Αναφορικά με τη Σουσάνα Αναστασιάδου ν. -, Αίτηση ΠΣΑ: 3/22, 9/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A74 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Θ. Θεοδώρου. Α. Ε. Δ. Αίτηση ΠΣΑ: 3/22 Αναφορικά με τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015 Αναφορικά με τη Σουσάνα Αναστασιάδου Ημερομηνία: 19 Απρίλιου, 2023 Εμφανίσεις: Για Αιτητές/Πιστωτή: κ. Σπύρου Για Καθ' ης η Αίτηση/Χρεώστρια: κα. Κουππαρή ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια των προνοιών του Περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου, Ν.65
(1)/2015 (στο εξής «ο Νόμος»), η χρεώστρια αποτάθηκε στο Δικαστήριο, και αφού προηγουμένως, εξασφάλισε Προστατευτικό Διάταγμα, ως αυτό προνοείται στο Νόμο, ακολούθως, μέσω του συμβούλου αφερεγγυότητας που την εκπροσώπησε, πρότεινε Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής (στο εξής «το ΠΣΑ») προς τον πιστωτή της. Το προταθέν ΠΣΑ δεν έγινε δεκτό από τον πιστωτή, με αποτέλεσμα, η χρεώστρια, δια σχετικής αιτήσεως της, να εξασφαλίσει, στις 14.09.2022, διάταγμα με το οποίο επιβλήθηκε το ΠΣΑ στον πιστωτή (στο εξής «το διάταγμα επιβολής»). Συνεπεία των εντελώς περιορισμένων επίδικων ζητημάτων, δεν καθίσταται αναγκαία η λεπτομερής καταγραφή της πορείας της παρούσας υπόθεσης μέχρι και την έκδοση του διατάγματος επιβολής. Αρκεί να σημειωθεί ότι, εντός της προθεσμίας που προνοείται στο Νόμο, ο πιστωτής, θεωρώντας ότι λανθασμένα εκδόθηκε το εναντίον του διάταγμα επιβολής, καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία ζητεί την ακύρωση και/ή παραμερισμό του. Κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, ο συνήγορος του πιστωτή, δια δηλώσεως του, περιόρισε σε δύο τους λόγους για τους οποίους επιζητείται ο παραμερισμός του διατάγματος επιβολής, αναφέροντας, περαιτέρω, πως κάθε άλλη προβαλλόμενη, στην επίδικη αίτηση, ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, και αγόρευση του, θέση, προωθείται ως επικουρική των δύο αυτών λόγων, οι οποίοι έχουν ως εξής: (α) Η χρεώστρια δεν πληροί το κριτήριο επιλεξιμότητας ως αυτό προνοείται στο άρθρο 72
(1)(ε) του Νόμου και δη ότι δεν κατάφερε να αποδείξει ότι αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη της λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής της κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου της, τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και εντεύθεν και πριν από την αίτηση για έκδοση Προστατευτικού Διατάγματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του Νόμου, τα οποία γεγονότα και καταστάσεις είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματος της κατά τουλάχιστον είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) ή περισσότερο, και (β) Η χρεώστρια δεν κατάφερε να αποδείξει το προνοούμενο στο άρθρο 72
(1)(στ)(ίν) του Νόμου κριτήριο, και δη ότι το ΠΣΑ που απορρίφθηκε από τον πιστωτή θα είχε ως αποτέλεσμα να θέσει τον τελευταίο στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν εάν η περιουσία της χρεώστριας διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, εξαιρουμένων των περιουσιακών στοιχειών που δεν διατίθενται και τηρούμενης της σειράς προτεραιότητας των χρεών Ως προς τον πρώτο, ανωτέρω, λόγο, ο πιστωτής προβάλλει τη θέση ότι, για σκοπούς έκδοσης του διατάγματος επιβολής, η χρεώστρια παρουσίασε εντελώς γενική, αόριστη και ανεπαρκή μαρτυρία, σε τέτοιο βαθμό που δεν πληροί το συγκεκριμένο κριτήριο. Υπέδειξε, προς τούτο, ότι, το μόνο που η χρεώστρια παρουσίασε προς ικανοποίηση του εν λόγω κριτηρίου, ήταν μια κατάσταση από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων επί της οποίας καταγράφονται οι ετήσιες ασφαλιστικές αποδοχές της για τα έτη από 2008 μέχρι και 2021, και τίποτα άλλο (βλ. Τεκμήριο 6 της ενόρκου δηλώσεως που υποστήριξε την αίτηση για έκδοση του διατάγματος επιβολής στον πιστωτή - στο εξής «το τεκμήριο 6»). Εισηγείται, συναφώς, ότι, η μαρτυρία αυτή που προσκόμισε η χρεώστρια για σκοπούς έκδοσης του διατάγματος επιβολής, δεν αποδεικνύει την κατ' ισχυρισμό αδυναμία της να αποπληρώσει τα επίδικα χρέη της προς τον πιστωτή, ούτε ότι αυτή (η κατ' ισχυρισμόν αδυναμία) οφείλεται σε χειροτέρευση της οικονομικής της κατάστασης, πόσο μάλλον ότι τούτη (η χειροτέρευση), είναι το αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου της, τα οποία έχουν επισυμβεί μεταξύ του 2009 και τις 22.02.2022, όταν και καταχωρήθηκε η αίτηση για Προστατευτικό Διάταγμα. Ούτε, τέλος, πάντα στα πλαίσια του ιδίου κριτηρίου, και πάντα στη βάση των όσων σχετικών προβάλλει ο πιστωτής, επαρκεί, η εν λόγω μαρτυρία, για να αποδείξει ποια ήταν τα γεγονότα και/ή οι καταστάσεις που οδήγησαν στην όποια μείωση του εισοδήματος της ή ότι αυτή (η μείωση των εισοδημάτων) ήταν κατά τουλάχιστον 25%, από ότι ίσχυε προηγουμένως. Η επί τούτου θέση της χρεώστριας, ως προωθήθηκε από την συνήγορό της, είναι ότι στο νόμο δεν προνοείται ο τρόπος ή η μέθοδος με τον/την οποίο/α ένας χρεώστης θα ικανοποιήσει τα επιβαλλόμενα από αυτόν κριτήρια, και κατά συνέπεια, ως εισηγήθηκε, το ζήτημα είναι, κατά πόσο ο χρεώστης, με την μαρτυρία που προσκομίζει, ικανοποιεί το Δικαστήριο ως προς την πλήρωση των κριτηρίων. Στη βάση αυτή, ισχυρίστηκε ότι το σχετικό μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε από την χρεώστρια προς απόδειξη του εν προκειμένω κριτηρίου (βλ. παράγραφος 8 (γ) της ενόρκου δηλώσεως που υποστήριξε την αίτηση επιβολής του ΠΣΑ και Τεκμήριο 6 τούτης[1]), ήταν επαρκές και σαφές, και κατά συνέπεια, το Δικαστήριο ορθώς εξέδωσε το διάταγμα επιβολής. Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τις εισηγήσεις των διαδίκων υπό το φως πάντα του περιεχομένου της επίδικης αίτησης, ένστασης που την αφορά, αλλά και του μαρτυρικού υλικού που υποστήριξε την μονομερή αίτηση στα πλαίσια της οποία εκδόθηκε το διάταγμα επιβολής και στο οποίο μαρτυρικό υλικό η συνήγορος της Χρεώστριας παραπέμπει προς υποστήριξη των σχετικών θέσεων της. Είμαι της γνώμης ότι ο πιστωτής έχει δίκαιο. Εξηγώ: Ως αβίαστα προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 72
(1)(ε) του Νόμου[2], η χρεώστρια, για πλήρωση του εκεί προνοούμενου κριτηρίου, θα πρέπει να καταδείξει, (α) ότι η οικονομική της κατάσταση από το 2009[3] και εντεύθεν έχει χειροτερεύσει, (β) ότι η χειροτέρευση αυτή οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις που δεν ελέγχονταν από την ίδια, (γ) ότι τούτη (η χειροτέρευση) οδηγεί σε μείωση των εισοδημάτων της όχι μικρότερη του 25% και, (δ) ότι συνεπεία της ρηθείσας μείωσης αδυνατεί να πληρώσει το επίδικο χρέος της. Είναι έκδηλο, στην βάση της πιο πάνω αναφερόμενης ανάλυσης, αλλά και της δραστικότητας ενός διατάγματος επιβολής ΠΣΑ, μέσω του οποίου, εκ των πραγμάτων, μεταβάλλονται, κάποιες φορές ουσιώδη, υφιστάμενα συμβατικά δικαιώματα ενός πιστωτή, ότι το μέτρο απόδειξης πλήρωσης των προνοούμενων στο Νόμο κριτηρίων, είναι αυστηρό. Κρίνω, εν προκειμένω, ότι το μαρτυρικό υλικό που παρουσίασε η αιτήτρια στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης για έκδοση του διατάγματος επιβολής, αλλά και την ένστασής της στην επίδικη αίτηση, δεν διαφωτίζει επαρκώς ώστε να θεωρηθεί ότι απέδειξε το ανώτερο τετράπτυχο του υπό εξέταση κριτηρίου. Το μόνο το οποίο μπορεί να εξαχθεί από το εν προκειμένω μαρτυρικό υλικό, το οποίο αποτελεί και τη μόνη βάση επί της οποίας εδράζονται τα όποια σχετικά επιχειρήματα της χρεώστριας (σε αυτό το μαρτυρικό υλικό παράπεμψε και η συνήγορός της), είναι ότι για τα έτη 2015 μέχρι και 2021, η χρεώστρια, δήλωσε ως έσοδα της, υπό την ιδιότητα της ως εργοδοτούμενη, τα εξής χρηματικά ποσά: για το 2015, €10.247, για το 2016, €8.705, για το 2017, €5.531, για το 2018, €0, για το 2019, €6.677, για το 2020, €6.314 και για το 2021, €
- Αυτό, ωστόσο, δεν είναι αρκετό. Και τούτο γιατί, πρώτον, οι εισφορές στις κοινωνικές ασφαλίσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων ως προς τα πραγματικά έσοδα κάποιου, παρά μόνο για εξαγωγή ευρήματος ή συμπεράσματος ως προς την μισθοδοσία του υπό την ιδιότητα του ως εργοδοτούμενος σε συγκεκριμένο εργοδότη. Υποδεικνύεται, συναφώς, ότι, στα πλαίσια των πιστοποιητικών εισφορών, που συμπληρώνονται από τον εργοδότη (στη βάση των οποίων εκδόθηκε το τεκμήριο 6) δεν αναμένεται να δηλωθεί τυχόν έσοδο του εργοδοτούμενου που προκύπτει, λ.χ. από ενοίκιο ή κάποιο επίδομα από κρατικό φορέα ή από κάποια δωρεά ή από άλλη απασχόληση και ούτω καθ' εξής. Τέτοιου είδους έσοδα, αναμένεται να δηλώνονται στα πλαίσια των φορολογικών δηλώσεων, και τέτοιες δηλώσεις δεν έχουν παρουσιαστεί από τη χρεώστρια, δεύτερον, η υποχρέωση που έχει ο χρεώστης για πλήρωση του εν προκειμένω κριτηρίου, αφορά για όλη την περίοδο που προβλέπεται στο ρηθέν άρθρο του Νόμου, και δη από το 2009 (εδώ 2015) μέχρι και την αίτηση για εξασφάλιση του προστατευτικού διατάγματος, που στην προκειμένη περίπτωση καταχωρήθηκε στις 22.02.
- Είναι ξεκάθαρο από τις ρηθείσες πρόνοιες, ότι δεν θα επιτραπεί σε ένα χρεώστη που σε χρόνο πριν αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση Προστατευτικού Διατάγματος έχει αύξηση στις απολαβές του σε βαθμό που δύναται πλέον να αποπληρώσει τα εξ αποφάσεως χρέη του, να καταστεί δικαιούχος διατάγματος επιβολής ΠΣΑ, επειδή σε προγενέστερα χρόνια είχαν μειωθεί τα εισοδήματα του περισσότερο από 25% από το τι ίσχυε προηγουμένως. Είναι πασιφανές, ότι κατά το 2016 και 2021 ο ετήσιος μισθός που δήλωσε η χρεώστρια στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δεν είναι τουλάχιστον κατά 25% λιγότερος, του ετήσιου μισθού της κατά το 2015, όταν και συμβλήθηκε με τον πιστωτή της για λήψη του επίδικου δανείου και, τρίτο, η χρεώστρια, πέραν του απλά να αποκαλύψει, μέσω του τεκμηρίου 6, τις ετήσιες αποδοχές της που δήλωσε στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τίποτα άλλο σχετικό με τους λόγους που προκάλεσαν την όποια κατά καιρούς μείωση σε αυτές, αναφέρει. Ελλείπει, δηλαδή, μαρτυρία προσδιοριστική της αιτίας της όποιας μείωσης ή προσδιοριστική της όποιας δυνατότητας της να αυξήσει τις ετήσιες αποδοχές της, και δη μαρτυρία που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για δικαστική κρίση ως προς το κατά πόσο, η όποια χειροτέρευση (στη όψη του περιεχομένου του τεκμηρίου 6), οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις που δεν ελέγχονταν από την ίδια. Εν προκειμένω, στην καλύτερη για την χρεώστρια περίπτωση, τούτη κατάφερε απλά να αποδείξει ότι για συγκεκριμένα έτη, μετά την συνομολόγηση της συμφωνίας του επίδικου δανείου, είχε μειωμένες, πέραν του 25% από ότι ίσχυε πριν την ρηθείσα συνομολόγηση, μηνιαίες απολαβές από την εργασία της, ενώ για άλλα έτη η όποια σχετική μείωση είναι μικρότερη του ρηθέντος ποσοστού και τίποτα περισσότερο. Στην ουσία, παρέμειναν άγνωστοι στο Δικαστήριο οι λόγοι που οδήγησαν στην εν προκειμένω μείωση των εισοδημάτων της (που, επαναλαμβάνω, δεν αφορά, για όλα τα έτη, σε τουλάχιστον 25% από ότι ίσχυε προηγουμένως), ώστε να κριθεί αν τούτη (η μείωση), οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις που δεν ελέγχονταν από την ίδια. Στη βάση των ανωτέρω, κρίνω ότι δικαίως ο πιστωτής προβάλλει ως λόγο παραμερισμού του διατάγματος επιβολής τη μη πλήρωσης από πλευράς της χρεώστριας του κριτηρίου που προνοείται από το άρθρο 72
(1)(ε) του Νόμου. Η μόλις πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου σφραγίζει, στην ουσία, και την τύχη της επίδικης αίτησης που δεν μπορεί παρά να εγκριθεί. Καθίσταται δε μη αναγκαία η όποια απόφανση επί του δεύτερου λόγου που προβάλλεται για σκοπούς παραμερισμού του διατάγματος επιβολής. Στη βάση των ανωτέρω, η επίδικη αίτηση επιτυγχάνει και κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα ως το (Α) στο κύριο σώμα της. Αναφορικά με τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ του πιστωτή και εναντίον της χρεώστριας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Θ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Όμοιου περιεχομένου είναι και σχετικές αναφορές στο μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την ένσταση της χρεώστριας στην επίδικη αίτηση (βλ. παράγραφος 9.24 της σχετικής ένορκης δήλωσης) [2] «
(1)Σε περίπτωση που Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής απορρίφθηκε από τη συνέλευση των πιστωτών, σύμφωνα με τις διατάξεις μη συναινετικό του Τίτλου II του παρόντος Κεφαλαίου και πληρούνται οι ακόλουθες προϋποϋέσεις- (ε) ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και εντεύϋεν και πριν από την αίτηση για έκδοση προστατευτικού διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρϋρου 39, και είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματος του κατά τουλάχιστον είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%) ή περισσότερο». [3] Στην προκείμενη περίπτωση ο ουσιώδης χρόνος άρχεται από το 2015 (και εντεύθεν), όταν και συνομολογήθηκε η επίδικη σύμβαση δανείου, αφού η όποια προγενέστερη χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης της χρεώστριας δεν μπορεί να θεωρηθεί σχετική με την αδυναμία της να αποπληρώσει το επίδικο χρέος της. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο