Αναφορικά με την Γιαννούλλα Βαρνάβα-Πολυκάρπου ν. -, Αίτηση αρ.: 305/2021, 20/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Αίτηση αρ.: 305/2021 Αναφορικά με τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011, (81(Ι)/2011) -και- Αναφορικά με την Γιαννούλλα Βαρνάβα-Πολυκάρπου, (αρ. ταυτότητας [ ]), οδός [ ], Διαμ. [ ], [ ] [ ] Αιτήτρια Αίτηση ημερ. 8.10.2021 για κατάθεση πωλητηρίου εγγράφου Ημερομηνία: 20.3.2023 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Ο. Ηλιάδης για Μ. Ιακώβου και Συνεργάτες Για τον Καθ' ου η Αίτηση 2: κ. Πιερίδης για Πιερίδης & Πιερίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση, η Αιτήτρια αξιώνει την ακόλουθη θεραπεία: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στην Αιτήτρια να καταθέσει το Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 26.10.1979 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, παρά το γεγονός ότι παρήλθε η υπό του Νόμου προβλεπόμενη προθεσμία». Η νομική βάση της Αίτησης - η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 24.10.
- Η Αίτηση βασίζεται στον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011, (81(Ι)/2011) άρθρα 3, 6, 12, 16 και 16Α, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965) όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1, 2 και 3 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, αλλά και από συμπληρωματική ένορκη δήλωση της, ημερ. 24.10.2022, η οποία καταχωρήθηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου και αφού ο Καθ' ου η Αίτηση 2 συγκατατέθηκε στην καταχώρηση της. Συνοπτικά, η Αιτήτρια αναφέρει ότι στις 26.10.1979 υπογράφηκε πωλητήριο έγγραφο (το Τεκμήριο 1 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης) (στο εξής «το επίδικο πωλητήριο έγγραφο»), δυνάμει του οποίου η Αιτήτρια μαζί με τον Α. Ανδρέου (στο εξής μαζί αναφερόμενοι ως «οι αγοραστές») αγόρασαν από την Α. Αλεξάνδρου (στο εξής «η πωλητής») το διαμέρισμα που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 (στο εξής «το επίδικο διαμέρισμα»), έναντι του τιμήματος πώλησης των ΛΚ 12.
- Σύμφωνα με την Αιτήτρια, οι αγοραστές κατέβαλαν, έναντι του εν λόγω τιμήματος πώλησης, το ποσό των ΛΚ 7.432 (και επισυνάπτει σχετικές αποδείξεις ως Τεκμήριο 2 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης), ενώ παρέμεινε ως υπόλοιπο το ποσό των ΛΚ 4.
- Ισχυρίζεται περαιτέρω η Αιτήτρια ότι, στις 3.7.2002, ο Α. Ανδρέου εκχώρησε (δυνάμει του Τεκμηρίου 3 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης) τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ως αυτά απέρρεαν από το επίδικο πωλητήριο έγγραφο στην Αιτήτρια, με αποτέλεσμα αυτή να είναι σήμερα η μοναδική δικαιούχος του επίδικου διαμερίσματος. Ακολούθως, η Αιτήτρια αναφέρει ότι, σύμφωνα με τους όρους του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου, η πωλητής ήταν υπόχρεη, με την έκδοση τελικής έγκρισης και ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, να προχωρήσει με την μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι της. Εντούτοις, ισχυρίζεται η Αιτήτρια ότι, παρά τις οχλήσεις της, τέτοια μεταβίβαση δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα, ενώ η πωλητής δεν είναι σε θέση να πράξει τούτο. Στη συνέχεια, η Αιτήτρια προβαίνει σε διάφορες αναφορές σε σχέση με νομικές συμβουλές που έχει λάβει ότι, με την τροποποίηση του νόμου, δίδεται η δυνατότητα στον Διευθυντή του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, να προχωρήσει με τη μεταβίβαση ακινήτου στο όνομα αγοραστή, σύμφωνα με τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου και ότι, οι εν λόγω νομοθετικές διατάξεις εφαρμόζονται όπου υπάρχει σύμβαση πωλητηρίου εγγράφου κατατεθειμένη στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο εντός της προβλεπόμενης χρονικής περιόδου ή έχει κατατεθεί σε αυτό δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου. Είναι για αυτό το λόγο που ισχυρίζεται η Αιτήτρια ότι είναι απαραίτητο όπως της επιτραπεί η κατάθεση του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου, ούτως ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να προχωρήσει με σχετική αίτηση στον Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας για τη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα της. Η Αιτήτρια, με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρησε, ισχυρίζεται ότι το επίδικο πωλητήριο έγγραφο δεν έχει τερματιστεί, ενώ αναφέρει ότι, στις 30.5.1990, στα πλαίσια της Αγωγής με αρ. 2204/82 (Επ. Δικ. Λευκωσίας), εκδόθηκε δικαστική απόφαση (στο εξής «η απόφαση») υπέρ των αγοραστών και εναντίον της πωλητή, για το ποσό των ΛΚ 15.000 (βλ. Τεκμήριο Α επί της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης), με την οποία δόθηκε επίσης στους αγοραστές το δικαίωμα εγγραφής ΜΕΜΟ επί του επίδικου διαμερίσματος. Αναφέρει επίσης ότι η εν λόγω απόφαση τελούσε υπό αναστολή για περίοδο 5 ετών από την έκδοση της, υπό τους όρους που αναγράφονται σε αυτήν, και ότι στη συμφωνία που έγινε ενώπιον του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της πιο πάνω απόφασης, η Αιτήτρια μπορούσε να διαμένει δωρεάν στο επίδικο διαμέρισμα μέχρι τη μεταβίβαση του στο όνομα των αγοραστών (συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας). Ισχυρίζεται η Αιτήτρια ότι, η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος ουδέποτε έγινε από την πωλητή, η οποία ουδέποτε προθυμοποιήθηκε να προβεί στην εν λόγω μεταβίβαση, καθότι υπήρχαν δύο υποθήκες επί του ακινήτου στο οποίο βρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα, οι οποίες υφίστανται μέχρι σήμερα, ενώ υπάρχει επίσης και ΜΕΜΟ για το ποσό των €305.000 από άλλο πρόσωπο (το οποίο κατονομάζεται στην παράγραφο 4 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης). Τέλος, η Αιτήτρια αναφέρει ότι, η καθυστέρηση που σημειώθηκε οφείλεται στην ύπαρξη χρονοβόρων διαδικασιών και εμποδίων και ότι δεν θα ήταν πρόσφορο για την ίδια, βάσει της δικαστικής απόφασης να διεκδικήσει το ποσό των ΛΚ 15.000, λόγω της μη μεταβίβασης του διαμερίσματος σε αυτήν. Η Ένσταση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει Η Αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση 2, ο οποίος είναι ο υιός και Διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας Α. Αλεξάνδρου (ήτοι της πωλητή). Λόγω του συνοπτικού των λόγων ένστασης που εγείρονται, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούς αυτούσιους κατωτέρω: «
- Ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος και/ή δεν εμφαίνονται οι πραγματικοί και αναγκαίοι διάδικοι, ήτοι ο Κώστας Αλεξάνδρου που υπόγραψε το ισχυριζόμενο Πωλητήριο Έγγραφο ως πωλητής και ο Άλκης Ανδρέου και Γιαννούλλα Βαρνάβα ως αγοραστές σύμφωνα με το υπογραφέν πωλητήριο έγγραφο ημερ. 26.10.
- Η αίτηση είναι νομικά αστήριχτη, παράτυπη, αντικανονική, αβάσιμη, ενοχλητική, εκδικητική και ουσιαστικά αδικαιολόγητη και στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει δεν αναφέρονται όλα τα γεγονότα.
- Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των σχετικών άρθρων του Νόμου για κατάθεση συμφωνητικού εγγράφου.
- Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου εκ μέρους της Αιτήτριας, γίνεται κακόπιστα και με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση». Η εν λόγω ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση
- Στο βαθμό που κρίνονται σημαντικά για τους σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης, αρχικά, ο Καθ' ου η Αίτηση αναφέρει ότι, βάσει του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου, πωλητής του επίδικου διαμερίσματος δεν ήταν η Α. Αλεξάνδρου, αλλά ο Κ. Αλεξάνδρου και αγοραστές ήταν αμφότεροι ο Α. Ανδρέου και η Αιτήτρια. Επομένως, ισχυρίζεται ότι τα εν λόγω πρόσωπα αποτελούν αναγκαίους διάδικους, οι οποίοι θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνονται στον τίτλο της Αίτησης. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι, το επίδικο πωλητήριο έγγραφο είναι άκυρο, επειδή δεν αναγράφεται σε αυτό ότι ο Κ. Αλεξάνδρου το υπέγραψε υπό την ιδιότητα του ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της πωλητή. Στη συνέχεια, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 αναφέρει ότι, οι αγοραστές δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα ως προς τον τρόπο αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης του επίδικου διαμερίσματος, κάνοντας αναφορές σε συγκεκριμένους όρους του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου, ενώ επίσης αναφέρει ότι το επίδικο διαμέρισμα παραδόθηκε στην Αιτήτρια κατά το 1980, στο οποίο και διαμένει μέχρι σήμερα, παρά το ότι το τίμημα πώλησης του δεν έχει εξοφληθεί. Ισχυρίζεται δε ότι ο λόγος που το επίδικο διαμέρισμα δεν μεταβιβάστηκε στους αγοραστές είναι η μη καταβολή από αυτούς του τιμήματος πώλησης του, καθότι το επίδικο ακίνητο έχει τόσο τελική έγκριση, όσο και ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας. Αναφέρει ακόμα ότι, η όποια εκχώρηση του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου έγινε από τον Α. Ανδρέου στην Αιτήτρια είναι άκυρη και/ή παράνομη εφόσον το επίδικο πωλητήριο έγγραφο δεν είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει οποιαδήποτε εκχώρηση του. Τέλος, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται στην αξιούμενη θεραπεία και κατέχει το επίδικο διαμέρισμα ως παράνομος επεμβασίας, εφόσον οι αγοραστές (συμπεριλαμβανομένης της ίδιας) καταχώρησαν την Αγωγή αρ. 2204/82, εναντίον της πωλητή, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση, βάσει της οποίας, ως ισχυρίζεται, τερματίστηκε η ισχύς του επίδικου πωλητήριου εγγράφου και διατάχθηκε η επιστροφή στους αγοραστές του ποσού που καταβλήθηκε έναντι του τιμήματος πώλησης. Επίσης, η Αιτήτρια επέδειξε μεγάλη αδιαφορία και καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, με αποτέλεσμα να μην δικαιούται σε θεραπεία. Η Ακροαματική Διαδικασία Κατά την ακρόαση της Αίτησης, ουδείς εκ των ομνύοντων αντεξετάστηκε. Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία από τους διαδίκους, ενώ οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υιοθέτησαν τις γραπτές τους αγορεύσεις, με τις οποίες υποστήριξαν με σχετική επιχειρηματολογία τις θέσεις των πελατών τους. Για σκοπούς πληρότητας, αναφέρω ότι η υπό κρίση Αίτηση επιδόθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, εντούτοις ουδεμία εμφάνιση υπήρξε εκ μέρους τους στην διαδικασία. Νομική Πτυχή Κατά το χρόνο συνομολόγησης του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου, σε ισχύ ήταν ο περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος, Κεφ. 232, δυνάμει του οποίου για να ήταν δεκτική ειδικής εκτέλεσης μία συμφωνία, αυτή θα έπρεπε:
(1)να ήταν έγκυρη σύμβαση σύμφωνα με το νόμο,
(2)να ήταν γραπτή και
(3)ο αγοραστής να την είχε, εντός δυο μηνών από την ημερομηνία της σύμβασης, καταθέσει ή μεριμνήσει ώστε να κατατεθεί στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο[1]. Στην πιο πάνω νομοθεσία, γινόταν αναφορά και σε περαιτέρω προϋποθέσεις σε σχέση με τα επόμενα διαβήματα που όφειλε να λάβει ο αγοραστής, τα οποία δεν άπτονται των επίδικων ζητημάτων και για αυτό δεν κρίνω σκόπιμο όπως τα παραθέσω στην παρούσα απόφαση. Το Κεφ. 232 καταργήθηκε με την δημοσίευση του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 (αρ.81(Ι)/2011), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ τρεις μήνες μετά τη δημοσίευση του[2]. Στις μεταβατικές διατάξεις του Ν. 81(Ι)/2011 και συγκεκριμένα στο Άρθρο 16[3] αυτού, προνοείτο ότι συμβάσεις που είχαν συνομολογηθεί πριν από τον εν λόγω Νόμο, δηλ. πριν την 29.7.2011 και παρέμεναν σε ισχύ, θα μπορούσαν εντός έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου, δηλαδή μέχρι τις 30.1.2012, να κατατεθούν στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Προς τούτο, θα έπρεπε να πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του εν λόγω Ν. 81(Ι)/
- Ακολούθως, στις 6.4.2012 δημοσιεύθηκε ο περί Πώλησης Ακινήτων Ειδική Εκτέλεση (Τροποποιητικός) Νόμος του 2012 (αρ.32(Ι)/2012), ο οποίος, δυνάμει του άρθρου 16Α, προνοεί ότι συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν οποτεδήποτε πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 32(Ι)/2012, δηλ. πριν τις 6.4.2012, θα μπορούσαν να κατατεθούν εντός προθεσμίας έξι μηνών από την εν λόγω ημερομηνία «έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη στον καταργηθέντα περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο ή στον παρόντα Νόμο προθεσμία κατάθεσής τους». Και πάλι όμως, η δυνατότητα αυτή παρείχετο νοουμένου ότι πληρούντο οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του Νόμου. Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 12 του Νόμου, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με τον Νόμο 48(Ι)/2017, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
- Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν σχετικής αίτησης, να επιτρέψει την κατάθεση σύμβασης ή την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση για συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν σε οποιοδήποτε χρόνο, έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη για το σκοπό αυτό χρονική περίοδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή η προθεσμία κατάθεσής τους σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντα με τον παρόντα Νόμο περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση, όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή»[4]. Όπως έχει αναφερθεί από την Έντιμη κα Δημητριάδου, Π.Ε.Δ (ως ήταν τότε) στην Γενική Αίτηση αρ. 116/17: Κίκης Φιλίππου (Είδη Υγιεινής και Υλικά Οικοδομής) Λτδ vs. Ectoras Properties Ltd (απόφαση ημερ. 10.9.2018), με τα οποία συμφωνώ, εξού και τα παραθέτω αυτούσια, προκύπτει από το λεκτικό του Άρθρου 12 του Ν. 81(Ι)/2011, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, ότι:
(1)Η εφαρμογή του εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία δύναται να ασκηθεί αφού προηγηθεί η καταχώρηση σχετικής Αίτησης.
(2)Τυγχάνει εφαρμογής ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες διατάξεις του Νόμου.
(3)Εφαρμόζεται σε όλες τις συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και οι οποίες συνομολογήθηκαν σε οποιοδήποτε χρόνο.
(4)Το γεγονός ότι παρήλθε άπρακτη η προβλεπόμενη είτε από άλλες διατάξεις του παρόντος Νόμου, είτε από τις διατάξεις του καταργηθέντος περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου προθεσμία κατάθεσης τους είναι στοιχείο αδιάφορο για τους σκοπούς της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
(5)Κριτήριο για την παραχώρηση άδειας από το Δικαστήριο είτε (α) για την κατάθεση σύμβασης, είτε (β) για την έγερση αγωγής για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης είναι η κρίση του ότι αυτό είναι δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή. Eξέταση της υπό κρίση Αίτησης Διεξήλθα τόσο την Αίτηση, όσο και την Ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση 2, καθώς επίσης και το μαρτυρικό υλικό που τις υποστηρίζει, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων, όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Στην ουσία, θεωρώ ότι δύο είναι τα ζητήματα που πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εξέταση της υπό κρίση Αίτησης, και αυτά είναι τα εξής:
(1)Κατά πόσο η Αιτήτρια, η οποία έχει και το βάρος απόδειξης, απέδειξε ότι το επίδικο πωλητήριο έγγραφο βρίσκεται σε ισχύ μέχρι σήμερα, και στην περίπτωση που το ερώτημα αυτό απαντηθεί καταφατικά, τότε
(2)Κατά πόσο η εκπρόθεσμη κατάθεση του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου είναι δίκαιη και εύλογη, υπό τις περιστάσεις, για την προστασία της Αιτήτριας, ως αγοραστή. Προχωρώ ευθύς αμέσως να εξετάσω το πρώτο ζήτημα, ήτοι το κατά πόσο η Αιτήτρια απέδειξε ότι το επίδικο πωλητήριο έγγραφο βρίσκεται σε ισχύ μέχρι σήμερα. Προς τούτο, κρίνω σκόπιμο όπως παρατεθούν πιο κάτω, τα σχετικά, κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, ως αυτά έχουν προκύψει από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία.
(1)Οι αγοραστές (συμπεριλαμβανομένης της Αιτήτριας) καταχώρησαν την Αγωγή αρ. 2204/82 (ενώπιον του Επ. Δικ. Λευκωσίας) εναντίον, μεταξύ άλλων, της Α. Αλεξάνδρου (ως πωλητή), στα πλαίσια της οποίας, στις 30.5.1990, οι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ότι η υπόθεση έχει διευθετηθεί και εκδόθηκε η ακόλουθη εκ συμφώνου απόφαση, υπέρ των αγοραστών και εναντίον της πωλητή (βλ. Τεκμήριο Α επί της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας): «Εκ συμφώνου εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης αρ. 2 για το ποσό των ΛΚ15.000 πλέον τόκος 6% από σήμερα».
(2)Η εν λόγω απόφαση τελούσε υπό αναστολή για περίοδο 5 ετών από την ημερομηνία έκδοσης της, υπό τους όρους που αναφέρονται στο έγγραφο «Α» της απόφασης, εκ των οποίων ήταν και ο όρος ότι «αν η εναγόμενη εντός της περιόδου αναστολής εξασφαλίσει τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου υποστατικού υποχρεούται να το μεταβιβάσει στους ενάγοντες με έξοδα των εναγόντων αφού της καταβληθεί ταυτόχρονα το ποσό των ΛΚ 5,850 που αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς και αυτή η μεταβίβαση θα αποτελεί πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους».
(3)Αποτελούσε επίσης όρο της εν λόγω απόφασης ότι «η εναγόμενη υποχρεούται μέχρι την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους να επιτρέπει τη χρήση του επίδικου διαμερίσματος στους ενάγοντες χωρίς οποιαδήποτε χρέωση ενοικίου».
(4)Οι δύο πιο πάνω όροι έγιναν επιταγή Δικαστηρίου (rule of court) και οι διάδικοι ήταν ελεύθεροι να αποταθούν σε σχέση με αυτούς.
(5)Δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι το επίδικο πωλητήριο έγγραφο, πριν από την καταχώρηση της Αγωγής με αρ. 2204/82, ουδέποτε τερματίστηκε από οποιονδήποτε των συμβαλλομένων. Ενώ επίσης δεν αμφισβητήθηκε, και αποτελεί κοινώς αποδεκτό γεγονός, ότι η πιο πάνω δικαστική απόφαση αφορά το επίδικο πωλητήριο έγγραφο και το επίδικο διαμέρισμα. Είναι η θέση του συνηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση 2 ότι, ένεκα της καταχώρησης της πιο πάνω αγωγής, εκ μέρους, μεταξύ άλλων, της Αιτήτριας (ως αγοραστή) εναντίον της πωλητή, και της έκδοσης εκ συμφώνου απόφασης στα πλαίσια αυτής, η ισχύς του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου τερματίστηκε, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται σήμερα πωλητήριο έγγραφο σε ισχύ, το οποίο να μπορεί να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας, ο οποίος, παρά το ότι δεν αμφισβητεί την έκδοση της εν λόγω απόφασης και τα όσα εκεί αναφέρονται, εντούτοις ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ακυρώθηκε ή τερματίστηκε το επίδικο πωλητήριο έγγραφο και ότι, ουσιαστικά, με την εν λόγω απόφαση, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα των αγοραστών (συμπεριλαμβανομένης της Αιτήτριας) για τη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματι τους, με την ταυτόχρονη εξόφληση από αυτούς, του υπόλοιπου ποσού του τιμήματος πώλησης. Παρά ταύτα, ισχυρίζεται ο συνήγορος της Αιτήτριας ότι η πωλητής ουδέποτε συμμορφώθηκε με την εν λόγω δικαστική απόφαση. Με κάθε σεβασμό, η θέση αυτή του ευπαίδευτου συνηγόρου της Αιτήτριας δεν με βρίσκει σύμφωνη. Είναι απόλυτα ξεκάθαρο και σαφές από το λεκτικό της εν λόγω απόφασης ότι, η όποια διαφορά υφίστατο μεταξύ των αγοραστών (συμπεριλαμβανομένης της Αιτήτριας) και της πωλητή, σε σχέση με το επίδικο πωλητήριο έγγραφο, η οποία οδήγησε στην έγερση της Αγωγής με αρ. 2204/82, διευθετήθηκε με την έκδοση της εν λόγω απόφασης, με τους όρους τους οποίους κατέθεσαν, με το έγγραφο «Α», στα πλαίσια αυτής (βλ. Τεκμήριο Α επί της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας). Η απόφαση είναι ξεκάθαρη στο ότι αυτή αφορά σε επιστροφή χρημάτων από την πωλητή προς τους αγοραστές και ότι η όποια μετέπειτα αναφορά σε μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος, αφορά σε δυνητικό τρόπο για ικανοποίηση της εκδοθείσας απόφασης εντός της περιόδου αναστολής, δηλαδή εντός των 5 ετών από την έκδοση της απόφασης, και νοουμένου ότι εκδίδετο, εντός της εν λόγω περιόδου αναστολής, ξεχωριστός τίτλος του διαμερίσματος, κάτι που δεν έγινε. Επομένως, με την έκδοση της εν λόγω δικαστικής απόφασης, οποιοδήποτε δικαίωμα ή υποχρέωση απέρρεε από το επίδικο πωλητήριο έγγραφο, έπαψε να υφίσταται, εφόσον οι συμβαλλόμενοι του δεσμεύτηκαν πλέον με τα όσα συμφώνησαν για την έκδοση της εν λόγω απόφασης. Αποτέλεσμα τούτου, είναι ότι το επίδικο πωλητήριο έγγραφο, με την έκδοση της εν λόγω απόφασης, έπαυσε να ισχύει. Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη και κρίση μου ότι το επίδικο πωλητήριο έγγραφο δεν αποτελεί σύμβαση η οποία παραμένει σε ισχύ μέχρι σήμερα, διαφαίνεται ότι η Αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι το επίδικο πωλητήριο έγγραφο αποτελεί σύμβαση η οποία παραμένει σε ισχύ μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα να μην πληρείται η εν λόγω προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 12 του Ν. 81(Ι)/
- Παρά το ότι η πιο πάνω κρίση μου σφραγίζει και την τύχη της υπό κρίση Αίτησης, για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σε περίπτωση που τούτη η κρίση μου ανατραπεί, προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα που αφορά στο κατά πόσο η εκπρόθεσμη κατάθεση του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, είναι δίκαιη και εύλογη για την προστασία της Αιτήτριας. Όπως διαφαίνεται μέσα από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, απώτερος σκοπός της Αιτήτριας είναι, αφού εξασφαλίσει, με το αιτούμενο διάταγμα, την δυνατότητα εκπρόθεσμης κατάθεσης του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, να προχωρήσει με την υποβολή σχετικής αίτησης στον Διευθυντή του αρμόδιο Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, με σκοπό τη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα της, χωρίς την εμπλοκή του Καθ' ου η Αίτηση 2[5]. Στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, ουδεμία εξήγηση δίδεται, από την Αιτήτρια, για τους λόγους που για 40 και πλέον χρόνια από την υπογραφή του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου, δεν προχώρησε στην κατάθεση του ή στην προώθηση τέτοιας αίτησης και άφησε τις ευκαιρίες που είχε, δυνάμει των πιο πάνω νομοθετικών διατάξεων, να παρέλθουν άπραγες. Η μόνη δικαιολογία που δίδεται από την Αιτήτρια στην συμπληρωματική της ένορκη δήλωση είναι ότι, αν προχωρούσε στη διεκδίκηση του εξ αποφάσεως χρέους αφότου παρήλθε η προθεσμία της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης και το επίδικο διαμέρισμα δεν είχε μεταβιβαστεί στο όνομα της, το αποτέλεσμα θα ήταν καταστροφικό, καθότι οι υπάρχουσες επιβαρύνσεις επί του ακινήτου δεν θα της επέτρεπαν οποιαδήποτε θεραπεία. Ουσιαστικά εκείνο που ισχυρίζεται η Αιτήτρια είναι ότι αν προχωρούσε να εκτελέσει την απόφαση για το ποσό των ΛΚ 15.000, υπήρχε το ενδεχόμενο να μην λάβει οτιδήποτε ένεκα των εν λόγω επιβαρύνσεων, θέση που εν πάση περιπτώσει αντιστρατεύεται το γράμμα της εκ συμφώνου απόφασης που θέλει την καταβολή των ΛΚ 15.000 προς τους αγοραστές (μεταξύ των οποίων και της Αιτήτριας), να αποτελεί την επίλυση της όλης διαφοράς, χωρίς να προκύπτει οποιοδήποτε ζήτημα δικαιώματος μεταβίβασης του διαμερίσματος σε αυτούς (πέραν από αυτής που αναφέρεται στην περίοδο αναστολής και νοουμένου ότι τηρούνται οι εν λόγω όροι εντός της περιόδου αναστολής). Εν ολίγοις, η Αιτήτρια παρέλειψε παντελώς να εξηγήσει την αδράνεια της εδώ και 40 και πλέον χρόνια, με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων της, κάτι που στερεί στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να έχει υπόβαθρο ενώπιον του, για να εδράσει επ' αυτού κρίση, ως η αιτούμενη, και δη περί δίκαιης και εύλογης εκπρόθεσμης κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Αιτήτρια δεν έχει καταφέρει να αποδείξει ότι το επίδικο πωλητήριο έγγραφο βρίσκεται σε ισχύ μέχρι σήμερα. Ενόψει τούτου, η Αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα, και ως εκ τούτου τα έξοδα της υπό κρίση Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση 2 και εναντίον της Αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ν. Πετρίδου, Πρ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. άρθρο 2 του Κεφ.
- [2] Βλ. άρθρο 17 του Ν. 81(Ι)/2011 [3] Άρθρο16
(1)Παρά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη στον υπό κατάργηση περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο προθεσμία κατάθεσής τους, δύνανται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 3, να κατατεθούν εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου. [4] Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου. [5] Η Αιτήτρια στη παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης της Αίτησης αναφέρεται στην τροποποίηση του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965), κατά τον Σεπτέμβριο του 2015 και προφανώς αναφέρεται στις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ του Ν. 9/1965 - αναφορικά με τους εγκλωβισμένους αγοραστές. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο