Αναφορικά με την Συνεργατική Εταιρεία Διαχείριση Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ ν. ΜΑΡΙΑ ΛΙΑΣΗ κ.α., Γενική Αίτηση αρ.: 456/2020, 15/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Γενική Αίτηση αρ.: 456/2020 Αναφορικά με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 2 και 52
(1)
(2)
(3)
(4)και
(5)τους τροποποιητικούς αυτούς Νόμους και τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 άρθρα 2 και 21 Αναφορικά με την Συνεργατική Εταιρεία Διαχείριση Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ Αιτήτρια -και-
- ΜΑΡΙΑ ΛΙΑΣΗ, [ ] 33, [ ] [ ], Λευκωσία
- UGLEN SCOATARIN, Οδός [ ] 3, διαμ. [ ], [ ] [ ]
- ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ, [ ] 33, [ ] [ ], Λευκωσία
- ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΤΣΟΥΡΟΥΛΗ, Οδός [ ] 32, [ ] [ ]
- ΠΟΛΑ ΦΑΝΤΙΔΟΥ, Οδός [ ] 6Α, [ ] Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερ. 3.12.2020 για εγγραφή διαιτητικής απόφασης Ημερομηνία: 15.3.2023 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Α. Κοζάκος για κ.κ. Γιώργος Γ. Γιάγκου ΔΕΠΕ Για την Καθ' ης η Αίτηση 1: κ. Ε. Ενταφιανός για κ.κ. Ανδρέας Ενταφιανός ΔΕΠΕ Για την Καθ' ης η Αίτηση 5: κ. Π. Μαυρής για κ.κ. Ελένη Βραχίμη & Σία ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 3.12.2020, η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση (στο εξής «η Αίτηση») εναντίον, μεταξύ άλλων, των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 5 (στο εξής «οι Καθ' ων η Αίτηση»), με την οποία επιζητεί: «Α. Άδεια και/ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου όπως η απόφαση του διαιτητή διορισθέντος από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών ημερ. 10.9.2013 η οποία εκδόθηκε υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3, 4 και 5 καταχωρηθεί και εγγραφεί προς εκτέλεση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας». Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, αναφέρω ότι, σε προηγούμενο στάδιο, εκδόθηκε διάταγμα, ως η παράγραφος (Α) της Αίτησης, εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 4, ενώ η Αίτηση αποσύρθηκε εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 3, με αποτέλεσμα η Αίτηση να παραμείνει για εκδίκαση μόνον αναφορικά με τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και
- Η Αίτηση, βασίζεται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, άρθρα 2 και 52
(1),
(2),
(3),
(4)και
(5)και τους τροποποιητικούς αυτού Νόμους, στους Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρα 2 και 21, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ. 1-9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60, άρθρο 37 και στη συμφυή και διακριτική ευχέρεια του Σεβαστού Δικαστηρίου. Την Αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του κ. Α. Ανδρέου. Σε αυτήν, και στο βαθμό που τα όσα εκεί αναφέρονται και ενδιαφέρουν για την έκδοση της παρούσας απόφασης, ο ομνύοντας αναφέρει ότι για αρκετά χρόνια μέχρι και τις 31.1.2018 ήταν τοποθετημένος ως λειτουργός στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών της Αιτήτριας, ενώ από την 1.2.2018 μεταφέρθηκε ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd (στο εξής «η Altamira»), η οποία δυνάμει σχετικής συμφωνίας, ανέλαβε, μεταξύ άλλων, και το δάνειο που αφορά την Αίτηση. Αναφέρει επίσης ότι τα καθήκοντά του στην Altamira δεν έχουν αλλάξει και παραμένει ένας από τους λειτουργούς που χειρίζονται τις δικαστικές υποθέσεις της Αιτήτριας. Ισχυρίζεται ακόμα ότι, αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν την Αίτηση, έχει προσωπική γνώση, την οποία αντλεί και από έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Όπου δε αναφέρεται σε γεγονότα τα οποία του έχουν μεταφέρει τρίτα πρόσωπα, αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης του, ενώ είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια και την Altamira να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης. Στη συνέχεια, ο ομνύοντας προχωρεί σε αναφορές που αφορούν τις διάφορες μετονομασίες και/ή μεταβολές και/ή μεταφορές που έλαβαν χώρα, μεταξύ άλλων και αυτής που αφορά την μετατροπή και μετονομασία της ΣΠΕ Στροβόλου σε ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ, και ακολούθως στις μεταφορές, μεταβολές και μετονομασίες που κατέληξαν στην Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (στο εξής «η ΣΕΔΙΠΕΣ»), ήτοι την Αιτήτρια. Επισυνάπτει δε ο ομνύοντας το Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης, το οποίο αποτελεί δέσμη εγγράφων που καταδεικνύουν τις εν λόγω μεταβολές, μετατροπές και μεταφορές. Ως προς την επίδικη διαιτητική απόφαση, την εγγραφή της οποίας επιζητεί η Αιτήτρια με την Αίτηση, σημειώνει ο ομνύοντας ότι, στις 10.9.2013 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση από διαιτητή ο οποίος διορίστηκε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3, 4 και 5 (αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα), πιστό αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3, 4 και 5, και επισυνάπτει προς τούτο στην ένορκη δήλωση της Αίτησης (βλ. Τεκμήριο 4) τις σχετικές ένορκες δηλώσεις του επιδότη, από τις οποίες φαίνεται ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στην μεν Καθ' ης η Αίτηση 1, στις 16.7.2020 και στην Καθ' ης η Αίτηση 5 στις 21.10.
- Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, η επίδικη διαιτητική απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση εντός της προθεσμίας των 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της σε αυτούς, και συνεπώς τούτη κατέστη τελεσίδικη. Τέλος, αναφέρει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση οφείλουν στην Αιτήτρια (μέχρι και τις 31.12.2009), το ποσό των €68.314,70 και επισυνάπτει σχετική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 5). Η Αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 5, έκαστος εκ των οποίων καταχώρησε ξεχωριστή Ειδοποίηση για πρόθεση Ένστασης (στο εξής «οι Ενστάσεις» ή «έκαστη Ένσταση»), μέσω των οποίων, στην ουσία προβάλλονται κοινοί λόγοι ένστασης, τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Και τούτο διότι, μέσω της αγόρευσης που καταχωρήθηκε από τον συνήγορο της Καθ' ης η Αίτηση 1, η οποία υιοθετήθηκε πλήρως από τον συνήγορο της Καθ' ης η Αίτηση 5, κατηγοριοποιούνται τούτοι (πρόκειται για κοινούς λόγους ένστασης σε αμφότερες τις Ενστάσεις), κατηγοριοποίηση που ακολουθώ για σκοπούς δομής της παρούσας απόφασης ως εξής:
- Ακυρότητα της Αίτησης λόγω μη συμπερίληψης στη νομική βάση αυτής της Δ.47 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών.
- Έλλειψη νομιμοποίησης της Αιτήτριας να προωθεί την Αίτηση.
- Δεν αποκρυσταλλώνεται ποιος είναι ο δικαιούχος της επίδικης διαιτητικής απόφασης - Η επίδικη διαιτητική απόφαση δεν εκδόθηκε υπέρ της Αιτήτριας, ούτε υπέρ της ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ
- Κατά την έκδοση της επίδικης διαιτητικής απόφασης, δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ και Καθ΄ων η Αίτηση, και επομένως τόσον ο διορισμός του Διαιτητή όσο και η διαιτητική απόφαση είναι εκτός των πλαισίων του Ν. 22/85 και δεν υπάρχει έγκυρη απόφαση για να εγγραφεί.
- Παρατυπία και αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης της Αίτησης - Προσαγωγή μαρτυρικού υλικού το οποίο συνιστά εξ ακοής μαρτυρία. Τις Ενστάσεις των Καθ' ων η Αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση, στην οποία επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι λόγοι ένστασης με περισσότερη λεπτομέρεια και επιχειρηματολογία. Κανένας εκ των ομνύοντων των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την Αίτηση και τις αντίστοιχες Ενστάσεις των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 5 δεν αντεξετάστηκε. Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία από τους διαδίκους. Στην γραπτή του αγόρευση, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση 1 υποστήριξε με σχετική επιχειρηματολογία τις θέσεις της πελάτιδας του, ενώ ο συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση 5 ανέφερε ότι υιοθετεί πλήρως την αγόρευση του συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση
- Διεξήλθα τόσο την Αίτηση, όσο και τις ενστάσεις των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 5, καθώς επίσης και το μαρτυρικό υλικό που τις υποστηρίζει, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων, όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Ένεκα του τρόπου που είναι συνταγμένοι οι λόγοι ένστασης και ειδικότερα του γεγονότος ότι αρκετοί εξ αυτών προωθούνται επί της ίδιας και/ή κοινής βάσης, κρίνω ορθότερο να εξετάσω τα εγειρόμενα από τους Καθ' ων η Αίτηση ζητήματα, με βάση τον διαχωρισμό τους, ως τούτος προβάλλει μέσα από την γραπτή τους αγόρευση, ούτως ώστε να εξεταστούν όλα τα εγειρόμενα από αυτούς ζητήματα.
- Ακυρότητα της Αίτησης λόγω μη συμπερίληψης στη νομική βάση αυτής της Δ.47 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Είμαι της γνώμης ότι, αρχικά, θα πρέπει να καταπιαστώ με τον λόγο ένστασης που εδράζεται επί της θέσης ότι η Αίτηση πάσχει από ακυρότητα, καθότι στη νομική της βάση δεν προσδιορίζεται το νομικό υπόβαθρο δυνάμει του οποίου παρέχεται έρεισμα για την ενεργοποίηση των νομοθετικών προνοιών του Άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν. 22/85). Και τούτο γιατί, σύμφωνα με τους Καθ' ων η Αίτηση, το ζήτημα άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Οι Καθ' ων η Αίτηση στηρίζουν τη θέση τους αυτή στο γεγονός ότι στη νομική βάση της Αίτησης δεν περιλαμβάνεται η Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, παράλειψη η οποία, κατά τους ίδιους, είναι ουσιώδης, καθότι η Δ.47 αποτελεί το δικαιοδοτικό έναυσμα διά του οποίου το Δικαστήριο αντλεί δικαιοδοσία για να επιληφθεί της Αίτησης. Είναι γεγονός ότι η τελεσιδικία της διαιτητικής απόφασης (η οποία τεκμαίρεται νομοθετικά δυνάμει του άρθρου 52
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν. 22/85), δίδει το έναυσμα για την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως εξωδικαστικού διατάγματος δυνάμει της Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Πολιτική Έφεση αρ. 192/13: ΧΧΧ Παπαγεωργίου v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοκκινοτριμιθιάς, απόφαση ημερ. 19.7.2019). Κατά συνέπεια, το ζήτημα είναι κατά πόσο η παράλειψη της Αιτήτριας να συμπεριλάβει στη νομική βάση της Αίτησης τη Δ.47, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να επιληφθεί της Αίτησης. Με κάθε σεβασμό στη θέση των συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, η θέση τους αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη, για τους λόγους που αμέσως πιο κάτω εξηγώ. Η Αίτηση αυτή αποτελεί εναρκτήρια διαδικασία και σε αντίθεση με ενδιάμεση αίτηση, η εγκυρότητα μιας εναρκτήριας διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνεται με βάση τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας[1]. Συνεπώς, το σφάλμα σε εναρκτήρια διαδικασία επιφέρει ακυρότητα μόνον όταν θιγεί το θεμέλιο της διαδικασίας, σε βαθμό που να μην επιτρέπει τη γένεση θέματος προς εκδίκαση. Στην προκειμένη περίπτωση, η παράλειψη αναφοράς της Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στη νομική βάση της Αίτησης, δεν θεωρώ ότι επιφέρει ακυρότητα στην όλη διαδικασία, εφόσον στο σώμα της Αίτησης και στη θεραπεία που επιζητείται, προσδιορίζεται ξεκάθαρα από την Αιτήτρια η διαιτητική απόφαση της οποίας επιζητείται η εγγραφή και εκτέλεση, ενώ πιστό αντίγραφο αυτής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης, σε βαθμό που επιτρέπει σαφέστατα τη γένεση θέματος προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την υπόθεση Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδη κ.α
(1990)1 ΑΑΔ 965, όπου το Εφετείο έκρινε ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την Αίτηση/Έφεση εναντίον απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου στη βάση ότι στη νομική βάση της αίτησης δεν γινόταν αναφορά στο άρθρο 51
(1)του Ν. 9/1965 και ότι αυτό επέφερε ακυρότητα στην αίτηση. Ανέφερε το Ανώτατο Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση, τα εξής: «Η παράλειψη αναφοράς στο άρθρο 51
(1)κρίθηκε από το Δικαστήριο μοιραία για την εγκυρότητα της έφεσης. Και όπως έχει αναφερθεί, η διαπίστωση αυτή αποτέλεσε τον πρώτο λόγο απόρριψής της. Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and Another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120 αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. [.....................................] Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων. Όμως η έφεση από "απόφαση" του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν αποτελεί ενδιάμεση αλλά εναρκτήρια διαδικασία με την έννοια που ενέχει ο όρος αυτός στο άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν14/60 (βλ. ορισμό "αγωγής")[2]. [.....................................] Σε αντίθεση με ενδιάμεση αίτηση η εγκυρότητα εναρκτήριας διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου κρίνεται με βάση τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας, διάκριση την οποία πραγματεύονται οι αποφάσεις Lysandrou v. Schiza and Another, Evagorou v.Christodoulou and Another, N.P. Lanitis v. Panayides. To σφάλμα στην εναρκτήρια κλήση επιφέρει την ακυρότητά της μόνο όταν θίγει το θεμέλιο της διαδικασίας σε βαθμό που να μην επιτρέπει τη γένεση θέματος προς εκδίκαση. Στην προκείμενη περίπτωση η παράλειψη ήταν επουσιώδης και άφησε ανεπηρέαστο το βάθρο της έφεσης ως έγκυρο μέσο για αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή. Συνεπώς η παράλειψη του εφεσείοντα να αναφερθεί στην αίτησή του και στο άρθρο 51
(1)του Ν.9/65 δεν συνεπαγόταν ούτε επέφερε την ακυρότητα της διαδικασίας[3]. Ενόψει όλων όσων αναφέρονται ανωτέρω, κρίνω ότι ο εν προκειμένω λόγος ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση είναι ανεδαφικός και ως εκ τούτου προχωρώ να εξετάζω τους λοιπούς λόγους ένστασης.
- Έλλειψη νομιμοποίησης της Αιτήτριας να προωθεί την Αίτηση. Είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην προώθηση της Αίτησης εφόσον δεν έγινε αλλαγή διαδίκου, δηλαδή η ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ, υπέρ της οποίας εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση, δεν υποκαταστάθηκε ως διάδικος από την Αιτήτρια η οποία είναι και το πρόσωπο που προωθεί την Αίτηση. Ισχυρίζονται ότι θα έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία της Δ.12 θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ούτως ώστε η Αιτήτρια ως νέος πλέον διάδικος να συνεχίσει να διατηρεί δικαιώματα επί της επίδικης διαιτητικής απόφασης, εφόσον, στη βάση του Τεκμηρίου 1 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης, η ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ, έπαψε να υφίσταται. Με κάθε σεβασμό προς τις θέσεις των συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, δεν προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα υποκατάστασης διαδίκου βάσει της Δ.12 θ. 4 και ως εκ τούτου το όλο επιχείρημα τους είναι ανεδαφικό. Και εξηγώ γιατί. Η Αίτηση προωθείται από την Αιτήτρια, η οποία είναι πλέον, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης, η μόνη δικαιούχος, μεταξύ άλλων, των δικαιωμάτων που απορρέουν από την επίδικη διαιτητική απόφαση, εφόσον αυτή είναι το πρόσωπο το οποίο εν τέλει ανέλαβε (μετά από τις διάφορες μεταφορές, μεταβολές και μετονομασίες) όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ, και επομένως είναι το μόνο πρόσωπο το οποίο σήμερα νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα Αίτηση. Σε αντίθεση με τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 388/2011, απόφαση ημερ. 7/7/2017, στην οποία με παρέπεμψαν οι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση, η Αίτηση αυτή δεν αφορά μέτρο εκτέλεσης υφιστάμενης δικαστικής απόφασης, η οποία εξασφαλίστηκε από πρόσωπο άλλο από αυτό που προωθεί το μέτρο εκτέλεσης της. Εκείνο που επιζητείται με την Αίτηση, είναι η εγγραφή της επίδικης διαιτητικής απόφασης στο μητρώο δικαστικών αποφάσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, για να λάβει πλέον την ισχύ δικαστικής απόφασης και να προχωρήσει, ακολούθως, η Αιτήτρια, ούσα το μόνο πρόσωπο το οποίο έχει σήμερα δικαιώματα επί της επίδικης διαιτητικής απόφασης, στην εκτέλεση αυτής. Αντίθετη προσέγγιση, θα οδηγούσε στο παράλογο σκεπτικό ότι η Αιτήτρια θα έπρεπε προτού προωθήσει την παρούσα αίτηση, να προχωρήσει σε αίτηση τροποποίησης στη βάση της Δ.12 θ. 4, σε μία διαιτητική διαδικασία η οποία έχει περατωθεί και στην οποία δεν υπάρχει πλέον διορισμένος διαιτητής (εφόσον τα καθήκοντα του και η δικαιοδοσία του εξέπνευσαν με την έκδοση της διαιτητικής απόφασης), με σκοπό να υποκαταστήσει την ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ, υπέρ της οποίας εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω και αυτόν τον λόγο ένστασης ως ανεδαφικό και ως εκ τούτου απορρίπτεται.
- Δεν αποκρυσταλλώνεται ποιος είναι ο δικαιούχος της επίδικης διαιτητικής απόφασης - Η επίδικη διαιτητική απόφαση δεν εκδόθηκε υπέρ της Αιτήτριας, ούτε υπέρ της ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ Λόγω του ότι οι δύο πιο πάνω λόγοι ένστασης έχουν κοινό υπόβαθρο, κρίνεται σκόπιμο όπως αυτοί εξεταστούν μαζί. Αποτελεί θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση δεν εκδόθηκε υπέρ της Αιτήτριας αλλά ούτε υπέρ της ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ, εφόσον η τελευταία κατέστη ως υπαρκτό νομικό πρόσωπο την 1.12.2013, ενώ η επίδικη διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στις 10.9.2013 (ήτοι ημερομηνία προγενέστερη της μετονομασίας και μετατροπής της ΣΠΕ Στροβόλου σε ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ). Ως εκ τούτου, ισχυρίζονται ότι δεν είναι ξεκάθαρο ποιος είναι ο δικαιούχος της επίδικης διαιτητικής απόφασης και ότι αυτή δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, έγκυρη για εγγραφή. Με κάθε σεβασμό, ούτε αυτή η θέση των Καθ' ων η Αίτηση με βρίσκει σύμφωνη. Και εξηγώ. Παρά το γεγονός ότι ο ομνύοντας, στην παράγραφο 2 της ένορκης του δήλωσης στην Αίτηση, αναφέρει ότι η ΣΠΕ Στροβόλου με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών της αποφάσισε όπως η ευθύνη των μελών της μετατραπεί από απεριόριστη σε περιορισμένη, και ως εκ τούτου την 1.12.2013 η ΣΠΕ Στροβόλου μετονομάστηκε σε ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ, από το Τεκμήριο 1 της ρηθείσας ένορκης δήλωσης, και πιο συγκεκριμένα από τη σχετική Γνωστοποίηση της ΣΠΕ Στροβόλου, διαφαίνεται ότι η μετατροπή της ΣΠΕ Στροβόλου σε ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ, είχε ημερομηνία έναρξης ισχύς την 1.2.2013 και όχι την 1.12.
- Επομένως, είναι εμφανές από την έγγραφη μαρτυρία, η οποία επισυνάπτεται προς υποστήριξη της Αίτησης, ότι κατά την ημερομηνία έκδοσης της διαιτητικής απόφασης, ήτοι στις 10.9.2013, η ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ ήταν υπαρκτό πρόσωπο υπέρ του οποίου εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση. Συναφώς, ήταν τότε και η δικαιούχος των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν. Σε ότι δε αφορά τους ισχυρισμούς ότι η Αιτήτρια δεν είναι η δικαιούχος της επίδικης διαιτητικής απόφασης, δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τα όσα έχω αναφέρει στο σημείο
(2)ανωτέρω, και τα οποία καλύπτουν το όλο ζήτημα. Επομένως, ατεκμηρίωτος και απορριπτέος και αυτός ο λόγος ένστασης.
- Κατά την έκδοση της επίδικης διαιτητικής απόφασης, δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ και Καθ΄ων η Αίτηση, και επομένως τόσον ο διορισμός του Διαιτητή όσο και η διαιτητική απόφαση είναι εκτός των πλαισίων του Ν. 22/85 και δεν υπάρχει έγκυρη απόφαση για να εγγραφεί. Ο πιο πάνω λόγος ένστασης εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, εγείρεται στη βάση των ισχυρισμών τους ότι κατά την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης διαιτητικής απόφασης, η ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ, δεν αποτελούσε ακόμη υπαρκτό πρόσωπο και το μόνο υπαρκτό πρόσωπο υπέρ του οποίου ενδεχομένως να μπορούσε να εκδοθεί η επίδικη διαιτητική απόφαση ήταν η ΣΠΕ Στροβόλου. Κρίνω σκόπιμο και αναγκαίο στο σημείο αυτό να υπενθυμίσω τις αρχές βάσει των οποίων εξετάζεται μία αίτηση εγγραφής διαιτητικής απόφασης στη βάση του Άρθρου 52 του Ν. 22/
- Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης, είναι διαδικαστικής μορφής διαδικασία. Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των διαδικαστικών προϋποθέσεων που καθορίζονται στο άρθρο 52
(2)του Ν. 22/85 και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας που σχετίζονται με την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης. Τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο στα πλαίσια έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52
(4)του Νόμου 22/85. Στην υπόθεση Πιττάκα ν. Γ. & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895, λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τη δυνατότητα εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4). «Το λεκτικό του άρθρου 21 είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του άρθρου 26
(1)του Αγγλικού Arbitration Act του
- Σύμφωνα με το Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παράγραφος 713: «Το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση.»» Στην απόφαση Μ. Χριστοφή v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λατσιών, Πολιτική Έφεση 87/11, ημερ. 20.6.2014, κρίθηκε πως αίτηση που καταχωρήθηκε για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, ενώ είχε καταχωρηθεί και ένσταση κατά της εγγραφής διαιτητικής απόφασης, ουσιαστικά αποτελούσε παλινδρόμηση της διαδικασίας. Υπογράμμισε δε το εξής, υιοθετώντας σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς Πολιτική Έφεση 357/2008 ημερ. 11.4.2012: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει οτιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο ενήργησε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του και ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες νομικές αρχές.» Επιβεβαιώνεται με τις ανωτέρω αποφάσεις και συγγράμματα, ότι το Δικαστήριο ουσιαστικά δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς, ούτε εκδικάζει τη διαφορά που προέκυψε, απλά ελέγχει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για να διατάξει την εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης. Στην υπό κρίση περίπτωση, είναι κοινώς αποδεκτό (αφού δεν έχει αμφισβητηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση) ότι τούτοι ειδοποιήθηκαν για την καθορισθείσα ημερομηνία διαιτησίας, όπως αυτό φαίνεται από το πιστό αντίγραφο της Δήλωσης Παραλαβής Ειδοποίησης Διαιτησίας (το οποίο αποτελεί το Τεκμήριο 2 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης), το οποίο υπογράφεται προσωπικά από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και
- Εντούτοις, οι ίδιοι επέλεξαν να μην εμφανιστούν σε αυτήν, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 3 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης. Περαιτέρω, δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση ότι τους επιδόθηκε, διά ιδιώτη επιδότη, η επίδικη διαιτητική απόφαση (βλ. Τεκμήριο 4 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτηση). Παρ' όλα αυτά, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν προχώρησαν στην καταχώρηση έφεσης, δυνάμει του άρθρου 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου[4], με αποτέλεσμα η επίδικη διαιτητική απόφαση να καταστεί τελεσίδικη. Στη βάση των πιο πάνω καλά εμπεδωμένων νομολογιακών αρχών, κρίνω ότι οι όποιες θέσεις προβάλλονται εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, με τις οποίες επιδιώκουν να θέσουν εν αμφιβόλω το νόμιμο ή νομότυπο του διορισμού του Διαιτητή ή με τις οποίες θέλουν να περιβάλουν με παρανομία τη διαδικασία έκδοσης της επίδικης διαιτητικής απόφασης, και ειδικότερα να ισχυριστούν ότι αυτή δεν εκδόθηκε στα πλαίσια του Ν. 22/85 και δεν είναι έγκυρη, αποτελούν ζητήματα ουσίας, τα οποία θα μπορούσαν να ελεγχθούν μόνο στα πλαίσια έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης, δυνάμει του Άρθρου 52
(4)του Ν. 22/85, κάτι που οι Καθ' ων η Αίτηση επέλεξαν να μην πράξουν. Ως εκ τούτου, ούτε αυτός ο λόγος ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση ευσταθεί. 5. Παρατυπία και αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης της Αίτησης - Προσαγωγή μαρτυρικού υλικού το οποίο συνιστά εξ ακοής μαρτυρία Εγείρεται η θέση εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο ομνύοντας δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, καθότι ο ίδιος δεν έχει ιδίαν γνώση των γεγονότων που αναφέρει σε αυτήν και επομένως η ένορκη δήλωση του πάσχει από αντικανονικότητα και είναι παράτυπη. Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι ο ομνύοντας, για λογαριασμό της Αιτήτριας, αναφέρει ξεκάθαρα στην παράγραφο 1 της ένορκής του δήλωσης ότι γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, ότι παραμένει ένας από τους λειτουργούς που χειρίζονται τις δικαστικές υποθέσεις της Αιτήτριας και έχει στην κατοχή του έγγραφα και/ή αντίγραφα εγγράφων που αφορούν την παρούσα υπόθεση είτε λόγω προσωπικής γνώσης είτε από όσα προκύπτουν από τα εν λόγω έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Οι ισχυρισμοί του αυτοί παρέμειναν αναντίλεκτοι καθότι, αφενός δεν αντεξετάστηκε επ' αυτών και αφετέρου δεν παρουσιάστηκε πειστική μαρτυρία από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση που να θέτει εν αμφιβόλω τούτους. Όσον δε αφορά στον ισχυρισμό ότι δεν αποδείχθηκε η σχέση μεταξύ της Αιτήτριας με την Altamira (εφόσον η σχετική συμφωνία διαχείρισης δεν επισυνάπτεται στην Αίτηση) και ως εκ τούτου δεν προσδίδεται νομιμοποίηση στον ομνύοντα να προβαίνει στην εν λόγω ένορκη δήλωση, εφόσον δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της παρούσας, θεωρώ τις σχετικές αναφορές του ομνύοντα για λογαριασμό της Αιτήτριας επαρκείς προς απόδειξη του ρηθέντος ισχυρισμού (ήτοι της ύπαρξης της εν λόγω συμφωνίας). Σημειώνεται, συναφώς, από τη μία, η μη αντεξέταση του επί των ρηθέντων αναφορών του και από την άλλη τη μη προσκόμιση από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση μαρτυρίας που να θέτει πειστικά εν αμφιβόλω τον εν λόγω ισχυρισμό. Επομένως, οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο ομνύοντας δεν έχει γνώση των επίδικων γεγονότων και δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, παρέμειναν αίολοι και ατεκμηρίωτοι. Εν πάση περιπτώσει και για σκοπούς πληρότητας, είναι νομολογημένο ότι στις περιπτώσεις που ο ομνύων έχει προσωπική γνώση ως προς τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται, αυτή η γνώση του δεν διαπιστώνεται μόνο από την σχετική διαβεβαίωση που δίνει στην ένορκη δήλωση. Μπορεί επίσης, χωρίς την ύπαρξη τέτοιας διαβεβαίωσης, η προσωπική του γνώση για τα γεγονότα να αποδεικνύεται από το ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης και τα έγγραφα που επισυνάπτει. Σχετική είναι η υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1Β Α.Α.Δ 829, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Εκείνο που έχει σημασία σε μια τέτοια περίπτωση δεν είναι αν ο ομνύων είχε ή όχι προσωπική εμπλοκή ή γνώση σε κάθε στάδιο της εξελικτικής πορείας της δικαιοπραξίας, αλλά το σημαντικό είναι το κατά πόσο παρουσιάζει στο Δικαστήριο μαρτυρία η οποία είναι αποδεκτή κατά το δίκαιο της απόδειξης και σχετική, με την έννοια ότι μπορεί, με βάση αυτή, να αποδειχθούν οι διάφορες πτυχές της αξίωσης. Εδώ είναι φανερό ότι η όποια γνώση και πληροφόρηση του ομνύοντα προέρχεται και εκπηγάζει από τα έγγραφα τα οποία προσφέρονται ως δεόντως τηρηθέντα από τον Οργανισμό στον οποίο υπηρετεί και τα οποία συνιστούν αποδεκτή εξ ακοής μαρτυρία. Ο σκοπός στον οποίο φαίνεται να στοχεύουν οι πρόνοιες της Δ.39, θ.2 είναι άλλος. Δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κάτι που ένας ενόρκως δηλών έχει πληροφορηθεί χωρίς να αναφέρει με ποίον τρόπο το πληροφορήθηκε, ούτε και κάτι που ο ομνύων εκφέρει ως άποψη ή πεποίθηση, χωρίς να διευκρινίζει πού την βασίζει. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η πηγή πληροφόρησης του ομνύοντα είναι φανερή και έχει παρουσιαστεί προς έλεγχο του Δικαστηρίου μέσω των επισυναφθέντων εγγράφων. Σημειώνουμε περαιτέρω ότι εν πάση περιπτώσει, η σημασία της πιο πάνω προϋπόθεσης έχει μειωθεί, μετά που η εξ ακοής μαρτυρία κατέστη γενικά αποδεκτή δια νόμου [Περί Αποδείξεως (Τροποποιητικός) Νόμος αρ. 32(Ι)/2004].» Στην παρούσα περίπτωση, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, ο ομνύοντας, πέραν του ότι αναφέρει ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης, προβαίνει και σε αναφορά στα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αίτημα για εγγραφή της επίδικης διαιτητικής απόφασης, παραθέτοντας ως τεκμήρια πιστά αντίγραφα των εγγράφων που αφορούν στις προϋποθέσεις που σχετίζονται με την εγγραφή μίας διαιτητικής απόφασης. Επομένως, προκύπτει από προσεκτική μελέτη του συνόλου της εν λόγω ένορκης δήλωσης και των εγγράφων που την συνοδεύουν ότι ο ομνύοντας, ως εκ της θέσης του, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Σε ότι αφορά δε τον ισχυρισμό των Καθ' ων η Αίτηση ότι με την ένορκη δήλωση της Αίτησης κατατίθεται υλικό το οποίο συνιστά εξ ακοής μαρτυρία, εφόσον ελλείπουν από τη διαδικασία τα πρωτότυπα της Δήλωσης Παραλαβής Ειδοποίησης Διαιτησίας για την καθορισθείσα ημερομηνία διαιτησίας και της επίδικης διαιτητικής απόφασης και αντ' αυτών καταχωρήθηκαν πιστά αντίγραφα, χωρίς να αναφέρει ο ομνύοντας ποιος τα πιστοποιεί, με κάθε σεβασμό κρίνω και αυτή τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση ανεδαφική και ατεκμηρίωτη. Κατ' αρχάς, και ως αυτό προκύπτει βάσει του Άρθρου 34 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, επιτρέπεται η κατάθεση ή προσαγωγή εγγράφου που κατά τα άλλα είναι αποδεκτή μαρτυρία υπό μορφή αντιγράφου, έστω και αν το πρωτότυπο υφίσταται, εφόσον «δίδεται επαρκής δικαιολογία για τη μη προσαγωγή του πρωτότυπου». Στην προκειμένη περίπτωση, ο ομνύοντας εξηγεί στην παράγραφο 5 της ένορκης του δήλωσης ότι «παρά τις προσπάθειες για ανεύρεση των πρωτότυπων εγγράφων τόσο της Διαιτητικής Απόφασης ημερ. 10.9.2013, όσο και της Δήλωσης Παραλαβής Ειδοποίησης Διαιτησίας, δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθούν από την Αιτήτρια, για αυτό καταχωρήθηκαν πιστά αντίγραφα των πρωτότυπων εγγράφων». Δίδεται επομένως, σαφής και επαρκής εξήγηση γιατί καταχωρήθηκαν πιστά αντίγραφα και όχι τα πρωτότυπα έγγραφα, η οποία εξήγηση δεν αμφισβητήθηκε. Εν πάση περιπτώσει, ανεδαφική κρίνεται και η θέση ότι ο ομνύοντας δεν αναφέρει ποιος πιστοποιεί τα εν λόγω αντίγραφα, εφόσον σε έκαστο των Τεκμηρίων 2 και 3 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης, φέρεται σφραγίδα πιστού αντίγραφου, η οποία αναγράφει ότι υπογράφεται «για Ανώτερο Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών» και φέρει σχετική υπογραφή. Με τις πιο πάνω παρατηρήσεις και κρίσεις μου, έχω, στην ουσία, αποφανθεί επί όλων των εγειρόμενων από τους Καθ' ων η Αίτηση, μέσω της αγόρευσης τους, ζητημάτων. Η δε κρίση μου να μην αποδεχθώ καμία εκ των εισηγήσεων τους, καθιστά πλέον αναγκαία την εξέταση του κατά πόσο η Αιτήτρια, με τη μαρτυρία που παρουσίασε, κατάφερε να αποδείξει ότι θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου (βλέπε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν Άντυ Κυριακίδη κ.α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 716 και Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου (ανωτέρω)), για να εκδοθεί διάταγμα εγγραφής και καταχώρησης στο Δικαστήριο μιας διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης, θα πρέπει ο αιτητής να αποδείξει ότι η απόφαση εκδόθηκε αρμοδίως από διορισθέντα, συμφώνως του νόμου, διαιτητή, ότι τούτη φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας έγκυρης διαιτητικής απόφασης, δηλαδή ότι το περιεχόμενο της είναι ξεκάθαρο και σαφές ως προς το ποιος διατάσσεται και τι να πράξει (βλ. επίσης άρθρο στο The Journal of the Institute of Arbitration, Arbitration
(2000), issue 66
(2), σελ. 79-82 των OReily, M και Sfakianaki, E, υπό τον τίτλο Arbitral awards: contents, requirements and layout) και ότι η εν λόγω απόφαση γνωστοποιήθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι δεν καταχώρησαν έφεση εντός της προθεσμίας των 21 ημερών που προβλέπει το άρθρο 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Η Αιτήτρια, στην υπό εξέταση υπόθεση, με τη μαρτυρία που προσκόμισε, ικανοποίησε όλες τις προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία. Και τούτο γιατί, απέδειξε ότι: (α) εκδόθηκε νόμιμα διαιτητική απόφαση, από αρμόδιο διαιτητή, στον οποίο νομότυπα παραπέμφθηκε διαφορά των μερών, και μετά που οι Καθ' ων η Αίτηση πληροφορήθηκαν για τη διεξαγωγή της διαιτησίας, στην οποία δεν παρευρέθηκαν, (β) το κείμενο και/ή η εικόνα της επίδικης διαιτητικής απόφασης, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης, ώστε να είναι επιδεκτική εκτέλεσης, εφόσον μελετώντας το λεκτικό της προκύπτει ξεκάθαρα η απόφαση του διαιτητή να επιδικάσει υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον, μεταξύ άλλων, των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 5 (αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα) το ποσό των €45.579,39 πλέον 9% τόκο ετησίως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων 2 φορές το χρόνο και συγκεκριμένα την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους από 10.9.2013 μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον €150 έξοδα, (γ) η επίδικη διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε δεόντως στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 5, και (δ) οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 5, δεν καταχώρησαν οποιανδήποτε έφεση εντός της προκαθορισμένης από τον νόμο χρονικής περιόδου (21 ημερών) από την γνωστοποίηση σε αυτούς της εν λόγω διαιτητικής απόφασης. Κατάληξη Με τα πιο πάνω δεδομένα, καθίσταται έκδηλο ότι η υπό εξέταση Αίτηση θα πρέπει να επιτύχει και κατά ακολουθία να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 5, ως η παράγραφος (Α) της Αίτησης. Ως προς τα έξοδα, δεν βλέπω κανέναν λόγο γιατί τούτα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Αίτησης και ως εκ τούτου, τούτα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 5, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ν. Πετρίδου, Πρ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]Lysandrou v. Schiza and Another
(1979)1 C.L.R 267, Evagorou v. Christodoulou and Another
(1982)1 C.L.R 771, N.P.Lanitis v. Panagides
(1986)1 C.L.R 494 [2] υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου. [3] υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου. [4] σύμφωνα με το οποίο: «Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο