Επί τοις αφορώσι την Αίτηση των G.P.M. METAL LIMITED ν. Επί τοις αφορώσι την LOIS BUILDERS LIMITED, Αίτηση Εταιρείας Αρ.: 18/22, 19/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αίτηση Εταιρείας Αρ.: 18/22 Επί τοις αφορώσι τον Περί Εταιρειών Νόμον Κεφ. 113 άρθρα 203, 209, 211, 211(ε), 212, 212(α) - (δ), 213
(1), 214
(1), 216, 218, 219-221, 226, 227, 228, 229, 231 & 333, επί των Περί Εταιρειών Δικαστικών Θεσμών των γενομένων επί τη βάσει του ανωτέρω Νόμου επί των Διαλύσεως Εταιρειών Αγγλικών Κανονισμών ως και επί της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου και Επί τοις αφορώσι την LOIS BUILDERS LIMITED (HE 18346), εκ Λευκωσίας, Πρίγκηπος Καρόλου 10, Άγιος Δομέτιος,2373 Λευκωσία, Κύπρος και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση των G.P.M. METAL LIMITED, (HE 128981), εκ Λάρνακας ΑΙΤΗΣΗ ΔΙΑ ΚΛΗΣΕΩΝ ΥΠΟ: G.P.M. METAL LIMITED, (HE 128981) Ημερομηνία.: 19.05.2023 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Γ. Κούμας για Γεώργιος Θ. Κούμα ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Χρ. Φρακάλας με κα Ρ. Μούχλη για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτηση η εταιρεία G.P.M. Metal Limited,που θα αναφέρεται μετά απλώς ως η «Αιτήτρια», αιτείται την εκκαθάριση της εταιρείας Lois Builders Limited, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως η «Καθ΄ ης η αίτηση». Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Γεωργίου, Διευθυντή της Αιτήτριας. Ο ομνύοντας αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση οφείλει στην Αιτήτρια το ποσό των €210.000, δυνάμει συμφωνίας υπεργολαβίας για εκτέλεση εργασιών στο έργο με το όνομα, «Δημοτική Αγορά Λάρνακας». Μετά την καταχώριση της Αίτησης και προτού η Καθ΄ ης η αίτηση καταχωρίσει ένσταση, η Αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα Αίτηση, με την οποία ζητά άδεια να της επιτραπεί να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, για να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την επιστολή, ημερομηνίας 11.03.2022, που αποστάληκε από τη δικηγόρο της Καθ΄ ης η αίτηση στο δικηγόρο της Αιτήτριας. Αντίγραφο της επιστολής επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση, πρόκειται για το Τεκμήριο 1. Η επιστολή αποστάληκε με την ένδειξη «άνευ βλάβης» και με αυτήν η δικηγόρος προτείνει την εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα προτείνει τη «διαμόρφωση ομολόγου για την όλη αξία της διαφοράς». Η διάρκεια του ομολόγου θα είναι για δέκα χρόνια από την ημέρα υπογραφής του. Στο ομόλογο θα περιλαμβάνεται επίσης «μηχανισμός για ενωρίτερη αποπληρωμή ως 15% από τα εισπρακτέα που θα καταβληθούν. από το Δήμο Λάρνακας, σε σχέση με το έργο, Δημοτική Αγορά Λάρνακας». Στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης του, ο ομνύοντας εξηγεί γιατί θεωρεί την κατάθεση της εν λόγω επιστολής τόσο σημαντική. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι με την εν λόγω επιστολή η Καθ΄ ης η αίτηση αναγνωρίζει την αδυναμία της να εξοφλήσει το επίδικο χρέος. Παραθέσω την εν λόγω παράγραφο, επί της οποίας εδράζεται η Αίτηση, αυτούσια: «Πέραν των πιο πάνω όμως, είναι πολύ σημαντικό, αυτό που προέκυψε μετά τη καταχώρηση της Αίτησης Εκκαθάρισης και της Ένορκης μου Δήλωσης που τη συνοδεύει. Συγκεκριμένα, οι Καθ΄ ων η Αίτηση, με ηλεκτρονικό μήνυμα των δικηγόρων τους ημερ. 11/03/22, όχι μόνο αποδέχονται το οφειλόμενο ποσό και ρητά το αναγνωρίζουν, αυτό δηλαδή των €210.000 αλλά με το ίδιο μήνυμα, δηλώνοντας αδυναμία εξόφλησης του άμεσα ή εντός της περιόδου που ορίζει η νομοθεσία, προτείνουν τρόπο αποπληρωμής. Αυτό, ξεκάθαρα δείχνει την αδυναμία των Καθ΄ ων η Αίτηση Αιτητών, να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας (δλδ. Εντός τριών εβδομάδων), όπως μας συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα.» Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η συγκεκριμένη δήλωση εμπίπτει στις εξαιρέσεις του γενικού κανόνα που απαγορεύει την παρουσίαση προτάσεων για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης. Συγκεκριμένα, η εν λόγω επιστολή εμπίπτει στην πιο κάτω εξαίρεση, η οποία αναφέρεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη: «12 (iii) Πράξη Πτώχευσης, όπως είναι η παραδοχή εκ μέρους εξ΄ αποφάσεως χρεώστη, ότι είναι ανίκανος να πληρώσει τα χρέη του (Re Daintrey, Ex Parte Holt (1891-4) All ER Rep 209).» Η Καθ΄ ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Προβάλλει τη θέση ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα έφερε την ένδειξη «άνευ βλάβης», γεγονός το οποίο το καθιστά προνομιούχο. Στην ένσταση προβάλλονταν και άλλοι λόγοι οι οποίοι έχουν στη συνέχεια εγκαταλειφθεί και ως εκ τούτου δεν θα τύχουν περαιτέρω εξέτασης. Η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται στη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, την οποία παραθέτω αυτούσια, αμέσως πιο κάτω, για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται στη Διαταγή 39.» Κατά πόσο θα δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή όχι, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της πιο πάνω εξουσίας, θα πρέπει να λάβει υπόψη τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης, το είδος της ενδιάμεσης αίτησης και τη φύση των θεραπειών που αποτελούν το αντικείμενο της αίτησης. Στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή ένστασης, ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς και έχοντας «σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Σχετική είναι η απόφαση A. Messios & Sons Ltd κ.ά. v. A. Λεωνίδα
(2010)1 Α.Α.Δ. 1655. Το μόνο θέμα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει με την υπό κρίση Αίτηση είναι, κατά πόσο η επιστολή, Τεκμήριο 1, είναι προνομιούχα και ως τέτοια δεν θα πρέπει να παρουσιαστεί. Σύμφωνα με το γενικό κανόνα, δηλώσεις οι οποίες γίνονται, άνευ επηρεασμού των δικαιωμάτων του δηλώσαντα, στα πλαίσια καλόπιστης προσπάθειας διευθέτησης μιας δικαστικής διαφοράς, δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία, χωρίς την έγκριση του προσώπου που τις εξέφρασε. Στην απόφαση Καραγιάννη ν. Καραγιάννη, Πολιτική Έφεση 235/11, ημερομηνίας 23.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:A414 , το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέφερε σχετικά τα πιο κάτω: «Είναι νομολογημένο ότι δηλώσεις και/ή αλληλογραφία που διεξάγεται «άνευ βλάβης» στα πλαίσια ειλικρινών προσπαθειών διευθέτησης μιας διαφοράς, πριν από τη λήψη δικαστικών μέτρων ή κατά τη διάρκεια εκκρεμοδικίας, θεωρούνται προνομιούχες. Προνόμιο που υφίσταται υπέρ του προτείνοντος και αποσκοπεί στην προστασία των θέσεων του (Electromatic Constructions Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 258), δύναται όμως να εγκαταλειφθεί από το διάδικο προς όφελος του οποίου υφίσταται.» Ο πιο πάνω γενικός κανόνας εδράζεται στη φιλοσοφία ότι οι διάδικοι θα πρέπει να ενθαρρύνονται να συμβιβάζουν τις διαφορές τους, χωρίς το φόβο ότι τα όσα λέγονται στο στάδιο των διαπραγματεύσεων, για εξώδικη διευθέτηση, θα χρησιμοποιηθούν εναντίον τους, κατά τη δικαστική διαδικασία. Η δημόσια πολιτική ενθαρρύνει τη διευθέτηση των υποθέσεων εξωδίκως και κατ΄ επέκταση οι δηλώσεις που γίνονται στο στάδιο των διαπραγματεύσεων θεωρούνται προνομιούχες. Καθοδηγητικό επί του θέματος είναι το απόσπασμα από το σύγγραμμα Phipson on Evidence, 18η Έκδοση, παράγραφος 24.09, στο οποίο γίνεται αναφορά στην υπόθεση Cutts v. Head
(1984), το οποίο παραθέτω αυτούσιο αμέσως πιο κάτω: «(a) Formulation of the principle Written or oral communications which are made for the purpose of a genuine attempt to compromise a dispute between the parties may generally not be admitted in evidence. The policy behind the rule has been described as follows. «It is that parties should be encouraged as far as possible to settle their disputes without resort to litigation and should not be discouraged by the knowledge that anything that is said in the course of such negotiations (and that includes, of course, as much a failure to reply to an offer as an actual reply) may be used to their prejudice in the course of the proceedings. They should . be encouraged fully and frankly to put their cards on the table . the public policy justification, in truth, essentially rests with the desirability of preventing statements or offers made in the course of negotiations for settlement being brought before the Court of trial as admissions on the question of liability» The juridical basis of the rule is part contract and part public policy. In part it depends upon an implied agreement by the parties to the effect that what is said in settlement negotiations will not subsequently be relied upon in court. But it cannot be wholly explained on this basis. The first letter passing between the parties marked "without prejudice" will be protected by without prejudice privilege even though it was unsolicited and thus there cannot be said to be any implied agreement between the parties.» Στο γενικό κανόνα που αποκλείει τη συγκεκριμένη μαρτυρία, έχουν αναγνωρισθεί από τα Δικαστήρια οι ακόλουθες εξαιρέσεις, οι οποίες συνοψίζονται στην απόφαση Unilever v. Procter & Gamble
(2001)1 All E.R. 783: (α) Όταν το επίδικο θέμα είναι κατά πόσο οι επικοινωνίες που έγιναν μεταξύ των μερών, άνευ βλάβης, κατέληξαν σε εξώδικο συμβιβασμό, τότε οι πιο πάνω επικοινωνίες είναι αποδεκτές ως μαρτυρία. (Βλέπετε επίσης Admiral Management Services v. Para-Protect Europe
(2002)F.S.R. 914). (β) Όταν η συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ των μερών, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, θα πρέπει να παραμερισθεί λόγω ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή αθέμιτης συμπεριφοράς. (Βλέπετε επίσης Underwood v. Cox
(1912)4 D.L.R. 66). (γ) Ακόμη και σε περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις δεν καταλήξουν σε εξώδικη διευθέτηση, μια «καθαρή» δήλωση, η οποία γίνεται από το ένα μέρος κατά τις διαπραγματεύσεις και επί της οποίας το άλλο μέρος στηρίζεται και έχει επίδραση στις ενέργειες του, δυνατό να γίνει αποδεκτή ως υπεράσπιση του κωλύματος. (Βλέπετε επίσης Hodgkinson & Corby v. Wards Mobility Services
(1997)E.S.R. 178, 191). (δ) Μαρτυρία ως προς τις διαπραγματεύσεις μπορεί να γίνει δεκτή για να δικαιολογηθεί τυχόν καθυστέρηση ή συγκατάθεση. (Βλέπετε επίσης Family Housing Association (Manchester) v. Michael Hyde & Partners
(1993)1 W.L.R. 516, 518). (ε) Στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει δημόσιο όφελος για να αποκλεισθεί η μαρτυρία. (Βλέπετε επίσης Muller
(1996)1 P.N.L.R. 74). (στ) Όταν οι διαβουλεύσεις γίνονται άνευ βλάβης, αλλά όχι σε σχέση με τα δικηγορικά έξοδα. (Βλέπετε επίσης Calderbank v. Calderbank
(1975)3 All E.R. 333). (η) Σε υποθέσεις που αφορούν ατασθαλίες, για παράδειγμα όταν η επικοινωνία περιλαμβάνει απειλή ή ψευδορκία ή άλλη παράνομη ενέργεια. (Βλέπετε επίσης Ofulue v. Bossert
(2009)UKHL 16). (θ) Σε οικογενειακές υποθέσεις, όταν οι επικοινωνίες έγιναν για σκοπούς επανασύνδεσης του ζευγαριού. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν επικαλείται μια εκ των πιο πάνω εξαιρέσεων, αλλά την εξαίρεση που αναφέρεται στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, του Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, 1η έκδοση, σελίδα 1007 και αφορά «την παραδοχή του εξ΄ αποφάσεως χρεώστη ότι είναι ανίκανος να πληρώσει τα χρέη του.» Η πιο πάνω εξαίρεση, σύμφωνα με το εν λόγω σύγγραμμα, εδράζεται στην απόφαση Re Daintrey, Ex parte Holt (1891-4) All E.R. Rep. 209). Στην υπόθεση Re Daintrey (ανωτέρω), το Δικαστήριο αποφάσισε ότι επιστολή που έφερε την ένδειξη «άνευ βλάβης», έγινε δεκτή ως μαρτυρία καθότι περιλάμβανε δήλωση που υποδηλούσε τη διενέργεια πράξης πτώχευσης. Επισημαίνω ότι η απόφαση Re Daintrey δεν αφορούσε αναγνώριση χρέους ως ήταν η εισήγηση που προβλήθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας. Μελετώντας τη νομολογία που ακολούθησε, διαπιστώνω ότι η απόφαση Re Daintrey (ανωτέρω), δεν έτυχε ευρείας αποδοχής από τα Αγγλικά Δικαστήρια. Σε αριθμό πιο πρόσφατων αποφάσεων ενώ γίνεται αναφορά στην πιο πάνω απόφαση, τα Δικαστήρια δεν υιοθετούν το σκεπτικό επί του οποίου βασίσθηκε, στην ολότητα του. Στην υπόθεση Unilever v. Procter & Gamble
(2001)1 All E.R. 783, o δικαστής Robert Walker L.J., ανέφερε ότι η εν λόγω απόφαση βασίζεται στην κατάχρηση προνομιακής περίπτωσης και ότι η ουσία της υπόθεσης ήταν ότι, «the veil was never there in the first place», ενώ στην Cadle Co v. Hearley
(2002)1 Lloyd' s Rep. 143, αποφασίσθηκε ότι η εξαίρεση στο γενικό κανόνα που διατυπώθηκε στην εν λόγω απόφαση αφορούσε ανεξάρτητα, μη συνδεόμενα μεταξύ τους, γεγονότα και δεν κάλυπτε την περίπτωση δήλωσης που έγινε «άνευ βλάβης», με την οποία αναγνωρίσθηκε το χρέος. Στην υπόθεση Ofulue v. Bossert
(2009)UHHL 16, το Ανώτατο Δικαστήριο διέκρινε την Re Daintrey (ανωτέρω) και αποφάσισε ότι η αναγνώριση του χρέους, σε μια επικοινωνία που γίνεται με επιφύλαξη δικαιωμάτων, δεν είναι το ίδιο με μια δήλωση ότι έλαβε χώρα πράξη πτώχευσης. Η αναφορά περί πράξης πτώχευσης δεν επηρεάζει μόνο το πρόσωπο που έκανε τη δήλωση, αλλά όλους τους πιστωτές. Το αίτημα για κατάθεση της επικοινωνίας που έγινε, άνευ βλάβης, δεν έγινε δεκτό από το Ανώτατο Δικαστήριο. Παραθέτω αυτούσιο το εν λόγω απόσπασμα: «It may well be that the decision in In re Daintrey; Ex p Holt [1893] 2 QB 116 can be distinguished from the present case on this ground as well. An acknowledgment under section 29 operates only as between the parties to and by whom the acknowledgment is made (and their privies), whereas a person's act of bankruptcy has an impact on all the creditors and potential creditors of that person. Although not mentioned in the judgment of Vaughan Williams J, it appears to me that there is therefore a pretty strong case for saying that the public interest in ensuring that an act of bankruptcy can be referred to and acted on as such, should outweigh the public interest in the without prejudice rule being observed.» Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώνω ότι αυτά διαφέρουν από τα γεγονότα της Re Daintrey (ανωτέρω), επί της οποίας εδράζεται το αίτημα της Αιτήτριας. Στην επίδικη επιστολή, Τεκμήριο 1, η Καθ΄ ης η αίτηση πουθενά δεν αναφέρει ότι προέβη σε κάποια πράξη που θα δικαιολογούσε την εκκαθάριση της, κάτι ανάλογο με πράξη πτώχευσης. Πέραν τούτου, παρατηρώ ότι στην εν λόγω επιστολή πουθενά δεν αναφέρεται ότι η Καθ΄ ης η αίτηση δεν είναι σε θέση να εξοφλήσει το ποσό που διεκδικεί από αυτήν η Αιτήτρια, ως ήταν η εισήγηση που προβλήθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας. Το γεγονός ότι η Καθ΄ ης η αίτηση εισηγήθηκε την έκδοση ομολόγου, δεν οδηγεί αυτόματα στο συμπέρασμα ότι αυτή βρίσκεται σε οικονομική δυσπραγία. Η επιστολή, Τεκμήριο 1, αποτελεί μια γνήσια και καλόπιστη προσπάθεια της Καθ΄ ης η αίτηση να διευθετήσει τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ της Αιτήτριας και της ιδίας, εξωδίκως. Σε περίπτωση που το αίτημα γίνει αποδεκτό και επιτραπεί η παρουσίαση του επίδικου εγγράφου, αυτό θα είναι ενάντια στη γενική αρχή και στη δημόσια πολιτική που έχει ως βάση την ενθάρρυνση των διαδίκων, μέσω των δικηγόρων τους, να διευθετούν τις υποθέσεις τους εξωδίκως. Εάν οι επικοινωνίες που ανταλλάσσονται μεταξύ των δικηγόρων, με επιφύλαξη, απωλέσουν την προνομιακή μεταχείριση τους, τότε οι δικηγόροι δεν θα επικοινωνούν μεταξύ τους ελεύθερα, θα αναλογίζονται τη κάθε τους φράση, την κάθε τους λέξη, γεγονός το οποίο θα επηρεάσει αρνητικά την προοπτική εξώδικης διευθέτησης των υποθέσεων. Με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου και καθοδηγούμενη από τα αρχές που παρέθεσα ανωτέρω, καταλήγω ότι η υπό κρίση επιστολή, Τεκμήριο 1, είναι προνομιούχα, δεν εμπίπτει σε μια από τις εξαιρέσεις που παρέθεσα πιο πάνω και κατ΄ επέκταση η κατάθεση της δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. (Υπ.) ................................ Τ. Παρασκευαϊδου- Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο