← Κύπρος

PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY "BANK OTKRITIE FINANCIAL CORPORATION" κ.α. ν. NORΙ HOLDING LIMITED κ.α., Γενική Αίτηση Αρ.: 42/22, 12/5/2023

PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY "BANK OTKRITIE FINANCIAL CORPORATION" κ.α. ν. NORΙ HOLDING LIMITED κ.α., Γενική Αίτηση Αρ.: 42/22, 12/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ.: 42/22 Αναφορικά με τον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000, Αρ.121(Ι)/2000 και Αναφορικά με τον Περί Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979, Αρ. Ν.84/1979 και Αναφορικά με τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987, Αρ.101/1987 και Αναφορικά με τις Ενοποιημένες Διαιτητικές Υποθέσεις LCIA:

  1. Διαιτησία LCIA Αρ. 183837 — Nori Holding Limited v Public Joint-Stock Company "Bank Otkritie Financial Corporation" (η Πρώτη Συμφωνία Ενεχυρίασης)
  2. Διαιτησία LCIA Αρ. 183838 — Nori Holding Limited v Public Joint-Stock Company "Bank Otkritie Financial Corporation" (η Δεύτερη Συμφωνία Ενεχυρίασης)
  3. Διαιτησία LCIA Αρ. 183839 — Nori Holding Limited v Public Joint-Stock Company "Bank Otkritie Financial Corporation" (η Τρίτη Συμφωνία Ενεχυρίασης)
  4. Διαιτησία LCIA Αρ. 183840 — Centimila Services Limited v Public Joint-Stock Company "Bank Otkritie Financial Corporation" (η Συμφωνία Ενεχυρίασης Centimila)
  5. Διαιτησία LCIA Αρ. 183841 — Nori Holding Limited v Public Joint-Stock Company "Bank Otkritie Financial Corporation" (η Πρώτη Συμφωνία Τερματισμού Ενεχυρίασης)
  6. Διαιτησία LCIA Αρ. 183842 — Nori Holding Limited v Public Joint-Stock Company "Bank Otkritie Financial Corporation" (η Δεύτερη Συμφωνία Τερματισμού Ενεχυρίασης)
  7. Διαιτησία LCIA Αρ. 183843 — Nori Holding Limited v Public Joint-Stock Company "Bank Otkritie Financial Corporation" (η Τρίτη Συμφωνία Τερματισμού Ενεχυρίασης)
  8. Διαιτησία LCIA Αρ. 183844 — Centimila Services Limited v Public Joint-Stock Company "Bank Otkritie Financial Corporation" (η Συμφωνία Τερματισμού Ενεχυρίασης Centimila)
  9. Διαιτησία LCIA Ap. 183876 — Coniston Management Limited v Public Joint-Stock Company "Bank Otkritie Financial Corporation" (η Συμφωνία Ενεχυρίασης Coniston)
  10. Διαιτησία LCIA Αρ. 183876 — Coniston Management Limited v Public Joint-Stock Company "Bank Otkritie Financial Corporation" (η Συμφωνία Ενεχυρίασης Coniston)
  11. Διαιτησία LCIA Αρ. 183877 — Coniston Management Limited v Public Joint-Stock Company "Bank Otkritie Financial Corporation" (η Συμφωνία Τερματισμού Ενεχυρίασης Coniston) [οι Διαιτητικές υποθέσεις LCIA που αναφέρονται ανωτέρω, αναφέρονται εφεξής από κοινού ως «οι Ενοποιημένες Διαιτητικές Υποθέσεις Αρ. 183837-183844 και 183876-183877»] και Αναφορικά με την Μερική Τελική Διαιτητική Απόφαση ημερομηνίας 23/06/2021 του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου (London Court of International Arbitration) ("LCIA") (n «Μερική Τελική Απόφαση») που εξεδόθη στις Ενοποιημένες Διαιτητικές Υποθέσεις υπ' Αριθμό 183837-183844 and 183876-183877, μεταξύ

(1)NORI HOLDING LIMITED εκ Λευκωσίας,
(2)CENTIMILA SERVICES LIMITED εκ Λευκωσίας και
(3)CONISTON MANAGEMENT LIMITED εκ BΠN (ως Evάγoντες και Καθ' ωv η Αίτηση στην Ανταπαίτηση) και
(1)PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY "BANK OTKRITIE FINANCIAL CORPORATION" εκ Ρωσίας, και
(2)PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY "NATIONAL BANK TRUST" εκ Ρωσίας (ως Εναγόμενοι και Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγoντες). Μεταξύ:
(1)PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY "BANK OTKRITIE FINANCIAL CORPORATION", εκ Ρωσίας
(2)PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY "NATIONAL BANK TRUST", εκ Ρωσίας Αιτητριών και
(1)NORΙ HOLDING LIMITED, (ΗΕ 321523), υπό εκούσια εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της, κ. Νίκου Νικολάου, εκ Λεωφόρος Νίκης 20, Γραφείο 400, 1086 Λευκωσία, Κύπρος
(2)CENTIMILA SERVICES LIMITED, (ΗΕ 316742), υπό εκούσια εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της, κ. Νίκου Νικολάου, εκ Λεωφόρος Νίκης 20, Γραφείο 400, 1086 Λευκωσία, Κύπρος Καθ' ων η Αίτηση ---------------------------------------- Ημερομηνία.: 12.05.2023 Εμφανίσεις: Για Αιτήτριες: κ. Σ. Πίττας για Σωτήρης Πίττας & Σία ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Σ. Βασιλείου για Σ. Βασιλείου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αίτηση, οι Αιτήτριες αξιώνουν την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση στην Κύπρο της μερικής τελικής διαιτητικής απόφασης, που εκδόθηκε τη 23.06.2021, στα πλαίσια των ενοποιημένων διαιτητικών υποθέσεων, υπ. αρ. 183837 - 183844 και 183876 - 183877. Συγκεκριμένα αιτούνται διάταγμα και ή δήλωση του δικαστηρίου ότι η μερική τελική διαιτητική απόφαση, ημερομηνίας 23.06.2021, επιδικάζει, δηλώνει τα πιο κάτω: «(
  1. a)In causing the Bank to enter into the Replacement Transaction Mr. Dankevich was not, and could not honestly, have thought himself to be carrying out his duties to the Bank to act in good faith, reasonably and in its best interests; (
  2. b)DM (Dmitry Mints) and ABM (Alexander Mints) must have realized that Mr. Dankevich was not acting in good faith, reasonably and in the Bank's best interests, and could not honestly have thought that he was; (
  3. c)In those circumstances neither Mr. Dankevich nor DM and ABM were acting honestly; (
  4. d)The knowledge of DM and ABM is to be attributed to the claimants; (
  5. e)The claimants put into effect and benefited from the Replacement Transaction by entering into the respective Pledge Termination Agreements, without which the transaction would not have happened; (
  6. f)They thereby dishonestly assisted Mr. Dankevich in the breach by him of his fiduciary duties to the Bank, which they also induced/ procured; and where party, to a conspiracy to which Mr. Dankevich and DM and ABM were parties, to damage the Bank by those unlawful means; (
  7. g)As to inducement/ procurement, we are of the view that DM and ABM must be taken to have intended to induce or procure what they must have known to be a breach of what they knew to be Mr. Dankevich' s obligations to the Bank to act in its best interests (and reasonably) as a means to the end of securing the massive benefits which the transaction was designed to give to the 01 Group. (
  8. h)As to conspiracy, there was a combination between Mr. Dankevich and the Mints family, and the claimants, involving unlawful acts in the form of dishonest assistance and breach and inducement of breach of contract, and harm to the Bank (by the consummation of the Replacement Transaction); and this was the means by which the Mints family sought to benefit their 01 interests; (
  9. i)The Pledge Termination Agreements are void because they were a critical component of what was known by the relevant personnel to be a dishonest scheme and therefore unauthorized; (
  10. j)The claimants are liable to compensate one or other of the respondents for the loss that they have suffered, resulting from the above.» Η Αίτηση εδράζεται στα άρθρα 1-6 του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου του 2000, Ν.121(Ι)/2000, στα άρθρα Ι - V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Διαιτητικών Αποφάσεων, ημερομηνίας 10.06.1958 και στο σχετικό κυρωτικό της Νόμο του 1979, Ν. 84/1979, άρθρα 2 και 3, στα άρθρα 2, 3, 7, 35 και 36 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο, Ν.101/1987, στα άρθρα 1 - 6 του περί Καταργήσεως της Υποχρεώσεως προς Νομιμοποίηση Αλλοδαπών Δημοσίων Εγγράφων (Κυρωτικό) Νόμο του 1972, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ελεάνας Δημητρίου, και τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Μικαέλλας Γεωργίου, ημερομηνίας 23.06.22. Αμφότερες οι ομνύουσες είναι συνεργάτιδες και δικηγόροι στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τις Αιτήτριες. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η ομνύουσα, Ελεάνα Δημητρίου, κάνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης και στις διαφορές των μερών, που έχουν ως αντικείμενο συμφωνίες ενεχυρίασης και συμφωνίες τερματισμού ενεχυρίασης, οι οποίες οδήγησαν στις διαιτησίες των υποθέσεων, υπ. Αρ. 183837 - 183844 και 183876 - 183877, ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου. Πιστοποιημένο και επικυρωμένο αντίγραφο της μερικής τελικής απόφασης και μετάφραση αυτού επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση. Η ομνύουσα αναφέρει επίσης ότι η υπό κρίση διαιτητική απόφαση είναι νομικά έγκυρη, τελική, δεσμευτική για τα μέρη και εκτελέσιμη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επισυνάπτεται για το σκοπό αυτό αντίγραφο της νομικής συμβουλής των κ.κ. Steptoe & Johnson UK LLP. Οι αιτήτριες αιτούνται την αναγνώριση και εγγραφή της εν λόγω διαιτητικής απόφασης καθότι θα επιδιώξουν να χρησιμοποιήσουν το περιεχόμενο, τα ευρήματα και τα συμπεράσματα της μερικής τελικής απόφασης, ως αποδεικτικά στοιχεία σε κυπριακές δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες εκκρεμούν ή θα καταχωρηθούν σύντομα. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται, ανάμεσα σε άλλα, το πιστοποιητικό του Υπουργείου Εξωτερικών της Δημοκρατίας, με το οποίο πιστοποιείται ότι τόσο το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και η Κυπριακή Δημοκρατία είναι συμβαλλόμενα μέρη και έχουν προσχωρήσει στη Σύμβαση περί Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων, η οποία έχει υπογραφεί στη Νέα Υόρκη, τη 10.06.1958, ως επίσης στη Σύμβαση περί Κατάργησης Υποχρεώσεων προς Νομιμοποίηση Αλλοδαπών Δημοσίων Εγγράφων, η οποία συνομολογήθηκε στη Χάγη την 05.10.1961. Οι Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Προβάλλουν τη θέση ότι η απόφαση, αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, δεν είναι τελεσίδικη και οριστική, αλλά υπόκειται σε διορθώσεις. Κατ΄ επέκταση, η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε πρόωρα. Εισηγήθηκαν επίσης ότι η Αίτηση δεν καταχωρήθηκε καλόπιστα, δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει η «εγχώρια νομοθεσία» και τα έγγραφα, που καταχωρήθηκαν στην Αίτηση ως τεκμήρια, δεν φέρουν τις αναγκαίες πιστοποιήσεις. Οι τρεις τελευταίοι λόγοι εγκαταλείφθηκαν στο στάδιο των αγορεύσεων και ως εκ τούτου δεν θα τύχουν οποιασδήποτε περαιτέρω αναφοράς. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Νίκου Νικολάου, εκκαθαριστή των Καθ΄ ων η αίτηση. Ο ομνύοντας αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε πρόωρα, καθότι η απόφαση της οποίας επιχειρείται η εγγραφή και εκτέλεση στην Κυπριακή Δημοκρατία, δεν είναι ακόμη τελική και εκτελεστέα, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. Η απόφαση θα είναι τελική και εκτελεστέα μόνο όταν εκδοθούν οι σχετικές διορθώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν το κείμενο και οι οποίες θα γίνουν «αναπόσπαστο κομμάτι» του. Το «memorandum» ως προνοείται από το εν λόγω Άρθρο 27 δεν έχει παρουσιαστεί από τους Αιτητές, και ως εκ τούτου η επίδικη απόφαση δεν είναι και δεν μπορεί να θεωρηθεί ακόμα τελική και δεσμευτική για σκοπούς εγγραφής της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στην ένσταση επισυνάπτεται η γνωμάτευση του D. Andreev, δικηγόρου που εκπροσώπησε τους Καθ΄ ων η αίτηση στη διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου στο Λονδίνο και γίνεται επίκληση του πιο κάτω αποσπάσματος από τη γνωμάτευση, προς υποστήριξη της θέσης ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε πρόωρα: «Consequently, the Award will become binding on the parties within the meaning of Article V
(1)(e) of the NY Convention only after the arbitral tribunal issues, and the LCIA approves, the Memorandum of Corrections to the Award. Until the Memorandum of Corrections is not issued and not appended to the Award, the Award does not have a final and binding effect and cannot be recognised under the NY Convention.» Εκ μέρους των Αιτητριών καταχωρήθηκε, ως αναφέρω και ανωτέρω, συμπληρωματική ένορκη δήλωση, από τη Μικαέλλα Γεωργίου, προς απάντηση της θέσης ότι η υπό κρίση απόφαση θα καταστεί τελική μετά την έκδοση του κειμένου των διορθώσεων. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται νομική γνωμάτευση του νομικού εκπροσώπου των Αιτητριών, κ. N. Dooley, των κ.κ. Steptoe & Johnson UK LLP. Ο κ. N. Dooley, συμμετείχε στο χειρισμό και στην παρουσίαση της υπόθεσης ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου. Η ομνύουσα απορρίπτει όλες τις θέσεις που προβάλλονται εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση, σε σχέση με το μνημόνιο διορθώσεων και αναφέρει ότι το εν λόγω έγγραφο εκδόθηκε από το πιο πάνω Δικαστήριο, τη 23.06.2021, πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Το εν λόγω μνημόνιο αποστάληκε στους εκπροσώπους των μερών τη 12.10.
  1. Αντίγραφο του μνημονίου επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση και αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου
  2. Η ομνύουσα επικαλούμενη τη γνωμάτευση Dooley, απορρίπτει τη θέση ότι η διαιτητική απόφαση καθίσταται τελεσίδικη μόνο μετά την έκδοση του μνημονίου διορθώσεων. Σε απάντηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Μικαέλλας Γεωργίου, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από το δικηγόρο Μάριο Παπαδόπουλο, ο οποίος εργάζεται στη Corporate Recovery and Insolvency Group Ltd, στην οποία είναι στέλεχος ο εκκαθαριστής των Καθ΄ ων η αίτηση. Ο ομνύοντας συνεργάζεται επίσης με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ΄ων η αίτηση στην παρούσα διαδικασία. Ο ομνύοντας επαναλαμβάνει τη θέση που προβάλλεται στην ένσταση, ότι η απόφαση αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας δεν είναι τελική και εκτελεστή και επισυνάπτει δεύτερη γνωμάτευση από το δικηγόρο D. Andreev. Περαιτέρω αναφορά στις δύο γνωματεύσεις που κατατέθηκαν θα γίνει σε κατοπινό στάδιο. Το υπό κρίση αίτημα εδράζεται στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958, περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων, που κυρώθηκε από τη Δημοκρατία με Νόμο το 1979 (Ν. 84/1979), που θα αναφέρεται μετά απλώς ως η «Σύμβαση» Η Σύμβαση προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι σε τέτοιας φύσης αιτήσεις που αφορούν αναγνώριση και εγγραφή διαιτητικής απόφασης, το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε και στη σοφία της διαιτητικής απόφασης. Ο ρόλος του δικαστηρίου περιορίζεται στον εποπτικό έλεγχο, να ελέγξει κατά πόσο οι Αιτητές έχουν συμμορφωθεί με τις προϋποθέσεις που θέτει η Σύμβαση. Σύμφωνα με το άρθρο IV
(1)της ως άνω Σύμβασης, οι Aιτητές, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης τους, οφείλουν να προσκομίσουν τα πιο κάτω έγγραφα: «(α) το δεόντως κεκυρωμένον πρωτότυπον της αποφάσεως ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής (β) το πρωτότυπον της εν άρθρω ΙΙ αναφερομένης συμφωνίας ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής». Αν η διαιτητική απόφαση ή η συμφωνία παραπομπής σε διαιτησία δεν συντάχθηκαν στην επίσημη γλώσσα της χώρας στην οποία γίνεται επίκληση της διαιτητικής απόφασης, οι αιτητές θα πρέπει να προσκομίσουν μετάφραση των εγγράφων αυτών στην επίσημη γλώσσα της χώρας. Η μετάφραση, πρέπει να πιστοποιείται από επίσημο ή ορκωτό μεταφραστή ή από διπλωματικό ή προξενικό αντιπρόσωπο. Οι πιο πάνω πρόνοιες αποτελούν επιτακτικές διατάξεις. Ως νομοθετική απαίτηση, οι προϋποθέσεις που τίθενται και υιοθετούνται από την ως άνω διεθνή σύμβαση πρέπει να ικανοποιούνται αυστηρά και κατά γράμμα. Σκοπός της πιο πάνω επιτακτικής πρόνοιας είναι να αποκλεισθεί η πιθανότητα παραπλάνησης για το ποια είναι η απόφασης της οποίας ζητείται η αναγνώριση και σε ποια συμφωνία αυτή στηρίχθηκε. (Βλ. Bristol Business Corporation v. Besuno Ltd
(2011)1(B) ΑΑΔ 934). Στο άρθρο V της Σύμβασης, καταγράφονται οι λόγοι που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την απόρριψη αιτήματος για αναγνώριση και εγγραφή αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης. Ένας από τους λόγους είναι η περίπτωση που η απόφαση δεν είναι δεσμευτική για τα μέρη ή έχει ανασταλεί ή ακυρωθεί. Παραθέτω τη σχετική πρόνοια αυτούσια: «(e) the award has not yet become binding on the parties, or has been set aside or suspended by a competent authority of the country in which or under the law of which, that award was made.» Στον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Ν.121(I)/2000), προνοείται, η διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται, σε αιτήσεις ως η υπό συζήτηση. Επί των ιδίων αρχών εδράζονται και οι πρόνοιες του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου (Ν.101/87), ο οποίος ουσιαστικά βασίζεται και αντανακλά τις κεντρικές ιδέες και το σύνολο των προνοιών του Πρότυπου Νόμου - Κώδικα της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών (UNCITRAL Model Law on International Commercial Arbitration). Στο άρθρο 35 του Νόμου, παρατίθενται τα στοιχεία που πρέπει να προσκομίσει στο Δικαστήριο το μέρος που επιζητεί την αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. Πρόκειται για τα ίδια έγγραφα που καθορίζονται στο άρθρο IV
(1)της Σύμβασης. Στο άρθρο 36 του Ν.101/87, καταγράφονται οι λόγοι πoυ δικαιoλoγoύv απόρριψη της αίτησης πρoς αvαγvώριση ή εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. Οι πρόνοιες του άρθρου 36 είναι σχεδόν ταυτόσημες με τις πρόνοιες του άρθρου V της Σύμβασης. Καθοδηγητική ως προς την άσκηση του δικαστικού ελέγχου, σε τέτοιας φύσης διαδικασία, είναι η απόφαση στην υπόθεση Beogradska Bank D.D.
(1995)1 Α.Α.Δ. 737, που αφορούσε αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπής εμπορικής διαιτητικής απόφασης με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Ο δικαστικός έλεγχος της διαιτητικής απόφασης που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα IV και V της Σύμβασης, είναι κατά τη γνώμη μου εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της κρίσης των Διαιτητών. Κάποια απόκλιση ενδεχομένως να λεχθεί ότι γίνεται από τις πρόνοιες της παραγράφου 2(β) του άρθρου V της Σύμβασης, που αναφέρεται στη δημόσια τάξη, που γίνεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Όμως και πάλι, κατά την άποψή μου, η έρευνα αυτή είναι εποπτική και παρόλο που ελέγχει το περιεχόμενο της απόφασης των Διαιτητών, εντούτοις περιορίζεται μόνο στο θέμα της διαπίστωσης αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη και δεν υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης. Το δίκαιο που εφαρμόζεται στη διαδικασία του εποπτικού αυτού ελέγχου για αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, είναι εκείνο του δικάζοντα Δικαστή, εκτός αν υπάρχει κάποια ειδική πρόνοια στη Σύμβαση. Το βάρος της απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο IV το έχει ο αιτητής, ενώ τα όσα αναφέρονται στο άρθρο V, που σχετίζονται με τους λόγους απόρριψης της αίτησης, βαρύνουν εκείνον εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο IV ο αιτητής δεν έχει τίποτε άλλο να πράξει για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης από του να προσκομίσει τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οπότε το βάρος απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο V, μετατοπίζεται στους ώμους του προσώπου εκείνου εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση.» Κατ' εφαρμογή των πιο πάνω προνοιών, οι Αιτήτριες έχουν το βάρος να προσκομίσουν τα έγγραφα που προσδιορίζονται στα σχετικά άρθρα της νομοθεσίας. Στην περίπτωση που αυτές συμμορφωθούν με τη συγκεκριμένη υποχρέωση, το βάρος μεταφέρεται στους Καθ' ων η αίτηση να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι συντρέχει ένας από τους λόγους που ρητά προσδιορίζονται στις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας για απόρριψη του αιτήματος. Στην υπό κρίση περίπτωση, όλα τα έγγραφα που προβλέπονται εκ της νομοθεσίας έχουν προσκομισθεί ενώπιον του δικαστηρίου, δεόντως πιστοποιημένα και μεταφρασμένα, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από τους Καθ΄ ων η αίτηση. Υπενθυμίζω ότι ο λόγος ένστασης που αρχικά προβλήθηκε εκ μέρους τους και αφορούσε την πιστοποίηση των εγγράφων που έχουν παρουσιασθεί, έχει εγκαταλειφθεί. Το μόνο θέμα που παραμένει προς εξέτασης, είναι η θέση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι η διαιτητική απόφαση δεν είναι τελική και εκτελεστέα. Υπενθυμίζω τη θέση του ομνύοντα Νικολάου, η οποία στηρίζεται στη γνωμάτευση του νομικού Andreev, ότι η διαιτητική απόφαση θα καταστεί τελική και εκτελεστέα μόνο όταν εκδοθεί το μνημόνιο των διορθώσεων και οι διορθώσεις καταστούν αναπόσπαστο μέρος της απόφασης. Ως καταγράφω στην αρχή της απόφασης μου, η υπό κρίση Αίτηση εδράζεται στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης. Η φιλοσοφία των διεθνών συμβάσεων που διέπουν τις διεθνείς εμπορικές διαιτησίες, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, είναι η παροχή ενός γρήγορου μηχανισμού απονομής δικαιοσύνης και επίλυσης των διαφορών σε διεθνές επίπεδο, χωρίς να τίθενται αχρείαστα εμπόδια. (Intersputnik v. Alrena Investements Limited, Πολιτική Έφεση 298/2013, ημερομηνίας 04.04.2017), ECLI:CY:AD:2017:A122. Οι ίδιες αρχές προβλέπονται και από το άρθρο 1 του Arbitration Act: «1. General principles The provisions of this Part are founded on the following principles, and shall be construed accordingly— (
  1. a)the object of arbitration is to obtain the fair resolution of disputes by an impartial tribunal without unnecessary delay or expense;» Το Δικαστήριο όταν εξετάζει τέτοιας φύσης υποθέσεις θα πρέπει να τις αντιμετωπίζει με φιλελεύθερο πνεύμα, έχοντας κατά νου ότι ο σκοπός και η φιλοσοφία της Σύμβασης της Νέας Υόρκης είναι η ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων. Στην υπόθεση Intersputnik (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε αναφορά ακόμη και σε "pro-enforcement bias". Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο, αμέσως πιο κάτω: «.Η πιο φιλελεύθερη αυτή προσέγγιση συνάδει με το σκοπό και φιλοσοφία της ίδιας της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, όπως αυτή εξηγείται στο Guide to the Interpretation of the 1958 New York Convention: A Handbook for Judges (May 2012 Edition), το οποίο αποσαφηνίζει ότι η Σύβαση βασίζεται σε «pro-enforcement bias», εξυπηρετώντας έτσι το σκοπό του διεθνούς εμπορίου και των επιχειρήσεων..» [έμφαση δική μας]. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το θέμα που εγείρεται στην υπό κρίση υπόθεση καθοδηγούμενη από τις γενικές αρχές που παρέθεσα αμέσως πιο πάνω. Με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ως αναντίλεκτο γεγονός, ότι το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου, εξέδωσε την απόφαση του, που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, τη 23.06.2021, Τεκμήριο 1. Λίγες ημέρες μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, οι Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν στο Διαιτητικό Δικαστήριο κατάλογο προτεινομένων διορθώσεων. Όλες οι διορθώσεις αφορούσαν επουσιώδη θέματα. Τη 12.10.2021 το Διαιτητικό Δικαστήριο πληροφόρησε τα μέρη ότι όλες οι προτεινομένες διορθώσεις έγιναν δεκτές. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι το μνημόνιο διορθώσεων (memorandum), δεν επισυνάπτεται στην απόφαση, Τεκμήριο 1, αντικείμενο της Αίτησης, έχει όμως επισυναφθεί στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε εκ μέρους των Αιτητριών. Πρόκειται για ένα πολυσέλιδο έγγραφο που διαχωρίζεται σε επτά κεφάλαια και ένα παράρτημα και καταλαμβάνει άνω των 700 σελίδων. Τα κείμενα των κεφαλαίων και το παράρτημα, χωρίζονται σε συνολικά, 1764 παραγράφους. Τα τελικά συμπεράσματα του Δικαστηρίου συμπεριλαμβάνονται στο κεφάλαιο VII που φέρει τον τίτλο «Conclusions» και είναι αυτά που καταγράφονται στο σώμα της Αίτησης και παρατίθενται ανωτέρω. Με βάση τον κατάλογο των διορθώσεων προκύπτει ότι σε αρκετά σημεία είτε παραλείφθηκε εντελώς η τελεία, είτε τυπώθηκαν δύο συνεχόμενες τελείες, ενώ σε αριθμό υποσημειώσεων παραλείφθηκαν οι παρενθέσεις και ή οι αγκύλες ή προστέθηκαν αχρείαστα παρενθέσεις ή αγκύλες. Σε άλλες περιπτώσεις γράφτηκαν κάποια ονόματα ορθογραφικά λανθασμένα, ενώ κάποιες αναφορές χρωματίσθηκαν με έντονο κίτρινο ή πορτοκαλί χρώμα. Σε σχέση με το τελευταίο, διαπιστώνω ότι στο κείμενο που παρουσιάσθηκε, δεν υπάρχει οποιοσδήποτε χρωματισμός. Διαπιστώνω ότι όλες ανεξαρτήτως οι διορθώσεις είναι επουσιώδεις, πρόκειται για διορθώσεις που αφορούν την εικόνα του κειμένου και σε καμία περίπτωση την ουσία του. Ο κατάλογος των διορθώσεων καταλαμβάνει πέντε σελίδες περίπου, εάν λάβουμε όμως υπόψη ότι το κείμενο της απόφασης καταλαμβάνει 700 σελίδες και 1754 παραγράφους, αντιλαμβάνεται κάποιος αμέσως πόσο ασήμαντες είναι οι συγκεκριμένες διορθώσεις. Διαπιστώνω επίσης ότι καμία εκ των διορθώσεων αφορά τα τελικά συμπεράσματα της απόφασης που περιέχονται στο τελευταίο κεφάλαιο και ενσωματώνονται στην αίτηση, παράγραφοι (
  2. a)μέχρι (j). Το επόμενο θέμα προς εξέταση είναι κατά πόσο οι Αιτητές είχαν νομικό καθήκον να επισυνάψουν το εν λόγω μνημόνιο στην απόφαση και σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι υπήρχε νομική υποχρέωση, κατά πόσο η παράλειψη αυτή επηρεάζει τη δεσμευτικότητα της απόφασης. Υπενθυμίζω ότι η θέση αυτή προβάλλεται από τους Καθ΄ ων η αίτηση και βασίζεται στη νομική γνωμάτευση του D Andreev. Η εισήγηση του νομικού Andreev εδράζεται στους Κανονισμούς του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στα άρθρα 26
(8)και 27
(1)και
(5). Παραθέτω τις σχετικές πρόνοιες αυτούσιες για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «26.8 Every award (including reasons for such award) shall be final and binding on the parties. The parties undertake to carry out any award immediately and withουt any delay (subject only to Article 27); and the parties also waive irrevocably their right to any form of appeal, review recourse to any state court or other legal authority, insofar as such waiver shall not be prohibited under any applicable law. ............................... 27.1 Within 28 days of receipt of any award, a party may by written notice to the Registrar (copied to all other parties) request the Arbitral Tribunal to correct in the award any error in computation, any clerical or typographical error, any ambiguity or any mistake of a similar nature. If the Arbitral Tribunal considers the request to be justified, after consulting the parties, it shall make the correction within 28 days of receipt of the request. Any correction shall take the form of a memorandum by the Arbitral Tribunal. 27.2 The Arbitral Tribunal may also correct any error (including any error in computation, any clerical or typographical error or any error of a similar nature) upon its own initiative in the form of a memorandum within 28 days of the date of the award, after consulting the parties. 27.3 Within 28 days of receipt of the final award, a party may by written notice to the Registrar (copied to all other parties), request the Arbitral Tribunal to make an additional award as to any claim or cross-claim presented in the arbitration but not decided in any award. If the Arbitral Tribunal considers the request to be justified, after consulting the parties, it shall make the additional award within 56 days of receipt of the request. 27.4 As to any claim or cross-claim presented in the arbitration but not decided in any award, the Arbitral Tribunal may also make an additional award upon its oven initiative within 28 days of the date of the award, after consulting the parties. 27.5 The provisions of Article 26.2 to 26.7 shall apply to any memorandum or additional award made hereunder. A memorandum shall be treated as part of the award.» Ο νομικός Dooley, η γνωμάτευση του οποίου επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Μικαέλλας Γεωργίου, ως αναφέρω και πιο πάνω, απορρίπτει τις θέσεις που προβλήθηκαν από τον νομικό Andreev και εισηγείται μια διαφορετική ερμηνεία των Κανονισμών που διέπουν τη διαδικασία ενώπιον του Διεθνές Διαιτητικού Δικαστηρίου, γνωστών ως «LCIA Rules». Στη γνωμάτευση του γίνεται εκτενής αναφορά στο σκοπό της διαιτησίας, άρθρο 1 του Arbitration Act και στους Κανονισμούς που διέπουν τη διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου. Επισημαίνει ότι στους Κανονισμούς καμία αναφορά γίνεται ότι σε περίπτωση που καταχωρηθεί ειδοποίηση για διόρθωση της απόφασης, η ισχύς της απόφασης αναστέλλεται μέχρι το θέμα εξετασθεί και γίνουν οι τροποποιήσεις ή ότι η διαιτητική απόφαση καθίσταται δεσμευτική μόνο όταν γίνουν οι τροποποιήσεις. Προς υποστήριξη των θέσεων του γίνεται επίκληση σε Αγγλική νομολογία και καταλήγει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση εκδόθηκε το μνημόνιο διορθώσεων προτού καταχωρηθεί η υπό κρίση Αίτηση και κατ΄ επέκταση τα όσα αναφέρει ο νομικός Andreev είναι ανυπόστατα και παραπλανητικά. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι όλες οι διορθώσεις που περιλαμβάνονται στο μνημόνιο διορθώσεων είναι, ως αναφέρω και ανωτέρω, εντελώς επουσιώδεις και ουδόλως επηρεάζουν την υπό κρίση διαιτητική απόφαση. Το γεγονός ότι παραλείπονται κάποιες τελείες ή καταγράφονται δύο συνεχόμενες τελείες, δεν αφαιρεί ή προσθέτει ο,τιδήποτε στο κείμενο της απόφασης. Αποτελεί επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το μνημόνιο διορθώσεων εκδόθηκε τη 23.06.2021, πριν την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Με βάση τα στοιχεία που παρουσίασαν οι Καθ΄ ων η αίτηση, τα οποία επισυνάπτονται στην πρώτη γνωμάτευση D. Andreev, Publication, Arbitration under the 2014 LCIA Rules: A User's Guide, οι διορθώσεις που καταγράφονται στο μνημόνιο των διορθώσεων δεν ενσωματώνονται στο κείμενο της απόφασης, αλλά το μνημόνιο διορθώσεων επισυνάπτεται στην απόφαση. Στην παράγραφο 65 του αποσπάσματος διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «65 If the Tribunal decides to make corrections to the award (either at a party's request or upon its own initiative), the corrections shall take the form of a "memorandum". The means that the changes are not directly made to the original award, nor is an updated version of the award provided. Rather, the changes remain in a separate document that is an addendum to the award;» Η υπό κρίση διαιτησία διέπεται, ως προανέφερα, από τα LCIA rules, που θα αναφέρονται μετά απλώς ως «οι Κανονισμοί». Ο Κανονισμός 26.8, τον οποίο παραθέτω αυτούσιο πιο κάτω, ρητά προβλέπει ότι η κάθε απόφαση είναι τελική και δεσμευτική για τα μέρη και οι τελευταίοι αναλαμβάνουν να εκτελέσουν την απόφαση άμεσα, χωρίς καθυστέρηση: «Every award (including reasons for such award) shall be final and binding on the parties. The parties undertake to carry out any award immediately and without any delay (subject only to article 27).» Θα συμφωνήσω με την εισήγηση του νομικού Dooley ότι στους Κανονισμούς δεν περιλαμβάνεται πρόνοια ότι η διαιτητική απόφαση καθίσταται δεσμευτική μετά την παρέλευση του χρόνου που προβλέπεται για καταχώρηση ειδοποίησης για διορθώσεις ή μετά την παρέλευση του χρόνου που προβλέπεται για έκδοση του μνημονίου διορθώσεων. Εάν πρόθεση του νομοθέτη ήταν η ισχύς της απόφασης να αναστέλλεται, αυτόματα, σε όλες τις περιπτώσεις, μέχρι την παρέλευση των πιο πάνω προθεσμιών, τότε θα αναμένετο λογικά να υπήρχε ρητή πρόνοια περί τούτου στους Κανονισμούς. Ο νομικός Andreev επικαλείται μια αναφορά που γίνεται στο Publication, Arbitrating under the 2014 LCIA Rules, A User' s Guide, προς υποστήριξη της αντίθετης θέσης. Στο εν λόγω έγγραφο, στη παράγραφο 53, που αποτελεί μέρος του κεφαλαίου «D. Correction of Awards and Additional Awards (Article 27)» διαβάζουμε τα πιο κάτω: «. Pending any correction of the award (at the parties' request or otherwise), the award is not yet binding on the parties.» Η πιο πάνω πρόνοια δεν περιλαμβάνεται στους Κανονισμούς. Ανεξαρτήτως τούτου όμως, διαπιστώνω ότι η συγκεκριμένη πρόνοια αναφέρεται στο χρόνο μέχρι την έκδοση του πορίσματος για τη διόρθωση της διαιτητικής απόφασης. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπως τόνισα και πιο πάνω, το μνημόνιο διορθώσεων εκδόθηκε από το Δικαστήριο και κοινοποιήθηκε στα μέρη πριν την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Κατά τον επίδικο χρόνο, δεν εκκρεμούσε οποιοδήποτε ζήτημα που αφορούσε τη διόρθωση της διαιτητικής απόφασης. Όπως τόνισα και πιο πάνω, οι διορθώσεις που περιλαμβάνονται στο υπό κρίση μνημόνιο αφορούν εντελώς επουσιώδη θέματα τα οποία σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζουν το περιεχόμενο ή προκαλούν οποιαδήποτε ερωτήματα σε σχέση με την εφαρμογή της διαιτητικής απόφασης. Οι διορθώσεις δεν αφορούν ουσιαστικές διορθώσεις αλλά την εικόνα της απόφασης. Τι συνιστά «ουσιώδεις τροποποιήσεις» αναλύεται στις αποφάσεις που παραπέμπει ο νομικός Dooley στη γνωμάτευση του. Με βάση τη νομολογία, στην οποία παραπέμπει ο νομικός, τα τυπογραφικά λάθη δεν συνιστούν «ουσιώδεις τροποποιήσεις» και η ημερομηνία έκδοσης του μνημονίου διορθώσεων δεν αποτελεί την ημέρα έκδοσης της απόφασης. Μόνο σε περίπτωση που η διόρθωση αφορά ουσιαστική τροποποίηση, η προθεσμία για καταχώρηση έφεσης υπολογίζεται από το χρόνο έκδοσης του μνημονίου διορθώσεων. Παραθέτω τα σχετικά αποσπάσματα αυτούσια αμέσως πιο κάτω: «22. A recent example of this is the decision of Mr Justice Bryan in Daewoo v Songa [2018] EWHC 538, where a losing party argued that because a party had submitted corrections the time for appealing was extended until the corrections were dealt with by the tribunal. That suggestion was roundly rejected. The Judge stated as follows at [55-56]: "As is recognised in section 1(a) of the Act "the object of arbitration is to obtain the fair resolution of disputes by an impartial tribunal without unnecessary delay or expense". The principles of speed and finality of arbitration are of great importance. These would be undermined if the effect of making any application for a correction is that time for appealing runs from the date the appellant is notified of the outcome of that request. This is not simply a "concern" (nor is it one that has been over­stated as alleged by DSME) rather it is contrary to the whole ethos of the Act. It would be open to parties who have freely agreed to arbitrate their disputes to frustrate and delay that agreed mechanism of dispute resolution by relying upon completely irrelevant minor clerical errors. This cannot have been the intention of Parliament, which imposed a short time limit of 28 days in order to serve the principles of speed and finality. Mr Catchpole also submitted that the date of the "award'; in circumstances where any application for correction is made, is the date of that correction, relying upon sections 54 and 57
(7)of the Arbitration Act and what was said in McLean. I reject that submission. It is contrary to the whole ethos of the Act, and would frustrate the object and purpose of the short time limit in section 70
(3). On their proper interpretation, sections 54 and 57 do not justify the conclusion that where there has been any correction the date of the correction is to be treated as the date of the award. Given the importance of speed and finality in the context of arbitration, it would have been most surprising if the statutory intention, embodied in those sections, was that any correction — no matter how trivial or irrelevant — had the effect of postponing the strict time limit set out in section 70
(3)" .................................
  1. The test of materiality (in the context of a Rule 27 case) was reiterated recently by Mr Justice Butcher in Xstrata Coal v. Benxi [2020] EWHC 324, who stated as follows:
  2. The authorities also provide clear support to the proposition that, if there is a material application for a correction under section 57 of the Act, or an agreed process to the same effect such as Article 27 of the LCIA rules, and if that leads to a correction, then on the proper construction of section 70
(3), the 28 day period runs from the date of the award as corrected. 32. What constitutes a material application for correction of an award is described in paragraph 24 of K v S, as being one "where the correction is necessary to enable the party to know whether he has grounds to challenge the award" Such an application stands in contrast to one where the grounds of challenge are already known, and are not dependent on the outcome of the application for clarification.» Στην υπό κρίση υπόθεση ως ανέφερα επανειλημμένα, το μνημόνιο διορθώσεων εκδόθηκε πριν την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Το γεγονός ότι το μνημόνιο με τις επουσιώδεις διορθώσεις δεν έχει επισυναφθεί στην υπό κρίση Αίτηση, δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τη διαδικασία. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο της απόφασης της οποίας ζητείται η αναγνώριση. Η θέση που προβάλλεται εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι το μνημόνιο θα έπρεπε να καταστεί αναπόσπαστο μέρος της διαιτητικής απόφασης, ενδεχομένως να είχε κάποιο έρεισμα εάν το μνημόνιο διορθώσεων αφορούσε κάποιο ουσιώδες θέμα, για παράδειγμα τροποποίησης του επιδικασθέντος ποσού ή κάποια ασάφεια που θα καθιστούσε την ερμηνεία και η εφαρμογή της απόφασης δύσκολη και ή αδύνατη, πράγμα που δεν συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι οι Καθ' ων η αίτηση απέτυχαν να αποδείξουν ότι συντρέχει οποιοσδήποτε από τους λόγους που προσδιορίζονται στο άρθρο V του Ν.84/1979 ή στο άρθρο 36 του Ν.101/1987, που θα μπορούσε να οδηγήσει στην άρνηση του Δικαστηρίου να παραχωρήσει την αιτούμενη θεραπεία. Εκδίδονται διατάγματα αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης στην Κύπρο της μερικής τελικής διαιτητικής απόφασης, ημερομηνίας 23.06.2021, ως οι παράγραφοι Α και Β της Αίτησης. Τα έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητριών και εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα. (Υπ.) .................... Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.