Σταύρου Σταυρινίδη ν. ΚERMIA LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3436/2017, 18/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3436/2017 Μεταξύ: Σταύρου Σταυρινίδη Ενάγοντα - και -
- ΚERMIA LTD
- KERMIA PROPERTIES & INVESTMENTS LIMITED
- BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 18/05/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Ζ. Νικολάου. Για Εναγόμενους: κ. Π. Πολυβίου με κ. Χρ. Ιωάννου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ο Ενάγοντας αξιώνει από τους Εναγομένους το συνολικό ποσό των €695.411, που αποτελεί τη ζημιά που κατ΄ ισχυρισμό υπέστη λόγω της παράβασης, εκ μέρους των Εναγομένων, της σύμβασης εργοδότησης του. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός, με βάση τα δικόγραφα, ότι ο Ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος της Εναγομένης 1 από το 1983 μέχρι και την αφυπηρέτηση του, το
- Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται οι αξιώσεις του, καταγράφονται στις παραγράφους 21 μέχρι 32 της Έκθεσης Απαίτησης, τις οποίες παραθέτω αυτούσιες: «
- Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας εργοδότησης του Ενάγοντα ότι με την αφυπηρέτηση του, θα του παραχωρούσαν το εταιρικό αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσε πληρώνοντας το 75% της εκτιμημένης αξίας του. O Ενάγοντας τα τελευταία 9 χρόνια πριν από την αφυπηρέτηση του χρησιμοποιούσε το εταιρικό αυτοκίνητο μάρκας MERCEDES E220CDΙ με αριθμούς εγγραφής [ ], του οποίου η αξία εκτιμήθηκε από τους εναγομένους στις 11000 Ευρώ, αυθαίρετα και χωρίς να προβούν σε οποιαδήποτε έρευνα και/ή να διορίσουν ανεξάρτητο εκτιμητή για να καθορίσει την αξία του. O Ενάγοντας διαφώνησε πλήρως με την εκτίμηση της αξίας του εν λόγω αυτοκινήτου και στην απαίτηση των εναγομένων για πληρωμή του ποσού των 8250 Ευρώ για την αγορά του και προέβη σε δική του έρευνα και εκτίμηση η οποία κατέδειξε ότι η πραγματική τιμή του αυτοκινήτου ήταν 8000 Ευρώ, γεγονός που επαληθεύτηκε με την τελική τιμή πώλησης (8100 ευρώ) και κατά συνέπεια το ποσό που θα έπρεπε να πληρώσει για την αγορά του θα έπρεπε να ήταν 6000 Ευρώ. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του Ενάγοντα για να διεξαχθεί μια αντικειμενική εκτίμηση αμοιβαία αποδεκτή και από τις δύο πλευρές οι Εναγόμενοι επέμεναν στην δική τους εκτίμηση, αναγκάζοντας τον ενάγοντα να μη προχωρήσει με την αγορά του αυτοκινήτου και να ζημιώσει 2250 Ευρώ τα οποία διεκδικεί με την παρούσα αγωγή.
- O Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι μειώσεις που έχει υποστεί στον μισθό του και η μη παραχώρηση των αυξήσεων/προσαυξήσεων που αναφέρονται ανωτέρω έγιναν μονομερώς από τους Εναγομένους χωρίς την δική του αποδοχή και συγκατάθεση κατά παράβαση της σύμβασης εργοδότησης του και των συμφωνηθέντων μεταξύ τους.
- O Ενάγοντας ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ουδέποτε απεμπόλησε και/ή παραιτήθηκε του δικαιώματος του για διεκδίκηση των παρανόμως και άνευ νομίμου δικαιώματος αποκοπών που του έγιναν, όπως και της μη παραχώρησης των αυξήσεων/προσαυξήσεων που συμφωνήθηκε να λαμβάνει και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ως προς τα γεγονότα της παρούσης αγωγής προέβαινε συνεχώς και αδιαλείπτως σε οχλήσεις προς τους Ενάγοντες για την ικανοποίηση των αξιώσεων του πλην όμως ουδέποτε αυτές έχουν ικανοποιηθεί μέχρι καταχωρήσεως της παρούσης αγωγής. (Ο Ενάγοντας επιφυλάσσει το δικαίωμα του να παρουσιάσει κατά την δικάσιμο επιστολές και έγγραφα τόσο του ιδίου όσο και μέσω του δικηγόρου του με τα οποία διεκδικούσε όλα τα αξιούμενα με την παρούσα αγωγή.).
- Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται περαιτέρω ότι με την παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά των Εναγομένων έχει υποστεί ζημιά την οποία αναλύει κατωτέρω και την οποία αξιώνει με την παρούσα αγωγή.
- Ο Ενάγοντας λαμβανομένου υπόψη ότι το σύνολο των αυξήσεων/προσαυξήσεων που έλαβε από το 2005 μέχρι το 2011 ήταν 5% και ότι πέραν της σημαντικής ζημιάς που έχει υποστεί από το γεγονός ότι το 2012 δεν δόθηκε καμία αύξηση και από την 01/10/2012 μέχρι την 30/05/2013, υπήρξε μείωση στις απολαβές του κατά 10% και από την 01/06/2013 μέχρι 31/12/2016 μείωση κατά 24%, έχει υποστεί επιπρόσθετη συνολική ζημιά για τα έτη από το 2005 μέχρι το 2017 ποσού 430,358 Ευρώ το οποίο αξιώνει με την παρούσα αγωγή.
- O Ενάγοντας, λόγω της αμέσως πιο πάνω αναφερομένης μείωσης των απολαβών του, έχει υποστεί περαιτέρω ζημιά και στο ταμείο προνοίας του, λόγω των μειωμένων συνεισφορών που πληρώνονταν το εν λόγω ταμείο προς όφελος του Ενάγοντα. Για όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα χρόνια από το 2005 μέχρι το 2017 η ζημιά του Ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των 64554 Ευρώ, το οποίο αξιώνει με την παρούσα αγωγή.
- O Ενάγοντας έχει απωλέσει επίσης ποσό 182114 Ευρώ το οποίο θα λάμβανε από του τόκους των χρημάτων που οι Εναγόμενοι παράνομα, αντισυμβατικά και άνευ νομίμου δικαιώματος απέκοψαν από τις απολαβές του και το οποίο αξιώνει με την παρούσα αγωγή.
- Ο Ενάγοντας συνακόλουθα με την παράγραφο 19 ανωτέρω, απώλεσε ποσό 6262 για 22 μέρες άδεια που δεν του πληρώθηκαν από τους Εναγομένους και το οποίο αξιώνει με την παρούσα αγωγή.
- Ο Ενάγοντας συνακόλουθα με την παράγραφο 20 ανωτέρω, απώλεσε ποσό 5539 για επιπρόσθετες υπηρεσίες που προσέφερε και δεν του πληρώθηκε από τους εναγομένους και το οποίο αξιώνει με την παρούσα αγωγή.
- Ήταν όρος της σύμβασης εργοδότησης και/ή πρακτική να λαμβάνει ο Ενάγοντας από τους εναγομένους 2734 Ευρώ ετησίως για δύο αεροπορικά εισιτήρια στην Αγγλία και για επιδόματα παραστάσεως. Κατά το έτος 2016 οι εναγόμενοι δεν πλήρωσαν στον ενάγοντα το ποσό αυτό των 2734 Ευρώ το οποίο αξιώνει με την παρούσα αγωγή.
- O Ενάγοντας κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2015 και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2016 κατόπιν οδηγιών του Εναγομένου 1 προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Διαχειριστική Επιτροπή του Μεγάρου ΚΕΡΜΙΑ στην Λευκωσία και είχε συμφωνηθεί όπως του καταβληθεί το ποσό των 1500 Ευρώ ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του αυτές, πλην όμως οι Ενάγοντες ουδέποτε πλήρωσαν το εν λόγω ποσό το οποίο ο Ενάγοντας αξιώνει με την παρούσα αγωγή.
- O ενάγοντας συνακόλουθα με την παράγραφο 21 ανωτέρω, απώλεσε ποσό 2350 λόγω αδικαιολόγητης, αυθαίρετης και μονομερούς υπερεκτίμησης του εταιρικού αυτοκινήτου που ήθελαν να πωλήσουν οι Εναγόμενοι στον Ενάγοντα και το οποίο αξιώνει με την παρούσα αγωγή.» Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση, με την οποία εγείρουν θέμα δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, προβάλλουν τη θέση ότι η παρούσα διαφορά αποτελεί εργατική διαφορά και το παρόν Δικαστήριο δεν κέκτηται καθ΄ ύλην δικαιοδοσία να την εκδικάσει καθότι αυτή εμπίπτει στην ειδική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Αμφότερα τα μέρη συμφώνησαν όπως το θέμα της δικαιοδοσίας ακουσθεί και αποφασισθεί προδικαστικά, στη βάση των γεγονότων που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων, επικαλούμενος τις πρόνοιες του άρθρου 12
(1)(ε) του περί Ετησίων Αδειών μετά Απολαβών Νόμου του 1967, ως έχει τροποποιηθεί, εισηγήθηκε ότι όλες οι αξιώσεις που εγείρονται στην Έκθεση Απαίτησης πηγάζουν από τη σύμβαση εργασίας και κατ΄ επέκταση αποκλειστική δικαιοδοσία για εκδίκαση των διαφορών έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα ενώ αναγνώρισε ότι όλες οι αξιώσεις πηγάζουν από τη σύμβαση εργασίας, εισηγήθηκε ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Προς υποστήριξη της θέσης του επικαλέσθηκε τις πρόνοιες του άρθρου 30 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, ως έχει τροποποιηθεί και κάλεσε το Δικαστήριο να τις εφαρμόσει «mutatis - mutandis», ως ανέφερε χαρακτηριστικά και στην υπό κρίση περίπτωση. Η Διάταξη 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δίδει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδικάσει προκαταρκτικά ένα νομικό σημείο. Οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων συνοψίζονται στην απόφαση, Ιωάννης Νικόλα X"Oικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 919. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα». Νομικό σημείο μπορεί να δικασθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μόνο στη βάση ξεκάθαρου και παραδεκτού πραγματικού υποβάθρου. (Βλέπετε σχετικά Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 225). Στην υπό κρίση υπόθεση το νομικό σημείο που εγείρεται είναι αυτό της δικαιοδοσίας. Το σημείο αυτό μπορεί να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, χωρίς καν να εγερθεί από τα μέρη, με πρωτοβουλία του ιδίου του Δικαστηρίου. (Βλέπετε σχετικά Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Π.Ε. 9388, ημερομηνίας 5.11.97). Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η Έκθεση Απαίτηση. (Βλέπετε σχετικά Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and Others
(1989)1(E) A.A.Δ. 729). Η υπό κρίση υπόθεση αφορά εργατική διαφορά. Το άρθρο 12 του περί Ετησίων Αδειών μετά Απολαβών Νόμου του 1967, ως τροποποιήθηκε, καθορίζει τις διαφορές που εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Σε αυτές περιλαμβάνονται αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας. Παραθέτω το σχετικό άρθρο αυτούσιο, για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «
(1)Καθιδρύεται Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι Νόμω καλούμενον "Το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών") εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθων διαφορών: ................................. (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση» Το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, εξετάστηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Elbee Ltd
(1999)1(A) A.Α.Δ. 149, τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Οι εφεσίβλητοι (ενάγοντες) διεκδικούσαν με ξεχωριστές αγωγές που καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο, μισθούς, αναλογία ετήσιας άδειας και πληρωμή για αργίες. Κρίθηκε ότι αποκλειστική δικαιοδοσία για τα θέματα αυτά είχε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αμέσως πιο κάτω: «Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών καθιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67, όπως τροποποιήθηκε). Στο άρθρο 12 του Νόμου εκείνου, (όπως τροποποιήθηκε ειδικά από το Ν. 5/73) προσδιορίζεται το εύρος της δικαιοδοσίας του. Εντάσσονται σ΄αυτή μεταξύ άλλων και εργατικές διαφορές που παραπέμπονται σ΄αυτό δυνάμει ρητής διάταξης άλλου Νόμου ή Κανονισμού. Με την παράλληλη πρόνοια του άρθρου 30 του Ν.24/67 (όπως τροποποιήθηκε ειδικά από το Ν.6/73) εντάσσονται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών εργατικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του ή και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του. Μετά την έκδοση της απόφασης στην Τάκης Ζαβρού ν. Ανδρέας Χαραλάμπους (ανωτέρω) θεσπίστηκε ο περί Ετησίων Αδειών μετ΄Απολαβών (Τροποποιητικός) Νόμος του 1996 Ν. 79(Ι)/96). Το άρθρο 12 τροποποιήθηκε με την προσθήκη νέας παραγράφου, της (ε). Στην έκταση που είναι σχετικό, το άρθρο διαβάζεται τώρα ως εξής: "Καθιδρύεται Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι Νόμω καλούμενον "Το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών") εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθων διαφορών: .................................. .................................................. ............... "(ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση." Όπως ορίζει ο Νόμος, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών για τα θέματα που προσδιορίζονται, είναι αποκλειστική. (Βλ. συναφώς Στυλιανίδης ν. British American Ins. (ανωτέρω). Η αξίωση των εφεσιβλήτων σαφώς καλύπτεται από την παράγραφο (ε) του άρθρου 12, η οποία ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συνεπώς, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας.» Κατά την ακροαματική διαδικασία αμφότεροι οι συνήγοροι, αναφέρθηκαν στην απόφαση Toni & Guy Limassol Ltd κ.ά. ν. Κυριάκου Θεοδώρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 496. Ο κ. Πολυβίου εκ μέρους των Εναγομένων, εισηγήθηκε ότι τα γεγονότα της πιο πάνω απόφασης διαφέρουν από τα γεγονότα της παρούσας και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής, ενώ ο κ. Νικολάου εκ μέρους του Ενάγοντα, εισηγήθηκε ότι η εν λόγω απόφαση τυγχάνει εφαρμογής και το σκεπτικό της θα πρέπει να υιοθετηθεί από το παρόν Δικαστήριο. Στην υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd κ.ά. (ανωτέρω), ο εφεσίβλητος ήταν μαθητευόμενος κομμωτής, στο κομμωτήριο των εφεσειόντων. Σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας που υπογράφηκε μεταξύ τους, οι εφεσείοντες θα επωμίζονταν τα δίδακτρα για την εκπαίδευση του εφεσίβλητου, νοουμένου ότι αυτός θα παρέμενε στην υπηρεσία τους, για ένα τουλάχιστο χρόνο. Σε περίπτωση που ο εφεσίβλητος παραιτείτο από την εργασία του πριν τη λήξη του ενός έτους, θα έπρεπε να πληρώσει τα δίδακτρα στους εφεσείοντες. Ο εφεσίβλητος παραιτήθηκε από την εργασία του πριν τη λήξη του έτους και οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο διεκδικώντας το ποσό που κατέβαλαν ως δίδακτρα. Το Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω αξίωση ενέπιπτε στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Η πιο πάνω απόφαση ανατράπηκε κατ΄ έφεση και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο για εκδίκαση. Κρίθηκε ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εφεσειόντων «.πηγάζει από την κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία των μερών στην περίπτωση τερματισμού της σύμβασης εργασίας από τον εφεσίβλητο και δεν βασίζεται ούτε και εγείρεται από την ίδια τη σύμβαση εργασίας.». Τα γεγονότα της απόφασης Toni & Guy Limassol Ltd κ.ά. (ανωτέρω), διακρίνονται από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καθότι ως ανέφερα και πιο πάνω, αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι όλες οι αξιώσεις στην παρούσα υπόθεση αφορούν τη συμφωνία εργοδότησης του Ενάγοντα και δεν σχετίζονται με οποιοδήποτε τρόπο με «τερματισμό απασχόλησης». Παρενθετικά αναφέρω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν εγείρεται καν θέμα τερματισμού απασχόλησης. Το επόμενο θέμα που θα με απασχολήσει, είναι η εισήγηση του κ. Νικολάου, η οποία βασίζεται σε προσωπική του άποψη, ότι το παρόν Δικαστήριο έχει παράλληλη δικαιοδοσία με το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να εκδικάσει την υπό κρίση αξίωση. Προς επίρρωση της θέσης του, επικαλέσθηκε το άρθρο 30 του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, ως έχει τροποποιηθεί. Το άρθρο 30 δίδει στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο σε περίπτωση που η αξίωση του υπερβαίνει την αποζημίωση που δικαιούται να επιδικάσει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου, με βάση τις πιο πάνω διατάξεις, είναι συγκεκριμένη και περιορίζεται σε αξιώσεις που εδράζονται στον τερματισμό της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου. Ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος του 1967, ως έχει τροποποιηθεί, προνοεί για τα δικαιώματα των εργοδοτουμένων σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης τους και δεν επεκτείνεται σε άλλα δικαιώματα που πιθανόν να έχει ένας εργοδοτούμενος έναντι του εργοδότη του. Ως ανέφερα και στην εισαγωγή της απόφασης μου, αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι όλες οι αξιώσεις του Ενάγοντα έχουν ως βάση τη σύμβαση εργοδότησης του. Με βάση το άρθρο 12
(1)(ε) του περί Ετησίων Αδειών μετά Απολαβών Νόμου του 1967, αποκλειστική δικαιοδοσία για τέτοιας φύσης αξιώσεις έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο να αποκλίνει από τις πιο πάνω νομικές διατάξεις, οι οποίες είναι ρητές και σαφείς. (Βλέπετε Κωνσταντίνου ν. Αντωνιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 120). Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του Νόμου, ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμη πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη. (Βλέπετε Νικολάου ν. Total Properties
(2011)1 Α.Α.Δ. 1358). Εάν πρόθεση του νομοθέτη ήταν για τις αξιώσεις που έχουν ως βάση τη σύμβαση εργοδότησης, να έχει δικαιοδοσία και το Επαρχιακό Δικαστήριο, θα υπήρχε ρητή πρόνοια περί τούτου. Τέτοια πρόνοια όμως δεν περιλαμβάνεται στο πιο πάνω Νόμο ή σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο. Συνοψίζοντας θα ήθελα να τονίσω ότι όλες οι επίδικες αξιώσεις αφορούν δικαιώματα που αποκρυσταλλώθηκαν διαρκούσης της εργοδότησης του Ενάγοντα, έχουν ως βάση τη σύμβαση εργοδότησης του και δεν σχετίζονται με οποιοδήποτε τρόπο με τερματισμό απασχόλησης. Καταλήγω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Η αγωγή αναστέλλεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο