Ευγένιος Κολαρίδης κ.α. ν. Σάββας Γιάγκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3855/16, 10/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3855/16
- Ευγένιος Κολαρίδης
- Private Institute of Accountancy Kolarides Ltd Ενάγοντες -και-
- Σάββας Γιάγκου
- Σάββας Γιάγκου εμπορευόμενος με την επωνυμία Private Institute of Accountancy "Accountancy 4U" Εναγόμενοι Ημερομηνία: 10.4.2023 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/ Αιτητές: κ. Γ. Τριλλίδης για Πολάκης Σαρρής & Σια ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους/ Καθ' ων η Αίτηση: κ. Σ. Αγγελίδης για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (στην αίτηση ημερ. 7.10.2022 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης) Εισαγωγή Με την υπό κρίση Αίτηση, οι Ενάγοντες-Αιτητές επιζητούν την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης τους, διά της προσθήκης τριών
(3)παραγράφων, με τις οποίες ουσιαστικά επιθυμούν να δικογραφήσουν περαιτέρω παραβιάσεις των πνευματικών τους δικαιωμάτων από τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση, αλλά και για να προβάλουν ισχυρισμούς για αθέμιτο ανταγωνισμό εκ μέρους των Εναγομένων εναντίον τους. Όπως εμφαίνεται από την Αίτηση, οι αιτούμενες τροποποιήσεις στην Έκθεση Απαίτησης των Αιτητών, είναι οι εξής: (Α) Προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου, ως παράγραφος 18: «Πέραν των πιο πάνω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως στο βιβλίο και/ή το σύγγραμμα και/ή εγχειρίδιο των Εναγομένων με τίτλο «Level 2 Book Keeping and Accounts» με ημερομηνία έκδοσης τον Μάιο του 2016 οι Εναγόμενοι άνευ αδείας ή γνώσης των Εναγόντων συμπεριέλαβαν και/ή αναπαρήγαγαν και/ή παρουσίασαν και εξέθεσαν ως δικά τους, αυτούσια και εκτενή αποσπάσματα και/ή χωρία και/ή μέρη και/ή πίνακες και/ή σχεδιαγράμματα τα οποία προϋπήρχαν σε έργα των Εναγόντων και συγκεκριμένα στο βιβλίο των Εναγόντων με τίτλο «Level 2 Accounting» με ημερομηνία έκδοσης Μάρτιο του
- Συγκεκριμένα, και ενδεικτικά αλλά όχι κατ' ανάγκην αποκλειστικά, μέρος ή το σύνολο του περιεχόμενου των σελίδων 65, 66, 97, 134, 136, 137, 152, 160, 170, 191, 193 του εν λόγω βιβλίου των Εναγομένων είναι πανομοιότυπο ή όμοιο ή παρόμοιο με το περιεχόμενο στις σελίδες 79, 80, 89, 40, 215, 216, 218, 219, 253, 261, 276, 300-303 του εν λόγω βιβλίου των Εναγομένων και αποτελεί παραβίαση της πνευματικής τους ιδιοκτησίας.» (Β) Προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου, ως παράγραφος 19: «Πέραν των πιο πάνω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως στο βιβλίο και/ή το σύγγραμμα και/ή εγχειρίδιο των Εναγομένων με τίτλο «Level 3 Higher Theory & Practice Questions» με ημερομηνία έκδοσης τον Απρίλιο του 2013 οι Εναγόμενοι άνευ αδείας ή γνώσης των Εναγόντων συμπεριέλαβαν και/ή αναπαρήγαγαν και/ή παρουσίασαν και εξέθεσαν ως δικά τους, αυτούσια και εκτενή αποσπάσματα και/ή χωρία και/ή μέρη και/ή πίνακες και/ή σχεδιαγράμματα τα οποία προϋπήρχαν σε έργα των Εναγόντων και συγκεκριμένα στο βιβλίο των Εναγόντων με τίτλο «Level 3 Accounting» με ημερομηνία έκδοσης το
- Συγκεκριμένα, και ενδεικτικά αλλά όχι κατ' ανάγκην αποκλειστικά, μέρος ή το σύνολο του περιεχόμενου των σελίδων 21, 46, 47, 55, 56, 57, 58, 59, 60, 89, 90 του βιβλίου των Εναγομένων είναι πανομοιότυπο ή όμοιο ή παρόμοιο με το περιεχόμενο στις σελίδες 69, 70, 103, 104,127, 128, 129, 130, 133, 134, 136, 217, 218, 219, 220 του εν λόγω βιβλίου των Εναγομένων και αποτελεί παραβίαση της πνευματικής τους ιδιοκτησίας.» (Γ) Προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου, ως παράγραφος 20: «Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ο αθέμιτος ανταγωνισμός και/ή η εν γένει διαγωγή των Εναγομένων εκδηλώθηκε από το 2014 και αργότερα διά της δημοσίευσης σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αποστολής διά μηνυμάτων sms σχολίων και αναφορών με ειρωνικό ή περιπαικτικό ή απρεπές περιεχόμενο για το πρόσωπο και την επαγγελματική κατάρτιση των Εναγόντων και/ή διά της διαφήμισης των υπηρεσιών των Εναγόμενων με ανάρμοστο και προκλητικό τρόπο». Η νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης και η Ένορκη Δήλωση που την υποστηρίζει Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 θ.1-5, την Δ.48 θ.1, 2
(1), 2
(2)και 9, καθώς επίσης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την Αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες στην πιο πάνω αγωγή (στο εξής «η ομνύουσα στην Αίτηση»). Δεν κρίνω σκόπιμο, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, καθότι αυτό θα αποτελούσε έργο αχρείαστο. Συνοπτικά, αναφέρει η ομνύουσα στην Αίτηση ότι, ο λόγος για τον οποίο προβαίνει η ίδια στην εν λόγω ένορκη δήλωση είναι γιατί αυτή αφορά αμιγώς νομικά ζητήματα, αλλά και επειδή η μετακίνηση του Ενάγοντα 1 στο Δικαστήριο δεν θα ήταν ευχερής, λόγω της μεγάλης ηλικίας του. Περαιτέρω, αναφέρει ότι, κατά το έτος 2016 που καταχωρήθηκε το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, οι Ενάγοντες δεν γνώριζαν το εύρος της πιθανής παραβίασης των δικαιωμάτων τους από τους Εναγόμενους και για αυτό το λόγο επιφύλαξαν το δικαίωμα τους (στην παράγραφο 17 της Έκθεσης Απαίτησης τους) να επανέλθουν με νέα διαβήματα στην περίπτωση που αντιληφθούν ότι τα δικαιώματα τους είχαν παραβιαστεί, από τους Εναγόμενους, σε μεγαλύτερη έκταση. Αναφέρει επίσης η ομνύουσα στην Αίτηση ότι, στις 6.10.2022, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, θεώρησαν ότι δεν θα ήταν απίθανο, λόγω του παλαιού της υπόθεσης, η ακροαματική διαδικασία να ξεκινήσει και για αυτό οι συνήγοροι των Εναγόντων συναντήθηκαν με τον Ενάγοντα 1, με σκοπό την προετοιμασία της μαρτυρίας του. Σε εκείνο το στάδιο, «επιχειρήθηκε»[1], μεταξύ άλλων, η σύναξη του μαρτυρικού υλικού που θα παρουσίαζαν ενώπιον του Δικαστηρίου και διαφάνηκε ότι σε δύο
(2)βιβλία των Εναγομένων (προφανώς αυτά που επιθυμούν τώρα να δικογραφήσουν, ήτοι έκδοσης Μαΐου 2016 και Απριλίου 2013), υπήρχε εκτενής αντιγραφή[2] δύο
(2)βιβλίων των Εναγόντων, χωρίς οι Εναγόμενοι να έχουν προηγουμένως λάβει την άδεια των Εναγόντων για τούτο. Αναφέρει η ομνύουσα ότι, τα εν λόγω δύο βιβλία των Εναγομένων, δεν ήταν στην κατοχή των Εναγόντων κατά το χρόνο καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης τους και μόλις αυτοί ανακάλυψαν τούτα, προχώρησαν χωρίς καμία καθυστέρηση και με καλή πίστη στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Τέλος, είναι η θέση της ομνύουσας ότι τυχόν έγκριση της υπό κρίση Αίτησης, δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημία στους Εναγόμενους, εφόσον η εκδίκαση της αγωγής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει και δεν προστίθεται νέα βάση αγωγής με την προσθήκη των αιτούμενων παραγράφων στην Έκθεση Απαίτησης. Η Ένσταση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει Η υπό κρίση Αίτηση προσέκρουσε την ένσταση των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους στην πιο πάνω αγωγή (στο εξής «η ομνύουσα στην Ένσταση»), και με την οποία οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν 12 συνολικά λόγους ένστασης ως προς το γιατί η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση, όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε και από το περιεχόμενο της αγόρευσης του συνηγόρου τους, ότι δεν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις που θέτουν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί και/ή η νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, εφόσον δεν προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση (α) οποιοδήποτε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, (β) ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων και (γ) καθότι ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση, εκ μέρους των Εναγόντων, στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, χωρίς να παρατίθεται οποιαδήποτε βάσιμη αιτιολογία για τούτο και ως εκ τούτου η υπό κρίση Αίτηση είναι κακόπιστη. Ακροαματική διαδικασία Κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση περίπτωση, δεδομένου ότι η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί στις 3.8.2016, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται στην Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμόζεται η Δ.25, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την έκδοση του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2015. Ειδικότερα, η νέα Δ.25 καθορίζει με λεπτομέρεια σε ποιο στάδιο της διαδικασίας μπορεί να γίνει τροποποίηση ενός δικογράφου και υπό ποιες προϋποθέσεις. Η νέα Δ.25 θ.1 έχει ως ακολούθως[3]: «1.
(1)[.....]
(2)[.....]
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»[4] Είναι εμφανές από τα πιο πάνω ότι, στο στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ζητείται η επίδικη τροποποίηση, δηλαδή μετά την Κλήση για Οδηγίες, δεν επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφων εκτός κατ' εξαίρεση και αφού προηγηθεί η παραχώρηση σχετικής άδειας του Δικαστηρίου. Επομένως, η παλαιότερη νομολογία, που αφορούσε την καταργηθείσα Δ.25, η οποία παρείχε ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει τροποποιήσεις σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, δεν μπορεί πλέον να έχει ιδιαίτερη χρησιμότητα αναφορικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της νέας Δ.25. Στην ουσία, έχει εισαχθεί μια νέα τάξη πραγμάτων, στην οποία το Δικαστήριο, στην περίπτωση που έχει εκδοθεί Κλήση για Οδηγίες, για να επιτρέψει την τροποποίηση, πρέπει να πεισθεί ότι συντρέχει μία εκ των δύο προϋποθέσεων που τίθενται στη Δ.25, θ. 1
(3), ήτοι (α) το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στην σύνταξη της δικογραφίας ή (β) να έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας. Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, προχωρώ ευθύς αμέσως να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση. Έχω διεξέλθει με προσοχή την υπό κρίση Αίτηση, την Ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτήν, καθώς επίσης και το μαρτυρικό υλικό που τις υποστηρίζει και έχω μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις που οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της παρούσας. Κατ' αρχήν, σημειώνω ότι, στην παρούσα περίπτωση, οι Αιτητές δεν προβάλλουν οποιοδήποτε ισχυρισμό, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, ότι υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης τους και ότι για αυτό το λόγο επιζητούν τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Επομένως, η μία εκ των δύο προϋποθέσεων που θέτει η Δ.25 θ. 1
(3), για να επιτραπεί η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, κατ' εξαίρεσην, δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση και άρα δεν τυγχάνει εφαρμογής. Ενόψει των πιο πάνω, είναι εμφανές ότι, εκείνο που πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα περίπτωση είναι, κατά πόσο η μή συμπερίληψη των αιτούμενων, δια της προσθήκης, παραγράφων στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων, σε προηγούμενο στάδιο, εμπίπτει στη δεύτερη εξαίρεση της Δ.25 θ. 1
(3), ήτοι κατά πόσο οι εν λόγω ισχυρισμοί αποτελούν «νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης». Σε ότι αφορά τα αιτητικά υπό στοιχεία (Α) και (Β) της υπό κρίση Αίτησης, είναι εμφανές ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις, οι Αιτητές επιθυμούν να αναφερθούν σε βιβλία και/ή συγγράμματα και/ή εγχειρίδια των Εναγομένων, τα οποία εκδόθηκαν κατά τον Μάιο του 2016 και τον Απρίλιο του 2013, αντίστοιχα, τα οποία, κατ' ισχυρισμόν των Αιτητών, παραβιάζουν τα ιδιοκτησιακά πνευματικά τους δικαιώματα, αφού περιλαμβάνουν αυτούσια και εκτενή αποσπάσματα από δικά τους βιβλία προγενέστερων εκδόσεων. Αναφορικά με το αιτητικό υπό στοιχείο (Γ) της υπό κρίση Αίτησης, οι Αιτητές επιδιώκουν την καταγραφή γεγονότων και/ή ισχυρισμών που θεμελιώνουν την αξίωση τους για αποζημιώσεις για αθέμιτο ανταγωνισμό[5], τα οποία αφορούν την χρονική περίοδο από το έτος 2014. Από όλα τα πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις αναφέρονται σε γεγονότα τα οποία προϋπήρχαν της καταχώρησης της παρούσας αγωγής εκ μέρους των Εναγόντων. Παρά ταύτα, οι Αιτητές δεν περιέλαβαν τούτα στην Έκθεση Απαίτησης που καταχώρησαν, ούτε και προέβηκαν σε οποιοδήποτε αίτημα τροποποίησης σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας και δη πριν την καταχώρηση της Κλήσης για Οδηγίες. Επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, ουδόλως προκύπτει ότι τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί που τώρα επιθυμούν να παραθέσουν οι Αιτητές (με τις αιτούμενες τροποποιήσεις) δεν ήταν υπαρκτά κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης τους. Το μόνο που αναφέρουν οι Αιτητές, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση τους, είναι ότι οι ίδιοι δεν γνώριζαν, κατά το στάδιο της καταχώρησης της αγωγής τους, το εύρος της πιθανής παραβίασης των δικαιωμάτων τους από τους Εναγόμενους, εξού και στην παράγραφο 17 της Έκθεσης Απαίτησης που καταχώρησαν, επιφύλαξαν το δικαίωμα τους «να επανέλθουν με νέα διαβήματα εάν στο μέλλον αντιληφθούν ότι η παραβίαση των δικαιωμάτων τους έχει μεγαλύτερη έκταση από όση γνωρίζουν το 2016»[6] και ότι τα εν λόγω συγγράμματα και γεγονότα (που επιθυμούν τώρα να δικογραφήσουν) περιήλθαν εις γνώση τους κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση. Στο παρόν στάδιο σημειώνω ότι, το γεγονός ότι οι Αιτητές, μέσω της Έκθεσης Απαίτησης τους, επιφύλαξαν το δικαίωμα τους να προβούν σε μελλοντικά διαβήματα αν περιέρχετο εις γνώση τους περαιτέρω παραβίαση των δικαιωμάτων τους, ουδόλως αναιρεί το αυστηρό γράμμα της Δ.25 θ.1
(3)και το γεγονός ότι η τροποποίηση δικογράφου δεν συνιστά πλέον αναφαίρετο δικαίωμα, αλλά για να επιτραπεί, μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες, θα πρέπει να συντρέχει μία εκ των δύο προϋποθέσεων που θέτει αυστηρά η Δ.25 θ. 1
(3). Το γεγονός ότι οι Αιτητές, αποφάσισαν να προετοιμάσουν την υπόθεση τους και να συλλέξουν το μαρτυρικό τους υλικό πολύ μεταγενέστερα της καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης τους, και δη όταν πλέον αντιλήφθηκαν ότι «λόγω της παλαιότητας»[7] της υπόθεσης, η ακρόαση της ήταν πιθανόν να ξεκινήσει, δεν μεταβάλλει, ούτε και αναιρεί το γεγονός ότι όλα τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί που επιθυμούν τώρα να προβάλουν μέσω της αιτούμενης τροποποίησης, ήταν υπαρκτά κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης τους, και θα μπορούσαν να ήταν εις γνώση τους, αν επιδείκνυαν τη δέουσα επιμέλεια, κατά την σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης τους ή έστω πριν την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες. Αποτελεί θέση του συνηγόρου των Αιτητών ότι τα εν λόγω συγγράμματα και/ή εγχειρίδια που τώρα επιθυμούν οι Αιτητές να δικογραφήσουν, δεν θα μπορούσαν να περιέλθουν εις γνώση τους ενωρίτερα με τη δέουσα επιμέλεια, εφόσον αυτοί εξ αρχής ζητούσαν από τους Εναγόμενους να τους παραδώσουν αντίγραφα όλων των εγχειριδίων τους και οι τελευταίοι αρνούντο να πράξουν τούτο[8]. Προς ενίσχυση του εν λόγω ισχυρισμού του, ο συνήγορος των Αιτητών αναφέρεται σε επιστολή ημερ. 12.7.2016, η οποία δικογραφείται στην παράγραφο 13 της Έκθεσης Απαίτησης που καταχωρήθηκε εκ μέρους των Αιτητών, η οποία απεστάλη από τους τελευταίους προς τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση. Στο σημείο αυτό, κρίνω σκόπιμο να παρατηρήσω το εξής. Όλα όσα αναφέρονται στην αγόρευση των Αιτητών, περί της στάσης που επέδειξαν οι ίδιοι αλλά και οι Καθ' ων η Αίτηση, τόσο πριν την καταχώρηση της αγωγής όσο και μετά την καταχώρησης της (ήτοι αν ζητήθηκαν τα εν λόγω εγχειρίδια από τους Αιτητές ή αν αυτά δόθηκαν ή όχι από τους Καθ' ων η Αίτηση και οι λόγοι που προβλήθηκαν για τούτο), τις επιστολές που ανταλλάχθηκαν από αυτούς, αλλά και το τι διαμείφθηκε μεταξύ τους, αποτελούν μόνο δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμούς των διαδίκων στα καταχωρημένα δικόγραφα τους και δεν αποτελούν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι δε καλά νομολογημένο ότι τα δικόγραφα αποτελούν το μέσο καταγραφής των εκατέρωθεν ουσιωδών και κατά συνοπτικό τρόπο ισχυρισμών, αλλά δεν ισοδυναμούν με μαρτυρικό υλικό (βλ. Δ.19, θ.4 και Odgers' Principles of Pleadings and Practice 21η έκδ. σελ. 77), με τον κάθε διάδικο να έχει την υποχρέωση να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του (βλ. Λουκαΐδης v. Εκδοτικής Εταιρείας Αλήθεια Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 22). Πέραν τούτου, είναι καλά νομολογημένο ότι οι αγορεύσεις, δεν αποτελούν παραδεκτό μέσο προσαγωγής μαρτυρίας ή διεύρυνσης των επίδικων θεμάτων (βλ. NA Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 739). Επομένως, τα όσα αναφέρονται από το συνήγορο των Αιτητών, μέσω της αγόρευσης του, ως προς το λόγο που οι Αιτητές δεν έλαβαν οποιοδήποτε διάβημα προγενέστερα για να τροποποιήσουν την Έκθεση Απαίτησης τους, δεν μπορούν επ' ουδενί να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, εφόσον δεν αποτελούν μαρτυρία ενώπιον του[9]. Πέραν όμως και ανεξάρτητα τούτου, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι Αιτητές, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, δεν αναφέρουν πως, εν τέλει, πριν την ακρόαση της υπόθεσης, τα εν λόγω συγγράμματα και/ή εγχειρίδια, τα οποία δεν τους παρέδιδαν οι Καθ' ων η Αίτηση, τα οποία κατ' ισχυρισμόν αδυνατούσαν οι Αιτητές να βρουν τόσα χρόνια και για τα οποία δεν γνώριζαν κατά το χρόνο καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης τους, περιήλθαν, όλως τυχαίως, εις γνώση τους κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση όταν πλέον «επιχειρήθηκε»[10] η σύναξη του μαρτυρικού τους υλικού. Τουναντίον, το μόνο ασφαλές συμπέρασμα, στη βάση των αναφορών των Αιτητών, στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση τους, είναι ότι αν επιχειρείτο εξ αρχής να συναχθεί το μαρτυρικό τους υλικό προς υποστήριξη της υπόθεσης τους, θα ανευρίσκοντο και τα εγχειρίδια τα οποία, όλως τυχαίως, ανευρέθηκαν κατά την προετοιμασία τους για την ακρόαση της υπόθεσης. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, σε ότι αφορά το αιτητικό υπό στοιχείο (Γ) της υπό κρίση Αίτησης, είναι εμφανές από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει ότι, τίποτε δεν αναφέρεται σε αυτή γιατί τα όσα τώρα επιθυμούν να αναφέρουν οι Αιτητές με την προσθήκη της εν λόγω παραγράφου, δεν τα δικογράφησαν κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης τους, δεδομένου ότι αφορούν γεγονότα και ισχυρισμούς που διαδραματίστηκαν κατά το έτος 2014 (ήτοι πριν την καταχώρηση της αγωγής) ή τουλάχιστον γιατί δεν προέβηκαν στα κατάλληλα διαβήματα για να τροποποιήσουν τα δικόγραφα τους πριν την καταχώρηση της Κλήσης για Οδηγίες. Περαιτέρω, τίποτα δεν αναφέρουν οι Αιτητές ως προς το πως και πότε περιήλθαν εις γνώση τους τα εν λόγω μηνύματα (sms), δημοσιεύματα και γενικά η κατ' ισχυρισμόν μεμπτή διαγωγή των Καθ' ων η Αίτηση εναντίον τους. Το μόνο που αναφέρεται, και αυτό μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου των Αιτητών, είναι πως η αιτούμενη προσθήκη, συνιστά «εξειδίκευση» της αξίωσης, στην παράγραφο 18(Στ) της Έκθεσης Απαίτησης τους, για αποζημιώσεις για αθέμιτο ανταγωνισμό και ότι δεν θα μπορούσαν τα εν λόγω γεγονότα να ήταν γνωστά στον Ενάγοντα 1, ο οποίος όντας 82 ετών έχει περιορισμένη επαφή με αυτά τα μέσα. Εντούτοις, οι εν λόγω ισχυρισμοί και θέσεις, οι οποίες προβάλλονται μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου των Αιτητών, δεν αποτελούν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και επομένως δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τους λόγους που ήδη έχουν εξηγηθεί ανωτέρω. Από όλα τα πιο πάνω, είναι εμφανές ότι αν οι Αιτητές επιδείκνυαν τη δέουσα επιμέλεια κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής και της Έκθεσης Απαίτησης τους, όλα τα εν λόγω γεγονότα και ισχυρισμοί, οι οποίοι προϋπήρχαν της εν λόγω καταχώρησης, θα μπορούσαν να δικογραφηθούν έκτοτε ή τουλάχιστον θα μπορούσαν οι Αιτητές να λάβουν τα δέοντα διαβήματα πριν την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες και να τροποποιήσουν την Έκθεση Απαίτησης τους. Εντούτοις, όπως φαίνεται και από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, οι Αιτητές προχώρησαν στην συλλογή του μαρτυρικού υλικού τους όταν πλέον ήταν εμφανές σε αυτούς ότι η ακρόαση της υπόθεσης τους θα ξεκινούσε, και όταν έπραξαν τούτο, όλα τα εν λόγω γεγονότα που ήταν υπαρκτά πριν την καταχώρηση της αγωγής τους περιήλθαν εις γνώση τους. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει καμία εκ των δύο προϋποθέσεων που θέτει η Δ.25 θ. 1
(3), εφόσον, αφενός η υπό κρίση Αίτηση δεν εδράζεται στην ύπαρξη εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης και, αφετέρου, δεν έχει διαπιστωθεί ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη σύνταξη και καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης των Αιτητών, για όλους τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω. Ενόψει τούτου, η παρούσα Αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Παρά το γεγονός ότι τα πιο πάνω σφραγίζουν και την τύχη της παρούσας Αίτησης, κρίνω σκόπιμο, για σκοπούς πληρότητας και μόνο να αναφέρω ότι η παρούσα Αίτηση θα απορριπτόταν και για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθησή της. Σε σχέση, ειδικά, με τον παράγοντα καθυστέρηση στην προώθηση μιας αίτησης, ως η υπό εξέταση, αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, λέχθηκε ότι, «όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσείοντων, στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Παρομοίως, στην υπόθεση C&Α Pelekanos Associates Ltd ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2075, με παραπομπή και στα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon ν. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, σημειώθηκε ότι, εκεί που παρατηρείται καθυστέρηση και αργοπορία στην εκδήλωση του διαβήματος για άδεια τροποποίησης διά προσθήκης ισχυρισμών για τους οποίους υπήρχε δυνατότητα προώθησης τους σε προηγούμενο στάδιο, θα πρέπει ο αιτητής να εξηγεί ικανοποιητικά την παράλειψη του αυτή. Στη βάση δε του δεδομένου που ίσχυε σε εκείνη την περίπτωση και δη του γεγονότος ότι οι εφεσείοντες δεν προσδιόρισαν τον χρόνο κατά τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή και γνώση τους τα έγγραφα (το περιεχόμενο των οποίων δικαιολογούσε, κατά τους ίδιους, την προώθηση της αίτησης τροποποίησης), το Δικαστήριο έκρινε ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του επίδικου αιτήματος, δεν δικαιολογήθηκε. Έκρινε δε την παράλειψη αυτή ως καθοριστική και επί αυτής της βάσης απέρριψε την αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στον τρόπο που αντιμετώπισε το ζήτημα το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ανέφερε τα εξής: «Η πρωτόδικη κατάληξη ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση είναι, μέχρι του σημείου που εκτείνεται ορθή». Με το ίδιο σκεπτικό, και δη της απουσίας εξήγησης αναφορικά με το γιατί η προτεινόμενη τροποποίηση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε προγενέστερο, του σταδίου που επιχειρείται, χρόνο, ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως ήταν τότε, κύριος Πικής, απέρριψε αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd ν. MTR Metals(Overseas) Ltd, Αρ. 1
(1996)1 Α.Α.Δ. 162. Στην υπόθεση A. Xατζηλαμπρή ν. Πετεινού
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1022, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο ειδικά στην πάροδο του χρόνου από τη μέρα της καταχώρησης του Κλητήριου Εντάλματος, μέχρι και τη μέρα υποβολής της αίτησης τροποποίησης, σημείωσε τα εξής σχετικά: «κατά την άποψη μας, η καθυστέρηση των 2 1/2 χρόνων από την ημέρα καταχώρησης του κλητήριου εντάλματος, μέχρι την υποβολή της πρώτης αίτησης τροποποίησης που απορρίφθηκε και των 4 1/2 χρόνων μέχρι την υποβολή της δεύτερης αίτησης, ήταν ένας ακόμη ισχυρός παράγοντας για απόρριψη της αίτησης, ανεξάρτητα από τη γενική πρόνοια των θεσμών ότι η τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η καθυστέρηση όχι μόνο δεν δικαιολογήθηκε, αλλά εμφανώς παραβίαζε το θεμελιώδες δικαίωμα του αντίδικου, για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο. Η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την άποψη μας, ασκήθηκε ορθά με γνώμονα πρωτίστως τα συμφέροντα της δικαιοσύνης». Τέλος, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817, αναφερόμενο, ειδικά, στον τρόπο που προσέγγισε το πρωτόδικο Δικαστήριο την αίτηση, σημείωσε ότι «δεν έχουμε διαπιστώσει οτιδήποτε μεμπτό στην πρωτόδικη απόφαση. Τόσο η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι ο εφεσείων επέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στη λήψη διαβημάτων για τροποποίηση του δικογράφου του, όσο και η κατάληξη ότι η εν λόγω παράλειψη του ουδόλως αιτιολογήθηκε, μας βρίσκει σύμφωνους. Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. (Bold Astor Manufactory (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω)). Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αργοπορία του εφεσείοντα να επιδιώξει τροποποίηση του δικογράφου του, προβάλλει ανάγλυφη μέσα από το ιστορικό των γεγονότων που περιβάλλουν το θέμα. Η αγωγή εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου αναμένοντας εκδίκαση για 7 και πλέον χρόνια. Μετά από μια σειρά ανησυχητικών εξελίξεων, στα πλαίσια των οποίων η εκδίκαση της υπόθεσης οδηγείτο από αναβολή σε αναβολή, εξελίξεις για τις οποίες η πλευρά του εφεσείοντα δεν είναι απαλλαγμένη ευθυνών, η υπόθεση ορίστηκε τελικά για ακρόαση στις 13/01/09, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η ακρόαση. Ενδεικτικό της συμπεριφοράς του εφεσείοντα συνιστά το γεγονός ότι ενώ η υπεράσπιση των εφεσίβλητων καταχωρήθηκε τον Μάρτιο του 2003, η απάντηση στην υπεράσπιση δεν καταχωρήθηκε παρά μόνο έναν χρόνο αργότερα και συγκεκριμένα στις 21.05.04, όπως και το γεγονός ότι για έναν και πλέον χρόνο ο εφεσείων, για λόγους που δεν έχουν αποκαλυφθεί παρέμεινε άπρακτος, δεν επεδίωξε τροποποίηση του δικογράφου του, ειμί μόνο, τέσσερεις μέρες πριν την ακρόαση της αγωγής, γεγονός που εγείρει σοβαρά ερωτηματικά αναφορικά με τις πραγματικές προθέσεις του και τους στόχους της αίτησης». Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από την πιο πάνω, σχετική με τη καθυστέρηση στην προώθηση ενός αιτήματος, ως το υπό εξέταση, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι ότι, η υποχρέωση ενός αιτητή που προωθεί ένα τέτοιο αίτημα καθυστερημένα, να αιτιολογήσει την καθυστέρηση και να εξηγήσει τους λόγους που δεν το προώθησε προηγουμένως, δεν ατονεί. Τουναντίον, παράλειψη του να ενεργήσει προς αυτή τη κατεύθυνση, δυνατόν (ανάλογα με τον τύπο, φύση και χρησιμότητα της επιδιωκόμενης τροποποίησης, αλλά, ενδεχομένως, και το κίνητρο πίσω από την προσπάθεια μεταβολής του δικογράφου) να οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης του. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Αιτητές δεν δίδουν καμία εξήγηση γιατί άφησαν να παρέλθουν 6 και πλέον χρόνια από την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης τους μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης τροποποίησης, ειδικά μετά που μεσολάβησαν και όλα τα διαβήματα με βάση την νέα Δ.30 και ειδικότερα οι ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων, ονομαστικοί κατάλογοι μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας. Το μόνο που αναφέρουν είναι ότι κατά την προετοιμασία της υπόθεσης τους για ακρόαση, επιχειρήθηκε η σύναξη του μαρτυρικού τους υλικού και διαφάνηκε ότι υπήρχαν και δύο άλλα συγγράμματα των Εναγομένων που παραβιάζουν τα ιδιοκτησιακά πνευματικά τους δικαιώματα. Για το πότε ακριβώς τούτα περιήλθαν στην κατοχή τους και πως, ουδεμία εξήγηση δίδουν οι Αιτητές στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, ούτε και δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση σε αυτήν, γιατί από το 2014 που υπήρχαν οι εν λόγω δημοσιεύσεις, διαφημίσεις και μηνύματα (sms), δεν δικογράφησαν οι Αιτητές τούτα ή γιατί δεν έλαβαν οποιοδήποτε διάβημα να τροποποιήσουν τα δικόγραφά τους προηγουμένως. Τουναντίον, τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, ξεκάθαρα δεικνύουν ότι άφησαν 6 και πλέον χρόνια από την καταχώρηση της αγωγής τους να παρέλθουν, χωρίς να προβούν στα απαραίτητα διαβήματα συλλογής του μαρτυρικού τους υλικού προηγουμένως. Αν επεδείκνυαν την δέουσα επιμέλεια στην προετοιμασία της υπόθεσης τους, όλα τα εν λόγω γεγονότα και ισχυρισμοί που τώρα επιθυμούν να προβάλουν, θα ήταν εις γνώση τους προηγουμένως, εφόσον αυτά προϋπήρχαν της καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης τους, και θα τα δικογραφούσαν στο κατάλληλο στάδιο. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω, θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα και ως εκ τούτου επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών (αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα), όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση. [2] «εκτενές copy/paste» όπως αναφέρεται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση. [3] Για σκοπούς της παρούσας δεν αφορούν τα δύο πρώτα στάδια και αυτό γιατί η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες. [4] υπογράμμιση δική μου. [5] Βλ. παράγραφο 18(Στ) της Έκθεσης Απαίτησης. [6] Βλ. παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση. [7] Βλ. παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση. [8] Βλ. σελίδα 8 της αγόρευσης των Αιτητών στην υπό κρίση Αίτηση. [9] Βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Αντώνη Κυριάκου, Πολ. Αίτηση 78/2016, ημερ. 3.8.2016, Yugos Finance BV και Άλλων v Halebay Holdings Limited
(2013)1(A) AΑΔ 569. [10] Βλ. παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο