← Κύπρος

Παγκύπριου Οργανισμού Αγελαδοτρόφων (ΠΟΑ) Δημόσια Λτδ ν. Κυπριακού Οργανισμού Αγροτικών Πληρωμών (ΚΟΑΠ) κ.α., Αρ. Αγωγής: 4807/2011, 15/5/2023

Παγκύπριου Οργανισμού Αγελαδοτρόφων (ΠΟΑ) Δημόσια Λτδ ν. Κυπριακού Οργανισμού Αγροτικών Πληρωμών (ΚΟΑΠ) κ.α., Αρ. Αγωγής: 4807/2011, 15/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυΐδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4807/2011 Μεταξύ: Παγκύπριου Οργανισμού Αγελαδοτρόφων (ΠΟΑ) Δημόσια Λτδ Ενάγουσας ‑ και -

  1. Κυπριακού Οργανισμού Αγροτικών Πληρωμών (ΚΟΑΠ)
  2. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εκπροσωπούντος του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού Εναγόμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15.05.2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κ. Δ. Καϊλης για Προύντζος & Προύντζος Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους: κ. Χρ. Φρακάλας για Ιωαννίδης & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η παράθεση εξ αρχής ουσιαστικών γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, είτε αυτά αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των πλευρών είτε παρέμειναν αδιαμφισβήτητα από τους διαδίκους, κρίνεται ότι θα εξυπηρετούσε, καθιστώντας ευχερέστερη τόσο την παρακολούθηση και την εξέλιξη τους, όσο και την κατανόηση των ειδικότερων ζητημάτων που απασχολούν στην παρούσα. Ως αναδύεται από το σύνολο όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, η ενάγουσα, Δημόσια Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με μέλη παραγωγούς αγελαδινού γάλακτος και/ή βόειου κρέατος, (στο εξής ΠΟΑ) ασχολείται με την εμπορία του γάλακτος και του κρέατος που παράγουν τα μέλη της. Ο Κυπριακός Οργανισμός Αγροτικών Πληρωμών, (στο εξής ΚΟΑΠ) αποτελεί ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο που ιδρύθηκε με βάση νόμο (Ν.67(I)/2003). Ανάμεσα στα καθήκοντα και αρμοδιότητές του, είναι η εκταμίευση και διαχείριση κονδυλίων που δικαιούται η Κύπρος από την Ευρωπαϊκή Ένωση και η εφαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, όπως και η διαχείριση των ενισχύσεων που καταβάλλονται από εθνικούς πόρους για στήριξη της γεωργίας και της υπαίθρου. Ο ΚΟΑΠ, σύμφωνα με τον ως άνω νόμο, διατηρεί παράλληλα το δικαίωμα διορισμού αναδόχων για την έγκριση σχετικών πληρωμών σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς και οργανισμούς, διατηρώντας παράλληλα την ευθύνη για τις πληρωμές και την άσκηση ελέγχου στις δραστηριότητες των αναδόχων. Ήταν σε αυτό το πλαίσιο που με βάση σχετική συμφωνία, ημερ. 05/01/2004, διόρισε ως ανάδοχο για το ζήτημα της προώθησης γεωργικών προϊόντων σε τρίτες χώρες, το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας & Τουρισμού ως τότε ονομαζόταν το τελευταίο πριν μετονομαστεί σε Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου & Βιομηχανίας (στο εξής ΥΕΕ&Β). Στις 12.12.2008, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε Πρόγραμμα Συγχρηματοδότησης από Ευρωπαϊκά Κονδύλια, ειδικότερα το Πρόγραμμα Ενημέρωσης και Προώθησης Ευρωπαϊκών Γαλακτοκομικών Προϊόντων σε Τρίτες Χώρες (Ρωσία‑Ουκρανία), έχοντας προηγηθεί προς τούτο σχετική πρόταση μέσω του ΥΕΕ&Β. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα, Διακρατικό ως ήταν, θα εκτελούσαν από κοινού η Κυπριακή ΠΟΑ με τον αντίστοιχο της Βουλγάρικο οργανισμό, (BADP) που υπέβαλε παρόμοια αίτηση την ίδια περίοδο. Οι προτείνοντες το πρόγραμμα οργανισμοί, δηλαδή η ενάγουσα και ο BADP, κατόπιν σχετικού διαγωνισμού, επέλεξαν την εταιρεία Agropromotion Sprl ως Οργανισμό Εκτέλεσης του ως άνω Διακρατικού Προγράμματος, επιλογή η οποία εγκρίθηκε και από το Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου & Βιομηχανίας. Συντονιστής του Προγράμματος ορίστηκε η Κύπρος. Στις 24.04.2009, υπογράφτηκε μεταξύ της ενάγουσας και του ΥΕΕ&Β, (ως τότε ονομαζόταν) αναδόχου του εναγόμενου 1, σχετική σύμβαση (Τεκμήριο 7). Παράρτημα της ως άνω σύμβασης, μεταξύ άλλων, αποτέλεσε και συμφωνητικό έγγραφο μεταξύ των Προτείνοντων Οργανισμών (της ΠΟΑ και του BADP) και του Οργανισμού Εκτέλεσης, δηλαδή της Agropromotion Sprl. Η συνολική προϋπολογισθείσα δαπάνη του προγράμματος, καθορίστηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο ποσό των €4.988.000,
  3. Το 50% του ως άνω ποσού θα καταβάλλετο από κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 30% του ποσού θα κατεβάλλετο σε ποσοστό 60% από την Κυπριακή Δημοκρατία και σε ποσοστό 40% από τη Βουλγαρία, ενώ το εναπομείναν 20% του ως άνω αναφερόμενου ποσού, θα καταβαλλόταν σε ποσοστό 60% από την ενάγουσα και 40% από τον αντίστοιχο οργανισμό της Βουλγαρίας (BADP). Το πρόγραμμα θα διεξαγόταν σε τρεις ετήσιες φάσεις, από 24.04.2009 μέχρι 23.4.2012, ενώ η κάθε φάση θα χωριζόταν σε 4 τρίμηνα. Στο τέλος εκάστου τριμήνου η ενάγουσα θα έπρεπε να υποβάλλει αίτηση πληρωμής προς την αρμόδια αρχή, ήτοι το ΥΕΕ&Β, για να της καταβληθεί το 80% του ποσού που η ίδια ήδη θα είχε καταβληθεί προς τον Οργανισμό Εκτέλεσης, (Agropromotion Sprl) ενώ το υπόλοιπο ποσοστό, ύψους 20%, θα κατακρατείτο μέχρι να αποπερατωθεί η κάθε ετήσια φάση, θα καταβαλλόταν δε στο τέλος κάθε ετήσιας φάσης, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης καταβολής του υπολοίπου. Σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα, πριν υποβάλει σχετική αίτηση για την καταβολή των δαπανών που ο Οργανισμός Εκτέλεσης διεκδικούσε, όφειλε να καταβάλλει τις εν λόγω δαπάνες εντός συγκεκριμένων προθεσμιών. Με βάση τους όρους της συμφωνίας ημερομηνίας 24.04.2009, η ενάγουσα ενημέρωσε το ΥΕΕ&Β ότι για την εκτέλεση των εργασιών γραμματειακής υποστήριξης, ειδικότερα για τον συντονισμό, έλεγχο και την παρακολούθηση του ως άνω Προγράμματος, είχε επιλεγεί από τους δύο Προτείνοντες Οργανισμούς η εταιρεία Freenote Ltd, έναντι συγκεκριμένου ποσού αμοιβής για κάθε ένα από τα τρία έτη που προβλεπόταν ότι θα διαρκούσε το πρόγραμμα. Η αμοιβή της Freenote Ltd για την εκτέλεση των εργασιών γραμματειακής υποστήριξης που της ανατέθηκαν, καθορίστηκε στη βάση του ποσού των επιλέξιμων δαπανών, η οποία όμως, σύμφωνα με το Παράρτημα 3 της σχετικής σύμβασης, δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει το 6% των επιλέξιμων δαπανών. Παρεμβάλλεται ότι η ενάγουσα υπέβαλε εγγύηση καλής εκτέλεσης της ως άνω σύμβασης, ύψους €182.400, ημερομηνίας 2.4.2009, ενώ παράλληλα, στις 20.5.2009, υπέβαλε επιπρόσθετη εγγυητική, (Εγγυητική Προκαταβολής, ημερομηνίας 20.5.2009) ύψους €401.300, η οποία αφορούσε την πρώτη φάση του προγράμματος, ως επίσης επιπρόσθετη Εγγυητική Προκαταβολής ύψους €227.967,00, ημερ. 17.04.2010, η οποία αφορούσε τη δεύτερη φάση του προγράμματος. Κατά την εξέλιξη του Προγράμματος διενεργούντο από το ΥΕΕ&Β διάφοροι έλεγχοι, στα πλαίσια των οποίων πιστοποιείτο η εκτέλεση των διαφόρων ενεργειών που προβλεπόταν σε αυτό. Η ενάγουσα, με δεδομένο ότι κατέβαλε στον Οργανισμό Εκτέλεσης το σύνολο του ποσού που σύμφωνα με το πρόγραμμα επιβάρυνε τη συμμετοχή της Κύπρου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατέθεσε διάφορες αιτήσεις ενδιάμεσων πληρωμών προς τους εναγόμενους 2 για τις δύο πρώτες φάσεις του Προγράμματος. Κατά τον ίδιο τρόπο υπεβλήθη από τον αντίστοιχο οργανισμό της Βουλγαρίας (BADP) σχετική αίτηση πληρωμής προς της βουλγάρικες αρχές σε σχέση με τη συμμετοχή της Βουλγαρίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πρόγραμμα. Περεταίρω, μετά τη συμπλήρωση της πρώτης φάσης του ως άνω προγράμματος, η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση πληρωμής του υπολοίπου, για το ποσό των €232.697,00 ενώ μετά τη συμπλήρωση της δεύτερης φάσης του προγράμματος, υπέβαλε αίτηση για την καταβολή του ποσού των €552.395,00, ως τέτοιο υπόλοιπο. Το ΥΕΕ&Β, ενώ αποδέχτηκε τιμολόγια του πρώτου τριμήνου της πρώτης φάσης, χωρίς να απαιτήσει την προσκόμιση περαιτέρω στοιχείων, με σχετική επιστολή του, ζήτησε από την ενάγουσα περαιτέρω στοιχεία, δικαιολογητικά, τιμολόγια και αποδείξεις σε σχέση με την αίτηση που η ενάγουσα υπέβαλε για τη δεύτερη ενδιάμεση πληρωμή της πρώτης φάσης. Ίδια ήταν η στάση της και για τις υπόλοιπες αιτήσεις πληρωμής της ενάγουσας. Πρόσθετα στοιχεία ή επεξηγήσεις που προσφέρθηκαν από την πλευρά της ενάγουσας σε σχέση με τα διεκδικούμενα πιο πάνω ποσά, δεν έγιναν αποδεχτά, ενώ της υπεδείχθη ότι η διεκδίκηση από μέρους της των ποσών που οι σχετικές αιτήσεις της αφορούσαν, γινόταν κατά παράβαση της σχετικής σύμβασης ημερομηνίας 24.04.2009, της ευρωπαϊκής αλλά και εθνικής νομοθεσίας. Ακολούθησε ανταλλαγή πληθώρας επιστολών επί του ζητήματος μεταξύ των διάδικων μερών, εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και δικηγόρων, ως επίσης συναντήσεις επί του θέματος τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, με την ενάγουσα να υποστηρίζει πως όσα η ίδια έθεσε υπόψη των εναγόμενων, δικαιολογούσαν την καταβολή των διεκδικούμενων ποσών και ότι εν πάση περιπτώσει δεν είχε στη διάθεση της άλλα στοιχεία. Αντίθετα οι εναγόμενοι επέμεναν στην αναγκαιότητα προσκόμισης από την ενάγουσα περαιτέρω στοιχείων και δικαιολογητικών. Ενόψει της εξέλιξης των πραγμάτων, το ΥΕΕ&Β με επιστολή ημερ. 27.04.2011, ως υποστηρίζει, αποφάσισε αρχικά τη διακοπή του προγράμματος, ενώ στις 03.02.2012, (έχοντας στο μεταξύ καταχωρηθεί στις 07.07.2001 η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή) με σχετική επιστολή του, προχώρησε στον τερματισμό της σύμβασης ημερ. 24.04.
  4. Μέσω της υπό συζήτηση αγωγής, η ενάγουσα διεκδικεί τελικά €1.321.257, πλέον τόκους (€737.557,00 ως υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό για την εκτέλεση των δύο πρώτων φάσεων του προγράμματος και €583.700,00 που αντιπροσωπεύουν την καταβολή από μέρους της εγγυητικής προκαταβολής της πρώτης φάσης και της εγγυητικής καλής εκτέλεσης, (€401.300,00 και €182.400,00 αντίστοιχα) αφού κατά δήλωση του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας η εγγυητική προκαταβολής της δεύτερης φάσης (€227.967,00) δεν υφίσταται πλέον. Περαιτέρω, αξιώνει €471.430,00 πλέον τόκους, ποσό που η ενάγουσα διατείνεται ότι κατέβαλε καθ' όλη τη διάρκεια εκτέλεσης του προγράμματος και αντιστοιχούσε στο 20% ίδιας συνεισφοράς, ως επίσης €2.000.000 ως γενικές αποζημιώσεις, ενόψει αθέτησης της συμφωνίας και αντισυμβατικής συμπεριφοράς. Στον αντίποδα των πιο πάνω, οι εναγόμενοι πέραν της απόρριψης της αγωγής, διεκδικούν ανταπαιτητικώς, δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι ενάγουσα παραβίασε ουσιώδη όρο και/ή όρους της συμφωνίας ημερομηνίας 24.04.2009 και ότι απώλεσε τόσο την εγγύηση καλής εκτέλεσης όπως και τις εγγυητικές εκτέλεσης των δύο πρώτων φάσεων του Προγράμματος, κατ' αναλογία των ποσών της χρηματοδοτικής συμμετοχής των κρατών μελών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως. Αξιώνουν επίσης ποσά που καταβλήθηκαν ήδη στην ενάγουσα κατά την εξέλιξη του Προγράμματος πλην όμως θα πρέπει να επιστραφούν, καθότι, είτε δεν καλύπτονται από αντίστοιχες επιλέξιμες δαπάνες (€202,621) είτε καταβλήθηκαν αχρεωστήτως (€917.448). Το πιο πάνω γενικό πλαίσιο γεγονότων, διανθισμένο και εμπλουτισμένο με πληθώρα λεπτομερειών, στοιχείων, τεκμηρίων και μαρτυρίας που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, αποτέλεσε τη βάση για την προβολή των διαμετρικά αντίθετων τοποθετήσεων και θέσεων της ενάγουσας και των εναγόμενων όσον αφορά την επιτυχία ή μη, είτε των διεκδικήσεων της ενάγουσας, ως διαμορφώθηκαν κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, είτε των απαιτήσεων των εναγόμενων ως προκρίνονται με την ανταπαίτηση τους. Θέσεις, που ως οι συνήγοροι των δύο πλευρών ομονοούν και υποδεικνύουν, εδράζονται πρωτίστως στην διαφορετική προσέγγιση και ερμηνεία που η κάθε πλευρά υποστηρίζει ότι πρέπει να αποδοθεί, όχι μόνο στις πρόνοιες των επίδικων συμβάσεων αλλά και της σχετικής Ευρωπαϊκής νομοθεσίας και Κανονισμών, της Κυπριακής νομοθεσίας αλλά και της νομολογίας. Όπου πραγματικά ερίζουν είναι τα αποτελέσματα συγκεκριμένων και αποδεκτών συμπεριφορών, πράξεων ή παραλείψεων των διαδίκων και/ή των εκπροσώπων τους και οι πιθανές επιπτώσεις τους, εντασσόμενες στο πλαίσιο της μεταξύ τους σύμβασης, ημερ. 24.04.2009 και πάντα υπό το πρίσμα σχετικής Ευρωπαϊκής αλλά και Κυπριακής νομοθεσίας. Για την παρουσίαση της υπόθεσης της, η πλευρά της ενάγουσας κάλεσε ως μοναδικό μάρτυρα τον Γενικό Διευθυντή και Γραμματέα της, Νίκο Παπακυριακού, ενώ από την πλευρά των εναγόμενων προσφέρθηκε μαρτυρία από τον Σωκράτη Σωκράτους, (ΜΥ1) προϊστάμενο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο του Τμήματος Έγκρισης Πληρωμών του Κ.Ο.Α.Π. στο οποίο προωθούνταν τα αιτήματα πληρωμών από το ΥΕΕ&Β προς εκτέλεση, ως επίσης από την κα Αλίκη Ιορδάνους, (ΜΥ2) λειτουργό μέχρι το 2018 στον Κλάδο Προώθησης Γεωργικών Προϊόντων της Υπηρεσίας Εμπορίου του ΥΕΕ&Β. Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν αποτελεί ασφαλώς, πρόθεση του Δικαστηρίου να την επαναλάβει στα πλαίσια της παρούσας απόφασης κάνοντας ειδικότερη αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της. Τούτο όχι μόνον δεν απαιτείται αλλά και δεν συνίσταται, για πρακτικούς κυρίως λόγους (βλ. κατ' αναλογία: G & K Exclusives Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά.

(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 88, 92 και Paphos Stones Sea Estates v. Ζαβρού κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1854, 1859). Καθηκόντως, το Δικαστήριο, προσδιορίζοντας τα επίδικα θέματα και ζητήματα θα πρέπει να τα συναρθρώσει με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας για να καταλήξει στο τέλος σε σαφή και σχετικά ευρήματα (βλ. Λάρκου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1399). Άλλωστε, στη συντριπτική της πλειοψηφία, η προσκομισθείσα μαρτυρία αποτελεί σχολιασμό αδιαμφισβήτητων γεγονότων και της εξέλιξης τους ως επίσης επιχειρηματολογία εκ μέρους του κάθε μάρτυρος για την ορθότητα της προσέγγισης και θεώρησης των πραγμάτων από μέρους τους. Συνοπτικά και περιοριζόμενο στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτήν. Αυτονόητο είναι εξάλλου ότι κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας, ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια, ανεξαρτήτως απουσίας ρητής παράθεσης της στην παρούσα (βλ. Ανδρονίκου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486). Καταθέτοντας ο Νίκος Παπακυριακού από το ειδώλιο του μάρτυρος, αναφέρθηκε με περισσή λεπτομέρεια στην εξέλιξη των γεγονότων όσον αφορά την έγκριση του επίδικου Διακρατικού Προγράμματος, στη σχετική σύμβαση που υπογράφηκε στις 24.04.2009 μεταξύ της ενάγουσας και του ΥΕΕ&Β ως ανάδοχου του Κ.Ο.Α.Π. και τα σχετικά παραρτήματα της, ως επίσης στις πρόνοιες τους. Εξήγησε μεταξύ άλλων τις ενέργειες/δράσεις που έπρεπε να διεκπεραιωθούν κατά την υλοποίηση του Προγράμματος, ως επίσης τον τρόπο κατανομής της συνολικής προϋπολογισθείσας δαπάνης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Βουλγαρίας, της ενάγουσας και του αντίστοιχου με αυτή βουλγάρικου οργανισμού (BADP). Η ενάγουσα, συμπλήρωσε, ως Προτείνων Οργανισμός, ενημέρωσε το ΥΕΕ&Β για την επιλογή και τοποθέτηση της εταιρείας Freenote Ltd για την εκτέλεση εργασιών γραμματειακής υποστήριξης, συντονισμού και ελέγχου του Προγράμματος. Παραπέμποντας στις πρόνοιες των σχετικών συμβάσεων, υπογραμμίζοντας την υποχρέωση της ενάγουσας να τακτοποιεί εντός νόμιμων προθεσμιών τις δαπάνες που παρουσίαζε ο Οργανισμός Εκτέλεσης, ήτοι η Agropromotion Sprl, πριν η ίδια υποβάλει αίτηση για την επιστροφή τους από την αρμόδια εθνική αρχή, υπέδειξε ότι έτσι ενεργούσε η ενάγουσα, πληρώνοντας κατά τη διάρκεια της πρώτης και δεύτερης φάσης του Προγράμματος τον Οργανισμό Εκτέλεσης για τις ενέργειες του Προγράμματος που διεκπεραιώνονταν και ζητώντας στη συνέχεια, με αίτηση που υπέβαλλε προς το ΥΕΕ&Β, την καταβολή σε αυτήν του 80% της κάθε δαπάνης, ως οι πρόνοιες της συμφωνίας ημερομηνίας 24.04.2009 αλλά και των σχετικών Ευρωπαϊκών Κανονισμών. Στην εξέλιξη των πραγμάτων, υπέδειξε, το ως άνω Υπουργείο άρχισε να απαιτεί από την ενάγουσα την προσκόμιση περαιτέρω στοιχείων, αποδείξεων και τιμολογίων, με τα οποία θα υποστηρίζονταν οι απαιτήσεις του Οργανισμού Εκτέλεσης. Οι εναγόμενοι, υποστήριξε, δεν είχαν οποιοδήποτε δικαίωμα να επιζητούν από την ενάγουσα τα επιπρόσθετα στοιχεία, αποδείξεις και τιμολόγια. Η τελευταία, διαφωνώντας με την αναγκαιότητα προσκόμισης τέτοιων επιπρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων και δηλώνοντας αδυναμία να εξασφαλίσει αυτά, αντέδρασε, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει ανταλλαγή σχετικής επιστολογραφίας μεταξύ των διαδίκων, των δικηγόρων τους, του Οργανισμού Εκτέλεσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καθώς και διάφορες συναντήσεις για το ζήτημα, στις οποίες με λεπτομέρεια αναφέρθηκε. Οι ενάγοντες, υπέδειξε ο μάρτυς, ενήργησαν πάντα εντός του πλαισίου της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας και Κανονισμών και της σύμβασης μεταξύ των μερών, σε αντίθεση με τους εναγόμενους, οι οποίοι, ενώ είχαν καθήκον να επιζητήσουν και να εξασφαλίσουν τις αναγκαίες κατά την άποψη τους πληροφορίες, αποδείξεις και στοιχεία από οποιοδήποτε, παρέλειψαν να πράξουν τούτο. Καθ' όλα παράτυπα, υποστηρίζει, οι εναγόμενοι αποφάσισαν αρχικά τη διακοπή του Προγράμματος και στο τέλος τον τερματισμό της σύμβασης ημερομηνίας 24.04.
  1. Ο ΜΥ1, Σωκράτης Σωκράτους, αναφέρθηκε επίσης με λεπτομέρεια στο επίδικο Πρόγραμμα και στη συμφωνία ημερομηνίας 24.04.
  2. Εξηγώντας ανάμεσα σε άλλα τον τρόπο υποβολής των αιτημάτων των εναγόντων προς τους εναγόμενους για πληρωμή διάφορων δαπανών που γίνονταν στο πλαίσιο του ως άνω Προγράμματος, παραπέμποντας σε σχετικές Ευρωπαϊκές Οδηγίες και Κανονισμούς, επέμενε ότι ο εντοπισμός του πραγματικού κόστους των ενεργειών που συντελούνται αποτελεί ουσιαστική εργασία και παράμετρο για την έγκριση της πληρωμής οποιωνδήποτε δαπανών σε περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση. Επέμενε σθεναρά στη θέση πως θα έπρεπε να καταβάλλεται το πραγματικό κόστος υλοποίησης οποιασδήποτε ενέργειας προβλεπόταν στο επίδικο Πρόγραμμα. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, εξήγησε, τα κονδύλια τα οποία δεν εγκρίνονταν και για τα οποία επιζητούντο περαιτέρω λεπτομέρειες, αποδείξεις και στοιχεία, αφορούσαν ενέργειες για τις οποίες δεν μπορούσε να επιβεβαιωθεί το πραγματικό τους κόστος. Η επιμονή των εναγόμενων επί του ζητήματος και οι ενέργειες τους προς τούτο, υποστήριξε, ήταν απόλυτα δικαιολογημένες και κινούνταν εντός του πλαισίου νομοθετικών προνοιών αλλά και των συμβατικών τους υποχρεώσεων, έχοντας ως σκοπό τη διαφύλαξη δημόσιου χρήματος και την προάσπιση των οικονομικών συμφερόντων τόσο της Δημοκρατίας, όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άλλωστε, η πιο πάνω στάση τους επί του ζητήματος, στο πλαίσιο του καθήκοντος τους να επιβεβαιώσουν το πραγματικό κόστος που τελικά θα έπρεπε να αποδοθεί στους αιτητές-δικαιούχους, επιβεβαιώθηκε και στα πλαίσια συνάντησης που έλαβε χώρα στη Σόφια στις 04.11.2010 μεταξύ των ενδιαφερομένων πλευρών και εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παραπέμποντας σε σχετική επιστολή και πρακτικά τα οποία τηρήθηκαν κατά την εν λόγω συνάντηση. Δεν παρέλειψε εξ' άλλου να αναφερθεί στις ανησυχίες οι οποίες προέκυψαν στους εναγόμενους ως «εποπτικές αρχές» όσον αφορά την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού κόστους αλλά και το «ποιον» διαφόρων εταιρειών που παρουσιάζονταν ότι δήθεν εκτελούσαν διάφορες εργασίες, δράσεις και ενέργειες του Προγράμματος, εξηγώντας μεταξύ άλλων πως ως διαφάνηκε στο πλαίσιο ερευνών που έγιναν, πέραν του γεγονότος ότι αυτές ελέγχονταν στο τέλος της ημέρας από ένα και μόνο πρόσωπο, ουσιαστικά αποτελούσαν «εταιρείες κέλυφος», χωρίς προσωπικό, εγκαταστάσεις και οποιαδήποτε πραγματική δραστηριοποίηση. Δυστυχώς, υπέδειξε, παρά τις προσπάθειες των εναγόμενων και τις πολλαπλές ευκαιρίες που δόθηκαν στην ενάγουσα, η τελευταία αρνήθηκε να συνεργαστεί με τους εναγόμενους. Αντίθετα, αντί να συνεργαστεί μαζί με τις αρμόδιες εποπτικές για το Πρόγραμμα αρχές, στα πλαίσια της προσπάθειας των τελευταίων να διερευνήσουν το σχετικό ζήτημα και να εντοπίσουν τα πραγματικά κόστη, επέλεξε δυστυχώς, λανθασμένα, να συνταχθεί με τον Οργανισμό Εκτέλεσης, (Agropromotion Sprl) για τον οποίο στο εξωτερικό και ειδικότερα στο Βέλγιο, δρομολογήθηκαν διάφορες ποινικές διαδικασίες, οι οποίες σχετίζονται με ζητήματα όπως αυτά που απασχολούν στην παρούσα. Αποτελώντας περαιτέρω θέση του ότι οι υπόνοιες για παρατυπίες που είχαν εντοπιστεί, όπως υπερτιμολογήσεις που παρατηρήθηκαν, από μόνες τους αποτελούσαν επαρκή βάση για τη διακοπή της σύμβασης και τη μη συνέχιση του Προγράμματος, υπογράμμισε παράλληλα, παραπέμποντας στις πρόνοιες της σχετικής σύμβασης, την δυνατότητα που υπάρχει στην περίπτωση που ήθελε διαπιστωθεί η καταβολή αχρεωστήτως διαφόρων ποσών, ο δικαιούχος να πρέπει να τα επιστρέψει προσαυξημένα με τόκους. Η Αλίκη Ιορδάνους, (ΜΥ2) εξήγησε ότι η όλη διαφορά με την ενάγουσα σε σχέση με την πληρωμή των ποσών για τα οποία υπέβαλε σχετικές αιτήσεις, προέκυψε κατά το στάδιο της υποβολής αιτήσεων πληρωμών από την ενάγουσα στην τρίτη ενδιάμεση πληρωμή της πρώτης φάσης του Προγράμματος. Έχοντας διαπιστώσει ότι εταιρείες που φέρονταν ότι εκτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία των δράσεων/εργασιών του Προγράμματος, εκδίδοντας προς τούτο τιμολόγια, αποτελούσαν ουσιαστικά «εικονικές» εταιρείες, εγγεγραμμένες στην Κύπρο, χωρίς εμπειρίες, προσωπικό ή άλλες υποδομές δραστηριοποίησης, αναζητήθηκαν τα τιμολόγια εκείνων που πραγματικά υλοποιούσαν τις δράσεις/εργασίες. Τότε ήταν που ξεκίνησε η αντίδραση της ενάγουσας, η οποία κατέληξε σε μία ατέρμονη ανταλλαγή επιστολογραφίας, συζητήσεων και προσωπικών συναντήσεων και η άρνησή της να συνεργαστεί για την εξασφάλιση των σχετικών στοιχείων και δικαιολογητικών. Σε κάθε περίπτωση ήταν κατηγορηματική για την υποχρέωση δικαιολόγησης κάθε δαπάνης που θα κρινόταν ως επιλέξιμη να καταβληθεί προς την ενάγουσα σύμφωνα με το Πρόγραμμα. Επικρίνοντας την στάση της ενάγουσας επί του ζητήματος, δεν δίστασε να την χαρακτηρίσει, μεταξύ άλλων ακατανόητη, υποδεικνύοντας ότι στο τέλος της ημέρας επηρεάζονταν και τα συμφέροντα των μελών της, στο βαθμό που και η ίδια η ενάγουσα συμμετείχε στην χρηματοδότηση της υλοποίησης του Προγράμματος. Παρά τις πολλαπλές προσπάθειες των εναγόμενων να διασωθεί το Πρόγραμμα, το χρόνο και τις ευκαιρίες που έδωσαν προς τούτο, κατέληξε, η ενάγουσα επέλεξε να μην συνεργαστεί. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με υπερτιμολογήσεις που εντοπίστηκαν αλλά και με ενημέρωση η οποία λήφθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα ότι είχε ήδη ξεκινήσει έρευνα ενόψει ενδείξεων και υπονοιών για διάπραξη ποινικών αδικημάτων σε σχέση με αυτό, οδήγησαν αρχικά στη διακοπή του προγράμματος (27.04.2011) εφόσον η υπηρεσία της δεν μπορούσε ν διασφαλίσει την επιλεξιμότητα και κανονικότητα των δαπανών και στη συνέχεια στον τερματισμό της σχετικής σύμβασης και του Προγράμματος, (03.12.2012) εξέλιξη για την οποία είχαν ενημερωθεί τόσο η Βουλγαρία, όσο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά στο στάδιο της ακρόασης στο βαθμό που θεώρησαν αναγκαίο. Υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά τόσο στην προφορική αλλά και στη γραπτή μαρτυρία και στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, παραπέμποντας ταυτόχρονα σε σχετική με τα ζητήματα που αναδείκνυαν νομοθεσία και νομολογία. Έχω σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους γίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει - όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. του Πλοίου M/V MARY JOHN κ.α.
(2002)1 A.A.Δ. 661 - δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το Δικαστήριο δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489) αλλά οφείλει να την παραβάλει και να την διερευνήσει στο σύνολο της υπόλοιπης τεθείσας υπόψη του μαρτυρίας. Ούτε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά. Το δεύτερο στοιχείο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί εξάλλου, ως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Accosiates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(B) A.A.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης, (ανθρώπινης βεβαίως) για εύρεση της αλήθειας. Το Δικαστήριο, έχει τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεχτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει και να ακούσει, με την ίδια προσοχή και υπομονή, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον του. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους, (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης) τέθηκε ως δείκτης, ανάμεσα σε άλλα, το στάδιο κατά το οποίο προέκυψε η μαρτυρία, η πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, τυχόν ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, προδιάθεσης ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη ή και οι λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, η ύπαρξη σε αυτούς υπερβολών, ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων, η ειλικρίνεια και ο τρόπος αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογία, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401). Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να σημειωθεί πως δεν διαπιστώνεται διάθεση οποιουδήποτε μάρτυρα να παραστήσει γεγονότα που αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση, τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δεν αμφισβητήθηκαν άλλωστε οι αναφορές τους σε σχέση με την εξέλιξη ουσιαστικών για την υπόθεση γεγονότων και ζητημάτων. Η ως άνω πραγματικότητα, διευκολύνει ασφαλώς το έργο του Δικαστηρίου όσον αφορά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, στην έκταση που οι τελευταίοι κατέθεσαν ως μάρτυρες γεγονότων. Οι ως άνω μάρτυρες, στο σύνολο τους, παραθέτοντας πληθώρα λεπτομερειών και στοιχείων δεν έχω καμία αμφιβολία ότι έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου όλα όσα οι ίδιοι γνώριζαν για την υπόθεση και την εξέλιξη των γεγονότων που την περιβάλλουν. Η έντονη διαφωνία τους και οι διαμετρικά αντίθετες θέσεις που προέβαλαν όσον αφορά πρόνοιες της σύμβασης ημερομηνίας 24.04.2009, την ερμηνεία προνοιών σχετικού νομοθετικού πλαισίου, ακόμα και τα αποτελέσματα που συνεπάγονταν συγκεκριμένες και καθολικά αποδεκτές ενέργειες ή παραλήψεις πρωταγωνιστών της εξέλιξης των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν διαφοροποιούν την ως άνω θετική αντίληψη του Δικαστηρίου όσον αφορά την ποιότητα της μαρτυρίας τους. Των ως άνω λεχθέντων, σπεύδω να σημειώσω πως οι αναφορές του μάρτυρα Παπακυριακού, (μεταφέροντας ως ο ίδιος εξήγησε γενική πληροφόρηση που περιήλθε στην αντίληψη του) περί προσωπικών διαφορών της μάρτυρος Α. Ιορδάνους (ΜΥ2) με στέλεχος της εταιρείας Agropromotion Sprl, Οργανισμού Εκτέλεσης στο επίδικο Πρόγραμμα, οι οποίες την οδήγησαν να τηρεί μια αρνητική στάση τόσο έναντι στην ενάγουσα όσο και στο χειρισμό θεμάτων που γενικότερα αφορούσαν τη διαχείριση και τις πληρωμές στο Πρόγραμμα, δεν πείθουν και απορρίπτονται. Πέραν του γεγονότος ότι στο τέλος της ημέρας παρέμειναν ανυποστήριχτοι ισχυρισμοί, οι σαφείς εξηγήσεις και τοποθετήσεις της Ιορδάνους επί των ζητημάτων στα οποία αναφέρθηκε ο μάρτυρας Παπακυριακού, αναντίλεκτες ως παρέμειναν επί της ουσίας, δεν επιτρέπουν οπουδήποτε πλήγμα στην ποιότητα της μαρτυρίας της ή την απόδοση σε αυτή οποιουδήποτε αλλότριου κινήτρου στον υπηρεσιακό χειρισμό της περίπτωσης. Πέραν όσων πιο πάνω έχουν ήδη καταγραφεί ότι αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των πλευρών, σημειώνεται επίσης πως δεν υπάρχει ουσιαστική αμφισβήτηση του γεγονότος ότι η ενάγουσα κατέβαλε ήδη στον Οργανισμό Εκτέλεσης, (Agropromotion Sprl) τα ποσά που στη συνέχεια διεκδικούσε όπως της καταβληθούν, υποβάλλοντας προς τούτο σχετικές αιτήσεις πληρωμής, τόσο κατά την πρώτη όσο και κατά την δεύτερη φάση του επίδικου Προγράμματος. Ομοίως, δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των εναγόμενων η υλοποίηση των διαφόρων εργασιών/ενεργειών που προέβλεπε το Πρόγραμμα, για τις οποίες υποβάλλονταν τα αιτήματα πληρωμής. Άλλωστε η ίδια η Αλίκη Ιορδάνους, (ΜΥ2) ρητά δήλωσε ότι στο πλαίσιο της παρακολούθησης της εξέλιξης του Προγράμματος, σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις, είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει τούτο και προσωπικά. Ως έχει ήδη σημειωθεί, το όλο ζήτημα προέκυψε κατά την αξιολόγηση της τρίτης ενδιάμεσης αίτησης της ενάγουσας προς πληρωμή, κατά την πρώτη φάση του Προγράμματος, στάδιο κατά το οποίο ζητήθηκαν περαιτέρω διευκρινήσεις, στοιχεία και δικαιολογητικά για τα διεκδικούμενα ποσά, προερχόμενα ειδικότερα από αυτούς που φέρονταν να έχουν πραγματικά υλοποιήσει εργασίες/ενέργειες που προβλέπονταν στο Πρόγραμμα. Διαμετρικά αντίθετη είναι η θέση των πλευρών επί του ως άνω ζητήματος, για το οποίο πρωτίστως αναφέρθηκαν και εξαντλητικά απασχόλησε τις δύο πλευρές και τους μάρτυρες οι οποίοι προσέφεραν την μαρτυρία τους στη διαδικασία. Αποτελεί θέση της ενάγουσας ότι η ίδια δεν είχε συμβατική ή νομοθετική υποχρέωση για προσκόμιση οποιωνδήποτε πρόσθετων τιμολογίων ή στοιχείων, πέραν από τα τιμολόγια του Οργανισμού Εκτέλεσης και τα τιμολόγια τυχόν υπεργολάβου του. Όπως χαρακτηριστικά προβλήθηκε από τον ως άνω μάρτυρα, η ενάγουσα, στο πλαίσιο των αιτημάτων της για πληρωμή, δεν είχε υποχρέωση να παρουσιάσει «υποτιμολόγια των υποτιμολογίων». Με δεδομένο ότι προσκόμιζε τα αναγκαία έγγραφα και δικαιολογητικά, κατέβαλε πριν από την κάθε αίτηση της για πληρωμή τις σχετικές δαπάνες του Οργανισμού Εκτέλεσης, ενώ παράλληλα επιβεβαιωνόταν η φυσική υλοποίηση κάθε ενέργειας σύμφωνα με το Πρόγραμμα εντός του σχετικού χρονοδιαγράμματος, ως επίσης οι διεκδικούμενες δαπάνες ήταν εντός των εγκριθέντων προϋπολογισμών, οι σχετικές δαπάνες θα έπρεπε να θεωρηθούν επιλέξιμες από τους εναγόμενους και ως εκ τούτου ανάλογα να καταβληθούν στην ενάγουσα. Σε κάθε περίπτωση, προκρίνεται περαιτέρω από την πλευρά της ενάγουσας, αποτελεί υποχρέωση των εναγόμενων να προβούν σε ελέγχους τρίτων προσώπων που έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με Προγράμματα Χρηματοδότησης ως το υπό συζήτηση, χωρίς να δικαιούνται να μετακυλούν το βάρος ή την ευθύνη για αυτό στην ενάγουσα. Προς επίρρωση της ως άνω θέσης, μεταξύ άλλων, η πλευρά της ενάγουσας παραπέμπει στην επίδικη σύμβαση, ημερομηνίας 24.04.2009 και τα παραρτήματα της, σε σχετικούς Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς, σε επιστολές‑τοποθετήσεις λειτουργών της αρμόδιας Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε εσωτερικά σημειώματα λειτουργών του ΚΟΑΠ προς τον προϊστάμενο του Τμήματος Έγκρισης, ως επίσης στην πρακτική που προηγουμένως ακολουθείτο. Αντίθετα με τα πιο πάνω, η πλευρά των εναγόμενων παραπέμποντας επίσης στους όρους της σύμβασης ημερομηνίας 24.04.2009, τις σχετικές με την εφαρμογή Προγραμμάτων του είδους Κατευθυντήριες Γραμμές, στην σχετική ως προκρίνει Ευρωπαϊκή Νομοθεσία, ως επίσης σε σχετικές επιστολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όπως και σε επεξηγήσεις οι οποίες δόθηκαν σε συναντήσεις που έγιναν επί του ζητήματος μεταξύ των πλευρών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά και στη βασική αρχή της διαφάνειας όσον αφορά τον τρόπο της διαχείρισης των χρημάτων από την πλευρά τους σε περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση, επέμειναν ότι ο εντοπισμός του πραγματικού κόστους στις περιπτώσεις του είδους, αποτελεί την πλέον σημαντική παράμετρο. Εκείνο που καταβάλλεται, προτάσσουν, είναι το πραγματικό κόστος και όχι το κόστος το οποίο οι μεσάζοντες μπορούν να διαμορφώσουν. Ο στόχος της διαφύλαξης δημόσιου χρήματος και των οικονομικών συμφερόντων της Δημοκρατίας αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποδεικνύουν, αποτελεί πρωταρχικό στόχο της σχετικής νομοθεσίας αλλά και της επίδικης σύμβασης και συνακόλουθα υποχρέωση των εναγόμενων, οι οποίοι είχαν κάθε δικαίωμα και υποχρέωση να αναζητούν πειστικές λεπτομέρειες και στοιχεία πριν εγκρίνουν την απόδοση στην ενάγουσα των αιτούμενων ποσών. Σπεύδω, να σημειώσω το αυτονόητο. Το γεγονός ότι έχουν πράγματι διεκπεραιωθεί οι εργασίες/ενέργειες/δράσεις που προβλέπονται στο Πρόγραμμα, δεν εξ υπακούει, αυτοματοποιημένα, την έγκριση και καταβολή του ποσού που στο Πρόγραμμα προβλέπεται ότι μπορεί να φτάσει η χρηματοδότηση για τις συγκεκριμένες εργασίες/ενέργειες/δράσεις. Ο εντοπισμός του πραγματικού κόστους μιας ενέργειας/εργασίας/δράσης που προβλέπεται στο επίδικο Πρόγραμμα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αποτελεί μία από τις πλέον σημαντικές παραμέτρους της έγκρισης αλλά και της εφαρμογής του επίδικου Προγράμματος. Άλλωστε στη βάση αυτού του κόστους καθορίζεται το ύψος της χρηματοδότησης με βάση το Πρόγραμμα. Το ζήτημα τίθεται ήδη στα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου 3 της σύμβασης ημερομηνίας 24.04.2009, όπου καθορίζεται η αντίστοιχη χρηματοδοτική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Πρόγραμμα. Ρητά διακηρύσσεται ότι αυτή διασυνδέεται με τις επιλέξιμες πραγματικές δαπάνες κάθε φάσης του Προγράμματος, ενώ εν πάση περιπτώσει καθορίζεται ανώτατο ποσό που αυτές μπορεί να φτάσουν. Ως δε καταδεικνύεται στο εδάφιο
(4)του ίδιου άρθρου, εάν το συνολικό κόστος των ενεργειών αποδειχθεί τελικά κατωτέρω από τα ποσά που προβλέπονται στις σχετικές πρόνοιες της σύμβασης, η χρηματοδοτική συμμετοχή τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και του κράτους ‑ μέλους, μειώνεται κατά αναλογία. Αντίστοιχα και στο ίδιο πάντα πνεύμα, το ίδιο εδάφιο του ως άνω άρθρου της ως σύμβασης μεταξύ της ενάγουσας και της αρμόδιας εθνικής αρχής, διακηρύσσει ότι η συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του κράτους μέλους, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αυξηθεί ακόμη και αν το πραγματικό κόστος των σχετικών ενεργειών υπερβαίνει το κόστος που προσδιορίζεται στην προσφορά της ενάγουσας, με την τελευταία να φέρει μόνη της τους κινδύνους της υπέρβασης. Προφανώς, αυτός είναι ο λόγος που τόσο η ενάγουσα όσο και ο Οργανισμός Εκτέλεσης, σύμφωνα με το άρθρο 6 της ως άνω σύμβασης, έχουν υποχρέωση τήρησης αναλυτικών λογαριασμών που επιτρέπουν την ταυτοποίηση των εσόδων και δαπανών σχετικά με την εκτέλεση των ενεργειών/δράσεων του Προγράμματος. Κατά τον ίδιο τρόπο, στην περίπτωση καταγγελίας το οφειλόμενο ποσό στον αντισυμβαλλόμενο ρητά προβλέπεται ότι προσδιορίζεται με βάση το πραγματικό κόστος των ενεργειών/δράσεων του Προγράμματος που έχουν εκτελεστεί (άρθρο 10 της σύμβασης ημερ. 24.04.2009). Ομοίως, εντοπίζεται πως οι πρόνοιες του Παραρτήματος III της σύμβασης ημερομηνίας 24.04.2009, καθιστούν προφανές ότι ο εντοπισμός του πραγματικού κόστους αποτελεί μία εξόχως σημαντική πρόνοια, η οποία άπτεται των δικαιωμάτων αλλά και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών. Την ως άνω προσέγγιση για την ανάγκη εφαρμογής ενός αποτελεσματικού συστήματος διαχείρισης Προγραμμάτων του είδους, υποδεικνύοντας μεταξύ άλλων τη αναγκαιότητα επαλήθευσης, όχι μόνο της εκπλήρωσης όλων των συμβατικών υποχρεώσεων αλλά και της ακρίβειας των παρεχόμενων πληροφοριών και εγγράφων στην προσπάθεια καθορισμού του πραγματικού κόστους υλοποίησης των δράσεων/εργασιών του Προγράμματος, φαίνεται ρητά να προκρίνουν Κατευθυντήριες Γραμμές σε σχέση με τη διαχείριση Προγραμμάτων του είδους, (βλ. μεταξύ άλλων Κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση και τη διαχείριση των προγραμμάτων συγχρηματοδότησης σχετικά με την προώθηση των κοινοτικών γεωργικών προϊόντων ημερ. 02.10.2007, (ΜΟ/cm D
(2007)‑AGRI/60787/2007), οι οποίες εκδόθηκαν από την Γενική Διεύθυνση Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το ζήτημα καλύπτεται επίσης, πολυεπίπεδα, από σχετικούς με το ζήτημα Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς, (σε κάποιους εκ των οποίων ρητά παραπέμπει μέσω του προοιμίου της η ως άνω σύμβαση, ημερομηνίας 24.04.2009). Κανονισμοί που όχι μόνο αναφέρονται και προβλέπουν γενικά για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προβλέποντας και παραπέμποντας σε ελέγχους, διοικητικά μέτρα και κυρώσεις προς εξασφάλιση αποτελεσματικής, σύμμετρης και αποτρεπτικής προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της τελευταίας, όπως για παράδειγμα ο Κανονισμός (ΕΚ) 2988/1995, αλλά και από εκείνους που επιχειρούν να διασφαλίσουν συνθήκες διαφάνειας και νομιμότητας στην διαδικασία επιλογής, ανάθεσης και εκτέλεσης Προγραμμάτων του είδους και γενικότερα τη χρηστή και συνετή διαχείριση της χρηματοδότησης που παρέχεται μέσω αυτών των Προγραμμάτων, επιβάλλοντας την εγκαθίδρυση και εφαρμογή ενός αποτελεσματικού συστήματος διαχείρισης και ελέγχου της εφαρμογής Προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται στα πλαίσια της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής, στο οποίο σημαντική θέση φαίνεται να έχει, μεταξύ άλλων, η αναγκαιότητα επαλήθευσης της πιστής εκτέλεσης και της πραγματικής αξίας/κόστους των εργασιών/ενεργειών που εκτελέστηκαν στο πλαίσιο ενός τέτοιου προγράμματος. (Βλ. μεταξύ άλλων τον Κανονισμό (ΕΚ) 3/2008 σχετικά με ενέργειες ενημέρωσης και προώθησης υπέρ των Γεωργικών Προϊόντων στην εσωτερική αγορά και στις τρίτες χώρες, άρθρα 7.1 και 13, τον Κανονισμό (ΕΚ) 501/2008 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αρ.3/2008 σχετικά με ενέργειες ενημέρωσης και προώθησης υπέρ των Γεωργικών Προϊόντων στην εσωτερική αγορά και στις τρίτες χώρες, άρθρα 18, 19, 20, 25 και 26, τον Κανονισμό (ΕΚ) 1290/2005 για την χρηματοδότηση της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής, άρθρο 9, τον Κανονισμό (ΕΚ) 885/2006 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αρ.1290/2005 και τον Κανονισμό (ΕΚ) 485/2008, περί των ελέγχων, εκ μέρους των κρατών μελών, των πράξεων που αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδότησης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων, άρθρα 1, 2, 3 και 6.2). Όλα τα πιο πάνω, από μόνα τους αλλά και συνολικά θεωρούμενα, καθιστούν την αναγκαιότητα εξακρίβωσης των Πραγματικών Δαπανών του επίδικου Προγράμματος όχι μόνο εξόχως σημαντική, αλλά και εκ των ων ουκ άνευ για το ζήτημα της αναγνώρισης των δαπανών ως επιλέξιμων για καταβολή τους στον δικαιούχο. Τούτων λεχθέντων, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η πλευρά των εναγόμενων δεν είχε μόνο δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση (τόσο συμβατική, όσο και απορρέουσα εκ της κείμενης Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας) να αναζητήσει λεπτομέρειες και στοιχεία στο πλαίσιο της εξέτασης των σχετικών αιτήσεων πληρωμής της ενάγουσας και για να καθορίσει ποια από τα έξοδα για τα οποία υποβαλλόταν οι σχετικές αιτήσεις, ήταν τελικά επιλέξιμα προς αποπληρωμή. Παρά την ως άνω κατάληξη στου Δικαστηρίου για την αναγκαιότητα εξακρίβωσης των πραγματικών δαπανών σε Προγράμματα ως το υπό συζήτηση, το ζήτημα δεν τελειώνει εδώ. Η ενάγουσα, προβάλλει διάφορα ζητήματα και αιτιάσεις που στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως εισηγείται, αφενός δικαιολογούν τα αιτήματα της για καταβολή των διεκδικούμενων από την πλευρά της ποσών και αφετέρου εμποδίζουν την πλευρά των εναγόμενων να ενεργεί και να συμπεριφέρεται ως επέλεξε κατά την εξέλιξη του επίδικου προγράμματος, αναζητώντας και αξιώνοντας δηλαδή από την πλευρά της ενάγουσας πλείστα όσα στοιχεία, λεπτομέρειες, αποδείξεις και τιμολόγια πριν εγκρίνει την πληρωμή τους. Μεταξύ άλλων, πέραν της επισήμανσης του γεγονότος ότι σε προηγούμενο στάδιο οι εναγόμενοι είχαν εγκρίνει σχετικές αιτήσεις πληρωμής, χωρίς να αναζητηθούν περαιτέρω στοιχεία, δικαιολογητικά και λεπτομέρειες, αποτελεί θέση της ότι τόσο το ισχύον νομικό καθεστώς, όσο και η ίδια η σύμβαση μεταξύ των μερών, δεν παρέχουν στους εναγόμενους, ως εποπτική αρχή, την δυνατότητα να αναζητούν από την ενάγουσα τις λεπτομέρειες και τα περαιτέρω στοιχεία που επιζητούσαν. Τούτο δε, σημειώνουν, πέραν και ανεξάρτητα του γεγονότος πως ενόψει της στάσης των εναγόμενων για το ζήτημα η ενάγουσα προσπάθησε να εξασφαλίσει από προμηθευτές του Οργανισμού Εκτέλεσης, ως τους χαρακτηρίζουν, διάφορα στοιχεία και λεπτομέρειες, πλην όμως αντιμετώπισαν την άρνηση των τελευταίων. Άλλωστε, προσθέτουν, οι εναγόμενοι είχαν τη δυνατότητα να απευθυνθούν απευθείας προς τους τρίτους προμηθευτές του Οργανισμού Εκτέλεσης, για να εξασφαλίσουν τα στοιχεία και λεπτομέρειες που επιζητούσαν. Περαιτέρω, παραπέμποντας σε επιστολή του επικεφαλής της ομάδας προώθησης γεωργικών προϊόντων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ημερομηνίας 23.2.2011, (Τεκμήριο 64) υποστηρίζουν ότι μέσω της, ουσιαστικά επιβεβαιώνεται η θέση της ενάγουσας ότι δεν ήταν αναγκαία η προσκόμιση υποστηρικτικών εγγράφων από τους προμηθευτές του Οργανισμού Εκτέλεσης, όπως λανθασμένα επιζητείτο από την πλευρά των εναγόμενων. Ακόμη και το συμφωνηθέν κονδύλι των γενικών εξόδων, υποστηρίζουν, όπου κατόπιν επεξηγήσεων, οδηγιών και συνεννοήσεων θεωρήθηκε ικανοποιητική η παράθεση σχετικής κατάστασης από εγκεκριμένο λογιστή για την έγκριση του, δεν εγκρίθηκε. Με κάθε σεβασμό η προβολή της θέσης περί προγενέστερης πρακτικής όσον αφορά την έγκριση αιτήσεων πληρωμής της ενάγουσας που προηγήθηκαν, η οποία, ως γίνεται κατανοητή η εισήγηση, θα πρέπει να λειτουργήσει ως δεσμευτικό προηγούμενο για τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ως έχει ήδη διακηρυχθεί, τόσο το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο, όσο και η σύμβαση μεταξύ των μερών, προβλέπει για την αναγκαιότητα παρουσίασης κάθε αναγκαίου στοιχείου και δικαιολογητικών προς εξυπηρέτηση του βασικού στόχου εντοπισμού και καθορισμού των πραγματικών δαπανών του Προγράμματος, εξόχως σημαντικής παραμέτρου για την λειτουργία του τελευταίου. Είναι προφανές ότι δεν θα μπορούσε να δικιολογηθεί η συνέχιση τυχόν ελλιπούς, ή παράτυπης, ή λανθασμένης, ή έκνομης ή αντισυμβατικής προηγηθείσας προσέγγισης και πρακτικής επί του θεμελιώδους αυτού ζητήματος. Η πλευρά της ενάγουσας, προτάσσοντας την επιστολή ημερομηνίας 23.2.2011 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, (τεκμήριο 64) επιμένει στον διαχωρισμό εργολάβων, υπεργολάβων και προμηθευτών, διαχωρισμός που ως υποστηρίζουν δεν επιβάλλει ούτε δικαιολογεί την αναζήτηση στοιχείων, δικαιολογητικών, τιμολογίων και αποδείξεων από τους τελευταίους. Η ερμηνεία νομικών εγγράφων, Ευρωπαϊκής ή εθνικής νομοθεσίας και Κανονισμών, αποτελεί πρωταρχική ευθύνη των Δικαστηρίων (των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης) υπό την προϋπόθεση πάντα ότι τα τελευταία έχουν καθ' ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα προς τούτο. Είναι προφανές ότι η άποψη οποιουδήποτε λειτουργού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όσον αφορά την ερμηνεία των πιο πάνω, δεν εξυπακούεται ότι είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο, το οποίο ως έχει σημειωθεί, διατηρεί πρωταρχική αρμοδιότητα ερμηνείας τους. Το σύνολο της σχετικής με το ζήτημα νομοθεσίας αλλά και οι πρόνοιες της σχετικής σύμβασης ημερομηνίας 24.04.2009, με τα παραρτήματα που τη συνοδεύουν, προκρίνουν ως κεφαλαιώδη πτυχή τη διαφύλαξη του δημόσιου χρήματος μέσω της ορθής, σύννομης και διαφανούς διαχείρισης και ελέγχου Προγραμμάτων ως το υπό συζήτηση. Ως δε έχει ήδη επισημανθεί, ο προσδιορισμός των πραγματικών δαπανών αποτελεί πρωταρχική αναγκαιότητα και εξόχως σημαντική παράμετρο για την λειτουργία ενός τέτοιου Προγράμματος. Είναι προφανές ότι η διάκριση μεταξύ υπεργολάβων και προμηθευτών, (πέραν και ανεξάρτητη του ζητήματος αν αυτή, κατά περίπτωση, θα μπορούσε να είναι υπαρκτή, προσχηματική έως και αυθαίρετη) δεν μπορεί να οδηγεί σε υποχώρηση του θεμελιώδους καθήκοντος (εκ του νόμου και εκ της συμβάσεως) για διαπίστωση των πραγματικών δαπανών του Προγράμματος. Εξ' άλλου, στην υπό συζήτηση περίπτωση η αναγκαιότητα αυτή δεν θα μπορούσε να ατονήσει, αφού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πραγματική εφαρμογή του Προγράμματος καθορίζοντας στο τέλος της ημέρα το πραγματικό ύψος της χρηματοδότησης και τη συμμετοχή/συνδρομή κάθε μέρους σε αυτή. Εν πάση περιπτώσει, ο οποιοσδήποτε χαρακτηρισμός τους, έστω και αν για τους προμηθευτές δεν υπήρχε υποχρέωση σύναψης γραπτών συμβάσεων μεταξύ τους και του Οργανισμού Εκτέλεσης, οι οποίες θα έπρεπε να τύχουν της προηγούμενης έγκρισης από το Υπουργείο, δεν εμποδίζει ή ανακόπτει τη δυνατότητα και αναγκαιότητα γενικότερης αναζήτησης στοιχείων και δικαιολογητικών εγγράφων και άσκησης ανάλογων ελέγχων προς εξυπηρέτηση του στόχου της μη διασπάθισης δημόσιου χρήματος και του προσδιορισμού του πραγματικού κόστους των δράσεων/εργασιών και κατ' επέκταση του Προγράμματος. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, το 95% περίπου των ενεργειών που θα έπρεπε να υλοποιηθούν στα πλαίσια του Προγράμματος, ανατέθηκαν από τον εντεταλμένο προς τούτο Οργανισμό Εκτέλεσης, σε συγκεκριμένες εταιρείες, συνδεδεμένες οι πλείστες με τον τελευταίο και τους δικαιούχους του, κατά τον τρόπο που εξηγήθηκε στο Δικαστήριο. Ωστόσο, στην επιστολή της ΠΟΑ, ημερομηνίας 14.2.2011, (τεκμήριο 63) προς συγκεκριμένο υπάλληλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, (η εμπλοκή του οποίου στη διάπραξη και ποινικά κολάσιμων πράξεων σε σχέση με ζητήματα που αφορούν Ευρωπαϊκά Προγράμματα Προώθησης Γεωργικών Προϊόντων μέσω και πάλι της Agropromotion Sprl, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, επιβεβαιώθηκε από Δικαστήριο των Βρυξελών) προς απάντηση της οποίας απεστάλη η ως άνω επιστολή, ημερομηνίας 23.02.2011, (τεκμήριο 64) ενώ καταγράφεται το γεγονός ότι ο Οργανισμός Εκτέλεσης (Agropromotion Sprl) λαμβάνει υπηρεσίες από διάφορους προμηθευτές για την υλοποίηση του προγράμματος, δεν αποκαλύπτεται το γεγονός ότι το πιο πάνω συντριπτικό ποσοστό εργασιών, που αντιστοιχεί σχεδόν στο σύνολο των ενεργειών του Προγράμματος, δόθηκε προς εκτέλεση από τον ως άνω Οργανισμό Εκτέλεσης σε τρίτους. Προφανώς πρόκειται για σημαντική παράμετρο, μεταξύ άλλων και για το ζήτημα του τρόπου και της αναγκαίας μεθοδολογίας που θα έπρεπε να ακολουθείται για τη διαπίστωση των πραγματικών δαπανών του υπό συζήτηση Προγράμματος, η μη παράθεση της οποίας στέρησε από τον συντάκτη και αποστολέα της ως άνω απαντητικής επιστολής (τεκμήριο 64) την πλήρη εικόνα των πραγματικών παραστατικών που περιβάλλουν την περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει, δεν διαλανθάνει της προσοχής πως παρά γεγονός ότι στην επιστολή ημερ. 23.02.2011, (τεκμήριο 64) καταγράφεται ότι στην περίπτωση των προμηθευτών με τους οποίους δεν έχει συναφθεί συμβόλαιο δεν ισχύει η πρόνοια του άρθρου 4
(3)της σύμβασης για την ανάγκη παρουσίασης τέτοιου συμβολαίου, εντούτοις, δεν φαίνεται να διαφοροποιείται το ζήτημα της ανάγκης επιβεβαίωσης του πραγματικού κόστους των διαφόρων ενεργειών/δράσεων. Η υπόδειξη δηλαδή στην συγκεκριμένη επιστολή ότι δεν απαιτείται η προσκόμιση των συμβάσεων για έγκριση όταν πρόκειται για προμηθευτές και όχι υπεργολάβους, δεν εξ υπακούει τον εξοβελισμό της υποχρέωσης (εκ της σύμβασης αλλά και των σχετικών Κανονισμών) παρουσίασης υποστηρικτικών στοιχείων, δικαιολογητικών και αποδείξεων προς εξυπηρέτηση του στόχου του καθορισμού των πραγματικών δαπανών του Προγράμματος. Επί του συζητούμενου δεν διαλανθάνει της προσοχής πως η αναγκαιότητα ή μη να προσκομιστούν περαιτέρω στοιχεία, υποστηρικτικά έγγραφα και λεπτομέρειες από την ενάγουσα, προκειμένου τα αιτήματα της για πληρωμή να τύχουν έγκρισης, φαίνεται να απασχόλησε ήδη σε συνάντηση της Επιτροπής Παρακολούθησης του Προγράμματος, η οποία έλαβε χώρα στη Σόφια, στις 04.11.2010. Ως διαφαίνεται από τα πρακτικά αυτής της συνάντησης, (τεκμήριο 97) επιβεβαιώθηκε ότι οι αρμόδιες αρχές και τα κράτη μπορούν να αναζητούν κάθε είδος εγγράφων και στοιχείων τα οποία είναι απαραίτητα για να δικαιολογήσουν τις σχετικές δαπάνες, ενώ ο παριστάμενος εκπρόσωπος της ΠΟΑ ρητά δηλώνει την ετοιμότητα της τελευταίας να αποσταλούν όλα τα άλλα έγγραφα τα οποία της ζητήθηκαν για τον πιο πάνω σκοπό. Με τούτο σαν δεδομένο, εντύπωση προκαλεί η επιμονή της ενάγουσας στη θέση και η επαναφορά του ζητήματος σε μεταγενέστερο χρόνο προκρίνοντας ότι δεν απαιτείτο η προσκόμιση οποιονδήποτε άλλων λεπτομερειών, αποδείξεων και υποστηρικτικών στοιχείων για σημαντικότατες όπως διαφαίνεται στο τέλος της ημέρας δαπάνες του Προγράμματος. Εντοπίζονται εξ άλλου και άλλες τοποθετήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που ενισχύουν την ως άνω προσέγγιση επί του θέματος, όπως αυτές που αποτυπώνονται στην επιστολή εκ μέρους της τελευταίας, ημερομηνίας 3.12.2010, (μέρος του Τεκμηρίου 56) η οποία κοινοποιήθηκε προς τους ενάγοντες, όπου ξεκάθαρα γίνεται αναφορά στην αναγκαιότητα παρουσίασης αντιγράφων τιμολογίων και σχετικών υποστηρικτικών εγγράφων. Ομοίως, δεν διαλανθάνει της προσοχής το περιεχόμενο απαντητικής επιστολής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς την ενάγουσα, ημερομηνίας 6.5.2011, (τεκμήριο 119) με την οποία επιβεβαιώνεται η αναγκαιότητα η αρμόδια εθνική αρχή να λαμβάνει όλα τα μέτρα ως προβλέπονται στους Κανονισμούς (ΕΚ) 3/2008 και (ΕΚ) 501/2008 σε σχέση με τις πληρωμές, και η γνώση της για την επιλογή της αναστολής του επίδικου Προγράμματος. Περαιτέρω, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με επιστολή της, ημερομηνίας 29.11.2011, (τεκμήριο 118) και πάλι, παρουσιάζεται να καλεί ειδικά την Αλίκη Ιορδάνου, (ΜΥ2) όπως λάβει όλα τα μέτρα προς επιβεβαίωση των ενεργειών/εργασιών του Προγράμματος, αποφασίζοντας παράλληλα στη βάση των ενεργειών και των ερευνών της κατά πόσο το Πρόγραμμα θα πρέπει να συνεχίσει ή θα εξακολουθήσει να τελεί σε αναστολή και κατά πόσο τελικά θα πρέπει να διεκδικηθούν ποσά που έχουν καταβληθεί. Έχει ήδη σημειωθεί, ότι το 95% περίπου των ενεργειών/εργασιών που θα έπρεπε να υλοποιηθούν στα πλαίσια του Προγράμματος, ανατέθηκαν από τον Οργανισμό Εκτέλεσης σε συγκεκριμένες, τρίτες εταιρείες, οι οποίες, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, κατά το πλείστον ήταν συνδεδεμένες με τον τελευταίο και δικαιούχους του. Αποτέλεσε θέση της ενάγουσας, ως προβλήθηκε και μέσω του μάρτυρα Παπακυριακού, ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τις τρίτες αυτές εταιρείες, γεγονός που αποτελούσε ένα ακόμα λόγο για τον οποίο, παρά τις προσπάθειες της προς τούτο, δεν ήταν δυνατό για την ίδια να εξασφαλίσει σχετικά στοιχεία και λεπτομέρειες που επιζητούνταν από τους εναγόμενους, προκειμένου να καταστούν επιλέξιμες οι δαπάνες που περιλάμβανε στις αιτήσεις της για πληρωμή. Παραπέμπει μάλιστα σε σχετική επιστολή της προς την Agropromotion Sprl, η οποία, όχι μόνο δεν είχε οποιοδήποτε αποτέλεσμα αλλά προκάλεσε και την αντίδραση της τελευταίας. Δεν συμμερίζομαι την ως άνω θεώρηση. Στη βάση των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, αδιαμφισβήτητων ως παρέμειναν, δεδομένη ήταν η δυνατότητα της ενάγουσας να αναζητήσει, σθεναρά και επιτακτικά τα επιπρόσθετα υποστηρικτικά στοιχεία και δικαιολογητικά μέσω της Agropromotion Sprl. Διέθετε προς τούτο διάφορες επιλογές. Για παράδειγμα, τη μη καταβολή στον Οργανισμό Εκτέλεσης ποσών που δεν δικαιολογούνταν χωρίς την παρουσίαση των αναγκαίων στοιχείων και υποστηρικτικών προς τούτο εγγράφων, αποδείξεων και τιμολογίων, ενώ διατηρούσε πάντα τη δυνατότητα, αν τούτο καθίστατο αναπόφευκτο, να εξετάσει σοβαρά ακόμα και τον τερματισμό της σχετικής σύμβασης της με τον ως άνω Οργανισμό Εκτέλεσης. Αντίθετα, η ενάγουσα όπως χαρακτηριστικά υποδεικνύεται από την πλευρά των εναγόμενων, επέλεξε να «συμπλεύσει» με τις θέσεις και την αρνητική στάση του πιο πάνω Οργανισμού Εκτέλεσης επί του ζητήματος, δημιουργώντας στον τρίτο, ανεξάρτητο παρατηρητή, εύλογα ερωτήματα, ενόψει του γεγονότος ότι αποτελούσε και δικό της συμφέρον να προσδιοριστεί το ύψος των πραγματικών δαπανών για την υλοποίηση του Προγράμματος, αφού με αυτό τον τρόπο, αναλογικά θα επηρεαζόταν και η δική της συμμετοχή στη χρηματοδότηση του Προγράμματος. Ούτε η υπόδειξη εκ μέρους των εποπτικών αρχών προς την ενάγουσα, ότι πρώτα θα έπρεπε να καταβληθούν προς τον Οργανισμό Εκτέλεσης τα διάφορα ποσά πριν συμπεριληφθούν σε σχετική αίτηση πληρωμής της τελευταίας προς τους ίδιους, θα μπορούσε να εκληφθεί, προσχηματικά ως εκλαμβάνεται ότι υπονόησε ο μάρτυρας Παπακυριακού, ως εξαναγκασμός ουσιαστικά της ενάγουσας, θέτοντας την «μεταξύ σφύρας και άκμονος» οδηγώντας ταυτόχρονα στην παραδοξότητα, από τη μια να ζητείται από την ενάγουσα να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Οργανισμού Εκτέλεσης για να μπορεί να απευθυνθεί στην εποπτική αρχή και από την άλλη, η εποπτική αρχή να μην εγκρίνει την επιλογή τους ως χρηματοδοτούμενες με βάση το Πρόγραμμα. Η πιο πάνω διαδικασία, γίνεται κατανοητό ότι προβλέπεται από την σχετική σύμβαση, αφήνοντας αλώβητο το δικαίωμα της ενάγουσας να αναζητήσει τα αναγκαία στοιχεία και έγραφα, προκειμένου και η ίδια να τα παρουσιάσει κατά την υποβολή των αιτημάτων της προς τους εναγόμενους για πληρωμή. Η αναγκαιότητα να εγκρίνονται προς πληρωμή στους δικαιούχους από τις εποπτικές αρχές, οι πραγματικές και δικαιολογημένες δαπάνες, επουδενί δεν υποχωρεί ή επηρεάζεται. Αυτός προφανώς αναμένεται ότι θα ήταν και ο στόχος της ενάγουσας καθ' ον χρόνο θα κατέβαλε τα διάφορα ποσά προς τον Οργανισμό Εκτέλεσης διασφαλίζοντας από την πλευρά της ότι κάθε ποσό που κατέβαλε μπορούσε αρκούντως και με συγκεκριμένα στοιχεία να δικαιολογηθεί. Απασχόλησε επίσης η επισήμανση εκ μέρους της ενάγουσας της δυνατότητας που παρέχεται στους εναγόμενους, (στο πλαίσιο της προσπάθειας τους να εξασφαλίσουν σχετική πληροφόρηση και στοιχεία για τα πιο πάνω ζητήματα) να προχωρήσουν οι ίδιοι σε σχετική διερεύνηση. (βλ. μεταξύ άλλων το άρθρο 6 της σύμβασης ημερομηνίας 24.04.2009 ως επίσης το άρθρο 5 της σύμβασης μεταξύ της ΠΟΑ και BADP αφενός και Agropromotion Sprl αφετέρου, που αποτελεί παράτημα της ως άνω σύμβασης, ημερομηνίας 24.04.2009 (Τεκμήριο 7)). Ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, έτσι έπραξαν οι εναγόμενοι, με τις σχετικές έρευνες τους να αποκαλύπτουν ουσιαστικά ότι οι εταιρείες οι οποίες παρουσιάζονταν να είχαν διεκπεραιώσει τις διάφορες εργασίες/ενέργειες, ως «υπεργολάβοι» των «υπεργολάβων» ή και «προμηθευτές», αποτελούσαν εταιρείες κέλυφος, χωρίς ουσιαστική παρουσία, προσωπικό, υποδομές και εμπειρία, ενώ ταυτόχρονα φαίνεται να εντοπίστηκαν και ζητήματα υπερτιμολόγησης υπηρεσιών, κατά τον τρόπο που αναφέρθηκαν επί του ζητήματος οι μάρτυρες που κλήθηκαν από την πλευρά των εναγόμενων. Αποτέλεσμα και αυτών των ερευνών, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου και γίνεται αποδεκτό, ήταν οι όποιες ανησυχίες διακατείχαν τους εναγόμενους, ως εποπτική αρχή, να γιγαντωθούν, αφού πλέον το όλο ζήτημα ως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε «βοούσε», καθιστώντας επιτακτική για την πλευρά τους την αναζήτηση των αναγκαίων λεπτομερειών και στοιχείων για τη δικαιολόγηση ως επιλέξιμων των δαπανών που η ενάγουσα προωθούσε για πληρωμή. Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα Ν. Παπακυριακού, ότι το αρμόδιο υπουργείο γνώριζε πως η αναζήτηση των επιπρόσθετων στοιχείων και δικαιολογητικών προκειμένου να εγκριθούν οι πληρωμές ήταν αυθαίρετη, υποδεικνύοντας προς τούτο επιστολή επί του θέματος της Γενικής Ελέγκτριας προς τους εναγόμενους, ημερομηνίας 24.8.2010, (Τεκμήριο 46) ως επίσης επιστολή του υπουργείου μέσω της Αλίκης Ιορδάνους, ημερομηνίας 27.10.2010, (Τεκμήριο 47) προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω των οποίων φαίνονται να προβάλλονται θέσεις και εισηγήσεις για την διαφοροποίηση διαδικασιών και κριτηρίων ανάθεσης εργασιών σε προγράμματα του είδους. Κατά τον ίδιο τρόπο ο παράπεμψε σε εσωτερικό σημείωμα προς τον προϊστάμενο του Τμήματος Έγκρισης του ΚΟΑΠ, ημερομηνίας 15.3.2011, (Τεκμήριο 66) όπου ανάμεσα σε διάφορες επιλογές προκρίνεται τελικά η επιλογή της διενέργειας των πληρωμών, έστω και με επιφυλάξεις των νόμιμων δικαιωμάτων των εναγόμενων. Με κάθε σεβασμό προς τις σχετικές εισηγήσεις και του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας επί του συζητούμενου, προσεκτική θεώρηση των πιο πάνω δεν φαίνεται να ενισχύει τη θεώρηση των πραγμάτων ως τα προσλαμβάνει και εισηγείται η πλευρά της ενάγουσας. Πέραν του γεγονότος ότι είτε αποτελούν εσωτερικά σημειώματα, σκέψεις και εισηγήσεις, που η εξέλιξη των πραγμάτων καταδεικνύει ότι δεν υιοθετήθηκαν, μορφοποιήθηκαν ή εκδηλώθηκαν ως θέσεις της πλευράς των εναγόμενων, θεώρηση, για παράδειγμα της ως άνω επιστολής της Γενικής Ελέγκτριας, (Τεκμήριο 46) αποκαλύπτει ότι οι θέσεις που προβάλλει, δεν αφορούν την δυνατότητα των εναγόμενων να απαιτούν επιπρόσθετα υποστηρικτικά στοιχεία και λεπτομέρειες προς επιβεβαίωση των πραγματικών δαπανών. Ότι επισημαίνεται είναι η πρόθεση της να εισηγηθεί την καθιέρωση στους Κανονισμούς, κριτηρίων και διαδικασιών σχετικών με την επιλογή και διορισμό από μέρους του Οργανισμού Εκτέλεσης κάποιας εταιρείας για εκτέλεση εργασιών, εισηγούμενη στο τέλος της ημέρας την αναγκαιότητα να επιβεβαιώνεται ότι τρίτα πρόσωπα που αναλαμβάνουν εργασίες ή δράσεις του Προγράμματος, διαπιστωμένα διαθέτουν την αναγκαία εμπειρία και γνώση για την εκτέλεση των ενεργειών που τους ανατίθενται και αναλαμβάνουν. Κατά τον ίδιο τρόπο, με την επιστολή ημερομηνίας 27.10.2010, (Τεκμήριο 47), ό,τι επιζητείται είναι η ενίσχυση του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου, χωρίς ασφαλώς να διαφοροποιούνται οι βασικές υποχρεώσεις ως αυτές ήδη ισχύουν με βάση την υφιστάμενη σύμβαση και το ευρύτερο νομοθετικό / κανονιστικό πλαίσιο. Παρεμβάλλεται δε, ως τέθηκε στο Δικαστήριο, ότι οι ως άνω εισηγήσεις δεν έχουν υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θεωρώντας ότι όλα τα πιο πάνω είναι αρκούντως ικανοποιητικά για την αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών‑μελών, αλλά και την εύρυθμη λειτουργία και εφαρμογή Προγραμμάτων του είδους. Ζήτημα που ειδικότερα απασχόλησε τις πλευρές κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, αποτέλεσε το θέμα των γενικών εξόδων του Προγράμματος και η άρνηση των εναγόμενων να θεωρήσουν και αυτά επιλέξιμα ποσά προς πληρωμή. Ως ειδικότερα τέθηκε στο Δικαστήριο, τα γενικά έξοδα, τα οποία θα μπορούσαν να φτάσουν μέχρι το ποσοστό 6% επί της αξίας του Προγράμματος, καλύπτουν ουσιαστικά έξοδα που ένας αντισυμβαλλόμενος φαίνεται να δικαιούται για σκοπούς συντονισμού του Προγράμματος. Δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι η ενάγουσα ανέθεσε στη εταιρεία Freenote Ltd, το γενικότερο έργο συντονισμού του Προγράμματος. Στη βάση όλων όσων πιο πάνω έχουν σημειωθεί για την θεμελιώδη αναγκαιότητα προσδιορισμού των πραγματικών δαπανών του Προγράμματος, είναι φανερό ότι δεν θα μπορούσε σοβαρά ν απασχολήσει η εισήγηση ότι το ειδικότερα αυτό κονδύλι του Προγράμματος δεν προϋποθέτει, ως τα υπόλοιπα ποσά χρηματοδότησης, την επιβεβαίωση και την επιλογή του ως κατάλληλου για καταβολή. Παρά την αποδοχή εναλλακτικού τρόπου διεκδίκησης των συγκεκριμένων δαπανών, ήτοι μέσω βεβαίωσης εγκεκριμένου λογιστή αντί της παρουσίασης αυτούσιων τιμολογίων, αποδείξεων και άλλων ενισχυτικών εγγράφων, (ως φαίνεται να έγινε αποδεκτός μετά από παραίνεση και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην υπό συζήτηση περίπτωση) ως εξηγήθηκε στο Δικαστήριο από την Αλίκη Ιορδάνους (ΜΥ2) και γίνεται αποδεκτό, παρά τις όποιες προσπάθειες συνεννόησης επί του θέματος μεταξύ των εναγόμενων, της ενάγουσας και του λογιστή ο οποίος κλήθηκε από την ενάγουσα να δικαιολογήσει την συγκεκριμένη απαίτηση, ο τελευταίος ουσιαστικά κατέγραφε διάφορες δράσεις και ενέργειες του προγράμματος, χωρίς να βεβαιώνει τα διεκδικούμενα έξοδα για τον συντονισμό. Διάσταση υπάρχει μεταξύ των μερών, όχι μόνο για τους λόγους που προβλήθηκαν για τη διακοπή της σύμβασης ημερομηνίας 24.4.2009 (Τεκμήριο 7) και συνακόλουθα τον εκτροχιασμό του προγράμματος, αλλά και για τον χρόνο που τούτο επεσυνέβη. Επιμένει η πλευρά της ενάγουσας ότι ο τερματισμός της σύμβασης επιχειρήθηκε κατά τρόπο αντισυμβατικό ήδη από τις 27.4.2011, χρονικό σημείο που το υπουργείο με σχετική επιστολή του (Τεκμήριο 68) κατ' επίκληση της εξέλιξης αστυνομικής έρευνας για διαπίστωση ενδεχομένων ποινικών αδικημάτων, δεν παραχώρησε την έγκριση του για υλοποίηση της τρίτης και τελικής φάσης του προγράμματος, μη παραλείποντας παράλληλα να σημειώσει την προσπάθεια του ΚΟΑΠ, όπως υποδεικνύει, καθ' ον χρόνο ο τελευταίος αντιλαμβάνεται το αντισυμβατικό και παράνομο του ως άνω εγχειρήματος εκ μέρους του Υπουργείου, να επανέλθει επί του ζητήματος με επιστολή του ημερομηνίας 10.5.2011 (Τεκμήριο 71), προβάλλοντας ότι η ως άνω επιστολή του υπουργείου (Τεκμήριο 68) απορρέει από τις πρόνοιες του άρθρου 2
(2)της επίδικης σύμβασης ημερομηνίας 24.4.2009. Είναι φανερό, υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας ότι η μεταγενέστερη της καταχώρησης της υπό συζήτηση αγωγής επιστολή τερματισμού, ημερομηνίας 3.2.2011, (Τεκμήριο 90) απεστάλη με μοναδικό σκοπό να αιτιολογήσει και να δώσει νόμιμη υπόσταση στον τερματισμό που αντισυμβατικά και παράνομα είχε διακοπεί ήδη από τις 27.4.2011, για λόγο που δεν προβλεπόταν στη σύμβαση, με την τότε επιστολή του υπουργείου (Τεκμήριο 68). Θέση των εναγόμενων, όπως αυτή εκφράστηκε από τους δύο μάρτυρες που κλήθηκαν από την πλευρά τους, ήταν ότι επιστολή ημερομηνίας 27.4.2011 (Τεκμήριο 68) δεν αποτελούσε τερματισμό της σύμβασης, αλλά μία ακόμα από τις πολλές προσπάθειες και ευκαιρίες που δίδονταν στην ενάγουσα να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της, για να μπορέσει τελικά απρόσκοπτα το Πρόγραμμα να συνεχίσει. Ο μάρτυρας Σωκράτους, δεν δίστασε άλλωστε να υποδείξει ότι εκ παραδρομής και εκ λάθους φαίνεται να απεστάλη η επιστολή του ΚΟΑΠ ημερομηνίας 10.5.2011 (Τεκμήριο 71). Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόμενων, με δεδομένη τη διαπίστωση σοβαρών παραβάσεων των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας, οι εναγόμενοι είχαν κάθε δικαίωμα να προχωρήσουν στον τερματισμό της σύμβασης, ως έπραξαν με την επιστολή ημερομηνίας 3.2.2011, (Τεκμήριο 90) ζήτημα για το οποίο ενημέρωσαν μεταξύ άλλων και την αρμόδια αρχή της Βουλγαρίας. Σύμφωνα με το άρθρο 10 της σύμβασης ημερομηνίας 24.4.2009, (Τεκμήριο 7) η ως άνω επίδικη σύμβαση λύεται αυτοδικαίως, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος, ήτοι ο ΠΟΑ, διαπράξει σοβαρή παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του η οποία διαπιστώνεται δεόντως από την αρμόδια εθνική αρχή. Η παράλειψη της ως άνω ενάγουσας να διατηρεί αναλυτικούς λογαριασμούς εσόδων και δαπανών σχετικά με την εκτέλεση εργασιών/ενεργειών που προβλέπονταν από τη σύμβαση και να θέσουν υπόψη της αρμόδιας εθνικής αρχής, ήτοι του υπουργείου, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, λεπτομέρειες, έγγραφα και στοιχεία για την επαλήθευση αυτών των πληρωμών και των προσδιορισμό των πραγματικών δαπανών, ως προβλέπεται τούτο τόσο στη σύμβαση ημερομηνίας 24.4.2009, αλλά και στη σύμβαση μεταξύ αφ' ενός της ενάγουσας και του αντίστοιχου βουλγάρικου οργανισμού και αφ' ετέρου του Οργανισμού Εκτέλεσης, η οποία αποτελεί μέρος της ως άνω σύμβασης, (Τεκμήριο 7) αποτελεί κατά την αντίληψη μου σοβαρή παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας, τέτοιας μορφής που σύμφωνα με τις προ αναφερόμενες πρόνοιες του άρθρου 10 της σύμβασης, παρέχει τη δυνατότητα αυτοδίκαιης λύσης της, χωρίς προειδοποίηση. Με δεδομένη την ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου και έχοντας υπόψη τις απαιτήσεις της ενάγουσας, ως αυτές περιλαμβάνονται στην υπό συζήτηση αγωγή της και τελικά έχουν οριοθετηθεί από την πλευρά της κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, καθίσταται πραγματικά ήσσονος σημασίας η περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα του τερματισμού ή μη της σύμβασης, μέσω της επιστολής ημερομηνίας 27.4.2011 και αν σύννομα ή αντισυμβατικά επιχειρήθηκε τούτο. Στα πλαίσια της υπό συζήτηση αγωγής δεν διεκδικούνται οποιεσδήποτε αποζημιώσεις για ζημίες οι οποίες προκλήθηκαν μεταξύ της 27.4.2011 και της 03.12.2012, ημερομηνία που σύννομα φαίνεται να τερματίστηκε η επίδικη σύμβαση μέσω της επιστολής ημερομηνίας 03.12.2012 (Τεκμήριο 90). Κανένα στοιχείο άλλωστε δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου (σε περίπτωση που γινόταν αποδεκτή η θέση της πλευράς της ενάγουσας και νοουμένου ότι διεκδικείτο ανάλογη αποκατάσταση‑αποζημίωση) τα οποία θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο προβαίνοντας στις ανάλογες διεργασίες, να την καθορίσει και να την επιδικάσει. Έχοντας ήδη καταλήξει ότι οι ως άνω παραλήψεις της ενάγουσας ήταν τέτοιας, σοβαρής μορφής, που δικαιολογούσαν τον τερματισμό στο τέλος της ημέρας της επίδικης σύμβασης, αναπόδραστα οι αξιώσεις της, ως περιλαμβάνονται στην υπό συζήτηση αγωγή της και έχουν οριοθετηθεί από την πλευρά της κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, δεν μπορούν να έχουν επιτυχή κατάληξη. Στρέφοντας την προσοχή σε όσα ανταπαιτητικά διεκδικούν οι εναγόμενοι, γεγονός παραμένει ότι το άρθρο 5
(5)της σύμβασης ημερομηνίας 24.4.2009 (Τεκμήριο 7) προβλέπει ότι στις περιπτώσεις που κατά τον έλεγχο διαπιστωθεί ότι ορισμένα ποσά έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως, ο δικαιούχος, κατόπιν σχετικής αίτησης της αρμόδιας εθνικής αρχής, υποχρεούται να τα επιστρέψει. Σχετική, επί τούτου πρόνοια, εντοπίζεται άλλωστε και στον Κανονισμό (ΕΚ) 501/2008, ειδικότερα στο άρθρο 26
(1). Αναγκαία προϋπόθεση προς τούτο είναι να προηγηθεί η διεξαγωγή ελέγχου στα πλαίσια του οποίου να διαπιστωθεί ότι συγκεκριμένα ποσά καταβλήθηκαν αχρεωστήτως. Αφού δε τούτο διαπιστωθεί, θα πρέπει να γίνει σχετική αίτηση από την αρμόδια εθνική αρχή προς τον δικαιούχο για επιστροφή τους. Η ενάγουσα, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, δεν αποτελεί στο τέλος της ημέρας τον δικαιούχο των ως άνω ποσών, ως η έννοια του όρου φαίνεται να περιλαμβάνεται στο άρθρο 5
(5)της σύμβασης ημερομηνίας 24.4.2009. Ως εύστοχα εντόπισε ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας, ο αντισυμβαλλόμενος, δηλαδή η ενάγουσα στην υπό συζήτηση περίπτωση, εφόσον έχει τακτοποιήσει τις δικές του υποχρεώσεις και δεν αποτελεί μέρος οποιασδήποτε παρανομίας ή υπερτιμολόγησης, έχοντας ήδη αποδώσει τα ποσά δικαιούχους, ήτοι των Οργανισμό Εκτέλεσης, δεν μπορεί να ευθύνεται έναντι της Αρμόδιας Αρχής η οποία διατηρεί το δικαίωμα, κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις και εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος να διεκδικήσει από τους δικαιούχους των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, την επιστροφή τους. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που η ως άνω θεώρηση του Δικαστηρίου ήθελε θεωρηθεί λανθασμένη και στη βάση της συμβατικής σχέσης των ενάγουσας με τους εναγόμενους με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 24.04.2009 η μοναδική υπεύθυνη για την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών ήταν η ενάγουσα, η κατάληξη επί του ζητήματος δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, δεν φαίνεται να έχει προηγηθεί οποιοσδήποτε ειδικός έλεγχος επί τούτου, αποτέλεσμα του οποίου να διαπιστωθεί, κατά τρόπο θετικό, το μέρος του ποσού που ενδεχομένως καταβλήθηκε στον δικαιούχο, αχρεωστήτως. Οι ενάγοντες, διεκδικούν σωρευτικά ολόκληρο το ποσό που αποδόθηκε ως χρηματοδότηση, χωρίς ταυτόχρονα να διαφωνούν ότι σχετικές εργασίες/ενέργειες του Προγράμματος για τις οποίες έγιναν πληρωμές, έχουν πράγματι γίνει. Είναι προφανές ότι ο αναγκαίος να διεξαχθεί προγενέστερος έλεγχος, θα μπορούσε να τεκμηριώσει, με ασφάλεια και με τον αυστηρό τρόπο που απαιτείτε στις περιπτώσεις διεκδικήσεων του είδους, ποια τελικά ποσά καταβλήθηκαν αχρεωστήτως, συνυπολογίζοντας και αφαιρώντας ασφαλώς τις πραγματικές δαπάνες και ποσά που διατέθηκαν για την αδιαμφισβήτητη ολοκλήρωση μιας συγκεκριμένης δράσης/ενέργειας/ εργασίας του Προγράμματος. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι τόσο ο ΜΥ1, όσο και η ΜΥ2 αναφέρθηκαν σε υπερτιμολογήσεις, ενίοτε εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, πλην όμως, είτε το θέμα παρέμεινε από την πλευρά τους γενική και αόριστη αναφορά χωρίς την προσκόμιση αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων, εγγράφων ή μαρτυρίας, είτε ο τρόπος που επιχειρήθηκε από την πλευρά τους να γίνει τούτο, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο, με την ασφάλεια που απαιτείτε σε διεκδικήσεις του είδους να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα για το ζήτημα. Η παραπομπή σε τιμολόγια ή πίνακες οικονομικών καταστάσεων, χωρίς την αναγκαία διασύνδεση τους, τη λογιστική και πραγματική αντιστοίχιση τους, αλλά και στην απουσία αναγκαίων παραμέτρων που θα επέτρεπαν την υιοθέτηση των σχετικών συμπερασματικών απολήξεων των ως άνω μαρτύρων επί του συζητούμενου, δεν αποσείει το ανάλογο για τις περιπτώσεις του είδους, βάρος απόδειξης. Τέτοια κρίνεται ήταν η περίπτωση καθ' ων χρόνο οι ΜΥ1 και ΜΥ2 επιχείρησαν να προβάλουν το ζήτημα, αναφερόμενοι σε ποσά που ανταπαιτητικά αξιώνονται στην παρούσα. Των ως άνω λεχθέντων, με δεδομένο και αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι αποκλειστικός δικαιούχος των επίδικων αμετάκλητων Εγγυητικών Επιστολών εξακολουθεί να παραμένει το ΥΕΕ&Β, ενώ η ισχύς τους δεν έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί, είναι προφανές ότι σε αυτό το στάδιο δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί, επιπρόσθετα, ο επιδικασμός των ποσών που αυτές αφορούν. Οι εναγόμενοι, διατηρούν το δικαίωμα να επιζητήσουν την εξαργύρωσή τους (αυτή ήταν άλλωστε εξ' αρχής η θέση τους) πράγμα που για δικούς τους λόγους δεν επιχείρησαν έκτοτε. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, τόσο η Απαίτηση όσο και η Ανταπαίτηση στην παρούσα διαδικασία, απορρίπτονται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, έχοντας κατά νου, την ισχυρή διασύνδεση και αλληλοεπικάλυψη των ζητημάτων που κάθε πλευρά προέβαλε και απασχόλησαν, όχι μόνο μέσω των δικογραφημένων θέσεων τους αλλά και γενικότερα κατά την παρουσίαση της υπόθεσης, αφού η παρουσίαση της μαρτυρίας και στοιχείων από κάθε πλευρά καθ' ων χρόνο παρουσίαζε την υπόθεσή της ήταν άρρηκτα συνυφασμένη και διαπλεκόμενη τόσο για την απαίτηση όσο και την ανταπαίτηση, χωρίς παράλληλα να απαιτηθεί, καθ' όλη την εξέλιξη της διαδικασίας, να δρομολογηθούν ειδικότερες και ξεχωριστές ενδιάμεσες διαδικασίες σε σχέση με την προώθηση της απαίτησης ή της ανταπαίτησης, ούτε η προσκόμιση ειδικότερης μαρτυρίας για την προώθηση οποιασδήποτε πτυχής τους, σε συνδυασμό θεωρούμενα με την τελική κατάληξη του Δικαστηρίου επί των επίδικων ζητημάτων, κρίνεται ότι δικαιολογούν όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί τα έξοδα της στη διαδικασία. ............... (Υπ.) Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.