← Κύπρος

PIERIDES HOLDINGS PLC ν. ELIAN SERVICES LIMITED κ.α., Αγωγή αρ.: 3007/15, 9/5/2023

PIERIDES HOLDINGS PLC ν. ELIAN SERVICES LIMITED κ.α., Αγωγή αρ.: 3007/15, 9/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Αγωγή αρ.: 3007/15 Μεταξύ: PIERIDES HOLDINGS PLC Ενάγοντες -και-

  1. ELIAN SERVICES LIMITED
  2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΗΛΙΑΔΗΣ Εναγόμενων Ημερομηνία: 09.05.2023 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 2 - Αιτητή: κ. Α. Παπαλοϊζου για Κρίτων Α. Παπαλοϊζου & Σια ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Χατζηδάκης για Ανδρέας Γ. Δανός & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (στην αίτηση ημερ. 13.12.2022 για ασφάλεια εξόδων) Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 το ποσό των €12.328,64 ως υπόλοιπο τρεχούμενου ή χρεωστικού ή απλού λογαριασμού ή τιμολογίων ή αξίας εμπορευμάτων ή εγγυήσεως. Σημειώνω στο παρόν στάδιο ότι, η Αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 1 έχει διακοπεί στις 11.11.2016, βάσει της Δ.15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο Εναγόμενος 2, καταχώρησε υπεράσπιση, με την οποία ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο ίδιος ουδέποτε συμφώνησε και/ή συμβλήθηκε με τους Ενάγοντες υπό την προσωπική του ιδιότητα, αλλά ενεργούσε υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της Εναγόμενης 1 εταιρείας, ενώ αρνείται την υπογραφή οποιουδήποτε εγγράφου εγγύησης και/ή ότι εγγυήθηκε το ισχυριζόμενο υπόλοιπο της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Με την υπό κρίση Αίτηση, ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής, αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την Ενάγουσα εταιρεία όπως παράσχει, εντός 30 ημερών από της έκδοσης του εν λόγω διατάγματος, ασφάλεια εξόδων για το ποσό των €3.000 πλέον ΦΠΑ ή οποιοδήποτε άλλο ποσό κριθεί ορθό από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, ο Αιτητής αιτείται διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται κάθε περαιτέρω διαδικασία στην αγωγή, μέχρι να δοθεί η πιο πάνω ασφάλεια εξόδων και επιπλέον διάταγμα με το οποίο να απορρίπτεται η αγωγή, στην περίπτωση που η Ενάγουσα εταιρεία παραλείψει να δώσει την πιο πάνω ασφάλεια εξόδων, εντός της προθεσμίας που θα ορίσει το Δικαστήριο. Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.60, Δ.48 θθ. 1, 2, 4, 7 και
  3. Δεν κρίνω σκόπιμο, για τους λόγους που λεπτομερώς εξηγούνται κατωτέρω, να προβώ σε παράθεση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει είτε την υπό κρίση Αίτηση, είτε την Ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτήν εκ μέρους της Ενάγουσας εταιρείας. Ως εκ τούτου, προχωρώ ευθύς αμέσως να παραθέσω τη νομική πτυχή που αφορά την υπό κρίση Αίτηση. Νομική πτυχή Στη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης παρατίθενται τόσο η Δ.60 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, όσο και το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  4. Το δικαιοδοτικό όμως πλαίσιο που εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, είναι το άρθρο 382 του Κεφ. 113, καθότι η Δ.60 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο Ενάγοντας διαμένει εκτός Κύπρου ή εκτός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πράγμα που εν προκειμένω δεν ισχύει, εφόσον η Ενάγουσα εταιρεία είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία. Εν πάση όμως περιπτώσει, οι νομολογιακές αρχές που έχουν ερμηνεύσει την Δ.60, είναι καθοδηγητικές ως προς την ερμηνεία του άρθρου 382 του Κεφ. 113, στο βαθμό που και οι δύο διατάξεις αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, ήτοι αυτόν της παροχής ασφάλειας εξόδων. Το άρθρο 382 του Κεφ. 113 προβλέπει τα ακόλουθα: «Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγόμενου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπισή του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση». Ως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, η έκδοση διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται, βεβαίως, δικαστικά (βλ. Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline

(1990)1 Α.Α.Δ 434). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στη βάση του άρθρου 382 του Κεφ. 113, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει αίτημα για παροχή ασφάλειας εξόδων, ακόμη και στην περίπτωση που γίνει αποδεκτή η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει τα έξοδα του εναγόμενου (βλ. Sir Linday Parkinson and Co. Ltd v. Triplan Ltd
(1973)2 All ER 273 και Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, παρα. 304). Στα πλαίσια λοιπόν εξέτασης αίτησης για παροχή ασφάλειας εξόδων, δυνάμει του άρθρου 382 του Κεφ. 113, θα πρέπει να αποφασισθεί κατά πόσο υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα των Εναγομένων που πιθανόν να εκδικαστούν εναντίον της, και σε περίπτωση που κριθεί η ύπαρξη τέτοιας ανικανότητας, γεγονός που πρέπει να προκύπτει από αξιόπιστη μαρτυρία, κατά πόσο το Δικαστήριο, με βάση τα δεδομένα της περίπτωσης, θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να διατάξει την παροχή ασφάλειας για τα εν λόγω έξοδα. Επομένως στην περίπτωση που αποδειχθεί η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει, το Δικαστήριο θα εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, εκτός αν κρίνει ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της μη έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Β) Α.Α.Δ 1314, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται η περίπτωση η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος. (Δέστε Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd κ.ά. (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1170)»[1]. Η αφερεγγυότητα της εταιρείας, σε αίτηση για παροχή ασφάλειας εξόδων, πρέπει να καταφαίνεται και να αποδεικνύεται ως θετικό γεγονός. Αυτό αποφασίσθηκε στην υπόθεση Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ 1377, όπου εξετάστηκαν οι προεκτάσεις της εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 382 του Κεφ. 113 σε σχέση με εταιρεία η οποία είχε αναστείλει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες. Το γεγονός ότι μια εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση, αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα του εναγόμενου. Το τεκμήριο αυτό παραμένει ισχυρό, εκτός αν δοθεί αντίθετη σχετική μαρτυρία (βλ. Hallsbury' s Laws of England, 5η έκδοση, τόμος 14, παρα. 1-692, Genemp Trading (ανωτέρω) και Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Allways Travel Holidays Limited κ.α.
(1992)1(Β) ΑΑΔ 995). Ως δε αποφασίστηκε στην υπόθεση The Continental Insurance Company of Hampshire v. O' Regan
(1998)1B ΑΑΔ 1087, η ασφάλεια εξόδων δεν πρέπει να λειτουργεί με τρόπο που να στερεί το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Υποδείχθηκε ότι η ασφάλεια για τα έξοδα παρέχεται υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, οι οποίες κατοχυρώνουν την πρόσβαση του ατόμου στο Δικαστήριο ως θεμελιώδες δικαίωμά του. Συναρτάται, έτσι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με τη δυνατότητα του διαδίκου ανάλογα με την οικονομική του ευχέρεια, να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια. Οι ίδιες αρχές επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Conway v. Elia
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 και Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.α
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1698. Στην Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της K.S.S. Trading Ltd ν. Γεν. Ασφ. Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(2005)1(B) A.A.Δ. 1446, αναφέρεται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπεί την εύλογη ανησυχία διαδίκου για τα έξοδα του, με το δικαίωμα του αντιδίκου του να προσφύγει στο Δικαστήριο. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Βέβαια, στην προκείμενη περίπτωση η οικονομική αδυναμία των εφεσειόντων αποτελούσε το έρεισμα του αιτήματος των εφεσιβλήτων για ασφάλεια εξόδων. Προβλέπεται, όπως προαναφέραμε, από το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια. Πρέπει όμως να ερμηνεύεται με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την οικονομική αδυναμία ενάγουσας εταιρείας, όπως και την αντίστοιχη εύλογη ανησυχία αντίδικου για τα έξοδα του, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος. Χρειάζεται ισορροπία» Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στην υπόθεση Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd ν. Χρ. Ιωάννου Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, Π.Ε. 66/13 ημερ. 30.1.2015, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το ζήτημα εξετάστηκε σε βάθος στην Επίσημος Παραλήπτης ν. Γεν. Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(2005)1 Α.Α.Δ. 1446 με αναφορά στα άρθρα 30.2 του Συντάγματος και 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, ως και με την ανασκόπηση της μέχρι τότε διαμορφωθείσας κυπριακής, αγγλικής και ευρωπαϊκής νομολογίας. Ό,τι προκύπτει σχετικά είναι ότι ναι μεν ο Νόμος δίδει δυνατότητα έκδοσης διαταγής για εξασφάλιση εξόδων εναντίον αφερέγγυας εταιρείας, αλλά κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να εξισορροπούνται τρεις παράγοντες. Ο πρώτος, η οικονομική αδυναμία της εταιρείας, ο δεύτερος, η εύλογη ανησυχία του αντιδίκου της ότι στην περίπτωση που επιτύχει στην υπεράσπισή του δεν θα επανακτήσει τα έξοδά του και, ο τρίτος, το δικαίωμα πρόσβασης κάθε φυσικού και νομικού προσώπου στο Δικαστήριο. Και αυτό πάντοτε στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για διακριτική ευχέρεια.» Το δε ποσό το οποίο καθορίζεται ως ασφάλεια για τα έξοδα, είναι το ποσό το οποίο υπό κανονικές συνθήκες είναι πιθανόν να υποστεί το μέρος το οποίο εξαιτείται την έκδοση της διαταγής (βλ. Senior Service Ltd. and Others v. Chrysanthi Shipping Co. Ltd. and Another
(1975)1 C.L.R 316). Ως θέμα ορθής πρακτικής, το ποσό το οποίο επιζητείται ως ασφάλεια πρέπει να υποστηρίζεται με λεπτομέρειες (προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων) που να τείνουν να καθορίζουν το ύψος του (βλ. Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline
(1990)1 Α.Α.Δ 434). Ένας τέτοιος υπολογισμός είναι ορθό να επισυνάπτεται σε αιτήσεις του είδους αυτού. Παρά όμως το βοηθητικό τέτοιου καταλόγου, η επισύναψη του δεν προνοείται από οποιαδήποτε δικονομική πρόνοια, ώστε η αίτηση για ασφάλεια εξόδων να υπόκειται, δίχως άλλο, σε απόρριψη στην απουσία καταλόγου. Ο επισυνημμένος κατάλογος εξόδων σε τέτοιες αιτήσεις αποτελεί υπολογισμό του Αιτητή, ώστε να βοηθηθεί το Δικαστήριο στον καθορισμό ποσού, εάν αποφασίσει να διατάξει παροχή ασφάλειας εξόδων. Σε σχέση με αυτό το θέμα, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Γραμμές Στρίνζη ν. Always Travel (βλ. ανωτέρω)): "Η προσαγωγή καταλόγου εξόδων είναι επιθυμητή αλλά όχι απαραίτητη για την άσκηση των εξουσιών του δικαστηρίου. Επομένως η αίτηση δεν καταρρίπτεται λόγω της παράλειψης των αιτητών να επισυνάψουν κατάλογο εξόδων." Όπως επίσης αναφέρεται στο Annual Practice 1966, στα σχόλια του αντίστοιχου O.23, r.3, σελ. 510: «It is a great convenience to the Court to be informed what are the estimated costs, and for this purpose a skeleton bill of costs usually affords a ready guide.»[2] Ως προς τον χρόνο καταχώρησης του αιτήματος, η Δ.60, Θ.1 αναφέρει ρητά ότι η διαταγή για ασφάλεια εξόδων μπορεί να διαταχθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, ενώ το άρθρο 382 του Κεφ.113 δεν καθορίζει χρόνο. Έχει, εντούτοις, νομολογηθεί ότι, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τυχόν καθυστέρηση στην έγερση του αιτήματος και δεν αποκλείεται η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος (βλ. Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences (ανωτέρω) και Genemp Trading Ltd (ανωτέρω)). Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης Προχωρώ τώρα να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση. Για τους λόγους που θα διαφανούν κατωτέρω, δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω κατά πόσο ο Αιτητής, έχει αποσείσει το βάρος των ισχυρισμών του περί αφερεγγυότητας της Ενάγουσας εταιρείας, η οποία αφερεγγυότητα πρέπει να καταφαίνεται ως θετικό γεγονός (βλ. Iacovou Brothers (ανωτέρω)). Και τούτο διότι, ανατρέχοντας στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δη στο πρακτικό ημερ. 4.10.2022, διαφαίνεται ότι κατά την εν λόγω δικάσιμο, είχε αναφερθεί από τον συνήγορο της Ενάγουσας εταιρείας ότι είχαν καταλήξει μεταξύ τους οι διάδικοι ότι το μόνο επίδικο ζήτημα που θα παρέμενε προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η ερμηνεία της επίδικης εγγύησης που υπεγράφη από τον Αιτητή και ειδικότερα ως προς το ύψος και μόνο του ποσού που οφείλει στην Ενάγουσα εταιρεία. Ο συνήγορος του Αιτητή, συμφώνησε με αυτή τη δήλωση και, ενόψει τούτου, το Δικαστήριο όρισε την αγωγή για ακρόαση στις 26.10.2022, με οδηγίες όπως τυχόν παραδεκτά γεγονότα ετοιμαστούν μέχρι τότε. Παραθέτω κατωτέρω αυτούσια, τα όσα αναφέρθηκαν κατά τις 4.10.2022 ενώπιον του Δικαστηρίου: «κ. Χατζηδάκης: Κυρία Πρόεδρε, δεν υπήρξε εξώδικος συμβιβασμός, όμως συζητήσαμε με τους συναδέλφους αφού το κώλυμα στο να βρεθεί συμβιβασμός είναι το ύψος της οφειλής του εναγόμενου 2, και καταλήξαμε να γίνει δήλωση από κοινού ότι είναι παραδεκτό το χρέος και να μείνει ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο το έγγραφο ημερομηνίας 29.04 για ερμηνεία και ως εκ τούτου αν ο εναγόμενος 2 οφείλει ολόκληρο το ποσό ή μέρος αυτού. κ. Κύτας: Συμφωνώ. Δικαστήριο: Ενόψει των δηλώσεων των διαδίκων ότι το επίδικο χρέος είναι παραδεκτό αλλά παραμένει ως επίδικο ζήτημα προς επίλυση το κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 οφείλει ολόκληρο το αξιούμενο ποσό ή μέρος αυτού, δυνάμει του επίδικου εγγράφου, η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση στις 26.10.2022, η ώρα 10:30. Τυχόν παραδεχτά γεγονότα να ετοιμαστούν μέχρι τότε. Τα έξοδα στην πορεία». Ακολούθως, στις 26.10.2022, οι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν την ετοιμότητα τους για την ακρόαση της αγωγής και ανέφεραν ότι είχαν καταλήξει και ετοιμάσει σχετικά παραδεκτά γεγονότα. Ενόψει όμως έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου να ξεκινήσει την ακρόαση της υπόθεσης εκείνη τη μέρα, η ακρόαση της, αναβλήθηκε και η αγωγή ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 15.12.2022. Στο μεταξύ, ο Αιτητής προχώρησε, δύο μέρες πριν την εν λόγω ημερομηνία, στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Το ζήτημα που εν προκειμένω προκύπτει είναι, κατά πόσο οι δηλώσεις που έγιναν από τους συνήγορους των διαδίκων και καταγράφηκαν στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 4.10.2022, συνιστούν λόγο για απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης. Είναι νομολογημένο ότι η φαινόμενη πληρεξουσιότητα (ostensible authority) του δικηγόρου του διαδίκου, δεσμεύει τον πελάτη του και περιλαμβάνει και εξουσία περιορισμού των επίδικων θεμάτων (βλ. Πήττα κ.α. v. Δήμου Στροβόλου, Π.Ε. 126/10, ημερ. 24.4.2015). Στην εν λόγω υπόθεση, αναφέρθηκαν τα εξής σημαντικά: «Υπό το φως των ανωτέρω το μόνο επίδικο θέμα που είχε ενώπιον του το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν κατά πόσο οι εφεσείοντες είχαν αγώγιμο δικαίωμα ή εάν δικαιούνταν σε αποζημιώσεις, αλλά ο καθορισμός των αποζημιώσεων στις οποίες εδικαιούνταν. Διαφορετικά δεν θα είχαν νόημα οι αρχές που διαχρονικά έχει διαμορφώσει η νομολογία επί του ζητήματος και θα εκμηδενιζόταν η αξία των δηλώσεων ή διαβεβαιώσεων στις οποίες προβαίνουν οι δικηγόροι ενώπιον του Δικαστηρίου, με όλες τις αντισυστημικές για την απονομή της δικαιοσύνης συνέπειες»[3]. Στην υπόθεση Καλαμαράς v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλων
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 343, η οποία αφορούσε αγωγή για αποζημιώσεις για την απώλεια της ιδιοκτησίας του οχήματος του εφεσείοντα, κατά τη μέρα που ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, ο δικηγόρος του, προέβη στην πιο κάτω δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου: «Κατόπιν διαβουλεύσεων μετά των συναδέλφων μου υποβάλλω ότι το μοναδικό θέμα που παραμένει προς εκδίκαση ενώπιον του σεβαστού σας Δικαστηρίου είναι η αξία του οχήματος αρ. GM64, κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής δηλ. 24.3.78 οπότε ο ενάγων έχασε την ιδιοκτησία του οχήματος. Αυτό είναι το μοναδικό θέμα προς εκδίκαση». Ο συνήγορος του εφεσίβλητου συμφώνησε και κατόπιν ακρόασης, το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε στον εφεσίβλητο το ποσό των ΛΚ 600 ως αποζημιώσεις. Κατά τη διαδικασία της έφεσης, ο εφεσείων ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η δήλωση δεν ήταν δεσμευτική για τον ίδιον, εφόσον το Δικαστήριο δεν τον ρώτησε αν συμφωνούσε ή όχι με τη δήλωση του δικηγόρου του. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας τον εν λόγω ισχυρισμό, απέρριψε την έφεση και ανέφερε τα εξής: «Στην παρούσα περίπτωση, η υπό κρίση δήλωση και/ή συμβιβασμός υπό μορφή περιορισμού των επίδικων θεμάτων που έκαμε ο δικηγόρος του εφεσείοντα στο πρωτόδικο Δικαστήριο, εμπίπτει απόλυτα μέσα στα πλαίσια της συνήθους πληρεξουσιότητας του δικηγόρου, για την οποία δεν χρειαζόταν η ρητή εξουσιοδότηση του εφεσείοντα ο οποίος δεσμεύεται από αυτήν έναντι των αντιδίκων του στην αγωγή». Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, στη βάση της από κοινού δήλωσης που έγινε από τους συνήγορους των διαδίκων στις 4.10.2022, ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία ενέπιπτε απόλυτα στα πλαίσια της φαινόμενης πληρεξουσιότητας τους, το μόνο επίδικο ζήτημα που παραμένει προς εκδίκαση, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, είναι το ύψος του ποσού της οφειλής του Αιτητή, στη βάση της ερμηνείας των σχετικών προνοιών της υπογραφείσας από αυτόν επίδικης εγγύησης, και επομένως, κατά πόσο ο Αιτητής οφείλει, στην Ενάγουσα εταιρεία, ολόκληρο το αξιούμενο ποσό ή μέρος αυτού. Σημειώνω δε ότι η εν λόγω δήλωση, δεν έχει αποσυρθεί ή μεταβληθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο εκ μέρους του συνηγόρου του Αιτητή, με αποτέλεσμα, εκείνο το οποίο καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει πλέον στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, να είναι το ακριβές ποσό που οφείλεται από τον Αιτητή δυνάμει του επίδικου εγγράφου που υπέγραψε, και αν αυτό το ποσό είναι ολόκληρο το αξιούμενο ποσό ή κάποιο μέρος αυτού, και όχι αν ο Αιτητής δεν οφείλει κανένα ποσό στην Ενάγουσα εταιρεία. Συνεπεία τούτου, και τούτο επαναλαμβάνω, με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα μέχρι σήμερα, και χωρίς να παραγνωρίζω ότι τούτα τα δεδομένα μπορεί να αλλάξουν, είναι ότι τα όποια τυχόν έξοδα επιδικαστούν στο τέλος της παρούσας αγωγής, να επιδικαστούν προς όφελος της Ενάγουσας εταιρείας, ακολουθώντας τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της αγωγής (βλ. Νίτσα Θρασυβούλου v. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12) και επομένως να μην προκύπτει ζήτημα επιδίκασης εξόδων υπέρ του Αιτητή στο τέλος της διαδικασίας. Σημειώνω συναφώς ότι δεν προβάλλεται οποιαδήποτε θέση από πλευράς του Αιτητή ότι η πλευρά της Ενάγουσας εταιρείας έχει επιδείξει οποιαδήποτε παρελκυστική ή άλλως πως συμπεριφορά που θα δικαιολογούσε, σε σχέση με τα έξοδα, απόκλιση από τον πιο πάνω καθιερωμένο κανόνα. Επομένως, και αφ' ης στιγμής, στη βάση, επαναλαμβάνω, των μέχρι σήμερα δεδομένων ενώπιον του Δικαστηρίου βάσει της δήλωσης των συνηγόρων των διαδίκων, η οποία περιόρισε τα επίδικα ζητήματα τα οποία το Δικαστήριο έχει να αποφασίσει, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, δεν προκύπτει ζήτημα επιδίκασης εξόδων υπέρ του Αιτητή, κρίνω ότι η υπό κρίση Αίτηση για παροχή ασφάλειας εξόδων, είναι άνευ αντικειμένου. Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Σε ότι αφορά το ζήτημα των εξόδων της υπό κρίση Αίτησης, δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να αποκλίνω από τον πιο πάνω γενικό κανόνα και ως εκ τούτου επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας εταιρείας-Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 2 -Αιτητή, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου [2] τονισμός και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου. [3] υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.