Αίτηση από τον Χριστάκη Ανδρέου, μέσω της πληρεξούσιας αντιπροσώπου του Αυγής Γιαπανά ν. -, Αρ. Αίτησης: 327/2021, 27/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 327/2021 Επί τοις αφορώσι την εταιρεία Μ.Ε.C.I. TWINS THE WET AND DRY CLEANERS LTD (ΗΕ282347) -και- Επί της αφορώσι τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 -και- Αίτηση από τον Χριστάκη Ανδρέου, μέσω της πληρεξούσιας αντιπροσώπου του Αυγής Γιαπανά από τη Λευκωσία Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια Εταιρεία: κ. Μερακλής και κα Καλογιαννίδου για Χριστοφή, Μερακλής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κα. Κοτσιφάκη για Δημήτρης Κούτρας & Σια ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (στην Αίτηση ημερ. 24.6.2021 για παραμερισμό της Αίτησης Εκκαθάρισης) Η Κυρίως Αίτηση Στις 13.5.2021, καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Εκκαθάρισης (στο εξής η «Κυρίως Αίτηση») από τον κ. Χριστάκη Ανδρέου μέσω της πληρεξούσιας αντιπροσώπου του, με την οποία επιδιώκει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την εκκαθάριση της εταιρείας Μ.Ε.C.I. TWINS THE WET AND DRY CLEANERS LTD (στο εξής «η Εταιρεία») στη βάση του ότι αυτή είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Η επίδικη αίτηση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει Με την υπό κρίση Αίτηση, η Εταιρεία επιζητεί τη διαγραφή και/ή τον παραμερισμό και/ή την απόρριψη και/ή αναστολή της Κυρίως Αίτησης, για το λόγο ότι αυτή είναι ανυπόστατη και/ή δεν αποκαλύπτεται νομιμοποίηση για την έγερση της, λόγω του ότι το κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενο χρέος αμφισβητείται και/ή λόγω του ότι ο Αιτητής στην Κυρίως Αίτηση δεν νομιμοποιείται να εγείρει αυτή και/ή ότι αυτή είναι επιπόλαια και/ή ενοχλητική (frivolous and vexatious) και/ή κακόπιστη και/ή καταπιεστική και/ή εκδικητική και/ή είναι αποτέλεσμα κατάχρησης της διαδικασίας. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η υπό κρίση Αίτηση προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του κ. Σαπαχλαρή, ο οποίος είναι ένας εκ των διοικητικών συμβούλων της Εταιρείας, και τα οποία συνοψίζονται ως ακολούθως: Κατά τον Μάρτιο του 2011 καταρτίστηκε το Ενοικιαστήριο Έγγραφο (Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση), μεταξύ της Εταιρείας και της τότε ιδιοκτήτη, κας Α. Χαραλάμπους (στο εξής αναφερόμενη ως η «προηγούμενη ιδιοκτήτρια»), το οποίο αφορούσε την ενοικίαση του ισόγειου καταστήματος αρ. 2 στην Λεωφ. Μακαρίου Γ, 199, Λακατάμεια, Λευκωσία, ενός δωματίου που βρίσκεται σε απόσταση 25 μέτρων από το ενοικιαζόμενο κατάστημα, που θα χρησιμοποιείτo ως boiler room, μίας αποθήκης και ενός χώρου στάθμευσης. Κατόπιν ακύρωσης του πιο πάνω Ενοικιαστηρίου Εγγράφου, καταρτίστηκε νέο Ενοικιαστήριο Έγγραφο (Τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση) μεταξύ της Εταιρείας και της προηγούμενης ιδιοκτήτριας, το οποίο αφορούσε την ενοικίαση των ισόγειων καταστημάτων αρ. 1 και αρ. 2 στην Λεωφ. Μακαρίου Γ, 199, Λακατάμεια, Λευκωσία, ενός δωματίου, που βρίσκεται σε απόσταση 25 μέτρων από τα ενοικιαζόμενα καταστήματα, που θα χρησιμοποιείτo ως boiler room, μίας αποθήκης και ενός χώρου στάθμευσης (στο εξής «τα ενοικιαζόμενα υποστατικά»), ωσάν να υπογράφηκε την ίδια ημερομηνία με το πρώτο Ενοικιαστήριο Έγγραφο. Η περίοδος ενοικίασης των ενοικιαζόμενων υποστατικών άρχιζε την 1.3.2011, ήταν διάρκειας 5 ετών, με ημερομηνία λήξης τις 28.2.2016, ενώ παρείχετο δικαίωμα στην Εταιρεία να ανανεώσει αυτήν για άλλα 5 έτη, από την 1.3.2016 μέχρι τις 28.2.2021. Επιπλέον, το ενοίκιο για την αρχική πενταετή περίοδο είχε συμφωνηθεί στα €1.100 μηνιαίως, ενώ το ενοίκιο για την περίοδο από 1.3.2016 έως 28.2.2021, αν ανανεωνόταν η ενοικίαση, συμφωνήθηκε στα €1.210 μηνιαίως. Σε κάποιο σημείο, κατά τη διάρκεια της ενοικίασης των ενοικιαζόμενων υποστατικών, συμφωνήθηκε, προφορικά, μεταξύ της Εταιρείας και της προηγούμενης ιδιοκτήτριας, η μείωση του ενοικίου, αρχικά στα €800 μηνιαίως και μεταγενέστερα στα €700 μηνιαίως. Επισυνάπτει δε ο ομνύοντας ως Τεκμήριο 3, δέσμη αποδείξεων πληρωμής του ενοικίου προς την προηγούμενη ιδιοκτήτρια, που φαίνεται να καταβάλλει τα εν λόγω ποσά για συγκεκριμένους μήνες συγκεκριμένων ετών. Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω ενοικίασης, τα ενοικιαζόμενα υποστατικά, πέρασαν στην ιδιοκτησία των κ.κ. Κώστα Χαραλάμπους και Χριστάκη Ανδρέου (στο εξής αναφερόμενοι ως «οι νέοι ιδιοκτήτες»). Για την εξέλιξη αυτή, η Εταιρεία ενημερώθηκε, με επιστολή ημερ. 10.10.2014 (Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση), με την οποία ενημερωνόταν επίσης ότι το ενοίκιο για τα ενοικιαζόμενα υποστατικά θα έπρεπε, στο εξής, να καταβάλλεται εξ ημισείας στους νέους ιδιοκτήτες. Στη συνέχεια και για τους λόγους που καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, οι τότε δικηγόροι του ενός εκ των ανωτέρω δύο νέων ιδιοκτητών, ήτοι του κ. Χριστάκη Ανδρέου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο νέος ιδιοκτήτης»), απέστειλαν στην Εταιρεία νέα επιστολή ημερ. 7.5.2015 (Τεκμήριο 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση), με την οποία την ενημέρωναν ότι εκκρεμούσε η πληρωμή των, αναλογούντων στον ίδιο, ενοικίων των ενοικιαζόμενων υποστατικών, από το Νοέμβριο του 2014 μέχρι και τον Μάιο του 2015, τα οποία ανέρχονταν, για τους πιο πάνω μήνες, στο ποσό των €2.450 πλέον 8% τόκο, από 1.11.2014 μέχρι εξόφλησης, και την καλούσαν να καταβάλει τούτο το ποσό στο νέο ιδιοκτήτη. Ακολούθησε συμφωνία μεταξύ των μερών όπως το μηνιαίο ενοίκιο που αντιστοιχούσε στο νέο ιδιοκτήτη, καταβάλλεται πλέον στην πληρεξούσια αντιπρόσωπο του, και όπως το ποσό των εκκρεμουσών οφειλών αποπληρωθεί δια της καταβολής επιπλέον ποσού ύψους €150 στο μηνιαίο ενοίκιο, από τον Ιούλιο του 2015 μέχρι εξόφλησης. Επισυνάπτεται δε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, δέσμη εγγράφων που περιλαμβάνει αποδείξεις πληρωμής του εν προκειμένου ενοικίου, οι οποίες υπογράφονται από την πληρεξούσια αντιπρόσωπο του νέου ιδιοκτήτη, ως επίσης και καταστάσεις λογαριασμών της Εταιρείας και αντίγραφα επιταγών που είχαν εκδοθεί για τον σκοπό αυτό. Ακολούθως, στις 23.6.2017, οι τότε δικηγόροι του νέου ιδιοκτήτη, απέστειλαν επιστολή (Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση), με την οποία ενημέρωσαν την Εταιρεία ότι η πρόθεση του νέου ιδιοκτήτη ήταν να συνάψει συμβόλαιο μαζί της, σε σχέση με την ενοικίαση των ενοικιαζόμενων υποστατικών, κάτι που δεν αποδέχθηκε η Εταιρεία λόγω του ότι το τότε σχετικό συμβόλαιο βρισκόταν σε ισχύ. Κατόπιν τούτου, στις 14.11.2019, οι δικηγόροι του νέου ιδιοκτήτη, απέστειλαν επιστολή (Τεκμήριο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση), με την οποία ανέφεραν στην Εταιρεία ότι βάσει του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ημερ. 1.3.2011, το ενοίκιο ανέρχετο στα €500 μηνιαίως και όχι στα €350 μηνιαίως και καλούσαν την Εταιρεία να καταβάλει στο νέο ιδιοκτήτη το ποσό των €9.700 που αντιπροσώπευε την διαφορά του ποσού των €150 μηνιαίως από τον Νοέμβριο του 2014, πλέον τα ενοίκια του Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2019 εκ ποσού €500 μηνιαίως. Η Εταιρεία δεν αποδέκτηκε την εν λόγω αξίωση και, μέσω των δικηγόρων της, πραγματοποίησε δύο συναντήσεις στα γραφεία των δικηγόρων του νέου ιδιοκτήτη, με σκοπό την εξεύρεση λύσης, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ακολούθως, στις 8.3.2021, ο νέος ιδιοκτήτης απέστειλε, στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας, απαίτηση με την οποία αξιώνει από την Εταιρεία το ποσό των €14.700 ως καθυστερημένα ενοίκια προς αυτόν και δίδει τη νενομισμένη προειδοποίηση των 21 ημερών (βλ. Άρθρο 212 Κεφ. 113). Κατά την Εταιρεία, η ισχυριζόμενη απαίτηση είναι εντελώς ανυπόστατη, ενοχλητική και καταχρηστική, αφού η Εταιρεία δεν οφείλει στο νέο ιδιοκτήτη οποιοδήποτε ποσό και επομένως αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πιστωτής της στη βάση των προνοιών του Άρθρου 213
(1)του Κεφ.
- Περαιτέρω, η απαίτηση του νέου ιδιοκτήτη εύλογα και καλόπιστα αμφισβητείται, με αποτέλεσμα η Κυρίως Αίτηση Εκκαθάρισης να μην αποτελεί το κατάλληλο πλαίσιο (forum) για την εκδίκαση της αμφισβητούμενης οφειλής, και ότι, στην προκειμένη περίπτωση, σκοπός της προώθησης της Κυρίως Αίτησης είναι ο εκβιασμός της Εταιρείας. Η Ένσταση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει Στην αντίπερα όχθη, ο νέος ιδιοκτήτης καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, στην οποία προβάλλονται συνολικά 13 λόγοι ένστασης, τους οποίους κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιους κατωτέρω:
- «Η αίτηση των Αιτητών δια διαγραφή της αίτησης ημερομηνίας 13.05.2021 είναι καταχρηστική καθότι κατεχωρήθησαν ταυτόχρονα στις 24.06.2021 τόσο η αίτηση διαγραφής, όσο και η ένσταση και οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αμφότερες τις αιτήσεις είναι ακριβώς οι ίδιες, με συνέπεια να πρόκειται για περί εμφανούς κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας και έκδηλης παρατυπίας, αφού υπάρχουν δύο ταυτόσημες ένορκες δηλώσεις με τα ίδια γεγονότα.
- Η αιτούμενη διαγραφή αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, αφού η Αιτήτρια‑ Καθ΄ης η Αίτηση οφείλει καθυστερημένα ενοίκια δια το επίδικο υποστατικό από τον Νοέμβριο του 2014 μέχρι και 30.09.2020, ενοίκια ανερχόμενα στο ποσό των €15.150, πλέον τα ενοίκια προς €500 από 01.07.2021 ως ενδιάμεσα οφέλη από το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 01.03.2011, επειδή έληγε στις 28.02.2021 και τερματίσθη. Επί τη βάση του ενοικιαστηρίου εγγράφου (τεκμήριο 1 της αίτησης), αν και το (τεκμήριο 1) της αίτησης αναφέρει ως συμφωνημένο ενοίκιο το ποσό των €600 τελικά περιορίσθη στα €500 καθ' ότι παριελάμβανε και αρχικά και μια αποθήκη η οποία τελικά εξαιρέθη της ενοικίασης, έτσι το ενοίκιο περιορίσθη στο ενοίκιο των €500 .
- Κατά πόσο η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα είναι θέμα δικαίου και όχι άσκηση διακριτικής ευχέρειας.
- Δεν δικαιολογείται η υποβολή της αίτησης δια διαγραφή αφού το δικόγραφο κρινόμενο αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται ως απόλυτα δικαιολογημένο και νομικά βάσιμο, αφού τεκμηριωμένα οφείλονται ως καθυστερημένα ενοίκια από τον Νοέμβρη του 2014 μέχρι την 01.07.2021 ήτοι €15.150 επί τη βάση του Τεκμηρίου 1 της αίτησης.
- Η αίτηση διάλυσης 327/21, του Καθ' ου η Αίτηση‑ Αιτητή, αποκαλύπτει γεγονότα και απαίτηση πληρωμής οφειλόμενων ενοικίων που δικαιολογούν την αίτηση διάλυσης, αφού υπάρχει εκ μέρους της Καθ΄ης η Αίτηση‑ Αιτήτριας Εταιρείας αδυναμία πληρωμής των οφειλόμενων ενοικίων μετά την παρέλευση 21 ημερών από την απαίτηση πληρωμής, δια ποσόν €14.700 ποσόν δια το οποίο υπάρχει αδυναμία πληρωμής.
- Οι Αιτητές‑ Καθ' ων η Αίτηση στη μακροσκελή αίτησή τους δεν αποκαλύπτουν πώς ξεγέλασαν την πληρεξούσια αντιπρόσωπο Αυγή Γιαπανά και από τον Νοέμβριο του 2014 μέχρι τις 30.09.2020 κατέβαλλαν €350 μηνιαίως ως ενοίκια αντί €500 μηνιαίως αφού την έπεισαν ότι απολέσθη το ενοικιαστήριο έγγραφο και το ενοίκιο που προβλέπετο ήτο €350 και όχι €500 μηνιαίως βλ. (Τεκμήριο 1 της αίτησης) και προς δικαιολόγηση της απάτης, ισχυρίζεται δήθεν συμφωνία μείωσης του ενοικίου.
- Επίσης δεν αποκαλύπτουν στο Δικαστήριο πότε κατέβαλλαν τα οφειλόμενα ενοίκια από 01.10.2020 μέχρι 30.06.2021 ανερχόμενα στο ποσό των €4.500 μηνιαίως, ήτοι συνολικά οφείλονται υπό της Καθ΄ ης η Αίτηση €14.700 καθυστερημένα ενοίκια δια τα οποία υπάρχει αδυναμία πληρωμής.
- Ο διευθυντής της Καθ΄ης η Αίτηση Εταιρείας με δόλιο τρόπο έπεισε την πληρεξούσια αντιπρόσωπο ότι το συμφωνηθέν ενοίκιο ήταν €700 διά αμφότερα τα υποστατικά ήτοι €350 μηνιαίως έκαστο, με τη δικαιολογία ότι δεν υπήρχε ενοικιαστήριο έγγραφο ενώ το πληρωτέον ενοίκιο το οποίο είχε συμφωνηθεί ήτο €500 δια έκαστο κατάστημα εκ των προαναφερθέντων.
- Αναληθώς η Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία ισχυρίζεται στην παράγραφο 4 ότι συμφωνήθη η μείωση του ενοικίου από €1210 σε €
- Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί δόλο, ουδέποτε έλαβε χώρα τέτοιο γεγονός. Προβλήθη προκειμένου να καλυφθεί ο δόλος της Καθ΄ης η Αίτηση ότι το ενοίκιο ανήρχετο σε €350 αντί €500 που προέβλεπε το τεκμήριο 1 της αίτηση όταν αυτό ανευρέθη από την ΑΗΚ όπου η Καθ΄ης η Αίτηση το κατέθεσε δια να συνδέσει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος.
- Πριν 1,5 χρόνο με τη βοήθεια της Αρχής Ηλεκτρισμού, ανευρέθη το τεκμήριο 1 της αίτησης και αποκαλύφθηκαν τα ψεύδη της Καθ΄ης η Αίτηση Εταιρείας, πράγμα που επιβεβαίωσε και ο Κώστας Χριστάκη Ανδρέου, καθότι ο Χριστάκης Ανδρέου απουσιάζει στην Αυστραλία.
- Η ένορκη δήλωση του Χρυσοστόμου Σαπαχλάρη περιέχει μολυσμένη μαρτυρία αφού ο ίδιος εκμεταλλεύθη τη σκόπιμη εξαφάνιση του ενοικιαστηρίου εγγράφου και έπεισε τους δύο ιδιοκτήτες των ενοικιαζόμενων υποστατικών ότι το συμφωνηθέν ενοίκιο ήτο €350 μηνιαίως αντί €500, πράγμα αναληθές.
- Ουδέποτε η Καθ΄ης η Αίτηση Εταιρεία σύναψε με την πληρεξούσια αντιπρόσωπό του συμφωνία μείωσης του ενοικίου, ως υπάρχει ισχυρισμός και καλείται σε αυστηρά απόδειξη ως π.χ ενώπιον ποίων προσώπων έλαβε χώρα η ισχυριζόμενη μείωση.
- Από 01.10.2020, δεν καταβάλλεται κανένα ενοίκιο από την Αιτήτρια Εταιρεία». Η εν λόγω ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της πληρεξούσιας αντιπροσώπου του νέου ιδιοκτήτη, κας Αγνής Γιαπανά. Στην πλειοψηφία της η εν λόγω ένορκη δήλωση αποτελεί επανάληψη των λόγων ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση, ενώ επιπρόσθετα αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα, ως προς τα γεγονότα που η ομνύουσα θεωρεί ότι περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: - ότι η Εταιρεία με δόλιο τρόπο έπεισε την πληρεξούσια αντιπρόσωπο του νέου ιδιοκτήτη ότι το εν ισχύ Ενοικιαστήριο Έγγραφο είχε απωλεσθεί και ότι το καταβαλλόμενο ενοίκιο για τα ενοικιαζόμενα υποστατικά ήταν €700 μηνιαίως, δηλαδή €350 μηνιαίως σε έκαστο εκ των νέων ιδιοκτητών. - ότι η ίδια ουδέποτε προέβη σε μείωση του ενοικίου λόγω της οικονομικής κρίσης. - ότι οι αποδείξεις που αποτελούν το Τεκμήριο 3 (στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση) αποτελούν προϊόν μολυσμένης μαρτυρίας καθότι η ίδια υπέγραψε αυτές λόγω των ψευδών και δόλιων διαβεβαιώσεων της Εταιρείας ότι το ενοίκιο για το ενοικιαζόμενο υποστατικό ιδιοκτησίας του νέου ιδιοκτήτη ήταν €350 μηνιαίως (συνολικά €700 για τα ενοικιαζόμενα υποστατικά). - ότι στη βάση του Τεκμηρίου 1 (στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση), η Εταιρεία οφείλει μέρος καθυστερημένων ενοικίων στον νέο ιδιοκτήτη από «τον Νοέμβρη του 2014 προς €500 μέχρι 30.6.2021 μηνιαίως, ύψους €10.650 και από 1.10.2020 μέχρι 30.6.2021, €4.500 εξ ολοκλήρου». - Ότι ο διευθυντής της Εταιρείας, έπεισε με δόλιο τρόπο την πληρεξούσια αντιπρόσωπο του νέου ιδιοκτήτη να υπογράψει αποδείξεις εξόφλησης ενοικίων για το ποσό των €350 μηνιαίως, παρά το ότι γνώριζε ότι το συμφωνημένο ενοίκιο (στη βάση του Τεκμηρίου 1 επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση) ήταν €500 μηνιαίως. Τέλος, η ομνύουσα αναφέρει ότι το Ενοικιαστήριο Έγγραφο έληξε στις 28.2.2021 και η Εταιρεία κατέχει παράνομα το ενοικιαζόμενο υποστατικό και ως εκ τούτου εγέρθηκε αγωγή εναντίον της για έξωση, ενώ πρόσφατα, η Εταιρεία της παρέδωσε τα κλειδιά του ενοικιαζόμενου υποστατικού, το οποίο είναι σε άθλια κατάσταση. Νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης Η παρούσα αίτηση βασίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 212(α) και (γ), 211(ε), 213, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, θ. 26, Δ.27 θ. 3, Δ.48 θ.θ. 1, 2, 3 και 7, Δ.64 θ.θ. 1 και 2, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς 3, 4, και 8, στους περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμούς του 1993, Καν. 92 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ακροαματική διαδικασία Κατά το στάδιο της ακρόασης της παρούσας Αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν στις γραπτές τους αγορεύσεις και ουδείς εκ των ομνύοντων αντεξετάστηκε αναφορικά με το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης. Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω σε ανάλυση των σχετικών νομικών αρχών που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω εξ αρχής ότι η αίτηση για εκκαθάριση εταιρείας αποτελεί δραστικότατο μέτρο, εφόσον ουσιαστικά οδηγεί στην «θανάτωση» μίας εταιρείας και ως εκ τούτου δεν αποτελεί το κατάλληλο πλαίσιο για την εκδίκαση αμφισβητούμενης οφειλής, ούτε και πρέπει να χρησιμοποιείται καταχρηστικά ως μοχλός πίεσης έναντι μίας εταιρείας, με σκοπό να την εξαναγκάσει να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει. Είναι επομένως νομολογημένο ότι αν δεν υπάρχει εκκαθαρισμένη απαίτηση ή χρέος, τότε το Δικαστήριο μπορεί και πρέπει να θέσει, το συντομότερο δυνατόν, τέλος στην αίτηση εκκαθάρισης, ώστε να αποφευχθούν δυσμενείς συνέπειες για την Εταιρεία. Στην υπόθεση Charles Forte Investments Ltd v. Amanda
(1964)Ch. 240 Court of Appeal, αποφασίστηκε χαρακτηριστικά ότι η εκκαθάριση εταιρείας αποτελεί δραστικό μέτρο και η επιδίωξη της μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Συνεπώς, οπουδήποτε υπάρχει η ευχέρεια παροχής διαζευκτικής θεραπείας, μπορεί εύλογα να διαγραφεί η αίτηση εκκαθάρισης στα πλαίσια της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, εφόσον η αίτηση κρίνεται εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία: «The court has inherent jurisdiction to strike out a petition for winding up which is bound to fail, and to grant an injunction restraining the presentation of such petition». Επίσης, στην υπόθεση Truck and Machinery Sales Ltd v. Marubeni Komatsu Ltd
(1996)1 IR 12, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Since a winding up petition was not a legitimate means of enforcing payment of a debt which was bona fide disputed the presentation of a petition would in normal circumstances be restrained if the company in good faith and on substantial grounds disputed all liability in respect of the debt claimed". Επίσης, στο σύγγραμμα του Derek French, «Applications to Wind up Companies», στη σελ.221, αναφέρονται τα εξής: «An application to the Court for an Order striking out a petition [...] invoked the Court's inherent jurisdiction to prevent abuse of its process. This is so despite the existence of provisions in rules of court concerning abuse of process». Σχετική επί του θέματος είναι και η υπόθεση Re Martin Coulter Enterprises Ltd [1988] BCLC 12, 19, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «The power to strike out proceedings on the ground that it is in abuse of the process of the court is founded on the principle that parties are not to be harassed by frivolous, vexatious or hopeless litigation» Περαιτέρω, στην υπόθεση Re A Company [1894] 2 Ch. 349, 350, λέχθηκε ότι: «But the Court has an inherent jurisdiction to stay proceedings where they amount to an abuse of its process». Στη βάση των πιο πάνω αρχών και αυθεντιών προκύπτει ότι, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να παραμερίσει και/ή να διαγράψει αίτηση για εκκαθάριση εταιρείας, εκεί όπου η εν λόγω διαδικασία κρίνεται ως καταχρηστική, στα πλαίσια της άσκησης της σύμφυτης εξουσίας του. Κατά την ενάσκηση της σύμφυτης του εξουσίας, το Δικαστήριο έχει εξουσία να προβεί σε αντικειμενική θεώρηση του ενώπιον του μαρτυρικού υλικού, χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων. Σειρά αποφάσεων έχει καταδείξει ότι προκαλείται κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου σε σχέση με την προώθηση αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας, όταν τέτοιου είδους αίτηση καταχωρείται, μεταξύ άλλων, με σκοπό την καταπίεση της εταιρείας, για κάποιον αλλότριο σκοπό ή όταν η εκκαθάριση της εταιρείας δεν είναι προς το συμφέρον όλων των πιστωτών και συνεισφορέων της (βλ. Cadiz Waterworks Co v. Barnett
(1874)LR 19 Eq 182, Re Lympne Investments Ltd
(1972)2 All E.R. 385[1], και Re A Company
(1894)2 Ch. 349[2], Re Wheal Lovell Mining Co.
(1849)1 H.X TW 125, 128, Re Bellador Silk Ltd
(1965)1 All E.R. 667, 672, και Re A. Debtor
(1955)2 All E.R. 65 (C.A.)). Στην αγόρευση του ο συνήγορος της Εταιρείας επικαλείται τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για τον παραμερισμό και/ή τη διαγραφή της Αίτησης Εκκαθάρισης, στη βάση του ότι το κατ' ισχυρισμόν χρέος, προς τον νέο ιδιοκτήτη,
(1)εύλογα και καλόπιστα αμφισβητείται,
(2)ότι αυτό δεν είναι εκκαθαρισμένο,
(3)ότι ο νέος ιδιοκτήτης δεν αποτελεί πιστωτή εν τη έννοια του Νόμου (και άρα δεν έχει locus standi στην προώθηση της Αίτησης Εκκαθάρισης) και
(4)ότι η πιο πάνω Αίτηση Εκκαθάρισης έχει καταχωρηθεί εκ μέρους του νέου ιδιοκτήτη καταχρηστικά, για αλλότριους σκοπούς, εκδικητικά και εκβιαστικά, με αποκλειστικό σκοπό την άσκηση οικονομικής πίεσης στην Εταιρεία. Επομένως, ισχυρίζεται η Εταιρεία ότι, η Κυρίως Αίτηση εκκαθάρισης αποτελεί πρόδηλη κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και ως τέτοια θα πρέπει να παραμεριστεί. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι για να προχωρήσει μία αίτηση εκκαθάρισης, ο αιτητής πρέπει να είναι «πιστωτής» της εταιρείας (βλ. άρθρο 213
(1)του Κεφ. 113). Όταν οι αξιώσεις του αιτητή είναι αμφισβητούμενες σε ουσιαστική βάση, τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι πιστωτής εν τη έννοια του Νόμου και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται (δεν έχει locus standi) να επιζητεί την εκκαθάριση της εταιρείας. Για αυτό και όταν οι αξιώσεις των διαδίκων είναι αμφισβητούμενες (ssubstantially disputed), η κυρίως αίτηση εκκαθάρισης δεν μπορεί να προχωρήσει (βλ. Mann and another v. Goldstein an another
(1968)1 WLR 1091). Στην υπόθεση Ανδρέας Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 991, σελ.998, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Όπως καθαρά διαφαίνεται από τις πρόνοιες του εδαφίου (α) του άρθρου 212, τις οποίες κατά κύριο λόγο επικαλείται ο εφεσείων, η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής που οφείλεται από εταιρεία, θα πρέπει να προέρχεται από "πιστωτή". Τίθεται επομένως ευθέως το ερώτημα ποίος θεωρείται "πιστωτής" ή πιο συγκεκριμένα κατά πόσο ο εφεσείων - αιτητής στην εκδικασθείσα αίτηση μπορούσε να θεωρηθεί ως "πιστωτής". Παρόμοιο θέμα που αφορούσε στη διακρίβωση του ποιος μπορεί να θεωρηθεί ως "πιστωτής" μέσα στην έννοια του επόμενου άρθρου που ακολουθεί, δηλαδή του άρθρου 213
(1)του Νόμου, το οποίο παραθέτει τη διαδικασία υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας, εξετάστηκε από το Εφετείο στη Σπανού v. G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 315. Εξετάζοντας το θέμα τούτο, το Εφετείο, αφού υπενθύμισε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 213
(1)του Κυπριακού περί Εταιρειών Νόμου ήταν ταυτόσημες με τις πρόνοιες του S.224
(1)του Αγγλικού Companies Act 1948, ανέφερε και τα εξής στη σελίδα 321 του τόμου αποφάσεων: "Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οπoίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Goldstein [1968] 1 W.L.R. 1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.L.R. 523, Palmer's πιο πάνω, σελ.1127, παρ. 85-14, Halsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol.7, para. 1004). Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οπoίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen-y-van Colliery Co. [1877] 6 Ch. D. 477)". Όπως δε πρόσθεσε το Εφετείο στην ίδια απόφαση, έστω ακόμα και αν ένα μέρος της απαίτησης του αιτητή ήταν για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, αυτός εστερείτο του απαραίτητου locus standi ώστε να αιτηθεί την εκκαθάριση της εταιρείας. Ακόμη και πού παλαιότερα τα Δικαστήρια ακολουθούσαν την ίδια σταθερή προσέγγιση επί του εξεταζόμενου θέματος. Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green [1894] 70 LT 271 επανειλημμένα έχει αποφασισθεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company [1992] 2 All E.R. 797).» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση 2004, Re-issue, volume 7
(3), παράγραφος 452, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Who may not petition. . A winding-up order may not be made on a debt which is disputed in good faith by the company; the court must see that the dispute is based on a substantial ground. A dispute as to the precise amount due is not a sufficient answer to the petition. If there is a genuine dispute, the petition may be dismissed or stayed.» Επομένως, η οφειλή προς τον πιστωτή θα πρέπει να είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη (βλ. επίσης Αναφορικά με την εταιρεία Loukos Manufacturers Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 2226) και Re James Millward & Co Ltd
(1940)Ch.333). Στην υπόθεση Re a Company (No.,003079 of 1990) and other petitions
(1991)ΒCLC 235, 236, αποφασίστηκε ότι: "The test for determining whether the petition should be struck out is the same as that where there is an application to restrain the presentation of a petition or to restrain the advertisement of a petition on the grounds that there is a bona fide dispute on substantial grounds as to the company's liability to pay the debt with respect to which the winding-up order is sought. Accordingly, the Court could strike out a petition if, when the matter comes on for a substantive hearing, it is bound to be dismissed because the locus standi of the petitioner is disputed». Εκεί επομένως όπου το Δικαστήριο θεωρεί ότι υπάρχει αμφιβολία κατά πόσο το χρέος οφείλεται ή όχι, τότε είναι η εταιρεία που θα πρέπει να επωφεληθεί από αυτή την αμφιβολία. Παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την παράγραφο Α7-063 του Συγγράμματος Commercial Litigation: Pre-emptive remedies, 2007, Sweet & Maxwell : «On application by the company for an injunction to restrain the presentation of a winding up petition, the court must balance an unpaid creditors undoubted right to petition on the basis of an undisputed debt as against the company's right not to have its commercial standing and credit damaged, so being pressured into paying a debt which in not due. If there is doubt as to whether there is a genuine dispute as to whether the debt is owed or not, then it should be the company which is entitled to the benefit of it[3].» Είναι περαιτέρω νομολογημένο ότι όταν εύλογα αμφισβητείται το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό, τότε η ενδεδειγμένη διαδικασία για σκοπούς εξακρίβωσης της οφειλής δεν μπορεί να είναι η αίτηση εκκαθάρισης, αλλά τα ζητήματα εξακρίβωσης της ύπαρξης της κατ' ισχυρισμόν οφειλής, θα πρέπει να αποφασίζονται και να επιλύονται στα πλαίσια πολιτικής αγωγής (βλ. Stonegate Securities Ltd v. Gregory
(1980)1 All E.R. 241, Charles Forte Investments Ltd v. Amanda (ανωτέρω) και Mann v. Goldstein (ανωτέρω)[4]). Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης Έχω μελετήσει με προσοχή, τόσο την Κυρίως Αίτηση Εκκαθάρισης, όσο και την επίδικη Αίτηση, αλλά και την ένσταση του νέου ιδιοκτήτη. Έχω επίσης αναγνώσει όλο το μαρτυρικό υλικό που παρατίθεται προς υποστήριξη τους. Εξέτασα με προσοχή όλα τα επιχειρήματα τόσο της Εταιρείας, όσο και του νέου ιδιοκτήτη, όπως αυτά αναπτύχθηκαν στις αγορεύσεις των συνηγόρων τους στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ ευθύς αμέσως να εξετάσω κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση, η Κυρίως Αίτηση Εκκαθάρισης που καταχωρήθηκε από τον νέο ιδιοκτήτη είναι καταχρηστική και/ή έχει καταχωρηθεί για αλλότριους σκοπούς και ως εκ τούτου δικαιολογείται ο παραμερισμός και/ή η διαγραφή της στη βάση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι σαφές από μία αντικειμενική θεώρηση του μαρτυρικού υλικού που έχει προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενο χρέος τελεί υπό ουσιαστική και καλόπιστη αμφισβήτηση και ως εκ τούτου δεν αποτελεί εκκαθαρισμένη οφειλή. Και εξηγώ γιατί. Όπως φαίνεται από τα στοιχεία που έχει παραθέσει ο ομνύοντας εκ μέρους της Εταιρείας (και δεν έχουν αμφισβητηθεί καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο), η Εταιρεία, τουλάχιστον για την περίοδο από τον Ιούλιο του 2013 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2014 (οπόταν και η ιδιοκτησία των ενοικιαζόμενων υποστατικών μεταβιβάστηκε στους νέους ιδιοκτήτες) κατέβαλλε σταθερά, στην προηγούμενη ιδιοκτήτρια, κάθε μήνα το ποσό των €700 ως μηνιαίο ενοίκιο για τα ενοικιαζόμενα υποστατικά και η προηγούμενη ιδιοκτήτρια υπέγραφε σχετικές αποδείξεις είσπραξης του εν λόγω ποσού (βλ. Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης της υπό κρίση Αίτησης). Επίσης, στις εν λόγω αποδείξεις, η προηγούμενη ιδιοκτήτρια ανέγραφε ότι παραλάμβανε το ποσό της κάθε απόδειξης που εξέδιδε «για το ενοίκιο» του κάθε μήνα που εκεί αναγράφεται και όχι ως ποσό έναντι του μηνιαίου εκείνου ενοικίου, πράγμα που φαίνεται να συμβαδίζει με την εν προκειμένω εκδοχή της Εταιρείας. Διαφαίνεται περαιτέρω από το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση ότι στις 10.10.2014, όταν οι τότε δικηγόροι του νέου ιδιοκτήτη απέστειλαν την επιστολή Τεκμήριο 4 επί της ένορκης δήλωσης της υπό κρίση Αίτησης, προς την Εταιρεία για να την ενημερώσουν για την αλλαγή στην ιδιοκτησία των ενοικιαζόμενων υποστατικών, έκαναν αναφορά στην ενοικίαση του καταστήματος που ενοικιάζεται «δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου». Επομένως, φαίνεται να υπήρχε έκτοτε, εκ μέρους του νέου ιδιοκτήτη, η γνώση περί ύπαρξης του ενοικιαστηρίου εγγράφου, βάσει του οποίου διέπετο η ενοικίαση του καταστήματος «επί της Λεωφ. Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ, αρ. 199». Επίσης, από την επιστολή ημερ. 7.5.2015, η οποία στάληκε «κατ' εντολήν» του νέου ιδιοκτήτη από τους τότε δικηγόρους του (βλ. Τεκμήριο 5 επί της ένορκης δήλωσης της υπό κρίση Αίτησης), η οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε ουσιαστικό τρόπο, ζητείτο από την Εταιρεία να καταβάλει τα καθυστερημένα ενοίκια για την περίοδο από τον Νοέμβριο του 2014 μέχρι τον Μάιο του 2015, τα οποία υπολόγιζαν στο ποσό των €2.450 (πλέον τόκο 8% από 1.11.2014 μέχρι εξόφλησης), ως το ποσό που του αντιστοιχούσε από την ενοικίαση των ενοικιαζόμενων υποστατικών. Από τούτο και μόνο διαφαίνεται (χωρίς, επαναλαμβάνω να προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών) ότι ο νέος ιδιοκτήτης, μέσω των τότε δικηγόρων του, θεωρούσε ότι το μηνιαίο ενοίκιο το οποίο καταβαλλόταν για τα ενοικιαζόμενα υποστατικά ήταν €700 μηνιαίως και επομένως ότι το μέρος που του αναλογούσε ήταν το ήμισυ του εν λόγω ποσού, ήτοι €350 μηνιαίως. Εξού και ο υπολογισμός που γίνεται για τα πιο πάνω αναφερόμενα καθυστερημένα ενοίκια, γίνεται στη βάση του ποσού των €350 μηνιαίως (7 μήνες x €350 = €2.450). Είναι περαιτέρω εμφανές από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό ότι αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών, ότι τα πιο πάνω καθυστερημένα ενοίκια καταβάλλονταν από τον Ιούλιο του 2015 μέχρι την εξόφληση τους, ως επιπρόσθετο ποσό στο μηνιαίο ενοίκιο που κατέβαλλε η Εταιρεία προς τον νέο ιδιοκτήτη. Για τούτο, η πληρεξούσια αντιπρόσωπος του νέου ιδιοκτήτη από τις 27.7.2015 μέχρι και τις 10.1.2017, εισέπραττε, εκ μέρους του, το συνολικό ποσό των €500 μηνιαίως (και €450 για τον Ιανουάριο του 2017), με την σημείωση σε κάθε μία από τις εν λόγω αποδείξεις είσπραξης ότι το εν λόγω ποσό που της καταβάλλετο αφορούσε «το ενοίκιο» και/ή την «εξόφληση του ενοικίου» για έκαστο μήνα που αναγράφετο στην εν λόγω απόδειξη «και έναντι υπολοίπου» του ποσού των πιο πάνω καθυστερημένων ενοικίων (βλ. Τεκμήριο 6 επί της ένορκης δήλωσης της υπό κρίση Αίτησης). Είναι επίσης κοινώς παραδεκτό από τα μέρη ότι, το μηνιαίο ποσό το οποίο κατέβαλλε η Εταιρεία στο νέο ιδιοκτήτη (μέσω της πληρεξούσιας αντιπροσώπου του), για το μέρος των ενοικιαζόμενων υποστατικών ιδιοκτησίας του, ήταν το ποσό των €350 μηνιαίως και ότι η πληρεξούσια αντιπρόσωπος του εξέδιδε αποδείξεις είσπραξης για τούτο ακριβώς το ποσό, χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη. Ενδεικτικά, από το Τεκμήριο 6 (βλ. πιο πάνω) διαφαίνεται ότι από την απόδειξη είσπραξης ημερ. 7.2.2017 μέχρι και την απόδειξη είσπραξης ημερ. 15.11.2017, η πληρεξούσια αντιπρόσωπος του νέου ιδιοκτήτη εισέπραττε από την Εταιρεία το ποσό των €350 μηνιαίως με την ένδειξη «εξόφληση ενοικίου» για κάθε αντίστοιχο μήνα που εξέδιδε την εν λόγω απόδειξη. Ενώ, από τις καταστάσεις λογαριασμού (που αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 6) διαφαίνεται ότι η Εταιρεία κατέβαλλε μηνιαίως στο νέο ιδιοκτήτη, μέσω εμβάσματος, το ποσό των €350 ως το ενοίκιο που του αναλογεί. Εκείνο που ουσιαστικά ισχυρίζεται ο νέος ιδιοκτήτης είναι ότι οι εν λόγω αποδείξεις είσπραξης είναι το αποτέλεσμα των κατ' ισχυρισμόν δόλιων πράξεων εκ μέρους της Εταιρείας, με τις οποίες έπεισε την πληρεξούσια αντιπρόσωπο του ότι το μηνιαίο ενοίκιο ήταν συνολικά €700, και κατ' επέκταση ότι το μέρος του ενοικίου που του αναλογούσε ήταν €350 μηνιαίως. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων, ούτε και μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε ευρήματα περί της ύπαρξης ή μη δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της Εταιρείας προς την πληρεξούσια αντιπρόσωπο του νέου ιδιοκτήτη σε ό,τι αφορά το ποσό του ενοικίου και κατ' επέκταση κατά πόσο η έκδοση και υπογραφή των εν λόγω αποδείξεων είσπραξης από την πληρεξούσια αντιπρόσωπο του νέου ιδιοκτήτη αποτελεί το αποτέλεσμα των ισχυριζόμενων δόλιων πράξεων της Εταιρείας. Εν πάση περιπτώσει, το κατά πόσο η Εταιρεία δολίως ή μη έπεισε την πληρεξούσια αντιπρόσωπο του νέου ιδιοκτήτη ότι το μηνιαίο ενοίκιο ήταν €700 για τα ενοικιαζόμενα υποστατικά (και κατ' επέκταση ότι το ποσό που αντιστοιχούσε στον νέο ιδιοκτήτη ήταν €350 μηνιαίως), δεν προκύπτει εξόφθαλμα από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Δεικνύει όμως το γεγονός ότι το κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενο χρέος τελεί υπό αμφισβήτηση και δεν αποτελεί εκκαθαρισμένη οφειλή και ότι το κατάλληλο πλαίσιο για να εξεταστεί ο όποιος ισχυρισμός περί δόλου και/ή περί της ύπαρξης οφειλής εκ μέρους της Εταιρείας, είναι η πολιτική αγωγή και όχι η Αίτηση Εκκαθάρισης. Από όλα τα πιο πάνω, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι το κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενο ποσό δεν αποτελεί εκκαθαρισμένη οφειλή εκ μέρους της Εταιρείας και επομένως η Κυρίως Αίτηση Εκκαθάρισης καταχωρήθηκε καταχρηστικά εκ μέρους του νέου ιδιοκτήτη. Το καταχρηστικό της καταχώρησης της Κυρίως Αίτησης Εκκαθάρισης, προκύπτει αβίαστα και από το γεγονός ότι ούτε ο νέος ιδιοκτήτης έχει σαφή θέση ως προς το ύψος του ενοικίου που του αναλογεί. Και εξηγώ. Ο νέος ιδιοκτήτης στην απαίτηση του ημερ. 8.3.2021 που επέδωσε στην Εταιρεία (η μη πληρωμή της οποίας οδήγησε στην καταχώρηση της Κυρίως Αίτησης Εκκαθάρισης), απαιτεί το ποσό των €14.700, το οποίο ισχυρίζεται ότι προκύπτει ως το γινόμενο των μηνών επί της διαφοράς μεταξύ του ποσού των €600 που θα έπρεπε να καταβάλλεται από την Εταιρεία ως μηνιαίο ενοίκιο με το ποσό των €350 το οποίο καταβάλλετο μηνιαίως από την Εταιρεία, ενώ στην ένσταση του και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, ισχυρίζεται ότι το εν προκειμένω οφειλόμενο χρέος αποτελεί τη διαφορά η οποία προκύπτει μεταξύ του ποσού των €500 που θα έπρεπε να καταβάλλεται ως μηνιαίο ενοίκιο από την Εταιρεία, με το ποσό των €350 που εν τέλει καταβάλλετο. Εν πάση περιπτώσει, ούτε το ποσό των €600, ούτε το ποσό των €500 προκύπτει ως μηνιαίο ενοίκιο από το εν ισχύ τότε Ενοικιαστήριο Έγγραφο (Τεκμήριο 2 επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση), εφόσον το εκεί συμφωνημένο ενοίκιο για την πρώτη περίοδο ενοικίασης ήταν το ποσό των €1100 μηνιαίως (που εξ ημισείας θα αντιστοιχούσε σε ποσό €550 μηνιαίως) και για την δεύτερη περίοδο ενοικίασης ήταν το ποσό των €1210 μηνιαίως (που εξ ημισείας θα αντιστοιχούσε σε ποσό €605 μηνιαίως). Στη δε βάση του Τεκμηρίου 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, το ποσό των €600 μηνιαίως, είχε συμφωνηθεί ως ενοίκιο για την περίοδο μέχρι τις 28.2.2016 και μεταγενέστερα αυτό ανέρχετο σε €660 μηνιαίως μέχρι τις 28.2.2021 και ως εκ τούτου για ολόκληρη την περίοδο στην οποία αναφέρεται η απαίτηση ημερ. 8.3.2021, δεν προκύπτει σταθερό συμφωνημένο μηνιαίο ενοίκιο είτε ύψους €600 μηνιαίως, είτε €500 μηνιαίως, τα οποία προβάλλονται διαζευκτικά από το νέο ιδιοκτήτη (βλ. απαίτηση ημερ. 8.3.2021 και ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει). Πέραν των όσων αναφέρω ανωτέρω, προκύπτει από την ίδια την ένσταση και την ένορκη δήλωση του νέου ιδιοκτήτη, ότι, ενώ σε ένα σημείο αυτής αναφέρει ότι από τον Νοέμβριο του 2014 μέχρι και τις 30.9.2020 προκύπτουν καθυστερημένα ενοίκια εκ ποσού €15.150, σε άλλο σημείο για την περίοδο από τον Νοέμβριο του 2014 μέχρι τις 30.6.2021 αναφέρει ότι προκύπτουν καθυστερημένα ενοίκια για το ποσό των €10.650 και για την περίοδο από την 1.10.2020 μέχρι τις 30.6.2021 για το ποσό των €4.500 (συνολικά €15.150). Σε άλλο σημείο της ένστασης του, αναφέρει ότι στη βάση του Τεκμηρίου 1 της Αίτησης προκύπτουν καθυστερημένα ενοίκια για την περίοδο από το Νοέμβριο 2014 μέχρι την 1.7.2021 για το ποσό των €15.150, ενώ σε άλλο σημείο της ένστασης του αναφέρει ότι συνολικά οφείλεται από την Εταιρεία το ποσό των €14.700 ως καθυστερημένα ενοίκια μέχρι την 30.6.2021 (που αφορά και χρονική περίοδο μετά την αποστολή της απαίτησης του ημερ. 8.3.2021 προς την Εταιρεία). Επομένως, για την περίοδο από το Νοέμβριο του 2014 μέχρι τις 30.6.2021 ή από τον Νοέμβριο 2014 μέχρι την 1.7.2021, προκύπτουν διαφορετικά υπολογιζόμενα οφειλόμενα ποσά, τα οποία αντιστοιχούν σε κατ' ισχυρισμόν καθυστερημένα οφειλόμενα ενοίκια εκ μέρους της Εταιρείας και ως εκ τούτου η απαίτηση του νέου ιδιοκτήτη διαφαίνεται να τελεί υπό αμφισβήτηση ακόμη και από τον ίδιο και ως εκ τούτου ουδόλως αποτελεί εκκαθαρισμένη οφειλή. Από όλα τα πιο πάνω, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι, αφενός το κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενο ποσό δεν αποτελεί εκκαθαρισμένη οφειλή εκ μέρους της Εταιρείας, και αφετέρου, ότι τούτο το γνώριζε και ο ίδιος ο νέος ιδιοκτήτης κατά την καταχώρηση της Κυρίως Αίτησης του εναντίον της Εταιρείας. Στη βάση όλων των πιο πάνω και χωρίς να προβαίνω σε οποιοδήποτε αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων, προκύπτει ξεκάθαρα ότι η παρούσα Αίτηση Εκκαθάρισης έχει καταχωρηθεί και προωθηθεί καταχρηστικά εκ μέρους του νέου ιδιοκτήτη, ως μοχλός πίεσης στην Εταιρεία για να καταβάλει χρήματα τα οποία εν γνώση του εύλογα τελούν υπό αμφισβήτηση ότι οφείλονται και επομένως δεν αποτελούν εκκαθαρισμένη οφειλή. Επομένως, αποτελεί τελική κρίση μου ότι η Εταιρεία κατάφερε να αποσείσει το βάρος που φέρει και να αποδείξει στο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο ότι η Κυρίως Αίτηση προωθείται καταχρηστικά μιας και, ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χατζηγιάννης (ανωτέρω), η προώθηση της Αίτησης Εκκαθάρισης με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής χρέους υπό αμφισβήτηση συνιστά κατάχρηση και, ως τέτοια, θα πρέπει να απορριφθεί, ενώ νέα Αίτηση Εκκαθάρισης χωρεί μόνο μετά από επιτυχή έκβαση σχετικής αγωγής εναντίον της Εταιρείας. Τέλος, και τούτο για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι η ενέργεια της Εταιρείας να καταχωρήσει ένσταση στην Κυρίως Αίτηση και συνάμα να προωθεί και την υπό κρίση Αίτηση, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για απόρριψη της τελευταίας ως καταχρηστικής, ως ο νέος ιδιοκτήτης διατείνεται, καθότι, ως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά της υπόθεσης, η ένσταση της καταχωρήθηκε στα πλαίσια συμμόρφωσης της με σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, η φύση της υπό κρίση Αίτησης είναι τέτοια, που εκ των πραγμάτων, η εκδίκαση της θα έπρεπε να προηγηθεί της εκδίκασης της Κυρίως Αίτησης, αφού μέσω της, επιδιώκεται η απόρριψη της τελευταίας. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει και η Κυρίως Αίτηση Εκκαθάρισης ημερ. 13.5.2021 παραμερίζεται και κατά συνέπεια απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα της υπό κρίση Αίτησης, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα και ως εκ τούτου τα έξοδα της υπό κρίση Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας Εταιρείας (Καθ' ης η Αίτηση στην Κυρίως Αίτηση) και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση (Αιτητή στην Κυρίως Αίτηση), ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............. Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] όπου αποφασίστηκε ότι: «The court must not be used as a debt collecting agency, nor as a means of bringing improper pressure to bear on a company». [2] όπου λέχθηκε ότι: «In my judgment, if I am satisfied that a petition is not presented in good faith and for the legitimate purpose of obtaining a winding-up order, but for other purposes, such as putting pressure on the company, I ought to stop it if its continuance is likely to cause damage to the company». [3] υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου. [4] όπου λέχθηκε ότι: «the winding up jurisdiction is not for the purpose of deciding a disputed debt.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο