← Κύπρος

ΕΛΕΝΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. Α. ΖΟΡΜΠΑΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αγωγή αρ. 5869/15, 29/3/2023

ΕΛΕΝΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. Α. ΖΟΡΜΠΑΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αγωγή αρ. 5869/15, 29/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Αγωγή αρ.: 5869/15 Μεταξύ: ΕΛΕΝΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, εκ Λευκωσίας Ενάγουσα -και- Α. ΖΟΡΜΠΑΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόμενοι Ημερομηνία: 29.3.2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Π. Μιχαήλ Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Κ. Δημητριάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτημα ημερ. 20.3.2023, για εξαίρεση Δικαστή) Στις 20.3.2023, και μετά την έκδοση ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, ο συνήγορος της Ενάγουσας-Αιτήτριας, με προφορικό του αίτημα, αιτήθηκε την εξαίρεση του παρόντος Δικαστηρίου από την συνέχιση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Στην ουσία, ο συνήγορος της Ενάγουσας αναφέρει ότι, κατά ή περί τις 25.1.2023, κατόπιν έκδοσης, από το Δικαστήριο, ενδιάμεσου ruling στη διαδικασία, επεσυνέβη κάποιο κατ' ισχυρισμόν συμβάν στο ιδιωτικό γραφείο του Δικαστηρίου (in chambers), με τον συνήγορο των Εναγομένων, κατά τους ισχυρισμούς του συνηγόρου της Ενάγουσας, να αμφισβητεί, το εν λόγω ενδιάμεσο ruling, με «έντονο ύφος» και με «υποτιμητικό» και/ή «προσβλητικό», προς το Δικαστήριο, τρόπο, αναφέροντας ότι «θα κρατά την εν λόγω απόφαση για να την δείχνει». Ουσιαστικά, αυτό που καταλογίζεται στο παρόν Δικαστήριο, από το συνήγορο της Ενάγουσας, είναι ότι κατόπιν του πιο πάνω συμβάντος, ακολούθησε, από πλευράς του Δικαστηρίου μια «διακριτική, ευγενική, νομική προσέγγιση απόρριψης αιτημάτων» της πλευράς της Ενάγουσας και κατ' επέκταση ένδειξης ότι το Δικαστήριο ενεργεί μεροληπτικά εναντίον της Ενάγουσας. Πιο συγκεκριμένα, ο συνήγορος της Ενάγουσας αναφέρεται σε ενδιάμεσο ruling του παρόντος Δικαστηρίου, ημερ. 21.2.2023 (σε σχέση με τα έξοδα του φυσιοθεραπευτή, όπως ο ίδιος αναφέρει), το οποίο, κατά τον ίδιο, έρχεται σε αντίθεση με προηγούμενο ενδιάμεσο ruling του Δικαστηρίου (ημερ. 25.1.2023), πράγμα που, όπως αναφέρει, δεικνύει την «μετακίνηση» του παρόντος Δικαστηρίου, από τα όσα το ίδιο προηγουμένως αποφάσισε στις 25.1.2023, προς την υιοθέτηση της αρχικής εισήγησης του συνηγόρου των Εναγομένων. Πέραν τούτου, ο συνήγορος της Ενάγουσας, αναφέρθηκε στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 23.2.2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παροχή άδειας για καταχώρηση αίτησης για ειδική αποκάλυψη εγγράφων, την οποία, και πάλι, θεωρεί ως το αποτέλεσμα της «διακριτικής, νομικής προσέγγισης» του Δικαστηρίου προς όφελος των θέσεων του συνηγόρου των Εναγομένων, με σκοπό να μην υποχρεωθεί η πλευρά των Εναγομένων να αποκαλύψει τα όσα ήθελε η πλευρά της Ενάγουσας να αποκαλυφθούν με την αίτηση για ειδική αποκάλυψη που επιζητούσε να καταχωρήσει. Αναφέρεται επίσης ο συνήγορος της Ενάγουσας, στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 20.3.2023, με την οποία το Δικαστήριο δεν επέτρεψε σε μάρτυρα, ο οποίος δεν περιλαμβάνετο στον κατάλογο μαρτύρων που καταρτίστηκε εκ μέρους της Ενάγουσας (σύμφωνα με τον περί Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων Κανονισμών του 2022), να δώσει μαρτυρία ενώπιον του. Είναι η θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι τόσο η εν λόγω απόφαση, όσο και η στάση του Δικαστηρίου να ελέγξει την ενώπιον του διαδικασία με το να ρωτήσει, αφότου ο εν λόγω μάρτυρας ορκίστηκε, αν είναι μάρτυρας το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται στον κατάλογο μαρτύρων της Ενάγουσας, είναι μεροληπτική εναντίον της Ενάγουσας, με το Δικαστήριο να ενήργησε με σκοπό την ικανοποίηση και την προστασία της πλευράς του συνηγόρου των Εναγομένων. Τέλος, ο συνήγορος της Ενάγουσας προέβη σε κάποιες αναφορές περί κατ' ισχυρισμόν πιέσεων του από το Δικαστήριο, για να διαγραφούν συγκεκριμένες φράσεις από τη γραπτή δήλωση της Ενάγουσας (Έγγραφο Α) και περί υποδείξεων του Δικαστηρίου προς αυτόν σε σχέση με τον περί Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων Διαδικαστικό Κανονισμό του 2022. Νομική Πτυχή Το θέμα εξαίρεσης Δικαστή έχει απασχολήσει εκτεταμένα τη νομολογία και τα κριτήρια που διέπουν το εν λόγω ζήτημα, έχουν πλέον σαφώς καθοριστεί. Η υπόθεση Ανδρέα Συμεού

(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 974, περιέχει μία διαφωτιστική ανάλυση και σύνοψη των αρχών που αφορούν το ζήτημα εξαίρεσης Δικαστή, με πλούσια παραπομπή σε σχετική προγενέστερη νομολογία, ως ακολούθως: «... Με βάση το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κάθε διάδικος ή κατηγορούμενο πρόσωπο, δικαιούται σε ανεπηρέαστη, δημόσια ακροαματική διαδικασία, εντός ευλόγου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμόδιου δικαστηρίου. Η αμεροληψία και ανεξαρτησία του δικαστή, αποτελεί μια από τις βασικότερες αρχές, αν όχι τη βασικότερη αρχή δικαίου, με θεμελιακή σημασία στην απονομή της δικαιοσύνης. Συνδέεται με τη γνωστή αρχή δικαίου, ότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να απονέμεται, αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται (βλ. Αυτοκέφαλος Αγιωτάτη Ορθόδοξος και Αποστολική Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1)
(1990)3 Α.Α.Δ. 54). Ο δικαστής τεκμαίρεται ότι είναι αμερόληπτος μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Το τεκμήριο αμεροληψίας μπορεί να ανατραπεί όταν τεθεί θέμα αμεροληψίας, οπότε και εξετάζεται με βάση τόσο το υποκειμενικό κριτήριο, δηλαδή την προσωπική περίπτωση του κάθε δικαστή, όσο και με βάση το αντικειμενικό κριτήριο, δηλαδή κατά πόσον ο δικαστής έδωσε εγγυήσεις ικανοποιητικές για να αποκλείσουν οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία περί έλλειψης αμεροληψίας. Σύμφωνα με τη δικαστική πρακτική που διαμορφώθηκε και τις αρχές της νομολογίας, δικαστής που αισθάνεται ότι για οποιοδήποτε λόγο, προσωπικό ή άλλο, κωλύεται να συμμετάσχει στην εκδίκαση μιας υπόθεσης, εξαιρείται από τη σύνθεση του δικαστηρίου (βλ. Καίτη Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά., Υπόθ. Αρ. 74/09, ημερ. 22.4.2010). Το ίδιο μπορεί να συμβεί όταν ζητηθεί η εξαίρεση του από διάδικο. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Hauschildt v. Denmark, 24.5.1989, Series A, No. 154:- «Η ύπαρξη αμεροληψίας για τους σκοπούς του Άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης πρέπει να αποφασίζεται σύμφωνα με ένα υποκειμενικό κριτήριο, δηλαδή στη βάση της προσωπικής πεποίθησης ενός συγκεκριμένου δικαστή σε δοθείσα υπόθεση, και επίσης, σύμφωνα με το αντικειμενικό κριτήριο, που είναι η διακρίβωση κατά πόσο ο δικαστής πρόσφερε εγγυήσεις αρκετές για να αποκλείουν μια νόμιμη αμφιβολία ως προς αυτό.» (βλ. επίσης Findlay v. UK [1997] 24 EHRR 221, 244, Castillo Algar v. Spain [1998] 30 EHHR 826 και το Σύγγραμμα του Α. Λοΐζου «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας», Έκδοση 2001, σελ. 193). Το κριτήριο προκατάληψης για εξαίρεση ενός δικαστή, είναι κατά πόσο θα δημιουργηθεί η εντύπωση στο μυαλό του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα, ότι υπάρχει πράγματι πιθανότητα προκατάληψης από το δικαστή (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου, ανωτέρω). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Εικασίες και καχυποψίες μόνο, δεν είναι αρκετές (βλ. Μόδεστος Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268 και Porter ν. Magill [2002] 2 AC 357). Αποτελεί επίσης σημαντική αρχή της νομολογίας ότι ο δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Παναγιώτη Λιάκου Μελά (Αρ. 1)
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 706). Επίσης, στην υπόθεση Δέσπω Αποστολίδου ν. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 80, τονίστηκε ότι:- «Η ευαισθησία του Δικαστή, ως υποδεικνύεται στην Makrides v. Republic
(1984)3 C.L.R. 304, δεν αποτελεί τον οδηγό στη διαπίστωση κωλύματος, αλλά οδηγό συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ό,τι αυτό επιβάλλει. Παραίτηση από αυτό το καθήκον ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης όπως υποδεικνύεται: "One such danger is that we would be coming close to acknowledging to a litigant a right to choose the judge who will try him." "Ένας τέτοιος κίνδυνος είναι ότι θα φθάναμε κοντά στην αναγνώριση δικαιώματος στο διάδικο να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει." Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου (απαρτιζόμενου από τον Αρχιδικαστή, τον Πρόεδρο του Εφετείου και τον Αντικαγκελάριο (V-C)), Locabail Ltd v. Bayfield Properties [2000] 1 All E.R. 65, τονίζεται ότι αποτελεί καθήκον του δικαστή να επιλαμβάνεται των υποθέσεων που του ανατίθενται, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο ο διάδικος να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει. Στην ίδια υπόθεση το Αγγλικό Εφετείο πραγματεύεται τις αρχές που διέπουν τη διαπίστωση προκατάληψης. Εύλογος υπόνοια ή λογικός φόβος είναι, καθώς επισημαίνεται, το κριτήριο το οποίο υιοθετεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη διαπίστωση προκατάληψης. (Piersack v. Belgium [1982] 5 EHRR 169, De Cubber v. Belgium [1984] 7 EHRR 236, Hauschildt v. Denmark [1989] 12 EHRR 266, Langborger v. Sweden [1989] 12 EHRR 416.) .......................... Χρήσιμη καθοδήγηση για τη διαπίστωση προκατάληψης παρέχεται και από την απόφαση Ex p. Pinochet Ugarte (No. 2) [1999] 1 All E.R. 577 (HL). Σκοπός του αποκλεισμού δικαστή από τη σύνθεση δικαστηρίου λόγω προκατάληψης είναι, ως υπογραμμίζεται, η διασφάλιση της καθαρότητας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης.» Επομένως, η νομολογία υποδεικνύει ότι το κριτήριο για εξαίρεση δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το δικαστή στο μυαλό του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα (Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, Αναφορικά με την Αίτηση του Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου Λτδ (Αρ.1)
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1050, Αναφορικά με την Αίτηση του Φίλιππου Χ'Μάμα
(2007)1Β Α.Α.Δ. 689, Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Συμεού
(2012)1Β Α.Α.Δ. 974 και Αναφορικά με την Αίτηση του "The Junior School"
(2013)1Β Α.Α.Δ. 1126). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Abed Alkaadir Typye v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 279, ο αντικειμενικός παρατηρητής δεν είναι ο τυχαίος απληροφόρητος άνθρωπος που θα μπορούσε να σχηματίσει μια βεβιασμένη εντύπωση, παρασυρόμενος από την υποκειμενική του μονομερή και αποσπασματική αντίληψη, αλλά εκείνος που με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσια τους μπορεί έτσι να καταλήξει σε μια αντάξια της αντικειμενικότητας του άποψη ως προς το ζητούμενο. Ο δίκαια σκεπτόμενος και πληροφορημένος παρατηρητής δεν λαμβάνει βεβιασμένες αποφάσεις αλλά είναι ενήμερος των γεγονότων και έχει σφαιρική αντίληψη της κατάστασης (Hellow (AP) v. Secretary of State and another [2008] UKHL 62). Επομένως, κάθε αίτηση για εξαίρεση δικαστή πρέπει να εδράζεται σε σοβαρά αντικειμενικά δεδομένα (Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου v. Βουλής (Αρ.2)
(1993)3 Α.Α.Δ. 69 και Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Συμεού (βλ. πιο πάνω)). Το θέμα αυτό είναι ουσίας και γεγονότων. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές. Οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές έχουν υιοθετηθεί και στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αναφορικά με την Αίτηση του Καντούνα και της Καντούνα για άδεια για καταχώρηση Αίτησης για την Έκδοση Εντάλματος Certiorari, Πολιτική Έφεση Αρ. 363/20, ημερομηνίας 15/9/2021, ECLI:CY:AD:2021:A396. Εξέταση της υπό κρίση αίτησης Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και νομικό πλαίσιο, προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας της. Σημειώνω εξ αρχής ότι, το εν προκειμένω αίτημα του συνηγόρου της Ενάγουσας για την εξαίρεση μου, δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε υποκειμενικά στοιχεία, που αφορούν την προσωπική περίπτωση μου να εκδικάσω την παρούσα υπόθεση. Αντιθέτως, το αίτημα του βασίζεται αποκλειστικά σε αντικειμενικούς λόγους, ήτοι στην έκδοση αριθμού ενδιάμεσων αποφάσεων και ruling, κατόπιν σχετικών αιτημάτων του εκ μέρους της Ενάγουσας, με τις οποίες τα εν λόγω αιτήματα απορρίφθηκαν, και τούτο, κατά τον ίδιο, δεικνύει μία μεροληπτική στάση εκ μέρους του παρόντος Δικαστηρίου προς ικανοποίηση των θέσεων του συνηγόρου των Εναγομένων και επίδειξης εύνοιας προς αυτούς. Δηλαδή, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, ήτοι κατά πόσο διαπιστώνεται «η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα» (βλ. Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Δεν χρειάζεται να πω πολλά επί των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση. Ούτε θα προχωρήσω να υπεισέλθω σε λεπτομέρεια και να αποφανθώ ή να εκφράσω τη δική μου θέση ως προς το κατ' ισχυρισμόν συμβάν στο ιδιωτικό γραφείο (chambers) του Δικαστηρίου ή την κατ' ισχυρισμόν πίεση του Δικαστηρίου προς το συνήγορο της Ενάγουσας. Και ο λόγος είναι γιατί, όπως έχω προαναφέρει, τα εν λόγω κατ' ισχυρισμόν συμβάντα, δεν είναι ο λόγος για τον οποίο ζητείται η εξαίρεση του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά το αίτημα του συνηγόρου της Ενάγουσας, ουσιαστικά εδράζεται στον ισχυρισμό ότι το πρώτο εκ των πιο πάνω κατ' ισχυρισμόν συμβάντων, αποτέλεσε το έναυσμα για την έκδοση αριθμού ενδιάμεσων ruling και αποφάσεων του Δικαστηρίου, οι οποίες ήταν ευνοϊκές ως προς τις θέσεις του συνηγόρου των Εναγομένων και όχι της Ενάγουσας. Τα όσα έχουν αναφερθεί από τον συνήγορο της Ενάγουσας, κατά την αγόρευση του, σε σχέση με την έκδοση των ενδιάμεσων ruling και αποφάσεων του Δικαστηρίου, για τις οποίες παραπονείται και αποτελούν τη βάση των ισχυρισμών του ως προς τους λόγους εξαίρεσης του Δικαστηρίου από τη συνέχιση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, αποτελούν ζητήματα τα οποία, κατ' ουσίαν, άπτονται της δικαστικής κρίσης του παρόντος Δικαστηρίου και για την οποία, το Δικαστήριο εξέδωσε, καθηκόντως και κατά συνταγματική επιταγή (βλ. Άρθρο 30 του Συντάγματος), αιτιολογημένες ενδιάμεσες αποφάσεις και ruling. Ουδόλως, η διαφωνία της Ενάγουσας ή του συνηγόρου της με τα εν λόγω ενδιάμεσα ruling και αποφάσεις του Δικαστηρίου, αποτελεί λόγο για εξαίρεση του παρόντος Δικαστηρίου από την συνέχιση της εκδίκασης της υπόθεσης. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση δικαιώματος να επιλέγει η Ενάγουσα ή ο συνήγορος της, τον δικαστή που επιθυμεί να δικάσει την υπόθεση της ή τον πελάτη του. Η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα, αφού διαφωνούσε με τις εν λόγω ενδιάμεσες αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, να ασκήσει το δικαίωμα της και να εφεσιβάλει αυτές, εφόσον με την τροποποίηση του περί Δικαστηρίων Νόμου (βλ. Ν. 146(Ι)/2022 που τροποποιεί το άρθρο 25 του Ν. 14/60) οι ενδιάμεσες αποφάσεις, ανεξαρτήτως του κατά πόσον αυτές είναι καθοριστικές ή δηλωτικές για τα δικαιώματα των διαδίκων, είναι εφέσιμες. Εν πάση περιπτώσει, σε κάθε περίπτωση, η Ενάγουσα δεν αποστερείται του δικαιώματος της να εγείρει οποιαδήποτε ζητήματα αφορούν οποιαδήποτε ενδιάμεση απόφαση την οποία θεωρεί λανθασμένη, ακόμα και στο στάδιο της έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου (αν και εφόσον η απόφαση αυτή (η τελική) δεν την ικανοποιήσει). Επίσης, η υποχρέωση ενός διάδικου να εγείρει ένα μείζον θέμα όπως αυτό της κατ' ισχυρισμόν μεροληψίας του Δικαστηρίου εναντίον του, είναι θέμα που έχει απασχολήσει το Εφετείο στην Ποιν. Έφεση 161/12 Γεώργιος Σιακόλας v. Medousa Constructions Ltd, απόφαση ημερομηνίας 20.5.14, με την οποία ουσιαστικά το Εφετείο επιβεβαίωσε τα όσα ίσχυαν, υιοθετώντας την θεμελιωμένη αρχή στην Μάντζιαρης v. Δημοκρατίας
(2010)3 ΑΑΔ 429). Συγκεκριμένα, το Εφετείο ανέφερε ότι, όταν υπάρχει πλήρης γνώση των γεγονότων που θεμελιώνουν την κατ' ισχυρισμό προκατάληψη του Δικαστηρίου, ο διάδικος θα πρέπει να θέτει το θέμα με την πρώτη ευκαιρία ενώπιον του Δικαστή και όταν παραλείψει να πράξει αυτό, τότε το δικαίωμα του θεωρείται εγκαταλειφθέν. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ως και το ιστορικό που έχει αναφερθεί ανωτέρω, το ζήτημα της κατ' ισχυρισμόν μεροληψίας του Δικαστηρίου, τέθηκε για πρώτη φορά διά της παρούσας αίτησης, μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 20.3.2023, και χωρίς να έχει προηγουμένως τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, με οποιοδήποτε άλλο τρόπο κατά τις προηγούμενες ακροαματικές διαδικασίες. Εν πάση όμως περιπτώσει, το γεγονός και μόνο ότι τα όσα καταλογίζονται στο Δικαστήριο περί της κατ' ισχυρισμόν μεροληπτικής του στάσης έναντι της Ενάγουσας και/ή του συνηγόρου της, άπτονται ζητημάτων που αφορούν την δικαστική κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, επί συγκεκριμένων αιτημάτων του συνηγόρου της Ενάγουσας ή επί της προβολής ενστάσεων ως προς την αποδοχή ή μη αποδοχή μαρτυρίας στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης, ή ακόμη ζητημάτων ελέγχου, της ενώπιον του Δικαστηρίου, διαδικασίας (την οποία διαδικασία ορίζει και ελέγχει το Δικαστήριο και όχι οι διάδικοι), για τα οποία το Δικαστήριο εξέδωσε αιτιολογημένες αποφάσεις, δεν αποτελούν λόγο, στη βάση του οποίου διαπιστώνεται «η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα». Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι το αίτημα για εξαίρεση μου από την συνέχιση της εκδίκασης της παρούσας αγωγής, στερείται πραγματικού και ουσιαστικού λόγου. Η ορθή εκτίμηση του δικαστικού μου καθήκοντος, με οδηγεί στην κρίση να συνεχίσω να επιλαμβάνομαι της παρούσας αγωγής που μου έχει ανατεθεί. Οποιαδήποτε απόφαση μου για εξαίρεση από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, θα ισοδυναμούσε με παραίτηση εκτέλεσης καθήκοντος. Θα ήταν μια παραίτηση με ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης, ενώ θα έστελνε το λανθασμένο μήνυμα ότι αναγνωρίζεται στους διαδίκους το δικαίωμα να επιλέγουν το δικαστή που επιθυμούν να δικάσει την υπόθεση τους. Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, το αίτημα δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και για αυτό τον λόγο δεν εξαιρούμαι της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) ............... Ν. Πετρίδου, Πρ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.