← Κύπρος

COMMERCIAL GENERAL INSURANCE LTD ν. A & H PETRIDES MOTORS LTD κ.α., Αγωγή αρ.: 1466/16, 27/3/2023

COMMERCIAL GENERAL INSURANCE LTD ν. A & H PETRIDES MOTORS LTD κ.α., Αγωγή αρ.: 1466/16, 27/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Αγωγή αρ.: 1466/16 Μεταξύ: COMMERCIAL GENERAL INSURANCE LTD, από τη Λευκωσία Ενάγουσα -και-

  1. A & H PETRIDES MOTORS LTD, από την Πόλη Χρυσοχούς
  2. Ανδρέας Πετρίδης, από το Προδρόμι Εναγόμενοι Ημερομηνία: 27.3.2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Κούτρας για κ.κ. Δημήτρης Κούτρας & Σια Για τους Εναγόμενους: κ. Γαβριηλίδης για κ.κ. Γαβριηλίδης & Τιμοθέου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα, ασφαλιστική εταιρεία, αξιώνει από τους Εναγόμενους 1 και 2, το ποσό των €1.085, υπό τη μορφή ανάκτησης (recovery), το οποίο κατέβαλε στον ιδιοκτήτη και οδηγό ενός οχήματος (στο εξής «το άλλο όχημα» και «ο οδηγός του άλλου οχήματος», αντίστοιχα), ως αποζημίωση, σε σχέση με τις ζημιές που αυτός υπέστη, από το τροχαίο ατύχημα που προκλήθηκε στις 2.9.2015, μεταξύ αυτού και του Εναγόμενου
  3. Η πληρωμή της εν λόγω αποζημίωσης επήλθε ως αποτέλεσμα εξωδικαστικής διευθέτησης μεταξύ της Ενάγουσας και του οδηγού του άλλου οχήματος. Σημειώνω σε αυτό το στάδιο ότι, μέσω της αγόρευσης του, ο συνήγορος της Ενάγουσας εγκατέλειψε την απαίτηση της για το ποσό των €85, με αποτέλεσμα το ποσό το οποίο εν τέλει διεκδικείται υπό τη μορφή ανάκτησης, από την Ενάγουσα εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, να είναι το ποσό των €1.000 (στο εξής «το αξιούμενο ποσό»). Δικογραφημένες θέσεις και εκδοχές των μερών (α) Η εκδοχή της Ενάγουσας Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα απαιτεί από τους Εναγόμενους 1 και 2 το αξιούμενο ποσό, καθότι θεωρεί αυτούς ως υπεύθυνους για τη δημιουργία νομικής υποχρέωσης σε αυτήν, να καταβάλει το αξιούμενο ποσό στον οδηγό του άλλου οχήματος. Κατά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της, κατά πάντα ουσιώδη με την αγωγή χρόνο, η Ενάγουσα είχε εκδώσει ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο βρισκόταν σε ισχύ κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος, βάσει του οποίου παρείχετο ασφαλιστική κάλυψη στην Εναγόμενη 1[1] για συγκεκριμένο όχημα της (στο εξής «το ασφαλισμένο όχημα»), αναφορικά με οποιεσδήποτε απώλειες τυχόν προκληθούν σε τρίτο πρόσωπο σε σχέση με ατύχημα στο οποίο θα εμπλέκετο το ασφαλισμένο όχημα (ευθύνη έναντι τρίτου). Στις 2.9.2015, ο Εναγόμενος 2, ο οποίος δεν ήταν, βάσει του ασφαλιστηρίου εγγράφου, εξουσιοδοτημένος οδηγός, οδήγησε το ασφαλισμένο όχημα και ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα με τον οδηγό του άλλου οχήματος. Συνεπεία του εν λόγω ατυχήματος, ο οδηγός του άλλου οχήματος υπέστη ζημιές και απώλειες, ίσες με το αξιούμενο ποσό, τις οποίες η Ενάγουσα υποχρεώθηκε, ως δικογραφικά ισχυρίζεται, δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και/ή σύμφωνα με «τη συμφωνία ημερ. 22.4.69 μεταξύ Υπουργείου Οικονομικών και του MIF»[2], να καταβάλει εκ μέρους των Εναγομένων. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι ευθύνη για το ατύχημα, φέρει ο Εναγόμενος 2, ο οποίος «κατηγορήθηκε δια αμελή οδήγηση και αφού προσήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου ευρέθει ένοχος διά αμελή οδήγηση»[3]. Η Ενάγουσα απέστειλε, στους Εναγόμενους 1 και 2, επιστολές ημερομηνίας 15.9.2015 και 5.11.2015, με τις οποίες τους καλούσε να καταβάλουν το αξιούμενο ποσό στον οδηγό του άλλου οχήματος και περαιτέρω τους ενημέρωνε ότι αν δεν έπρατταν τούτο, το εν λόγω ποσό θα καταβάλλετο από την ίδια, η οποία στη συνέχεια θα απαιτούσε την ανάκτηση του από αυτούς. Είναι η εκδοχή της Ενάγουσας ότι, η ενέργεια του Εναγόμενου 2 να οδηγήσει το ασφαλισμένο όχημα, ενώ δεν ήταν εξουσιοδοτημένος οδηγός δυνάμει του ασφαλιστηρίου εγγράφου[4], και δεδομένου ότι, τούτο έγινε κατόπιν της συγκατάθεσης και/ή έγκρισης της Εναγόμενης 1, αποτελεί αφενός παράβαση των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου από τους Εναγόμενους και αφετέρου αποτελεί έρεισμα που της δημιουργούσε συμβατική υποχρέωση να προχωρήσει και να καλύψει τον οδηγό του άλλου οχήματος. Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα, στις 19.11.2015, κατέβαλε το αξιούμενο ποσό στον οδηγό του άλλου οχήματος και εφόσον οι Εναγόμενοι δεν της επέστρεψαν τούτο, ήγειρε την παρούσα αγωγή με σκοπό την ανάκτηση του από αυτούς. (β) Η εκδοχή των Εναγομένων Οι Εναγόμενοι 1 και 2, καταχώρησαν κοινή Υπεράσπιση, με την οποία, μεταξύ άλλων, αρνούνται ότι παραβίασαν οποιαδήποτε συμβατική τους υποχρέωση ή οποιονδήποτε όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, η Εναγόμενη 1 ουδέποτε επέτρεψε και/ή έδωσε τη συγκατάθεση της, είτε ρητά είτε σιωπηρά, στον Εναγόμενο 2 να οδηγήσει το ασφαλισμένο όχημα. Είναι η θέση τους ότι το ασφαλισμένο όχημα βρισκόταν σταθμευμένο στον ιδιόκτητο χώρο της Εναγόμενης 1 μαζί με άλλα οχήματα που έχει η Εναγόμενη 1[5], ενώ πρόσβαση στα κλειδιά των οχημάτων έχουν ο υιός του διευθυντή της Εναγόμενης 1 (ο οποίος εργάζεται στην Εναγόμενη 1) και η σύζυγος του. Επομένως, θα ήταν αδύνατο για τον διευθυντή της Εναγόμενης 1 (ο οποίος ήταν ο παππούς του Εναγόμενου 2) να λάβει οποιαδήποτε μέτρα ώστε το ασφαλισμένο όχημα να μην οδηγηθεί από τον Εναγόμενο
  4. Ο δε Εναγόμενος 2 παραδέχεται ότι οδήγησε το ασφαλισμένο όχημα χωρίς τη συγκατάθεση ή έγκριση της Εναγόμενης 1 και χωρίς να είναι εξουσιοδοτημένος οδηγός δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Αποτελεί επιπρόσθετη θέση των Εναγομένων ότι για το ατύχημα δεν φέρει ευθύνη και/ή αποκλειστική ευθύνη ο Εναγόμενος 2, ο οποίος παραδέχεται ότι σχηματίστηκε δικογραφικός φάκελος για αμελή οδήγηση εναντίον του, όμως ισχυρίζεται ότι λόγω του ότι η Αστυνομία έκρινε ότι πρόκειται για δυστύχημα χωρίς σοβαρή αμέλεια, η υπόθεση ταξινομήθηκε χωρίς περαιτέρω ενέργεια. Ισχυρίζονται επίσης ότι ο οδηγός του άλλου οχήματος ουδέν τραυματισμό υπέστη από το επίδικο ατύχημα, και ότι ο μόνος που τραυματίστηκε συνεπεία του ατυχήματος, ήταν ο Εναγόμενος 2, ο οποίος νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο Πάφου. Επιπρόσθετα, οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραδέχονται την αποστολή των επιστολών ημερ. 15.9.2015 και 5.11.2015, εκ μέρους της Ενάγουσας, όμως αναφέρουν ότι ο Εναγόμενος 2 απάντησε σε αυτές, μέσω της δικηγόρου του και υπήρξε περαιτέρω αλληλογραφία μεταξύ του και της Ενάγουσας, την οποία και παραθέτει. Τέλος, είναι η θέση των Εναγομένων, ως αυτή προκύπτει από την Υπεράσπιση τους ότι, η Ενάγουσα δεν είχε καμία υποχρέωση, είτε από οποιοδήποτε νόμο είτε άλλως πως, να καταβάλει το αξιούμενο ποσό στον οδηγό του άλλου οχήματος και ότι η Ενάγουσα ενήργησε με δική της πρωτοβουλία και χωρίς τη συγκατάθεση και/ή ενημέρωση των Εναγομένων, με αποτέλεσμα, με τη συμπεριφορά της να φέρει τον Εναγόμενο 2 προ τετελεσμένων γεγονότων, αφού με τις επιστολές της τον πληροφορούσαν ότι έχει ήδη συμφωνηθεί η καταβολή αποζημιώσεων, ως επίσης και το ύψος αυτών στον οδηγό του άλλου οχήματος, και χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγομένων, η Ενάγουσα προχώρησε στην καταβολή του αξιούμενου ποσού, το οποίο αξιώνει εναντίον τους, με την παρούσα αγωγή. Μαρτυρία Εκ μέρους της Ενάγουσας, μαρτυρία, μέσω ενόρκων δηλώσεων[6], έδωσαν τα πιο κάτω πρόσωπα:
  5. Η λειτουργός της Ενάγουσας κα Α. Αδαμίδου - βλ. ένορκη δήλωση ημερ. 28.3.2018 και συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 1.3.2019 (στην οποία επισυνάπτει τα έγγραφα στα οποία αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της ημερ. 28.3.2018)[7].
  6. Ο υπεύθυνος φροντίδας δυστυχήματος της εταιρείας Resculine - κ. Κ. Χαραλάμπους (βλ. ένορκη δήλωση ημερ. 28.2.2018), και
  7. Ο Αστυφύλακας Α/Α 836 κ. Π. Χριστοδούλου (βλ. ένορκη δήλωση ημερ. 25.10.2018). Ενώ εκ μέρους των Εναγομένων, μαρτυρία, μέσω ενόρκων δηλώσεων, έδωσαν οι πιο κάτω:
  8. Ο διευθυντής της Εναγόμενης 1, εκ μέρους της Εναγόμενης 1 - βλ. ένορκη δήλωση ημερ. 7.5.
  9. Ο Εναγόμενος 2 - βλ. ένορκη δήλωση ημερ. 7.5.
  10. Ο πατέρας του Εναγόμενου 2 - βλ. ένορκη δήλωση ημερ. 8.5.2018, και
  11. Ο κ. Ι. Πρίφτης - βλ. ένορκη δήλωση ημερ. 28.11.
  12. Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο, θεωρώ, ότι δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό, αφού, όπως θα διαφανεί πιο κάτω, τα γεγονότα που συνιστούν κοινό και αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών, καθιστούν την παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, αχρείαστη. Αναφορά στη μαρτυρία θα γίνει όπου αυτό κριθεί αναγκαίο, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Σημειώνω σε αυτό το στάδιο ότι ουδείς εκ των πιο πάνω ομνύοντων, είτε εκ μέρους της Ενάγουσας, είτε εκ μέρους των Εναγομένων, αντεξετάσθηκε επί του περιεχομένου της ένορκης μαρτυρίας του. Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων αμφότερων των διαδίκων, ως τούτες προκύπτουν από την Έκθεση Απαίτησης, την κοινή Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 και την Απάντηση στην Υπεράσπιση, ως επίσης και στη βάση της μαρτυρίας που κατατέθηκε από αμφότερες τις πλευρές, τα πιο κάτω προκύπτουν ως κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Κατ' αρχάς, δεν αμφισβητείται ότι στις 7.6.2015, η Ενάγουσα συμφώνησε να παρέχει στην Εναγόμενη 1, ασφαλιστική κάλυψη αναφορικά με το ασφαλισμένο όχημα, το οποίο επιτρέπετο να οδηγηθεί από οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Ήταν, μεταξύ άλλων, ρητός όρος του εν λόγω ασφαλιστηρίου συμβολαίου ότι η Ενάγουσα απαλλάσσεται της ευθύνης να παρέχει ασφαλιστική κάλυψη στην Εναγόμενη 1, αν ο οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος δεν είναι εξουσιοδοτημένος οδηγός (βλ. Τεκμήριο 2Α επί της ένορκης δήλωσης της κας Α. Αδαμίδου ημερ. 1.3.2019, και πιο συγκεκριμένα τον όρο

(1)υπό τον όρο «Γενικές Εξαιρέσεις» του εγγράφου που τιτλοφορείται ως «Ασφαλιστήριο Μηχανοκινήτων Οχημάτων» (βλ. στη σελ. 7 του Τεκμηρίου 2Α))[8]. Περαιτέρω, δεν αμφισβητείται ότι στις 2.9.2015, το ασφαλισμένο όχημα, οδηγείτο από τον Εναγόμενο 2, ο οποίος ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα με τον οδηγό του άλλου οχήματος, στο δρόμο Αργάκας - Αγίας Μαρίνας Χρυσοχούς, για το οποίο ατύχημα, τη σκηνή επισκέφτηκε η Αστυνομία, με τον Αστυφύλακα Α/Α 836 (στο εξής «ο Αστυφύλακας») να ετοιμάζει σχετική έκθεση γεγονότων και σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος (βλ. Τεκμήριο 2 και Τεκμήριο 1, αντίστοιχα, στην ένορκη του δήλωση ημερ. 25.10.2018). Είναι δε ξεκάθαρο, στη βάση πάντα αυτών των γεγονότων, και ως αυτό προκύπτει από τη μαρτυρία του Αστυφύλακα και δη την Έκθεση Γεγονότων που αυτός ετοίμασε (βλ. Τεκμήριο 2 στην ένορκη του δήλωση ημερ. 25.10.2018) ότι, εναντίον του Εναγόμενου 2 σχηματίστηκε «δικογραφικός φάκελος για αμελή οδήγηση», αλλά λόγω του ότι επρόκειτο «για δυστύχημα χωρίς σοβαρή αμέλεια η υπόθεση ταξινομήθηκε χωρίς καμία περαιτέρω ενέργεια». Επίσης, είναι σαφές, εφόσον δεν προκύπτει, από τις παρατηρήσεις του Αστυφύλακα[9], στην εν λόγω Έκθεση που ετοίμασε (βλ. Τεκμήριο 2 στην ένορκη του δήλωση ημερ. 25.10.2018), ότι δεν είχαν προκληθεί οποιεσδήποτε σωματικές βλάβες στον οδηγό του άλλου οχήματος, εφόσον ξεκάθαρα αναγράφεται σε αυτήν ότι «συνεπεία του δυστυχήματος τραυματίστηκε [ο Εναγόμενος 2], ο οποίος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείου Πάφου όπου αφού εξετάσθηκε κρατήθηκε για περαιτέρω νοσηλεία». Του πιο πάνω ατυχήματος, ακολούθησε η επιστολή του Εναγόμενου 2, ημερ. 11.9.2015, μέσω του δικηγόρου του (βλ. Τεκμήριο Α επί της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 ημερ. 7.5.2018), με την οποία ζητούσε πληροφορίες και ενημέρωση για τις εξελίξεις σχετικά με το ατύχημα, καθώς επίσης και «άλλες πληροφορίες για το θέμα της ευθύνης για την πρόκληση του», δείχνοντας με τον τρόπο αυτό στην Ενάγουσα, ότι το θέμα της ευθύνης για το ατύχημα ήταν κάτι που τον απασχολούσε. Ακολούθως, στις 15.9.2014, η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή προς τους Εναγόμενους 1 και 2 (βλ. Τεκμήριο 4 στην συμπλ. ένορκη δήλωση της Α. Αδαμίδου ημερ. 1.3.2019), με την οποία τους ενημέρωνε ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος, ο οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος ήταν μη εξουσιοδοτημένος οδηγός, ότι συνεπεία του ατυχήματος προκλήθηκαν υλικές ζημιές στο άλλο όχημα, τις οποίες η Ενάγουσα καλούσε τους Εναγόμενους 1 και 2 να διευθετήσουν και τους πληροφορούσε ότι αν η Ενάγουσα υποχρεωθεί να καταβάλει οποιαδήποτε ποσά αποζημιώσεων στον οδηγό του άλλου οχήματος, θα στρέφονταν εναντίον τους για την επανάκτηση τους. Στη συνέχεια, η Ενάγουσα, με επιστολή της ημερ. 5.11.2015 προς τους Εναγόμενους 1 και 2 (βλ. Τεκμήριο 5 στην συμπλ. ένορκη δήλωση της Α. Αδαμίδου ημερ. 1.3.2019), πληροφορούσε τους τελευταίους ότι είχε προβεί[10] σε προκαταρκτικό συμβιβασμό των απαιτήσεων του οδηγού του άλλου οχήματος, για την αποζημίωση των σωματικών βλαβών που υπέστη συνεπεία αυτού, για το ποσό των €1.000 και τους καλούσε, σε περίπτωση διαφωνίας τους με τον εν λόγω συμβιβασμό, να την πληροφορήσουν εντός 7 ημερών από τη λήψη της εν λόγω επιστολής, διαφορετικά θα θεωρούσε ότι αυτός είναι αποδεκτός. Προκύπτει περαιτέρω από την ενώπιον μου μαρτυρία, ως μη αμφισβητηθέν γεγονός, ότι στις 19.11.2015, έγιναν δύο πράγματα: (α) μια τηλεφωνική επικοινωνία από πλευράς της συνηγόρου του Εναγόμενου 2 προς την Ενάγουσα, κατά την οποία συνομίλησε με συγκεκριμένο λειτουργό της Ενάγουσας (βλ. ένορκη δήλωση Εναγόμενου 2, ημερ. 7.5.2018), ισχυρισμός ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από την Ενάγουσα, ούτε ζητήθηκε εκ μέρους της, η αντεξέταση του Εναγόμενου 2 επ' αυτού του σημείου, αλλά ούτε και προβάλλεται κάτι το αντίθετο ή διαφορετικό από πλευράς της Ενάγουσας στη μαρτυρία που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, και (β) την ίδια μέρα (19.11.2015) να έχει καταβληθεί από την Ενάγουσα, το αξιούμενο ποσό προς τον οδηγό του άλλου οχήματος προς πλήρη και τελική απαλλαγή όλων των απαιτήσεων του, για το επίδικο ατύχημα (βλ. παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης της κας Α. Αδαμίδου ημερ. 28.3.2018). Προς τούτο, εκδόθηκε η σχετική Απόδειξη Είσπραξης και Δήλωσης Απαλλαγής, υπογεγραμμένη από τον οδηγό του άλλου οχήματος (βλ. Τεκμήριο 6 επί της συμπλ. ένορκης δήλωσης της κας Α. Αδαμίδου ημερ. 1.3.2019). Των πιο πάνω, ακολούθησε η επιστολή ημερ. 30.11.2015, από τη δικηγόρο του Εναγόμενου 2, προς την Ενάγουσα, στην οποία γίνεται αναφορά σε τηλεφωνική επικοινωνία που αυτή είχε μαζί με λειτουργό της Ενάγουσας («σε συνέχεια της τηλεφωνικής μας επικοινωνίας»), αλλά και σε απάντηση της επιστολής της Ενάγουσας ημερ. 5.11.2015, και ζητά όπως της αποσταλεί αντίγραφο της αστυνομικής έκθεσης αναφορικά με το ατύχημα, η οποία αποδεικνύει την ευθύνη του Εναγόμενου 2 για την πρόκληση αυτού (βλ. Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2, ημερ. 7.5.2018). Σχεδόν 3 μήνες μετά, η Ενάγουσα, με σχετική επιστολή της ημερ. 22.2.2016, απέστειλε στη δικηγόρο του Εναγόμενου 2 την εν λόγω αστυνομική έκθεση και καλούσε τον Εναγόμενο 2 να της καταβάλει το ποσό που κατέβαλε στον οδηγό του άλλου οχήματος (βλ. Τεκμήριο Ε στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2, ημερ. 7.5.2018). Στην εν λόγω επιστολή, η δικηγόρος του Εναγόμενου 2 απάντησε με επιστολή ημερ. 24.2.2016, με την οποία ανέφερε στην Ενάγουσα ότι πουθενά στην αστυνομική έκθεση δεν αναφέρεται ότι ο οδηγός του άλλου οχήματος είχε υποστεί οποιαδήποτε σωματική ζημία και/ή τραυματισμό, ενώ αμφισβήτησε και την ευθύνη του Εναγόμενου 2 για το ατύχημα (βλ. Τεκμήριο Στ στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2, ημερ. 7.5.2018). Όλα τα πιο πάνω μη αμφισβητούμενα γεγονότα, καθίστανται πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου. Εκείνα που στην ουσία παραμένουν ως διαφωνία μεταξύ των διαδίκων, και τούτο ασυνάρτητα από το κατά πόσο μπορεί να θεωρηθούν ως επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, είναι:
(1)κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 οδήγησε το ασφαλισμένο όχημα με τη συγκατάθεση της Εναγόμενης 1,
(2)ποιος φέρει την ευθύνη πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος και
(3)κατά πόσο η Ενάγουσα νομιμοποιείται, συνεπεία της απόφασης της να καταλήξει σε εξώδικο συμβιβασμό των απαιτήσεων του οδηγού του άλλου οχήματος και ακολούθως να τον αποζημιώσει, να απαιτεί το εν λόγω ποσό από τους Εναγόμενους 1 και 2, στη βάση ανάκτησης (recovery). Εξ' αρχής σημειώνω ότι, η όποια διαφωνία των μερών αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης για το επίδικο ατύχημα, δεν αποτελεί ζήτημα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας απόφασης, καθότι, δεν υπάρχει ως δικογραφημένη βάση αγωγής το αστικό αδίκημα της αμέλειας και/ή της παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων εκ μέρους οποιουδήποτε διαδίκου (βλ. Courtis and others v. Iassonides
(1970)1 C.L.R. 180, όπου πολύ παραστατικά τα δικόγραφα περιγράφηκαν ως «οι ράγες του τραίνου που ορίζουν την πορεία της δίκης»). Υπενθυμίζω ότι, στη βάση των δικογραφημένων θέσεων της Ενάγουσας, η όποια απαίτηση της εδράζεται στην κατ' ισχυρισμόν παράβαση από πλευράς των Εναγομένων 1 και 2 των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και/ή στην επιβαλλόμενη, στην Ενάγουσα, υποχρέωση αποζημίωσης του οδηγού του άλλου οχήματος, στη βάση, τόσο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όσο και στη βάση της συμφωνίας μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών και του MIF. Δεν μου διαφεύγει η σχετική αναφορά στο δικόγραφο της Απάντησης της Ενάγουσας περί «νόμιμου δικαιώματος της Ενάγουσας στη βάση των όσων ο Νόμος ορίζει να διεξάγουν νομική διαδικασία για κάλυψη ή διακανονισμό οποιασδήποτε απαίτησης». Ωστόσο, η αναφορά εγείρεται στα πλαίσια του δικογράφου της Απάντησης, πράγμα το οποίο από μόνο του ενεργεί ανασταλτικά στο οποιοδήποτε εγχείρημα όπως η συγκεκριμένη θέση περιληφθεί στα επίδικα θέματα (βλ. Annual Practice 1956 p.414 όπου αναφέρεται «He must not however put forward in his reply a new cause of action which is not raised either on the writ or in the S of C (Statement of Claim) (O.19 r.16; Williamson v. L. & N. W. Ry. 12 Ch.D. p.794) that would be what is called a "departure".», βλ. επίσης Alikhani v Προδρόμου
(2012)1 ΑΑΔ 657). Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, ο Ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295, όπου με παραπομπή στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει την ανάκτηση του ποσού των €1.000 που κατέβαλε ως αποζημίωση στον οδηγό του άλλου οχήματος, για τις κατ' ισχυρισμόν σωματικές ζημιές που είχε υποστεί από το επίδικο ατύχημα. Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις της, η Ενάγουσα, λόγω της παραβίασης των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου από τους Εναγόμενους (λόγω του ότι η Εναγόμενη 1 επέτρεψε στον Εναγόμενο 2 να οδηγήσει το ασφαλισμένο όχημα χωρίς να είναι εξουσιοδοτημένος οδηγός), ισχυρίζεται ότι είχε την υποχρέωση, αφενός βάσει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και αφετέρου βάσει της συμφωνίας μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών και του MIF, να πληρώσει τις ζημιές που είχε υποστεί ο οδηγός του άλλου οχήματος και συνεπώς, στη βάση των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, νομιμοποιείται να ανακτήσει το εν λόγω ποσό από τους Εναγόμενους. Κατ' αρχάς, καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση του Δικαστηρίου με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ώστε να διαφανεί, αν μη τι άλλο, η αρχική θέση της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενοι παραβίασαν τους όρους αυτού, αλλά και η θέση της ότι στη βάση των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η Ενάγουσα είχε την υποχρέωση να καλύψει τον οδηγό του άλλου οχήματος και να προβεί στην εξώδικη διευθέτηση της απαίτησης του. Κρίνω ότι οι όροι που είναι σχετικοί επί τούτου είναι οι ακόλουθοι: Το άρθρο 113 της «Πρόσθετης Πράξης», ως αυτή καθορίζεται στην 1η σελίδα του Τεκμηρίου 2Α (επί της συμπλ. ένορκης δήλωσης της Α. Αδαμίδου ημερ. 1.3.2019), η οποία επισυνάπτεται και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, προνοεί τα εξής: «Νοείται, συμφωνείται και δηλώνεται ότι η ασφάλιση που παρέχεται δυνάμει του Ασφαλιστηρίου αυτού δεν θα έχει εφαρμογή κατά το χρόνο που οποιοδήποτε μηχανοκίνητο όχημα σε σχέση με το οποίο παρέχεται κάλυψη (indemnity) δυνάμει του ασφαλιστηρίου αυτού οδηγείται ή βρίσκεται στην κατοχή με σκοπό να οδηγηθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι ηλικίας κάτω των 25 ετών ή άνω των 70 ετών, εκτός από πρόσωπα που έχουν δηλωθεί και που έτυχαν της σχετικής έγκρισης από την Εταιρεία»[11]. Εντός του εντύπου που τιτλοφορείται «Ασφαλιστήριο Μηχανοκίνητων Οχημάτων», κάτω από τον τίτλο «Γενικές Εξαιρέσεις» (βλ. σελ. 7 του Τεκμηρίου 2Α (πιο πάνω)), αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η Εταιρεία δεν θα έχει ευθύνη
  1. Όσον αφορά οποιοδήποτε ατύχημα, απώλεια, ζημιά ή ευθύνη που προκαλείται, προκύπτει ή επισυμβαίνει (α) [......] (β) κατά το χρόνο που οποιοδήποτε μηχανοκίνητο όχημα σε σχέση με το οποίο παρέχεται κάλυψη (indemnity) δυνάμει του Ασφαλιστηρίου αυτού (i) [...] (ii) δεν οδηγείται από Εξουσιοδοτημένο Οδηγό. (iii) βρίσκεται στην κατοχή μη Εξουσιοδοτημένου Οδηγού με σκοπό να οδηγηθεί από αυτόν.»[12] Στο «Μέρος ΙΙ - Ευθύνη Έναντι Τρίτου» του εγγράφου που τιτλοφορείται «Ασφαλιστήριο Μηχανοκίνητων Οχημάτων», και κάτω από τον τίτλο «Εξαιρέσεις του Μέρους ΙΙ» (βλ. Τεκμήριο 2Α στην συμπλ. ένορκη δήλωση της κας Α. Αδαμίδου ημερ. 1.3.2019), αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η Εταιρεία δεν θα έχει ευθύνη (α) δυνάμει των παραγράφων 1, 2, και 3 του Μέρους αυτού να παρέχει κάλυψη (indemnity) σε οποιοδήποτε πρόσωπο (ι) εκτός αν το πρόσωπο αυτό θα τηρεί, εκπληρώνει και υπόκειται στους Όρους του Ασφαλιστηρίου αυτού στην έκταση που αυτοί μπορεί να έχουν εφαρμογή [.....]» Κατ' αρχάς, θα πρέπει να παρατηρήσω το εξής. Ως έχει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δύο είναι οι συμβαλλόμενοι, ήτοι η Ενάγουσα και η Εναγόμενη
  2. Και τούτο, είναι εμφανές από το Τεκμήριο 2Α (στην συμπλ. ένορκη δήλωση της κ. Α. Αδαμίδου ημερ. 1.3.2019) και δη στο έγγραφο που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και φέρει τίτλο «Πίνακας», όπου ως ασφαλισμένο πρόσωπο αναγράφεται η Εναγόμενη 1 και ως αντισυμβαλλόμενη εταιρεία αναγράφεται η Ενάγουσα. Επομένως, δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι, ο Εναγόμενος 2 δεν αποτελούσε συμβαλλόμενο μέρος του εν λόγω ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Βάσει των αρχών του Privity of Contract (αρχή του ενοχικού δεσμού), ως αυτές απορρέουν από το κοινοδίκαιο, μόνο οι συμβαλλόμενοι θεωρούνται μέρη της σύμβασης και μόνο αυτοί μπορούν να ενάγουν και να ενάγονται αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από την μεταξύ τους σύμβαση. Η αρχή του Privity of Contract υιοθετήθηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Πίριλλος v. Κονναρή
(2000)1Β ΑΑΔ 1153, όπου επιβεβαιώθηκε η συνεχιζόμενη ισχύς του «δόγματος της συμβατικής σχέσης» (privity of contract) με βάση το οποίο μόνο τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να εγείρουν αγωγή με βάση τη σύμβαση». Στη βάση των πιο πάνω, τολμώ και προχωρώ να πω, από αυτό το στάδιο, ότι, στο βαθμό που με την παρούσα αγωγή, επιζητείται θεραπεία εκ μέρους της Ενάγουσας, εναντίον του Εναγόμενου 2, στη βάση της παραβίασης εκ μέρους του Εναγόμενου 2 των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αυτή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, καθότι η Ενάγουσα έχει αποτύχει να καταδείξει την ύπαρξη οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης μεταξύ της και του Εναγόμενου 2. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, στρέφομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε παραβίαση των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου εκ μέρους της Εναγόμενης 1, η οποία αποτελούσε συμβαλλόμενο μέρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με την Ενάγουσα. Είναι δεδομένο, αφού αυτό αποτελεί μη αμφισβητηθέν γεγονός, ότι, ο Εναγόμενος 2, δεν ήταν εξουσιοδοτημένος οδηγός, στη βάση των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατά τον επίδικο χρόνο του ατυχήματος. Εκεί όπου υπάρχει διαφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων, είναι κατά πόσο η Εναγόμενη 1 έδωσε τη συγκατάθεση της στον Εναγόμενο 2 να οδηγήσει το ασφαλισμένο όχημα ως μη εξουσιοδοτημένος οδηγός, με την μεν Ενάγουσα να ισχυρίζεται ότι αυτό έπραξε η Εναγόμενη 1 και την δε Εναγόμενη 1 να ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έδωσε οποιαδήποτε τέτοια συγκατάθεση. Από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, και δη από το άρθρο 113 (της Πρόσθετης Πράξης του Τεκμηρίου 2Α (βλ. πιο πάνω), εκείνο που προκύπτει είναι ότι δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε υποχρέωση στην Εναγόμενη 1 αναφορικά με το πως θα έπρεπε αυτή να ενεργήσει ώστε το ασφαλισμένο όχημα να μην οδηγηθεί από μη εξουσιοδοτημένο οδηγό. Ούτε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο απαγορεύει στην Εναγόμενη 1, να επιτρέψει σε μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να οδηγήσει τούτο, ούτε επέβαλλε στην Εναγόμενη 1 να λάβει οποιαδήποτε δέοντα μέτρα, ώστε το ασφαλισμένο όχημα να μην οδηγηθεί από μη εξουσιοδοτημένο οδηγό. Τουναντίον, εκείνο που προκύπτει από τις πρόνοιες των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (και δη από τον όρο
(1)υπό τον τίτλο «Γενικές Εξαιρέσεις» (βλ. πιο πάνω)) είναι ότι στην περίπτωση που το ασφαλισμένο όχημα της Εναγόμενης 1 οδηγηθεί από μη εξουσιοδοτημένο οδηγό και εμπλακεί σε ατύχημα, συνεπεία του οποίου προκληθούν οποιεσδήποτε ζημιές σε τρίτο πρόσωπο, τότε, η Ενάγουσα απαλλάσσεται της ευθύνης που ανέλαβε με το εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, να παράσχει κάλυψη σε σχέση με τυχόν απαίτηση. Ως προς το πως επενεργεί μία ρήτρα εξαίρεσης/ απαλλαγής, παραπέμπω στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» του Π. Πολυβίου, στον Τόμο Β, σελ. 578, όπου αναφέρονται τα εξής: «Όρος Εξαίρεσης (Exemption Clause) είναι όρος σε μια σύμβαση με την οποία το ένα συμβαλλόμενο μέρος προσπαθεί να αποκλείσει ή να περιορίσει ή να μειώσει την ευθύνη του για παράβαση ή διάρρηξη ή μη εκπλήρωση της σύμβασης, ή με την οποία προσπαθεί να περιορίσει τις νομικές επιπτώσεις που διαφορετικά θα προέκυπταν σε βάρος του από παράβαση ή διάρρηξη ή μη εκπλήρωση της ευθύνης». Εύλογα επομένως διερωτάται κανείς, ποιον όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου παραβίασε η Εναγόμενη 1, ακόμη κι αν κριθεί ότι έδωσε τη συγκατάθεση της στον Εναγόμενο 2 να οδηγήσει το ασφαλισμένο όχημα ως μη εξουσιοδοτημένος οδηγός. Οι πιο πάνω αναφερόμενοι όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δεν μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για επιχειρηματολογία ότι η Εναγόμενη 1 παραβίασε τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, είτε γιατί επέτρεψε στον Εναγόμενο 2 να οδηγήσει το ασφαλισμένο όχημα, είτε γιατί δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα ώστε τούτο να μην οδηγηθεί από αυτόν. Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει οποιαδήποτε παραβίαση των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου εκ μέρους της Εναγόμενης 1, από το γεγονός ότι το ασφαλισμένο όχημα οδηγείτο κατά τον επίδικο χρόνο, από τον Εναγόμενο 2, ως μη εξουσιοδοτημένος οδηγός είτε με, είτε χωρίς την έγκριση της Εναγόμενης 1. Το γεγονός αυτό (σύμφωνα με τους πιο πάνω όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου), απλά αποτελούσε λόγο και/ή βάση για να αρνηθεί η Ενάγουσα να παράσχει κάλυψη για οποιαδήποτε απαίτηση σχετικά με το εν λόγω ατύχημα (βλ. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v, Χαράλαμπου Γιώρκουρου
(2000)1Γ ΑΑΔ 1488). Αυτό εξάλλου υποστηρίζει και το σύγγραμμα Shawcross on Motor Insurance 2nd edition, στο οποίο με παρέπεμψε ο συνήγορος της Ενάγουσας, όπου, μολονότι, στη σελ. 670, γίνεται αναφορά υπό τον τίτλο «Breach of an express term», εντούτοις, υποδεικνύεται ότι αυτό που δικαιούται η ασφαλιστική εταιρεία, είναι να αποφύγει την ευθύνη κάλυψης και όχι να προχωρήσει να καλύψει τον υπαίτιο της παράβασης και ακολούθως να απαιτεί από αυτόν επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε. Επομένως, ακόμη κι αν η Ενάγουσα θεωρούσε ότι η Εναγόμενη 1 είχε παραβεί τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η Ενάγουσα απλά δεν είχε ευθύνη να την καλύψει σε σχέση με την απαίτηση του οδηγού το άλλου οχήματος. Παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα από τη σελ. 670 του πιο πάνω συγγράμματος: «Breach of an express term - .. The breach of these may, as has been seen, entitle the insurers to repudiate liability in respect of any claim - past, present or future - under the policy or in respect of all claims arising after the breach, or only in respect of the claim with which the breach is connected». Εκ του περισσού, και τούτο μόνο για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω στο σημείο αυτό ότι δεν αποδέχομαι τη θέση του Εναγόμενου 2 ότι ουδέποτε εξουσιοδοτήθηκε από την Εναγόμενη 1 να οδηγήσει το ασφαλισμένο όχημα. Το γεγονός και μόνο ότι ο Εναγόμενος 2 συνδέεται με την Εναγόμενη 1, εφόσον αυτή είναι εταιρεία στην οποία διευθυντής είναι ο παππούς του και σε αυτήν εργάζονται οι γονείς του, και με δεδομένο ότι τα κλειδιά βρίσκονταν σε χώρο που ο Εναγόμενος 2, ανά πάσα στιγμή, μπορούσε να έχει πρόσβαση για να οδηγήσει το ασφαλισμένο όχημα, δεικνύει ότι η Εναγόμενη 1, αν μη τι άλλο, δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα για να μην οδηγηθεί το ασφαλισμένο όχημα από τον Εναγόμενο
  1. Πέραν τούτου, οι αναφορές του Αστυφύλακα (βλ. παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης Αστυφύλακα ημερ. 25.10.2018), ότι όταν έλαβε κατάθεση από τον Εναγόμενο 2, αυτός του ανέφερε ότι εργάζεται ως υπάλληλος στην Εναγόμενη 1 και οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα με την συγκατάθεσή της, επί των οποίων αναφορών ο Αστυφύλακας δεν αντεξετάστηκε, θα αρκούσαν, στο βαθμό που έχει το βάρος η Ενάγουσα να αποδείξει τον εν λόγω ισχυρισμό, για να κρίνω ότι όντως ο Εναγόμενος 2 πρόκειται για πρόσωπο το οποίο οδηγούσε το ασφαλισμένο όχημα με την συγκατάθεση και/ή εξουσιοδότηση της Εναγόμενης
  2. Εν πάση όμως περιπτώσει, όπως προανέφερα και αποτελεί κρίση μου, είτε η Εναγόμενη 1 είχε δώσει τη συγκατάθεση της, είτε όχι στον Εναγόμενο 2 να οδηγήσει το ασφαλισμένο όχημα, δεν αποτελεί παραβίαση εκ μέρους της των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Απλά, όπως προανέφερα, η οδήγηση του ασφαλισμένου οχήματος από μη εξουσιοδοτημένο οδηγό, απάλλασσε την Ενάγουσα από την ευθύνη να παράσχει κάλυψη για οποιαδήποτε απαίτηση σε σχέση με ατύχημα από μη εξουσιοδοτημένο οδηγό. Αφού λοιπόν η Ενάγουσα, στη βάση των πιο πάνω όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δεν είχε υποχρέωση να παράσχει κάλυψη στην περίπτωση που το ασφαλισμένο όχημα οδηγείτο από μη εξουσιοδοτημένο οδηγό, τι ήταν αυτό που την ώθησε να διαπραγματευθεί και εν τέλει να καταλήξει σε εξώδικη διευθέτηση με τον οδηγό του άλλου οχήματος και να καταβάλει αποζημίωση σε αυτόν σε σχέση με τις ζημιές του. Τόσο στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας, όσο και στην ένορκη δήλωση της κας Α. Αδαμίδου ημερ. 28.3.2018 (βλ. παράγραφο 8 αυτής), η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υποχρεώθηκε, τόσο βάσει των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου να παράσχει κάλυψη στον οδηγό του άλλου οχήματος, όσο και με βάση την συμφωνία μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών και του MIF. Στη συνέχεια, θα προχωρήσω να εξετάσω τα όσα η Ενάγουσα επικαλείται ως νομικά ερείσματα για να καταλήξει ότι όχι μόνο είχε ευθύνη να παρέχει ασφαλιστική κάλυψη για το επίδικο ατύχημα, αλλά και ότι είχε δικαίωμα να προβεί σε εξώδικη διευθέτηση με τον οδηγό του άλλου οχήματος και να διεκδικήσει την ανάκτηση της αποζημίωσης που κατέβαλε από τους Εναγόμενους. Εν προκειμένω λοιπόν, η Ενάγουσα προχώρησε σε διακανονισμό, στηριζόμενη στις, κατά την άποψη της, συμβατικές της υποχρεώσεις και δικαιώματα, βάσει των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Με σκοπό λοιπόν να περιορίσει τυχόν έξοδα, προέβη σε διακανονισμό με τον οδηγό του άλλου οχήματος σε σχέση με την απαίτηση του, βασιζόμενη στον όρο 6, υπό τον τίτλο «Όροι», του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (βλ. σελ. 9 του Τεκμηρίου 2Α (επί της συμπλ. ένορκης δήλωσης της κας Αδαμίδου ημερ. 1.3.2019)), που φέρει τίτλο «Διαδικασία Απαιτήσεων», τον οποίο και παραθέτω αυτούσιο: «Ο Ασφαλισμένος ή οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους του ή οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί[13] να καλυφθεί (indemnified) δεν θα προβαίνει σε παραδοχή, προσφορά, υπόσχεση ή πληρωμή χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της Εταιρείας. Η Εταιρεία δικαιούται, αν το επιθυμεί, να αναλάβει και να διεξάγει εκ μέρους τους Ασφαλισμένου ή οποιουδήποτε προσώπου που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) την υπεράσπιση ή το διακανονισμό ή οποιασδήποτε απαίτησης ή να υποβάλει εκ μέρους τους Ασφαλισμένου ή να υποβάλει εκ μέρους του ασφαλισμένου ή οποιουδήποτε προσώπου που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) για δικό της όφελος οποιαδήποτε απαίτηση για κάλυψη ή αποζημιώσεις (indemnity or damages) ή άλλως πως. Η Εταιρεία θα έχει το δικαίωμα να ενεργεί όπως νομίζει ορθό κατά την κρίση της κατά τη διεξαγωγή οποιασδήποτε νομικής διαδικασίας και για το διακανονισμό οποιασδήποτε απαίτησης, ο δε Ασφαλισμένος και οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) θα παρέχει όλες τις πληροφορίες και βοήθεια που η Εταιρεία δυνατό να χρειαστεί. Σε περίπτωση που η Εταιρεία προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή προς το σκοπό διακανονισμού οποιασδήποτε απαίτησης και τέτοια πληρωμή περιλαμβάνει ποσό που δεν καλύπτεται από το Ασφαλιστήριο αυτό ο Ασφαλισμένος και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) θα καταβάλλει στην Εταιρεία το μη καλυπτόμενο ποσό.»[14] Είναι πάγια νομολογημένο ότι τα ασφαλιστικά συμβόλαια ερμηνεύονται, όπως κάθε άλλο έγγραφο, σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας που ισχύουν αναφορικά με συμβάσεις εμπορικού ή καταναλωτικού τύπου. Ο σκοπός είναι να αποδοθεί στο κείμενο και στις λέξεις που χρησιμοποιούνται η πρόθεση των μερών, ώστε να ανευρεθεί εκείνη η σημασία που το κείμενο θα μετέδιδε στο συνετό και λογικό άνθρωπο που κατέχει όλες τις πληροφορίες που θα ήταν λογικά διαθέσιμες στα μέρη στην κατάσταση που αυτά ήταν όταν συνομολογούσαν τη σύμβαση (βλ. Λιπερή v. Ecclesiastical Insurance Office PLC κ.ά. Πολ. Έφεση 42/2013, ημερ. 19.7.2019). Βάσει της διαδικασίας απαιτήσεων που προβλέπεται στον όρο 6 των Όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, είναι ενδεικτικό ότι για να προχωρήσει η Ενάγουσα να παράσχει κάλυψη (στη βάση του όρου αυτού), πρέπει να προηγηθεί απαίτηση (ως έχει πιο πάνω τονιστεί ειδικώς). Δηλαδή, θα έπρεπε είτε ο ασφαλισμένος (στην προκειμένη, η Εναγόμενη 1) είτε κάποιο άλλο πρόσωπο που, δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, έχει συγκεκριμένο δικαίωμα να καλυφθεί (π.χ. ο Εναγόμενος 2 αν ήταν εξουσιοδοτημένος οδηγός), να απαιτήσει από την Ενάγουσα να καλύψει (indemnify) εκ μέρους του την απαίτηση οποιουδήποτε τρίτου προσώπου (οδηγός άλλου οχήματος) για το επισυμβέν ατύχημα. Σε αυτή την περίπτωση, η Ενάγουσα θα έπρεπε να αποφασίσει αν θα καλύψει, εκ μέρους του ασφαλισμένου της, την οποιαδήποτε απαίτηση του τρίτου αυτού προσώπου και να ενεργοποιήσει τον πιο πάνω όρο 6 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, και ακολούθως, νοουμένου ότι και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις του εν λόγω όρου ικανοποιούνται, να προχωρήσει, στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος της (εδώ η Εναγόμενη 1) ή το πρόσωπο που έχει δικαίωμα στη βάση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου να απαιτεί να καλυφθεί, δεν κατέβαλλε το αξιούμενο ποσό στο τρίτο πρόσωπο, να κινηθεί εναντίον τους και να εισπράξει τούτο. Εν προκειμένω όμως, είναι η θέση του συνήγορου της Ενάγουσας, όπως την αντιλαμβάνομαι από την αγόρευση του (σημ. ότι δεν προωθήθηκε θέση από πλευράς της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενοι απαίτησαν να καλυφθούν για το επίδικο ατύχημα), ότι η φράση «οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί» στον όρο 6 υπό τον τίτλο «Όροι» του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, περιλαμβάνει και τον οδηγό του άλλου οχήματος. Εξού και αναφέρει στη σελ. 8 της αγόρευσης του ότι στη βάση, μεταξύ άλλων, του πιο πάνω όρου 6, η Ενάγουσα προχώρησε, ως είχε δικαίωμα, και διευθέτησε τη ζημιά που προέκυψε, καταβάλλοντας το αξιούμενο ποσό στον οδηγό του άλλου οχήματος. Προκύπτει εν προκειμένω, ζήτημα ερμηνείας, κατά πόσο η φράση «οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί», στον όρο 6 των Όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, περιλαμβάνει και τον οδηγό του άλλου οχήματος. Είμαι της γνώμης ότι όπως είναι διατυπωμένος ο όρος 6, και δεδομένου ότι γίνεται αναφορά σε δικαίωμα της ασφαλιστικής εταιρείας, αν το επιθυμεί, να αναλάβει και να διεξάγει εκ μέρους του Ασφαλισμένου ή «οποιουδήποτε προσώπου που απαιτεί να καλυφθεί» την «υπεράσπιση ή το διακανονισμό» οποιασδήποτε απαίτησης (προφανώς τρίτου), ότι η φράση «οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί», δεν μπορεί και δεν περιλαμβάνει τον οδηγό του άλλου ενεχόμενου οχήματος στο ατύχημα. Ειδικότερα δε, εφόσον το δικαίωμα της Ασφαλιστικής για ανάκτηση, σε περίπτωση που αυτή προβεί σε πληρωμή για διακανονισμό απαίτησης, και τέτοια πληρωμή περιλαμβάνει ποσό που δεν καλύπτεται από το συμβόλαιο, είναι εναντίον του ασφαλισμένου και/ή του προσώπου που απαιτεί να καλυφθεί[15]. Αν επομένως θεωρείτο ότι το «πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί» περιλαμβάνει και τον οδηγό του άλλου οχήματος, τότε θα οδηγούμαστε στο παράλογο αποτέλεσμα η Ασφαλιστική εταιρεία να προχωρεί στον διακανονισμό της απαίτησης του οδηγού του άλλου οχήματος και μετά να έρχεται η ίδια και να απαιτεί το εν λόγω ποσό από το ίδιο αυτό πρόσωπο. Επομένως, θεωρώ ότι η πρόνοια του όρου 6 των Όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που θέλει την Ενάγουσα «να δικαιούται, αν το επιθυμεί, να αναλάβει και να διεξάγει εκ μέρους τους Ασφαλισμένου ή οποιουδήποτε προσώπου που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) [..] ή το διακανονισμό ή οποιασδήποτε απαίτησης [.]», δεν μπορεί και δεν πρέπει να διαβαστεί ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες πρόνοιες του εν λόγω όρου
  3. Είμαι της άποψης ότι πριν η Ενάγουσα έχει τη δυνατότητα, στη βάση του όρου 6, να εκδηλώσει την επιθυμία της για να διευθετήσει και/ή να καλύψει μία απαίτηση (προφανώς τρίτου), θα έπρεπε είτε ο ασφαλισμένος, είτε κάποιο άλλο πρόσωπο που έχει δικαίωμα δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, να καλυφθεί, να υποβάλει απαίτηση στην Ενάγουσα, με την οποία να ζητά από αυτήν να καλύψει, εκ μέρους του, την απαίτηση του οποιουδήποτε τρίτου αυτού προσώπου. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν δίδεται με τον εν λόγω όρο, απεριόριστο πεδίο δράσης στην Ενάγουσα, δηλαδή αμετάκλητη εξουσιοδότηση να αποφασίζει και να δεσμεύει τον ασφαλισμένο της για κατ' ισχυρισμόν ευθύνη του μη εξουσιοδοτημένου οδηγού, για το ατύχημα, ενώ αυτός (ο μη εξουσιοδοτημένος οδηγός) και/ή ο ασφαλισμένος της Ενάγουσας, δεν αποδεχόταν καμία ευθύνη και ενώ δεν υπήρξε οποιαδήποτε απαίτηση εκ μέρους τους για κάλυψη τους από την Ενάγουσα. Διαφορετική ερμηνεία, θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα η Ενάγουσα να έχει το δικαίωμα να αποζημιώνει τρίτα πρόσωπα, χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική απαίτηση από τον ασφαλισμένο της ή άλλο δικαιούχο δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και ανεξάρτητα του ποιος ευθύνεται για το ατύχημα, με δικαίωμα επίσης, ακολούθως, να προχωρά και να απαιτεί τα όσα κατέβαλε, από τον ασφαλισμένο της, ο οποίος, ενδεχομένως, να θεωρεί ότι ευθύνη για το ατύχημα φέρει ο οδηγός του άλλου οχήματος. Εν προκειμένω δηλαδή, θα έπρεπε η Εναγόμενη 1 (ή ο Εναγόμενος 2, αν θεωρούσε τον εαυτό του ως καλυπτόμενο από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο), να είχε υποβάλει απαίτηση στην Ενάγουσα, ζητώντας της να καλύψει εκ μέρους τους την απαίτηση του οδηγού του άλλου οχήματος, οπόταν και η Ενάγουσα θα μπορούσε να στραφεί εναντίον τους και να διεκδικήσει το ποσό που κατέβαλε ως αποζημίωση στον οδηγό του άλλου οχήματος (στη βάση του όρου 6 των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι είναι ουσιαστικής σημασίας στην παρούσα περίπτωση, να διαφανεί κατά πόσο, κατά την ημέρα που η Ενάγουσα αποφάσισε να καλύψει την απαίτηση του οδηγού του άλλου οχήματος και να προβεί σε εξώδικη διευθέτηση με το τρίτο αυτό πρόσωπο, έπραττε τούτο, πιστεύοντας ότι η Εναγόμενη 1 ή ο Εναγόμενος 2, με τη συμπεριφορά τους, απαίτησαν από αυτήν να καλύψει την απαίτηση του οδηγού του άλλου οχήματος σε σχέση με το ατύχημα, με δεδομένη και τη θέση της Ενάγουσας ότι ουδέποτε θεώρησε τον Εναγόμενο 2 ως πρόσωπο που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο (εφόσον τον θεωρούσε ως μη εξουσιοδοτημένο οδηγό). Εξού και προχωρώ να εξετάσω ποια ήταν τα σχετικά δεδομένα που είχε ενώπιον της η Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο, ούτως ώστε να διαφανεί αν ενεργοποιήθηκε ή όχι ο όρος 6 των Όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που είναι και ο μόνος που επέτρεπε στην Ενάγουσα, συμβατικά, δικαίωμα να προχωρήσει και να συμβιβάσει την απαίτηση του οδηγού του άλλου οχήματος και ακολούθως να ζητά την ανάκτηση του. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε σχετική ρητή απαίτηση από την Εναγόμενη 1, αλλά ούτε από τον Εναγόμενο
  4. Τουναντίον, στη βάση της συμπεριφοράς του Εναγόμενου 2, πριν καν επικοινωνήσει η Ενάγουσα με τον οποιονδήποτε, ξεκάθαρα δείχνει να τον ενδιαφέρει η θέση της Ενάγουσας ως προς την ευθύνη για το επίδικο ατύχημα, εφόσον, με το Τεκμήριο Α (επί της ένορκης του δήλωσης ημερ. 7.5.2018), ζητούσε, μέσω της δικηγόρου του, ενημέρωση και πληροφορίες για το θέμα της ευθύνης αναφορικά με την πρόκληση του ατυχήματος. Δεν μου διαφεύγει η αναφορά στην επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 15.9.2015 (βλ. Τεκμήριο 4 στην συμπλ. ένορκη δήλωση της Α. Αδαμίδου ημερ. 1.3.2019), σε «Δήλωση Τροχαίου Ατυχήματος που έχετε υποβάλει στην Εταιρεία μας στις 2.9.2015». Εντούτοις, δεν έχει τεθεί τίποτε ενώπιον μου που να εξηγεί τι ήταν αυτή η δήλωση, από ποιον είχε υποβληθεί και τι ακριβώς ζητείτο με αυτήν. Δεν προκύπτει επίσης από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι η εν λόγω «δήλωση τροχαίου ατυχήματος», αποτελούσε κάποιου είδους απαίτηση εκ μέρους της Εναγόμενης 1 ή του Εναγόμενου 2, αν αυτός θεωρούσε ότι ήταν πρόσωπο που καλύπτετο από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να θέλει την Εναγόμενη 1 ή τον Εναγόμενο 2, να έχουν απαιτήσει να καλυφθούν από την Ενάγουσα σε σχέση με το επίδικο ατύχημα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ενάγουσα με την επιστολή της ημερ. 15.9.2015, γνωστοποιεί στους Εναγόμενους 1 και 2 ότι συνεπεία του ατυχήματος, προκλήθηκαν ζημιές στο άλλο όχημα, τις οποίες τους καλούσε να διευθετήσουν. Προφανώς, είχε υποβληθεί απαίτηση από τον οδηγό του άλλου οχήματος να αποζημιωθεί για τις ζημιές του οχήματος του. Επίσης, με την εν λόγω επιστολή, η Ενάγουσα ενημέρωνε τους Εναγόμενους 1 και 2 ότι το ασφαλισμένο όχημα οδηγείτο κατά το χρόνο του ατυχήματος από μη εξουσιοδοτημένο οδηγό και ότι αν υποχρεωθεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό αποζημιώσεων, θα λάβει, εναντίον τους, τα δέοντα μέτρα για επανάκτηση του. Με τη δεύτερη επιστολή της ημερ. 5.11.2015, προς τους Εναγόμενους 1 και 2, η Ενάγουσα τους ενημερώνει ότι έχει ήδη προβεί σε προκαταρκτικό εξώδικο συμβιβασμό των απαιτήσεων του οδηγού του άλλου οχήματος, για αποζημίωση εκ ποσού €1.000, για τις σωματικές βλάβες που υπέστη συνεπεία του εν λόγω ατυχήματος και εκκρεμούσε το ποσό της επιδιόρθωσης του οχήματος του, ενώ τους καλούσε σε περίπτωση διαφωνίας τους, να την πληροφορήσουν (εντός συγκεκριμένης προθεσμίας) για τους λόγους αυτής της διαφωνίας, διαφορετικά θα θεωρείτο ότι ο εν λόγω συμβιβασμός γίνεται αποδεκτός. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι επειδή δεν υπήρξε οποιαδήποτε απάντηση εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 στην εν λόγω επιστολή, αυτή προχώρησε στις 19.11.2015 και κατέβαλε το αξιούμενο ποσό στον οδηγό του άλλου οχήματος, με σκοπό την αποζημίωση του για τις σωματικές βλάβες που υπέστη συνεπεία του ατυχήματος. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση των Εναγομένων, με τον Εναγόμενο 2 να ισχυρίζεται ότι στις 19.11.2015, η δικηγόρος του επικοινώνησε με λειτουργό της Ενάγουσας και ζήτησε όπως της αποσταλεί η αστυνομική έκθεση για το ατύχημα και συμφώνησαν να μην καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό μέχρι η εν λόγω αστυνομική έκθεση της σταλεί. Τολμώ να πω ότι, στη βάση της κοινής λογικής, αλλά και των γεγονότων που περιβάλλουν τις συνθήκες που έγιναν οι επικοινωνίες μεταξύ της δικηγόρου Εναγόμενου 2 και της Ενάγουσας, η πιο πάνω τηλεφωνική επικοινωνία προηγείται χρονικά της καταβολής από πλευράς της Ενάγουσας της αποζημίωσης στον οδηγό του άλλου οχήματος. Προκύπτει ως μη αμφισβητηθέν γεγονός[16] ότι έχουν γίνει αμφότερες οι δύο αυτές ενέργειες εκείνη την ημέρα (στις 19.11.2015). Δεν αμφισβητήθηκαν οι πιο πάνω ενέργειες, ούτε από τη μία, ούτε από την άλλη πλευρά, αλλά ούτε αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του Εναγόμενου 2 περί τούτου, με την όποια προσκόμιση αντίθετης μαρτυρίας εκ μέρους της Ενάγουσας, ούτε αντεξετάστηκε ο Εναγόμενος 2 σε σχέση με την εν λόγω αναφορά και ισχυρισμό του στην ένορκη του δήλωση ημερ. 7.5.
  5. Εξάλλου, από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό (βλ. επιστολή ημερ. 30.11.2015[17], η οποία απεστάλη από τη δικηγόρο του Εναγόμενου 2 προς την Ενάγουσα) επιβεβαιώνεται ότι υπήρχε προηγούμενη τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ της συνηγόρου του Εναγόμενου 2 και της Ενάγουσας, επί της οποίας και πάλι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή αντεξέταση. Στη βάση των δεδομένων αυτών, κρίνω ότι, αν η καταβολή των χρημάτων στον οδηγό του άλλου οχήματος, προηγείτο χρονικά αυτής της τηλεφωνικής επικοινωνίας, το λογικό θα ήταν η Ενάγουσα να ενημέρωνε, κατά την εν λόγω τηλεφωνική επικοινωνία (που έγινε την ίδια μέρα με την καταβολή του αξιούμενου ποσού στον οδηγό του άλλου οχήματος), τη δικηγόρο του Εναγόμενου 2 για τούτο, και δεν θα αφήνετο να νοηθεί ότι παραμένει το ζήτημα ακόμα υπό εξέταση και αφότου αποσταλεί η σχετική αστυνομική έκθεση σε αυτήν. Ούτε βεβαίως μπορεί η σιωπή της Εναγόμενης 1 στις επιστολές που απεστάλησαν από την Ενάγουσα, να εκληφθεί ότι αποτελεί εκ μέρους της Εναγόμενης 1 αποδοχή της ευθύνης για το επίδικο ατύχημα ή ως απαίτηση για κάλυψη των ζημιών του οδηγού του άλλου οχήματος. Πουθενά δεν προκύπτει από το λεκτικό του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ότι η σιωπή ή αδράνεια στην πρόθεση κάποιου να ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο, ισοδυναμεί με απαίτηση. Είναι πασιφανές ότι για να μπορούσε να ενεργοποιηθεί ο όρος 6 των Όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, θα έπρεπε να υπάρχει προγενέστερη απαίτηση του συμβαλλόμενου, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν η Εναγόμενη
  6. Ούτε η Εναγόμενη 1 απαίτησε, ούτε ο Εναγόμενος 2, στην περίπτωση που θεωρούσε τον εαυτό του καλυπτόμενο από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, απαίτησε από την Ενάγουσα να καλυφθεί. Τουναντίον, ο Εναγόμενος 2, με ξεκάθαρο τρόπο έδειξε εξ' αρχής, μέσω της δικηγόρου του, να τον απασχολεί το ζήτημα της ευθύνης του ατυχήματος (εξού και ζήτησε την αστυνομική έκθεση), αλλά και αργότερα ότι διαφωνούσε ως προς το ζήτημα της ευθύνης αλλά και ότι ο οδηγός του άλλου οχήματος υπέστη οποιαδήποτε σωματική βλάβη, εφόσον στη βάση και της αστυνομικής έκθεσης, μόνο ο Εναγόμενος 2 τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο και δεν καταγράφεται οποιοσδήποτε τραυματισμός του οδηγού του άλλου οχήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα ανέλαβε το ρόλο κριτή, τόσο σε σχέση με την ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος, όσο και σε σχέση με το ύψος των αποζημιώσεων προς τον οδηγό του άλλου οχήματος, δηλαδή σε όλες τις πτυχές για τις οποίες το βάρος τελικά δεν θα το επωμιζόταν η ιδία, αλλά θα το μετέφερε στους Εναγόμενους. Αφ' ης στιγμής, η Ενάγουσα γνώριζε κατά το χρόνο καταβολής της αποζημίωσης στον οδηγό του άλλου οχήματος, τη θέση του Εναγόμενου 2, ο οποίος ήταν και ο οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος, ότι αμφισβητεί την ευθύνη για το εν λόγω ατύχημα (εξού και της ζητήθηκε η αστυνομική έκθεση, την οποία και αργότερα η Ενάγουσα απέστειλε), την οποία ευθύνη η Ενάγουσα σκοπούσε, με τον διακανονισμό, να επωμίσει στην Εναγόμενη 1 και/ή στον Εναγόμενο 2, δεν νομιμοποιείτο, στη βάση του όρου 6 (βλ. πιο πάνω), να προχωρήσει σε διακανονισμό της απαίτησης του οδηγού του άλλου οχήματος και να απαιτήσει την ανάκτηση του καταβληθέντος ποσού από τους Εναγόμενους, τη στιγμή μάλιστα που δεν είχε ενώπιον της οποιαδήποτε απαίτηση από αυτούς για κάλυψη της απαίτησης του οδηγού του άλλου οχήματος, με τον τελευταίο δε (Εναγόμενο 2) να μην αποδέχεται την ευθύνη του ατυχήματος. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί το αγώγιμο δικαίωμα για ανάκτηση του καταβληθέντος ποσού, στη βάση του όρου 6 των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσο η Ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη και νομιμοποιείτο στη βάση της συμφωνίας μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών και του MIF, να καλύψει την απαίτηση του οδηγού του άλλου οχήματος και να στραφεί και να απαιτήσει, υπό μορφή ανάκτησης, το ποσό το οποίο κατέβαλε σε αυτόν, από τους Εναγόμενους. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι ξεκάθαρο ότι η όποια καταβολή χρημάτων από την Ενάγουσα προς τον οδηγό του άλλου οχήματος, δεν έγινε στη βάση οποιασδήποτε σύμβασης που διέπει τη σχέση της με το MIF. Ελλείπει οποιοδήποτε μαρτυρικό υλικό που να θέλει το MIF να έχει αναμειχθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο σε αυτή την υπόθεση ή την Ενάγουσα εταιρεία να επικαλείται τις πρόνοιες της εν λόγω συμφωνίας μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών και του MIF, για σκοπούς κάλυψης του οδηγού του άλλου οχήματος. Όπως φαίνεται αβίαστα από τις επιστολές που έχουν αποσταλεί από την Ενάγουσα προς τους Εναγόμενους (βλ. Τεκμήρια 4 και 5 στην ένορκη δήλωση της κας Αδαμίδου, ημερ. 1.3.2019), πουθενά δεν γίνεται αναφορά από την Ενάγουσα, σε αυτές, για την καταβολή του αξιούμενου ποσού στον οδηγό του άλλου οχήματος από το MIF, το οποίο MIF στη συνέχεια να απαιτεί το εν λόγω ποσό από την Ενάγουσα. Τουναντίον, η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας είναι ότι ο οδηγός του άλλου οχήματος «αφού διόρισε δικηγόρο»[18], η Ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει το αξιούμενο ποσό. Στην ουσία, η Ενάγουσα, σε σχέση πάντα με την απαίτηση του οδηγού του άλλου οχήματος και την όποια επικοινωνία της μαζί του, δεν αντιμετώπισε τον Εναγόμενο 2 ως ανασφάλιστο οδηγό (στη βάση των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου) και να αρνηθεί να καλύψει την όποια ζημιά προκλήθηκε συνεπεία των ενεργειών του, αλλά παρουσίασε εαυτό, ως υπόχρεη για κάλυψη των ζημιών του οδηγού του άλλου οχήματος, καθιστώντας έτσι την όποια ανάμειξη του MIF ως ανεφάρμοστη. Επομένως, με δεδομένη την μη ανάμειξη του MIF στην προκειμένη περίπτωση, και εν τη απουσία μαρτυρίας που να θέλει το MIF, καθ' οιονδήποτε τρόπο να έχει καταβάλει κάποια αποζημίωση προς τον οδηγό του άλλου οχήματος, η οποία ακολούθως να μεταφέρθηκε στους ώμους της Ενάγουσας υπό μορφή απαίτησης του MIF προς αυτήν, δεν μπορώ να αντιληφθώ πως υπήρχε υποχρέωση της Ενάγουσας να καλύψει τον οδηγό του άλλου οχήματος στη βάση της συμφωνίας με το MIF. Εν πάση περιπτώσει, η όποια σχετική δικογράφηση της Ενάγουσας, παρέμεινε στη σφαίρα της θεωρίας αφού παρέμειναν άγνωστοι οι όροι της αναφερόμενης σύμβασης του MIF, ώστε να μπορούσε να εξεταστεί από το Δικαστήριο ο ισχυρισμός περί υποχρέωσης της Ενάγουσας, στη βάση αυτών, να καταβάλει το αξιούμενο ποσό στον οδηγό του άλλου οχήματος. Κατά συνέπεια, στο βαθμό που η παρούσα αγωγή εδράζεται επί της υποχρέωσης της Ενάγουσας να καταβάλει το αξιούμενο ποσό στον οδηγό του άλλου οχήματος, στη βάση της συμφωνίας μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών και του MIF, και για αυτό έχει το δικαίωμα να ανακτήσει το καταβληθέν ποσό από τους Εναγόμενους, η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει τον εν λόγω ισχυρισμό και ως εκ τούτου ούτε αυτή η βάση αγωγής μπορεί να επιτύχει. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε. Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ως το ασφαλισμένο πρόσωπο [2] Βλ. παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης [3] Βλ. παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης [4] Εφόσον δεν είχε συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του [5] Η οποία είναι εταιρεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων [6] Διεξήχθη στη βάση της νέας Δ.30, ως ταχείας εκδίκασης. [7] Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση έγινε με μόνο σκοπό να κατατεθούν τα έγγραφα που αναφέρονται στην αρχική της ένορκη δήλωση. [8] Οι πρόνοιες του οποίου αναφέρονται στη Νομική Πτυχή που ακολουθεί. [9] ο οποίος έδωσε μαρτυρία εκ μέρους της Ενάγουσας. [10] Υπογράμμιση δική μου. [11] υπογράμμιση δική μου. [12] υπογράμμιση δική μου. [13] Υπογράμμιση και τονισμός δικός μου. [14] υπογράμμιση δική μου. [15] Βλ. όρο 6 των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και δη την πρόνοια όπου αναφέρεται ότι «Σε περίπτωση που η Εταιρεία προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή προς το σκοπό διακανονισμού οποιασδήποτε απαίτησης και τέτοια πληρωμή περιλαμβάνει ποσό που δεν καλύπτεται από το Ασφαλιστήριο αυτό ο Ασφαλισμένος και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) θα καταβάλλει στην Εταιρεία το μη καλυπτόμενο ποσό.» [16] Αναφορά έγινε στα αρχικά στάδια της παρούσας. [17] Δεν αμφισβητείται η ορθότητα του περιεχομένου της. [18] Βλ. παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.