ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2798/15, 19/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A83 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2798/15 Μεταξύ:
- ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ, εκ Λευκωσίας
- ΑΓΡΙΠΠΙΝΟΥΛΛΑ ΦΡΑΓΚΟΥΔΗ, εκ Λευκωσίας Ενάγοντες -και-
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου Εναγόμενοι EX TEMPORE Ενδιάμεση Απόφαση (σε σχέση με τα έξοδα της Εναγόμενης 2) Ημερομηνία: 19.01.2023 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Χριστοδούλου, για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 2: κα Σάββα, για Α. Ευαγγέλου και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Εισαγωγή: Η παρούσα αγωγή σχετίζεται με την αγορά εκ μέρους των Εναγόντων, αξιογράφων που είχε εκδώσει η Εναγόμενη 1 περί τον Μάιο του
- Το δικονομικό ιστορικό της παρούσας αγωγής προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης και δεν θεωρώ σκόπιμο όπως τούτο παρατεθεί λεπτομερώς κατωτέρω για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Ό,τι αφορά την παρούσα διαδικασία είναι το ζήτημα των εξόδων της υπόθεσης σε σχέση με την Εναγόμενη
- Και τούτο διότι κατά τη σημερινή δικάσιμο, η συνήγορος των Εναγόντων δήλωσε στο Δικαστήριο ότι η πρόθεσή της είναι να αποσύρει την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2 και προχώρησε και έπραξε τούτο σήμερα, χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη δικαιωμάτων. Η συνήγορος της Εναγόμενης 2 δεν έφερε οποιανδήποτε ένσταση στην ανεπιφύλακτη απόσυρση της πιο πάνω αγωγής εναντίον της, εντούτοις ήγειρε ζήτημα εξόδων σε σχέση με το οποίο αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνω στο παρόν στάδιο για σκοπούς πληρότητας, ότι η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 1, η οποία τελεί υπό εκκαθάριση, είχε απορριφθεί στις 17.1.2023, λόγω μη προώθησης της παρούσας αγωγής εναντίον της, κατόπιν σχετικής αναφοράς εκ μέρους της συνηγόρου των Εναγόντων ότι οι ίδιοι δεν επιθυμούν να προωθήσουν την παρούσα αγωγή εναντίον της. Οι Αγορεύσεις: Εκ μέρους των Εναγόντων, υποστηρίζεται η θέση ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να επωμιστεί τα έξοδά της και ως εκ τούτου θεωρεί η συνήγορος τους, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει στην παρούσα υπόθεση να αποκλίνει από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και ότι στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδά της. Προς ενίσχυση της θέσης της, η συνήγορος των Εναγόντων παρέπεμψε το Δικαστήριο στην πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση
- ΧΧΧΧΧ Φειδία κ.α. -και-
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (Αγωγή αρ. 3151/2015, απόφαση ημερ. 8.11.2021), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον υπήρχε αίτημα για απόσυρση της αγωγής και δεν υπήρχε υπόβαθρο γεγονότων ενώπιον του, δεν μπορούσε να προβεί σε πρόγνωση ως προς το ποιος θα αναδύετο ως επιτυχών διάδικος στο τέλος της διαδικασίας και ως εκ τούτου αποφάσισε ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να επωμιστεί τα έξοδα της. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση της συνηγόρου της Εναγόμενης 2, η οποία ζητά όπως τα έξοδα επιδικαστούν υπέρ της και εναντίον των Εναγόντων. Κάνοντας αναφορά και σε σχετική νομολογία, υποστήριξε καταρχάς ότι τα έξοδα επαφίενται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται κατά κανόνα με γνώμονα το αποτέλεσμα της υπόθεσης, κατά τρόπο που σε περιπτώσεις απόσυρσης της διαδικασίας, ο εναγόμενος δικαιούται στην επιδίκαση εξόδων προς όφελος του. Εφαρμόζοντας δε τις σχετικές αρχές, στα γεγονότα της υπόθεσης, εισηγήθηκε πως στην προκειμένη περίπτωση, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της Εναγόμενης 2 και εναντίον των Εναγόντων. Πιο συγκεκριμένα, η συνήγορος της Εναγόμενης 2, υποστήριξε ότι το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μία αγωγή στην οποία οι Ενάγοντες αποφάσισαν για τους δικούς τους λόγους να την αποσύρουν εναντίον της, μετά την πάροδο πέραν των 7 ετών από την καταχώρηση της και χωρίς να έχει υπάρξει οποιαδήποτε εξώδικη διευθέτηση αυτής. Η Εναγόμενη 2, εφόσον υπήρξε εναγόμενη στην εν λόγω αγωγή, κατ' επιλογήν των Εναγόντων, επέλεξε, ως είχε δικαίωμα, να υπερασπιστεί την αγωγή εναντίον της, εκπροσωπούμενη από δικηγόρο και αρνούμενη τα όσα της καταλογίζουν οι Ενάγοντες. Επομένως, θεωρεί η συνήγορος της Εναγόμενης 2 ότι θα ήταν άδικο να αποστερηθεί των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε για την υπεράσπιση της έναντι των όσων προβάλλουν οι Ενάγοντες εναντίον της. Ουσιαστικά, η συνήγορος της Εναγόμενης 2 εισηγείται ότι εφόσον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνιστά το αποτέλεσμα και το αποτέλεσμα στην παρούσα διαδικασία είναι η απόσυρση της αγωγής, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της, εφόσον δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα: Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιδικάζει έξοδα σε πολιτική διαδικασία, πηγάζει από το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, καθώς επίσης και από την Δ.59 θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόµου προβλέπει ως ακολούθως: «Τα έξοδα οιασδήποτε πολιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμενα προς αυτήν, ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε εκάστοτε ισχύοντος νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας, θα τελούν υπό την διακριτικήν εξουσίαν του δικαστηρίου και το δικαστήριον θα έχη πλήρη εξουσίαν να αποφασίζη υπό τίνος και κατά τινα έκτασιν τα τοιαύτα έξοδα θα πληρωθώσι.» Ενώ η Δ.59 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, έχει ως εξής: «Subject to the provisions of any law or rules, the costs of an incident to any proceeding shall be in the discretion of the Court or Judge...» Σε µετάφραση: «Τηρουµένων των προνοιών οιουδήποτε Νόµου ή Κανονισµού τα έξοδα ενός συµβάντος σε οιανδήποτε διαδικασία θα είναι στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ή Δικαστή ...». Συνδυασμός των πιο πάνω προνοιών, δεικνύει ξεκάθαρα ότι το ζήτημα των εξόδων επαφίεται, ουσιαστικά, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία βεβαίως, όπως αναδύεται μέσα από τη σχετική νομολογία, θα πρέπει να ασκείται δικαστικά. Σχετική είναι η υπόθεση Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 341/2010, ημερ. 15/10/2015, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/1960, όπως τροποποιήθηκε) και τη Δ.59 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τα έξοδα αστικής διαδικασίας τελούν υπό τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία κατά πάγια νομολογία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα. Και αυτό με προσήλωση στο γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής εφόσον δεν είναι αποδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο (βλ. μεταξύ άλλων Glykis v. Ioannides (1959 - 1960) 24 CLR 220, Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1(Ε) A.A.Δ. 750, Φιλίππου ν. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890, Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12, Ορφανίδης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 874 και Transmarine Shipping Ltd ν. Ονουφρίου κ.α., Αγωγή Ναυτοδικείου 22/06, ημερ. 24.3.10).» Σχετική αναφορά μπορεί να γίνει επίσης και στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της Εταιρείας P.E. Lithos Stone IT (Natural Stone and Marbles) Ltd v. Δημήτρη Δημητρίου
(2011)1 ΑΑΔ 1985, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η επιδίκαση εξόδων της δίκης και ο επιμερισμός τους, όπως συνάγεται από τη Δ.59, θ. 1, των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και τη νομολογία - ανήκουν στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά. Εάν, βέβαια, υπάρχει σχετική συμφωνία, αυτή λαμβάνεται υπόψη. Σε περιπτώσεις διακοπής της διαδικασίας, ο εναγόμενος, χωρίς η βασική αρχή ότι η επιδίκαση των εξόδων ανήκει στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να καταργείται, δικαιούται στα έξοδα. Όταν το δικαστήριο, κατά την άσκηση της εξουσίας του αυτής, ακολουθεί τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται στα έξοδα της δίκης, δε δίδει λόγους γι' αυτό, αφού αυτοί εξυπακούονται, κάτι, όμως, που δεν ισχύει στην αντίθετη περίπτωση». Πληθώρα νομολογίας προσδιορίζει τις παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Νίτσα Θρασυβούλου v. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12 λέχθηκαν τα εξής, αναφορικά με τις παραμέτρους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτά: «Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσης του στην αύξηση των εξόδων της δίκης· σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο. Όπως τονίστηκε στη Georghios Ε. Glykys v. Ioannis Stylianou Ioannides (1959 - 60) 24 C.L.R. 220, η επίδειξη καλής προαίρεσης (kindness) από το δικαστήριο προς τον αποτυχόντα διάδικο προς μετριασμό αισθημάτων πικρίας του αποτυχόντα διαδίκου, δεν συνιστά δικαστική άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Επίσης, στην υπόθεση Χαψή κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 1403 λέχθηκαν τα εξής: «Είναι παγιωμένο ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς τα έξοδα, ασκείται δικαστικά. Γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνιστά το αποτέλεσμα. Η δικαίωση δεν πρέπει, όπως επισημαίνεται στην Χάσικος κ.ά. v. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, να επάγεται την καταβολή δαπάνης. Δεν χωρεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υποδεικνύεται στην Georgios E. Glykys v. Ioannis Stylianou Ioannides 24 C.L.R. 220, η επίδραση παραγόντων άλλων από εκείνων που σχετίζονται με την ουσία του αποτελέσματος. Διατυπώνεται η θέση ότι, "feelings of kindness are not, of course, the correct criterion in deciding the question of costs". Στην ίδια υπόθεση (Χαψή) γίνεται επίσης αναφορά στο απόσπασμα της Θρασυβούλου (ανωτέρω) και σημειώνεται περαιτέρω ότι απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, δικαιολογείται μόνον εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρους τους. Όπως είναι εμφανές από τα ανωτέρω, η νομολογία έχει καταδείξει ότι οι λόγοι που δυνατόν να αποστερήσουν ένα διάδικο από τα έξοδα που κανονικά θα δικαιούτο, είναι μεταξύ άλλων, περιπτώσεις όπου ο ίδιος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσης του στην αδικαιολόγητη αύξηση των εξόδων της δίκης (βλ. Joseph El Alam v. Χριστόφορου Τουμαζίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 968) ή όταν δεν επιτυγχάνει πλήρως στην αγωγή του (βλ. Παπακόκκινου ν. Δήμου Πάφου
(1998)1 Α.Α.Δ. 634). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπήρξε οποιοσδήποτε τέτοιος ισχυρισμός εκ μέρους των Εναγόντων. Κληθείς η συνήγορος των Εναγόντων να αναφέρει κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν οποιεσδήποτε περιστάσεις που δικαιολογούν όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και παρεκκλίνει από τον πιο πάνω γενικό κανόνα, ανέφερε ως τέτοιες περιστάσεις το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αξιόγραφα και ότι οι Ενάγοντες έχουν ήδη απωλέσει μέρος των χρημάτων που έχουν καταβάλει για την αγορά των εν λόγω αξιογράφων, ότι η αίτηση εκκαθάρισης που καταχωρήθηκε εναντίον της Εναγόμενης 1 καταχωρήθηκε από την Εναγόμενη 2 και ότι η γενεσιουργός αιτία της καταχώρησης της παρούσας αγωγής είναι η παραβίαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων της Εναγόμενης 2, η οποία δεν άσκησε επαρκώς και/ή άσκησε πλημμελώς τα εποπτικά της καθήκοντα. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, εν προκειμένω, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο θα ήταν, υπό τις περιστάσεις, εύλογο και δίκαιο η Εναγόμενη 2 να αποστερηθεί των εξόδων στα οποία αυτή υποβλήθηκε υπερασπιζόμενη την παρούσα αγωγή έναντι των όσων οι Ενάγοντες της καταλόγιζαν. Δηλαδή, κατά πόσο δικαιολογείται οποιαδήποτε απόκλιση από τον κανόνα που η σχετική νοµολογία καθιέρωσε για το δικαίωμα στον εναγόµενο να του επιδικάζονται τα έξοδα της αγωγής όταν αυτή διακόπτεται ή αποσύρεται. Eξετάζοντας το ζήτημα που εδώ απασχολεί, υπό το φως της ανωτέρω νομολογίας, σημειώνω ότι από τη συνολική θεώρηση των ενώπιον μου δεδομένων, αυτό που προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι οι Ενάγοντες επέλεξαν να καταχωρήσουν, ως είχαν βεβαίως αναφαίρετο δικαίωμα να πράξουν, την αγωγή τους εναντίον δύο εναγόμενων, συμπεριλαμβανομένης και της Εναγόμενης 2, η οποία εξ αρχής αμφισβήτησε την εναντίον της αξίωση και προέβη σε όλα τα προβλεπόμενα διαβήματα προς υπεράσπιση της δια δικηγόρου, με αποτέλεσμα να επωμιστεί και όλα τα συναφή δικαστικά έξοδα που προέκυψαν ένεκα των ανωτέρω ενεργειών των Εναγόντων. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες, αποφάσισαν, για λόγους που τους αφορούν, την ανεπιφύλακτη απόσυρση της αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 2 (όρος ο οποίος σύμφωνα και με τις πιο πάνω αρχές περιγράφει το τέλος του συνόλου της αγωγής εναντίον της σε ότι αφορά τα επίδικα ζητήματα), πριν η εν λόγω αγωγή προχωρήσει σε ακρόαση. Το γεγονός ότι, κατά την συνήγορο των Εναγόντων,η παρούσα αγωγή είναι ιδιαίτερη και ιδιόμορφη, υπό την άποψη ότι οι Ενάγοντες ένεκα της αγοράς των επίδικων αξιογράφων έχουν απωλέσει μέρος των χρημάτων τους, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να καταδείξει ότι αυτό επηρέασε τους Ενάγοντες και την οικονομική τους, ενδεχομένως, κατάσταση, δεν κρίνω ότι συνιστά ικανό λόγο που να δικαιολογεί όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και παρεκκλίνει από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Όπως αναφέρθηκε στην Χαψής (ανωτέρω), δεν χωρεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η επίδραση παραγόντων άλλων από εκείνων που σχετίζονται με την ουσία του αποτελέσματος. Σχετική είναι και η ακόλουθη αναφορά από την Georgios E. Glykys v. Ioannis Stylianou Ioannides 24 C.L.R. 220: "As regards the costs of the action it is clear that the learned trial Judge was moved by feelings of kindness towards the tenant in not ordering him to pay costs; feelings of kindness are not, of course, the correct criterion in deciding the question of costs". (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Σε ότι δε αφορά την αναφορά της κας Χριστοδούλου ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δικαιολογείται απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, επειδή «η γενεσιουργός αιτία των εξόδων οφείλεται αποκλειστικά και μόνο σε λόγους που αφορούν τους εναγόμενους 2, οι οποίοι εφάρμοσαν πλημμελώς τα καθήκοντα τους για εποπτεία τραπεζικών ιδρυμάτων», θεωρώ ότι, με δεδομένο ότι η παρούσα αγωγή δεν έχει εκδικαστεί, δεν είναι ορθό να γίνεται αναφορά στην ουσία της διαφοράς των μερών κατά τον τρόπο που αυτό επιχειρήθηκε. Αφ' ης στιγμής δεν έχει διεξαχθεί δίκη, δεν υπάρχει, στην προκειμένη περίπτωση, υπόβαθρο γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου για να διαφανεί προς τα που θα έγερνε η πλάστιγγα, ούτε βεβαίως μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε εικασίες και υπολογισμούς σε σχέση με το θέμα αυτό. Κρίνω δε, ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι από εκείνες που το Δικαστήριο θα έπρεπε να ακούσει μαρτυρία για να αποφανθεί ως προς το ποιος θα ήταν ο επιτυχών διάδικος (βλ. Χρυσοστόμου (ανωτέρω)). Και τούτο διότι, είναι προφανές, στη βάση της δήλωσης (που αφορά την απόσυρση) της συνηγόρου των Εναγόντων, ότι η απόσυρση της παρούσας αγωγής δεν είναι αποτέλεσμα οποιασδήποτε συνδιαλλαγής ή διευθέτησης μεταξύ των διαδίκων, αλλά στην ουσία η απόφαση αυτή (για απόσυρση), εδράζεται επί του γεγονότος ότι επαληθεύτηκε το χρέος σε σχέση με την Εναγόμενη 1 εταιρεία, η οποία τελεί υπό εκκαθάριση, και όχι γιατί έχει εξοφληθεί η απαίτηση των Εναγόντων από τους Εναγόμενους. Εξετάζοντας τη θέση της συνηγόρου των Εναγόντων ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποκλίνει από τον γενικό κανόνα (βλ. ανωτέρω) ενόψει των ανωτέρω, κρίνω ότι τα πιο πάνω δεν συνιστούν λόγο ο οποίος μπορεί να δικαιολογήσει την απόσυρση της παρούσας αγωγής χωρίς την έκδοση διαταγής ως προς τα έξοδα της Εναγόμενης 2, η οποία μέσω της υπεράσπισης που καταχώρησε αρνείται εξ αρχής τα όσα της καταλόγιζαν οι Ενάγοντες. Στην περίπτωση που η αγωγή οδηγείτο σε ακρόαση και οι Ενάγοντες αποδείκνυαν την αξίωση τους εναντίον της Εναγόμενης 2, θα δικαιούντο και στα έξοδα της αγωγής. Από τη στιγμή όμως που αποφάσισαν για δικούς τους λόγους να την αποσύρουν, θα πρέπει να επωμιστούν και τις συνέπειες της απόφασης τους αυτής, που είναι η καταβολή των εξόδων της Εναγόμενης 2. Έχοντας κατά νου όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, εν προκειμένω, θεωρώ ότι η ανεπιφύλακτη απόσυρση της αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 2, χωρίς για τούτο να δίδεται λόγος, εκ μέρους των Εναγόντων, που να επιβάλλει την απόσυρση αυτή και χωρίς να δίδεται άλλος ικανός λόγος που να εισηγείται πως η Εναγόμενη 2 ευθύνεται για τα προκληθέντα μέχρι τώρα έξοδα, αποτελεί κατάληξη που δικαιώνει την τελευταία, ούτως ώστε να δικαιολογείται η επίδικαση εξόδων υπέρ της και εναντίον των Εναγόντων, εφόσον δεν έχει, εκ μέρους των Εναγόντων, καταδειχθεί κανένας καλός λόγος που να δικαιολογεί όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και παρεκκλίνει από τον γενικό κανόνα (στον οποίο αναφορά γίνεται ανωτέρω). Κατάληξη: Συνεπώς για όλους όπως πιο πάνω λόγους, η αγωγή αποσύρεται και απορρίπτεται ανεπιφύλακτα εναντίον της Εναγόμενης 2, με έξοδα υπέρ της και εναντίον των Εναγόντων (αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα), όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο