← Κύπρος

Μαρίας Μιχαήλ κ.α. ν. Μάριου Φυρίλλα κ.α., Αγωγή αρ.: 935/16, 22/3/2023

Μαρίας Μιχαήλ κ.α. ν. Μάριου Φυρίλλα κ.α., Αγωγή αρ.: 935/16, 22/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Αγωγή αρ.: 935/16 Μεταξύ:

  1. Μαρίας Μιχαήλ, εκ Λευκωσίας
  2. Θεοφάνη Κυριάκου Φυρίλλα (ανήλικος μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του Κυριάκου Φυρίλλα και Μαρίας Φυρίλλα, ως τα πρόσωπα που ασκούν γονική μέριμνα του ανηλίκου) από τη Λευκωσία Ενάγοντες -και- Μάριου Φυρίλλα, αποβιώσαντα δια μέσω της Μαρίνας Καντούνα και Ηλιάνας Φυρίλλα, ως διαχειριστές της περιουσίας του, εκ Λευκωσίας Εναγόμενου Ημερομηνία: 22.3.2023 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Κυριακίδης για Α. Λυκούργου Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Παπαθεοδώρου για Αλεξάνδρου & Παπαθεοδώρου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (στην αίτηση ημερ. 24.10.2022 για διακοπή της αγωγής) Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε εκ μέρους της περιουσίας του Εναγόμενου, με την οποία επιζητείται η διακοπή ή η απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Η Νομική Βάση της Αίτησης Η Αίτηση, στην ουσία της, βασίζεται στην Δ.15, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής η «ΕΣΔΑ»), καθώς επίσης επί των συμφυών, εγγενών και γενικών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση Την Αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της κας Μ. Καντούνα (στο εξής «η ομνύουσα»), η οποία όπως αναφέρει είναι μία εκ των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα Εναγόμενου. Σε αυτήν, η ομνύουσα προβαίνει σε αναφορές ως προς τις διάφορες δικαστικές διαδικασίες που στρέφονται κατά του αποβιώσαντα και της οικογένειας του, αλλά και των διαχειριστών της περιουσίας του, από τον αδελφό του και τους Ενάγοντες (στην παρούσα). Δεν κρίνω σκόπιμο, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, να προβώ σε εκτενή αναφορά των όσων εκεί καταγράφονται σε σχέση με τις εν λόγω διαδικασίες, εφόσον οι λεπτομέρειες που τις αφορούν, καμία σχέση έχουν με το ζητούμενο στην υπό κρίση Αίτηση. Ως προς τον συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο η περιουσία του Εναγόμενου αιτείται την διακοπή της παρούσας αγωγής, ισχυρίζεται η ομνύουσα ότι, αν αφεθεί η παρούσα υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση, θα υπάρξει κατάφορη παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του Εναγόμενου και πιο συγκεκριμένα του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Και τούτο διότι, λόγω του θανάτου του Εναγόμενου, οι διαχειριστές της περιουσίας του, αδυνατούν να υπερασπιστούν τις θέσεις και τα δικαιώματα του, εφόσον ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ήταν ο αποβιώσας, ο οποίος ήταν και το μόνο πρόσωπο που κατονομάστηκε στον Κατάλογο Μαρτύρων και τη Σύνοψη Μαρτυρίας που καταχωρήθηκε εκ μέρους του (στην παρούσα αγωγή). Αποτέλεσμα του θανάτου του, είναι ότι η πλευρά του Εναγόμενου θα στερηθεί του δικαιώματος της να παρουσιάσει μαρτυρία κατά τη δίκη, αλλά και του δικαιώματος της να αντεξετάσει τον μάρτυρα, που θα παρουσιαστεί εκ μέρους των Εναγόντων, ως προς τα επίδικα ζητήματα (ο οποίος ήταν το άλλο πρόσωπο που ήταν αυτόπτης μάρτυρας στο επίδικο περιστατικό). Τέλος, ισχυρίζεται ότι, κατόπιν νομικής συμβουλής που έχει λάβει, οι ιδιαίτερες περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τις εγγενείς και συμφυείς του εξουσίες, στη βάση του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για να διακόψει ή να απορρίψει την παρούσα αγωγή εναντίον της περιουσίας του Εναγόμενου. Και τούτο διότι, τα δικαιώματα της πλευράς του Εναγόμενου για δίκαιη δίκη, το δικαίωμα του στην υπεράσπιση και την ισότητα των όπλων, κατά τους ισχυρισμούς της, υπερισχύουν του όποιου δικαιώματος έχουν οι Ενάγοντες για αποζημίωση στη βάση του αστικού αδικήματος για το οποίο εγείρουν την αγωγή. Θα πρέπει, κατά την ομνύουσα, το Δικαστήριο να προστατεύσει την περιουσία του αποβιώσαντα, η οποία, λόγω της πλειάδας των δικαστικών διαδικασιών εναντίον του αποβιώσαντα, από τον αδελφό του και την οικογένεια του, οδηγείται σε μείωση. Η Ένσταση και η Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει Η Αίτηση προσέκρουσε την Ένσταση των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση, στην οποία εγείρονται 3 λόγοι ένστασης, οι οποίοι είναι οι ακόλουθοι:
  3. «Η Αίτηση είναι λανθασμένη και/ή υπόκειται σε απόρριψη καθότι καταχωρήθηκε από τη Μαρίνα Καντούνα και Ηλιάνα Φυρίλλα υπό την προσωπική τους ιδιότητα και όχι υπό την ιδιότητα τους ως διαχειρίστριες της περιουσίας του αποβιώσαντα Μάριου Φυρίλλα γεγονός το οποίο δεν συνιστά θεραπεύσιμη παρατυπία και για αυτό η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον τους.
  4. Οι Αιτήτριες είναι ένοχες απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή προσπαθούν να παραπλανήσουν το δικαστήριο κα/ή δεν προσέρχονται στο δικαστήριο με καθαρά χέρια και για αυτό η αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον τους.
  5. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και/ή της νομολογίας και/ή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες να δικαιολογούν την έκδοση των εξαιτούμενων διαταγμάτων και/ή τη διακοπή και/ή την απόρριψη της αγωγής και για αυτό η αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον των Αιτητριών». Την Ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του πατέρα του Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση 2 (στο εξής «ο ομνύοντας»), ο οποίος, ως αναφέρει, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, λόγω προσωπικής εμπλοκής του, ενώ έχει και τη συγκατάθεση της Ενάγουσας 1 να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Σε αυτήν, και στο βαθμό που τα όσα εκεί αναφέρει ενδιαφέρουν για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, ισχυρίζεται ότι, η Αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη καθότι αυτή είναι λανθασμένη ένεκα του ότι καταχωρήθηκε από τις διαχειρίστριες της περιουσίας του αποβιώσαντα, όχι υπό αυτή τους την ιδιότητα, αλλά με την προσωπική τους ιδιότητα. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι σε σχέση με την ουσία της Αίτησης, το άρθρο 34 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος (Κεφ. 189) ορίζει ποιες βάσεις αγωγής επιβιώνουν κατά ή επ' ωφελεία της περιουσίας αποβιώσαντα, ενώ επιβεβαιώνει (στην περίπτωση που αυτό δεν είναι καταγεγραμμένο στο πρακτικό του Δικαστηρίου) ότι, δια της παρούσας αγωγής, δεν προωθείται (από τους Ενάγοντες) πλέον οποιαδήποτε θεραπεία στη βάση του αγώγιμου δικαιώματος της δυσφήμισης. Επομένως, οι θεραπείες οι οποίες αξιώνονται, εναντίον του Εναγόμενου, στηρίζονται σε αγώγιμα δικαιώματα τα οποία επιβίωσαν του θανάτου του αποβιώσαντα και επομένως ορθά η αγωγή συνεχίζει να προωθείται εναντίον της περιουσίας του. Επίσης, αναφέρει ότι, οι ισχυρισμοί έκαστου διαδίκου, αλλά και τα όσα έχουν αποκαλυφθεί μέσω των ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης, είναι ζητήματα τα οποία θα απασχολήσουν κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης και τα οποία θα αξιολογηθούν από το Δικαστήριο, ενώ οι όποιοι ισχυρισμοί προβάλλονται από τους Ενάγοντες, δεν συνεπάγεται ότι θα οδηγήσουν στην αυτόματη επιτυχία της αγωγής. Τέλος, ισχυρίζεται ότι ουδείς στερεί στην πλευρά του Εναγόμενου να παρουσιάσει μάρτυρες και/ή να αντεξετάσει μάρτυρες κατά το στάδιο της ακρόασης της αγωγής, κατά τον τρόπο που θεωρεί πρόσφορο, ενώ με την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, η πλευρά του Εναγόμενου παραγνωρίζει τα δικαιώματα των Εναγόντων σε δίκαιη δίκη και κατ' επέκταση του δικαιώματος τους να παρουσιάσουν την υπόθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως ορίζει ο νόμος. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, περιορίστηκαν στην υιοθέτηση των γραπτών τους αγορεύσεων, μέσω των οποίων υποστηρίζουν με σχετική επιχειρηματολογία, έκαστος, τις θέσεις των πελατών τους. Νομική Πτυχή και εξέταση της Αίτησης Διεξήλθα τόσο την Αίτηση, όσο και την Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση, καθώς επίσης και το μαρτυρικό υλικό που τις υποστηρίζει, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων, όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης, κρίνω σκόπιμο πρώτα να ασχοληθώ με το ζήτημα που εγείρεται υπό μορφή «προδικαστικής έντασης» στην αγόρευση των Καθ' ων η Αίτηση, βάσει του οποίου ισχυρίζονται ότι η Αίτηση είναι παράτυπη και υπόκειται σε απόρριψη, καθότι αυτή καταχωρήθηκε από τα πρόσωπα που κατονομάζονται ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Εναγόμενου, όχι υπό αυτήν τους την ιδιότητα, αλλά υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Με κάθε σεβασμό, η θέση αυτή του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση, δεν με βρίσκει σύμφωνη, καθότι είναι ξεκάθαρο από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ότι η ομνύουσα ορκίζεται αυτήν, υπό την ιδιότητα της ως «μία εκ των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα» και όχι υπό την προσωπική της ιδιότητα. Το γεγονός ότι στην Αίτηση αναγράφεται «Αίτηση δια κλήσεως υπό των ως ανωτέρω Εναγόμενων Μαρίνας Καντούνα και Ηλιάνας - Φυρίλλα - Αιτητριών», δεν καθιστά την Αίτηση λανθασμένη και έκθετη σε απόρριψη. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Παπακόκκινου Βερεγγάρια Π. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ

(2007)1 ΑΑΔ 1357[1] «Ο λανθασμένος τίτλος δικογράφου δεν καθιστά το δικόγραφο ανύπαρκτο, όπως εισηγείται η εφεσείουσα. Πρόκειται για απλή παρατυπία, χωρίς οποιεσδήποτε ουσιαστικές συνέπειες». Στη βάση των πιο πάνω, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος ο εν προκειμένω λόγος ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση, και ως εκ τούτου, προχωρώ να εξετάσω την Αίτηση στην ουσία της. Κατ' αρχάς, το ζήτημα που καλείται το Δικαστήριο να επιλύσει στα πλαίσια της Αίτησης, αν και τούτο δεν έχει ξεκάθαρα αναλυθεί είτε στην Ένσταση, είτε στις αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, είναι κατά πόσο το Δικαστήριο έχει την εξουσία και κατ' επέκταση την δικαιοδοσία να διατάξει την διακοπή της αγωγής, κατόπιν σχετικού αιτήματος εκ μέρους του Εναγόμενου. Αφετηρία για την εξέταση του εν λόγω ζητήματος, αποτελεί η Δ.15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας η Αίτηση στηρίζεται, η οποία είναι και η μόνη δικονομική πρόνοια η οποία δικαιοδοτικά δίδει στο Δικαστήριο την εξουσία να διατάξει την διακοπή μίας αγωγής. Η Δ.15 θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διαλαμβάνει τα εξής: «The plaintiff may, at any time before the receipt of the defendant's defence, or after the receipt of the defendant's pleaded defence before taking any other proceeding in the action (save any interlocutory application), by notice in writing, wholly discontinue his action against all or any of the defendants or withdraw any part or parts off his alleged cause of complaint, and thereupon he shall pay such defendant's costs of the action, or if the action be not wholly discontinued, the costs occasioned by the matter so withdrawn. Such costs shall be taxed, and such discontinuance or withdrawal, as the case may be, shall not be a defence to any subsequent action. Save as in this Rule otherwise provided, it shall not be competent for the plaintiff to withdraw the record or discontinue the action without leave of the Court or a Judge, but the Court or a Judge may, before or at or after the hearing or trial, upon such terms as to costs, and as to any other action, and otherwise as may be just, order the action to be discontinued, or any part of the alleged cause of complaint to be struck out. The Court or a Judge may, in like manner and with the like discretion as to terms, upon the application of a defendant, order the whole or any part of his alleged grounds of defence or counter-claim to be withdrawn or struck out, but it shall not be competent to a defendant to withdraw his defence or any part thereof, without such leave». Είναι εμφανές από το λεκτικό της Δ.15 θ. 1 ότι το δικαίωμα για διακοπή μίας αγωγής το έχει ο Ενάγοντας και αυτό το δικαίωμα μπορεί να εξασκηθεί από τον Ενάγοντα σε δύο στάδια στη διαδικασία. Όπως αποφασίσθηκε στην υπόθεση Παμπορίδης ν. Κτηματική Τράπεζα Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 670 - ο Ενάγοντας «δικαιούται να διακόψει (discontinue) με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλαδή να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρισης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της υπεράσπισης, ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα, (με επιφύλαξη ως προς οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση). Από εκεί και πέρα, ο ενάγων παύει να είναι dominus litis. Η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο. Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψη της χωρίς τέτοια άδεια, που εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο». Πουθενά στην Δ.15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν περιλαμβάνεται δικαίωμα στον Εναγόμενο να προωθεί αίτημα για διακοπή της αγωγής. Τουναντίον, η ίδια η Δ.15, αναφέρει ότι το δικαίωμα του Εναγόμενου, στην περίπτωση αιτήματος διακοπής της αγωγής εκ μέρους του Ενάγοντα, είναι η καταβολή των εξόδων του μέχρι εκείνο το στάδιο της διαδικασίας, ενώ αναγνωρίζεται και στον ίδιο τον Εναγόμενο το δικαίωμα να αποσύρει, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρη, την υπεράσπιση του ή την ανταπαίτηση του (αν υπάρχει). Καθίσταται επομένως σαφές ότι, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διατάξει την διακοπή ή την απόσυρση μίας αγωγής, στη βάση της Δ.15 θ. 1, κατόπιν αιτήματος που προβάλλεται εκ μέρους του Εναγόμενου. Τέτοιο δικαίωμα παρέχεται μόνο στον Ενάγοντα και μόνο σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.15. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, στο βαθμό που η αίτηση εδράζεται επί της Δ.15, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να επιληφθεί της Αίτησης, με αποτέλεσμα αυτή να είναι έκθετη σε απόρριψη. Στο βαθμό τώρα που η Αίτηση εδράζεται επί των εγγενών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, καθοδηγούμενο από τις επιταγές του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, εφόσον, όπως ισχυρίζεται ο συνήγορος του Εναγόμενου, αν αφεθεί η υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση, θα παραβιασθεί το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη της πλευράς του Εναγόμενου, σημειώνω τα εξής. Είναι πάγια νομολογημένο ότι ο ισχυρισμός περί παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος για δίκαιη δίκη ενός διαδίκου, δεν εξετάζεται ανεξάρτητα από τη φύση και την εμβέλεια του, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, αλλά ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος είναι συνυφασμένα με τη διεξαγωγή της δίκης και όχι με την κατάργησή αυτής[2]. Όπως αναφέρθηκε στην Πολιτική Αίτηση αρ. 82/15: Επί τοις αφορώσι την Αίτηση του Ανδρέα Αρτέμη, απόφαση ημερ. 7.7.2015: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως εμφαίνεται στην απόφασή του το μόνο που έκανε ήταν να καλέσει τους δικηγόρους ν΄ αγορεύσουν επί του κατά πόσο σε εκείνο το στάδιο της διαδικασίας ήταν ή όχι κατάλληλο στάδιο να εξετασθεί το θέμα που ηγέρθη από τον αιτητή. Η απόφασή του ήταν αρνητική και τόνισε εμφαντικά ότι το εγερθέν από τον αιτητή θέμα παραμένει ανοικτό ν΄ αποφασιστεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας στο τέλος της δίκης και αφού φυσικά τοποθετηθούν οι συνήγοροι επ΄ αυτού. Το έπραξε αυτό μέσα στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του και αφού άκουσε και τις δύο πλευρές (βλ. Δημοκρατία ν. Alan Card Ford κ.α.
(1995)2 ΑΑΔ 232) όπου η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου γνωμάτευσε αναφορικά με το στάδιο της δίκης όπου εξετάζεται ισχυρισμός κατηγορούμενου για παραβίαση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη. Σύμφωνα με αυτή, οι αποφάσεις στην Αστυνομία ν. Φάντη και Αλλων
(1994)2 ΑΑΔ 160 και Δημοκρατία ν. Ηρακλέους
(1994)2 ΑΑΔ 225 δεν υποστηρίζουν την αρχή ότι ισχυρισμοί για την παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου εξετάζονται, ανεξάρτητα από τη φύση και την εμβέλειά τους, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ήθελε κρίνει πρόσφορο το εκδικάζον την ποινική υπόθεση δικαστήριο. Ο λόγος της Φάντη (απόφαση πλειοψηφίας) είναι ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το ΄Αρθρο 30.3 του Συντάγματος είναι συνυφασμένα με τη διεξαγωγή της δίκης και όχι με την κατάργησή της[3]. Επίσης στην Ηρακλέους τέθηκε το κάτωθι ερώτημα: «Το ερώτημα ... που πρέπει ν΄ απαντήσουμε αφορά αποκλειστικά το άρθρο 113.2 και αν οι πρόνοιες του περιορίζουν τις εξουσίες του ποινικού δικαστηρίου ως προς το στάδιο της διαδικασίας το οποίο ισχυρισμοί για παραβιάσεις των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, βάσει του ΄Αρθρου 30.2 μπορεί να εξεταστούν.». Στο ερώτημα αυτό το Ανώτατο Δικαστήριο έδωσε αρνητική απάντηση. Καταλήγοντας η Ολομέλεια γνωμάτευσε ότι: «Τα δικαιώματα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη συναρτώνται με την διεξαγωγή της δίκης. Παραβίασή τους δε συνεπάγεται, είτε την διαγραφή της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, ή την κατάργηση της δίκης. Η άσκηση του δικαιώματος που κατοχυρώνει το ΄Αρθρ. 30
(3)(δ) συναρτάται με την διεξαγωγή δίκαιης δίκης και όχι τον αποκλεισμό της δίκης ως του μέσου για την διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου για το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται.»[4] Παρά το ότι οι πιο πάνω αποφάσεις αφορούσαν το δικαίωμα κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη, και το στάδιο που, στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας, ισχυρισμοί περί παραβίασης του εν λόγω δικαιώματος εξετάζεται, θεωρώ ότι οι πιο πάνω αρχές τυγχάνουν εφαρμογής και στα πλαίσια αστικών υποθέσεων όπου εγείρεται ζήτημα, από οποιοδήποτε διάδικο, περί παραβίασης του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη όπως αυτό απορρέει από το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Και τούτο διότι, ως συνάγεται από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το κατά πόσο το δικαίωμα ενός διαδίκου σε δίκαιη δίκη έχει παραβιαστεί, δεν εξετάζεται σε θεωρητικό, τολμώ να πω, επίπεδο, και δη προτού παρουσιαστεί μαρτυρία, αλλά συναρτάται άμεσα με την διεξαγωγή της δίκης και την παράθεση μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν προκειμένω, το γεγονός ότι ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου περιστατικού, από πλευράς του Εναγόμενου, ήταν ο αποβιώσας, ο οποίος ήταν και ο μόνος μάρτυρας που δηλώθηκε στον Κατάλογο Μαρτύρων και τη Σύνοψη Μαρτυρίας που καταχωρήθηκε εκ μέρους του, δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, στο συμπέρασμα ότι η πλευρά του Εναγόμενου στερείται του δικαιώματος να προβάλει την υπεράσπιση της και να προσφέρει μαρτυρία που να υποστηρίζει την θέση του Εναγόμενου ή ότι δεν του παρέχεται πλέον η δυνατότητα να αντεξετάσει τους μάρτυρες των Εναγόντων. Υπενθυμίζεται σε αυτό το στάδιο ότι, το βάρος απόδειξης να αποδείξουν την απαίτηση τους, το φέρουν οι Ενάγοντες, οι οποίοι θα πρέπει να προσκομίσουν στο Δικαστήριο μαρτυρία ικανοποιητική προς απόσειση του. Υπενθυμίζεται περαιτέρω ότι, στη βάση της νέας Δ.30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η πλευρά του Εναγόμενου έχει το δικαίωμα, για καλό λόγο, να αποταθεί στο Δικαστήριο και να καλέσει πρόσθετο μάρτυρα ή μάρτυρες από αυτούς που κατονομάζονται στον Κατάλογο Μαρτύρων και τη Σύνοψη Μαρτυρίας που καταχώρησε[5]. Ακόμη, με την τροποποίηση του περί Απόδειξης Νόμου (Κεφ. 9), με το Νόμο 32(Ι)/2004, δεν αποκλείεται η παρουσίαση εξ ακοής μαρτυρίας, απλά και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής, αλλά η βαρύτητα της αξιολογείται και αποτιμάται σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 27 του Κεφ. 9. Όλα τα πιο πάνω, προϋποθέτουν την διεξαγωγή της δίκης και όχι την κατάργηση αυτής. Αντίθετη προσέγγιση, θα οδηγούσε στο οξύμωρο αποτέλεσμα να καταργείται μία δικαστική διαδικασία, παρά το ότι αυτή βασίζεται, όπως εν προκειμένω, σε βάσεις αγωγής, οι οποίες, δυνάμει ειδικής νομοθετικής διάταξης, επιβιώνουν του θανάτου του διαδίκου (βλ. Άρθρο 34 του Κεφ. 189)[6], πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα την παραβίαση του επίσης κατοχυρωμένου συνταγματικού δικαιώματος των Εναγόντων να προσφύγουν ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου για την διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι, η πλευρά του Εναγόμενου έχει κάθε δικαίωμα, εφόσον αυτό επ' ουδενί της στερήθηκε, να αντεξετάσει τους μάρτυρες που θα κλητεύσουν οι Ενάγοντες και να παρουσιάσει μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισης της και των θέσεων της. Το δε βάρος που θα προσδοθεί σε οποιαδήποτε μαρτυρία παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς επίσης και το κατά πόσο, στο τέλος της ημέρας, ένας διάδικος έτυχε ή όχι δίκαιης δίκης, είναι ζήτημα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο, με την αποπεράτωση της δίκης και αφού λάβει υπόψη την ενώπιον του μαρτυρία και γενικότερα όλους τους παράγοντες που θα τεθούν ενώπιον του. Συνεπώς, οποιοδήποτε ζήτημα περί παραβίασης των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων οποιουδήποτε διαδίκου, είναι ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της δίκης και αφότου ολοκληρωθεί η ακροαματική διαδικασία και νοουμένου ότι τέτοιο ζήτημα συνεχίζει να εγείρεται από την πλευρά του Εναγομένου. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η Αίτηση είναι αβάσιμη, καθότι δεν έχει τεθεί τίποτε ενώπιον μου που να δίδει στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα είτε στη βάση της Δ.15, είτε στη βάση του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω, η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα, και ως εκ τούτου τα έξοδα της υπό κρίση Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της περιουσίας του Εναγόμενου, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............... Ν. Πετρίδου, Πρ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Όπου ο τίτλος του δικογράφου των εφεσιβλήτων λανθασμένα ανέγραφε «Υπεράσπιση» αντί «Απάντηση». [2] υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου. [3] Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου. [4] υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου. [5] Βλ. Δ.30 θ. 8
(3)
(2)- «κάθε διάδικος δύναται για καλό λόγο να καλέσει πριν κλείσει την υπόθεση του με σχετικό προφορικό αίτημα και πρόσθετο μάρτυρα ή μάρτυρες». [6] Το γεγονός ότι η βάση αγωγής στη παρούσα υπόθεση, μετά την τροποποίηση που έγινε στα δικόγραφα, επιβιώνει του θανάτου του αποβιώσαντα- εναγόμενου, αποτελεί κοινώς αποδεκτό γεγονός, όπως αυτό προκύπτει από την αγόρευση των Αιτητών (βλ. σελ. 7 αυτής). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.