← Κύπρος

Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευριδίκης Κυπριανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 1883/2017, 26/5/2023

Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευριδίκης Κυπριανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 1883/2017, 26/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΟΥ-ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1883/2017 Μεταξύ: Ευριδίκη Κυπριανού Ενάγουσας -και- Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένης ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗΣ Μεταξύ: Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εξ΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας -και-

  1. Ευριδίκης Κυπριανού
  2. Τάκης Νικήτας Κίοσκ Λιμιτεδ
  3. Τάκη Νικήτα
  4. Νεόφυτου Νικήτα Εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους Ημερομηνία: 26/05/
  5. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα-Εξ΄ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1: κ. Λ. Λουκαΐδης για Λουκής Γ. Λουκαΐδης & Σία ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενη-Εξ΄ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα: κ. Γ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδη & Πελίδη ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα, με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, αξιώνει αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι συμφωνίες δανείου που υπέγραψε με την Εναγομένη και οι συμφωνίες υποθήκης που υπέγραψε για εξασφάλιση αριθμού δανείων, είναι άκυρες καθότι δεν είναι το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης της, αλλά το προϊόν ανεπίτρεπτων πιέσεων και ψευδών παραστάσεων από τον πρώην σύζυγο της, εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3 και τον εκπρόσωπο της Εναγομένης, ΧΧ Μιχαήλ. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, κατόπιν πίεσης του συζύγου της, εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3, η Ενάγουσα επισκέφθηκε κατά διάφορους χρόνους, υποκατάστημα της Εναγομένης, στη Πάφο. Υπεύθυνος διευθυντής του πιο πάνω υποκαταστήματος ήταν ο ΧΧ Μιχαήλ. Κατά τις επισκέψεις της, «τόσο ο πρώην σύζυγος της όσο και ο ΧΧ Μιχαήλ εκ μέρους της Εναγομένης τράπεζας (την πίεζαν) να δεχτεί να υπογράψει τα δάνεια τα οποία αναφέρονται στην Αίτηση και να βάλει υποθήκη την πρώτη της κατοικία προς όφελος του πρώην συζύγου της για τα εν λόγω δάνεια με βάση ρητή διαβεβαίωση τους ότι τα δάνεια θα αναλάμβανε να πληρώσει εξ΄ ολοκλήρου ο πρώην σύζυγος της Ενάγουσας αφού έτσι και αλλιώς εν γνώσει του δεν είχε οποιαδήποτε εισοδήματα η Ενάγουσα αλλά μόνο ο πρώην σύζυγος της». Στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται εκτενής αναφορά στο σύζυγο της, εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ασχολείτο με το τζόγο, γεγονός που είχε αρνητική επίδραση στη συμπεριφορά του. Έγινε εχθρικός και επιθετικός έναντι της Ενάγουσας και την πίεζε να πωλήσει την ακίνητη περιουσία που της είχε δωρίσει η μητέρα της, για να εξοφλήσει τα χρέη του. Την κακομεταχειριζόταν και την κακοποιούσε συστηματικά και εναντίον του καταχωρήθηκαν ποινικές υποθέσεις στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Στην Έκθεση Απαίτησης προβάλλεται και ο ισχυρισμός ότι τα δάνεια είναι άκυρα λόγω υπερχρεώσεων, καταχρηστικών ρητρών και επιβολής παράνομων τόκων, οι θέσεις αυτές δεν προωθήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, οι μάρτυρες υπεράσπισης δεν αντεξετάσθηκαν επί των πιο πάνω θεμάτων και ως εκ τούτου δεν θα τύχουν εξέτασης. Στην Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι συμβάσεις είχαν συναφθεί το 2010 και το 2013, με βάση όμως την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και την μαρτυρία που δεν αμφισβητήθηκε, προκύπτει ότι τα δάνεια παραχωρήθηκαν το 2007 και το
  6. Το 2013 τροποποιήθηκαν οι όροι του πρώτου δανείου, ημερομηνίας 16.07.2007 και του δανείου ημερομηνίας 23.11.2010 . Η Εναγομένη καταχώρισε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Στο δικόγραφό της απορρίπτει τις θέσεις που προβάλλει η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησης της. Ισχυρίζεται ότι ο ΧΧ Μιχαήλ δεν ήταν ο υπεύθυνος του υποκαταστήματος της Εναγομένης που χορήγησε τα δάνεια και ουδεμία σχέση είχε με τις εργασίες του εν λόγω υποκαταστήματος ή την χορήγηση των δανείων. Ο ΧΧ Μιχαήλ διορίστηκε διευθυντής του υποκαταστήματος αρχές του 2008, μετά την χορήγηση των δύο πρώτων δανείων. Με την Ανταπαίτηση η Εναγομένη αξιώνει από την Ενάγουσα και ακόμη τρία πρόσωπα, τους εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγομένους 2, 3 και 4, την καταβολή οφειλομένων ποσών που προέκυψαν από τη χορήγηση των πιο κάτω πιστωτικών διευκολύνσεων. Παραθέτω τις λεπτομέρειες της κάθε συμφωνίας δανείου, ξεχωριστά, αμέσως πιο κάτω: Α. Συμφωνία παραχώρησης δανείου, ημερομηνίας 16.07.2007, μεταξύ της Εναγομένης και της Ενάγουσας και του εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3, ως πρωτοφειλέτες, για το ποσό των Λ.Κ.80.
  7. Για εξασφάλιση του δανείου η Ενάγουσα υποθήκευσε προς όφελος της Εναγομένης, ακίνητη περιουσία για το ποσό των Λ.Κ. 80.000, πλέον τόκο προς 5.75% ετησίως. Τη 17.05.2013, υπεγράφη τροποποιητική συμφωνία με την οποία τροποποιήθηκε ο τρόπος αποπληρωμής του επιδίκου δανείου. Β. Συμφωνία παραχώρησης δανείου, ημερομηνίας 19.11.2007, μεταξύ της Εναγομένης και της Ενάγουσας και του εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3, ως πρωτοφειλέτες, για το ποσό των Λ.Κ.40.
  8. Για εξασφάλιση του δανείου η Ενάγουσα υποθήκευσε προς όφελος της Εναγομένης ακίνητη περιουσία για το ποσό των Λ.Κ. 40.000, πλέον τόκο προς 5.75% ετησίως. Γ. Συμφωνία παραχώρησης δανείου, ημερομηνίας 23.11.2010, μεταξύ της Εναγομένης και της εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 2, για την παραχώρηση δανείου ύψους €185.
  9. Για εξασφάλιση του δανείου η Ενάγουσα υποθήκευσε προς όφελος της Εναγομένης ακίνητη περιουσία για το ποσό των €246.038,61, πλέον τόκο προς 13%. Τη 17.05.2013, η πιο πάνω συμφωνία τροποποιήθηκε, η τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 17.05.2013, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας ημερομηνίας 23.11.
  10. Δ. Συμφωνία παραχώρησης δανείου, ημερομηνίας 3.12.2009, μεταξύ της Εναγομένης και του εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 4, για την παραχώρηση δανείου ύψους €16.
  11. Τη 3.12.2009 η Ενάγουσα υπέγραψε συμφωνία εγγύησης με την οποία εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 4 προς την Εναγομένη μέχρι ορίου €16.000, πλέον τόκους, προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα. Ε. Συμφωνία παραχώρησης δανείου, ημερομηνίας 7.02.2011, μεταξύ της Εναγομένης και του εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 4, για την παραχώρηση δανείου ύψους €50.
  12. Τη 14.02.2011 η Ενάγουσα υπέγραψε συμφωνία εγγύησης με την οποία εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 4 προς την Εναγομένη μέχρι ορίου €50.000, πλέον τόκους, προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα. Οι πρώτες τρεις συμφωνίες τερματίστηκαν από την Εναγομένη τη 15.10.2014, ενώ οι άλλες δύο τη 20.04.
  13. Η Ενάγουσα καταχώρισε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Αναγνωρίζει την παροχή των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων, απορρίπτει όμως τις θέσεις που προβάλλονται εκ μέρους της Εναγομένης σε σχέση με τις συνθήκες σύναψης των επιδίκων συμφωνιών και επαναλαμβάνει τις θέσεις που προωθεί με την Έκθεση Απαίτησης της, ήτοι ότι ενεργούσε χωρίς την ελεύθερη βούληση της και ότι δέχθηκε πιέσεις από τον πρώην σύζυγο της και τον ΧΧ Μιχαήλ, υπάλληλο της Εναγομένης. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, η Ενάγουσα, Μ.Ε.1 και οι τραπεζικοί υπάλληλοι, Ματθαίος Ζαβρός (Μ.Υ.1) και Χριστάκης Φλωρή (Μ.Υ.2) εκ μέρους της Εναγομένης - εξ΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας. Εναντίον των εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2, 3, 4 και 5, εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση τη 7.03.
  14. Συνοψίζω τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Ενάγουσα, Μ.Ε.1, κατέθεσε για τις σχέσεις της με τον πρώην σύζυγο της, εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «ο πρώην σύζυγος». Ο πρώην σύζυγος της, καθ' όλη την διάρκεια του έγγαμου βίου τους και μετέπειτα, δεν είχε σταθερή ή μόνιμη εργασία, αλλά απασχολείτο «σποραδικά». Για κάποιο χρονικό διάστημα εργοδοτήθηκε στο Τμήμα Τροφοδοσίας των Κυπριακών Αερογραμμών. Μετά την εργοδότηση του στον πιο πάνω οργανισμό, άρχισε να ξενυχτά και να ασχολείται με την χαρτοπαιξία. Η συμπεριφορά του προς την ιδίαν άλλαξε, έγινε εχθρικός και επιθετικός και την πίεζε να πωλήσει την ακίνητη περιουσία που της είχε δωρίσει η μητέρα της, για να ξεπληρώσει τα χρέη του. Παράλληλα εισέπραττε και οικειοποιείτο τα εισοδήματα και τις αποταμιεύσεις των γονιών της. Την κακομεταχειριζόταν και την κακοποιούσε συστηματικά. Η Ενάγουσα ανέφερε χαρακτηριστικά ότι το Μάϊο του 2006 αυτός της επιτέθηκε χτυπώντας την στο στήθος, γεγονός που της προκάλεσε λιποθυμία και αναπνευστικά προβλήματα. Τον Ιανουάριο του 2009, την άρπαξε από την κεφαλή, την έσπρωξε στην μπανιέρα και βύθισε το κεφάλι της στο νερό για αρκετή ώρα μέχρι που αυτή λιποθύμησε και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Ο στόχος του πρώην συζύγου της ήταν να την πιέσει να πωλήσει μέρος της ακίνητης περιουσίας της για να πληρώσει τα χρέη του από την χαρτοπαιξία. Λόγω του πιο πάνω περιστατικού, υπέφερε για αρκετές εβδομάδες. Η εξέταση στην οποία υποβλήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο, κατέδειξε «εισροή μεγάλης ποσότητας νερού στους βρόγχους της». Η Ενάγουσα λόγω αυτής της εκφοβιστικής ενέργειας, αναγκάστηκε να πωλήσει ένα μικρό κομμάτι της ακίνητης της περιουσίας και να δώσει το ποσό που εισέπραξε στον πρώην σύζυγο της. Το Μάϊο του ιδίου χρόνου, ήτοι του 2009, ο πρώην σύζυγος της τη μετέφερε με αυτοκίνητο σε βουνίσια περιοχή στην επαρχία Πάφου και εκεί, κρατώντας κυνηγετικό όπλο, την απείλησε ότι θα την σκότωνε αν δεν πωλούσε την ακίνητη περιουσία της, για να πληρώσει τα χρέη του στο τζόγο. Σε κάποια άλλη περίπτωση ο πρώην σύζυγος της υπέβαλε ψευδές παράπονο στην Αστυνομία εναντίον της, ότι τού είχε σπάσει το τζάμι του οχήματος του, με σιδερολοστό. Η Ενάγουσα διώχθηκε από την αστυνομία για το συμβάν, κατηγορήθηκε και τελικά αθωώθηκε από το Δικαστήριο. Η Ενάγουσα, σε αρκετές περιπτώσεις, μετά από τις βίαιες επιθέσεις που δεχόταν από τον πρώην σύζυγο της, κατέφευγε στην αστυνομία, δυστυχώς όμως δεν ετύγχανε της αναμενόμενης ανταπόκρισης από τα όργανα του νόμου και οι καταγγελίες της δεν ετύγχαναν διερεύνησης. Τουναντίον, η συμπεριφορά των αστυνομικών απέναντι της ήταν υποτιμητική και κάθε άλλο παρά επαγγελματική. Απέδωσε το γεγονός αυτό στις διασυνδέσεις του πρώην συζύγου της. Αυτός γνώριζε αστυνομικούς και πολιτικούς, με αποτέλεσμα ουδέποτε να τιμωρηθεί για την ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του. Η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να πει πότε ακριβώς είχε χωρίσει από το σύζυγο της, αρχικά στην γραπτή δήλωση της ανέφερε ότι ήταν το 2010, κατά την αντεξέταση της όμως συμφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης ότι ήταν το «2009 περίπου». Ο πρώην σύζυγος συνέχισε να την κακοποιεί και μετά τον χωρισμό, η κακοποίηση ήταν «λεκτική». Σαν αποτέλεσμα της κακοποίησης και των βασανιστηρίων που δέχθηκε από τον πρώην σύζυγο της, η Ενάγουσα υποφέρει έκτοτε από κρίσεις πανικού. Εναντίον του πρώην συζύγου της κινήθηκαν δύο ποινικές διώξεις και αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Οι ποινικές διώξεις ανεστάλησαν από τον τότε Γενικό Εισαγγελέα. Καταθέτοντας σε σχέση με τις συνθήκες σύναψης των επιδίκων συμφωνιών, η Ενάγουσα ανέφερε τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος της γραπτής δήλωσης που υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της: «
  15. Λόγω της ως άνω καταπίεσης λεκτικής και σωματικής βίας που ασκούσε πάνω μου ο πρώην συζύγου μου επισκέφτηκα μαζί του, το παράρτημα της Εναγόμενης στην Πάφο με εκπρόσωπο της Τράπεζας τον κ. ΧΧ Μιχαήλ. Εκεί με πίεζαν τόσο ο πρώην σύζυγος μου όσο και ο κ. ΧΧ Μιχαήλ εκ μέρους της Εναγόμενης να δεχτώ να υπογράψω τα δάνεια τα οποία αναφέρονται στην παρούσα Αγωγή και να υποθηκεύσω την πρώτη μου κατοικία προς όφελος του πρώην συζύγου μου. Ήταν ρητή διαβεβαίωση τους ότι τα δάνεια θα αναλάμβανε να πληρώσει εξ ολοκλήρου ο πρώην σύζυγος μου αφού έτσι και αλλιώς εν γνώσει του δεν είχα οποιαδήποτε εισοδήματα και ούτε εργαζόμουν. H διαβεβαίωση αυτή απεδείχθη ψευδής.
  16. Έκτοτε και παρά τις παροτρύνσεις μου, ο πρώην σύζυγος μου δεν κατέβαλε καμιά δόση για τα εν λόγω δάνεια παρόλο που ήταν πρωτοφειλέτης και ο άνθρωπος ο οποίος εν γνώσει των υπευθύνων της Εναγομένης επιδίωξε τα δάνεια και με πίεσε να συνεργαστώ σε συνεννόηση με τον κ. ΧΧ Μιχαήλ, Διευθυντή της εν λόγω Εναγομένης, για να τα πετύχει.
  17. Υπό τις περιστάσεις τα επίδικα δάνεια και η υποθήκη σε σχέση με αυτά είναι άκυρα διότι δεν ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης μου αλλά προϊόν ανεπίτρεπτων πιέσεων και εκφοβισμού μου από τον πρώην σύζυγο μου. Οι σχέσεις μου με τον πρώην σύζυγο της μετά από λίγους μήνες έγγαμου βίου ήσαν τέτοιες που αυτός κυριαρχούσε πάνω στην ελεύθερη βούληση μου και εξέφραζε απειλές κατά της σωματικής μου ακεραιότητας. Επίσης υπό τις περιστάσεις εάν αποδειχθεί ότι οφείλω να καταβάλω ποσά, τότε ο πρώην σύζυγος μου είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για αυτά διότι ήταν αποτέλεσμα και ψευδών παραστάσεων από μέρους του προς εμένα αφού στην ουσία ενώ αναφερόμουν ως δανειστής, τα σχετικά ποσά προορίζονταν και δίνονταν από την ίδια τράπεζα μόνο στον σύζυγο μου. Να αναφέρω ότι οιανδήποτε αφορά δάνειο της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 καμία σχέση δεν έχω αφού την εν λόγω Εταιρεία διεύθυνε ουσιαστικά ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 ο οποίος γνωρίζει καλύτερα τα σχετικά γεγονότα. Το ίδιο ισχύει και για τις κοινές διευκολύνσεις του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3 μαζί μου και του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 4 κ. Νεόφυτου Νικήτα. Ουδέποτε ενημερωνόμουν για τα καθέκαστα. Πάντα η οποιαδήποτε συμμετοχή μου ήταν προϊόν της πιο πάνω καταπίεσης που μου ασκούσε.
  18. Προσωπικά ουδέποτε είχα εισόδημα από οποιαδήποτε πηγή. Είχα την πρώτη μου κατοικία η οποία επιβαρύνθηκε με την εν λόγω υποθήκη προς όφελος της Εναγόμενης κατόπιν των πιέσεων που ανάφερα προηγουμένως του πρώην συζύγου μου και του κ. ΧΧ Μιχαήλ. O μόνος από τους πρωτοφειλέτες o οποίος είχε εισόδημα από την επιχείρηση την οποία δημιούργησα κάνοντας τα εν λόγω δάνεια, ήταν ο πρώην σύζυγος μου o οποίος δεν έδειξε ποτέ την διάθεση να πληρώσει ή να επισκεφτεί καν την Εναγομένη.» Κατά την αντεξέταση της επανέλαβε ότι υπόγραφε όλες τις συμφωνίες κάτω από πίεση που ασκούσε σε βάρος της ο πρώην σύζυγος της, την εξανάγκαζε να πηγαίνει στην τράπεζα, να υπογράφει τα διάφορα έγγραφα και να υποθηκεύει την περιουσία της. Παραθέτω τη σχετική αναφορά αυτούσια: «Έπαιζε τζόγο, χαρτιά, έχανε, ήταν σε πολύ κακή κατάσταση, ήταν σε ένα χάος. Εγώ τις «έτρωγα» συνέχεια. Έβαλε υποθήκη όλη την περιουσία μου. Μετά έβαλε το σπίτι μου, το σπίτι μου είναι ενός εκατομμυρίου, για να κάμει καζίνο, για να κάμει ένα περίπτερο του Δήμου που τελικά έβαλε το υποθήκη. Έβαλε μέσα ηλεκτρονικά φρουτάκια. Πήγαινε και η αστυνομία. Οι ίδιοι έπαιζαν οι αστυνομικοί αφού ήμουν τζιαμέ. Τούτα έκανε, τούτες τις δουλειές και τα έκλεισαν όλα.» Αντεξεταζόμενη κατάθεσε επίσης ότι σε όλες τις δοσοληψίες που είχε με την τράπεζα, ήτοι την Εναγομένη, το μόνο υπάλληλο που έβλεπε ήταν τον ΧΧ Μιχαήλ, που ήταν «κολλητός» φίλος του πρώην συζύγου της. Αυτός ήταν που την πίεζε να υπογράψει τις συμφωνίες και να παραχωρήσει τις εξασφαλίσεις. Στο πιο πάνω πρόσωπο είχε δώσει και το ποσό των €100.000 που εισέπραξε από την πώληση ενός χωραφιού στον Αμπελίτη. Το πιο πάνω ποσό δεν πιστώθηκε στους επίδικους λογαριασμούς. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «Ε. Όταν πιάσατε τα δάνεια στην αρχή, αν κατάλαβα καλά εσείς λέτε ότι σας πίεζε ο πρώην σύζυγος σας και σας πίεζε και ο κ. ΧΧ Μιχαήλ. Α. Ναι ήταν φίλοι κολλητοί. Ο ΧΧ Μιχαήλ με πίεζε να του παραχωρώ τούτες τις διευκολύνσεις. Εν τω μεταξύ εγώ εκείνο που δεν καταλάβαινα γιατί συνέχεια εκεί έβλεπα τούτο τον υπάλληλο. Εν τω μεταξύ πώλησα ένα χωράφι €100.000 στον Αμπελίτη και τους τα έδωσα στην Τράπεζα στην Ελληνική. Ούτε καν τα έβαλαν μέσα. Δεν ξέρω τι τα έκαναν. Τα έδωσα στον ΧΧ Μιχαήλ €100.
  19. Ούτε τα έβαλαν μέσα.» Η μάρτυρας αντεξετάστηκε εκτεταμένα για τους λόγους που την ώθησαν, μετά το χωρισμό της από τον πρώην σύζυγο της, να υπογράψει, το 2013, την τροποποιητική συμφωνία. Κατέθεσε ότι υπέγραψε την εν λόγω συμφωνία μετά από προτροπές των πρώην πεθερικών της και του γιου της. Τα πιο πάνω πρόσωπα την διαβεβαίωσαν ότι η υπογραφή της ήταν αναγκαία για να μπορέσει ο πρώην σύζυγος της να πληρώσει τις δόσεις του στην τράπεζα. Ο Ματθαίος Ζαβρός, Μ.Υ.1, είναι στην υπηρεσία της Εναγομένης από το
  20. Κατά την περίοδο 1.09.2008 μέχρι 2.06.2014, εργαζόταν στο υποκατάστημα που είχε χορηγήσει τα δάνεια στην Ενάγουσα και στον πρώην σύζυγο της, το οποίο βρισκόταν στη Λεωφόρο Ελλάδος, στην Πάφο. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι ο ΧΧ Μιχαήλ μεταφέρθηκε στο πιο πάνω υποκατάστημα και ανέλαβε τη θέση του διευθυντή αρχές Ιανουαρίου του
  21. Πριν την πιο πάνω ημερομηνία εργαζόταν στο τοπικό τμήμα χρηματοδοτήσεων της Εναγομένης, που βρισκόταν στο ίδιο κτίριο με το υποκατάστημα της Λεωφόρου Ελλάδος, αυτός όμως, ως ανέφερε χαρακτηριστικά «. ουδεμία σχέση είχε με το υποκατάστημα το οποίο αποτελεί εντελώς ξεχωριστό τμήμα της τράπεζας από το τμήμα χρηματοδοτήσεων». Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι κατά τη χορήγηση των δύο πρώτων δανείων που έλαβε χώρα το 2007, ο ΧΧ Μιχαήλ δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη ή εμπλοκή στη χορήγηση τους, καθότι αυτός δεν εργαζόταν καν στο υποκατάστημα που χορήγησε τα δάνεια. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «είναι αδιανόητο να έχει την οποιαδήποτε ανάμειξη στη χορήγηση δανείων μέλος του προσωπικού της τράπεζας που δεν εργάζεται στο αρμόδιο υποκατάστημα». Ο ΧΧ Μιχαήλ, μετά που διορίστηκε διευθυντής του υποκαταστήματος, πληροφόρησε το μάρτυρα ότι όταν τα δάνεια ξεκίνησαν να παρουσιάζουν καθυστερήσεις, αυτός κάλεσε την Ενάγουσα και τον εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3, για να εξεύρει κάποια λύση στο πρόβλημα. Ο μάρτυρας θυμόταν ότι η Ενάγουσα και ο εξ΄ Aνταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 πήγαιναν κατά διαστήματα στο υποκατάστημα της Λεωφόρου Ελλάδος και συναντούσαν προσωπικά τον ΧΧ Μιχαήλ στο γραφείο του. Τα δύο πιο πάνω πρόσωπα ουδέποτε υπέβαλαν στον ίδιον παράπονο ότι είχαν πιεστεί να λάβουν τα δάνεια. Οι προσπάθειες για εξεύρεση λύσης οδήγησαν στην τροποποίηση της συμφωνίας του δανείου, ημερομηνίας 16.07.
  22. Ο μάρτυρας υπέγραψε προσωπικά, τη 17.05.2013, τη σχετική επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης. Οι ισχυρισμοί του M.Y.1, ότι ο ΧΧ Μιχαήλ δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στη σύναψη των δύο πρώτων δανείων αμφισβητήθηκε έντονα κατά την αντεξέταση του μάρτυρα. Ο μάρτυρας, αντεξεταζόμενος αναγνώρισε ότι το τμήμα χρηματοδοτήσεων της τράπεζας, στο οποίο εργαζόταν ο ΧΧ Μιχαήλ, εφάπτετο με το υποκατάστημα της Λεωφόρου Ελλάδος. Διέθετε δική του είσοδο, υπήρχε όμως και μια εσωτερική πόρτα που ένωνε τους δύο χώρους. Αναγνώρισε επίσης ότι δεν ήταν σε θέση να καταθέσει για τις ενέργειες του ΧΧ Μιχαήλ κατά τον επίδικο χρόνο, ούτε κατά πόσο αυτός εκτελούσε τα καθήκοντα του με βάση τους όρους εργασίας του. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «Ε. Ο κ. Μιχαήλ. Το περιορίζω στον κ. Μιχαήλ. Ξέρεις αν έκαμνε την δουλειά του καλά σύμφωνα με τους όρους της εργασίας του; A. Δεν μπορώ να απαντήσω εγώ για την δουλειά του κ. Μιχαήλ.» Η θέση του μάρτυρα ότι ο ΧΧ Μιχαήλ δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στη σύναψη των επίδικων συμφωνιών στηρίχθηκε στο γεγονός ότι ο ΧΧ Μιχαήλ ανέλαβε καθήκοντα ως διευθυντής του εν λόγω καταστήματος τον Ιανουάριο του 2008 και κατά το χρόνο σύναψης των επίδικων συμφωνιών διευθυντής ήταν ο ΧΧ Σαββίδης. Σε κάποιο άλλο στάδιο ανέφερε ότι η πεποίθηση του στηρίζεται στο γεγονός ότι γνώριζε το χαρακτήρα του ΧΧ Μιχαήλ, υπονοώντας ότι ο ΧΧ Μιχαήλ ήταν άτομο καλού χαρακτήρα. Ο Χριστάκης Φλωρή, Μ.Υ.2, είναι στην υπηρεσία της Εναγομένης από το
  23. Από το 2019 μέχρι και σήμερα είναι στην υπηρεσία Υποστήριξης Χορηγήσεων. Ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο αριθμό τεκμηρίων που αφορούν την απαίτηση της Εναγομένης, συμπεριλαμβανομένων των πέντε επιδίκων συμφωνιών, των υποθηκών και των επιστολών τερματισμού των λογαριασμών. Στα πλαίσια των καθηκόντων του, ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών των πέντε επιδίκων δανείων. Με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις, τα ποσά που οφείλονται στην Εναγομένη είναι τα ακόλουθα: Α. Συμφωνία παραχώρησης δανείου ημερομηνίας 16.07.2007, μεταξύ της Εναγομένης και της Ενάγουσας και του εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3, ως πρωτοφειλέτες, χρεωστικό υπόλοιπο, τη 31.12.2022, €329.731,
  24. Β. Συμφωνία παραχώρησης δανείου, ημερομηνίας 19.11.2007, μεταξύ της Εναγομένης και της Ενάγουσας και του εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3, ως πρωτοφειλέτες, χρεωστικό υπόλοιπο τη 31.12.2022, €128.056,
  25. Γ. Συμφωνία παραχώρησης δανείου, ημερομηνίας 23.11.2010, μεταξύ της Εναγομένης και της εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 2, για την παραχώρηση δανείου ύψους €185.000, χρεωστικό υπόλοιπο, τη 31.12.2022, €477.259,
  26. Δ. Συμφωνία παραχώρησης δανείου, ημερομηνίας 3.12.2009, μεταξύ της Εναγομένης και του εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 4, για την παραχώρηση δανείου ύψους €16.000, χρεωστικό υπόλοιπο, τη 31.12.2022, €15.641,
  27. Ε. Συμφωνία παραχώρησης δανείου, ημερομηνίας 7.02.2011, μεταξύ της Εναγομένης και του εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 4, για την παραχώρηση δανείου ύψους €50.000, χρεωστικό υπόλοιπο τη 31.12.2022, €71.580,
  28. Όλες οι υποθήκες που η Ενάγουσα παραχώρησε στην τράπεζα, αφορούν το ίδιο ακίνητο, ήτοι την κατοικία της. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αξιολόγηση των μαρτύρων έγινε ακολουθώντας τις αρχές που καθορίστηκαν από τη νομολογία. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την αντιπαράβαλα και την εξέτασα σε σχέση με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας. Η αξιολόγηση θα επικεντρωθεί στους ισχυρισμούς που κατέστησαν επίμαχοι καθότι δεν θεωρώ σκόπιμο να επεκταθώ σε ισχυρισμούς που δεν αμφισβητήθηκαν και ή που δεν σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα. Αφού εξέτασα τη μαρτυρία στο σύνολο της, κατέληξα σε ευρήματα και συμπεράσματα, τα οποία παραθέτω πιο κάτω, όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μου αλλά με βάση τη σειρά, η οποία κατά την κρίση μου αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασης μου. Η πρώτη εντύπωση που σχημάτισα για την Ενάγουσα ήταν ότι επρόκειτο για άτομο εριστικό, που της άρεσε να δημιουργεί εντάσεις και να λογομαχεί. Φώναζε ενώ βρισκόταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου, επενέβαινε στη διαδικασία και ενίοτε ήταν προσβλητική με το προσωπικό του Δικαστηρίου και το συνήγορο υπεράσπισης, του οποίου η συμπεριφορά καθ΄ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ήταν άψογη. Για το γεγονός αυτό απονέμω στο λειτουργό της δικαιοσύνης τα εύσημα. Στη συνέχεια συνειδητοποίησα ότι η πιο πάνω εικόνα ήταν ένα προσωπείο για να καλύψει το φόβο, το άγχος, το θυμό και τη νευρικότητα που τη διακατείχε. Τα πιο πάνω συναισθήματα ήταν ζωγραφισμένα στο πρόσωπο της καθ΄ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Η ιστορία της Ενάγουσας είναι τραγική. Παντρεύτηκε ένα άντρα εθισμένο στο τζόγο, ο οποίος την κακοποιούσε συστηματικά, τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά. Την ανάγκασε να πωλήσει την ακίνητη περιουσία που της δώρισαν οι γονείς της για να καλύψει τα χρέη που δημιούργησε λόγω του τζόγου και των επιχειρήσεων του, που είχαν και αυτές ως αντικείμενο τα τυχερά παιχνίδια, με αποτέλεσμα σήμερα να κινδυνεύει να χάσει ακόμη και το σπίτι όπου διαμένει, το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που της απέμεινε. Η ιστορία της εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι είναι απίθανη, μη ρεαλιστική, βγαλμένη από κάποιο μυθιστόρημα, δεν έχω όμως καμία αμφιβολία ότι είναι αληθινή και τα όσα περιέγραψε αποτελούν τα πραγματικά της βιώματα. Η Ενάγουσα είναι άτομο περιορισμένης μόρφωσης και καθ΄ όλη τη διάρκεια της εξέτασης διακατείχετο από έντονη νευρικότητα, παρά ταύτα, απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις με ευθύτητα και αυθορμητισμό και παρά το άγχος και τη νευρικότητα της, οι απαντήσεις της ήταν θετικές και τα όσα περιέγραψε είχαν συνοχή. Καταλήγω ότι η Ενάγουσα ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Έχω πεισθεί, μεταξύ άλλων, ότι το πρόσωπο με το οποίο συνομιλούσε στα πλαίσια σύναψης όλων των συμφωνιών, ήταν ο ΧΧ Μιχαήλ και όχι ο ΧΧ Σαββίδης, θέση που προβλήθηκε εκ μέρους της Εναγομένης. Από τη μαρτυρία που τέθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι ο ΧΧ Μιχαήλ ήταν υπάλληλος της Εναγομένης και το γραφείο του βρισκόταν στο ίδιο κτίριο με το υποκατάστημα στη λεωφόρο Ελλάδος, το υποκατάστημα που παραχώρησε τα επίδικα δάνεια. Αποτελεί επίσης αναντίλεκτο γεγονός ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο εργαζόταν σε τμήμα της τράπεζας, το οποίο εφάπτετο του πιο πάνω υποκαταστήματος και υπήρχε εσωτερική πόρτα που συνέδεε τους δύο χώρους. Με βάση της μαρτυρία της προκύπτει ότι για κάποια από τα δάνεια δεν πήγε η ίδια στο υποκατάστημα αλλά ο πρώην σύζυγος της πήρε τα έγγραφα στο χώρο που βρισκόταν, σε κάποιες περιπτώσεις συνοδευόμενος από τον ΧΧ Μιχαήλ, που ήταν κολλητός φίλος του. Παρενθετικά αναφέρω ότι η σχέση στενής φιλίας, μεταξύ του πρώην συζύγου και του ΧΧ Μιχαήλ, δεν έχει αμφισβητηθεί. Αποδεκτή είναι και η θέση της ότι σε όλες τις περιπτώσεις δεχόταν πιέσεις για τη σύναψη των δανείων και την παραχώρηση εγγυήσεων τόσο από το σύζυγο της όσο και από τον ΧΧ Μιχαήλ, που παρουσιαζόταν ως εκπρόσωπος της τράπεζας και ότι ο τελευταίος γνώριζε ότι η ίδια δεν εργαζόταν και δεν είχε οποιαδήποτε εισοδήματα. Αμφότερα δε τα πιο πάνω πρόσωπα την διαβεβαίωναν ότι τα δάνεια θα εξοφλούντο από τον πρώην σύζυγο. Δέχομαι επίσης τη θέση της ότι και τα δύο ποσά που εκταμιεύθηκαν από τη σύναψη των δύο πρώτων δανείων, το 2007, τα έλαβε ο πρώην σύζυγος της για δικούς του σκοπούς και η ίδια ουδέν συμφέρον είχε από την παραχώρηση των δανείων, παρά το γεγονός ότι στα έγγραφα φαίνεται να είναι πρωτοφειλέτης. Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω ότι η μαρτυρία της Ενάγουσας δεν έχει στην ουσία αντικρουσθεί. Ο μόνος μάρτυρας που κλήθηκε εκ μέρους της Εναγομένης να καταθέσει για τις συνθήκες σύναψης των δανείων και παραχώρησης των εξασφαλίσεων, ήταν ο Μ.Υ.1, ο οποίος όμως καμία προσωπική εμπλοκή είχε με τα θέματα αυτά. Η δήλωση του ότι ο συνάδελφος του ΧΧ Μιχαήλ δεν είχε οποιανδήποτε ανάμειξη, αποτελεί απλή εικασία, η οποία δεν εδράζεται σε οποιαδήποτε γεγονότα. Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι δεν γνώριζε για τις ενέργειες του ΧΧ Μιχαήλ, ούτε κατά πόσο εκτελούσε τα καθήκοντα του με βάση τους όρους εργασίας του. Το γεγονός ότι διευθυντής του υποκαταστήματος, το 2007, ήταν κάποιο τρίτο πρόσωπο και όχι ο ΧΧ Μιχαήλ, δεν εμπόδιζε τον τελευταίο να ασκήσει πίεση στην Ενάγουσα να υπογράψει τα δάνεια και να παραχωρήσει τις εγγυήσεις, προς όφελος του κολλητού του φίλου. Καταλήγω ότι καμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στον ισχυρισμό του Μ.Υ.1 ότι ο ΧΧ Μιχαήλ δεν είχε ανάμειξη στη σύναψη των δύο συμφωνιών του
  29. Δεν έχω πεισθεί επίσης ότι ο ΧΧ Μιχαήλ, λόγω του χαρακτήρα του δεν θα προέβαινε σε τέτοια ενέργεια. Πρόκειται για μια γενική και αόριστη αναφορά του Μ.Υ.1 που μοναδικό σκοπό είχε να στηρίξει την εκδοχή της Εναγομένης ήτοι ότι ο ΧΧ Μιχαήλ καμία εμπλοκή είχε με τα δάνεια του 2007 και καμία πίεση άσκησε σε βάρος της Ενάγουσας. Η δήλωση του Μ.Υ.1 ότι η Ενάγουσα και ο πρώην σύζυγος της ουδέποτε παραπονέθηκαν στον ίδιο ότι «πιέστηκαν» για να λάβουν τα δάνεια, γίνεται δεκτή. Επισημαίνω βέβαια ότι ο πρώην σύζυγος κανένα λόγο είχε να παραπονεθεί εφόσον ζητούσε τα δάνεια για δικό του σκοπό. Σε σχέση με την Ενάγουσα, δεν αναμένετο να υποβάλει παράπονο για την πίεση που δέχθηκε από τον ΧΧ Μιχαήλ, σε άλλο υπάλληλο της τράπεζας, που καμία εμπλοκή είχε με τη σύναψη των τριών πρώτων δανείων και με τον οποίο δεν είχε οποιαδήποτε ιδιαίτερη σχέση. Επισημαίνω ότι ο ΧΧ Μιχαήλ και ο ΧΧ Σαββίδης, που σύμφωνα με την Εναγομένη ήταν τα πρόσωπα που είχαν όλες τις επαφές με την Ενάγουσα σε σχέση με όλα τα επίδικα δάνεια και τις εξασφαλίσεις, δεν κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Καταλήγω ότι τα γεγονότα σε σχέση με την υπογραφή των δύο συμφωνιών του 2007 και την παραχώρηση των εξασφαλίσεων για τα δύο δάνεια του 2007 και το δάνειο του 2010, έλαβαν χώρα ως τα περιέγραψε η Ενάγουσα. Η μαρτυρίας της, την οποία παρέθεσα πιο πάνω, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου. Δέχομαι και τη μαρτυρία της Ενάγουσας σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφησαν οι τροποποιητικές συμφωνίες του
  30. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 δεν έχει στην ουσία αμφισβητηθεί και ως εκ τούτου γίνεται και αυτή εύρημα του Δικαστηρίου. Η αξίωση της Ενάγουσας και η υπεράσπιση της στην Ανταπαίτηση, εδράζονται στο γεγονός ότι οι συμφωνίες δανείου που υπέγραψε το 2007 και το 2010 και οι υποθήκες που παραχώρησε για εξασφάλιση των πιο πάνω δανείων, δεν ήταν το προϊόν της ελεύθερης βούλησης της. Το άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως ο «Νόμος», προνοεί ότι συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες που καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών. Η συναίνεση, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Νόμου θεωρείται ελεύθερη όταν δεν προκαλείται με εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδή παράσταση ή πλάνη. Ο ορισμός της ψυχικής πίεσης καθορίζεται στο άρθρο 16 του Νόμου. Το παραθέτω αυτούσιο: «16.-

(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου. ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου.» Το άρθρο 2
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, προβλέπει ότι ο Νόμος ερμηνεύεται σύμφωνα με τις αρχές νομικής ερμηνείας που ισχύουν στην Αγγλία και οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στο νόμο θεωρούνται κατά τεκμήριο ότι χρησιμοποιούνται με την έννοια που τους απέδωσε το αγγλικό δίκαιο. (Βλέπετε Patsalidou v. Kyriakides
(1979)1 C.L.R. 71). Η ευθύνη της τράπεζας έναντι μιας συζύγου που καλείται να παραχωρήσει εξασφαλίσεις για τις διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στο σύζυγο, υπήρξε αντικείμενο εκτενούς εξέτασης από τα Κυπριακά και ιδιαίτερα τα Αγγλικά Δικαστήρια. Στο σημείο αυτό κρίνω χρήσιμο να επισημάνω ότι στην Αγγλία, η αρχή της ψυχικής πίεσης, πηγάζει από τη νομολογία, στηρίζεται στο δίκαιο της επιείκειας, ενώ στην Κύπρο προβλέπεται και από τον ίδιο το Νόμο. Η έννοια της ψυχικής πίεσης διατυπώνεται στην απόφαση Royal Bank of Scotland v. Etridge (No.2)
(2002)2 AC 773. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Undue influence is one of the grounds of relief developed by the courts of equity as a court of conscience. The objective is to ensure that the influence of one person over another is not abused. In everyday life people constantly seek to influence the decisions of others. They seek to persuade those with whom they are dealing to enter into transactions, whether great or small. The law has set limits to the means properly employable for this purpose. To this end the common law developed a principle of duress. Originally this was narrow in its scope, restricted to the more blatant forms of physical coercion, such as personal violence. Here, as elsewhere in the law, equity supplemented the common law. Equity extended the reach of the law to other unacceptable forms of persuasion. The law will investigate the manner in which the intention to enter into the transaction was secured: 'how the intention was produced', in the oft repeated words of Lord Eldon LC, from as long ago as 1807... If the intention was produced by an unacceptable means, the law will not permit the transaction to stand. The means used is regarded as an exercise of improper or 'undue' influence, and hence unacceptable, whenever the consent thus procured ought not fairly to be treated as the expression of a person's free will. It is impossible to be more precise or definitive. The circumstances in which one person acquires influence over another, and the manner in which influence may be exercised, vary too widely to permit of any more specific criterion.» Στο Chitty on Contracts, General Principles, 27η έκδ., παρ. 7-024 δίδεται ο εξής ορισμός της ψυχικής πίεσης: «Equitable doctrine of undue influence. The equitable doctrine of undue influence is a comprehensive phrase covering cases of undue influence in particular relations and also cases of coercion, domination or pressure outside those special relations. .......................................................................................................... At common law, the presence of duress was traditionally justified on the ground that the duress prevented the party constrained from forming a full and independent resolution to contract. In equity however, the application of the doctrine of undue influence was intended rather to ensure that no person should be allowed to retain the benefit of his own fraud or wrongful act.» Καθοδηγητική επί του θέματος της ψυχικής πίεσης είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κεφάλας ν. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1276, όπου τονίστηκε ότι η ψυχική πίεση δεν περιορίζεται στις υποθέσεις εξαναγκασμού αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης. Δεν υπάρχουν «στεγανά» κατά την ερμηνεία του πιο πάνω όρου. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Eκ των ανωτέρω, καθίσταται πρόδηλο ότι η ψυχική πίεση, ως δόγμα του δικαίου της επιείκειας, δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που αποκτάται ή όπου έχει προδοθεί η εμπιστοσύνη που δόθηκε. Η έννοια της ψυχικής πίεσης δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια από τη νομολογία και συνεπώς δεν υπάρχουν στεγανά. Τα αγγλικά δικαστήρια έχουν περιγράψει την ψυχική πίεση ως some unfair and improper conduct, some coercion from outside, some overreaching, some form of cheating and generally, though not always, some personal advantage obtained by the guilty party". Βλ. Allcard v. Scinner (ανωτέρω).» Η θέση του δίκαιου της επιείκειας η οποία εδράζεται στη δημόσια πολιτική, συνοψίζεται πολύ εύστοχα στην απόφαση στην υπόθεση Allcard v. Skinner
(1887)36 Ch.D. 145. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «This is not a limitation placed on the action of the donor; it is a fetter placed upon the conscience of the recipient of the gift, and one which arises out of public policy and fair play.» Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών και τεκμαίρεται η ύπαρξη της ψυχικής πίεσης, εναπόκειται στο μέρος που επικαλείται την ισχύ της συμφωνίας να αποδείξει ότι ο αντισυμβαλλόμενος του ενήργησε με ελεύθερη βούληση χωρίς να τελεί υπό πλάνη. Σχετική είναι η απόφαση Κεφάλας κ.ά. ν. Νικόλα (ανωτέρω). Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο αμέσως πιο κάτω: «Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. .................................. Στην δεύτερη περίπτωση, όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη της ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να καταδείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης.» Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί τον κανόνα, ο μόνος τρόπος ανατροπής του τεκμηρίου είναι η απόδειξη ότι το μέρος που επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής έλαβε ανεξάρτητη συμβουλή πριν από τη σύναψη της συμφωνίας, την οποία και ακολούθησε. Το θέμα που εγείρεται είναι στη βάση του νομικό αλλά οι κοινωνικές και οι οικονομικές του προεκτάσεις πολλές. Σε αρκετές περιπτώσεις, ομολογουμένως όμως λιγότερες σήμερα παρά τις περασμένες δεκαετίες, η σύζυγος λόγω της σχέσης που τη συνδέει με το σύζυγο, υποκύπτει στον αθέμιτο επηρεασμό που δέχεται από τον τελευταίο και συγκατατίθεται, χωρίς να αναλογιστεί τις συνέπειες, να παράσχει τις εξασφαλίσεις και ή την οικονομική βοήθεια που της ζητά. Το θέμα αυτό ήτοι τη σχέση μεταξύ συζύγων, το έχει θέσει πολύ εύστοχα ο Lord Browne Wilkinson στην υπόθεση Barclay Bank plc v. O' Brien
(1993)4 All E.R. 417, πρόκειται για απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων: «In a substantial proportion of marriages it is still the husband who has the business experience and the wife is willing to follow his advice without bringing a truly independent mind and will to bear on financial decisions. The number of recent cases in this field shows that in practice many wives are still subjected to, and yield to, undue influence by their husbands. Such wives can reasonably look to the law for some protection when their husbands have abused the trust and confidence reposed in them.» Τα όσα περιέγραψε ο Lord Browne Wilkinson ισχύουν και στην Κυπριακή κοινωνία, ενώ οι αρχές που έχουν διατυπωθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια έχουν υιοθετηθεί και από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Η απόφαση Barclays Bank plc v. O' Brien (ανωτέρω), είναι ιδιαίτερα καθοδηγητική σε σχέση με τον τρόπο χειρισμού τέτοιας φύσης υποθέσεων. Στην πιο πάνω υπόθεση, τα γεγονότα της οποία προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας, σε κάποιο βαθμό, ο κύριος και η κυρία O΄ Brien ήταν ανδρόγυνο. Ο κ. O' Brien ήταν Chartered Accountant και είχε συμφέροντα στην εταιρεία Heathrow Fabrications Ltd. Η εν λόγω εταιρεία σε αρκετές περιπτώσεις υπερέβαινε το όριο παρατραβήγματος που της είχε παραχωρηθεί και αριθμός επιταγών που εξέδιδε ήταν ακάλυπτες. H Barclays Bank συμφώνησε με την πιο πάνω εταιρεία να αυξήσει το όριο παρατραβήγματος του λογαριασμού της σε £135.000. Η πιο πάνω πιστωτική διευκόλυνση θα εξασφαλιζόταν με την υποθήκευση της οικίας του κυρίου και της κυρίας O' Brien. Ο κύριος και η κυρία O' Brien υπέγραψαν τα έγγραφα που απαιτούντο για την υποθήκευση της οικίας τους και ταυτόχρονα μια συνοδευτική επιστολή με την οποία αναγνωριζόταν ότι η τράπεζα τούς είχε συμβουλεύσει να λάβουν νομική συμβουλή, προτού υπογράψουν τα έγγραφα. Ουδείς υπάλληλος της τράπεζας εξήγησε στην κα O' Brien τις συνέπειες από την υπογραφή των πιο πάνω εγγράφων. Ουδείς της συνέστησε ότι θα έπρεπε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Η κα O' Brien δεν διάβασε τα έγγραφα που αφορούσαν την υποθήκη και την συνοδευτική επιστολή, προτού τα υπογράψει. Η οικονομική κατάσταση της εταιρείας χειροτέρευσε και το χρέος της στην τράπεζα ανήλθε στο ποσό των £154.000, το οποίο η τράπεζα διεκδίκησε δικαστικώς, ζητώντας παράλληλα εκποίηση της υποθήκης. Η κα O' Brien στην υπεράσπιση της πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι παραχώρησε την υποθήκη για εξασφάλιση του δανείου κατόπιν αθέμιτου επηρεασμού του συζύγου της και παραπλάνησης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την πιο πάνω υπεράσπιση και εξέδωσε εναντίον της διάταγμα εκποίησης της υποθήκης. Η πρωτόδικη απόφαση ανετράπη κατ΄ έφεση. Το Εφετείο έκρινε ότι η αρχή της επιείκειας προστατεύει τους εγγυητές όταν η σχέση μεταξύ χρεώστη και εγγυητή είναι τέτοια που ο επηρεασμός από τον χρεώστη του εγγυητή και η εξάρτηση του εγγυητή πάνω στον χρεώστη είναι φυσικά χαρακτηριστικά αυτής της σχέσης. Η πιο πάνω απόφαση επικυρώθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων. Ο Lord Browne Wilkinson, κατέληξε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, λόγω της σχέσης του ζευγαριού, δημιουργείται τεκμήριο (presumption) ότι υπήρξε αθέμιτος επηρεασμός. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «Thus, in those cases which still occur where the wife relies in all financial matters on her husband and simply does what he suggests, a presumption of undue influence within class 2B can be established solely from the proof of such trust and confidence without proof of actual undue influence. .................................. For myself, I accept that the risk of undue influence affecting a voluntary disposition by a wife in favour of a husband is greater that in the ordinary run of cases where no sexual or emotional ties affect the free exercise of the individual' s will.» H Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων ομόφωνα κατέληξε ότι η συμφωνία είναι ακυρώσιμη σε περίπτωση που η τράπεζα είχε άμεση ή τεκμαιρόμενη (constructive) ειδοποίηση σε σχέση με την παρατυπία ή όταν ο αυτουργός της παρατυπίας ήταν κάποιος που ενεργούσε ως εκπρόσωπος της τράπεζας. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «A wife who has been induced to stand as a surety for her husband' s debts by his undue influence, misrepresentation or some other legal wrong has an equity as against him to set aside that transaction. Under the ordinary principles of equity, her right to set aside that transaction will be enforceable against third partis (eg against a creditor) if either the husband was acting as the third party' s agent or the third party had actual or constructive notice of the facts giving rise to her equity. ................................. Therefore where a wife has agreed to stand surety for her husband's debts as a result of undue influence or misrepresentation, the creditor will take subject to the wife's equity to set aside the transaction if the circumstances are such as to put the creditor on inquiry as to the circumstances in which she agreed to stand surety. ..................................(a) the transaction is on its face not to the financial advantage of the wife; and (b) there is a substantial risk in transactions of the kind that, in procuring the wife to act as surety, the husband has committed a legal or equitable wrong that entitles the wife to set aside the transaction.» Το Δικαστήριο αναφέρθηκε και στα μέτρα που θα πρέπει να λαμβάνουν οι τράπεζες σε τέτοιες περιπτώσεις για να αποκλεισθεί ο κίνδυνος η συναλλαγή να ήταν το προϊόν άσκησης ψυχικής πίεσης προς τη σύζυγο. Τα μέτρα περιλαμβάνουν την πληροφόρηση της συζύγου από εκπρόσωπο της τράπεζας, ως προς τους κινδύνους της συναλλαγής και την παρότρυνση της τελευταίας όπως λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Στην Αγγλική υπόθεση Barclays Bank Plc v. Boulter
(1999)1 W.L.R. 1919, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι όταν ο πρωτοφειλέτης και ο εγγυητής συνδέονται συναισθηματικά, ο κίνδυνος ότι ο πρωτοφειλέτης θα ασκήσει αθέμιτη πίεση προς τον εγγυητή ή ότι θα τον παραπλανήσει σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν τη συναλλαγή, είναι αρκετά για να καταδειχθεί ότι η τράπεζα είχε τεκμαιρόμενη ενημέρωση (constructive notice) σε σχέση με την παρατυπία, εκτός εάν η τράπεζα αποδείξει ότι είχε λάβει λογικά μέτρα για ελαχιστοποίηση του κινδύνου η συναλλαγή να ήταν το αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης ή παρανόησης σε σχέση με τα γεγονότα. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές, στρέφομαι να εξετάσω κατά πόσο η Ενάγουσα συνήψε τις επίδικες συμφωνίες με ελεύθερη συναίνεση ή κατά πόσο ήταν το προϊόν ψυχικής πίεσης και ή παραπλάνησης σε σχέση με τα γεγονότα. Αντικείμενο της αγωγής είναι οι δύο συμφωνίες που είχαν συναφθεί το 2007, με πρωτοφειλέτες την Ενάγουσα και τον εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3 και η συμφωνία δανείου του 2010, με πρωτοφειλέτηδα την εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη
  1. Για όλες τις πιο πάνω πιστωτικές διευκολύνσεις, η Ενάγουσα παραχώρησε εξασφαλίσεις. Αντικείμενο της Ανταπαίτησης είναι όλες οι πιο πάνω συμφωνίες και επιπρόσθετα ο λογαριασμός παρατραβήγματος και οι δύο συμφωνίες δανείου του 2009 και του 2011, με πρωτοφειλέτη το γιο της, εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο
  2. Στις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης προβάλλεται η θέση ότι η Ενάγουσα εγγυήθηκε προσωπικά όλες τις διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στον εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 4, η μόνη όμως απαίτηση εναντίον της αφορά την εκποίηση της υποθήκης που παραχώρησε ως εξασφάλιση για το δεύτερο δάνειο, παράγραφος (ΙΣΤ) της Απαίτησης. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αξίωση εναντίον της σε σχέση με τις άλλες δύο πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στον εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο
  3. Ενόψει τούτου, θεωρώ ότι το μόνο επίδικο δάνειο, από τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στον εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 4, είναι το δεύτερο δάνειο, αυτό που παραχωρήθηκε το
  4. Αρχίζοντας από τις τρεις πρώτες συμφωνίες, υπενθυμίζω ότι στις συμφωνίες δανείου, του 2007, πρωτοφειλέτης ήταν ο πρώην σύζυγος, εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 και η Ενάγουσα, ενώ στη συμφωνία δανείου του 2010, πρωτοφειλέτηδα είναι η εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2, εταιρεία συμφερόντων του πρώην συζύγου, εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου
  5. Για όλα τα πιο πάνω δάνεια η Ενάγουσα παραχώρησε εξασφαλίσεις, υποθηκεύοντας την κατοικία της, στην οποία διέμενε με την υπόλοιπη οικογένεια. Η Ενάγουσα, ως ανέφερα πολλάκις, ήταν σύζυγος του εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3 μέχρι και το
  6. Οι σχέσεις του ζεύγους ήταν πολύ προβληματικές λόγω του πάθους του εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3 με την χαρτοπαιξία και του βίαιου χαρακτήρα του. Παρέθεσα αναλυτικά πιο πάνω την κακοποίηση που δεχόταν η Ενάγουσα, από αυτόν, συστηματικά, τόσο ψυχική όσο και σωματική και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Τονίζω όμως ότι η κακοποίηση συνεχίστηκε και μετά τη διάλυση του γάμου, έκτοτε όμως ήταν μόνο λεκτική. Η Ενάγουσα, παρά το γεγονός ότι στα δύο πρώτα δάνεια το όνομα της αναγράφεται ως πρωτοφειλέτηδας, κανένα συμφέρον είχε από τη σύναψη των δύο αυτών δανείων. Σε σχέση με το τρίτο δάνειο είναι αυτονόητο ότι αυτή δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον καθότι το δάνειο παραχωρήθηκε στην εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη
  7. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα από τις καταστάσεις λογαριασμών, προκύπτει ότι οι δόσεις των δανείων δεν καταβάλλονταν κανονικά αλλά με μεγάλη καθυστέρηση. Προκύπτει επίσης ότι ο εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 δεν είχε σταθερό εισόδημα ενώ οι επιχειρήσεις του για τις οποίες είχε συνάψει τα δάνεια, σχετίζονταν με τυχερά παιγνίδια. Υπενθυμίζω ότι με βάση τη μαρτυρία της Ενάγουσας, που αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, πρόθεση του ήταν να ανοίξει καζίνο και περίπτερο με μηχανές «φρουτάκια». Την επιχείρηση του περιπτέρου την υλοποίησε, είναι άγνωστο όμως στο Δικαστήριο τι έπραξε σε σχέση με το καζίνο. Και τα τρία δάνεια αφορούσαν πολύ μεγάλα ποσά, το πρώτο δάνειο ήταν για Λ.Κ. 40.000, το δεύτερο για Λ.Κ. 80.000 και το τρίτο για €185.
  8. Είναι άξιον απορίας γιατί η Εναγομένη παραχώρησε στην εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2, εταιρεία συμφερόντων του εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 3, ένα δάνειο για τόσο μεγάλο ποσό όταν ο τελευταίος κάθε άλλο παρά συνεπής ήταν με την καταβολή των δύο προηγούμενων δανείων του
  9. Με βάση τις καταστάσεις που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι πολύ λίγες δόσεις κατέβαλε έναντι των δύο δανείων του
  10. Η Ενάγουσα υπόγραψε τα πιο πάνω έγγραφα κατόπιν πιέσεων του ΧΧ Μιχαήλ και του πρώην συζύγου της. Ως αναφέρει χαρακτηριστικά στη γραπτή δήλωσης της, ο πρώην σύζυγος της ασκούσε εναντίον της «λεκτική και σωματική βία». Ως περιγράφω και πιο πάνω, ο σύζυγος της ήταν ένα άτομο που την κακοποιούσε συστηματικά, με πολύ βάναυσο τρόπο. Τόσο ο πρώην σύζυγος της όσο και ο ΧΧ Μιχαήλ, την διαβεβαίωναν, μεταξύ άλλων, ότι την εξόφληση των χρεών θα την αναλάμβανε ο εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3, εφόσον η ίδια δεν είχε οποιοδήποτε εισόδημα. Υπενθυμίζω ότι ο ΧΧ Μιχαήλ, με βάση τα ευρήματα μου, ήταν υπάλληλος της Εναγόμενης και παράλληλα «κολλητός φίλος» του πρώην συζύγου της. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, προκύπτει ότι ουδείς υπάλληλος της τράπεζας της εξήγησε τις νομικές συνέπειες από την υπογραφή των εγγράφων, ουδείς της εξήγησε ότι σε περίπτωση που η καταβολή των δόσεων καθυστερούσε τότε η τράπεζα θα μπορούσε να εκποιήσει την υποθήκη και να πωλήσει την οικογενειακή κατοικία. Η υπό κρίση περίπτωση, εμπίπτει κατά την άποψη μου, σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου η τράπεζα είχε τεκμαιρόμενη γνώση (constructive notice) για τον αθέμιτο επηρεασμό και ως εκ τούτου είχε υποχρέωση, προτού ζητήσει από την Ενάγουσα να υπογράψει τις δύο συμφωνίες δανείου του 2007 και να εγγυηθεί και τα τρία δάνεια, τα δύο δάνεια του 2007 και το τρίτο του 2010, υποθηκεύοντας την οικογενειακή κατοικία, να την ενημερώσει για τους κινδύνους που εγκυμονούσαν και να την παροτρύνει όπως λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Η γνώση της τράπεζας ότι υπήρξε αθέμιτος επηρεασμός, τεκμαίρεται από τη σχέση των δύο μερών που ήταν, ως ανέφερα πολλάκις, αντρόγυνο και τους κινδύνους που αναλάμβανε η Ενάγουσα. Οι κίνδυνοι στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν πολλοί, έχοντας υπόψη την οικονομική κατάσταση του εξ΄ ανταπαιτήσεως Εναγομένου 3, ως την περιέγραψα πιο πάνω, τους σκοπούς για τους οποίους χορηγήθηκαν τα δάνεια, το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν είχε εισοδήματα και σε περίπτωση καθυστέρησης στην καταβολή των δόσεων, η πιθανότητα εκποίησης της υποθήκης που αποτελούσε την οικία της Ενάγουσας ήταν κίνδυνος υπαρκτός. Η Εναγομένη όχι μόνο δεν ενημέρωσε την Ενάγουσα για τους πιθανούς κινδύνους, αλλά άσκησε πιέσεις και η ίδια, μέσω του υπαλλήλου της, ΧΧ Μιχαήλ, για να υπογράψει τα επίδικα έγγραφα. Κατ΄ επέκταση, η Εναγομένη δεν είχε μόνο τεκμαιρόμενη γνώση αλλά και άμεση γνώση για τις πιέσεις που δέχθηκε η Ενάγουσα και για τον αθέμιτο επηρεασμό στον οποίο υποβλήθηκε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η σύναψη των δύο συμφωνιών που υπεγράφησαν από την Ενάγουσα το 2007 για παραχώρηση δανείων και οι εξασφαλίσεις που αυτή έδωσε υποθηκεύοντας την οικία της, τόσο για τα δύο δάνεια του 2007 όσο και για το δάνειο του 2010 που παραχωρήθηκαν στην εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2, δεν καταρτίσθηκαν με την ελεύθερη συναίνεση της Ενάγουσας, γεγονός το οποίο η τράπεζα γνώριζε και ως εκ τούτου είναι άκυρες. Σε σχέση με το δάνειο που παραχωρήθηκε στον γιο της Ενάγουσας, τον εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 4, το 2011 και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Ενάγουσα παραχώρησε τη συγκεκριμένη εξασφάλιση, παρατηρώ ότι το μόνο που αναφέρει, σε σχέση με το θέμα αυτό στο δικόγραφο της, ήταν ότι, «. τον ρόλο το διαδραμάτιζε ο εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3». Παραθέτω αυτούσια τη σχετική παράγραφο: «Όσον αφορά το δάνειο της ΤΑΚΗΣ ΝΙΚΗΤΑΣ ΚΙΟΣΚ ΛΙΜΙΤΕΔ υπ΄ αριθμόν [ ], η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι την εν λόγω εταιρεία την διεύθυνε ουσιαστικά ο Εναγόμενος 3 εκ των εξ΄ ανταπαιτήσεων Εναγομένων ο οποίος γνωρίζει καλύτερα τα σχετικά γεγονότα. Το ίδιο ισχύει και για τις κοινές διευκολύνσεις του Εναγόμενου 3 ήτοι Τάκη Νικήτα με την Ενάγουσα και για τις διευκολύνσεις του Εναγόμενου 4 ήτοι Νεοφύτου Νικήτα. Για οτιδήποτε αφορά το θέμα αυτό, το ρόλο τον διαδραμάτιζε ο Εναγόμενος
  11. Η Ενάγουσα δεν ενημερωνόταν για τα καθέκαστα.» Κάτι ανάλογο ανέφερε και στη παράγραφο 12 της γραπτής δήλωσης της, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Διαπιστώνω ότι η μαρτυρία που προσφέρθηκε εκ μέρους της σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα είναι πολύ περιορισμένη. Παρατηρώ ότι το δάνειο είχε παραχωρηθεί στο γιο της Ενάγουσας, τον εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 4 και όχι στον πρώην σύζυγο της. Ο ισχυρισμός της ότι στη σύναψη των δανείων διαδραμάτισε ρόλο ο πρώην σύζυγος της, είναι γενικός και κάπως αόριστος και σίγουρα καμία θετική μαρτυρία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο που να καταδεικνύει ότι η εξασφάλιση που παραχώρησε, υποθηκεύοντας το ακίνητο της, δεν ήταν με την ελεύθερη συναίνεση της. Ενόψει τούτου, η υπεράσπιση που προβάλλει η Ενάγουσα σε σχέση με το συγκεκριμένο δάνειο, δεν γίνεται δεκτή. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι η μαρτυρία που προσκομίσθηκε για το καταρτισμό της εν λόγω συμφωνίας δανείου, την παραχώρηση της υποθήκης, τον τερματισμό της συμφωνίας και το σημερινό υπόλοιπο εκ μέρους της Εναγομένης, δεν έχει αμφισβητηθεί και ή αντικρουσθεί. Η εν λόγω μαρτυρία γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου. Καταλήγω ότι η συμφωνία υποθήκης που υπέγραψε η Ενάγουσα για εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, Τεκμήριο 17, είναι έγκυρη. Το ποσό που οφείλεται είναι, με βάση τους αναδομημένους λογαριασμούς, Τεκμήριο 43Α, €68.455,58, πλέον τόκο προς 4.43% από τη 31.12.2022 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως ήτοι την 1ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Εκδίδεται αναγνωριστική απόφαση ότι τα δύο δάνεια που υπέγραψε η Ενάγουσα με την Εναγομένη, το 2007, για τα ποσά των Λ.Κ. 80.000 και Λ.Κ.40.000 και οι εξασφαλίσεις που παραχώρησε για τα πιο πάνω δάνεια και για το δάνειο που υπεγράφη το 2010, μεταξύ της Εναγομένης και της εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 2, για το ποσό των €185.000, είναι άκυρα. Οι αξιώσεις των παραγράφων (Α), (Β), (Γ), (Δ), (Ε), (ΣΤ), (ΙΓ), (ΙΔ) και (ΙΕ) της Έκθεσης Απαίτησης απορρίπτονται. Εκδίδεται διάταγμα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Ενάγουσας - Εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 1, με το οποίο διατάσσεται η εκποίηση της Υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου με αριθμό Υ454/11, ημερομηνίας 16.02.2011 και/ή η πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό και/ή ιδιωτική πώληση δυνάμει της ρηθείσας υποθήκης του ενυπόθηκου ακινήτου της Ενάγουσας. Σε σχέση με τα έξοδα, έχοντας υπόψη την έκβαση της υπόθεσης, το γεγονός ότι η Ενάγουσα πέτυχε στις πλείστες αξιώσεις της, όχι όμως σε όλες, επιδικάζονται τα ¾ των εξόδων υπέρ της και εναντίον της Εναγομένης. Τα έξοδα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.