Νίκος Νικολάου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd δια του Ειδικού Διαχειριστή και/ή Ειδικής Διαχειρίστριας και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 και/ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου και/ή Κανονισμού κ.α., Αρ. Αγωγής: 3463/15, 23/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A90 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3463/15 Μεταξύ: Νίκος Νικολάου Ενάγοντας -και-
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd δια του Ειδικού Διαχειριστή και/ή Ειδικής Διαχειρίστριας και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 και/ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου και/ή Κανονισμού.
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα Εναγόμενοι Ημερομηνία: 23.3.2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Χρ. Πέτρου, για Δημητρίου και Δημητρίου ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 3: κα Ν. Θεοδώρου μαζί με κα Ε. Γιάγκου για Αλέκος Ευαγγέλου και Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 4: κ. Χ. Καστάνας, για Γενικό Εισαγγελέα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex tempore) (σε σχέση με τα έξοδα των Εναγομένων 3 και 4) Η παρούσα αγωγή σχετίζεται με την αγορά, εκ μέρους του Ενάγοντα, περί τον Ιούνιο του 2011, αξιογράφων που είχε εκδώσει η Eναγόμενη
- Το δικονομικό ιστορικό της παρούσας αγωγής προκύπτει από τον φάκελο της διαδικασίας, και δεν θεωρώ σκόπιμο όπως τούτο παρατεθεί λεπτομερώς για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ό,τι αφορά την παρούσα διαδικασία, είναι το ζήτημα των εξόδων της υπόθεσης σε σχέση με τους Εναγόμενους 3 και
- Και τούτο γιατί σήμερα, ενώ η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες, η συνήγορος του Ενάγοντα προχώρησε και ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου για την ανεπιφύλακτη απόσυρση της παρούσας αγωγής εναντίον των Εναγόμενων 3 και
- Οι συνήγοροι των Εναγόμενων 3 και 4, δεν έφεραν οποιανδήποτε ένσταση στην ανεπιφύλακτη απόσυρση της πιο πάνω αγωγής εναντίον τους, εντούτοις ήγειραν ζήτημα εξόδων και οι συνήγοροι όλων των πλευρών αγόρευσαν σήμερα ενώπιον μου, επί αυτού του ζητήματος. Σημειώνω στο παρόν στάδιο, για σκοπούς πληρότητας, ότι η αγωγή είχε αποσυρθεί εναντίον της Εναγόμενης 2, σε προγενέστερο στάδιο, ενώ σε ότι αφορά την Εναγόμενη 1, η συνήγορος του Ενάγοντα ανέφερε σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας επιθυμεί να προχωρήσει και να προωθήσει την παρούσα αγωγή εναντίον της και ως εκ τούτου προτίθεται να λάβει άδεια από το Εκκαθαριστικό Δικαστήριο, για συνέχιση της παρούσας διαδικασίας εναντίον της Εναγόμενης
- Εκ μέρους του Ενάγοντα, υποστηρίζεται η θέση ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, το δίκαιο είναι όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδά της, και ως εκ τούτου θεωρεί ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποκλίνει από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και ότι στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί στα έξοδά της. Προς ενίσχυση της θέσης της, η συνήγορος του Ενάγοντα ανέφερε ότι, εφόσον δεν υπάρχει υπόβαθρο γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε πρόγνωση ως προς το ποιος θα αναδύετο ως επιτυχών διάδικος στο τέλος της διαδικασίας, και γι' αυτόν τον λόγο θεωρεί ότι το δίκαιο στην παρούσα υπόθεση, θα ήταν η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδά της. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση των συνηγόρων των Εναγομένων 3 και 4, οι οποίοι ζητούν όπως τα έξοδα επιδικαστούν υπέρ τους και εναντίον του Ενάγοντα. Κάνοντας αναφορά και σε σχετική νομολογία, υποστήριξαν ότι τα έξοδα επαφίονται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται κατά κανόνα, με γνώμονα το αποτέλεσμα της υπόθεσης, κατά τρόπο που σε περιπτώσεις απόσυρσης της διαδικασίας, ο εναγόμενος δικαιούται στην επιδίκαση εξόδων προς όφελός του. Εφαρμόζοντας δε τις σχετικές αρχές, στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, οι συνήγοροι των Εναγομένων 3 και 4, εισηγήθηκαν πως στην προκειμένη περίπτωση η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ τους και εναντίον του Ενάγοντα. Πιο συγκεκριμένα, οι συνήγοροι των Εναγομένων 3 και 4, υποστήριξαν ότι το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μία αγωγή, στην οποία ο Ενάγων αποφάσισε, για τους δικούς του λόγους, να την αποσύρει εναντίον τους, μετά από πάροδο σχεδόν οκτώ
(8)ετών από την καταχώρησή της και χωρίς να έχει υπάρξει οποιαδήποτε εξώδικη διευθέτηση αυτής. Οι Εναγόμενοι 3 και 4, εφόσον υπήρξαν Εναγόμενοι στην εν λόγω αγωγή, κατ' επιλογή του Ενάγοντα, επέλεξαν, ως είχαν δικαίωμα, να υπερασπιστούν την αγωγή εναντίον τους, εκπροσωπούμενοι από δικηγόρο και αρνούμενοι τα όσα τους καταλογίζει ο Ενάγων. Επομένως, θεωρούν ότι θα ήταν άδικο να αποστερηθούν των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν ενόψει των όσων προβάλλει ο Ενάγων εναντίον τους. Ουσιαστικά, οι συνήγοροι των Εναγομένων 3 και 4 εισηγούνται ότι, εφόσον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνιστά το αποτέλεσμα, και το αποτέλεσμα στην παρούσα διαδικασία δεν είναι άλλο από την απόσυρση της παρούσας αγωγής, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ τους, εφόσον δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα, ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Νομική πτυχή ‑ Συμπεράσματα: Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιδικάζει έξοδα σε πολιτική διαδικασία, πηγάζει από το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, καθώς επίσης και από την Δ.59 θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόµου προβλέπει ως ακολούθως: «Τα έξοδα οιασδήποτε πολιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμενα προς αυτήν, ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε εκάστοτε ισχύοντος νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας, θα τελούν υπό την διακριτικήν εξουσίαν του δικαστηρίου και το δικαστήριον θα έχη πλήρη εξουσίαν να αποφασίζη υπό τίνος και κατά τινα έκτασιν τα τοιαύτα έξοδα θα πληρωθώσι.» Ενώ η Δ.59 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, έχει ως εξής: «Subject to the provisions of any law or rules, the costs of an incident to any proceeding shall be in the discretion of the Court or Judge...» Σε µετάφραση: «Τηρουµένων των προνοιών οιουδήποτε Νόµου ή Κανονισµού τα έξοδα ενός συµβάντος σε οιανδήποτε διαδικασία θα είναι στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ή Δικαστή ...». Συνδυασμός των πιο πάνω προνοιών, δεικνύει ξεκάθαρα ότι το ζήτημα των εξόδων επαφίεται, ουσιαστικά, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία βεβαίως, όπως αναδύεται μέσα από τη σχετική νομολογία, θα πρέπει να ασκείται δικαστικά. Σχετική είναι η υπόθεση Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 341/2010, ημερ. 15/10/2015, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/1960, όπως τροποποιήθηκε) και τη Δ.59 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τα έξοδα αστικής διαδικασίας τελούν υπό τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία κατά πάγια νομολογία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα. Και αυτό με προσήλωση στο γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής εφόσον δεν είναι αποδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο (βλ. μεταξύ άλλων Glykis v. Ioannides (1959 - 1960) 24 CLR 220, Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1(Ε) A.A.Δ. 750, Φιλίππου ν. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890, Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12, Ορφανίδης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 874 και Transmarine Shipping Ltd ν. Ονουφρίου κ.α., Αγωγή Ναυτοδικείου 22/06, ημερ. 24.3.10).» Σχετική αναφορά μπορεί να γίνει επίσης και στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της Εταιρείας P.E. Lithos Stone IT (Natural Stone and Marbles) Ltd v. Δημήτρη Δημητρίου
(2011)1 ΑΑΔ 1985, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η επιδίκαση εξόδων της δίκης και ο επιμερισμός τους, όπως συνάγεται από τη Δ.59, θ. 1, των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και τη νομολογία - ανήκουν στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά. Εάν, βέβαια, υπάρχει σχετική συμφωνία, αυτή λαμβάνεται υπόψη. Σε περιπτώσεις διακοπής της διαδικασίας, ο εναγόμενος, χωρίς η βασική αρχή ότι η επιδίκαση των εξόδων ανήκει στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να καταργείται, δικαιούται στα έξοδα. Όταν το δικαστήριο, κατά την άσκηση της εξουσίας του αυτής, ακολουθεί τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται στα έξοδα της δίκης, δε δίδει λόγους γι' αυτό, αφού αυτοί εξυπακούονται, κάτι, όμως, που δεν ισχύει στην αντίθετη περίπτωση». Πληθώρα νομολογίας προσδιορίζει τις παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Νίτσα Θρασυβούλου v. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12 λέχθηκαν τα εξής, αναφορικά με τις παραμέτρους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτά: «Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσης του στην αύξηση των εξόδων της δίκης· σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο. Όπως τονίστηκε στη Georghios Ε. Glykys v. Ioannis Stylianou Ioannides (1959 - 60) 24 C.L.R. 220, η επίδειξη καλής προαίρεσης (kindness) από το δικαστήριο προς τον αποτυχόντα διάδικο προς μετριασμό αισθημάτων πικρίας του αποτυχόντα διαδίκου, δεν συνιστά δικαστική άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Επίσης, στην υπόθεση Χαψή κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 1403 λέχθηκαν τα εξής: «Είναι παγιωμένο ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς τα έξοδα, ασκείται δικαστικά. Γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνιστά το αποτέλεσμα. Η δικαίωση δεν πρέπει, όπως επισημαίνεται στην Χάσικος κ.ά. v. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, να επάγεται την καταβολή δαπάνης. Δεν χωρεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υποδεικνύεται στην Georgios E. Glykys v. Ioannis Stylianou Ioannides 24 C.L.R. 220, η επίδραση παραγόντων άλλων από εκείνων που σχετίζονται με την ουσία του αποτελέσματος. Διατυπώνεται η θέση ότι, "feelings of kindness are not, of course, the correct criterion in deciding the question of costs". Στην ίδια υπόθεση (Χαψή) γίνεται επίσης αναφορά στο απόσπασμα της Θρασυβούλου (ανωτέρω) και σημειώνεται περαιτέρω ότι απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, δικαιολογείται μόνον εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρους τους. Όπως είναι εμφανές από τα ανωτέρω, αλλά και από τη νομολογία στην οποία έχουν παραπέμψει οι συνήγοροι των Εναγομένων 3 και 4, καταδεικνύεται ότι οι λόγοι που δυνατόν να αποστερήσουν ένα διάδικο από τα έξοδα που κανονικά θα δικαιούτο, είναι μεταξύ άλλων, περιπτώσεις που ο ίδιος συμβάλλει, με τον χειρισμό της υπόθεσης, στην αδικαιολόγητη αύξηση των εξόδων της δίκης (βλ. Joseph El Alam v. Χριστόφορου Τουμαζίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 968) ή όταν δεν επιτυγχάνει πλήρως στην αγωγή του (βλ. Παπακόκκινου ν. Δήμου Πάφου
(1998)1 Α.Α.Δ. 634). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπήρξε οποιοσδήποτε τέτοιος ισχυρισμός εκ μέρους της συνηγόρου του Ενάγοντα. Κληθείς, η συνήγορος του Ενάγοντα, να αναφέρει κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν οποιεσδήποτε περιστάσεις που δικαιολογούν όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και παρεκκλίνει από τον πιο πάνω γενικό κανόνα, ανέφερε ως τέτοιες περιστάσεις, αρχικά, την οικονομική κατάσταση που επικρατούσε το 2013 γενικότερα στον τόπο, και ειδικότερα στον Ενάγοντα, και ότι ο Ενάγων ξεγελάστηκε, διά των ψευδών παραστάσεως της Εναγόμενης 1, στην αγορά των επίδικων αξιογράφων. Ανέφερε επίσης ότι, η παρούσα αγωγή αφορά πρωτόγνωρα ζητήματα και ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της ήταν πρωτότυπα τα ζητήματα που αναφύοντο ως επίδικα. Τέλος, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι, πριν από την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης, η Eναγόμενη 1 τέθηκε υπό εκκαθάριση, και ως εκ τούτου ο Ενάγοντας αναγκάστηκε να προβεί σε αίτημα προς τον εκκαθαριστή της, για επαλήθευση του χρέους του, ενώ δεν γνωρίζει, και δεν υπάρχει ένδειξη, εάν θα λάβει οτιδήποτε ως αποζημίωση, σε σχέση με τα επίδικα αξιόγραφα. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, εν προκειμένω, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο θα ήταν, υπό τις περιστάσεις, εύλογο και δίκαιο οι Εναγόμενοι 3 και 4 να αποστερηθούν των εξόδων στα οποία αυτοί υποβλήθηκαν, υπερασπιζόμενοι την παρούσα αγωγή, έναντι των όσων ο Ενάγων τους καταλόγιζε. Δηλαδή, κατά πόσο δικαιολογείται οποιαδήποτε απόκλιση από τον κανόνα που η σχετική Νομολογία καθιέρωσε, για το δικαίωμα στον Εναγόμενο να του επιδικάζονται τα έξοδα της αγωγής, όταν αυτή αποσύρεται ή διακόπτεται. Εξετάζοντας το ζήτημα που εδώ απασχολεί, υπό το φως της ανωτέρω Νομολογίας, σημειώνω ότι από τη συνολική θεώρηση των ενώπιον μου δεδομένων, αυτό που προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση, είναι ότι ο Ενάγων επέλεξε να καταχωρίσει ως, βεβαίως, είχε αναφαίρετο δικαίωμα να πράξει, την αγωγή του εναντίον 4 Εναγομένων, συμπεριλαμβανομένων των Εναγομένων 3 και 4, οι οποίοι εξ αρχής αμφισβήτησαν την εναντίον τους αξίωση και προέβησαν σε όλα τα προβλεπόμενα διαβήματα για την Υπεράσπισή τους δια δικηγόρων, με αποτέλεσμα να επωμιστούν και όλα τα συναφή δικαστικά έξοδα που προέκυψαν, ένεκα των ανωτέρω ενεργειών του Ενάγοντα. Περαιτέρω, ο Ενάγων αποφάσισε, για λόγους που τον αφορούν, και δη, ως ανέφερε η συνήγορος του, ότι δεν επιθυμεί να προωθήσει την παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 και να επωμιστεί περαιτέρω έξοδα, να προχωρήσει στην ανεπιφύλακτη απόσυρση της αγωγής εναντίον τους (όρος ο οποίος σύμφωνα και με τις πιο πάνω αρχές περιγράφει το τέλος του συνόλου της αγωγής εναντίον τους σε ότι αφορά τα επίδικα ζητήματα), πριν η εν λόγω αγωγή προχωρήσει σε ακρόαση. Το γεγονός ότι, κατά τη συνήγορο του Ενάγοντα, υπήρχαν τραγικές οικονομικές συνθήκες στον τόπο κατά το έτος 2013, αλλά και στον Ενάγοντα, ως επίσης και το γεγονός ότι ο Ενάγοντας έχει ένα αίσθημα πικρίας για το πώς έχουν εξελιχθεί τα πράγματα σε σχέση με την αγορά των επίδικων αξιογράφων, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να καταδείξει ότι ο Ενάγοντας επηρεάστηκε από την αγορά των επίδικων αξιογράφων, δεν κρίνω ότι συνιστά ικανό λόγο που να δικαιολογεί όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και αποκλίνει από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χαψής (ανωτέρω), δεν χωρεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η επίδραση παραγόντων, άλλων από εκείνων που σχετίζονται με την ουσία του αποτελέσματος. Σχετική είναι και η ακόλουθη αναφορά από την Georgios E. Glykys v. Ioannis Stylianou Ioannides 24 C.L.R. 220, στην οποία παρέπεμψε και η συνήγορος της Εναγόμενης 3: "As regards the costs of the action it is clear that the learned trial Judge was moved by feelings of kindness towards the tenant in not ordering him to pay costs; feelings of kindness are not, of course, the correct criterion in deciding the question of costs". (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Σε ό,τι δε αφορά την αναφορά της συνηγόρου του Ενάγοντα ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δικαιολογείται παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, επειδή ο Ενάγοντας προχώρησε στην αγορά των επίδικων αξιογράφων λόγω των «ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της Εναγόμενης 1», θεωρώ ότι, με δεδομένο ότι η παρούσα αγωγή δεν έχει εκδικαστεί, δεν είναι ορθό να γίνεται αναφορά στην ουσία της διαφοράς των μερών με αυτόν τον τρόπο. Αφ' ης στιγμής δεν έχει διεξαχθεί δίκη, δεν υπάρχει, στην προκειμένη περίπτωση, υπόβαθρο γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου, για να διαφανεί προς τα πού θα έγερνε η πλάστιγγα, ούτε βεβαίως μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε εικασίες και υπολογισμούς σε σχέση με το θέμα αυτό. Κρίνω δε, ότι η παρούσα υπόθεση δεν είναι από εκείνες που το Δικαστήριο θα έπρεπε να ακούσει μαρτυρία για να αποφανθεί ως προς το ποιος θα ήταν ο επιτυχών διάδικος (βλ. Χρυσοστόμου (ανωτέρω)). Και τούτο διότι, είναι προφανές στη βάση της δήλωση της συνηγόρου του Ενάγοντα (που αφορά την απόσυρση), ότι η απόσυρση της παρούσας αγωγής δεν είναι το αποτέλεσμα οποιασδήποτε συνδιαλλαγής ή διευθέτησης μεταξύ των διαδίκων, αλλά, στην ουσία, η αγωγή αποσύρεται γιατί ο Ενάγων δεν επιθυμεί να επιβαρυνθεί με περαιτέρω έξοδα, με σκοπό να αποδείξει την απαίτησή του εναντίον των Εναγομένων 3 και 4. Εξετάζοντας, τέλος, τη θέση της συνηγόρου του Ενάγοντα ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποκλίνει από τον γενικό κανόνα (βλ. ανωτέρω), επειδή η παρούσα υπόθεση, κατά τον χρόνο τον οποίο ηγέρθη, αφορούσε σε πρωτότυπα και πρωτόγνωρα ζητήματα για τα Κυπριακά Δικαστήρια, κρίνω ότι ούτε αυτό συνιστά λόγο, ο οποίος μπορεί να δικαιολογήσει την απόσυρση της παρούσας αγωγής χωρίς την έκδοση διαταγής ως προς τα έξοδα των Εναγομένων 3 και 4, οι οποίοι μέσω της Υπεράσπισής τους αρνούνται εξ αρχής τα όσα τους καταλόγιζε ο Ενάγοντας. Σε περίπτωση που η αγωγή οδηγείτο σε ακρόαση και ο Ενάγοντας αποδείκνυε την αξίωση του εναντίον των Εναγομένων 3 και 4, θα δικαιούτο και στα έξοδα της αγωγής. Από τη στιγμή όμως που αποφάσισε, για δικούς του λόγους, να την αποσύρει, θα πρέπει να επωμιστεί και τις συνέπειες της απόφασής του αυτής, που είναι η καταβολή των εξόδων των Εναγομένων 3 και 4. Περαιτέρω, σημειώνω στο παρόν στάδιο ότι, οι αξιώσεις του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων βασίζονται, και αυτό εμφαίνεται από τα καταχωρημένα δικόγραφα στη παρούσα αγωγή, μεταξύ άλλων, στα αστικά αδικήματα του δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή της παράβασης καθήκοντος, τα οποία, ως βάσεις αγωγής δεν είναι καινοφανείς για τα Κυπριακά Δικαστήρια. Έχοντας κατά νου όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, εν προκειμένω, θεωρώ ότι η ανεπιφύλακτη απόσυρση της αγωγής εναντίον των Εναγομένων 3 και 4, χωρίς για τούτο να δίδεται λόγος εκ μέρους του Ενάγοντα, που να επιβάλλει αυτή τούτη την απόσυρση, και χωρίς να δίδεται άλλος ικανός λόγος που να εισηγείται ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 ευθύνονται για τα προκληθέντα μέχρι τώρα έξοδα, αποτελεί κατάληξη που δικαιώνει τους τελευταίους, έτσι ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση εξόδων υπέρ τους και εναντίον του Ενάγοντα, εφόσον δεν έχει καταδειχθεί κανένας καλός λόγος που να δικαιολογεί όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και παρεκκλίνει από τον γενικό κανόνα (βλ. ανωτέρω). Συνεπώς, για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή αποσύρεται και απορρίπτεται ανεπιφύλακτα εναντίον των Εναγομένων 3 και 4, με έξοδα υπέρ τους και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο