← Κύπρος

Εκκλησιαστική Επιτροπή Ιερού Ναού Αγίου Αντρονίκου και Αθανασίας Τσερίου ν. Ανδρέας Ανδρέου, Αρ. Αγωγής: 6100/2016, 31/5/2023

Εκκλησιαστική Επιτροπή Ιερού Ναού Αγίου Αντρονίκου και Αθανασίας Τσερίου ν. Ανδρέας Ανδρέου, Αρ. Αγωγής: 6100/2016, 31/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A111 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6100/2016 Μεταξύ: Εκκλησιαστική Επιτροπή Ιερού Ναού Αγίου Αντρονίκου και Αθανασίας Τσερίου Ενάγουσα v. Ανδρέας Ανδρέου Εναγόμενου Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Γ. Παπαθεοδώρου Για Εναγόμενο: κα Ε. Παρασκευά Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή - Δικογραφία Δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 22/09/2002, το οποίο αποτελεί κοινό έδαφος ότι υπεγράφη μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενου (το Ενοικιαστήριο Έγγραφο), η Ενάγουσα, η οποία αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης ότι είναι δεόντως εκλεγμένη ή/και διορισμένη Εκκλησιαστική Επιτροπή έχουσα την ευθύνη της διαχείρισης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Ιερού Ναού Αγίου Ανδρονίκου και Αθανασίας Τσερίου (ο Ναός), συμφώνησε με τον Εναγόμενο να του ενοικιάσει μέρος του περιγραφόμενου στην Έκθεση Απαίτησης ακινήτου, ιδιοκτησίας του Ναού (το Ακίνητο), για περίοδο ενός έτους, έναντι ετήσιου ενοικίου ύψους Λ.Κ. 300,00 (σε Ευρώ €512.58). Είναι επίσης κοινός τόπος ότι το Ακίνητο θα χρησιμοποιείτο από τον Εναγόμενο ως χώρος αποθήκευσης, επίδειξης και πώλησης αυτοκινήτων. Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από τον Εναγόμενο το ποσό των €5.125,80 ως καθυστερημένα και οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο από 22/09/2006 μέχρι 22/09/2016. Τα ενοίκια της περιόδου αυτής, συμποσούμενα στο πιο πάνω ποσό, ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι ο Εναγόμενος παρέλειψε να της τα καταβάλει, κατά παράβαση των όρων του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου, και τα οποία εξακολουθεί να της οφείλει, παρά το ότι του τα ζήτησε επανειλημμένα καθώς και με συστημένη επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 21/11/2016 και παρόλο που ο Εναγόμενος αναγνώριζε την οφειλή του αυτή και υποσχόταν να την εξοφλήσει. Ωστόσο, η αναφερόμενη, πιο πάνω, διάρρηξη της συμφωνίας ενοικίασης από πλευράς Εναγόμενου δεν είναι η μόνη αιτία της παρούσας αγωγής. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται, επίσης, ότι τερμάτισε την ενοικίαση του Ακινήτου δυνάμει της προαναφερόμενης συστημένης επιστολής του δικηγόρου της και προβάλλει, ακόμα, ότι ο Εναγόμενος εξακολουθεί μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής να κατέχει το Ακίνητο, παρά το ότι του ζητήθηκε με την ρηθείσα επιστολή η παράδοση κενής και ελεύθερης της κατοχής του. Τα δεδομένα αυτά στο δικόγραφο της Ενάγουσας αποτελούν την αναγκαία βάση για την υποστήριξη των περαιτέρω αξιώσεων που επιζητεί εναντίον του Εναγόμενου, για έκδοση δηλαδή διατάγματος εκκένωσης και παράδοσης σε αυτήν ελεύθερης και ακώλυτης της κατοχής του Ακινήτου καθώς και για αποζημιώσεις προς €512,58 ετησίως από 23/09/2016 μέχρι την παράδοσή του[1], παρά το ότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν γίνεται ρητή επίκληση και στήριξη των αξιώσεων αυτών στο ζήτημα της παράνομης επέμβασης του Εναγόμενου στο Ακίνητο. Τούτο γιατί, όπως έχει νομολογηθεί, μπορεί να εξεταστεί η απόδοση θεραπείας ακόμα και αν αυτή δεν επιζητείται με την αγωγή, εφόσον στοιχειοθετούνται τα γεγονότα στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης που υποστηρίζουν και δικαιολογούν μία τέτοια θεραπεία[2]. Με την έκθεση υπεράσπισης ο Εναγόμενος αρνείται τις πιο πάνω αξιώσεις της Ενάγουσας. Ισχυρίζεται, αφενός, ότι ουδέν ποσό ενοικίων οφείλει στην Ενάγουσα, την οποία καλεί σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της, δεν αποδέχεται ότι παρέβη τους όρους του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ή ότι υπήρξε από μέρους του αντισυμβατική συμπεριφορά ως προς την πληρωμή των ενοικίων του και επιφυλάσσεται με το δικόγραφό του να παρουσιάσει κατά τη δίκη αποδείξεις ή/και τον τρόπο ή/και λεπτομέρειες πληρωμών των ενοικίων. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Ενάγουσα ουδέποτε τον κάλεσε να προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή των ισχυριζόμενων καθυστερημένων ενοικίων, ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε συστημένη επιστολή περί τούτου, και ότι σε καμία αναγνώριση της οφειλής προέβη, ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, αφού δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Καταχωρίστηκε απάντηση στην υπεράσπιση με την οποία η Ενάγουσα αρνείται τους προβαλλόμενους στην υπεράσπιση ισχυρισμούς και επαναλαμβάνει τους δικούς της στην Έκθεση Απαίτησής της. Β. Κοινώς αποδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα Ως έχει νομολογηθεί, η απόδειξη μέσω των δικογράφων ή των παραδοχών του αντιδίκου συνιστά παραδεκτός τρόπος απόδειξης ισχυρισμών και όταν ένας ισχυρισμός γίνεται παραδεκτός στα δικόγραφα, αυτός παύει να συνιστά αμφισβητούμενο και επίδικο θέμα για την υπόθεση ώστε να μην είναι αναγκαίο να αποδειχθεί με την προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ακρόαση (βλ. Χρίστου ν. Khoreva

(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1874 και STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολ. Έφεση 407/2011 ημ. 21/06/2018, ECLI:CY:AD:2018:A300). Έχει επίσης νομολογηθεί ότι επιτρέπεται η εξαγωγή ευρημάτων χωρίς ανάγκη για αξιολόγηση μαρτυρίας σχετικής με γεγονότα που παρουσιάζονται κατά τη δίκη, μέσω του χειρισμού των διαδίκων, ως μη αμφισβητούμενα, εφόσον θέμα αξιολόγησης εγείρεται συνήθως εκεί όπου υπάρχουν δύο διιστάμενες εκδοχές και το Δικαστήριο είναι αναγκασμένο να επιλέξει μία από τις δύο (βλ. Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd)
(2009)1 ΑΑΔ 974, Pissis Limited v. La Baguette Boulangerie - Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/2010 ημ. 30/09/2015 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 185/2012 ημ. 19/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179). Είναι γι' αυτό άλλωστε που δεν αναμένεται από διάδικο που έχει το βάρος απόδειξης να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454). Εν προκειμένω, με βάση τα γεγονότα που είτε αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων μέσω της δικογραφίας είτε δεν αμφισβητήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, μπορούν, εκ προοιμίου, να σημειωθούν τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα είναι δεόντως εκλεγμένη Εκκλησιαστική Επιτροπή, η οποία έχει την ευθύνη της διαχείρισης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Ναού, ο οποίος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του Ακινήτου σύμφωνα με το πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας που κατατέθηκε κατά την ακρόαση ως Τεκμήριο 1. Μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου υπεγράφη το Ενοικιαστήριο Έγγραφο (το οποίο κατατέθηκε κατά την ακρόαση ως Τεκμήριο 2), δυνάμει του οποίου η Ενάγουσα συμφώνησε να ενοικιάσει στον Εναγόμενο μέρος του Ακινήτου, το οποίο θα χρησιμοποιείτο από τον Εναγόμενο ως χώρος αποθήκευσης, επίδειξης και πώλησης αυτοκινήτων. Με βάση το Ενοικιαστήριο Έγγραφο συμφωνήθηκε ετήσιο ενοίκιο ύψους Λ.Κ. 300,00 (σε Ευρώ €512.58). Περαιτέρω, στο Ενοικιαστήριο Έγγραφο προνοείται ότι η συμφωνία θα ισχύει για ένα χρόνο και θα ανανεώνεται αυτόματα εκτός εάν ένας εκ των συμβαλλομένων αποφασίσει διαφορετικά. Για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Γ. Νομική Πτυχή και Επίδικα Ζητήματα Εκτός από τα πιο πάνω, αποτέλεσε επίσης κοινό έδαφος κατά τη δίκη ότι ο Εναγόμενος εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διατηρεί την κατοχή του Ακινήτου και ότι κανένα ποσό δεν κατέβαλε ως ενοίκιο στην Ενάγουσα από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Οι περιστάσεις αυτές θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την έκδοση του αξιούμενου διατάγματος παράδοσης της κατοχής του Ακινήτου καθώς επίσης και την επιδίκαση αποζημιώσεων μέχρι την παράδοση μόνο εφόσον διαπιστωθεί πρώτα ότι η συμβατική σχέση ενοικίασης μεταξύ των διαδίκων έληξε, αφού, από την ημερομηνία εκπνοής της, ο Εναγόμενος κανένα δικαίωμα δεν θα είχε έκτοτε να διατηρεί την κατοχή του Ακινήτου[3]. Η διαπίστωση αυτή θα πρέπει μάλιστα να ανατρέχει σε ημερομηνία πριν από την καταχώριση της αγωγής (30/12/2016) αφού, όπως έχει νομολογηθεί, μία αιτία αγωγής για αναζήτηση θεραπείας πρέπει θεμελιώνεται σε γεγονότα που ήταν υπαρκτά κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής[4]. Στην προκείμενη περίπτωση, το Ενοικιαστήριο Έγγραφο δεν είναι άκυρο (ούτε εξάλλου προβλήθηκε τέτοια θέση), όπως ήταν η περίπτωση στην Nicos Christou Developments Ltd v. Τοφινή
(1998)1 Α.Α.Δ. 1990, γιατί προνοούσε για ενοικίαση διάρκειας ενός έτους, χωρίς να ήταν έτσι αναγκαία για την εγκυρότητα ή εκτελεστότητά του η τήρηση των προνοιών του άρθρου 77
(1)Κεφ. 149[5]. Ωστόσο, εφόσον το Ενοικιαστήριο Έγγραφο περαιτέρω προνοούσε ότι η ενοικίαση θα ανανεώνεται αυτόματα εκτός εάν ένας εκ των συμβαλλομένων αποφασίσει διαφορετικά, ισχύουν και εδώ, κατ' αναλογία, τα όσα αναφέρθηκαν στην Τοφινή (ανωτέρω) ως προς το πότε μία σύμβαση μίσθωσης που ανανεώνεται από έτος σε έτος μπορεί να θεωρηθεί λήξασα. Αναφέρθηκε στην Τοφινή (ανωτέρω) ότι: «Θα πρέπει τώρα να προχωρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσο η σύμβαση αυτή έχει λήξει. Στην § 446 του συγγράμματος Woodfall's Law of Landlord & Tenant (ανωτέρω), αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με ενοικίαση από έτος εις έτος: "Such tenancy may be determined by the usual notice to quit at the end of the first or any subsequent year, and it will be determined without any notice to quit, at the end of the term mentioned in the writing" Σε μετάφραση: "Τέτοια εκμίσθωση μπορεί να τερματισθεί με τη συνηθισμένη ειδοποίηση τερματισμού στο τέλος του πρώτου ή οποιουδήποτε ακόλουθου έτους, και θα τερματισθεί χωρίς ειδοποίηση τερματισμού, στο τέλος της περιόδου που αναφέρεται στο έγγραφο". Περαιτέρω, στην § 663 του ιδίου συγγράμματος διαβάζουμε: "Μonthly and weekly tenancies are similar to tenancies from year to year in that they do not expire at the end of each month or week, but continue for a period of time until determined by due notice to quit." Σε μετάφραση: "Μηνιαίες και εβδομαδιαίες εκμισθώσεις είναι παρόμοιες με εκμισθώσεις από έτος εις έτος με την έννοια ότι δεν εκπνέουν στο τέλος κάθε μήνα ή εβδομάδας, αλλά συνεχίζουν μέχρι του τερματισμού τους με τη δέουσα ειδοποίηση τερματισμού". (Δέστε και Bowen v. Anderson [1893] K.B. 164 και Mellows v. Low and Others [1923] K.B. 522). Έτσι, προκύπτει καθαρά από τα πιο πάνω, ότι για να θεωρηθεί η ενοικίαση ως λήξασα ή θα πρέπει να έχει λήξει η περίοδος ενοικίασης που αναφέρεται στο άκυρο ενοικιαστήριο έγγραφο, ή να έχει δοθεί νόμιμη ειδοποίηση τερματισμού. Στην παρούσα περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος ότι ειδοποίηση τερματισμού δεν δόθηκε. Εφόσον δε κατά τον ουσιώδη χρόνο η περίοδος ενοικίασης με βάση το άκυρο έγγραφο δεν είχε λήξει, η συμβατική σχέση εκμίσθωσης συνεχιζόταν από μήνα σε μήνα και όπως αναφέραμε πιο πάνω τίποτε που περιέχεται στον ορισμό του όρου "πρώτη ενοικίαση" δεν επηρέαζε τις πιο πάνω αρχές, ώστε να καταστήσει την εκμίσθωση λήξασα.» Προκύπτει από τους όρους του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ότι η ισχύουσα σύμβαση ενοικίασης του Ακινήτου ήταν εν προκειμένω από την 22/09/2002 μέχρι την 22/09/2003 και ότι, έκτοτε, η ισχύς της θα συνέχιζε από έτος σε έτος, με αυτόματη ανανέωσή της κατά την ημέρα λήξης της για ακόμα ένα έτος, εκτός αν κάποιος εκ των συμβαλλομένων αποφάσιζε διαφορετικά. Δεν προνοείται όμως στο Ενοικιαστήριο Έγγραφο οτιδήποτε άλλο είτε ως προς το πώς θα κοινοποιούνταν στο άλλο μέρος μια τέτοια απόφαση είτε επί τη βάση ποιας άλλης αιτίας ή λόγου θα μπορούσε η ενοικίαση να τερματιστεί. Επομένως, με βάση τις πρόνοιες του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου, η ενοικίαση του Ακινήτου μετά τις 22/09/2003 θα καθίστατο λήξαξα εφόσον πριν από την εν λόγω ημερομηνία ή πριν από την αντίστοιχη ημερομηνία λήξης κάθε επόμενης ετήσιας ανανέωσής της ένας εκ των συμβαλλομένων αποφάσιζε να μην ανανεωθεί αυτόματα για ακόμα ένα έτος, οπότε και, με βάση τα αναφερόμενα στην Τοφινή (ανωτέρω), θα έπρεπε να αποστείλει ειδοποίηση τερματισμού της. Σε τέτοια περίπτωση, η ειδοποίηση θα έπρεπε να δοθεί στο τέλος οποιουδήποτε έτους κατά το οποίο η ενοικίαση συνέχιζε να ήταν σε ισχύ και αυτή θα εξέπνεε στο τέλος της επόμενης περιόδου ενοικίασης. Δηλαδή, αν ήταν τέτοια η περίπτωση στην παρούσα υπόθεση, η ειδοποίηση τερματισμού θα έπρεπε επί παραδείγματι να είχε δοθεί από τις 22/09/2015 ώστε να εκπνεύσει η ενοικίαση στις 22/09/2016, που είναι η ημερομηνία λήξης της τελευταίας περιόδου ανανέωσης πριν την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή[6]. Όταν όμως γίνεται επίκληση διάρρηξης της συμφωνίας, αν αυτή αφορά παραβίαση ουσιώδους όρου της από τον ενοικιαστή (όπως τέτοια είναι η προκείμενη περίπτωση με βάση τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας), ο ιδιοκτήτης θα μπορεί να τερματίσει άμεσα την ενοικίαση, παρέχοντας ενδεχομένως εύλογο χρόνο για εκκένωση του ακινήτου που όμως δεν σχετίζεται απαραίτητα με τον χρόνο εκπνοής της ενοικίασης. Συνεπώς, αν ο Εναγόμενος είχε διαρρήξει ουσιώδη όρο του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου, η Ενάγουσα θα μπορούσε να τερματίσει άμεσα την ενοικίαση[7]. Αυτό ισχυρίζεται η Ενάγουσα στο δικόγραφό της ότι έπραξε με την συστημένη επιστολή του δικηγόρου της ημ. 21/11/2016[8], στην οποία αναφέρεται ότι «οι πελάτες μου με την παρούσα μου τερματίζουν την πιο πάνω ενοικίαση», επικαλούμενη παράβαση του όρου που αφορά την πληρωμή του συμφωνηθέντος ετήσιου ενοικίου. Εάν, λοιπόν, η Ενάγουσα νομιμοποιείτο να τερματίσει την ενοικίαση, υπό την έννοια ότι υπήρξε πράγματι παραβίαση ουσιώδους όρου της συμφωνίας από πλευράς Εναγόμενου, ως εκ του λόγου που επικαλέστηκε, και εφόσον διαπιστωθεί ότι δόθηκε δέουσα προς τούτο ειδοποίηση στον Εναγόμενο, τότε δεν υφίστατο από τις 21/11/2016 συμφωνία σε ισχύ ούτε ενοικίαση και, σε τέτοια περίπτωση, θα δικαιολογείτο η απόδοση των αιτούμενων με την αγωγή θεραπειών. Τόσο με βάση τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς όσο και με βάση το περιεχόμενο της επιστολής ημ. 21/11/2016, ο επικαλούμενος τερματισμός της ενοικίασης έγινε εκ μέρους της Ενάγουσας λόγω της ύπαρξης οφειλόμενων και καθυστερημένων ενοικίων. Με τη διαφορά όμως ότι στην Έκθεση Απαίτησης προσδιορίζονται ως οφειλόμενα ενοίκια εκείνα της περιόδου από 22/09/2006 μέχρι την 22/09/2016, συνολικού ύψους €5.125,80, ενώ στην επιστολή ημ. 21/11/2016 γίνεται αναφορά σε καθυστερημένα και οφειλόμενα ενοίκια για περισσότερα από έντεκα χρόνια, συνολικού ύψους €5.676,
  1. Εν προκειμένω, με δεδομένη τη φύση της επίδικης συμφωνίας (η οποία αφορά την ενοικίαση του Ακινήτου από τον Εναγόμενο), αναμφίβολα ο όρος που προνοεί το συμφωνηθέν ενοίκιο για την ενοικίαση του Ακινήτου ήταν τέτοιας σημασίας και σπουδαιότητας που τον καθιστούσε ουσιώδη για την εν λόγω συμφωνία, αφού η πληρωμή του συνιστούσε και το μοναδικό αντάλλαγμα έναντι του οποίου συμφωνήθηκε η ενοικίαση. Ότι η πληρωμή του συμφωνηθέντος ενοικίου αποτελούσε ουσιώδη όρο της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης δεν τέθηκε εξάλλου υπό αμφισβήτηση από πλευράς Εναγόμενου, η υπεράσπιση του οποίου εδράζεται σε άλλες παραμέτρους. Αφενός, δηλαδή, ότι δεν υπήρξε παραβίαση των όρων του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου από μέρους του αφού κανένα ποσό ενοικίων δεν οφείλει και, αφετέρου, ότι ουδέποτε έλαβε την επιστολή ημ. 21/11/2016, προβάλλοντας έτσι, ουσιαστικά, ότι η σύμβαση ενοικίασης δεν έχει τερματιστεί. Συνεπώς, με βάση τις εκατέρωθεν δικογραφημένες θέσεις, δύο είναι τα κρίσιμα ζητήματα που χρήζουν εξέτασης στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Το πρώτο, κατά πόσο υπήρχαν πράγματι οφειλόμενα και καθυστερημένα ενοίκια κατά την αναφερόμενη, στην Έκθεση Απαίτησης, περίοδο, και όχι σε οποιαδήποτε περαιτέρω περίοδο γίνεται αναφορά στην επιστολή ημ. 21/11/2016[9]. Σε περίπτωση που έτσι διαπιστωθεί τότε η Ενάγουσα νομιμοποείτο να προχωρήσει σε τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης, αφού τούτο θα συνιστούσε παραβίαση ουσιώδους όρου της. Και το δεύτερο, κατά πόσο επήλθε τερματισμός της ενοικίασης με τον τρόπο που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έγινε, ήτοι με την επιστολή του δικηγόρου της ημ. 21/11/
  2. Για τα ζητήματα αυτά, προχωρώ ευθύς αμέσως σε παράθεση και αξιολόγηση της σχετικής επί του προκειμένου μαρτυρίας που παρουσιάστηκε. Δ. Μαρτυρία και Αξιολόγηση Μαρτύρων Για να αποδείξει την υπόθεσή της, η Ενάγουσα κάλεσε ένα μόνο μάρτυρα, τον κ. Φώτη Αθανασίου (Μ.Ε), ενώ για την υπεράσπιση μαρτύρησε ο ίδιος ο Εναγόμενος. Περαιτέρω, κατά την εξέλιξη της δίκης, κατατέθηκαν συνολικά 12 Τεκμήρια. Ο Μ.Ε ανέφερε κατά την μαρτυρία του ότι είναι μέλος της Ενάγουσας από το 2000 και ότι για 4 χρόνια προηγουμένως, από το 2016 μέχρι το 2020, κατείχε σε αυτήν τη θέση του ταμία, ενώ ανέφερε επίσης στη συνέχεια ότι ήταν για δέκα έτη (από το 2010 μέχρι το 2020) βοηθός κάποιου κ. Σοφοκλή Νικολάου, που ήταν ο ταμίας. Υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέτασή του γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α) και παρουσίασε στο πλαίσιο αυτής τα Τεκμήρια 1 - 3, αναφέροντας ότι τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται στο Έγγραφο Α τα γνωρίζει προσωπικά ως εκ της θέσης που είχε ως ταμίας της Ενάγουσας, προσθέτοντας στη συνέχεια ότι τα πιο πολλά από αυτά τα διερεύνησε από μόνος του ενόσω ήταν ταμίας. Επανέλαβε τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτηση ισχυρισμούς, δίδοντας μαρτυρία τόσο σε σχέση με το ζήτημα της ισχυριζόμενης διάρρηξης της συμφωνίας από πλευράς Εναγόμενου όσο και σε σχέση με το ζήτημα του ισχυριζόμενου τερματισμού της ενοικίασης. Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος οφείλει καθυστερημένα ενοίκια και, ειδικότερα, ότι από την ημερομηνία υπογραφής του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου μέχρι και τις 22/09/2016, αντί να καταβάλει στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των €7.416,13 (που είπε ότι είναι το άθροισμα των ενοικίων για 14 έτη) κατέβαλε, συνολικά, μόνο το ποσό των €1.862,58 σε τρείς διαφορετικές δόσεις (ήτοι €512,58 στις 27/12/2006, €850 στις 28/12/2008 και €500 την 01/03/2013), με αποτέλεσμα τα οφειλόμενα ενοίκια μέχρι τις 22/09/2016 να ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €5.553,
  3. Ωστόσο, σημείωσε στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ότι βρήκε ακόμα δύο πληρωμές του Εναγόμενου που έγιναν στις 09/07/2015, για το ποσό των €500 έκαστη. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος έδωσε σε δύο περιπτώσεις στην Ενάγουσα δύο επιταγές των €400 έκαστη, οι οποίες κατατέθηκαν στην Τράπεζα όμως δεν πληρώθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες στην Ενάγουσα, προσθέτοντας κατά την αντεξέτασή του ότι η πρώτη επιταγή ήταν ημερομηνίας 16/02/2010 και ότι, αφού κατατέθηκε, επιστράφηκε την 01/03/2010, ενώ η δεύτερη ήταν ημερομηνίας 24/02/2010, και ότι, αφού κατατέθηκε, επιστράφηκε στις 04/03/
  4. Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, ο Μ.Ε ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα τον Εναγόμενο να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ενοίκια και παρουσίασε ως Τεκμήριο 3 την επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας ημ. 21/11/2016, με συνημμένη σε αυτήν μία απόδειξη κατάθεσης συστημένου ταχυδρομικού αντικειμένου του τμήματος ταχυδρομικών υπηρεσιών, αναφέροντας ότι ο Εναγόμενος εξακολουθεί να έχει την κατοχή του Ακινήτου και ότι κανένα ποσό δεν πλήρωσε από την καταχώριση της αγωγής έναντι του αξιούμενου ποσού. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε, αφενός, ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό ενοικίων για την περίοδο από 2006 με 2016 ενώ ισχυρίστηκε, αφετέρου, ότι ουδέποτε έλαβε κάποια επιστολή από την Ενάγουσα και ότι ουδέποτε τον ειδοποίησαν να εγκαταλείψει το Ακίνητο. Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο γινόταν η πληρωμή του ενοικίου, ο οποίος είπε ότι ήταν είτε με μετρητά είτε με επιταγή στο τέλος κάθε έτους (εντός Δεκεμβρίου), χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε διαφωνία από μέρους της Ενάγουσας, και η πληρωμή αυτή αφορούσε το ενοίκιο του επόμενου έτους. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι για την πληρωμή του ενοικίου πήγαινε στο σπίτι του Σοφοκλή Νικολάου και του το κατέβαλλε. Όσον, ειδικότερα, αφορά τα έτη της επίδικης περιόδου ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: Για το ενοίκιο του 2006 ανέφερε ότι πήγε τέλος του 2005 σπίτι του Νικολάου και, επειδή δεν τον βρήκε εκεί, άφησε στην σύζυγό του, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε μαζί του, το ποσό του ενοικίου (Λ.Κ. 300) συν κάποια έξτρα χρήματα για τον Ναό, το ύψος των οποίων δεν θυμόταν. Είπε επίσης ότι ο Νικολάου του τηλεφώνησε την επομένη και του είπε ότι έβγαλε την απόδειξη πληρωμής, την οποία όμως ο ίδιος δεν πήγε να παραλάβει. Για το ενοίκιο του 2007 ανέφερε ότι πήγε και βρήκε τον Νικολάου τον Δεκέμβριο του 2006 και του το πλήρωσε, λαμβάνοντας από αυτόν την απόδειξη ημ. 27/12/2006 (Τεκμήριο 4). Για το ενοίκιο του 2008 ανέφερε ότι πήγε σπίτι του Νικολάου και, επειδή δεν τον βρήκε εκεί, άφησε το ποσό του ενοικίου στην σύζυγό του, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε μαζί του. Ούτε και σε αυτή την περίπτωση πήγε να πάρει την απόδειξη που του είπε ο Νικολάου την επομένη ότι την είχε εκδώσει. Για το ενοίκιο του 2009 ανέφερε ότι έγινε υπερπληρωμή, αφού πλήρωσε το ποσό των €850 στις 28/12/2008 (στο οποίο έκανε αναφορά και ο Μ.Ε). Ο λόγος που είπε ότι πλήρωσε περισσότερα από το ποσό ενοικίου ήταν επειδή ο Νικολάου του ανέφερε ότι ανοικοδομούν τον Ναό και του ζήτησε αν μπορεί να δώσει κάτι περισσότερο, όπως και έπραξε. Για το ενοίκιο του 2010 ανέφερε ότι έγινε και πάλι υπερπληρωμή με δύο επιταγές ύψους €400 έκαστη (Τεκμήρια 8 και 10), τις οποίες είπε ότι παρέδωσε στον Νικολάου, μετά που ο τελευταίος επικοινώνησε μαζί του τον Ιανουάριο, υπενθυμίζοντάς τον για την πληρωμή του ενοικίου. Δεν αρνήθηκε ότι η μία από αυτές επιστράφηκε αρχικά χωρίς να τιμηθεί, κάτι για το οποίο είπε ότι ενημερώθηκε τηλεφωνικά από τον Νικολάου οπότε και του είπε να την καταθέσει ξανά. Σε σχέση με την πρώτη επιταγή (Τεκμήριο 8) κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 κατάσταση λογαριασμού που είπε ότι ζήτησε από την Τράπεζά του, υποστηρίζοντας ότι το ποσό της εν λόγω επιταγής αφαιρέθηκε από τον λογαριασμό του στις 26/02/
  5. Σε σχέση με την δεύτερη επιταγή (Τεκμήριο 10) κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 κατάσταση λογαριασμού που επίσης είπε ότι ζήτησε από την Τράπεζά του, υποστηρίζοντας ότι το ποσό της εν λόγω επιταγής αφαιρέθηκε από τον λογαριασμό του στις 03/03/
  6. Για το ενοίκιο του 2011 ανέφερε ότι αυτό πληρώθηκε με κατάθεση μετρητών στην Τράπεζα (ύψους €500), ως η απόδειξη που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5, την οποία είπε ότι κατά λάθος εντόπισε στα δικά του έντυπα και την έδωσε στην Ενάγουσα στο πλαίσιο μίας συνάντησης που είχαν μετά την κίνηση της αγωγής. Για το ενοίκιο του 2012 ανέφερε ότι έδωσε το ποσό των €500 στον Νικολάου μία ημέρα που τον βρήκε στο καφενείο, όπου είχε πάει εκεί για μία άλλη δουλειά. Για το ενοίκιο του 2013 ανέφερε ότι αυτό πληρώθηκε με κατάθεση μετρητών στην Τράπεζα (ύψους €500), ως η απόδειξη που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Για το ενοίκιο του 2014 ανέφερε ότι αυτό πληρώθηκε με κατάθεση μετρητών στην Τράπεζα (ύψους €500), ως η απόδειξη που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. Για τα ενοίκια των ετών 2015 και 2016 ανέφερε ότι αυτά έχουν εξοφληθεί από τις υπερπληρωμές που έκανε κατά τις προηγούμενες περιόδους ενοικίασης. Σε σχέση με το δεύτερο ζήτημα, όταν του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση ότι ειδοποιήθηκε για την οφειλή με συστημένη επιστολή ημ. 21/11/2016, την οποία δεν πήγε να παραλάβει αν και ειδοποιήθηκε από το ταχυδρομείο δύο - τρείς φορές[10], ανέφερε ότι δεν πήρε οποιοδήποτε σημείωμα ούτε είχε λόγο να μην το έπαιρνε και επανέλαβε ότι δεν πήρε οποιαδήποτε ειδοποίηση για το ζήτημα αυτό. Περαιτέρω, ανέφερε κατά την αντεξέτασή του ότι όλα τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν αναφορικά με πληρωμές τα εντόπισε μετά από έρευνα που έκανε μετά την καταχώριση της αγωγής, με τα οποία και εφοδίασε την Ενάγουσα, αφού η θέση της τελευταίας ήταν αρχικά ότι δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό για την επίδικη περίοδο. Σε αυτά τα στοιχεία περιλαμβάνονται, όπως είπε, και τα αντίγραφα των δύο επιταγών (Τεκμήρια 8 και 10), τα οποία ο ίδιος ζήτησε και πήρε από την Τράπεζα και τα οποία, ακολούθως, έδωσε μέσω της δικηγόρου του στην πλευρά της Ενάγουσας. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και έχω εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, στο βαθμό που αυτή αφορά τα αμφισβητούμενα ζητήματα[11], με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[12], προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου τους δικογραφημένους στην παρούσα υπόθεση ισχυρισμούς. Με την αγόρευση της συνηγόρου του Εναγόμενου εγείρεται ζήτημα αποδεκτότητας της μαρτυρίας του Μ.Ε. Προβάλλεται, στο πλαίσιο αυτό, ως ένας από τους λόγους που η μαρτυρία του δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή, ότι ο Μ.Ε δεν ήταν εξουσιοδοτημένος ούτε παρουσίασε κάποια εξουσιοδότηση από την Ενάγουσα που να του παρέχει άδεια να δώσει μαρτυρία εκ μέρους της και ούτε είναι κατά νόμο αρμόδιο πρόσωπο το οποίο μπορεί να δεσμεύει την Ενάγουσα εφόσον δεν ήταν ούτε Πρόεδρος της ούτε ταμίας της αλλά απλό μέλος της. Η θέση αυτή είναι ολωσδιόλου αβάσιμη εφόσον, όπως έχει νομολογηθεί[13], για να δοθεί κάποια μαρτυρία στο Δικαστήριο δεν απαιτείται εξουσιοδότηση από οιονδήποτε, πολύ δε περισσότερο όταν ένας μάρτυρας καταθέτει για γεγονότα σε σχέση με τα οποία έχει ιδία γνώση. Ωστόσο, όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια, τέτοιος μάρτυρας δεν ήταν επί του προκειμένου ο Μ.Ε αφού, παρά τον ισχυρισμό του ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα για τα οποία παρουσιάστηκε να μαρτυρήσει, η μαρτυρία του, αξιολογικά κρινόμενη στην ολότητά της, υποδηλώνει ακριβώς το αντίθετο. Ο Μ.Ε δεν έκαμε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι επιχείρησε να προωθήσει μία εκδοχή που θεωρούσε ότι μπορούσε να βοηθήσει την Ενάγουσα να αποδείξει την υπόθεσή της, χωρίς ωστόσο να είχε οποιαδήποτε ουσιαστική εμπλοκή ή γνώση των γεγονότων που παρουσιάστηκε να μαρτυρήσει, παρά την προσπάθειά του να πείσει για το αντίθετο. Στο πλαίσιο της προσπάθειας του αυτής υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, αρκετά σημεία της μαρτυρίας του κλονίστηκαν και διεφάνησαν ανακολουθίες με προηγούμενες τοποθετήσεις του, ενώ εξέφρασε κατά την μαρτυρία του εντελώς ατεκμηρίωτες θέσεις, παρουσιάζοντας γενικότερα μία εκδοχή η οποία στερείται πειστικότητας και η οποία χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, ασάφειες και γενικόλογους ισχυρισμούς. Ακολουθούν στη συνέχεια κάποια παραδείγματα, ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας του. Ο Μ.Ε ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως εκ της θέσης του ταμία που είπε ότι κατείχε στην Ενάγουσα για 4 χρόνια, από το 2016 μέχρι το
  9. Ωστόσο, κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι για δέκα χρόνια, από το 2010 μέχρι το 2020, ήταν βοηθός ταμία και ότι ανάμεσα στα καθήκοντα του ήταν να συλλέγει χρήματα στις γιορτές, μνημόσυνα, από εισφορές και εράνους, για τα οποία εξέδιδε αποδείξεις και τα οποία παρέδιδε στον τότε ταμία που ήταν ο Σοφοκλής Νικολάου. Όποια και αν ήταν εν τέλει η θέση του Μ.Ε στην Ενάγουσα, ήταν εμφανής η άγνοια του επί ουσιαστικών παραμέτρων της υπόθεσης της Ενάγουσας, σε σχέση με τις οποίες έδωσε μαρτυρία η οποία χαρακτηρίζεται από κενά, αντιφάσεις, ασάφειες και ατεκμηρίωτες θέσεις. Η γνώση του για εκείνα που μαρτύρησε έχει στον πυρήνα της την πληροφόρηση που ισχυρίστηκε ότι έλαβε από στοιχεία που είπε ότι εντόπισε μετά από έρευνα που ισχυρίστηκε ότι διενήργησε σε κάποιο βιβλίο που τηρείται στην Ιερά Μητρόπολη Ταμασού και Ορεινής, στο οποίο, ανέφερε ότι, «περνιούνται για το Τσέρι τα έσοδα - έξοδα, που κλείνουν λογαριασμούς. Αναλαμβάνει η Μητρόπολη, μέσω του λογιστή, να κλείνει τα βιβλία.». Αυτά τα στοιχεία, όπως στη συνέχεια ανέφερε, ήταν και εκείνα με βάση τα οποία συντάχθηκε και κινήθηκε η παρούσα αγωγή. Εφόσον, κατά τη θέση του, η αγωγή αλλά και όσα μαρτύρησε έχουν ως κοινό υπόβαθρο ή βασική συνισταμένη τα στοιχεία που εντόπισε μετά από έρευνα του σε κάποιο βιβλίο που τηρείται στην Μητρόπολη, τότε πού αποδίδεται η διάσταση ή ασάφεια που αναδεικνύεται μεταξύ των προβαλλόμενων θέσεων στην Έκθεση Απαίτησης με εκείνες που προβάλλονται τόσο στην επιστολή ημ. 21/11/2016 αλλά και με τα όσα ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο σε σχέση με το ύψος και την περίοδο της ισχυριζόμενης ύπαρξης καθυστερημένων ενοικίων; Ενδεικτικό επί του προκειμένου είναι ότι στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι τα οφειλόμενα και καθυστερημένα ενοίκια ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €5.125,80, το οποίο αφορά ενοίκια δέκα ετών (για την περίοδο από 22/09/2006 μέχρι 22/09/2016), ενώ στην επιστολή ημ. 21/11/2016 αναφέρεται ότι αυτά ανέρχονται συνολικά σε μεγαλύτερο ποσό (€5.676,13), το οποίο αφορά οφειλόμενα ενοίκια μεγαλύτερης περιόδου (για περισσότερα από έντεκα χρόνια), παρόλο που στην μαρτυρία του ο Μ.Ε ανέφερε ότι κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε από την ημερομηνία της εν λόγω επιστολής (βλ. παράγραφο 9 Εγγράφου Α), χωρίς όμως παράλληλα να ήταν σε θέση να προσδιορίσει έναντι ποιων περιόδων ενοικίασης έγιναν από τον Εναγόμενο οι πληρωμές στις οποίες αναφέρθηκε. Για την διάσταση ή ασάφεια αυτή ουδεμία εξήγηση δόθηκε ενώ, σε κάθε περίπτωση, σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο στο οποίο είπε ο Μ.Ε ότι ανέτρεξε κατά την έρευνά του στην Μητρόπολη δεν παρουσιάστηκε. Για το ζήτημα της ύπαρξης οφειλόμενων ενοικίων, ανακολουθίες, αντιφάσεις και ασάφειες εντοπίζονται και στην ίδια την μαρτυρία του Μ.Ε κατά την κυρίως εξέτασή του. Ενώ ο Μ.Ε επανέλαβε αρχικά την δικογραφημένη θέση ότι ο Εναγόμενος οφείλει μέχρι σήμερα καθυστερημένα ενοίκια δέκα ετών, από 22/09/2002 μέχρι 22/09/2016, συνολικού ύψους €5.125,80 (βλ. παράγραφο 8 Εγγράφου Α), αμέσως μετά ισχυρίστηκε γενικά ότι ο Εναγόμενος οφείλει μεγαλύτερο ποσό ενοικίων, χωρίς να προσδιορίζει την περίοδο ή τις περιόδους ενοικίασης από τις οποίες τούτο προκύπτει, καταλήγοντας έτσι αφού συνυπολόγισε το άθροισμα των ενοικίων που θα έπρεπε να καταβληθούν από την ημερομηνία έναρξης της ενοικίασης (22/09/2002) μέχρι τις 22/09/2016, αφαιρουμένων τριών πληρωμών συνολικού ύψους €1.862,58, χωρίς, όπως προειπώθηκε, να προσδιορίζει για την κάθε αναφερόμενη πληρωμή έναντι ποιας ή ποιων περιόδων ενοικίασης καταβλήθηκε (βλ. παραγράφους 10 και 11 Εγγράφου Α). Και ενώ αυτή ήταν η θέση του, ανέφερε προς το τέλος της κυρίως εξέτασής του ότι εντόπισε ακόμα δύο πληρωμές που είπε ότι έγιναν στις 09/07/2015, για το ποσό των €500 έκαστη. Έτσι, ο Μ.Ε προέβαλε κατά την μαρτυρία του δύο διαφορετικές εκδοχές ως προς το ύψος και την περίοδο ενοικίασης των ισχυριζόμενων οφειλόμενων και καθυστερημένων ενοικίων, προβάλλοντας, αφενός, ότι υπάρχουν οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο από 22/09/2006 - 22/09/2016 και, αφετέρου, ότι υπάρχουν οφειλόμενα ενοίκια από την ημερομηνία έναρξης της ενοικίασης τα οποία, αφαιρούμενων των γενικά αναφερόμενων κατά την μαρτυρία του πληρωμών, συμποσούνται σε διαφορετικό ποσό. Αν όμως, όπως είπε, τηρείται βιβλίο στην Μητρόπολη και αν όντως έλαβε από αυτό πληροφόρηση κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, γιατί δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την σύνταξη της αγωγής οι πληρωμές που ανέφερε κατά την μαρτυρία του ότι έγιναν πριν αυτή κινηθεί ώστε να προωθείτο μία μόνο συγκεκριμένη εκδοχή; Αδυνατώντας να εξηγήσει έναντι ποιων περιόδων ενοικίασης ήταν που έγιναν οι αναφερόμενες από τον ίδιο πληρωμές, επέλεξε κατά την μαρτυρία του να προωθήσει παράλληλα μία εκδοχή γενικόλογη και αόριστη, λαμβάνοντας υπόψη ως σημείο αναφοράς την συνολική διάρκεια της περιόδου ενοικίασης, η οποία, εν πάση περιπτώσει, εκφεύγει της δικογραφημένης θέσης ότι ο Εναγόμενος οφείλει ενοίκια για την περίοδο από 22/09/2006 μέχρι 22/09/2016, σε μία προσπάθειά του να στηρίξει τη θέση του ότι υπάρχουν οφειλόμενα και καθυστερημένα ενοίκια. Περαιτέρω, σε σχέση με τις πληρωμές που ανέφερε ότι έγιναν από τον Εναγόμενο, ενώ αρχικά ανέφερε κατά την αντεξέτασή του ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει έναντι ποιων ακριβώς περιόδων ενοικίασης τούτες έγιναν και ενώ ακόμα ανέφερε ότι δεν γνώριζε κάθε πότε πληρωνόταν το ενοίκιο από τον Εναγόμενο, στη συνέχεια απέκλεισε με βεβαιότητα ότι κάποιες από αυτές έγιναν έναντι της επίδικης περιόδου (22/09/2006 μέχρι 22/09/2016), στηριζόμενος όμως σε δικές του εικασίες και συμπεράσματα στα οποία κατέληξε λαμβάνοντας υπόψη τις ημερομηνίες που αναφέρονται στις αποδείξεις κάποιων πληρωμών που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5 - 7, παρόλο που για τις εν λόγω πληρωμές συμφώνησε προηγουμένως ότι είναι πληρωμές που αφορούν την επίδικη περίοδο. Όταν δε του υποβλήθηκε ότι κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής δεν νομιμοποείτο η Ενάγουσα να ζητά ενοίκια επειδή ήταν όλα ξοφλημένα, ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα εισέπραξε καθ' όλη τη διάρκεια της ενοικίασης μόνο το ποσό των €1.862,58, παραγνωρίζοντας τις δύο περαιτέρω πληρωμές (ύψους €500 έκαστη) που ο ίδιος προηγουμένως είπε ότι έγιναν στις 09/07/
  10. Και ενώ ήταν φανερό πως δεν ήταν σε θέση να καταθέσει με βεβαιότητα αν υπήρχε οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο καθυστερημένων ενοικίων, αλλά και ποιο ήταν αυτό, αναφορικά με την επίδικη περίοδο, επικαλέστηκε αντισυμβατική συμπεριφορά του Εναγόμενου και ρητή παραβίαση των όρων του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου, το οποίο αν και παρουσίασε ως Τεκμήριο 2 κατά την κυρίως εξέτασή του, δεν το αναγνώρισε κατά την αντεξέτασή του, αναφέροντας συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Ε. Κύριε Αθανασίου, αυτές οι πληρωμές, που λέτε, είναι πληρωμές, που αφορούν τα χρόνια 2006 ‑ 2016; A. Ναι, τούτες οι 4 πληρωμές, ναι. E. Συνεπώς, από το 2002, ημερομηνία υπογραφής του ενοικιαστήριου, μέχρι και τον Σεπτέμβρη του 2006, ήταν εξοφλημένα; A. Το ενοικιαστήριο έγγραφο δεν έγινε απευθείας στον κύριο Ανδρέου, έγινε σε άλλον. Φέρτε το ενοικιαστήριο. (Υποδεικνύεται στον μάρτυρα το Τεκμήριο 2). E. Κύριε Αθανασίου, αυτό το ενοικιαστήριο πότε έγινε; Πότε υπογράφτηκε; A. Εγώ τούτο δεν το έχω υπ' όψιν μου. E. Δεν έχετε υπ' όψιν σας το ενοικιαστήριο; Α. Αυτό όχι. Έχω το πιο παλαιό, το οποίο συνεχιζόταν το ίδιο. E. Δηλαδή, αυτό, που εσείς καταθέσατε με τη δήλωσή σας, δεν το γνωρίζετε; A. Εγώ δεν το γνωρίζω αυτό το συγκεκριμένο. Γνωρίζω το προηγούμενο. Τώρα, αν του κάμαμε και δεύτερο μετά, δεν το θυμούμαι. Τούτο είναι του
  11. Η Αγωγή κινήθηκε από το 2006.» Αν δεν είχε υπόψη του το επίδικο Ενοικιαστήριο Έγγραφο, σε τί είδους έρευνα τότε προέβη, όπως ισχυρίστηκε, στο βιβλίο που τηρείται στην Μητρόπολη; Περαιτέρω, εφόσον, κατά τον ίδιο, το ενοικιαστήριο που είχε υπόψη του δεν έγινε απευθείας στον Εναγόμενο, τότε τις πληρωμές ποιου προσώπου αναζήτησε κατά την ισχυριζόμενη έρευνά του και πώς ήταν σε θέση να αποκλείσει άλλες πληρωμές (πέραν εκείνων που ανέφερε) οι οποίες του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του ότι έγιναν από τον Εναγόμενο; Επιπλέον, όσον αφορά τις δύο επιταγές ισχυρίστηκε ότι αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες στην Ενάγουσα, κάτι που είπε ότι γνωρίζει αρχικά στηριζόμενος στην έρευνα που είπε ότι έκανε στην Μητρόπολη, ύστερα αναφερόμενος γενικά σε ένα statement της Τράπεζας, το οποίο δεν παρουσίασε, και, ακολούθως, αναφερόμενος σε σφραγίδες της Τράπεζας στις επιταγές, τις οποίες, ωστόσο, επίσης δεν παρουσίασε, παρόλο που, όπως είπε, αυτές επιστράφηκαν στην Ενάγουσα. Στην προσπάθεια του ο Μ.Ε να ξεφύγει από το αδιέξοδο στο οποίο τον οδήγησε η άγνοια του αναφορικά με όσα ισχυρίστηκε σε σχέση με το ζήτημα της ύπαρξης οφειλόμενων και καθυστερημένων ενοικίων, και θέλοντας να απεγκλωβιστεί από προηγούμενες τοποθετήσεις του, επιχείρησε να διαφοροποιήσει τη θέση του αναφορικά με το χρόνο που ισχυρίστηκε ότι προέβη σε έρευνα, δίδοντας κατά την αντεξέτασή του τις ακόλουθες απαντήσεις: «Ε. Την έρευνα, κύριε Αθανασίου, την κάνατε πριν την έγερση της Αγωγής ή μετά; A. Μετά. E. Κύριε Αθανασίου, η Αγωγή κινήθηκε χωρίς να είχατε κάνει καμίαν έρευνα, σωστά; A. Όταν κινήθηκε η Αγωγή, δεν ήμουν εγώ ταμίας. E. Το 2016, δεν ήσασταν ταμίας; A. Πότε κινήσαμε την Αγωγή; E. Με ρωτάτε εμένα; 30/12/16 ήσασταν ταμίας ή δεν ήσασταν; A. Όταν αποφασίσαμε ότι θα κινήσουμε Αγωγή, δεν ήμουν ταμίας. Μετά, όταν την κινήσαμε, ήμουν ταμίας, γιατί αποσύρθηκε ο ταμίας. Εν τζιαί πήραμε απόφαση ότι τον Δεκέμβρη θα κινήσουμε Αγωγή.» Και πιο κάτω: « Α. Όταν κινήθηκε η Αγωγή, ήμουν μέλος, δεν μπορούσα εγώ να αποφασίσω να κινήσω Αγωγή. Τα 10 άτομα, πόσα ήταν, 8 άτομα, αποφάσισαν ότι έπρεπε να κινηθεί Αγωγή. Εγώ ήμουν μέλος τότε, δεν ήμουν ταμίας.» Αναφορικά με το ζήτημα του τερματισμού της συμφωνίας ενοικίασης, η μαρτυρία του Μ.Ε δεν υπολείπεται σε ποιότητα εκείνης που έδωσε όσον αφορά το ζήτημα της ύπαρξης οφειλόμενων και καθυστερημένων ενοικίων για την επίδικη περίοδο. Ενώ ήταν η θέση του, κατά την κυρίως εξέτασή του (βλ. παράγραφο 9 Εγγράφου Α), ότι η Ενάγουσα με συστημένη επιστολή του δικηγόρου της ημ. 21/11/2016 (την οποία μάλιστα παρουσίασε ως Τεκμήριο 3), τερμάτισε την ενοικίαση, κατά την αντεξέτασή του αναίρεσε τη θέση του αυτή, αναφέροντας τα ακόλουθα: «Ε. Επίσης, σας υποβάλλω ότι ουδέποτε καλέσατε τον Εναγόμενο με συστημένη επιστολή, ως το Τεκμήριο
  12. Ουδέποτε κλήθηκε. A. Για τι πράγμα; E. Να πληρώσει καθυστερημένα ενοίκια. Ουδέποτε κλήθηκε να κάνει αυτό το πράγμα. A. Τον καλέσαμε μία νύχτα και ήρθε, κουβεντιάσαμε και του είπαμε να κανονίσουμε τα ενοίκια. Η απάντησή του ήταν ότι "Ρεύμα σπίτι μου δεν έχω. Πού να βρω χρήματα να σας πληρώσω;". Αυτή ήταν η απάντηση. Ο Πρόεδρος της εκκλησιαστικής επιτροπής είναι μακαρίτης‑‑ E. Δεν του στείλατε επιστολή; A. Δεν γνωρίζω.» Η δε αναφορά του Μ.Ε σε μία συνάντηση με τον Εναγόμενο τέθηκε κατά τρόπο εντελώς γενικό και αόριστο για πρώτη φορά κατά την αντεξέτασή του, δίχως ο Μ.Ε να προσδιορίσει πότε έγινε μία τέτοια συνάντηση (όπως για παράδειγμα αν αυτή έγινε πριν ή μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής) και αν συζήτηση κατά την εν λόγω συνάντηση αφορούσε καθυστερημένα ενοίκια της επίδικης περιόδου ή οποιασδήποτε μεταγενέστερης περιόδου που, κατά κοινό τόπο, δεν έχουν καταβληθεί από την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας αγωγής. Σε κάθε περίπτωση, ότι ο Μ.Ε δεν γνώριζε αν στάληκε στον Εναγόμενο επιστολή το επανέλαβε και κατά την επανεξέτασή του, ενώ όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3, στην προσπάθειά του να απεγκλωβιστεί από την αμέσως προηγούμενη τοποθέτησή του, χαρακτήρισε την επιστολή αυτή ως την αγωγή. Έτσι απάντησε για το πιο πάνω ζήτημα κατά την επανεξέτασή του: «E. Κύριε μάρτυρα, σου υποβλήθηκε ότι δεν του στείλατε γράμμα του Εναγόμενου. A. Εγώ δεν έχω υπ' όψιν μου, αν στάλθηκε γράμμα. E. Δείτε το Τεκμήριο
  13. (Υποδεικνύεται το Τεκμήριο 3 στον μάρτυρα). A. Τούτη είναι η Αγωγή. Τον ειδοποιήσαμε ότι του κινήσαμε Αγωγή. E. Είναι αυτή η ειδοποίηση, το Τεκμήριο 3; A. Ναι. E. Του στείλατε ειδοποίηση συστημένη; A. Την Αγωγή, όχι επιστολή. Την Αγωγή του τη στείλαμε, ναι.» Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, η εκδοχή της μαρτυρίας του Μ.Ε, τόσο σε σχέση με το ζήτημα της ύπαρξης οφειλόμενων και καθυστερημένων ενοικίων αναφορικά με την επίδικη περίοδο όσο και σε σχέση με το ζήτημα του τερματισμού της ενοικίασης, δεν γίνεται αποδεχτή και απορρίπτεται στην ολότητά της ως αναξιόπιστη. Ο Εναγόμενος έκαμε στο Δικαστήριο πολύ φτωχή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Εκτός από τη θέση του ότι δεν έλαβε την επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας, ημ. 21/11/2016, θέση η οποία όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά αποτέλεσε κοινό έδαφος κατά την αντεξέτασή του (βλ. και Τεκμήριο 12), η υπόλοιπη μαρτυρία του που αφορά το ζήτημα της ύπαρξης οφειλόμενων ενοικίων αναφορικά με την επίδικη περίοδο (22/09/2006 με 22/09/2016) χαρακτηρίζεται από κενά, μη λογικοφανείς, ατεκμηρίωτες και ασαφείς θέσεις, είναι σε τέτοιο βαθμό ακροσφαλής και, γενικότερα, στερείται πειστικότητας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η εντύπωση που αποκόμισε το Δικαστήριο είναι ότι η επί του προκειμένου εκδοχή του Εναγόμενου διαμορφώθηκε από πλευράς του με τέτοιο τρόπο που θεωρούσε ότι θα μπορούσε να καλύψει δυσαναπλήρωτα κενά της μαρτυρίας του, ως αυτά αναδεικνύονται μέσω της ανυπαρξίας αποδείξεων πληρωμής ή άλλων στοιχείων στην κατοχή του, ικανών να υποστηρίξουν την δικογραφημένη θέση του ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό ενοικίων για την επίδικη περίοδο (τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, επιφυλάχθηκε με την υπεράσπισή του να παρουσιάσει κατά την δικάσιμο). Καθ' όσον αφορά τις ισχυριζόμενες πληρωμές των ενοικίων για τα έτη 2006, 2008, 2009 και 2012, ο Εναγόμενος προέβαλε μη λογικοφανείς και, σε κάποια σημεία, ανακόλουθες θέσεις, εμπλουτισμένες με γενικόλογες αναφορές, χωρίς επαρκή προσδιορισμό τόσο του χρονικού σημείου που αυτές έγιναν όσο και του ύψους του ποσού με αναφορά και στην αντίστοιχη περίοδο ενοικίασης που η κάθε μία από αυτές αφορούσε. Επί παραδείγματι, για το ενοίκιο του 2006 ο Εναγόμενος ανέφερε γενικά ότι το πλήρωσε «τέλος του 2005» και, ενώ ισχυρίστηκε αρχικά ότι έδωσε το ποσό του ενοικίου (Λ.Κ. 300) στην σύζυγο του Νικολάου, στη συνέχεια πρόσθεσε ότι του έδωσε και «συν κάτι έξτρα [..] νομίζω 250 Λ.Κ. ή 300 Λ.Κ.», επειδή ο Νικολάου πάντα του ζητούσε επιπλέον ποσά για τον Ναό, παρόλο που, αμέσως προηγουμένως, δεν ισχυρίστηκε ότι ο Νικολάου του ζήτησε και κάτι άλλο πέραν από του να αφήσει το ενοίκιο στην σύζυγό του. Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε και η μαρτυρία του για την πληρωμή του ενοικίου του 2008, μόνο που σε αυτή την περίπτωση ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν βέβαιος αν έγινε και οποιαδήποτε άλλη πληρωμή πέραν εκείνης του ποσού ενοικίου, δίχως παράλληλα να προσδιορίσει πότε αυτό καταβλήθηκε. Περαιτέρω, εντύπωση προκαλούν οι προβαλλόμενες θέσεις του Εναγόμενου μέσω των οποίων παρουσιάστηκε να θυμάται, μετά από τόσα χρόνια, πώς πληρώθηκε, στην κάθε περίπτωση, το ενοίκιο για κάθε ένα από τα έτη 2006, 2008, 2009 και
  14. Εντύπωση, ακόμα, προκαλεί ότι παρουσιάστηκε να θυμάται, παρά το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε, ότι οι αναφερόμενες για τα εν λόγω έτη πληρωμές όντως αφορούσαν τις συγκεκριμένες χρονικές περιόδους και όχι άλλες της από το έτος 2002 ενοικίασης του Ακινήτου, παρόλο που δεν είχε στη διάθεσή του οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλα στοιχεία προς επιβεβαίωση των όσων σχετικά ανέφερε με υπόβαθρο μόνο τη μνήμη του. Πώς δηλαδή μπορούσε να θυμόταν ότι οι δύο πληρωμές στη σύζυγο του Νικολάου και η μία πληρωμή στον τελευταίο μία ημέρα στο καφενείο αφορούσαν τα ενοίκια των ετών που ισχυρίστηκε (2006, 2008 και 2012 αντίστοιχα) και όχι ενοίκια άλλων ετών της περιόδου ενοικίασης που προηγήθηκε της επίδικης; Όταν δε ρωτήθηκε πότε πληρώθηκε το ενοίκιο του 2013 παρέπεμψε στην απόδειξη Τεκμήριο 6 αναφέροντας «Είναι πάνω στην απόδειξη. Δεν μπορώ να τα συγκρατήσω, γιατί έχει περάσει και μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν θέλω να ισχυρίζομαι πράγματα, τα οποία δεν τα θυμούμαι σίγουρα». Ενώ λοιπόν για το ενοίκιο του 2006 ισχυρίστηκε ότι πληρώθηκε «τέλος του 2005», για το ενοίκιο του 2013 δεν θυμόταν να αναφέρει πότε περίπου αυτό καταβλήθηκε, επειδή δεν θυμόταν, παρόλο που η ισχυριζόμενη για το έτος 2006 πληρωμή του ενοικίου έγινε δέκα σχεδόν χρόνια πριν από εκείνη που αναφέρεται στο Τεκμήριο 6 ότι έγινε για το έτος
  15. Και όταν στη συνέχεια του ζητήθηκε να εξειδικεύσει τις υπερπληρωμές που ισχυρίστηκε ότι έγιναν, ανέφερε σε σχέση με το έτος 2006 ότι δεν θυμόταν ακριβώς το επιπρόσθετο ποσό επειδή δεν πήρε αποδείξεις και διότι έχουν παρέλθει 16 χρόνια. Ωστόσο, τα ίδια αυτά δεδομένα ισχύουν και για την πληρωμή του ενοικίου για το έτος 2006, σε σχέση με το οποίο, όμως, παρουσιάστηκε να θυμάται ότι αυτό δόθηκε ολόκληρο στην σύζυγο του Νικολάου τέλος του
  16. Παράλληλα, ενώ δεν θυμόταν το ύψος του εν λόγω επιπρόσθετου ποσού, προέβαλε γενικά ότι δεν οφείλει κάποιο ποσό ενοικίων για την επίδικη περίοδο, στηρίζοντας τη θέση του αυτή στα επιπρόσθετα ποσά που είπε ότι υπερπλήρωσε, παρόλο που το άθροισμα των ποσών που ισχυρίστηκε ότι υπερπλήρωσε δεν προκύπτει να καλύπτει, με βάση τα όσα ανέφερε, το ποσό ενοικίων που αφορούν την επίδικη περίοδο. Περαιτέρω, ενώ ήταν η θέση του αρχικά ότι προέβηκε σε υπερπληρωμές μετά από αιτήματα του Νικολάου με σκοπό να συνεισφέρει οικονομικά στις ανάγκες του Ναού, φαίνεται να εξέλαβε στη συνέχεια τις εν λόγω υπερπληρωμές ως πληρωμές έναντι των ενοικίων για τα έτη 2015 και 2016, προβάλλοντας προς τούτο θέσεις συγκεχυμένες μέχρι και ασυνάρτητες, σε μία προσπάθεια του να τεκμηριώσει τη θέση του ότι δεν υπάρχουν οφειλόμενα, για την επίδικη περίοδο, ενοίκια. Να πως έθεσε το ζήτημα κατά την κυρίως εξέτασή του: «Ε. Για τα έτη 2015 και 2016, πήγατε και πληρώσατε; Πώς έγινε η πληρωμή; A. Υπήρχε υπερπληρωμή, την οποίαν, αν μου δινόταν χρόνος, θα τη χάριζα στην εκκλησία. Αν μου δινόταν χρόνος και είχα την ευκαιρία, θα πήγαινα να ξαναπλήρωνα τα χρόνια αυτά και να ξαναχάριζα τα λεφτά στην εκκλησία, γιατί το έκανα με καλή διάθεση, δεν είχα σκοπό να τα ζητήσω. Στόχος μου ήταν, όταν θα είχα την ευκαιρία, να ξαναπλήρωνα για δεύτερη φορά το 2015 και 2016 και να χάριζα αυτά, που είχα κάνει υπερπληρωμές, αλλά, δεν πρόλαβα να τους πω ότι τα χαρίζω.» Αν οι αναφερόμενες, πιο πάνω, υπερπληρωμές έγιναν από τον Εναγόμενο έναντι μελλοντικών ενοικίων (και όχι για τον σκοπό που ο ίδιος αρχικά ανέφερε - δηλαδή για τις ανάγκες του Ναού) τότε γιατί στη συνέχεια προέβη (ως ισχυρίστηκε) σε πληρωμή του αμέσως επόμενου ετήσιου ενοικίου και δεν θεώρησε εξ αρχής το επιπρόσθετο πληρωθέν ποσό ως πληρωμή έναντι του επόμενου ενοικίου; Εφόσον, για παράδειγμα, τέλος του 2005 πλήρωσε (όπως ισχυρίστηκε) τόσο το ενοίκιο για το έτος 2006 όσο και «συν κάτι έξτρα» γιατί στη συνέχεια πλήρωσε ολόκληρο το ποσό του ενοικίου για το έτος 2007 (ως η απόδειξη Τεκμήριο 4 που ισχυρίστηκε ότι αφορά το ενοίκιο του 2007) αντί να θεωρήσει από τότε το όποιο έξτρα πληρωθέν ποσό ότι καταβλήθηκε έναντι του ενοικίου για το έτος 2007; Ούτε εξήγησε τί άλλαξε μετά το 2014 ώστε να θεωρήσει τις προαναφερόμενες υπερπληρωμές έναντι των ενοικίων για τα έτη 2015 και 2016, ενώ στις 09/07/2015 προέβη, όπως είπε, σε πληρωμές έναντι του ενοικίου για τα έτη 2013 και 2014 και ενώ, όπως ισχυρίστηκε, έμαθε μετά που κινήθηκε η παρούσα αγωγή για την αξίωση αυτή της Ενάγουσας αναφορικά με καθυστερημένα ενοίκια. Όσον αφορά τις δύο επιταγές, ο Εναγόμενος παρουσίασε μόνο ένα απόσπασμα της κατάστασης του λογαριασμού του σε σχέση με την κάθε μία από αυτές (βλ. Τεκμήρια 9 και 11 αντίστοιχα), θέλοντας έτσι να αντικρούσει τη θέση του Μ.Ε ότι η πρώτη (Τεκμήριο 8) επιστράφηκε απλήρωτη την 01/03/2010 και ότι η δεύτερη (Τεκμήριο 10) επιστράφηκε απλήρωτη στις 04/03/
  17. Στηριζόμενος στο Τεκμήριο 9, υποστήριξε ότι το ποσό της πρώτης επιταγής αφαιρέθηκε από τον λογαριασμό του στις 26/02/2010 και, στηριζόμενος στο Τεκμήριο 11, υποστήριξε επίσης ότι το ποσό της δεύτερης επιταγής αφαιρέθηκε από τον λογαριασμό του στις 03/03/
  18. Ωστόσο, οι εν λόγω καταστάσεις (Τεκμήρια 9 και 11) δείχνουν μόνο αποσπασματικά την κίνηση που είχε ο λογαριασμός του για συγκεκριμένες μόνο χρονικές περιόδους, δίχως ο Εναγόμενος να εξηγήσει με πειστικότητα γιατί δεν παρουσίασε μία ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης του λογαριασμού του η οποία να καλύπτει όλη την επίμαχη χρονική περίοδο, από την ημέρα δηλαδή που ήταν πληρωτέα η πρώτη χρονικά επιταγή (ήτοι από τις 16/02/2010 - Τεκμήριο 8) μέχρι και την επομένη της ημέρας που ο Μ.Ε ισχυρίστηκε ότι επιστράφηκε η δεύτερη επιταγή (04/03/2010), παρόλο που αμφότερες επιταγές εκδόθηκαν από τον ίδιο λογαριασμό που διατηρούσε. Περαιτέρω, δεν παραγνωρίζεται ότι ενώ η κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε για την πρώτη επιταγή (Τεκμήριο 9) αναφέρει πάνω δεξιά ως περίοδο αναφοράς την 20/02/2010 μέχρι την 31/12/2017, η ανάλυση που ακολουθεί στο σώμα της καλύπτει πολύ μικρότερη περίοδο (από 24/02/2010 μέχρι 01/03/2010), δίχως μάλιστα να προκύπτει από αυτήν εκείνο που ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ως προς την πρώτη φορά που αυτή κατατέθηκε, ότι δηλαδή επιστράφηκε χωρίς να τιμηθεί. Ούτε παραγνωρίζεται ότι, ενώ η εν λόγω κατάσταση (Τεκμήριο 9) δείχνει ότι την 01/03/2010 ο λογαριασμός έφερε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €6.339,89, η κατάσταση που παρουσιάστηκε για την δεύτερη επιταγή (Τεκμήριο 11), παρόλο που αφορά τον ίδιο λογαριασμό, ξεκινά από τις 03/03/2010 με μικρότερο χρωστικό υπόλοιπο και παρουσιάζει μόνο χρεοπιστώσεις που φαίνεται να έγιναν εκείνη την ημέρα στον λογαριασμό, παρά τη θέση του Μ.Ε ότι η δεύτερη επιταγή (Τεκμήριο 10) επιστράφηκε απλήρωτη την επομένη (στις 04/03/2010). Τα κενά και η ανεπάρκεια που χαρακτηρίζει τη μαρτυρία του Εναγόμενου όσον αφορά το ζήτημα της πληρωμής των πιο πάνω επιταγών, όπως αυτά αναδεικνύονται μέσω της αποσπασματικής παρουσίασης της κατάστασης του λογαριασμού του, επί της οποίας αυτός στηρίχθηκε, είναι τέτοια που δεν είναι σε θέση να καταδείξουν ότι το ποσό της κάθε επιταγής πληρώθηκε στον δικαιούχο της, ως ήταν η επί του προκειμένου θέση του Εναγόμενου, εφόσον παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο ποιες καταχωρίσεις ή χρεοπιστώσεις μεσολάβησαν από την 01/03/2010 μέχρι τις 03/03/2010 αλλά και τί ακολούθησε από τις 03/03/2010 στον λογαριασμό του Εναγόμενου. Σε σχέση, γενικότερα, με το ζήτημα της ύπαρξης οφειλόμενων ενοικίων, ενώ ο Εναγόμενος είπε αρχικά με βεβαιότητα ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό ενοικίων για την επίδικη περίοδο, στη συνέχεια δεν τοποθετήθηκε με την ίδια βεβαιότητα, αναφέροντας συγκεκριμένα ότι: «Μέχρι το 2016 είχα πληρώσει όσα ποσά αναφέρονται εκεί και νομίζω, προσθέτοντάς τα, υπολείπονται γύρω στα €50, χωρίς να είμαι απόλυτος, για €50 πάνω - €50 κάτω.», για να επαναλάβει, ωστόσο, κατά την αντεξέτασή του, και πάλι με βεβαιότητα, ότι μέχρι το 2016 όλα τα ενοίκια είναι πληρωμένα. Ε. Τελικά Συμπεράσματα Παρά το ότι η επί του προκειμένου εκδοχή της μαρτυρίας του Εναγόμενου αναφορικά με το ζήτημα της ύπαρξης οφειλόμενων ενοικίων για την επίδικη περίοδο δεν έγινε αποδεχτή, ήταν η Ενάγουσα που έφερε εν προκειμένω το βάρος να αποδείξει, παρουσιάζοντας ικανοποιητικά στοιχεία, με επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία, κάθε πτυχή της υπόθεσής της (όπως τούτη έχει διαμορφωθεί με το δικόγραφό της), στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι[14] ώστε να δικαιούται απόφαση ως η απαίτησή της. Ωστόσο, η Ενάγουσα απέτυχε να το πράξει αφού η επί του προκειμένου μαρτυρία της αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα, τόσο δηλαδή σε σχέση με το ζήτημα της ύπαρξης οφειλόμενων ενοικίων για την επίδικη περίοδο όσο και σε σχέση με το ζήτημα του τερματισμού της ενοικίασης, στα οποία και εδράζεται η υπόθεσή της στην παρούσα αγωγή, απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη. Εφόσον η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει τη θέση της περί ύπαρξης οφειλόμενων ενοικίων για την επίδικη περίοδο (22/09/2006 - 22/09/2016), δεν έχει καταδείξει παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης ενοικίασης, κάτι που θα της επέτρεπε να προχωρήσει σε τερματισμό της στο χρόνο που ισχυρίστηκε ότι τερμάτισε την ενοικίαση (21/11/2016). Συνεπώς, η Ενάγουσα δεν έχει καταδείξει υπό τις περιστάσεις ότι νομιμοποιείτο να προχωρήσει σε τερματισμό της ενοικίασης, στον οποίο, εν πάση περιπτώσει, δεν απέδειξε ότι προέβη με τον τρόπο που δικογραφικά ισχυρίστηκε. Μετά και την απόρριψη της επί του προκειμένου μαρτυρίας του Μ.Ε, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με το κατά πόσο η επιστολή ημ. 21/11/2016 (Τεκμήρια 3 και 12) στάληκε στον Εναγόμενο αλλά και, κυρίως, πότε κάτι τέτοιο έγινε. Από την άλλη, είναι κοινός τόπος ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε έλαβε την ρηθείσα επιστολή, η οποία, εφόσον κατά τη θέση της Ενάγουσας συνιστούσε την ειδοποίηση τερματισμού της επίδικης ενοικίασης, θα έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να του είχε γνωστοποιηθεί πριν από την καταχώριση της αγωγής για να μπορούσε η Ενάγουσα να αξιώνει με αυτήν θεραπείες που έχουν ως απόρροια τη λήξη της επίδικης συμβατικής ενοικίασης. Τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, η όποια παραβίαση ουσιώδους όρου μίας συμφωνίας δεν οδηγεί αυτόματα σε τερματισμό της, αλλά συνιστά δικαίωμα του αναίτιου μέρους να επιλέξει έτσι να προχωρήσει. Αν από την άλλη ο τερματισμός μίας συμφωνίας έγινε από ένα μέρος αδικαιολόγητα και παράνομα, το αναίτιο μέρος, σε περίπτωση που ο τερματισμός δεν του έχει γνωστοποιηθεί, θα αποστερηθεί του δικαιώματος να επιλέξει είτε αν θα τον αποδεχθεί και να αξιώσει αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό είτε να μην τον αποδεχθεί και να συνεχίζει να εφαρμόζει την συμφωνία. Στ. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την απαίτηση της στην παρούσα αγωγή, με αποτέλεσμα αυτή να μην μπορεί να έχει επιτυχή έκβαση. Κατά συνέπεια, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα τα οποία επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Δάμτσας κ.α. ν. D. Ouzounian M. Sultanian and Company (Cars) Ltd, Πολ. Έφεση 133/2011 ημ. 24/03/2016 και Φυσεντζίδη ν. K & C Snooker & Pool Entertainment, Πολ. Έφεση 30/2019 ημ. 01/06/
  19. [2] Βλ. την Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 (A) A.A.Δ. 400 και, πιο πρόσφατα, την Μελίνα Αλκιβιάδη δια του πατρός και κηδεμόνος αυτής Άλκη Αλκιβιάδη ν. The Philips College Ltd, εμπορευόμενης δια της εμπορικής επωνυμίας Ευρωπαϊκή Ελληνική Σχολή Φίλιπς, Πολ. Έφεση 310/2011 ημ. 21/03/2017. [3] Βλ. Τσαρμαντίδης κ.α. ν. Δημητρίου
(2010)1 ΑΑΔ 239, την Δάμτσας (ανωτέρω) και την Φυσεντζίδη (ανωτέρω). [4] Βλ. Gaber Alian Alia Al Somrani Alias Gaber Elelyan v. The Cyprus Ship "Poseidonia" Ex "Al Kahera" Ex "Med Sea" Ex "Ulset Queen" κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 990 και International Marine Services Company Limited v. MTR Metals (Overseas) Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 77. [5] Το άρθρο 77
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, προνοεί πως σύμβαση που αφορά τη μίσθωση ακίνητης ιδιοκτησίας για περίοδο που υπερβαίνει το ένα έτος δεν θα είναι έγκυρη εκτός αν είναι γραπτή και υπογράφεται από τους συμβαλλόμενους στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων που υπογράφουν ως τέτοιοι την σύμβαση. [6] Βλ. C. Sergiou Estates Ltd v. Μπεντέζη
(1995)1 Α.Α.Δ. 889. [7] Βλ. ενδεικτικά τις αποφάσεις Metaxas Loizides Syrimis & Co κ.α. ν. L.K. Globalsoft Co Ltd
(2007)1 ΑΑΔ 54, Xenos Travel Ltd ν. Panasoft AE, Πολ. Έφεση 116/11 ημ. 21/02/2017 καθώς και το σύγγραμμα του Π. Πολυβίου «Δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Β, σελ. 650 - 651, από τα οποία προκύπτει η καλά εμπεδωμένη αρχή ότι σε περίπτωση παράβασης ουσιώδους όρου της σύμβασης, αυτή δεν τερματίζεται απευθείας, ως εκ της παράβασης αυτής, δηλαδή ο τερματισμός δεν είναι αυτόματος, αλλά το αναίτιο μέρος έχει την επιλογή να τερματίσει την σύμβαση αξιώνοντας αποζημιώσεις. [8] Η επιστολή ημ. 21/11/2016 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, με συνημμένη σε αυτήν μία απόδειξη κατάθεσης συστημένου ταχυδρομικού αντικειμένου του τμήματος ταχυδρομικών υπηρεσιών. Η ίδια αυτή επιστολή κατατέθηκε και ως Τεκμήριο 12 με συνημμένο σε αυτήν ένα φάκελο του δικηγόρου της Ενάγουσας. [9] Όπως έχει παγίως νομολογηθεί, τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24) και το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει σε επίλυση θεμάτων που δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας (βλ. Latifundia Properties Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ 670). [10] Η επιστολή ημ. 21/11/2016 με συνημμένο σε αυτήν ένα φάκελο στον οποίο σημειώνεται η λέξη «αζήτητο» παρουσιάστηκε από τον δικηγόρο της Ενάγουσας στον Εναγόμενο κατά την αντεξέτασή του, οπότε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12. [11] Βλ. την Ιωάννης Τσιάττες (ανωτέρω) και Pissis Ltd (ανωτέρω). [12] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να συσχετίζεται και αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71 και Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση 328/11 ημ. 31/05/2017, ECLI:CY:AD:2017:A202), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του, η πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε και ο βαθμός κατά τον οποίο η εκδοχή του συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 454 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [13] Βλ. M.A. Goodvalue Suppliers Ltd v. Barclays Bank Plc
(2001)1 ΑΑΔ 1038. [14] Βλ. Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, Μαρσέλ ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας ν. Κώστα Α. Ζαχαρία Λτδ
(2006)1 ΑΑΔ 705 και Citi Principal Investments Ltd v. Γιωργαλλά Πολ. Έφεση 271/2012 ημ. 10/07/2018. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.