← Κύπρος

Astrobank Public Company Limited ν. Γεώργιου Οικονόμου, Αρ. Αγωγής 3554/2017, 28/3/2023

Astrobank Public Company Limited ν. Γεώργιου Οικονόμου, Αρ. Αγωγής 3554/2017, 28/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Α.Ε.Δ Αρ. Αγωγής 3554/2017 Μεταξύ: Astrobank Limited Εναγόντων και Γεώργιου Οικονόμου Εναγόμενου Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει ειδοποίησης αντικατάστασης ημερομηνίας 12.12.2020 Μεταξύ: Astrobank Public Company Limited Εναγόντων και Γεώργιου Οικονόμου Εναγόμενου Ημερομηνία: 28 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Χρ. Στρόππος Για τον Εναγόμενο: κα. Ε. Πουλλά -Μακαρούνα ΑΠΟΦΑΣΗ Μη αμφισβητούμενα γεγονότα Κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, η Euroinvestment & Finance Limited ήταν εταιρεία περιορισμένης νομίμως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών με έδρα τη Λευκωσία. Η Euroinvestment & Finance Limited διεξήγαγε κατόπιν άδειας της Κεντρικής Τράπεζας από το 1997, εργασίες παροχής χρηματοδότησης, πιστωτικών διευκολύνσεων και εργασίες χρηματοδότησης επενδύσεων σε κινητές αξίες (βλέπε Τεκμήριο 1). Στις 21.7.2005 η εν λόγω εταιρεία άλλαξε το όνομα της (βλέπε Τεκμήριο 2) σε Euroinvestment & Finance Public Limited (στο εξής η «Euroivnestment»). Στις 17.10.2008 υπογράφθηκε συμφωνία μεταξύ της Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ και της Euroinvestment με βάση την οποία η Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ εξαγόρασε το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της Euroinvestment, τις τραπεζικές της εργασίες, καθώς και όλες τις εργασίες της, με εξαίρεση τη συμμετοχή της εταιρείας στην Φιλοκτηματική Δημόσια Λτδ και οποιεσδήποτε φορολογικές υποχρεώσεις συνδέονταν άμεσα με την πιο πάνω συμμετοχή (βλέπε Τεκμήριο 3). Ο χρόνος ισχύος και ολοκλήρωσης της μεταβίβασης του ενεργητικού και παθητικού της Euroinvestment στην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λιμιτεδ ήταν η 5.12.2008 και από αυτή την ημερομηνία όλη η επιχειρηματική δραστηριότητα και λειτουργία της Euroinvestment, περιλαμβανομένων των δανείων, μεταβιβάστηκαν και εκχωρήθηκαν στην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (σχετικό το Τεκμήριο 4). Σχετική γνωστοποίηση του Εφόρου Εταιρειών δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας με βάση τις πρόνοιες του Ν. 64(Ι)/1997 στις 13.2.2009 (βλέπε Τεκμήριο 5). Στη βάση της πιο πάνω συμφωνίας, η Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ είχε δικαίωμα να υποκατασταθεί στα δικαιώματα της Euroinvestment και να προχωρήσει στην καταχώρηση αγωγών ενώπιον του Δικαστηρίου για οφειλές που εκκρεμούσαν προς την Euroinvestment μέχρι την 5.12.

  1. Στις 30.3.2017 η Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ δυνάμει Ειδικού Ψηφίσματος, το οποίο καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών, προέβη σε αλλαγή ονόματος σε Astrobank Limited, Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή (βλέπε Τεκμήριο 6). Ακολούθως, στις 10.1.2020 η Astobank Limited προέβη σε αλλαγή ονόματος σε Astrobank Public Company Limited (βλέπε Τεκμήριο 7). Κατόπιν αίτησης του Εναγόμενου, την 1.12.1995 υπογράφθηκε Συμφωνία Χρηματοδότησης Επενδυτικού Σχεδίου (στο εξής η «Συμφωνία ημερομηνίας 1.12.1995) στο πλαίσιο της οποίας ο Εναγόμενος συμφώνησε με την Euroinvestment & Merchant Finance Ltd (στο εξής η «Merchant»), όπως συμμετάσχει στο Επενδυτικό Σχέδιο της Merchant και τύχει χρηματοδότησης από αυτήν (βλέπε Τεκμήρια 10 και 11). Σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας ημερομηνίας 1.12.1995, η Merchant παραχώρησε στον Εναγόμενο πιστωτικές διευκολύνσεις με αρχικό όριο σε λογαριασμό ποσού Λ.Κ. 15,000, προς το σκοπό αγοράς και πώλησης κινητών αξιών που ήταν εγγεγραμμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου μέσω αδειούχων χρηματιστηριακών γραφείων. Με βάση τους όρους της Συμφωνίας ημερομηνίας 1.12.1995, οι πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στον Εναγόμενο θα υπόκειντο στην απόλυτη κρίση της Merchant. Οι χορηγούμενες διευκολύνσεις θα επιβαρύνονταν με τόκο προς 9% ετησίως ή με το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρεπόταν με βάση την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, ο τόκος κεφαλαιοποιούμενος την 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Επίσης, η Merchant δικαιούτο οποτεδήποτε, χωρίς προειδοποίηση προς τον Εναγόμενο, με απλή ειδοποίηση, να τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού και να καταστήσει απαιτητές και πληρωτέες οποιεσδήποτε διευκολύνσεις παραχωρήθηκαν προς αυτόν. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων του στο πλαίσιο της Συμφωνίας ημερομηνίας 1.12.1995, ο Εναγόμενος υποχρεούτο να καταθέσει στο λογαριασμό μετρητά και/ή να μεταβιβάσει στην Merchant ή σε θυγατρική της εταιρεία, μετοχές και/ή χρεόγραφα της απολύτου εγκρίσεως της Merchant ίσα σε αξία προς το 80% του ύψους του εκάστοτε εγκεκριμένου ορίου. Τέλος, η Merchant δικαιούτο από καιρού εις καιρόν να απαιτεί από τον Εναγόμενο να αυξήσει τις αξίες εξασφάλισης και/ή να καταθέσει πρόσθετο ποσό μετρητών έτσι ώστε να διατηρείται η καθοριζόμενη αναλογία μεταξύ των υποχρεώσεων και εξασφαλίσεων του προς αυτήν. Με βάση τη Συμφωνία ημερομηνίας 1.12.1995, η Merchant άνοιξε στο όνομα του Εναγόμενου το λογαριασμό Α0080, όπου γίνονταν χρεώσεις και πιστώσεις ανάλογα με την αγορά και πώληση κινητών αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου εκ μέρους του Εναγόμενου. Με πληρεξούσιο έγγραφο ο Εναγόμενος διόρισε την CLR Stockbokers (στο εξής η «CLR») ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του ώστε εξ ονόματος και για λογαριασμό του, μεταξύ άλλων, αγοράζουν, πωλούν, συναλλάσσονται οποιεσδήποτε κινητές αξίες που ήταν εγγεγραμμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και τις μεταβιβάζουν στο όνομά του ως εξασφάλιση. Κατά ή περί την 9.8.1995 η Euroinvestment αγόρασε ολόκληρο το εκδομένο μετοχικό κεφάλαιο της Merchant και στις 31.12.1995 αγόρασε και μεταβίβασε ολόκληρο το ενεργητικό της, ενώ στις 7.2.1996 μετονομάστηκε σε EMF Investors Ltd. Την 1.12.1996, κατόπιν αίτησης του Εναγόμενου, υπογράφθηκε Συμφωνία Χρηματοδότησης Επενδυτικού Σχεδίου (στο εξής η «Δεύτερη Συμφωνία Χρηματοδότησης») και στο πλαίσιο αυτό ο Εναγόμενος συμφώνησε με την Euroinvestment όπως συμμετάσχει στο Επενδυτικό της Σχέδιο και τύχει χρηματοδότησης από αυτήν (βλέπε Τεκμήρια 12 και 13). Η Δεύτερη Συμφωνία Χρηματοδότησης, προέβλεπε ότι η Euroinvestment θα παρέχει στον Εναγόμενο από καιρού εις καιρό δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις μέχρι συνολικού ύψους το οποίο θα καθορίζεται από την Euroinvestment, νοουμένου ότι τα δάνεια και/ή διευκολύνσεις θα χρησιμοποιούνται για αγορά μετόχων και/ή άλλων αξιών μέσω του χρηματιστή, ήτοι της CLR. Για τις παρεχόμενες διευκολύνσεις θα ανοιγόταν λογαριασμός στο όνομα του Εναγόμενου ο οποίο θα χρεωνόταν με ποσοστό από 0.5-2% επί του ορίου ως έξοδα διαχείρισης. Ο λογαριασμός θα χρεωνόταν με τα ποσά τα οποία χορηγούνταν στον Εναγόμενο, τα οποία και θα επιβαρύνονταν με τόκο προς 9% ετησίως. Ο τόκος θα υπολογιζόταν επί των ημερήσιων υπολοίπων, με κεφαλαιοποίηση την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Επιπλέον, ο λογαριασμός θα χρεωνόταν με 0.75% δικαίωμα πάνω στη συνολική κίνηση του λογαριασμού που θα δημιουργείτο για τη χρηματοδότηση του σχεδίου, ενώ θα χρεωνόταν με οποιαδήποτε άλλα ποσά περιλαμβανομένων αρχικών ή άλλων δικαιωμάτων, εξόδων, δαπανών και χαρτοσήμων, τα οποία ο Εναγόμενος υποχρεούτο να πληρώσει με βάση τους όρους της Συμφωνίας. H Εuroinvestment δικαιούτο οποτεδήποτε, χωρίς προειδοποίηση προς τον Εναγόμενο, με απλή ειδοποίηση προς αυτόν, να τερματίσει την λειτουργία του λογαριασμού και να καταστήσει απαιτητές οποιεσδήποτε διευκολύνσεις παραχωρήθηκαν σε αυτόν και πληρωτέες αμέσως. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγόμενου δυνάμει της Δεύτερης Συμφωνίας Χρηματοδότησης, ο Εναγόμενος υποχρεούτο να καταθέσει στο λογαριασμό μετρητά ή/και να μεταβιβάσει στην Euroivestment ή σε θυγατρική της εταιρεία, μετοχές ή/και χρεόγραφα της απολύτου εγκρίσεως της Euroinvestment ίσα σε αξία προς το 80% του ύψους του εκάστοτε εγκεκριμένου ορίου. Περαιτέρω, η Euroinvestment θα δικαιούτο από καιρού εις καιρό να απαιτεί από τον Εναγόμενο να αυξήσει τις αξίες εξασφάλισης ή/και να καταθέσει πρόσθετο ποσόν μετρητών για σκοπούς διατήρησης της αναλογίας υποχρεώσεων και εξασφαλίσεων του προς αυτήν. Με βάση τη Δεύτερη Συμφωνία Χρηματοδότησης, η Euroinvestment παραχώρησε στον Εναγόμενο πιστωτικές διευκολύνσεις με αρχικό όριο Λ.Κ.15,000 στο λογαριασμό με αρ. Α0080, προς το σκοπό αγοράς και πώλησης κινητών αξιών που ήταν εγγεγραμμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου μέσω αδειούχων χρηματιστηριακών γραφείων. Στο πλαίσιο της Δεύτερης Συμφωνίας Χρηματοδότησης ο Εναγόμενος πραγματοποίησε μέσω της CLR αγοραπωλησίες κινητών αξιών που ήταν εισηγμένες στο Χ.Α.Κ. και απέσυρε από το λογαριασμό μεγάλα χρηματικά ποσά ως κέρδη. Με επιστολή της ημερομηνίας 12.9.2001 (μέρος του Τεκμηρίου 17) προς τον Εναγόμενο, η Euroinvestment τον ενημέρωσε πως το υπόλοιπο του λογαριασμού του εξακολουθούσε να μην εμπίπτει εντός του ορίου του και να παρουσιάζει έλλειμμα καθότι η αξία του χαρτοφυλακίου του δεν κάλυπτε το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Με την ίδια επιστολή ζητείτο από τον Εναγόμενο να διευθετήσει συνάντηση με λειτουργό της εταιρείας καθότι σε αντίθετη περίπτωση θα λαμβάνονταν τα αναγκαία μέτρα εναντίον του. Με επιστολή της προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 8.1.2002 (επίσης μέρος του Τεκμηρίου 17), η Euroinvestment του ζήτησε την άμεση διευθέτηση του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του εκ Λ.Κ. 33.652,
  2. Επιστολές προς το σκοπό διευθέτησης του υπολοίπου στάληκαν από την Euroinvestment και στις 22.11.2002, 30.5.2003 και 23.6.2003 (βλέπε Τεκμήριο 17). Προς απάντηση των πιο πάνω επιστολών, ο Εναγόμενος απέστειλε προς την Euroinvestment δυο επιστολές ημερομηνίας 24.9.2001 και 25.9.2001 (βλέπε Τεκμήριο 18). Στην επιστολή ημερομηνίας 24.9.2001 απολογείτο για την μη ικανοποιητική κατάσταση του λογαριασμού του και ζητούσε πίστωση χρόνου για την τακτοποίηση του, ενώ με την επιστολή ημερομηνίας 25.9.2001 ανέφερε πως είχε συμφωνήσει όπως στο τέλος κάθε μήνα, αρχής γενομένης τον Οκτώβριο του 2001, θα κατέθετε το ποσό των Λ.Κ. 300 μηνιαίως. Με επιστολή των δικηγόρων της Euroinvestment ημερομηνίας 27.6.2003 (Τεκμήριο 19), ο Εναγόμενος καλείτο να πληρώσει το ποσό των Λ.Κ. 37.066,37 πλέον τόκους και πληροφορείτο πως σε αντίθετη περίπτωση, θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον του. Με επιστολή των δικηγόρων της Euroinvestment προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 16.7.2003, τερματίστηκαν οι δυο επίδικες συμφωνίες. Οι Ενάγοντες είχαν καταχωρήσει εναντίον του Εναγόμενου τις αγωγές του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αρ. 7321/2003 και αργότερα με αρ. 1740/2008, με τις οποίες αξίωναν ως οφειλόμενο το υπόλοιπο του λογαριασμού του, οι οποίες δεν προωθήθηκαν λόγω μη επίδοσης τους στον Εναγόμενο. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν μη αμφισβητούμενα γεγονότα (είτε στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των δύο πλευρών είτε στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας) και ως τέτοια καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Με την παρούσα αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν από τον Εναγόμενο τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Απόφαση για το ποσό των €82.831,60 ως οφειλόμενο ποσό δυνάμει των δυο συμφωνιών χρηματοδότησης και/ή ως υπόλοιπο αναγνωρισμένου λογαριασμού και/ή ως αποζημιώσεις και/ή άλλως πως. Β. Απόφαση για το ποσό των €101.264,42 ως τόκους μέχρι 24.9.2017, πλέον τόκο προς 10,5% ετησίως επί του ποσού των €82.831,60 από 25.9.2017 μέχρι εξοφλήσεως. Γ. Διαζευκτικά προς τα πιο πάνω, απόφαση για καταβολή προς τους Ενάγοντες των ως άνω ποσών, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που αυτά καταβλήθηκαν στον Εναγόμενο μέχρι πλήρους εξόφλησης ως αποκατάσταση και/ή αποζημίωση για όφελος που προσπορίστηκε άνευ χαριστικής αιτίας και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως money had and received. Ο Εναγόμενος καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση προβάλλοντας διάφορες θέσεις. Καταρχάς, προβάλλει πως η οποιαδήποτε απαίτηση των Εναγόντων έχει παραγραφεί και οι Ενάγοντες και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο δεν νομιμοποιείται στην είσπραξη αυτού. Περαιτέρω, αρνείται ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται στις αξιούμενες θεραπείες και ισχυρίζεται ότι τα ποσά που ζητούνται προκύπτουν ως αποτέλεσμα κεφαλαιοποιήσεων τόκων και/ή παράνομων χρεώσεων. Αναφορικά με την υπογραφή της Συμφωνίας ημερομηνία 1.12.1995, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε και/ή υποχρεώθηκε και/ή δέχθηκε αθέμιτη επιρροή από την Merchant προκειμένου να την υπογράψει για να συμμετάσχει στο Επενδυτικό Σχέδιο για λόγους που αφορούσαν την εν λόγω εταιρεία. Τόσο η αίτηση όσο και η συμφωνία παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων ετοιμάστηκαν από την Merchant, και υπογράφθηκαν από τον Εναγόμενο, χωρίς να προηγηθεί διαπραγμάτευση, ενώ όροι επιβλήθηκαν αυθαίρετα και καταχρηστικά. Ο Εναγόμενος υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο προς την CLR κατόπιν συνεννόησης με την Merchant. Οι όροι του πληρεξουσίου τέθηκαν παράνομα και χωρίς διαπραγμάτευση. Ανάλογοι ισχυρισμοί περί εξαναγκασμού και αθέμιτης επιρροής προβάλλονται και σε σχέση με την υπογραφή της Δεύτερης Συμφωνίας Χρηματοδότησης, σε σχέση με την οποία, επίσης, προβάλλεται πως περιέχει καταχρηστικές ρήτρες και/ή όρους που αντίκεινται στις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του Συντάγματος, Ευρωπαϊκών Οδηγιών για την προστασία των Καταναλωτών και άλλων νομοθεσιών. Αποτελεί θέση του Εναγόμενου ότι τόσο η CLR όσο και η Merchant ενήργησαν πέραν των συμφωνηθέντων και/ή πέραν των συναλλακτικών ηθών και/ή της καλής πίστης με αποτέλεσμα αυτός να υποστεί ζημιές και οι Ενάγοντες να ισχυρίζονται ότι τους οφείλει τα διεκδικούμενα ποσά. Ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό και πως οι Ενάγοντες και/ή η Merchant και/ή Euroinvestment και/ή η CLR προέβαιναν σε αγοραπωλησίες κινητών αξιών υπερβαίνοντας το περιθώριο του ορίου του λογαριασμού. Είναι, επίσης, η θέση της υπεράσπισης ότι οι Ενάγοντες και/ή η Merchant και/ή Euroinvestment και/ή η CLR δεν συμμορφώθηκαν με τις απαιτήσεις της κείμενης νομοθεσίας σχετικά με τις εργασίες και τις πράξεις τους και πως συνεπεία των παράνομων πράξεων τους και/ή του δόλου και/ή της απάτης και/ή των ψευδών παραστάσεων και/ή της παράβασης επαγγελματικού καθήκοντος από μέρους τους, είναι υπόχρεοι σε πληρωμή αποζημιώσεων σε αυτόν. Στη βάση των ισχυρισμών που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης, ο Εναγόμενος ανταπαιτεί τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Απόφαση ότι οι δυο συμφωνίες είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες και/ή παράνομες καθότι καταρτίστηκαν κατά παράβαση της Συνθήκης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, των Ευρωπαϊκών Οδηγιών και Κανονισμών, του Συντάγματος και άλλων σχετικών Νόμων και κατόπιν δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων και/ή λόγω παράβασης επαγγελματικού καθήκοντος και/ή σύγκρουσης συμφερόντων και/ή κατά παράβαση των συναλλακτικών ηθών που άσκησαν οι Ενάγοντες εις βάρος του. Β. Απόφαση ότι η Merchant και/ή οι Ενάγοντες ενήργησαν κατά τρόπο παράνομο και οι οποιεσδήποτε παράνομες χρεώσεις θα πρέπει να αφαιρεθούν από το οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό. Γ. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τις παράνομες ενέργειες και συμπεριφορά και/ή κατάχρηση εξουσίας και/ή παράβαση καθήκοντος και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού της Merchant και/ή των Εναγόντων σε βάρος του. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, οι Ενάγοντες αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου καθώς επίσης τις αξιώσεις που προβάλλει και ισχυρίζονται ότι ενήργησαν με βάση τους όρους των συμφωνιών και/ή της κείμενης νομοθεσίας και/ή των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας και όλες οι ενέργειες τους ήταν νόμιμες και έγκυρες. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε όλα τα αναγκαία έγγραφα με την ελεύθερη του βούληση και χωρίς οποιοδήποτε εξαναγκασμό, εν πλήρη γνώση των υποχρεώσεων του. Αναφορικά με το ζήτημα της παραγραφής, προβάλλουν ότι η απαίτηση τους δεν έχει παραγραφεί και νομιμοποιούνται να αξιώνουν τα ποσά που διεκδικούν, κάνοντας αναφορά στην καταχώρηση των δυο προγενέστερων αγωγών πριν από την καταχώρηση της παρούσας. Με διαταγή του Δικαστηρίου και στη βάση της σύμφωνης γνώμης των δυο πλευρών, η Αγωγή και η Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης δεν ήταν μακρά. Προς απόδειξη της απαίτησης έδωσαν μαρτυρία δυο λειτουργοί των Εναγόντων, ήτοι ο Ανδρέας Γρηγορίου (Μ.Ε. 1) και Μάριος Κουντούρης (Μ.Ε. 2), ενώ για την υπεράσπιση κατέθεσε ο Εναγόμενος (Μ.Υ. 1) και ο Φίλιππος Φιλίππου. Σημειώνεται, επίσης, ότι έχουν κατατεθεί από τους μάρτυρες διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή και ειδική αναφορά σε κάποια από αυτά γίνεται πιο κάτω. Το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Για σκοπούς ευχερέστερης αντίληψης των θέσεων που προώθησαν οι δυο πλευρές, παραθέτω μια σύνοψη των κύριων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Ο Ανδρέας Γρηγορίου (Μ.Ε. 1) είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων και κατέχει τη θέση του Συντονιστή Τμήματος Επισφαλειών. Στο πλαίσιο των καθηκόντων του έχει αναλάβει την παρακολούθηση και έλεγχο των προβληματικών και μη εξυπηρετούμενων πιστωτικών διευκολύνσεων, περιλαμβανομένων και των επίδικων. Κατά τη μαρτυρία του αναφέρθηκε στα θέματα που αφορούν στην Euroinvestment, την αλλαγή του ονόματος της, την εξαγορά του ενεργητικού και παθητικού της από την Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ και ακολούθως τις κατά καιρούς αλλαγές ονόματος αρχικά της Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ και ακολούθως της Astrobank Limited. Επίσης, αναφέρθηκε στην υπογραφή της Συμφωνίας ημερομηνίας 1.12.1995 για την παραχώρηση ορίου Λ.Κ. 15,000 και τους όρους αυτής, καθώς επίσης στα όσα αφορούν την υπογραφή της Δεύτερης Συμφωνίας Χρηματοδότησης, τους όρους αυτής και την αύξηση του ορίου που παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο σε Λ.Κ. 30.
  3. Σε σχέση με την αύξηση του ορίου παρέπεμψε στην επιστολή ημερομηνίας 16.2.1999 (Τεκμήριο 14) με την οποία, ως ισχυρίστηκε, ενημερώθηκε σχετικά ο Εναγόμενος. Ανέφερε, επίσης, ότι προτού οι εργασίες της Euroinvestment απορροφηθούν από την Τράπεζα Πειραιώς και αργότερα από τους Ενάγοντες, ρυθμίζονταν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και ετύγχαναν εποπτείας από αυτήν (βλέπε Τεκμήρια 8 και 9). Σύμφωνα με τον Μ.Ε. 1, κατά ή περί την 31.12.1996, ο λογαριασμός του Εναγόμενου παρουσίαζε υπόλοιπο ύψους Λ.Κ. 19.569,53 και για το λόγο αυτό στις 19.10.2000 (βλέπε Τεκμήριο 16), του είχε αποσταλεί επιστολή με την οποία ενημερωνόταν ότι ήταν αναγκαία η παραχώρηση περαιτέρω εξασφάλισης στο λογαριασμό καθότι είχε διαπιστωθεί η μείωση της αξίας των μετοχών. Ο Εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις κατ' επανάληψη οχλήσεις των Εναγόντων, με τις επιστολές στις οποίες γίνεται αναφορά πιο πάνω, ενώ δεν αμφισβήτησε την οφειλή του σε κανένα σημείο. Λόγω του ότι ο λογαριασμός εξακολουθούσε να παραμένει προβληματικός και μη εξυπηρετούμενος, οι Ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία του και απαίτησαν την πληρωμή των οφειλόμενων υπολοίπων πλέον τόκους. Ο Εναγόμενος εξακολουθεί να αρνείται την πληρωμή των ποσών που οφείλονται. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ερωτήθηκε για τους λόγους που κατέστησαν αναγκαία την υπογραφή της Δεύτερης Συμφωνίας Χρηματοδότησης και απέρριψε την υποβολή της συνηγόρου υπεράσπισης περί εξαναγκασμού του Εναγόμενου από την Euroinvestment στο πλαίσιο αυτό. Παρομοίως, απέρριψε τη θέση της υπεράσπισης επί τω ότι η Δεύτερη Συμφωνία Χρηματοδότησης υπογράφτηκε προς το σκοπό αύξησης των δικαιωμάτων και χρεώσεων της Euroinvestment, υποδεικνύοντας πως ο Εναγόμενος υπέγραψε όλα τα έγγραφα με ελεύθερη βούληση. Ο μάρτυρας κλήθηκε να τοποθετηθεί αναφορικά με τις διάφορες χρεώσεις στο λογαριασμό του Εναγόμενου, ζητήματα για τα οποία παρέπεμψε στη μαρτυρία του Μ.Ε. 2 λόγω αρμοδιότητας. Σε σχέση με την αύξηση του ορίου και την υποβολή της συνηγόρου υπεράσπισης επί τω ότι έγινε αυθαίρετα και χωρίς την έγκριση του Εναγόμενου, ήταν η θέση του Μ.Ε.1 ότι όχι μόνο ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε το όριο, αλλά έκανε και αναλήψεις κερδών ύψους £215.000 εν γνώσει του ορίου, το οποίο είχε αποδεχθεί και χρησιμοποιήσει. Ερωτήθηκε, επίσης, σε σχέση με την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 16.2.1999 στον Εναγόμενο (Τεκμήριο 14) ενόψει της αναφοράς αυτήν στη σε διεύθυνση [ ], αντί [ ], που είναι η ορθή διεύθυνση, και εξέφρασε την βεβαιότητα του περί παραλαβής της από τον Εναγόμενο ο οποίος, ως ανέφερε, ουδέποτε αμφισβήτησε την παραλαβή της, όπως και όλων των υπόλοιπων επιστολών που του αποστάληκαν, υποδεικνύοντας πως στις επικοινωνίες που γίνονταν μαζί του ουδέποτε ήγειρε τέτοιο θέμα. Ο Μάριος Κουντούρης (Μ.Ε. 2) είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων και εργάζεται στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών. Έχει, επίσης, αναλάβει την παρακολούθηση και έλεγχο των προβληματικών και μη εξυπηρετούμενων πιστωτικών διευκολύνσεων, μεταξύ των οποίων και τον επίδικο λογαριασμό. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, αφού έκανε αναφορά στις δυο Συμφωνίες και τους όρους αυτών, όπως και στον τερματισμό του λογαριασμού του Εναγόμενου, παρουσίασε στο Δικαστήριο τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 24). Παρουσίασε, σε σχέση με αυτές, το σχετικό πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ. 9 και υπέδειξε πως έχει συγκρίνει τις καταχωρήσεις των εν λόγω καταστάσεων με τις καταχωρήσεις του τραπεζικού βιβλίου που τηρούν οι Ενάγοντες και διαπίστωσε ότι αυτές αποτελούν ορθή αντιγραφή/αναπαραγωγή του τραπεζικού βιβλίου. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 24, το υπόλοιπο του λογαριασμού περί την 31.12.2016 ανερχόταν στο ποσό των €82.831,60 πλέον τόκους προς 10,5%, οι οποίοι ανέρχονται σε €94.813,91, ήτοι σύνολο €177.645,
  4. Με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 24, ο μάρτυρας ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  5. Σύμφωνα με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού περιορίζεται σε €131.011,10 πλέον τόκο προς 10,5% ετησίως από 3.1.2023 επί του ποσού των €43.273,59, το οποίο και αξιώνουν οι Ενάγοντες, πλέον δικηγορικά έξοδα. Όπως εξήγησε ο μάρτυρας, στις αναδομημένες καταστάσεις, έχουν αφαιρεθεί οι τραπεζικές χρεώσεις και ο τόκος υπερημερίας πριν τον τερματισμό και επιβάλλεται τόκος υπερημερίας ύψους 2% μόνο για την περίοδο μετά τον τερματισμό. Πριν από τον τερματισμό, ο λογαριασμός χρεώνεται με επιτόκιο ύψους 8,5% και 9%, αναλόγως του τι ίσχυε κάθε φορά, αφαιρείται τυχόν κεφαλαιοποίηση του τόκου και ο υπολογισμός του τόκου γίνεται στη βάση των 365 ημερών ή 366, εάν είναι δίσεκτο έτος. Ως προς τη χρέωση τόκου υπερημερίας ύψους 2%, ο μάρτυρας υπέδειξε πως αυτό το ποσοστό διεκδικείται λόγω της ζημιάς που υπέστηκαν οι Ενάγοντες συνεπεία της υπέρβασης του λογαριασμού. Όπως εξήγησε, λόγω της οφειλής του Εναγόμενου, ο λογαριασμός είχε τεθεί υπό παρακολούθηση από ειδική ομάδα λειτουργών των Εναγόντων, η σύσταση της οποίας δημιουργεί κόστος για τους Ενάγοντες. Ταυτόχρονα, το ποσοστό του 2% αντιπροσωπεύει και τα χρήματα που οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να δανείσουν σε τρίτους και επομένως να πραγματοποιήσουν κέρδος, το οποίο απώλεσαν εφόσον δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το ποσό αυτό λόγω της οφειλής του Εναγόμενου. Συνεπώς, το ποσοστό του 2% αφορά την αποκατάσταση ζημιάς που υπέστηκαν οι Ενάγοντες. Η υπό κρίση θέση του μάρτυρα βρήκε αντίθετη τη συνήγορο του Εναγόμενου η οποία υπέβαλε πως ουδεμία ζημιά υπέστηκαν οι Ενάγοντες. Ως, επίσης, σημείωσε ο μάρτυρας, παρά τις επανειλημμένες υποδείξεις της Euroinvestment προς τον Εναγόμενο για παραχώρηση εξασφαλίσεων για κάλυψη του λογαριασμού του και αργότερα για εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου, ο ίδιος ουδέν έπραξε, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να τερματίσουν τη λειτουργία του λογαριασμού. Πρόσθεσε πως σε κανένα σημείο ο Εναγόμενος αμφισβήτησε την οφειλή του προς τους Ενάγοντες. Ο Μ.Ε.2 αντεξετάστηκε επί των καταστάσεων λογαριασμού, με τη θέση της υπεράσπισης να συνίσταται στην επιβολή αυθαίρετων και παράνομων χρεώσεων, όπως και στην παράβαση των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας που προνοεί για διαχωρισμό του βασικού επιτοκίου και περιθωρίου με τα οποία χρεωνόταν ο λογαριασμός. Ως προς τους ισχυρισμούς για καταχώρηση δύο προγενέστερων αγωγών εναντίον του Εναγόμενου, αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης πως δεν είχαν ληφθεί τα αναγκαία διαβήματα για την επίδοση τους. Ως έχει ήδη αναφερθεί, ο Εναγόμενος κατέθεσε ως Μ.Υ.
  6. Για τους σκοπούς της μαρτυρίας του υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Γ). Σε αυτήν αρνείται ότι οφείλει τα διεκδικούμενα ποσά και αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο τον προσέγγισε μέσω κάποιου γνωστού του η χρηματιστηριακή εταιρεία CLR αναφορικά με αγοραπωλησία μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Έτσι, υπογράφθηκε η Συμφωνία ημερομηνίας 1.12.1995 μεταξύ του ίδιου και της Merchant, όπου αναφέρεται ότι έλαβε γνώση των όρων λειτουργίας του Επενδυτικού Σχεδίου μέσω της CLR, η οποία κατά την περίοδο 1997-2002 ήταν ένα από τα μεγαλύτερα χρηματιστηριακά γραφεία της Κύπρου. Στη συνέχεια εξαναγκάστηκε να υπογράψει τη Δεύτερη Συμφωνία Χρηματοδότησης, χωρίς, ωστόσο, να γνωρίζει τους λόγους για αυτό. Τώρα αντιλαμβάνεται ότι αυτό έγινε λόγω της μετονομασίας της Merchant σε Euroinvestment. Ως προς το ζήτημα της αύξησης του ορίου, υποστήριξε πως η αύξηση έγινε χωρίς ο ίδιος να ζητήσει κάτι τέτοιο, όπως, επίσης, χωρίς να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο. Αποτέλεσε θέση του Εναγόμενου ότι η Euroinvestment και η CLR είχαν τον απόλυτο έλεγχο του επενδυτικού σχεδίου και του λογαριασμού του ώστε να μπορούν να προβούν στις αναγκαίες πωλήσεις, όχι μόνο προκειμένου να είναι πλήρως εξασφαλισμένοι, αλλά και για να προστατεύσουν τα συμφέροντα του, κάτι, ωστόσο, που δεν έπραξαν. Υπέδειξε, στο πλαίσιο αυτό, πως οι Ενάγοντες δεν ρευστοποίησαν στον κατάλληλο χρόνο τις μετοχές του και έπραξαν τούτο όταν η αξία τους ήταν χαμηλή, με αποτέλεσμα ο ίδιος να ζημιώσει. Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε, περαιτέρω, πως οι δυο αυτές εταιρείες δεν έχουν τηρήσει τις υποχρεώσεις τους δυνάμει των δυο Συμφωνιών και τους όρους λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου, ούτε έχουν συμμορφωθεί με το Νόμο, Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με αποτέλεσμα να υποστεί τεράστιες ζημιές και να απωλέσει μεγάλα χρηματικά ποσά. Ο ίδιος αμφισβητεί τα ποσά που αξιώνουν οι Ενάγοντες και ισχυρίζεται πως σύμφωνα με την ανάλυση που ετοίμασε ο Μ.Υ. 2, το οφειλόμενο υπό αυτού ποσό περιορίζεται σε €52.802,
  7. Τέλος, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, διαμαρτυρήθηκε σε σχέση με την καταχώρηση της αγωγής το 2017 δεδομένου του τερματισμού του λογαριασμού το 2003, υποδεικνύοντας πως οι Ενάγοντες μπορούσαν εύκολα να τον εντοπίσουν εφόσον η διεύθυνση του ήταν πάντοτε η [ ] 6, Λεμεσός. Σε σχέση με τις προηγούμενες δυο αγωγές που είχαν καταχωρηθεί εναντίον του, ο Μ.Υ. 1 υποστήριξε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε για αυτές και αρνήθηκε ότι απέφευγε την επίδοση τους. Ο Φίλιππος Φιλίππου (Μ.Υ. 2) είναι πρώην τραπεζικός υπάλληλος και σήμερα εργάζεται ως οικονομικός σύμβουλος. Καταθέτοντας στο Δικαστήριο σημείωσε πως δεν συμφωνεί με τις καταστάσεις λογαριασμού που ετοιμάστηκαν και παρουσιάστηκαν από τον Μ.Ε. 2 (Τεκμήρια 24 και 25) και παρουσίασε ως Τεκμήριο 31 κατάσταση που ετοίμασε ο ίδιος, σύμφωνα με την οποία, κατά τον Δεκέμβριο του 2022, το υπόλοιπο του λογαριασμού του Εναγόμενου ανερχόταν σε €52.802,
  8. Όπως εξήγησε, η μόνη υπογραμμένη συμφωνία μεταξύ των μερών είναι η Δεύτερη Συμφωνία Χρηματοδότησης, η οποία προνοούσε επιτόκιο 9%, κάτι που, τότε, ήταν επιτρεπτό. Με την αλλαγή της νομοθεσίας, όμως, και τη θέσπιση του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου Ν. 160(Ι)/1999, με ισχύ από 1.1.2001, το συνολικό επιτόκιο θα πρέπει να διαχωρίζεται σε βασικό επιτόκιο και το περιθώριο. Έτσι, ήταν αναγκαία η υπογραφή νέας συμφωνίας η οποία να περιλαμβάνει πρόνοιες σύμφωνα με τα όσα ο Ν. 160(Ι)/1999 ορίζει. Ως ανέφερε ο μάρτυρας, δεδομένης της μη υπογραφής νέας συμφωνίας για τον υπολογισμό του τόκου από 1.1.2001, θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη το επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (βλέπε Τεκμήριο 34). Όπως, επίσης, εξήγησε, ο τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου ποσού στις αναδομημένες καταστάσεις που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 25, δεν συνάδει με τις πρόνοιες του Ν. 160(Ι)/1999, ενώ γίνεται χρέωση τόκου υπερημερίας 2%, το οποίο είναι υπερβολικό και σε κάθε περίπτωση αδικαιολόγητο. Ο ίδιος έχει καταλήξει στο ποσό των €52.802,64 χρεώνοντας το ποσοστό επιτοκίου που είχε συμφωνηθεί μέχρι 31.12.2000, από 1.1.2001 χρησιμοποιώντας το βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου πλέον περιθώριο 1,5% και από 1.1.2008, ημερομηνία ένταξης της Κύπρου σε ευρώ, το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας πλέον 1,5% περιθώριο. Έχοντας συνοψίσει την προσκομισθείσα μαρτυρία, προχωρώ στην αξιολόγησή της. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου θα γίνει με κριτήρια, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές, τη λογικοφάνεια και πειστικότητα της εκδοχής που παρουσιάζεται, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κλπ (βλέπε μεταξύ άλλων C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1447). Στα πλαίσια της αξιολόγησης λαμβάνεται, επίσης, υπόψη ο τρόπος με τον οποίο οι μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, οι αντιδράσεις τους και γενικά η όλη συμπεριφορά τους, καθώς επίσης το περιεχόμενο τόσο της προφορικής όσο και της έγγραφης τους μαρτυρίας (βλέπε Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Είναι δε καλά γνωστό ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (βλέπε Ε.Γ. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 221/2017, απόφαση ημερομηνίας 15.10.2019 και Παρλάτα ν. Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/09, απόφαση ημερομηνίας 21.5.2014), ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλέπε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στη σελίδα 135). Και οι δυο μάρτυρες των Εναγόντων οι οποίοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο, μου άφησαν πολύ θετική εντύπωση. Δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι και τα δύο πρόσωπα που κλήθηκαν για τους Ενάγοντες, στο σύνολο τους, έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου όσα οι ίδιοι γνώριζαν για τα διαδραματισθέντα που αφορούν την παρούσα περίπτωση και για τα οποία ερωτήθηκαν, είτε αυτά περιήλθαν στην αντίληψη τους πρωτογενώς είτε μέσω ενημέρωσης και πληροφόρησης που έλαβαν, χωρίς διάθεση οι ίδιοι να παρουσιάσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Δεν παλινδρομούσαν και απαντούσαν χωρίς περιστροφές. Για όσα θέματα ο Μ.Ε. 1 δεν γνώριζε ή δεν ενέπιπταν στην αρμοδιότητα του, αυτός το ανέφερε στο Δικαστήριο με κάθε ειλικρίνεια. Χωρίς αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις τέτοιες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στην καλή ποιότητα της μαρτυρίας τους και οι δύο μάρτυρες έπεισαν το Δικαστήριο για την ειλικρίνεια τους, ενώ πλείστες από τις τοποθετήσεις τους φαίνεται να επιβεβαιώνονται ή ενισχύονται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε γενικότερο πλαίσιο δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο που να δημιουργεί ρήγμα στην εκδοχή που πρόβαλαν στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Ε. 2, σημειώνεται πως το περιεχόμενο των αναδομημένων λογαριασμών και η απόδειξη του ύψους του ποσού που ενδεχόμενα κριθεί ότι οφείλει ο Εναγόμενος αποτελεί ζήτημα που θα εξεταστεί στη συνέχεια και δεν εμπίπτει στο ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Για τους λόγους που θα επεξηγήσω αμέσως πιο κάτω, κρίνω ότι στην έκταση που η μαρτυρία του Μ.Υ. 1 έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία των Μ.Ε. 1 και 2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η μαρτυρία του Μ.Υ. 1 χαρακτηριζόταν από ασάφεια και σύγχυση. Δεν απαντούσε με αμεσότητα και σε καίριες πτυχές της μαρτυρίας του ήταν αντιφατικός και αόριστος, ενώ κατέθετε με ευδιάκριτη αμηχανία. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του αναλώθηκε στην προβολή ισχυρισμών ως προς την παράβαση των υποχρεώσεων των Εναγόντων έναντι του. Και όχι μόνο των Εναγόντων, αλλά και της χρηματιστηριακής εταιρείας CLR, η οποία δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Στο πλαίσιο αυτό, προσπάθησε να παρουσιάσει τις δυο εταιρείες, ήτοι την Euroinvestment και τη CLR ως συνδεδεμένες εταιρείες με κοινά συμφέροντα και υποχρεώσεις, κάτι, ωστόσο, που δεν προκύπτει από τα έγγραφα τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Μάλιστα, στην προσπάθεια του να επιρρίψει ευθύνες στις δυο εταιρείες επαναλάμβανε συνεχώς πως συνεπεία των ενεργειών και παραλείψεων τους υπέστηκε ζημιές, παραλείποντας να αναφέρει, κάτι πως από τη λειτουργία του λογαριασμού του πραγματοποίησε κέρδη και αποκόμισε χρηματικά ποσά πέραν των Λ.Κ. 200,000, βέβαια, που δέχθηκε κατά την αντεξέταση. Σε σχέση με το ίδιο θέμα, απέδιδε, και πάλι στις δυο εταιρείες, ότι δεν ενήργησαν, ως όφειλαν, αναφορικά με την έγκαιρη ρευστοποίηση των μετοχών που κρατούνταν ως εξασφαλίσεις και πως τούτη έλαβε χώρα πριν από τον τερματισμό της Δεύτερης Συμφωνίας όταν οι τιμές ήταν χαμηλές. Η νομική πτυχή του ζητήματος θα εξεταστεί πιο κάτω, παρόλα αυτά, κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί πως, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του, η πώληση των μετοχών έλαβε χώρα μετά τον τερματισμό της Δεύτερης Συμφωνίας Χρηματοδότησης. Εύλογα, επίσης, προκύπτει το ερώτημα γιατί δεν προώθησε το παράπονο αυτό στην αλληλογραφία που είχε με τους Ενάγοντες στο πλαίσιο της απαίτησης τους για παροχή περαιτέρω εξασφαλίσεων και για διευθέτηση του υπολοίπου του λογαριασμού του. Κάθε άλλο. Στις επιστολές του ημερομηνίας 24.9.2001 και 25.9.2001, ο Εναγόμενος δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό, αλλά αντ' αυτού συμφωνούσε όπως καταβάλλει στο τέλος κάθε μήνα ποσό Λ.Κ. 300, αποδίδοντας την όλη κατάσταση στην «κατρακύλα του ΧΑΚ». Επίσης, όπως ο ίδιος δέχθηκε, κατέβαλε κάποιες από τις δόσεις αυτές, ενώ μετά τον τερματισμό σταμάτησε να πληρώνει, όπως επίσης σταμάτησε κάθε επικοινωνία με τους Ενάγοντες. Η δε εξήγηση που έδωσε κατά την αντεξέταση σε σχέση με την αποστολή των δύο προαναφερόμενων επιστολών δεδομένων των θέσεων του, ήτοι ότι τις απέστειλε ώστε «να μην τον ενοχλούν», δεν κρίνεται πειστική. Κάποιες από τις θέσεις που προώθησε ο Μ.Υ.1 κατά τη μαρτυρία του δεν είχαν τεθεί στους Μ.Ε.1 και 2 προκειμένου να τοποθετηθούν, με τρόπο ώστε να μην δύνανται να εξεταστούν (βλ. Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785). Ενδεικτικά αναφέρω τη θέση του ότι προσεγγίστηκε από την CLR για την αγοραπωλησία μετοχών και με τον τρόπο αυτό υπογράφθηκε η Συμφωνία ημερομηνίας 1.12.1995. Σε σχέση, τώρα, με τους λόγους για τους οποίους υπογράφθηκε η Δεύτερη Συμφωνία Χρηματοδότησης, προέβαλε διάφορες εκδοχές. Στην κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε πως τούτο έγινε λόγω της αλλαγής ονόματος της συμβαλλόμενης εταιρείας από Merchant σε Euroinvestment. Στην αντεξέτασή του ανέφερε πως εξαναγκάστηκε να υπογράψει γιατί λόγω του ελλείματος που υπήρχε επρόκειτο να του κλείσουν το λογαριασμό (θέση που τέθηκε για πρώτη φορά σε εκείνο το στάδιο), ενώ αμέσως μετά ισχυρίστηκε ότι η Δεύτερη Συμφωνία υπογράφθηκε προκειμένου να υπάρξει αλλαγή των όρων και των χρεώσεων του λογαριασμού. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι οι θέσεις που προωθήθηκαν κατά την αντεξέταση των Μ.Ε. και κατά την κυρίως εξέταση του Μ.Υ. 1 αναφορικά με τη μονομερή και παράνομη αύξηση του ορίου του λογαριασμού, αναιρέθηκαν από τον ίδιο κατά την αντεξέταση του. Και τούτο γιατί ενώ ο ίδιος υποστήριξε ότι τηλεφωνικώς είχε παραπονεθεί γι' αυτό, αντεξεταζόμενος συμφώνησε πως ουδέποτε παραπονέθηκε σχετικά, λέγοντας, μάλιστα, χαρακτηριστικά πως «αφού χρωστούσα πιο πολλά, θα έκανα παράπονο;». Σε ό,τι αφορά το ίδιο θέμα, παρατηρείται ότι σε αριθμό επιστολών που στάληκαν στον Εναγόμενο (βλέπε Τεκμήρια 16, 17 και 30) γίνεται αναφορά σε όριο ύψους Λ.Κ. 30,000, ενώ ο Εναγόμενος ουδέποτε εξέφρασε οποιαδήποτε διαφωνία επί τούτου. Ως προς τη θέση που τέθηκε στον Μ.Ε. 1 περί μη παραλαβής της επιστολής ημερομηνίας 16.2.1999 (Τεκμήριο 14), με την οποία ενημερωνόταν για την αύξηση του ορίου, καθότι αυτή στάληκε στην οδό [ ] αντί της ορθής, ήτοι [ ], σημειώνεται πως ο ίδιος ο Εναγόμενος, στα πλαίσια της μαρτυρίας του, παρουσίασε άλλες δυο επιστολές που του είχαν αποσταλεί στην ίδια (λανθασμένη) διεύθυνση και τις οποίες παρέλαβε (βλέπε Τεκμήριο 28). Επομένως, η περί του αντιθέτου υποβολή δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία. Άξιον, επίσης, απορίας είναι πως ο Εναγόμενος δεν προχώρησε με οποιαδήποτε νομικά μέτρα εναντίον των Εναγόντων ή της CLR και τούτο παρά τα παράπονα που προβάλλει εναντίον τους. Συναφώς σημειώνεται πως η θέση του Εναγόμενου περί μη συμμόρφωσης των Εναγόντων με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας παρέμεινε στη σφαίρα της γενικότητας και αοριστίας. Προφανώς και τα ζητήματα αυτά είναι νομικά, πλην, όμως, θα αναμενόταν να προσδιόριζε με κάποιο τρόπο την υπό κρίση θέση του, υποδεικνύοντας κατ' ελάχιστον τις πράξεις των Εναγόντων που κατηγοριοποιούνται ως τέτοιες. Σε ό,τι τέλος αφορά την μαρτυρία του σε σχέση με την επιστολή της Euroinvestment ημερομηνίας 16.3.2001 (βλέπε Τεκμήριο 28), κρίνεται ότι η υπό κρίση επιστολή παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με σκοπό να αποπροσανατολιστεί το Δικαστήριο, δημιουργώντας λανθασμένες εντυπώσεις. Πέραν του ότι η επιστολή αυτή δεν είχε τεθεί στους Μ.Ε.1 και 2 για να τοποθετηθούν επί του περιεχομένου της, ως, τελικώς, διαφάνηκε από τα λεγόμενα του Εναγόμενου, αυτή στάληκε προς όλους τους πελάτες της Euroinvestment και όχι μόνο στον ίδιο, προς το σκοπό ομαλοποίησης του λογαριασμού τους. Ο Μ.Υ. 2 κλήθηκε να καταθέσει υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα. Σύμφωνα με τη νομολογία, η αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της συνήθους μαρτυρίας, εκτός από το ότι η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (βλέπε Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Οι εμπειρογνώμονες οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξαν στα συμπεράσματα τους ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων τους (βλέπε επίσης Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146) και το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στις σελίδες 580-586). Με βάση καλά καθιερωμένες αρχές, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει. Στη συνέχεια εξετάζει εάν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του. Με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο διαμορφώνει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Στην υπόθεση Θεοσκέπαστη Φαρμ. ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, λέχθηκε ότι το κατά πόσον ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, εξετάζει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στα θέματα που καλείται να καταθέσει (βλέπε Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Πολιτική Έφεση 53/11, απόφαση ημερομηνίας 24.1.2013). Έτσι κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, όχι μόνο λόγω ακαδημαϊκών προσόντων αλλά λόγω απόκτησης της αναγκαίας πείρας από την εργασία του (σχετική η Κυριάκου ν. Γρίβα
(2002)1 Α.Α.Δ 825). Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον ο Μ.Υ. 2 μπορεί να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, σημειώνεται πως, ως ο ίδιος στο Δικαστήριο, εργαζόταν για 26 χρόνια ως τραπεζικός υπάλληλος. Κατά τη διάρκεια της εργασίας του σε τραπεζικό ίδρυμα εργάστηκε για κάποια χρόνια στο Τμήμα Χορηγήσεων και ακολούθως στην Υπηρεσία Ελέγχου εγγράφων και εξασφαλίσεων. Στο πλαίσιο των καθηκόντων του, διενεργούσε έλεγχο των συμβολαίων, καταστάσεων λογαριασμού και παραχωρηθέντων εξασφαλίσεων. Στη βάση αυτών των αναφορών, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Μ.Υ. 2 είναι σε θέση να καταθέσει αναφορικά με το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού που παρουσίασε ο Μ.Ε. 2 αλλά και ο ίδιος. Η νομική, ωστόσο, ανάλυση του ζητήματος που επιχείρησε να κάνει, αφορά ζητήματα που θα πρέπει να κριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε, κρίνω ότι η βάση επί της οποίας στηρίχθηκε η όλη επιχειρηματολογία του είναι εντελώς λανθασμένη. Οι αναφορές του περί υποχρέωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων διαχωρισμού του επιτοκίου σε βασικό και περιθώριο και σχετικής ενημέρωσης του πελάτη, δεν βρίσκει έρεισμα στο Ν.160(Ι)/1999, ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο. Αναφορές σε βασικό επιτόκιο και περιθώριο γίνονται στους τροποποιητικούς Νόμους Ν.141(Ι)/2014 και Ν.66(Ι)/2015, χωρίς, ωστόσο, να εντοπίζονται πρόνοιες ως οι θέσεις του μάρτυρα. Συνεπώς, η κατάσταση λογαριασμού που έχει ετοιμάσει δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, εφόσον η όλη συλλογιστική επί της οποίας ετοιμάστηκε είναι δεν είναι ορθή. Πέραν τούτου, στο πλαίσιο της μαρτυρίας παρουσίασε στο Δικαστήριο, προκειμένου να υποστηρίξει τις θέσεις του, διάφορα έγγραφα τα οποία είναι άσχετα με την υπό εκδίκαση υπόθεση. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται τα Τεκμήρια 32, 33 και 34 τα οποία δεν φαίνονται να συνδέονται με τα δεδομένα της παρούσας. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας σε συνδυασμό με τα γεγονότα που αποτελούν κοινό τόπο και στη βάση της μαρτυρίας και των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ως αυτά έγιναν αποδεκτά, εξάγονται ανάλογα ευρήματα. Χωρίς περιορισμό, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι o Εναγόμενος υπέγραψε τη Δεύτερη Συμφωνία Χρηματοδότησης χωρίς να εξαναγκαστεί από οποιοδήποτε ως προς τούτο. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι εν γνώσει του Εναγόμενου, το όριο του λογαριασμού του αυξήθηκε από Λ.Κ. 15,000 σε Λ.Κ. 30,000 στις 16.2.1999. Ο Εναγόμενος χρησιμοποίησε το όριο που του παραχωρήθηκε πραγματοποιώντας, σε κάποιο χρονικό διάστημα, κέρδη τα οποία και απέσυρε από το λογαριασμό συνολικού ύψους Λ.Κ. 215,000. Οι χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενήργησε ο Εναγόμενος εμφαίνονται στα Τεκμήρια 24 και 25. Στο Τεκμήριο 24 εμφαίνονται, επίσης, οι χρεώσεις που έγιναν από τους Ενάγοντες στο λογαριασμό του Εναγόμενου, ενώ το Τεκμήριο 25 αποτελεί αναδομημένες καταστάσεις που ετοιμάστηκαν από τον Μ.Ε.2. Αποτελεί, επίσης, εύρημα ότι ο Εναγόμενος έλαβε όλες τις επιστολές που του αποστάληκαν τόσο στη διεύθυνση [ ], Λεμεσός όσο και στην διεύθυνση [ ] 6, Λεμεσός. Όλες οι επιστολές είχαν σταλεί με απλό ταχυδρομείο, ως προνοείται στον όρο 8 της Δεύτερης Συμφωνίας Χρηματοδότησης. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των Εναγόντων για κατάθεση περαιτέρω εξασφαλίσεων του λογαριασμού του, και τις υποσχέσεις του για ομαλοποίηση του υπολοίπου, ο Εναγόμενος ουδέν έπραξε και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία του. Έκτοτε, ο Εναγόμενος δεν έχει καταβάλει στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό. Όπως είναι καλά γνωστό, το γενικό βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα ο οποίος οφείλει να παρουσιάσει επαρκή μαρτυρία για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του (βλέπε Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason v. Αντώνης Αντωνίου κ.α., Πολιτική Έφεση 273/2010, ημερομηνίας 8.4.2014) και να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του αναφορικά με τα γεγονότα είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλέπε μεταξύ άλλων Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, Πολιτική Έφεση 398/2011, απόφαση ημερομηνίας 12.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:A71 και Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στη σελίδα 196). Προτού υπεισέλθω στην ουσία της απαίτησης των Εναγόντων κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τη θέση της υπεράσπισης ως προς τη μη νομιμοποίηση των Εναγόντων στην είσπραξη οποιουδήποτε ποσού λόγω παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος τους, ενόψει της καταχώρησης της παρούσας αγωγής το 2017 με δεδομένο τον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών στις 16.7.
  1. Ως προς το ζήτημα αυτό σημειώνονται τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 3(δ) του περί Παραγραφής Νόμου Κεφ. 15, καμία αγωγή δεν εγείρεται για χρέος προς τράπεζα, μετά την παρέλευση έξι ετών από την ημέρα που δημιουργήθηκε η βάση αγωγής. Σημειωτέoν ότι η εφαρμογή των διατάξεων του Κεφ. 15 αναστάληκε με τη θέσπιση των Ν.28(Ι)/2008, Ν.34(Ι)/2008, Ν.16(Ι)/2009, Ν.20(Ι)/2010, Ν.111(Ι)/2010, Ν.41(Ι)/2011 και Ν.159(Ι)/2011 σε διάφορες ημερομηνίες μέχρι 30.6.
  2. Ακολούθως, την 1.7.2012 τέθηκε σε εφαρμογή ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 Ν.66(Ι)/2012 με τον οποίο καταργήθηκε ο περί Παραγραφής Νόμος Κεφ. 15 και ο περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 2002 (βλέπε άρθρο 29 του Ν.66
(1)/2012). Σύμφωνα με το άρθρο 26 του Ν.66
(1)/2012, «καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την εκπνοή ενός έτους από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος Νόμου, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την συμπλήρωση ενός έτους από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος.». Με τον Ν.41(Ι)/2013, Ν.159(Ι)/2013 και Ν.190(Ι)/2014 η φράση «μετά την εκπνοή ενός έτους» αντικαταστάθηκε με τις ημερομηνίες 31.12.2013, 31.12.2014 και 31.12.2015, ενώ με το Ν.207(Ι)/2015 έγινε πρόνοια πως ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετριέται πλέον από 1.1.2016. Επομένως, με δεδομένες τις πιο πάνω πρόνοιες, το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής δεν είχε παραγραφεί. Σε ό,τι αφορά στη θέση του Εναγόμενου, ως προωθήθηκε μέσα από τη μαρτυρία του, για καθυστέρηση των Εναγόντων στη λήψη νομικών μέτρων εναντίον του παρατηρώ τα εξής: Το κατά πόσον μια ολιγωρία οδηγεί σε αδικία αποτελεί ζήτημα πραγματικό και ως τέτοιο πρέπει να αποδεικνύεται (βλέπε Χαρτζιώτης Trading Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων, Πολιτική Έφεση αρ. 94/2011, απόφαση ημερομηνίας 22.12.2015). Στην προκείμενη περίπτωση δεν επιδιώκεται οποιαδήποτε θεραπεία με βάση το δίκαιο της επιείκειας, ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής της αδικαιολόγητης ολιγωρίας «laches» (βλέπε ATHK v. Κλεάνθους
(2013)1 Α.Α.Δ. 158), ενώ αξίζει να σημειωθεί πως παρά την παρέλευση 14 ετών από τον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών, το διάστημα που μεσολάβησε δεν φαίνεται να λειτούργησε κατά τρόπο δυσμενή για τα δικαιώματα του Εναγόμενου, ούτε διαπιστώνεται οποιαδήποτε αδικία έναντι του. Ο ίδιος δεν προώθησε κάτι τέτοιο στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, πέραν μιας γενικής αναφοράς περί καθυστέρησης. Σε κάθε περίπτωση, η καταχώρηση των δύο προγενέστερων αγωγών, οι οποίες δεν επιδόθηκαν στον Εναγόμενο, δεικνύουν ότι οι Ενάγοντες πάντοτε διεκδικούσαν τα προς αυτούς οφειλόμενα ποσά και ουδέποτε παραιτήθηκαν των δικαιωμάτων τους. Προχωρώντας, τώρα, στην εξέταση των θέσεων των δύο πλευρών ως προς την ουσία της απαίτησης και ανταπαίτησης σημειώνονται τα ακόλουθα: H νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε υποθέσεις του είδους, όπου αντιμετωπίζονται και επιλύονται ζητήματα όπως αυτά που προκρίνονται και στην υπό συζήτηση περίπτωση, κυρίως, από την πλευρά της υπεράσπισης, παρουσιάζεται ιδιαίτερα βοηθητική και καθοδηγητική. Ενδεικτικά αναφέρω, μεταξύ άλλων, τις υποθέσεις Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238, Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1131, Γρηγορίου ν. Euroinvestment
(2011)1 A.A.Δ. 2229 και Μακρίδης ν. Ellinas Finance Public Co Ltd Πολιτική Έφεση αρ. 97/2011, απόφαση ημερομηνίας 5.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A161, ο λόγος των οποίων φαίνεται να καλύπτει πλείστα όσα από τα ζητήματα που απασχολούν και στο πλαίσιο της παρούσας. Τούτων λεχθέντων, δεν παραβλέπω, ασφαλώς, την προσπάθεια της συνηγόρου υπεράσπισης να στρέψει την προσοχή του Δικαστηρίου στα ιδιαίτερα περιστατικά που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση, προβάλλοντας και άλλα ζητήματα, τα οποία θα εξεταστούν στη συνέχεια. Η κρίση του Δικαστηρίου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του Εναγόμενου τυγχάνει καταγραφής πιο πάνω. Οι θέσεις του Εναγόμενου έχουν απορριφθεί για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω. Έχει δε απορριφθεί ειδικά η θέση του περί εξαναγκασμού ή πίεσης αναφορικά με την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών. Ο Εναγόμενος υπέγραψε τη Δεύτερη Συμφωνία Χρηματοδότησης για τους λόγους και υπό τις συνθήκες που περιέγραψαν οι Μ.Ε.1 και 2, η μαρτυρία των οποίων έγινε αποδεκτή. Πέραν των πιο πάνω, και σε σχέση με τη θέση της υπεράσπισης περί ευθύνης της Euroinvestment να επεξηγήσει τους όρους της συμφωνίας χρηματοδότησης, σημειώνεται πως στη βάση των όσων έχουν υποδειχθεί στην υπόθεση Καλλικάς (πιο πάνω), οι Ενάγοντες δεν όφειλαν να ενεργήσουν κατ' αυτόν τον τρόπο. Μελετώντας το περιεχόμενο και των δυο συμφωνιών, προκύπτει ότι οι όροι που καταγράφονται, ήταν απλοί και σύντομοι, με τρόπο ώστε να μην ήταν αναγκαία οποιαδήποτε επεξήγηση. Σε ό,τι αφορά γενικά τη φύση της συμφωνίας, με δεδομένη την αναφορά του ίδιου του Εναγόμενου επί τω ότι κατά τον επίδικο χρόνο είχε επενδυτικά δάνεια σε όλες τις τράπεζες και προέβαινε σε χρηματιστηριακές πράξεις σε μεγάλη κλίμακα, καθίσταται προφανές πως ο ίδιος υπέγραψε τις συμφωνίες με πλήρη γνώση των όσων αυτές διελάμβαναν και με ελεύθερη βούληση. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και έγιναν αποδεκτές, δεν μπορεί επίσης να υιοθετηθεί η θέση της υπεράσπισης περί συμπεριφοράς των Εναγόντων αντίθετης με την καλή πίστη, τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη και προς εξαπάτηση ή καταδολίευση του Εναγόμενου από οποιοδήποτε πρόσωπο. Αξίζει να σημειωθεί πως στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Εναγόμενος δεν αναφέρθηκε σε όνομα οποιουδήποτε προσώπου με το οποίο συνομίλησε και ο οποίος, ως οι ισχυρισμοί του, τον πίεσε να υπογράψει τις συμφωνίες ή ενήργησε αντιεδεοντολογικά. Η μόνη αναφορά έγινε σε σχέση με κάποιον Χριστάκη Χαραλάμπους από τη Euroinvestment, ο οποίος, ως ανέφερε, απλά του σύστησε τη CLR. Τίποτε περισσότερο. Συναφώς σημειώνεται πως πέραν από το ότι δεν τέθηκε οτιδήποτε υπόψη του Δικαστηρίου δυνάμενο να τεκμηριώσει ότι ο Εναγόμενος έπεσε θύμα ψυχικής πίεσης ή αθέμιτου επηρεασμού ή παραπλάνησης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων δεν παρουσιάζονται τέτοιες ώστε να μπορεί να υιοθετηθεί θέση ότι οι Ενάγοντες ήταν σε θέση να κυριαρχήσουν επί της θέλησης του Εναγόμενου, εξασφαλίζοντας, έτσι, αθέμιτο όφελος. Επομένως, οι επί τούτου θέσεις της υπεράσπισης δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των πλευρών, είναι φανερό ότι στην εξέλιξη των πραγμάτων υπήρξε παράβαση των ορίων χρηματοδότησης του Εναγόμενου, όπως αυτό προβλεπόταν στις επίδικες συμφωνίες. Για τις παραβάσεις αυτές, και ειδικότερα την παράλειψη του Εναγόμενου να αυξήσει τις εξασφαλίσεις που είχε παραχωρήσει, αλλά και την παράλειψη του να διευθετήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του, ήταν ενήμερος ο Εναγόμενος, πληροφορούμενος σχετικά τόσο με τις καταστάσεις λογαριασμού που του αποστέλλονταν όσο και από διάφορες επιστολές που, επίσης, του αποστέλλονταν, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί για το οτιδήποτε. Αντιθέτως, ο ίδιος απέστειλε επιστολή με την οποία απολογήθηκε για την μη ικανοποιητική κατάσταση του λογαριασμού του και συμφώνησε για την κατάθεση ποσού εκ Λ.Κ. 300 στο τέλος κάθε μήνα προς το σκοπό βελτίωσης του λογαριασμού (βλέπε Τεκμήριο 18). Δεδομένης της ύπαρξης οφειλόμενου υπολοίπου από μέρους του Εναγόμενου και παράβασης των όρων των επίδικων Συμφωνιών, οι Ενάγοντες δικαιωματικά προέβηκαν σε τερματισμό αυτών και της λειτουργίας του λογαριασμού του. Ως προς το παράπονο του Εναγόμενου για την παράλειψη των Εναγόντων να ρευστοποιήσουν τις μετοχές του στον κατάλληλο χρόνο, ήτοι όταν η αξία τους ήταν ψηλή, ως όφειλαν, σύμφωνα με τον ίδιο, να πράξουν, τόσο στα πλαίσια νομικής όσο και ηθικής υποχρέωσης, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει κατ' επανάληψη επισημάνει πως ο ρόλος της χρηματοδότριας τράπεζας σε υποθέσεις του είδους, περιορίζεται στη χρηματοδότηση των χρηματιστηριακών συναλλαγών (βλέπε μεταξύ άλλων Κυριακίδης (πιο πάνω)). Στην περίπτωση του Εναγόμενου, οι πράξεις αυτές διενεργούνταν από τη CLR με βάση σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο. Όπως έχει επεξηγηθεί και στην υπόθεση Χατζηγαβριήλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited
(2013)1 A.A.Δ. 668, οι εκεί ενάγοντες/εφεσίβλητοι ως οι δανειστές, κατ' ουσίαν, του εκεί εναγόμενου/εφεσείοντα, διατηρούσαν δικαίωμα πώλησης των αξιών χαρτοφυλακίου εάν ο Εναγόμενος δεν ανταποκρινόταν στις προειδοποιήσεις τους, όπως δικαίωμα είχαν και για τερματισμό της συμφωνίας οποτεδήποτε το επιθυμούσαν άνευ προηγούμενης ειδοποίησης. Υποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι οι ενάγοντες/εφεσίβλητοι δεν είχαν καμιά υποχρέωση να πωλήσουν μετοχές και αξίες οποτεδήποτε, αφού η δική τους εμπλοκή περιοριζόταν στην παροχή των χρημάτων και τίποτε άλλο. Ήταν ο χρηματιστής που είχε την ευθύνη να αγοραπωλεί τις αξίες (εδώ η CLR) και αυτό μόνο στη βάση των εκάστοτε εντολών του εφεσείοντος. Δεν υπήρχαν, ως υποδείχθηκε, λογικά μέτρα που θα μπορούσαν να ληφθούν από τους εφεσίβλητους προς μείωση της ζημιάς τους. Το χρέος ήταν το ίδιο ακόμη και αν οι αξίες αυξομειώνονταν. Προωθείται, επίσης, από την υπεράσπιση πως οι επίδικες συμφωνίες περιλαμβάνουν καταχρηστικές πρόνοιες. Σύμφωνα με τη νομοθεσία που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 Ν. 93(Ι)/1996, καταχρηστική ρήτρα θεωρείται ουσιαστικά κάθε πρόνοια η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από μια σύμβαση (άρθρο 5
(1)). Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν.93
(1)/1996, ρήτρες σε γραπτές συμβάσεις διατυπώνονται με σαφή και κατανοητό τρόπο και σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας γραπτής ρήτρας, υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. Το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε έλλειψη καλής πίστης εκ μέρους των Εναγόντων ή άσκηση ψυχικής ή άλλης αθέμιτης πίεσης ώστε ο Εναγόμενος να συμμετάσχει στο πιο πάνω σχέδιο. Την ίδια στιγμή από μέρους της υπεράσπισης, το θέμα περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στις επίδικες συμφωνίες έχει προωθηθεί με ένα γενικό τρόπο χωρίς καμία επί τούτου εξειδίκευση. Επομένως, το όλο ζήτημα εξαντλείται εδώ. Άλλωστε, ως έχει επισημανθεί στις υποθέσεις Συρίμη και Γρηγορίου (πιο πάνω), και αν ακόμη οποιαδήποτε ρήτρα σε σχετικά έγγραφα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική, τούτο σε καμία περίπτωση δεν απαλλάσσει τον Εναγόμενο από τις υποχρεώσεις τις οποίες είχε αναλάβει, παρά μόνο, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, παρέχεται σε αυτόν το δικαίωμα να τερματίσει τη σύμβαση ή να επιμένει για τη μη εφαρμογή της. Παρομοίως, με γενικότητα και αοριστία τέθηκε η γραμμή της υπεράσπισης αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό μη συμμόρφωση των Εναγόντων με εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Ουδεμία συγκεκριμένη αναφορά έγινε σε σχέση με τις εγκυκλίους που παραβιάστηκαν, ούτε και σε τι αυτές αφορούσαν. Ούτε και ποιες ενέργειες των Εναγόντων συνιστούν τέτοιες παραβάσεις. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως έχει υποδειχθεί στην Ζερβού ν. Euroinvestment & Finance Public Ltd
(2013)1 A.A.Δ. 688, τυχόν παράβαση όρων των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας αποτελεί εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και του εποπτευόμενου, για το οποίο συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις από την Κεντρική Τράπεζα και δεν οδηγεί σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παράβασης εγκυκλίου. Ερχόμενη στο έτερο ζήτημα που εγείρεται και αφορά την αύξηση του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού του Εναγόμενου, κρίνω ότι αυτό έχει εξαντληθεί στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ως προκύπτει πιο πάνω, το Δικαστήριο έχει προβεί σε εύρημα ως προς την ενημέρωση του Εναγόμενου επί τούτου, αλλά και την από μέρους του αποδοχή της αύξησης του ορίου, το οποίο χρησιμοποίησε, εξασφαλίζοντας, μάλιστα, μεγάλα ποσά κερδών. Δεδομένων των όσων αναφέρονται πιο πάνω, το τελευταίο ζήτημα που απομένει να εξεταστεί είναι το ύψος του ποσού το οποίο οφείλει ο Εναγόμενος. Αποτελεί θέση της υπεράσπισης πως τα ποσά που αξιώνουν οι Ενάγοντες περιλαμβάνουν παράνομες χρεώσεις. Προτού προχωρήσω περαιτέρω, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω πως από την πλευρά της υπεράσπισης δεν αμφισβητούνται οι χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενεργήθηκαν και αποτυπώνονται στις καταστάσεις λογαριασμού. Το όλο ζήτημα προωθείται στη βάση της παράνομης χρέωσης τόκου, εφόσον στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού δεν γίνεται καμία άλλη χρέωση. Σε σχέση με το ύψος του ποσού που αξιώνεται, θα πρέπει να εξεταστεί η μαρτυρία του Μ.Ε. 2 και οι αναδομημένες καταστάσεις προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει το ποσό που οφείλεται από τον Εναγόμενο. Σύμφωνα με τη νομολογία, η παρουσίαση αναδομημένου λογαριασμού δεν δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα (βλ. Καλλικάς (πιο πάνω)). Υπενθυμίζεται δε ότι η επί τούτου μαρτυρία του Μ.Υ. 2 απορρίφθηκε για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω. Εξετάζοντας το θέμα, κρίνεται ότι στη βάση των προνοιών της Δεύτερης Συμφωνίας Χρηματοδότησης και ειδικότερα του όρου 2(α) αυτής που προέβλεπε για χρέωση τόκου προς 9% ετησίως, η χρέωση τόκου προς 9% ετησίως για την περίοδο 31.12.1995 - 6.10.1997 είναι δικαιολογημένη. Ακολούθως, δεδομένης της μείωσης του επιτοκίου σε 8,5% ετησίως, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκε ο Εναγόμενος με επιστολή ημερομηνίας 7.10.1997 (Τεκμήριο 23), η ρέωση τόκου 8,5% ετησίως από 7.10.1997 μέχρι την ημερομηνία τερματισμού είναι, επίσης, δικαιολογημένη. Σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας, δεν παραγνωρίζω πως στη βάση των όσων έχουν λεχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κόμπου ν. Universal Bank Limited
(2009)1 Α.Α.Δ. 194, στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 Ν. 160(Ι)/1999, δεν υπάρχει απαγόρευση σχετικά με το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου, φτάνει να συμφωνήσει με αυτό το πρόσωπο που λαμβάνει το δάνειο. Στην προκειμένη περίπτωση, η Δεύτερη Συμφωνία Χρηματοδότησης δεν έδιδε στους Ενάγοντες τη δυνατότητα αύξησης επιτοκίου με ειδοποίηση προς τον Εναγόμενο ή χρέωση τόκου υπερημερίας σε περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας. Επομένως, το όλο θέμα ανάγεται στο κατά πόσον οι Ενάγοντες απέδειξαν ότι υπέστηκαν ζημιά που αναλογεί σε ποσοστό 2% ετησίως. Ως προς τούτο, κρίνω ότι στη βάση της μαρτυρίας του Μ.Ε. 2, δεν έχει αποδειχθεί η ζημιά των Εναγόντων στην έκταση που αυτή απαιτείται. Αν και δεν έχει διαπιστωθεί οποιαδήποτε πρόθεση του Μ.Ε. 2 να ψευσθεί ή να παραπλανήσει το Δικαστήριο, κρίνεται ότι η μαρτυρία του επί του συγκεκριμένου σημείου και μόνο δεν είναι ικανή να αποδείξει ειδικά ότι η ζημιά που υπέστηκαν οι Ενάγοντες είναι της τάξης του 2% ετησίως. Επομένως, το ποσοστό αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί, αλλά ορθό είναι να συνεχιστεί η χρέωση τόκου 8,5% ετησίως ως τα μέρη είχαν συμφωνήσει. Εξετάζοντας, λοιπόν τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, το υπόλοιπο που οφείλεται υπολογίζεται ως εξής: Κατά την ημερομηνία τερματισμού, το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν Λ.Κ. 27.161,
  1. Από αυτό θα πρέπει να αφαιρεθούν τα ποσά που εισπράχθηκαν μετά τον τερματισμό από την ρευστοποίηση των μετοχών, ήτοι Λ.Κ. 33,40, Λ.Κ. 496,65, Λ.Κ. 662,20, Λ.Κ. 993,30, Λ.Κ. 1.324,41, Λ.Κ. 1.655,51 και Λ.Κ. 1.940,59, ήτοι συνολικό ποσό εκ Λ.Κ. 7.106,
  2. Επομένως, το υπόλοιπο του λογαριασμού, εξαιρουμένων των τόκων, κατά την 11.9.2003 είναι Λ.Κ. 20.054,89 (το αντίστοιχο σε €34.265,80). Αναφορικά με τους τόκους, λαμβάνεται υπόψη το επιτόκιο που είχε συμφωνηθεί το οποίο από 31.12.1995 ήταν 9% ετησίως και ακολούθως από 7.10.1997 έγινε 8,5% ετησίως. Υπενθυμίζεται πως στις αναδομημένες καταστάσεις δεν υπάρχει καθόλου κεφαλαιοποίηση του τόκου. Επομένως, μέχρι την ημέρα τερματισμού, οι τόκοι έχουν υπολογισθεί ορθά. Όπως έχει ήδη λεχθεί, δεν έχει δικαιολογηθεί η αύξηση του τόκου σε 10,5%. Αφαιρώντας, λοιπόν, τους τόκους που επιβλήθηκαν από 16.7.2003 και μετά, ήτοι Λ.Κ. 23.943,83 (το αντίστοιχο σε €40.910,46), από το ποσό των €87.737,51 που αντιπροσωπεύει το σύνολο των τόκων που έχουν χρεωθεί, προκύπτει ότι οι συσσωρευμένοι τόκοι μέχρι 15.7.2003 ανέρχονται σε €46.827,
  3. Συνακόλουθα, το ποσό που οφείλεται από τον Εναγόμενο είναι €34.265,80 πλέον οι συσσωρευμένοι τόκοι μέχρι 15.7.2003, ήτοι €46.827,05, πλέον τόκος προς 8,5% ετησίως επί του ποσού των Λ.Κ. 27.161,55 (το αντίστοιχο σε €46.408,26) για την περίοδο 16.7.2003-10.9.2003 πλέον τόκος προς 8,5% ετησίως επί του ποσού των Λ.Κ. 20.054,89 (το αντίστοιχο σε €34.265,80) από 11.9.2003 μέχρι εξοφλήσεως. Με δεδομένα τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καθίσταται προφανές ότι η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου δεν μπορεί να επιτύχει και συνακόλουθα θα πρέπει να απορριφθεί. Συνεπώς, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €81.092,85 πλέον τόκο προς 8,5% ετησίως επί του ποσού των €46.408,26 για την περίοδο 16.7.2003-10.9.2003 πλέον τόκο προς 8,5% ετησίως επί του ποσού των €34.265,80 από 11.9.2003 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται επίσης με έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεδομένης, όμως, της συνεκδίκασης της αγωγής και ανταπαίτησης, μόνο ένα σετ εξόδων επιδικάζεται. (Υπ.) ......................................... Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.