς πλήρης διευθέτηση του εξ αποφάσεως χρέους διά της μεταβίβασης στην Εναγόμενη συγκεκριμένου ακινήτου, άλλου από τα ενυπόθηκα ακίνητα. Παρά τα πιο πάνω δεδομένα, και παρά την επιμονή των Εναγόντων προς υλοποίηση των συμφωνηθέντων, πάντα στη βάση της εκδοχής των τελευταίων, η Εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να αποστείλουν σ' αυτήν επιστολή με την οποία της ζητούσαν να τηρήσει τα συμφωνηθέντα. Σε μεταγενέστερο στάδιο, με επιστολή ημερομηνίας 04.08.2017, η Εναγόμενη απάντησε στην επιστολή των Εναγόντων, ισχυριζόμενη ότι ο Χριστόφορος Γιαννή, που υπέγραψε την επιστολή της αποδοχής της πρότασης των Εναγόντων, και απέστειλε και το σχετικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, δεν είχε εξουσιοδότηση από την Εναγόμενη να πράξει τούτο, και κατά συνέπεια, η επικαλούμενη από τους Ενάγοντες συμφωνία διευθέτησης του εξ αποφάσεως χρέους τους δεν είναι δεσμευτική για την πρώτη. Των ανωτέρω ακολούθησαν διάφορες διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών, είτε μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας είτε με ανταλλαγή αλληλογραφίας, με σκοπό να αναζητηθεί προσπάθεια επίλυσης της όλης διαφοράς. Χωρίς ποτέ οι Ενάγοντες να αποποιηθούν των δικαιωμάτων τους ως αυτά προκύπτουν από την επικαλούμενη από αυτούς συμφωνία συμβιβασμού του εξ αποφάσεως χρέους τους, στα πλαίσια επίδειξης καλής θέλησης και με σκοπό την επίλυση της όλης διαφοράς, υπέβαλαν προτάσεις, άλλες από τα συμφωνηθέντα, οι οποίες, ωστόσο, δεν επέφεραν το πολυπόθητο αποτέλεσμα. Λόγω της κατάρρευσης των προσπαθειών αυτών, καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, με την οποία, στην ουσία, επιδιώκεται η έκδοση τέτοιων αποφάσεων και η απόδοση τέτοιων θεραπειών, που να απολήγουν στο να απαγορευθεί στην Εναγόμενη να ενεργεί ως ενυπόθηκος δανειστής των Εναγόντων και να επιδιώκει την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, θεωρώντας οι Ενάγοντες ότι, με την εν προκειμένω συμφωνία συμβιβασμού, η Εναγόμενη δεν νομιμοποιείται να επικαλείται την ιδιότητα του ενυπόθηκου δανειστή τους. Ενώ η παρούσα αγωγή εκκρεμούσε, η Εναγόμενη απέστειλε Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» στη βάση των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου, μέσω των οποίων ενεργοποίησε τη διαδικασία της εκεί προνοούμενη εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων. Στα πλαίσια αυτά, ακολούθως, αποστάλθηκε και Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ», διά της οποίας οι Ενάγοντες ενημερώνονταν ότι έχει οριστεί πλειστηριασμός για εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων τους στις 23.02.
  6. Η ενέργεια αυτή της Εναγόμενης, αποτέλεσε και την αιτία καταχώρισης από τους Ενάγοντες της επίδικης αίτησης. Ως εκ των ανωτέρω, οι Ενάγοντες θεωρούν ότι θα πρέπει να απαγορευτεί στην Εναγόμενη, για όσο διάστημα εκκρεμεί η παρούσα αγωγή, να προχωρήσει, στη βάση των υποθηκών, στην εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Η ένσταση στην επίδικη αίτηση Η Εναγόμενη καταχώρισε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης στην επίδικη αίτηση (στο εξής «η ένσταση»), στα πλαίσια της οποίας προβάλλει διάφορους λόγους για απόρριψή της. Επί της εκδοχής της Εναγόμενης θα επανέλθω αργότερα, αφού, προηγουμένως, αναφερθώ στον περιορισμό των επίδικων ζητημάτων ως αυτός προέκυψε από δηλώσεις της συνηγόρου της Εναγόμενης. Περιορισμός επίδικων ζητημάτων Κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, η συνήγορος της Εναγόμενης εγκατέλειψε κάθε λόγο ένστασης που προβαλλόταν προς υποστήριξη της θέσης ότι δεν πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων νόμου Ν.14/1960 (στο εξής «το άρθρο 32»). Περιόρισε δε την ένσταση της Εναγόμενης, στη δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  7. Η εκδοχή της Εναγόμενης Στη βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την ένσταση και των σχετικών τοποθετήσεων της συνηγόρου της Εναγόμενης κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, αποτελεί θέση της τελευταίας ότι, (α) δεν έχει συνομολογηθεί η επικαλούμενη από τους Ενάγοντες συμφωνία συμβιβασμού του εξ αποφάσεως χρέους τους, και τούτο γιατί, το πρόσωπο που φέρεται να υπογράφει την επιστολή και να αποστέλλει και το σχετικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο περί εγκρίσεως της σχετικής πρότασης των Εναγόντων δεν είχε εξουσιοδότηση από την Εναγόμενη να πράξει τούτο, και (β) εν πάση περιπτώσει, και να πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, σίγουρα δεν πληρούται η τρίτη προϋπόθεση, αφενός γιατί η Εναγόμενη είναι φερέγγυος οργανισμός και μπορεί να καλύψει οποιανδήποτε τυχόν οικονομική ζημιά θα υποστούν οι Ενάγοντες συνεπεία της εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων, και αφετέρου γιατί, στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, εφαρμογής τυγχάνουν τα όσα αναφέρθηκαν στην Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Εφ. Ε203/2013, απόφαση ημερομηνίας 11.09.2019, όπου σημειώθηκε ότι η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.» Είναι στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών, που η Εναγόμενη θεωρεί ότι δεν θα πρέπει να εκδοθεί το επιζητούμενο ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα, γιατί δεν θα πρέπει να της στερηθεί το αναφαίρετό της δικαίωμα να προχωρήσει, ως ενυπόθηκος δανειστής και εξ αποφάσεως πιστωτής, στην εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων των Εναγόντων. Ακροαματική διαδικασία Αμφότερες οι συνήγοροι ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, υιοθετώντας, έκαστη, το περιεχόμενο της δικής της αγόρευσης, ζητώντας, συνάμα, όπως οι αγορεύσεις τους ληφθούν υπόψη στον βαθμό που αφορούν στα επίδικα ζητήματα ως αυτά περιορίστηκαν κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία. Νομική πτυχή Οι αρχές που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων τίθενται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο διάδικος που ζητά το προσωρινό διάταγμα δικαιούται σε θεραπεία στην κυρίως διαδικασία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Παράλληλα, το δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, δυνάμει του ιδίου άρθρου, πρέπει να αποφασίσει ότι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, ή και τα δύο μαζί αν αυτό δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιόν του, να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, διαφορετικά θα απορρίψει την αίτηση. Προς τούτο, απαιτείται η στάθμιση του κινδύνου πρόκλησης αδικίας, την οποία τυχόν να υποστεί η μία ή η άλλη πλευρά συνεπεία της ενδιάμεσης αυτής απόφασής του, και, ακολούθως, η επιλογή της ολιγότερο επιβλαβούς πορείας, δεδομένης της φύσης και του περιεχομένου του αιτούμενου διατάγματος (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd

(1996)1 Α.Α.Δ. 788 και Films Rover v. Cannon Film Sales [1986] 3 All ER 772, σελ. 780 και 781). Ως προς τη σημασία της τυχόν καθυστέρησης από πλευράς του ενάγοντα να αποταθεί στην δικαιοσύνη για να επιδιώξει την εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος, στην Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Limited
(2001)1 Α.Α.Δ. 2029, αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη νομολογία είναι οι εξής:
(1)Η καθυστέριση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. (Βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 C.L.R. 788, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1475, Zein κ.ά. v. Παράσχος Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 606, Re Stavros Hotel Appartments Ltd κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841, Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864, M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co. of U.S.A.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791. Βλ. και Copinger and Skone James (πιο πάνω) παραγ. 633 και Kerr on Injunctions, 6η έκδοση, σελ. 360-61, Kerly's Law on Trade Marks and Trade Names, 12η έκδοση, παραγ. 15-68 και John Drysdale & Michael Silverleaf "Passing off Law and Practice", 2α έκδοση, παραγ. 6-16)». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτούντος διαδίκου στην αγωγή. Η έννοια της πιθανότητας, ως αναφέρθηκε, εισάγει κάτι περισσότερο από την απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται για απόδειξη αστικής αγωγής. Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα δε της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η προϋπόθεση αυτή. Αν η υπόθεση, ως εκ της φύσεώς της, δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων, ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων, αυτή καθ' εαυτή, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Το ζήτημα όμως δε τελειώνει εδώ. Όπως, συναφώς, αναφέρθηκε, πρόσφατα, στην Lariena Investments Ltd v. RFI Consortium, Πολ. Εφ. Ε164/2019 (απόφαση ημερομηνίας 22.01.2021), «Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος. Όπως τέθηκε στην Όξυνος κ.ά. ν. Λού
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066 , που παρέπεμψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο: «Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα, (Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Kωνσταντίνου Kκίζη κ.ά. v. Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Mαριτσούς Kωστή Kκίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Ας μη μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M. and Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. Τhe Timberland Co.
(1977)1Γ ΑΑΔ 1791, με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του και τον κίνδυνο που ενέχεται από την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται με την κατοχή των επιδίκων μετοχών. Μεταξύ αυτών είναι και ο κίνδυνος παράνομης επέμβασης στις δραστηριότητες της NWCC και της αποξένωση των μετοχών αυτής.»» Ως προς δε την πιθανότητα αποξένωσης περιουσίας από πλευράς του εναγόμενου, στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία Λεωνίκ Λιμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 αναφέρθηκε ότι «δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας από τον αιτητή για πραγματική πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί». Ο σκοπός ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32, είναι βασικά η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων ως αυτή είχε κατά το χρόνο που προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά ενόσω εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής. Αναφορικά, τώρα, με τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, περιορίζομαι να επισημάνω πως οι πρόνοιες τους ρυθμίζουν ειδικά τις περιπτώσεις που εκεί αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των προϋποθέσεων για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δέστε τις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 AAΔ 557, Αcropolo Shipping Co. Ltd v. Rossis
(1976)1 AAΔ σελ. 38, Νational Bank of Greece v. Matovia [1987] 1 AAΔ.303, Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή [1989] 1 ΑΑΔ(Ε) 152 και Α.Β.Ρ. Ηοldings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων [1994] 1 ΑΑΔ 694, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων [1995] 1 ΑΑΔ 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.st Ltd [1996] 1 AAΔ.799, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη [1989] 1 (Ε) ΑΑΔ 152, Α. Κυτάλα ν. ΄Αννα Χρυσάνθου και ΄Αλλοι [1996]1 ΑΑΔ 253, Αντωνία Παναγίδου και άλλων ν. Μάριος Παναγίδου και άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 396, Phasarias (Automotive Center) Ltd (ανωτέρω), Χ. Κουνούνας ν. G. & A. Simons Ltd
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1361, Larticon Vo. v. Dedergenta Development Ltd
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1121. To Δικαστήριο, μετά την καταχώριση της ένστασης, έχει εξουσία και υποχρέωση να επιληφθεί της υπόθεσης, να ακούσει και τις δύο πλευρές και να διαπιστώσει αν οι προϋποθέσεις που ο νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 ικανοποιούνται. Αν υπάρχει διάσταση πάνω στα γεγονότα μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τη Διαταγή 48, θεσμός 4, ο διάδικος που έχει το βάρος της απόδειξης πρέπει να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται (βλ., μεταξύ άλλων, Stylianou v. Stylianou
(1988)1 C.L.R. 520, σελ. 527). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της κυρίως διαδικασίας, ούτε και είναι επιθυμητό να προσπαθήσει, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του, να αποφασίσει τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία τελικά θα κριθεί η κυρίως, ενώπιον του, διαδικασία. Αντικείμενο εξέτασης σε τέτοιες αιτήσεις, είναι μόνο το κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες, για την έκδοση του διατάγματος και/ή τη διατήρηση της ισχύος του, προϋποθέσεις και όχι η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων αναφορικά με την ουσία του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Το μόνο αρμόδιο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων σώμα, είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικασθεί η ουσία της υπόθεσης, και τούτο στα πλαίσια της ρηθείσας εκδίκασης (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 663, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων (ανωτέρω), Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka DD
(1999)1(Α) AAΔ 225 και Πολ. Εφ. Ε135/2015 Παύλος Δίγκλης κ.α. ν. Total Fit Ltd, απόφαση ημερομηνίας 12.09.2018). Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση στο πιο πάνω νομικό πλαίσιο που τη διέπει Στη βάση των επίδικων ζητημάτων, ως αυτά προσδιορίστηκαν ανωτέρω, κρίνω ως ακολούθως: Ορθώς η συνήγορος της Εναγόμενης εγκατέλειψε τη θέση ότι οι Ενάγοντες δεν ικανοποίησαν την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Και τούτο γιατί, από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, προκύπτει αβίαστα[2] ότι προωθείται ο ισχυρισμός περί συνομολόγησης σύμβασης διά της οποίας, προς πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους των, οι Ενάγοντες θα μεταβίβαζαν στην Εναγόμενη συγκεκριμένο ακίνητο, άλλο από τα ενυπόθηκα ακίνητα. Οι δικογραφημένοι αυτοί ισχυρισμοί, χωρίς να εξετάζεται η όποια δυναμική τους στο παρόν στάδιο, αρκούν για να κριθεί ότι όντως οι Ενάγοντες, μέσω του δικογράφου τους, εγείρουν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Ερχόμενος, τώρα, στη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, σε αντιδιαστολή με τα όσα προβάλλει η Εναγόμενη, κρίνω ότι και αυτή έχει ικανοποιηθεί. Προς αιτιολόγηση και επίρρωση της κρίσης μου αυτής, σημειώνω ότι οι Ενάγοντες προς υποστήριξης της θέσης τους ότι έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή, υποδεικνύουν το περιεχόμενο επιστολής που απεστάλη επί επιστολόχαρτου της Εναγόμενης από πρόσωπο που φαίνεται, όχι απλά να εργάζεται σε αυτήν, αλλά να κατέχει και συγκεκριμένη θέση που σχετίζεται με τη διεύθυνση ανάκτησης χρεών που οφείλονται στην Εναγόμενη, καθώς επίσης και το περιεχόμενο ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που απεστάλη από το ίδιο πρόσωπο, για λογαριασμό της Εναγόμενης, στη βάση των οποίων (επιστολής και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου) η σχετική πρόταση των Εναγόντων έχει εγκριθεί. Η δε συμπερίληψη στο περιεχόμενο της επιστολής και της επιπρόσθετης θέσης ότι η έγκριση της Εναγόμενης θα έχει ισχύ μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία, θέτει (χωρίς να αποφαίνομαι τελικώς επί τούτου) πειστικά (στη βάση του βάρους απόδειξης που φέρουν για την επίδικη αίτηση) εν αμφιβόλω τη δυναμική που αποδίδει η Εναγόμενη στη συμπερίληψη στην εν λόγω επιστολή και της αναφοράς «άνευ βλάβης»[3]. Εν πάση περιπτώσει, το σχετικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο που απεστάλη από το ίδιο πρόσωπο, με το οποίο επιβεβαιώνεται η έγκριση από την Εναγόμενη της πρότασης των Εναγόντων, δεν φέρει την αναφορά «άνευ βλάβης» και φέρει ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας της επιστολής. Επ' ουδενί, επαναλαμβάνω, οι πιο πάνω παρατηρήσεις του Δικαστηρίου ως προς τη δυναμική της καταγραφής της αναφοράς «άνευ βλάβης» ή ως προς το περιεχόμενο της επιστολής ή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου να εκληφθεί ως κρίση του Δικαστηρίου για την τελική τύχη της παρούσας αγωγής. Οι πιο πάνω παρατηρήσεις σημειώνονται, περιοριστικά και μόνο, για την κρίση επί της επίδικης αίτησης και είναι στη βάση αυτού του δεδομένου που κρίνω ότι οι Ενάγοντες κατάφεραν, με το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, να αποσείσουν το βάρος που έφεραν και να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο, ότι μέσω της παρούσας αγωγής είναι ορατή η πιθανότητα να τους αποδοθούν οι κυριότερες αιτούμενες θεραπείες. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, με κάθε σεβασμό προς την αντίθετη εισήγηση της συνηγόρου της Εναγόμενης, κρίνω ότι οι Ενάγοντες κατάφεραν να ικανοποιήσουν και αυτή. Προς αιτιολόγηση της κρίσης μου αυτής, σημειώνω ότι, κατά τη γνώμη μου, τα όσα αναφέρθηκαν στην Loucas Panayiotou Estates Ltd (ανωτέρω)[4] δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Και αυτό γιατί, στην εν λόγω υπόθεση, δεν τελούσε εν αμφιβόλω η ιδιότητα της εφεσίβλητης ως ενυπόθηκος δανειστής. Είναι στη βάση αυτού του δεδομένου (μη αμφισβήτησης της ιδιότητας του εκεί δανειστή, ως ενυπόθηκου δανειστή), που αναφέρθηκε ότι οι ενυπόθηκοι οφειλέτες, με τη συνομολόγηση συμφωνίας υποθήκης αναγνωρίζουν ότι «έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.» Στην προκειμένη περίπτωση, στη βάση της εκδοχής των Εναγόντων, αν ήθελε τούτη γίνει δεχτή, η Εναγόμενη δεν νομιμοποιείται, πλέον, να ενεργεί ως ενυπόθηκος δανειστής, καθότι, αν κριθεί ότι επήλθε όντως η επικαλούμενη από τους Ενάγοντες συμφωνία εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους, τότε, με τη μεταβίβαση του ρηθέντος ακινήτου (την οποία οι Ενάγοντες δηλώνουν πλήρη ετοιμότητα να διενεργήσουν), το χρέος εξοφλείται και καθίστανται εντελώς άνευ αντικειμένου οι συμφωνίες υποθήκης που συνάφθηκαν προς εξασφάλισή του. Κατά συνέπεια, στη βάση της εκδοχής των Εναγόντων, τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεση διαφοροποιούνται από τα γεγονότα της Loucas Panayiotou Estates Ltd (ανωτέρω), με αποτέλεσμα ο λόγος της να μην υπέχει καταλυτικής σημασίας για την εν προκειμένω κρίση μου, ως διατείνεται η Εναγόμενη. Όσο δε αφορά στο δεύτερο σχετικό επιχείρημα της Εναγόμενης, περί του ότι τούτη είναι φερέγγυος οργανισμός που μπορεί να αποζημιώσει τους Ενάγοντες για οποιαδήποτε τυχόν ζημιά θα υποστούν στη περίπτωση που διενεργηθούν οι εκποιήσεις και ακολούθως επιτύχει η αγωγή τους, με κάθε σεβασμό, αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό, καθότι, αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, οι Ενάγοντες θα απωλέσουν την ακίνητη περιουσία τους, την οποία διαφορετικά θα συνέχιζαν να κατέχουν και να μπορούν να εκμεταλλεύονται. Το ζήτημα, στην προκείμενη περίπτωση, δεν περιορίζεται απλά σε οικονομική ζημιά, καθότι τα ενυπόθηκα ακίνητα αποτελούν στην ουσία και το αντικείμενο της αγωγής, αφού μέσω της επιδιώκονται τέτοιες θεραπείες που έχουν ως αποτέλεσμα αυτά να μην αποξενωθούν και να παραμείνουν στην ιδιοκτησία των Εναγόντων. Ως υποδείχθηκε στην υπόθεση Phasarias (Automotive Center) Limited (ανωτέρω), όταν τα ακίνητα αποτελούν ένα εκ των αντικειμένων της αγωγής, ως συμβαίνει στην υπό εξέταση υπόθεση, το ζητούμενο δεν είναι κατά πόσο η όποια ζημιά τυχόν θα προκληθεί θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, αλλά οι συνέπειες της όποιας τυχόν αποξένωσης της περιουσίας στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί[5]. Υπενθυμίζω ότι με την παρούσα αγωγή επιζητούνται, μεταξύ άλλων, αποφάσεις, με τις οποίες, (α) να αναγνωρίζεται ότι έχει επέλθει δεσμευτική για την Εναγόμενη συμφωνία συμβιβασμού του εξ αποφάσεως χρέους των εναγόντων (υπό στοιχείο (Α) αιτούμενη, στο Κλητήριο Ένταλμα, θεραπεία) και (β) να απαλειφθούν οι εξασφαλίσεις (οι επίδικες υποθήκες) που δόθηκαν για το εξ αποφάσεως χρέος (βλέπε υπό στοιχείο (Γ) αιτούμενη, στο Κλητήριο Ένταλμα, θεραπεία). Καθίσταται έκδηλο ότι, αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, οι εν λόγω θεραπείες θα καταστούν άνευ αντικειμένου, αφού τα ενυπόθηκα ακίνητα θα έχουν πλέον εκποιηθεί και θα έχουν καταλήξει σε τρίτα πρόσωπα. Στην ουσία, στην προκειμένη περίπτωση, οι συνέπειες της μετουσίωσης του κινδύνου εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων σε πράξη (που, ειρήσθω εν παρόδω, αφορά σε υπαρκτό κίνδυνο, καθότι έχουν αποσταλεί ήδη ειδοποιήσεις IA και έχει οριστεί ήδη συγκεκριμένη ημερομηνία εκποίησής τους), είναι οι Ενάγοντες να απωλέσουν τα ακίνητά τους, αντικείμενο, στην ουσία, της παρούσας αγωγής. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, κρίνω ότι το γεγονός ότι θα μπορούσε η οποιαδήποτε ζημιά των Εναγόντων να αποτιμηθεί σε χρήμα, και η Εναγόμενη να έχει τη δυνατότητα να αποζημιώσει τούτους σχετικά, δεν έχει, στην προκειμένη περίπτωση, στα πλαίσια εξέτασης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, τη δυναμική που της αποδίδει η συνήγορος της Εναγόμενης. Κατά συνέπεια, επαναλαμβάνω, ότι και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Στη βάση δε της τελευταίας μόλις πιο πάνω κατάληξής μου και ειδικότερα της συλλογιστικής που οδήγησε σε αυτή, καθίσταται έκδηλο ότι επί του κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα, η πλάστιγγα γέρνει υπέρ των Εναγόντων. Και αυτό γιατί, θα πρέπει η κατάσταση σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα να παραμείνει ως έχει, δηλαδή να τυγχάνουν χρήσης από τους Ενάγοντες, πάρα να αφεθούν να πωληθούν σε τρίτους και οι τελευταίοι, στην περίπτωση που πετύχει η αγωγή τους, να μην μπορούν να εξασφαλίσουν τις σχετικές θεραπείες που επιζητούν. Από την άλλη, στην περίπτωση που η αγωγή αποτύχει, η Εναγόμενη θα συνεχίζει να έχει την ιδιότητα του ενυπόθηκου δανειστή και εξ αποφάσεως πιστωτή και θα μπορεί τότε να προχωρήσει στην εκποίησή της, αν αυτό θα αποτελεί την πρόθεσής, με την όποια ζημιά της να περιορίζεται μόνο σε χρηματική απαίτηση. Προκύπτει επομένως, στη βάση όλων των ανωτέρω, ότι οι Ενάγοντες κατάφεραν να ικανοποιήσουν κάθε απαιτούμενη προϋπόθεση για να εκδοθεί το επιζητούμενο διάταγμα, με το οποίο, μεσούσης της εκκρεμότητας της παρούσας αγωγής, να απαγορεύεται στην Εναγόμενη να εκποιήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα. Κατά συνέπεια, εκδίδεται το εξής διάταγμα, το οποίο θεωρώ ότι επαρκεί για να διασφαλιστεί ότι μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής δεν θα εκποιηθούν από την Εναγόμενη τα επίδικα ακίνητα: Προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην Εναγόμενη να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης ή πλειστηριασμού, στη βάση οποιασδήποτε νομοθεσίας, σε σχέση με τις υποθήκες Υ12675/2010 και/ή 1/Υ/12675/2010, αναφορικά, πάντα, με τα ακίνητα που περιγράφονται στην υπό στοιχείο Α αιτούμενη, στην επίδικη αίτηση, θεραπεία, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή νεοτέρας σχετικής διαταγής του Δικαστηρίου. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω του κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι ωστόσο, πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καθορίζεται ρητώς στη δικογραφία των Εναγόντων. [2] Δεν πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, αλλά για συγκεκριμένους, με παραπομπή σε έγγραφα που φέρονται να αποστέλλονται εκ μέρους της Εναγόμενης, στη βάση του περιεχομένου των οποίων, η τελευταία, φέρεται να αποδέχεται σχετική πρόταση των εναγόντων για διευθέτηση του εξ αποφάσεως χρέους των. [3] Βλέπε, Halsbury's Laws of England (4th edition), Vol 17, σελ. 151 - 153, παρ. 212 - 213, υπό τους τίτλους «Communications "without prejudice"» και «Limits of the rule», όπου αναφέρεται ότι, όταν προκύπτει δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των μερών στη βάση του περιεχομένου μιας επικοινωνίας που γίνεται άνευ βλάβης ή όταν σκοπός είναι να αποφασιστεί αν προέκυψε τέτοια συμφωνία στη βάση τέτοιας επικοινωνίας, τότε η επικοινωνία αυτή αποτελεί αποδεκτή ενώπιον Δικαστηρίου μαρτυρία. Αναφέρεται, ακόμα, ότι, ο κανόνας μη αποδοχής, ως μαρτυρία, ενός εγγράφου που συντάσσεται άνευ βλάβης, δεν εφαρμόζεται εκεί που ο χαρακτήρας του (εγγράφου) είναι τέτοιος που δυνατόν να οδηγήσει το πρόσωπο προς το όποιο απευθύνεται να ενεργήσει ενάντια στα συμφέροντά του. [4] Στην οποία παρέπεμψε η συνήγορος της εναγόμενης. [5] Βλέπε επίσης Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη (ανωτέρω), Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231, Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 A.A.D. 1848 και Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, στην οποία σημειώθηκε ότι «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.