← Κύπρος

B2KAPITAL CYPRUS LTD ν. ΑΧΙΛΛΕΑΣ Τ. ΠΑΝΑΓΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1153/2015, 16/5/2023

B2KAPITAL CYPRUS LTD ν. ΑΧΙΛΛΕΑΣ Τ. ΠΑΝΑΓΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1153/2015, 16/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A105 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1153/2015 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων v.

  1. ΑΧΙΛΛΕΑΣ Τ. ΠΑΝΑΓΗ
  2. ΜΑΡΟΥΛΛΑ ΦΑΡΑΖΗ Εναγομένων Και δυνάμει Ειδοποίησης ημερομηνίας 11/11/2021 (αρ. 18 Ν. 169(Ι)/2015) Μεταξύ: B2KAPITAL CYPRUS LTD Εναγόντων v.
  3. ΑΧΙΛΛΕΑΣ Τ. ΠΑΝΑΓΗ
  4. ΜΑΡΟΥΛΛΑ ΦΑΡΑΖΗ Εναγομένων Ημερομηνία: 16 Μαΐου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Ε. Νικολάου για Μάρκος Π. Σπανός & Σία Για Εναγόμενους: κα Ε. Σατράκη Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή - Δικογραφία Η αγωγή καταχωρίστηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (η Τράπεζα Κύπρου), με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο, την 12/03/2015, η Έκθεση Απαίτησης του οποίου τροποποιήθηκε με διάταγμα Δικαστηρίου την 18/04/
  5. Την 11/11/2021 η Τράπεζα Κύπρου υποκαταστάθηκε ή/και αντικαταστάθηκε στην παρούσα υπόθεση από την B2KAPITAL CYPRUS LTD (η B2KAPITAL), ως η σχετική ειδοποίηση που καταχωρίστηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου την 11/11/2021 δυνάμει του άρθρου 18

(4)του Ν. 169(Ι)/2015, όπως έχει τροποποιηθεί. Όπου στη συνέχεια θα γίνεται αναφορά σε Ενάγοντες θα εννοείται η Τράπεζα Κύπρου και η B2KAPITAL, ανάλογα με την χρονική περίοδο. Η αξίωση στην παρούσα αγωγή αφορά υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού που ανέρχεται στο ποσό των €12.230,07, πλέον τόκο προς 8,75% ετησίως επί ποσού €11.131,44 από 18/11/2014 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιούμενου την 30/06 και την 31/12 εκάστου έτους. Ως θα αναφερθεί και στη συνέχεια, η εν λόγω αξίωση περιορίστηκε κατά την ακρόαση, όσον αφορά τον Εναγόμενο 1, στο ποσό των €20.422,98 πλέον τόκο προς 6,75% ετησίως επί ποσού €20,114,24 από 21/09/2022 μέχρι εξόφλησης και, όσον αφορά την Εναγόμενη 2, στο ποσό των €7.006,12 πλέον τόκο προς 7% ετησίως επί ποσού €6.896,35 από 21/09/2022 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου, σε αμφότερες περιπτώσεις, δύο φορές ετησίως, την 30/06 και την 31/12 εκάστου έτους. Σύμφωνα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, ο Εναγόμενος 1 ενάγεται ως πρωτοφειλέτης δυνάμει μίας συμφωνίας ημ. 14/07/1988 για παροχή από τους Ενάγοντες πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο υπέρβασης, που συμφωνήθηκε μεταγενέστερα (την 18/06/2010) η αύξησή του στο ποσό των €3.000 και ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο των Εναγόντων, το οποίο τότε ανερχόταν σε 5,25%, προσαυξημένο κατά 1,75% (σύνολο 7%). Η Εναγόμενη 2 ενάγεται ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1 σε σχέση με τον προαναφερόμενο τρεχούμενο λογαριασμό μέχρι ποσού €3.000, πλέον τόκους, χρεώσεις και έξοδα, δυνάμει συμβάσεων εγγύησης ημ. 27/08/2008 και 28/06/
  1. Σύμφωνα πάντα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, λόγω υπέρβασης του εγκεκριμένου ορίου, κατά παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, οι Ενάγοντες απέστειλαν στους Εναγόμενους προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 08/04/2014 και, στη συνέχεια, επιστολές τερματισμού ημ. 18/09/2014, με τις οποίες τερμάτισαν την λειτουργία του πιο πάνω τρεχούμενου λογαριασμού και κάλεσαν τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν άμεσα ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό, χωρίς όμως οι τελευταίοι να το πράξουν. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν κοινή έκθεση υπεράσπισης την 27/04/2015 και τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης την 30/05/
  2. Ενώ με αυτήν γίνεται παραδεχτή η σύναψη των επίδικων συμφωνιών και η παραχώρηση της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης σε τρεχούμενο λογαριασμό, η βασική θέση που προβάλλεται είναι πως περί τον Φεβρουάριο του 2013 οι Εναγόμενοι παγοποίησαν τον εν λόγω λογαριασμό (όταν το χρεωστικό του υπόλοιπο ήταν περίπου €5.086,24) και έδωσαν εντολή στους Ενάγοντες όπως ακυρώσουν όλες τις εντολές πληρωμής που είχαν δώσει για πληρωμή ρεύματος, τηλέφωνα κλπ μέσω του πιο πάνω λογαριασμού. Όμως οι Ενάγοντες, κατά παράβαση των ως άνω εντολών και παρά το ότι οι Εναγόμενοι τους κάλεσαν επανειλημμένα να σταματήσουν τις εν λόγω πληρωμές, συνέχισαν μετά την πιο πάνω ημερομηνία να χρεώνουν τον λογαριασμό προς όφελος της ασφαλιστικής εταιρείας Euro Life με το ποσό των €224,33 μηνιαίως, με αποτέλεσμα το χρεωστικό υπόλοιπο περί τις 29/11/2014 να αυξηθεί σε €12.356,
  3. Προβάλλεται, περαιτέρω, ότι οι Ενάγοντες αύξησαν χωρίς την συγκατάθεση των Εναγομένων το όριο του λογαριασμού και ή προέβαιναν σε πληρωμή καθ' υπέρβαση του ορίου και της συμφωνίας ανοίγματος λογαριασμού. Προβάλλεται, ακόμα, ότι η Εναγόμενη 2 παρείχε εγγύηση για το ποσό των €3.000 μόνο και συνεπώς δεν ευθύνεται για πληρωμή ποσού μεγαλύτερου από αυτό, ενώ προβάλλεται, επίσης, ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν μόνο το ποσό των €3.000 και όχι οτιδήποτε περισσότερο. Καταχωρίστηκε απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση την 03/06/
  4. Με αυτήν οι Ενάγοντες παραδέχονται ότι χρέωναν τον λογαριασμό προς όφελος της ασφαλιστικής εταιρείας Eurolife Ltd με το ποσό των €224,33, ως οι εντολές των Εναγομένων, ενώ αρνούνται ότι οι Εναγόμενοι παγοποίησαν τον επίδικο λογαριασμό και ότι έδωσαν σε αυτούς την ισχυριζόμενη εντολή ακύρωσης των εν λόγω εντολών. Αναφέρουν, ακόμα, ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ή/και αμφισβήτησαν τις οποιεσδήποτε χρεώσεις και ισχυρίζονται ότι ουδέποτε παραβίασαν οποιοδήποτε όρο της μεταξύ των μερών συμφωνίας καθώς και ότι οποιεσδήποτε μεταβολές - αυξήσεις του ορίου του επίδικου λογαριασμού ήταν καθ' όλα νόμιμες και/ή έγκυρες και/ή συμφωνημένες. Β. Σύνοψη Μαρτυρίας Για να αποδείξουν την υπόθεσή τους, οι Ενάγοντες κάλεσαν μόνο ένα μάρτυρα, τον Ανδρέα Βανέζη (Μ.Ε.1), υπεύθυνο λειτουργό στην υπηρεσία των Εναγόντων αναφορικά με υποθέσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων που οδηγούνται στα Δικαστήρια, ο οποίος εργαζόταν στην Τράπεζα Κύπρου από το 1987 μέχρι και το
  5. Ο Μ.Ε.1 υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέτασή του γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), στο πλαίσιο της οποίας μαρτύρησε για την νομική υπόσταση τόσο της Τράπεζας Κύπρου, η οποία ανέφερε ότι είναι τραπεζικός οργανισμός που διεξάγει τραπεζικές εργασίες σε όλη την Κύπρο, όσο και της B2KAPITAL, η οποία ανέφερε ότι αποτελεί εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων που αδειοδοτήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα την 10/05/2018 (Τεκμήρια 1 και 2). Αναφέρθηκε, επίσης, στη συμφωνία πώλησης και μεταβίβασης της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης που έγινε από την πρώτη στη δεύτερη, η οποία ολοκληρώθηκε στις 08/05/2020, καταθέτοντας ως Τεκμήρια 3 - 19 τις επιστολές που στάληκαν στους Εναγόμενους προς ενημέρωσή τους για την εν λόγω μεταβίβαση. Περαιτέρω, έδωσε μαρτυρία για την αξίωση των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή, όπως αυτή περιορίστηκε στα ποσά που προαναφέρθηκαν για τον κάθε Εναγόμενο, σύμφωνα με αναδομημένες καταστάσεις που κατέθεσε κατά την μαρτυρία του[1], παρουσιάζοντας επίσης και τα σχετικά με την παρούσα αγωγή έγγραφα που είχε στην κατοχή του και τα οποία επιμαρτυρούν την εν λόγω αξίωση, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 20 - 37 και 40 -
  6. Απορρίπτοντας ως αναληθείς και παραπλανητικούς τους δικογραφημένους στην υπεράσπιση ισχυρισμούς, ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε παγοποίησαν ή έδωσαν οδηγίες για παγοποίηση του επίδικου λογαριασμού και ουδέποτε έδωσαν οδηγίες, τουλάχιστον γραπτώς, προς τους Ενάγοντες να σταματήσουν και ακυρώσουν όλες τις εντολές πληρωμών πριν τον τερματισμό του εν λόγω λογαριασμού. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ακύρωσε την εντολή πληρωμής προς όφελος της ασφαλιστικής εταιρείας Eurolife αλλά με χειρόγραφη γραπτή εντολή του προς την Τράπεζα Κύπρου στις 30/03/2015 (Τεκμήριο 38), μετά τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού, ζητούσε την διακοπή της ασφάλειας και απόδοσή της προς όφελος των οφειλών της εταιρείας A & B DIAGNOSTIKA CHEMICALS LIMITED (η Εταιρεία), της οποίας είναι διευθυντής και έχει συμφέρον (ως το έντυπο από το ηλεκτρονικό αρχείο του εφόρου εταιρειών, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 39). Από την άλλη, για την υπεράσπιση κατέθεσαν ο Εναγόμενος 1 και η Εναγόμενη
  7. Ο Εναγόμενος 1 υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέτασή του γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β), στο πλαίσιο της οποίας ισχυρίστηκε ότι, ενώ ο τρεχούμενος λογαριασμός του ήταν αδρανής και είχε υπέρβαση, συνέχισε για δύο χρόνια να χρεώνεται με την πληρωμή μηνιαίως του ποσού των €224,33, το οποίο αφορούσε ασφάλιστρο για την ασφάλεια ζωής που είχε στην Eurolife, παρά το ότι ζήτησε τόσο τηλεφωνικώς όσο και με επιστολές του προς την Τράπεζα Κύπρου (Τεκμήρια 44 και 45) να σταματήσει η πληρωμή του εν λόγω ποσού από τον λογαριασμό του καθώς και την ακύρωση της εν λόγω ασφάλειας. Αποδέχεται ότι οφείλει στους Ενάγοντες μόνο το ποσό των €3.000, που ήταν το όριο παρατραβήγματος του τρεχούμενου λογαριασμού του, καταλογίζοντας περαιτέρω στην Τράπεζα Κύπρου ότι υπερχρέωσε ανεπίτρεπτα τον λογαριασμό του πέραν του ορίου του και ότι ενήργησε καταχρηστικά. Η Εναγόμενη 2 υιοθέτησε, επίσης, κατά την κυρίως εξέτασή της, γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Γ), στο πλαίσιο της οποίας ισχυρίστηκε ότι εγγυήθηκε τον τρεχούμενο λογαριασμό του συζύγου της, Εναγόμενου 1, μόνο όμως μέχρι το ποσό των €3.000, υποστηρίζοντας έτσι ότι είναι αυτό το ποσό που οφείλει στους Ενάγοντες. Περαιτέρω, αμφότεροι οι Εναγόμενοι αποδίδουν στο υπόλοιπο διεκδικούμενο από τους Ενάγοντες ποσό ότι είναι προϊόν παράνομων χρεώσεων και ενεργειών τους. Γ. Νομική Πτυχή Στην υπό εξέταση περίπτωση, όπως και σε άλλες παρόμοιες υποθέσεις που αφορούν την είσπραξη τραπεζικού χρέους, για την επιτυχία της αξίωσης, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης είναι τα ακόλουθα: (α) η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων μαζί με τους όρους της, (β) η παράβαση όρου της σύμβασης, (γ) ο τερματισμός της σύμβασης και (δ) το οφειλόμενο υπόλοιπο (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 και Πέτρου Κόκκινου κ.α. ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολ. Έφεση 386/2014 ημ. 20/03/2023, ECLI:CY:AD:2023:A124). Δ. Αξιολόγηση Μαρτύρων και Ευρήματα Δικαστηρίου Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και έχω εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, στο βαθμό που αυτή αφορά τα αμφισβητούμενα και επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης[2], με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[3] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου ότι δεν αναμένεται από τον διάδικο που έχει το βάρος απόδειξης να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη[4], με την μονομερώς τεθείσα εκδοχή (δηλαδή εκείνη που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων) να αγνοείται από το Δικαστήριο αν αυτή δεν ετέθη στους μάρτυρες της άλλης πλευράς παρέχοντας τους έτσι την δυνατότητα να τοποθετηθούν και απουσιάζει ικανή δικαιολογία ως προς το λόγο της εν λόγω παράλειψης[5]. Ο Μ.Ε.1 έκανε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Έδωσε την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο με γνήσια κίνητρα προσπαθώντας έντιμα να παραθέσει με πάσα ειλικρίνεια τα όσα γνωρίζει σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, και αυτό θεωρώ ότι έπραξε. Έδωσε μαρτυρία για θέματα της υπηρεσίας του αλλά και με βάση τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του, ως εκ της θέσης του στους Ενάγοντες, χωρίς παράλληλα να προσπαθήσει να επιβαρύνει με οποιοδήποτε τρόπο την υπεράσπιση προς όφελος της εργοδότριας του. Απαντούσε με σαφήνεια, ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του, ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από πλευράς του για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις του. Ούτε έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία του, η οποία παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέτασή της και η οποία συνάδει με το περιεχόμενο των εγγράφων της εποχής που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα, το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί. Συνακόλουθα, αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 καταπιάστηκε, στο μεγαλύτερο της μέρος, με ζητήματα που είτε δεν αμφισβητήθηκαν είτε αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Αφενός, η υπόσταση των Εναγόντων, περιλαμβανομένης της νομιμοποίησης τους στην προώθηση της παρούσας αγωγής μετά και την μεταβίβαση της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης από την Τράπεζα Κύπρου στην B2KAPITAL, δεν αμφισβητήθηκε με σχετικό διάβημα πριν από την δίκη[6] ούτε, άλλωστε, τέτοια αμφισβήτηση αφέθηκε να νοηθεί ότι υπάρχει σε οποιοδήποτε στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Αφετέρου, η σύναψη των επίδικων συμφωνιών και οι όροι τους, η παραχώρηση από τους Ενάγοντες της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης σε τρεχούμενο λογαριασμό προς τον Εναγόμενο 1 με την εγγύηση της Εναγόμενης 2, η λειτουργία και οι χρεώσεις που έγιναν στον εν λόγω λογαριασμό, η υπέρβαση του συμφωνηθέντος ορίου του (€3.000) και η μη συμμόρφωση των Εναγομένων εντός της προθεσμίας που τους δόθηκε από τους Ενάγοντες για επαναφορά του υπολοίπου εντός του επιτρεπόμενου ορίου, ο τερματισμός της λειτουργίας του λογαριασμού και η απαίτηση των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους για πλήρη εξόφληση του υπολοίπου του, ως επίσης και το ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου του ρηθέντος λογαριασμού αποτελούν ζητήματα που όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν αλλά και εκλαμβάνονταν από την υπεράσπιση ως δεδομένα. Από την πιο πάνω, αδιαμφισβήτητη, μαρτυρία του Μ.Ε.1 προκύπτουν τα ακόλουθα, τα οποία καθίστανται, ταυτόχρονα, ευρήματα του Δικαστηρίου: Κατόπιν αίτησης του Εναγόμενου 1, συνήφθη μεταξύ αυτού και της Τράπεζας Κύπρου η συμφωνία ημ. 14/07/1988 (Τεκμήριο 20) δυνάμει της οποίας η Τράπεζα Κύπρου παραχώρησε στον Εναγόμενο 1 πιστωτική διευκόλυνση υπό τύπο τρεχούμενου λογαριασμού με όριο υπέρβασης και ανοίχθηκε προς τούτο ο σχετικός τρεχούμενος λογαριασμός επ' ονόματι και προς όφελος του Εναγόμενου
  1. Ακολούθως, δυνάμει επιστολών της Τράπεζας Κύπρου ημ. 31/08/1993, 11/07/1995, 24/06/1996, 09/04/1998, 13/10/1998, 13/10/1998, 17/01/2003, 09/11/2004, 03/04/2006 (βλ. Τεκμήρια 21 - 28, αντίστοιχα) κοινοποιήθηκε στον Εναγόμενο 1 η αύξηση και επανέγκριση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού του για ποσό μέχρι Λ.Κ. 1500 (€2.563) καθώς επίσης και η εκάστοτε μεταβολή στο επιτόκιο που θα έφερε ο τρεχούμενος λογαριασμός του. Στη συνέχεια, κατόπιν συμφωνίας ημερομηνίας 27/08/2008 μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και του Εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 29) συμφωνήθηκε, ανάμεσα σε άλλα, η αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από €2.563 σε €2.600 καθώς και η μεταβολή του επιτοκίου, σύμφωνα με την οποία ο τρεχούμενος λογαριασμός θα χρεώνονταν με επιτόκιο 6 μηνών Euribor προσαυξημένο κατά 2,80%. Στο ίδιο έγγραφο ενσωματώνεται «Εγγύηση για Περιορισμένο Ποσό», το εγγυητήριο που υπογράφεται από την Εναγόμενη 2 και επισυνάπτεται σε αυτό επιστολή της τελευταίας προς την Τράπεζα Κύπρου, ημ. 27/08/2008, στην οποία αναφέρει ότι η εγγύηση της δόθηκε ελεύθερα και χωρίς οποιαδήποτε πίεση ή επίδραση από μέρους οποιουδήποτε και ότι αντιλαμβάνεται πλήρως τις συνέπειες που μπορεί να προκύψουν από την εγγύηση που έδωσε. Μετέπειτα, κατόπιν συμφωνίας ημερομηνίας 28/06/2010 μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και του Εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 30) συμφωνήθηκε, ανάμεσα σε άλλα, η αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από €2.600 σε €3.000 (όρος 1), καθώς και η μεταβολή του επιτοκίου (όρος 4), σύμφωνα με την οποία ο τρεχούμενος λογαριασμός θα χρεώνονταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας Κύπρου, το οποίο κατά την ετοιμασία της σύμβασης ανερχόταν σε 5,25%, προσαυξημένο κατά 1,75% (σύνολο 7%). Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους (όρος 4) και ότι σε περίπτωση υπερβάσεων στο λογαριασμό, αυτός θα επιβαρύνεται επιπρόσθετα του συνολικού επιτοκίου με τόκο υπερημερίας 5,25% επί του ποσού της υπέρβασης[7]. Στο ίδιο έγγραφο ενσωματώνεται και πάλι «Εγγύηση για Περιορισμένο Ποσό», το εγγυητήριο που υπογράφεται από την Εναγόμενη 2 καθώς και επιστολή της τελευταίας προς την Τράπεζα Κύπρου, ημ. 28/06/2010, με αντίστοιχο περιεχόμενο όπως και η προηγούμενη. Η κατάσταση του επίδικου λογαριασμού που παρουσίασε ο Μ.Ε.1 (Τεκμήριο 37), συνοδεύεται από σχετικό πιστοποιητικό που ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου ώστε να προσάγεται ως αποδεικτικό στοιχείο του περιεχομένου της. Περαιτέρω, ο Μ.Ε.1, παρουσιάζοντας τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού, αναφέρθηκε στις παραγράφους 23 - 28 σε γεγονότα που ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου ώστε οι καταστάσεις αυτές να είναι δεκτές ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένοι σε αυτές[8]. Ο επίδικος λογαριασμός έδειχνε περί τις 08/04/2014 χρεωστικό υπόλοιπο πέραν του συμφωνημένου ορίου, γι' αυτό και η Τράπεζα Κύπρου έστειλε στους Εναγόμενους τις επιστολές ημερομηνίας 08/04/2014 (Τεκμήρια 33 και 34) με τις οποίες τους ενημέρωσε, μεταξύ άλλων, για την εν λόγω υπέρβαση και τους κάλεσε να την διευθετήσουν εντός 21 ημερών, προειδοποιώντας τους ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης θα προχωρούσε σε τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού. Επειδή οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τις εν λόγω επιστολές, αφού κανένα ποσό δεν κατέβαλαν έναντι του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού, η Τράπεζα Κύπρου έστειλε στους Εναγόμενους τις επιστολές ημερομηνίας 18/09/2014 (Τεκμήρια 35 και 36), με τις οποίες τερμάτισε την λειτουργία του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού, καλώντας τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν άμεσα ολόκληρο το χρεωστικό του υπόλοιπο, περιλαμβανομένου κεφαλαίου και τόκων, όμως οι Εναγόμενοι κανένα ποσό δεν κατέβαλαν από την ημερομηνία τερματισμού έναντι του υπολοίπου του τρεχούμενου λογαριασμού. Στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου, Πολ. Έφεση 335/2009 ημ. 17/10/2014 αναφέρθηκε σε σχέση με το περιεχόμενο κατάστασης λογαριασμού που έγινε αποδεκτή δυνάμει των προνοιών του άρθρου 22 του Περί Απόδειξης Νόμου ότι: «Ο εφεσίβλητος στην υπεράσπισή του, πέραν της γενικής άρνησης ως προς το οφειλόμενο ποσό, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ ουδεμία καταχώρηση του Τεκμηρίου 21 είχε αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και ουδεμία αντεξέταση έγινε στη ΜΕ1 επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου. [.]Στην προκείμενη όμως περίπτωση, ο εφεσίβλητος έλαβε μέρος στη διαδικασία. Αρχικά με δικηγόρο και στην πορεία, μετά την απόσυρση του δικηγόρου του, αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Τράπεζας, αυτοπροσώπως, χωρίς όμως να δώσει μαρτυρία ή να κλητεύσει άλλο μάρτυρα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να παραμείνει μόνο μία εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κατάθεση του Τεκμηρίου 21, το οποίο αποτελούσε μέρος του τραπεζικού βιβλίου και περιείχε όλες τις καταγραφές των πράξεων που έγιναν σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, δεν άφηνε περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν σ΄ αυτόν. Η κατάθεση του Τεκμηρίου 21, το οποίο αποτελούσε μέρος του τραπεζικού βιβλίου και περιείχε όλες τις καταγραφές των πράξεων που έγιναν σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, δεν άφηνε περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν σ΄ αυτόν. » Εν προκειμένω δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 οποιεσδήποτε καταχωρίσεις και χρεώσεις στις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού ούτε αμφισβητήθηκε η θέση του Μ.Ε.1 ότι στους Εναγόμενους αποστέλλονταν οι εν λόγω καταστάσεις (τις οποίες, μάλιστα, ο Εναγόμενος 1 παραδέχθηκε στη δική του μαρτυρία ότι τις ελάμβανε). Όπως δεν αμφισβητήθηκε η νομιμότητα της χρέωσης των επιτοκίων και άλλων εξόδων στον επίδικο λογαριασμό καθώς και η θέση του Μ.Ε.1 ότι αυτά έγιναν με βάση τα συμφωνηθέντα. Ως περαιτέρω προκύπτει από την επί του προκειμένου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Μ.Ε.1, κατά τον τερματισμό, το επιτόκιο με το οποίο χρεώνονταν ο επίδικος λογαριασμός ανερχόταν σε ποσοστό 8,75%[9], το οποίο συνίστατο σε ποσοστό βασικού επιτοκίου της Τράπεζας Κύπρου προς 5% (όπως μειώθηκε, σύμφωνα με τον όρο 11, με ανακοίνωση της στον τύπο ημ. 03/08/2014 - Τεκμήριο 41) πλέον περιθώριο 1,75% (όπως τούτο είχε εξ αρχής συμφωνηθεί - Τεκμήριο 30), πλέον επιτόκιο υπερημερίας 2% (το οποίο αποτελεί ποσοστό μικρότερο εκείνου που συμφωνήθηκε[10] και η επιβολή του κοινοποιήθηκε τόσο με τις επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού, Τεκμήρια 33 - 36, όσο και με ανακοίνωση της Τράπεζας Κύπρου στον τύπο ημ. 24/04/2014 - Τεκμήριο 40). Οι Ενάγοντες είχαν να αποδείξουν την παραχώρηση της επίδικης διευκόλυνσης υπό τύπο τρεχούμενου λογαριασμού στον Εναγόμενο 1 και τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού που παρουσιάστηκαν. Το ίδιο και οι χρεώσεις των τόκων που, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι (και προκύπτει ότι είναι) απότοκο των όρων της συμφωνίας[11]. Για τα ζητήματα αυτά ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε από πλευράς Εναγομένων, στους οποίους μεταφέρθηκε το βάρος να καταδείξουν το αντίθετο, αν τέτοια ήταν η θέση τους, για την οποία άλλωστε δεν είχε διατυπωθεί ανάλογος ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης. Ούτε ισχυρίστηκαν ότι δεν έγιναν οι πληρωμές ή οι χρεώσεις των ποσών που αναφέρονται στις καταστάσεις λογαριασμού ή ότι πέραν των όσων καταγράφονται υπήρξαν και άλλα ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στον επίδικο λογαριασμό[12]. Δύο ουσιαστικά είναι τα ζητήματα γύρω από τα οποία περιστράφηκε η αντεξέταση του Μ.Ε.
  2. Το πρώτο, κατά πόσο η Τράπεζα Κύπρου μπορούσε να επιτρέπει χρεώσεις στον τρεχούμενο λογαριασμό καθ' υπέρβαση του ορίου του, χωρίς την συγκατάθεση των Εναγομένων. Το δεύτερο, κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 έδωσε εντολή στην Τράπεζα Κύπρου όπως σταματήσει να πληρώνει από τον εν λόγω λογαριασμό του το μηνιαίο ασφάλιστρο της ασφάλειας ζωής που είχε στην Eurolife ως επίσης και άλλες πληρωμές που γίνονταν από αυτόν και κατά πόσο η Τράπεζα Κύπρου συνέχιζε να χρεώνει το λογαριασμό του με αυτές τις πληρωμές, παρά την εντολή του αυτή. Σε αμφότερα ζητήματα, ο Μ.Ε.1 έδωσε απαντήσεις έχοντας ως υπόβαθρο την πληροφόρηση που είχε με βάση το αρχείο που τηρούν οι Ενάγοντες για την παρούσα υπόθεση, και η μαρτυρία του είναι στηριγμένη τόσο στο συναφές και αναντίρρητο περιεχόμενο των εγγράφων της εποχής που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα όσο και στην συνήθη πρακτική της Τράπεζας Κύπρου[13]. Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, ο Μ.Ε.1, με αναφορά σε διάφορες πληρωμές που προκύπτει ότι χρεώθηκαν στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 37), είπε ότι αποτελεί συνήθης πρακτική της Τράπεζας να επιτρέπει την χρέωση ενός τρεχούμενου λογαριασμού πέραν του εγκεκριμένου ορίου, υποστηρίζοντας, έτσι, ότι τέτοιες πληρωμές, που κατά καιρούς εκτελέστηκαν καθ' υπέρβαση του ορίου του επίδικου λογαριασμού[14], είναι επιτρεπτές. Η συνήθης αυτή πρακτική δεν είναι αντίθετη με τις επί του προκειμένου πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 30) αλλά συνάδει με αυτές εφόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, επιτρέπεται δυνάμει των όρων της εν λόγω συμφωνίας (με τους οποίους ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε, θέτοντας σε αυτήν την υπογραφή του) η χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού καθ' υπέρβαση του ορίου του, χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η προηγούμενη συγκατάθεση ή συνεννόηση με τον Εναγόμενο 1[15]. Εν πάση περιπτώσει, όπως ανέφερε ο Μ.Ε.1 και επί της ουσίας δεν αμφισβητήθηκε, οι Εναγόμενοι ενημερώνονταν για το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού αλλά και για τις χρεώσεις που γίνονταν σε αυτόν πέραν του ορίου του, μέσω των καταστάσεων λογαριασμού που τους αποστέλλονταν κάθε μήνα, χωρίς να διαμαρτυρηθούν. Όπως, επίσης, δεν αμφισβητήθηκε ότι οι χρεώσεις αυτές, ως επί το πλείστον, αφορούσαν πληρωμές που έγιναν κατ' εντολή και για λογαριασμό του Εναγόμενου 1 (είτε για την κάλυψη πληρωμών που γίνονταν με τη χρήση της πιστωτικής του κάρτας, είτε για πληρωμές προς το Δημαρχείο Λακατάμιας, είτε για την πληρωμή ασφαλίστρων προς την ασφάλεια ζωής της Eurolife ή προς τις Γενικές Ασφάλειες για κάλυψη είτε ακινήτου του είτε αυτοκινήτου του) με direct debit, δηλαδή απευθείας, χωρίς κάποια άλλη ενέργεια του Εναγόμενου 1, αφού, όπως ο Μ.Ε.1 είπε: «Έτσι λειτουργούν τα direct debit. Ο πελάτης υπογράφει, δίνει εντολή στην τράπεζα και της λέει κάθε μήνα να πληρώνεις αυτό, αυτό και αυτό, το ρεύμα, το τηλέφωνο, το Δημαρχείο κτλ». Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, προκύπτει από τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 37) και είναι κοινός τόπος ότι ο Εναγόμενος 1 διατηρούσε ασφάλεια ζωής στην Eurolife, το μηνιαίο ασφάλιστρο της οποίας (ύψους €224,33) πληρώνονταν περί τα μέσα κάθε μήνα από τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό, κατόπιν πάγιας εντολής (direct debit) του Εναγόμενου 1, μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού (18/09/2014). Είναι επίσης κοινό έδαφος ότι η εν λόγω ασφάλεια ζωής δόθηκε και αποτελούσε εξασφάλιση δανειακών υποχρεώσεων της Εταιρείας. Ο Μ.Ε.1 αρνήθηκε κατά την αντεξέταση του την υποβολή που του έγινε ότι από τον Φεβρουάριο του 2013 ο Εναγόμενος 1 ζήτησε να σταματήσει κάθε πληρωμή από τον τρεχούμενο λογαριασμό του, αναφέροντας ότι τέτοια εντολή από τον Εναγόμενο 1 προς την Τράπεζα δεν είδε να υπάρχει, παραπέμποντας, μετά από σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, σε συγκεκριμένες χρεώσεις που φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμού, από τις οποίες προκύπτει ότι, μετά τον Φεβρουάριο του 2013, εκτελέστηκαν πληρωμές, κατόπιν πάγιων εντολών του. Περαιτέρω, όταν ερωτήθηκε σε σχέση με την ασφάλεια ζωής της Eurolife και για το κατά πόσο η Τράπεζα Κύπρου θα σταματούσε να πληρώνει αυτή την ασφάλεια εάν τους έδιδε εντολή ο Εναγόμενος 1, χωρίς ενδοιασμούς απάντησε ότι «Εάν έδινε εντολή να τη σταματήσει και το προϊόν να κατατεθεί στην υποχρέωση την οποία εξασφάλιζε η ασφάλεια, ναι θα την σταματήσουμε και έτσι έγινε». Η τοποθέτησή του αυτή συνάδει με το αναντίρρητο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 38, από το οποίο προκύπτει ότι στις 30/03/2015 (σε ημερομηνία δηλαδή μεταγενέστερη του τερματισμού του επίδικου λογαριασμού αλλά και της επίδοσης που έγινε στον Εναγόμενο 1 της παρούσας αγωγής) ο Εναγόμενος 1, με χειρόγραφη επιστολή του, ζήτησε όπως άμεσα διακοπεί η ασφάλεια ζωής του και η απόδοση της εν λόγω ασφάλειας να κατατεθεί στο χρέος της Εταιρείας. Ο Εναγόμενος 1 δεν έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση τόσο με τη δυνατότητα χρέωσης του τρεχούμενου λογαριασμού καθ' υπέρβαση του ορίου του όσο και σε σχέση με οδηγίες του προς την Τράπεζα Κύπρου αναφορικά με την πληρωμή της ασφάλειας ζωής της Eurolife απορρίπτονται ως αναληθείς. Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι η επί του προκειμένου εκδοχή του και οι συναφείς με αυτήν θέσεις του πρόκειται για υστεροκατασκευασμένο σενάριο που επινοήθηκε από πλευράς του για να υποστηρίξει ότι υπερχρεώθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός μέσω των πληρωμών που έγιναν αναφορικά με την ασφάλεια ζωής της Eurolife, σε μία απέλπιδα προσπάθεια του να προωθήσει μία εκδοχή που θεωρούσε ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιορισμό της έκτασης της ευθύνης του για την πληρωμή του διεκδικούμενου από τους Ενάγοντες οφειλόμενου υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού. Η μαρτυρία του σε αρκετά σημεία της δεν συνάδει ή εκφεύγει των δικογραφημένων στην υπεράσπιση ισχυρισμών (και, σε αυτή την έκταση, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη[16]), ενώ παράλληλα στερείται πειστικότητας και χαρακτηρίζεται από ασάφειες, υπεκφυγές, αντιφάσεις καθώς και από γενικόλογους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν έχουν έρεισμα ή διαψεύδονται από πλείστα όσα στοιχεία και έγγραφα έχουν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ακολουθούν στη συνέχεια κάποια παραδείγματα, ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας του. Ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος 1 ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν εδικαιούτο να του επιτρέπει να υπερβαίνει το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού του ούτε να προβαίνει σε πληρωμές από αυτόν στη βάση πάγιων εντολών του, χωρίς προηγουμένως να υπήρχε συνεννόηση μαζί του, αφού έτσι ενεργούσε η Τράπεζα κατά καιρούς μαζί του όταν ο λογαριασμός του είχε υπέρβαση και έπρεπε να πληρωθεί μία πάγια εντολή του. Επίσης, ισχυρίστηκε κατά την αντεξέτασή του ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν εκτελούσε κάποια πάγια πληρωμή αν ο λογαριασμός του ήταν σε υπέρβαση, χωρίς προηγουμένως να επικοινωνούσε μαζί του και χωρίς ο ίδιος να τακτοποιούσε την υπέρβαση στο υπόλοιπο του λογαριασμού του. Ωστόσο, όπως προειπώθηκε, τέτοιες θέσεις δεν βρίσκουν έρεισμα ούτε στις πρόνοιες της συμφωνίας αλλά ούτε και συνάδουν με τις πληρωμές που, κατά καιρούς, προκύπτει ότι εκτελέστηκαν από τον λογαριασμό του στη βάση προηγούμενων εντολών ή ενεργειών του, καθ' υπέρβαση του ορίου του. Όπως χαρακτηριστικά προκύπτει από τις καταστάσεις (τις οποίες ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι λάμβανε κάθε μήνα, γνωρίζοντας πάντοτε το υπόλοιπό του), ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός βρισκόταν σε υπέρβαση του ορίου του για αρκετές χρονικές περιόδους και πριν από το 2013, παρά τα όσα ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος 1 ότι μέχρι το 2012 υπήρχε μία ομαλή κίνηση στον λογαριασμό του. Σ' αυτές τις χρονικές περιόδους, παρά την υπέρβαση που υπήρχε, εντοπίζονται αρκετές πληρωμές που έγιναν με πάγια εντολή (direct debit) όχι μόνο προς κάλυψη ασφαλίστρου της Eurolife αλλά και για την κάλυψη πληρωμών που έγιναν με την χρήση της κάρτας του Εναγόμενου 1, παρόλο που ο ίδιος (ως ανέφερε) γνώριζε το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού του και, συνακόλουθα, την όποια υπέρβαση εκάστοτε είχε το όριό του. Ο απεγκλωβισμός του από τα δεδομένα που προκύπτουν με βάση την κατάσταση λογαριασμού του επέβαλε μια προσέγγιση αναληθοφανή μέχρι και παράλογη. Ενώ δηλαδή ήταν η θέση του ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν είχε δικαίωμα να χρεώνει τον τρεχούμενο λογαριασμό του με πάγιες πληρωμές καθ' υπέρβαση του ορίου του χωρίς προηγούμενη συνεννόηση μαζί του, ο ίδιος, παρόλο που αναγνώρισε κατά την αντεξέτασή του ότι ήταν υποχρέωσή του να τηρεί τον λογαριασμό εντός του εγκεκριμένου ορίου, παρουσιάζεται με τις καταστάσεις να προβαίνει σε πληρωμές μέσω της χρήσης της κάρτας του όταν το υπόλοιπο του λογαριασμού του ήταν πέραν του εγκεκριμένου ορίου, πρόδηλα αναμένοντας ότι αυτές θα εκτελεστούν (και εκτελέστηκαν), ανεξαρτήτως της υπέρβασης. Όταν το ζήτημα αυτό τέθηκε κατά την αντεξέτασή του, ο ίδιος, σε μια προσπάθεια απεγκλωβισμού του από τις μέχρι τότε τοποθετήσεις του, ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε πως τόσο οι πληρωμές των ασφαλίστρων όσο και η πληρωμή των ποσών από την κάρτα που χρησιμοποιούσε πρόκειται για πάγιες εντολές (direct debit). Εντούτοις, επέμεινε ότι εδώ το θέμα είναι πως αυτή η πάγια εντολή που έδωσε αναφορικά με την Eurolife έπρεπε να σταματήσει «γιατί δεν υπήρχε καν κίνηση λογαριασμού και το ζήτησα επανειλημμένως και δεν το σταμάτησαν», περιορίζοντας και πάλι το ζήτημα σε σχέση μόνο με την πληρωμή του ασφαλίστρου της εν λόγω ασφάλειας, παραγνωρίζοντας και πάλι όμως τις υπόλοιπες πάγιες πληρωμές που συνέχισαν να γίνονται από τον λογαριασμό του μετά το έτος 2012 (περίοδος από την οποία ισχυρίστηκε ότι ο λογαριασμός του ήταν αδρανής, χωρίς εμβάσματα), για τις οποίες όμως κανένα παράπονο προέβαλε είτε δικογραφικά είτε δια ζώσης. Όταν δε στη συνέχεια του υποδείχθηκε μία πληρωμή ενός ασφαλίστρου τον Οκτώβριο του 2013 προς τις Γενικές Ασφάλειες (η οποία, όπως είπε, αφορούσε ασφάλεια σπιτιού για την κάλυψη του διαμερίσματος του), δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί δεν παραπονέθηκε και για αυτήν, όπως ισχυρίστηκε ότι έπραξε με την ασφάλεια ζωής της Eurolife, ισχυριζόμενος απλώς ότι δεν την είδε και ότι κανονικά ούτε αυτή έπρεπε να πληρωθεί και ότι θα ακύρωνε την ασφάλεια του διαμερίσματος. Και όταν αμέσως μετά του υποβλήθηκε ότι ουδεμία παράνομη χρέωση έκανε η Τράπεζα στον λογαριασμό του, διαφώνησε, εμμένοντας και πάλι μόνο στο ζήτημα της πληρωμής του ασφαλίστρου προς την Eurolife, χωρίς να εκφράσει οποιαδήποτε αμφισβήτηση για οποιεσδήποτε χρεώσεις ή άλλες πληρωμές που του υποδείχθηκαν ότι έγιναν από τον λογαριασμό του καθ' υπέρβαση του ορίου του, πρόδηλα γιατί εκλαμβάνει ότι με αυτές τις πληρωμές αποκόμισε άμεσο όφελος, σε αντίθεση με την ασφάλεια ζωής της Eurolife που, όπως είπε, εκχωρήθηκε από το έτος 1990 προς εξασφάλιση δανειακών υποχρεώσεων τρίτου (της Εταιρείας). Ο τρόπος με τον οποίο ο Εναγόμενος 1 προσεγγίζει τις χρεώσεις του επίδικου λογαριασμού και η επιλεκτική εμμονή του σε εκείνες μόνο τις πληρωμές που έγιναν από το 2013 προς την Eurolife σε συνδυασμό με το ότι κανένα ποσό δεν κατέβαλε έναντι της οφειλής από τότε που αυτή απαιτήθηκε από τους Ενάγοντες (18/09/2014), παρόλο που αναγνωρίζει ότι οφείλει το ποσό των €3.000, είναι ενδεικτικά του ευρύτερου κακόπιστου σχεδιασμού του να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μία εκδοχή εξωπραγματική, με τρόπο που θεωρούσε ότι θα μπορούσε να περιορίσει την έκταση της ευθύνης του για την πληρωμή του διεκδικούμενου από τους Ενάγοντες οφειλόμενου υπολοίπου. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι για χρόνια ζητούσε επανειλημμένα από την Τράπεζα Κύπρου να σταματήσει την πάγια εντολή πληρωμής του μηνιαίου ασφαλίστρου της ασφάλειας ζωής της Eurolife καθώς και την ακύρωση της εν λόγω ασφάλειας ζωής. Επειδή όμως, όπως είπε, δεν υπήρξε ανταπόκριση, έστειλε, κατόπιν νομικής συμβουλής, με τηλεομοιότυπο προς την Τράπεζα Κύπρου, την επιστολή ημ. 04/10/2014 (Τεκμήριο 44), με την οποία ζητούσε και γραπτώς να σταματήσει η πληρωμή αυτή. Πότε ήταν που ζήτησε κάτι τέτοιο πριν από την ημερομηνία της εν λόγω επιστολής του, απέφυγε να προσδιορίσει, αναφέροντας γενικά στη μαρτυρία του ότι το ζητούσε για χρόνια, παρόλο που τέτοιος προσδιορισμός υπάρχει στο δικόγραφό του. Ειδικότερα, ενώ στο δικόγραφο του προβάλλεται ότι περί τον Φεβρουάριο του 2013 οι Εναγόμενοι έδωσαν οδηγίες για ακύρωση όλων των εντολών πληρωμής από τον τρεχούμενο λογαριασμό και ότι, παρά τις οδηγίες αυτές, η Τράπεζα Κύπρου συνέχισε μετά την πιο πάνω ημερομηνία να χρεώνει τον εν λόγω λογαριασμό με την πληρωμή του ασφαλίστρου της Eurolife, στην κυρίως εξέτασή του ο Εναγόμενος 1 ανέφερε με γενικό τρόπο ότι «αρχές του έτους 2013» επικοινώνησε μαζί του λειτουργός της Τράπεζας Κύπρου και του ζήτησε να εξοφλήσει άμεσα τον λογαριασμό του, χωρίς, εν τω μεταξύ, να ισχυριστεί ότι ήταν τότε που έδωσε τις ισχυριζόμενες προς την Τράπεζα οδηγίες για ακύρωση των εν λόγω εντολών πληρωμής (βλ. παράγραφο 4 Εγγράφου Β). Με την ίδια γενικότητα, ανέφερε στη συνέχεια ότι «πέρασαν μερικοί μήνες» από τότε για να εντοπίσει από τις καταστάσεις ότι, παρόλο που ο λογαριασμός του ήταν αδρανής και είχε υπέρβαση, η Τράπεζα συνέχιζε να χρεώνει τον λογαριασμό του κάθε μήνα με το ασφάλιστρο της Eurolife, ισχυριζόμενος ότι τότε ήταν που αμέσως επικοινώνησε τηλεφωνικά με λειτουργό της Τράπεζας Κύπρου και της ζήτησε να ακυρώσει την ασφάλεια ζωής (βλ. παραγράφους 5 και 6 Εγγράφου Β). Ωστόσο, τέτοιος ισχυρισμός και δη ισχυρισμός ότι ζήτησε από την Τράπεζα Κύπρου την ακύρωση της ασφάλειας ζωής δεν διατυπώνεται στην Έκθεση Υπεράσπισης. Ούτε το περιεχόμενο της επιστολής του ημ. 4/10/2014 (Τεκμήριο 44) συνάδει με όσα ισχυρίστηκε είτε με το δικόγραφο του είτε με τη μαρτυρία του. Οι αναφορές στην εν λόγω επιστολή τοποθετούν το ισχυριζόμενο προφορικό αίτημα του προς την Τράπεζα Κύπρου για παύση της πληρωμής του ασφαλίστρου της Eurolife τον Νοέμβριο του 2012, σε χρόνο δηλαδή προγενέστερο τόσο εκείνου που ισχυρίστηκε με την Έκθεση Υπεράσπισης (Φεβρουάριος 2013) όσο και εκείνου που ισχυρίστηκε κατά την μαρτυρία του («μερικοί μήνες» μετά τις «αρχές του έτους 2013»). Επίσης, στην εν λόγω επιστολή ουδεμία αναφορά υπάρχει σε οποιοδήποτε προηγούμενο αίτημα του για ακύρωση της ασφάλειας ζωής της Eurolife, όπως εκ των υστέρων ισχυρίστηκε μέσω της μαρτυρίας του (βλ. παράγραφο 6 Εγγράφου Β). Πέραν, όμως, της γενικότητας και ασάφειας που χαρακτηρίζει την επί του προκειμένου μαρτυρία του Εναγόμενου 1 ως προς το χρόνο που ισχυρίστηκε ότι έδωσε προφορικές οδηγίες για ακύρωση της πληρωμής του ασφαλίστρου της Eurolife, αυτό δεν θα μπορούσε, με βάση τα όσα είπε, να έγινε στο χρόνο που προβάλλεται στην Έκθεση Υπεράσπισης (Φεβρουάριο 2013) αφού, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, πρώτα επικοινώνησε μαζί του λειτουργός της Τράπεζας «αρχές του έτους 2013» ζητώντας του να εξοφλήσει άμεσα τον λογαριασμό του και ύστερα (αφού «πέρασαν μερικοί μήνες» από τότε) ο ίδιος επικοινώνησε με την Τράπεζα για το θέμα της πληρωμής του ασφαλίστρου της Eurolife. Εν πάση περιπτώσει, η θέση ότι περί τον Φεβρουάριο (ή και αρχές) του 2013 έδωσε οδηγίες στην Τράπεζα Κύπρου για ακύρωση όλων των εντολών πληρωμής από τον τρεχούμενο λογαριασμό του και ότι, παρά τις οδηγίες αυτές, η Τράπεζα Κύπρου συνέχιζε μετά από τότε να χρεώνει τον εν λόγω λογαριασμό με την πληρωμή του ασφαλίστρου της Eurolife καταρρίπτεται από το ίδιο το περιεχόμενο των καταστάσεων (Τεκμήριο 37). Σύμφωνα με αυτές, εκτός της μηνιαίας πληρωμής του ασφαλίστρου της Eurolife, έγιναν (μέχρι και τον Μάϊο του 2013) πληρωμές τόσο προς το Δημαρχείο Λακατάμιας όσο και για κάλυψη χρεώσεων από την χρήση της κάρτας του Εναγόμενου 1 καθώς επίσης και πληρωμές (μέχρι τον Οκτώβριο του 2013) προς τις Γενικές Ασφάλειες. Όταν δε, κατά την αντεξέτασή του, ρωτήθηκε για το χρόνο που ισχυρίζεται ότι ζήτησε από την Τράπεζα Κύπρου να σταματήσει τις πάγιες πληρωμές, έδωσε απαντήσεις ανακόλουθες τόσο με προηγούμενες τοποθετήσεις του όσο και με τον χρόνο που προσδιορίζεται στην Έκθεση Υπεράσπισης. Ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν θυμάται ημερομηνίες και αμέσως μετά ότι αυτό το ζήτησε αρχές του 2013, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι το ζήτησε κάποιους μήνες πριν την ημερομηνία της επιστολής του (Τεκμήριο 44) και, ακολούθως, ότι το ζήτησε τηλεφωνικά 1 ½ χρόνο πριν από αυτήν (τον Φεβρουάριο του 2013) για να καταλήξει τελικά ότι δεν θυμόταν αν αυτό έγινε πριν ή μετά τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού. Επιπλέον, εφόσον, κατά τη θέση του, ζητούσε δια τηλεφώνου από την Τράπεζα Κύπρου για χρόνια να σταματήσει την πληρωμή του ασφαλίστρου της Eurolife και ενώ παραδέχθηκε ότι από τις καταστάσεις ενημερωνόταν κάθε μήνα για το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού, καθώς και για το ότι εξακολουθούσε να γινόταν η ρηθείσα χρέωση, παρά τις ισχυριζόμενες αντίθετες οδηγίες του, ουδεμία πειστική εξήγηση έδωσε γιατί δεν επιχείρησε εξ αρχής ή έστω αμέσως μετά την προειδοποιητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου (Τεκμήριο 33) να παραπονεθεί γραπτώς για αυτήν, ζητώντας εγγράφως να σταματήσει η εν λόγω πληρωμή, όπως ισχυρίστηκε ότι έπραξε πολύ αργότερα (με την επιστολή Τεκμήριο 44), όταν πλέον η λειτουργία του λογαριασμού του είχε (και ενημερώθηκε ότι είχε) τερματιστεί από τις 18/09/2014 (ως η επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο 35). Περιορίστηκε για το ζήτημα αυτό απλώς να αναφέρει ότι «Έστελνα όταν τελικά είδα ότι, όχι είδα, ρώτησα τον δικηγόρο και μου λέει μην λαμβάνεις υπόψη τα τηλεφωνήματα, κάνε γραπτή επιστολή. Τι άλλο να έκανα; Δεν είμαι νομικός.», δίχως να εξηγήσει γιατί δεν το έπραξε αυτό όλα αυτά τα χρόνια που ισχυρίστηκε ότι δεν εισακούονταν εκείνο που ζητούσε τηλεφωνικά. Αν πραγματικά τον ενδιέφερε το ζήτημα της πληρωμής του ασφαλίστρου της Eurolife και αν όντως δεν συμφωνούσε να συνεχίσει να εκτελείται η πάγια εντολή που έδωσε για την εν λόγω πληρωμή από τον τρεχούμενο λογαριασμό του, το αναμενόμενο ήταν ότι δεν θα περιοριζόταν σε προφορικές διαμαρτυρίες αλλά θα προέβαινε σε περαιτέρω ενέργειες (όπως να αναζητήσει νωρίτερα την ισχυριζόμενη νομική συμβουλή) αμέσως μετά που είδε (από τις καταστάσεις λογαριασμού που λάμβανε μηνιαίως) ότι δεν εισακούονταν οι ισχυριζόμενες τηλεφωνικές οδηγίες του και όχι να άφηνε το ζήτημα να εκκρεμεί «για χρόνια». Τί τον οδήγησε τελικά μετά από 20 μήνες (από τον Φεβρουάριο του 2013 που - σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασής του - ισχυρίστηκε ότι ζήτησε τηλεφωνικά την παύση των πάγιων πληρωμών μέχρι τον Οκτώβριο του 2014 που ισχυρίστηκε ότι έστειλε την επιστολή, Τεκμήριο 44), να αναζητήσει νομική συμβουλή δεν εξήγησε. Όπως δεν εξήγησε γιατί από τότε που ισχυρίστηκε ότι έστειλε την επιστολή (Τεκμήριο 44) δεν ασχολήθηκε ξανά με το ζήτημα της ασφάλειας ζωής παρά μόνο μετά που του επιδόθηκε (στις 13/03/2015) η παρούσα αγωγή (βλ. Τεκμήρια 38 και 45). Υπό τις περιστάσεις, όσα επί του προκειμένου προέβαλε ο Εναγόμενος 1 ό,τι μπορεί να υποδηλώνουν είναι ότι αυτός στην πραγματικότητα ενδιαφέρθηκε για το ζήτημα της πληρωμής του ασφαλίστρου της Eurolife αφότου ενημερώθηκε για τον τερματισμό της λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού, επιλέγοντας έτσι να εγείρει τότε ζήτημα υπερχρεώσεων με πρόσχημα τις εν λόγω πληρωμές, όταν πλέον δεν θα είχε κανένα άλλο όφελος από την επίδικη διευκόλυνση, περιλαμβανομένης της πληρωμής του ασφαλίστρου για την διατήρηση της εν λόγω ασφάλειας ζωής, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, συνιστούσε μία από τις εξασφαλίσεις της Εταιρείας, στην οποία ο ίδιος (όπως ανέφερε) είχε προσφέρει εγγυήσεις (εμπράγματες και χρηματικές) για την εξασφάλιση των δανειακών της υποχρεώσεων. Ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε γενικά ότι οποιοδήποτε υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού πέραν του εγκεκριμένου ορίου του (€3.000) συνιστά προϊόν παράνομων χρεώσεων και ενεργειών της Τράπεζας, κατά την αντεξέτασή του συγκεκριμενοποίησε την πιο πάνω θέση του, αποδίδοντας τον χαρακτηρισμό του αυτό στις μηνιαίες πληρωμές του ασφαλίστρου προς την Eurolife που έγιναν από το 2013 μέχρι τον Σεπτέμβριο του
  3. Αυτές, ανέφερε, αποτελούν υπερχρεώσεις και είναι αυτές τις χρεώσεις που θεωρεί παράνομες διότι δεν έπρεπε να γίνουν. Υπό τις δοσμένες περιστάσεις, η θέση αυτή παρέμεινε χωρίς υπόβαθρο και κρίνεται ολωσδιόλου αβάσιμη. Αφενός, οι χρεώσεις αυτές έγιναν κατόπιν πάγιας εντολής του Εναγόμενου 1 προς την Τράπεζα Κύπρου, η οποία, σύμφωνα με τον Μ.Ε.1, δίδεται με την υπογραφή του πελάτη (εν προκειμένω δηλαδή του Εναγόμενου 1). Αφετέρου, όπως προειπώθηκε, πρόκειται για χρεώσεις που έγιναν στο πλαίσιο της επίδικης συμφωνίας (Τεκμήριο 30), βάσει των όρων της οποίας επιτρέπεται η χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού καθ' υπέρβαση του ορίου του, κάτι που, ασφαλώς, ήταν υπόψη και έγινε αποδεχτό από τον Εναγόμενο 1 (παρά τα όσα ο τελευταίος εκ των υστέρων ισχυρίστηκε, κατά την μαρτυρία του), γεγονός το οποίο καταδεικνύεται και από το ότι, ενώ λάμβανε μηνιαίως τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού και ήταν πάντοτε ενήμερος για το εκάστοτε υπόλοιπο του, σε διάφορες χρονικές περιόδους (ακόμα και μετά από τότε που ισχυρίστηκε ότι ο λογαριασμός του ήταν αδρανής) χρέωσε τον λογαριασμό του με πληρωμές που έγιναν μέσω της χρήσης της κάρτας του, ενόσω αυτός βρισκόταν σε υπέρβαση του εγκεκριμένου του ορίου. Εν πάση περιπτώσει, πουθενά δεν εδράζεται η θέση που επιχείρησε να προωθήσει ο Εναγόμενος 1 ότι η Τράπεζα Κύπρου όφειλε να ενεργήσει στη βάση των όποιων ισχυριζόμενων προφορικών εντολών του αναφορικά με την μηνιαία πληρωμή του ασφαλίστρου στην Eurolife. Στην υπό κρίση περίπτωση, τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει ούτε από την επίδικη σύμβαση ούτε από αλλού[17]. Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Ανακτοβουλίου (Privy Council) στην υπόθεση Morel & Anor v. Workers Savings & Loan Bank (Jamaica) [2007] UKPC3, είναι ενδεικτικό για ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει: «Similarly, the fact that a customer impliedly promises to repay any amount due against the written order from the customer addressed to the bank at the branch does not exclude either the possibility of an oral order or a bank's right to be indemnified in respect of an oral order, if it can show that such was given by the customer or with his authority. A bank may not be bound, or prudent, to accept purely oral instructions. But there is no basis in the contractual documentation used in this case or at common law for saying that a bank which can show that it received and chose to act on oral instructions is disentitled from obtaining an indemnity from its customer. That would be both strange and unfair. Even if contractual documentation purported to preclude a bank from acting upon, or being indemnified for acting upon, a customer's oral instructions, there would be little conceptual difficulty about treating subsequent oral instructions given by the customer on which the bank acted as involving a consensual variation. Cooke J was on any view right to conclude that the bank was entitled to indemnity in respect of any orally authorised disbursements which it could establish, and the majority in the Court of Appeal was correct to uphold him on this point». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι υποχρέωση για την Τράπεζα να ενεργεί στη βάση προφορικών οδηγιών του πελάτη της δεν υπάρχει και ότι αυτή διατηρεί το δικαίωμα να επιλέξει αν θα ενεργήσει με βάση τέτοιες οδηγίες. Η πρακτική βεβαίως να προηγείται γραπτή εντολή προς την Τράπεζα αναφορικά με πληρωμή σε τρίτο πρόκειται για πρακτική που ακολουθείτο και ακολουθείται ακόμα στα πλαίσια, προφανώς, της ανάγκης η κάθε τραπεζική εργασία, και ιδιαίτερα όταν αυτή αφορά σε χρέωση λογαριασμού πελάτη της κατόπιν προηγούμενης γραπτής εντολής του για την κάλυψη υποχρεώσεων του προς τρίτο, να γίνεται με διαφάνεια και να μπορούν εύκολα να αποδειχθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, η εκδοχή της μαρτυρίας του Εναγόμενου 1 δεν γίνεται αποδεχτή και απορρίπτεται στην ολότητά της ως αναξιόπιστη. Ούτε και η Εναγόμενη 2 έκαμε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε και για αυτήν ήταν ότι παρουσιάστηκε για να μαρτυρήσει με τρόπο που θεωρούσε ότι θα εξυπηρετούσε καλύτερα την υπεράσπιση, με απώτερο σκοπό τον περιορισμό της ευθύνης της αλλά και του συζύγου της, παρά για να πει την αλήθεια. Στο πλαίσιο αυτό ανέτρεψε προηγούμενες θέσεις της ή προέβαλε θέσεις αντίθετες με το αναντίρρητο περιεχόμενο των εγγράφων, παρουσιάζοντας μία εκδοχή γενικόλογη, με ασάφειες και κενά, η οποία στερείται πειστικότητας, σε μία προσπάθεια απεγκλωβισμού της ως εγγυητή για την πληρωμή ολόκληρου του χρέους που διεκδικούν από αυτήν οι Ενάγοντες. Ενώ ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή της ότι από το 2013 ο σύζυγός της ζήτησε από την Τράπεζα να σταματήσει όλες τις πάγιες εντολές του τρεχούμενου λογαριασμού και ότι η Τράπεζα δεν το έπραξε, συνεχίζοντας να χρεώνει κάθε μήνα τον λογαριασμό με το μηνιαίο ασφάλιστρο της ασφάλειας ζωής της Eurolife, κατά την αντεξέτασή της αρνήθηκε αρχικά ότι αυτό δεν ήταν κάτι που η ίδια γνώριζε προσωπικά, για να ισχυριστεί στη συνέχεια ότι έτσι την ενημέρωσε ο σύζυγός της. Ανησυχούσε, όπως είπε, για το θέμα της εγγύησης που έδωσε βλέποντας το χρέος να αυξάνεται από τις ειδοποιήσεις που λάμβανε, γι' αυτό και ρωτούσε τον σύζυγό της τί γίνεται. Πότε ήταν που τον ρωτούσε και ποιες ήταν αυτές οι ειδοποιήσεις δεν διευκρίνισε, αναφέροντας γενικά ότι ήταν «Ειδοποιήσεις ότι είχε αυξηθεί το χρέος στον προσωπικό του λογαριασμό και διαπίστωσε ότι όχι μου λέει αφού έχω μέσα ρευστό, αλλά αυτά προέκυψαν επειδή μου χρεώνουν την ασφάλεια την οποία τους ζήτησα να σταματήσουν» και ότι έτσι καθησυχάστηκε από τον σύζυγό της ότι δεν υπήρχε πρόβλημα υπέρβασης του λογαριασμού. Αν αυτές οι ειδοποιήσεις ήταν οι μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού, από αυτές προκύπτει ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός ήταν σε υπέρβαση του ορίου για αρκετές χρονικές περιόδους πριν και κατά το 2013, καθώς και ότι από αυτόν έγιναν πληρωμές ενώ βρισκόταν σε υπέρβαση, οι οποίες δεν αφορούσαν μόνο την πληρωμή του ασφαλίστρου της ασφάλειας ζωής της Eurolife. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ότι ανησυχούσε για την αύξηση του χρέους του τρεχούμενου λογαριασμού δεν συνάδει με τον έτερο ισχυρισμό της ότι η εγγύηση που έδωσε ήταν μόνο για €3.000 αφού, γιατί να την ανησυχούσε η όποια αύξηση του χρέους, είτε αυτή οφειλόταν στην πληρωμή του ασφαλίστρου προς την Eurolife (η οποία ανέφερε ότι συνιστά μέρος των παράνομων χρεώσεων) είτε σε οποιοδήποτε άλλο λόγο (όπως οι τόκοι που χρεώνονταν), αν πράγματι η ίδια θεωρούσε ότι συμφώνησε να ήταν υπόλογη μόνο μέχρι €3.000; Ακόμα και αν τότε καθησυχάστηκε από τα λεγόμενα του συζύγου της και εφόσον, κατά την ίδια, όφειλε με βάση την εγγύησή της να πληρώσει μόνο το ποσό των €3.000, γιατί δεν θορυβήθηκε όταν αρχικά προειδοποιήθηκε για το ύψος της υπέρβασης του τρεχούμενου λογαριασμού, οπότε και κλήθηκε εντός συγκεκριμένης προθεσμίας να το καταβάλει στην Τράπεζα (βλ. Τεκμήριο 34); Πολύ περισσότερο, γιατί δεν κατέβαλε στην Τράπεζα το ποσό που ισχυρίστηκε ότι ήταν υπόλογη (€3.000) είτε κατά το χρόνο που προειδοποιήθηκε για την υπέρβαση (08/04/2014 - Τεκμήριο 34) είτε μετά που της ζητήθηκε η εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου με τον τερματισμό του τρεχούμενου λογαριασμού (18/09/2014 - Τεκμήριο 36); Επιχειρώντας δε να ξεφύγει από το αδιέξοδο στο οποίο οδηγούσαν οι προηγούμενες τοποθετήσεις της, διερωτήθηκε πότε τερματίστηκε ο λογαριασμός, προβάλλοντας παράλληλα θέσεις αναληθοφανείς όπως και θέσεις συγκεχυμένες μέχρι και ασυνάρτητες. Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την μαρτυρία της: «Ε. Όταν τερματίστηκε ο λογαριασμός γιατί δεν πληρώσατε τις 3 χιλιάδες; Α. Δεν μου ζητήθηκε, απλώς μου έλεγαν υπάρχει υπέρβαση. Εγώ υπέθεσα ότι έπρεπε να έρθει η τράπεζα να μου πει δώστε τις 3 χιλιάδες που είστε εγγυήτρια, δεν ήξερα ότι έπρεπε να πάω να καταθέσω το ποσό αυτό. Ε. Εσείς, κυρία μάρτυς, γνωρίζατε ότι τερματίστηκε ο λογαριασμός, σωστά; Α. Τερματίστηκε ο λογαριασμός πότε; E. Τον Σεπτέμβριο του
  4. A. Είχε δικάσιμο νομίζω, είχε οριστεί ημέρα δικάσιμη. E. Η αγωγή καταχωρήθηκε το 2015, τον Μάρτιο του 2015, γιατί από τον Μάρτιο του 2015 δεν πληρώσατε τις 3 χιλιάδες ευρώ; A. Σας είπα, δεν μου ζητήθηκε και δεν ήξερα ότι έπρεπε να πληρώσω αυτό το ποσό, περίμενα να με καλέσει η τράπεζα να δώσω το ποσό, δεν ήξερα τη διαδικασία. Δεν είχα καμία αντίρρηση να πληρώσω τις 3 χιλιάδες που ήμουν εγγυήτρια. E. Σας υποβάλλω ότι γνωρίζατε, ότι οφείλατε τουλάχιστον αυτό το ποσό και το αξίωσε από εσάς η τράπεζα και μέχρι σήμερα δεν το έχετε πληρώσει. A. Με ποιον τρόπο το αξίωσε; Με το αντίγραφο της επιστολής που στέλνατε στον κύριο Παναγή; Αυτό σημαίνει αξίωση; Μου είπατε δώστε τις 3 χιλιάδες και εγώ είπα όχι; Δεν έγινε έτσι. E. Καταχωρήθηκε αγωγή εναντίον σας; A. Με την αρχή της δίκης του συζύγου μου εννοείς. E. Ναι. Εδώ και 7 χρόνια. A. Εντάξει, ωραία, ναι, αλλά δεν έγινε η δίκη όχι εξαιτίας μου, περίμενα να μου ορίσει κάποιος ότι αυτό το ποσό θα το δώσω. E. Περιμένατε να ολοκληρωθεί η δίκη για να πληρώσετε το ποσό; Α. Αφού την αναβάλλατε συνέχεια; E. Εσείς καταβάλλατε οποιανδήποτε προσπάθεια να επικοινωνήσετε για να πληρώσετε το ποσό που θεωρείτε ότι οφείλετε; A. Σας έχω ήδη απαντήσει νομίζω, αφού σας είπα ότι οι μόνες ειδοποιήσεις ήταν ότι είχε. E. Όχι αν σας ειδοποίησαν, αν εσείς επικοινωνήσατε για να τους πείτε οφείλω ένα ποσό που αναγνωρίζω και θέλω να το πληρώσω; A. Όχι, περίμενα κατά τη δικάσιμη ημερομηνία να τελειώσει η υπόθεση και να δώσω τις 3 χιλιάδες η οποία αναβλήθηκε όχι εξαιτίας μου φυσικά.» Στην προσπάθεια απεγκλωβισμού της από την έκταση της ευθύνης που της αποδίδεται από τους Ενάγοντες ως εγγυήτρια, η Εναγόμενη 2 ισχυρίστηκε ότι συμφώνησε να εγγυηθεί το χρέος του συζύγου της αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό μόνο μέχρι ποσού €3.
  5. Αυτό ισχυρίστηκε ότι της είπαν προφορικά και ήταν αυτό με το οποίο συμφώνησε. Ποιος της είπε κάτι τέτοιο δεν προσδιόρισε, ενώ όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 30 (στο οποίο ενσωματώνεται η εγγύησή της) ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν αν ήταν εκείνο το έγγραφο που υπόγραψε, παρόλο που ζήτημα υπογραφής ή άγνοιας του σε κανένα στάδιο προηγουμένως δεν ετέθη, προφανώς γιατί έτσι θεωρούσε ότι μπορούσε να αποφύγει τους όρους με τους οποίους συμφώνησε, οι οποίοι αναμφίβολα και με τρόπο ξεκάθαρο προνοούν ότι θα ευθύνεται για την πληρωμή της επίδικης διευκόλυνσης πλέον τόκους, χρεώσεις, έξοδα και άλλες δαπάνες. Όταν στη συνέχεια της υποδείχθηκε η επιστολή της προς την Τράπεζα ημ. 28/06/2010 (στην οποία αναφέρει ότι η εγγύηση της δόθηκε ελεύθερα και χωρίς οποιαδήποτε πίεση ή επίδραση από μέρους οποιουδήποτε και ότι αντιλαμβάνεται πλήρως τις συνέπειες που μπορεί να προκύψουν από την εγγύηση που έδωσε) επιχείρησε να μεταβάλει την αναφερόμενη στην εν λόγω επιστολή θέση της, σε μία προσπάθεια να αποποιηθεί την έκταση της ευθύνης της ως εγγυήτρια, ισχυριζόμενη ότι: «Ε. Άρα εσείς αναγνώσατε και υπογράψατε ότι αντιληφθήκατε αυτήν τη συμφωνία. A. Το ανάγνωσα πίνει νερό, δεν το ανέγνωσα πλήρως γιατί μου είπατε προφορικά ότι 3 χιλιάδες θα είναι η εγγύησή μου, τα υπόλοιπα τα ψιλά γράμματα συνήθως παραλείπονται από τους εγγυητές και το ίδιο δυστυχώς έκανα και εγώ.» Για το πιο πάνω ζήτημα, είναι αρκετό απλώς να επισημανθεί η σχετική νομολογία που θέλει τον υπογράφοντα μίας γραπτής συμφωνίας (όπως εν προκειμένω είναι η σύμβαση εγγύησης της Εναγόμενης 2) να δεσμεύεται από αυτή ακόμα και αν δεν την έχει προηγουμένως διαβάσει ή έστω και αν τελεί υπό άγνοια αναφορικά με την επίδρασή της κατά το δίκαιο (βλ. L' Estrange v. Graucob
(1934)All E.R. 16, η οποία υιοθετήθηκε από την Κκάζανου ν. Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Δημόσιας, Πολ. Έφεση 58/2013, ημ. 27/05/2020, ECLI:CY:AD:2020:A167), εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, στις οποίες, ασφαλώς, δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση που ο υπογράφων, βασιζόμενος στα λεγόμενα άλλου προσώπου, παρέλειψε να μελετήσει το έγγραφο προτού το υπογράψει (βλ. Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R. 961, η οποία υιοθετήθηκε από την Χ''Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1113), ως ήταν η επί του προκειμένου θέση της Εναγόμενης 2 κατά την αντεξέτασή της. Ακολούθως, σε περαιτέρω αντεξέτασή της, η Εναγόμενη 2 ανέτρεψε την προηγούμενη θέση της ότι η εγγύησή της δόθηκε μόνο μέχρι ποσού €3.000 και ότι είναι αυτό που συμφώνησε και δέχεται ότι οφείλει και τίποτα περισσότερο. Ενώ τούτη αρχικά ήταν η θέση της, στη συνέχεια αποδέχθηκε ότι οφείλει να πληρώσει οτιδήποτε προέκυψε μέχρι το 2015, και όχι κάτι επιπρόσθετο από εκεί και πέρα, εδράζοντας την θέση της αυτή όχι στο τί (για την ίδια) συμφώνησε αλλά επειδή (κατά την ίδια) είναι παράλογο και άδικο να πληρώσει επιπλέον τόκους από εκεί και πέρα, τη στιγμή που η πρώτη ημερομηνία ακρόασης ήταν το 2015 και αναβλήθηκε εξ υπαιτιότητας των Εναγόντων[18]. Ωστόσο, δεν εξήγησε με πειστικότητα γιατί δεν πλήρωσε στους Ενάγοντες το ποσό που θεωρούσε ότι όφειλε όταν απαιτήθηκε από αυτούς η εξόφληση του χρέους του επίδικου λογαριασμού, αρχικά μέσω της επιστολής τερματισμού (18/09/2014) και αργότερα όταν της επιδόθηκε η παρούσα αγωγή (13/03/2015), ο δε ισχυρισμός της ότι δεν γνώριζε πως έπρεπε να πάει να καταθέσει το ποσό αυτό και ότι ανέμενε από τους Ενάγοντες να της το ζητήσουν δεν είναι ούτε λογικοφανής ούτε αληθοφανής. Συνακόλουθα, ούτε η εκδοχή της μαρτυρίας της Εναγόμενης 2 γίνεται αποδεχτή και απορρίπτεται εξ ολοκλήρου ως αναξιόπιστη. Ε. Τελικά Συμπεράσματα Στην γραπτή αγόρευση της δικηγόρου των Εναγομένων γίνεται παραπομπή στις πρόνοιες του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 (Ν.93(Ι)/1996) και προβάλλεται επιχειρηματολογία περί καταχρηστικότητας του όρου που επιτρέπει την χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού καθ' υπέρβαση του ορίου του. Τέτοια θέση όχι μόνο δεν δικογραφείται αλλά ουδέποτε τέθηκε ως ζήτημα κατά την δίκη και ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε αναφορικά με ουσιαστικές παραμέτρους που ενδιαφέρουν για την εξέτασή της, όπως ο σκοπός και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συνομολογήθηκε η συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 30) ως επίσης και όλες οι, κατά το χρόνο κατάρτισής της, περιστάσεις που την περιβάλλουν. Έτσι, επί παραδείγματι, αν οι σκοποί για τους οποίους ενεργούσε ο Εναγόμενος 1 κατά την κατάρτιση της σύμβασης ήταν άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του ή αν ο συγκεκριμένος όρος δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης είναι ζητήματα που, αν και είναι σχετικά για να εξεταστεί η εφαρμογή του πιο πάνω Νόμου στα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, δεν είχαν καταστεί επίδικα ώστε να χρήζουν απόδειξης και ούτε απασχόλησαν κατά τη δίκη. Περαιτέρω, η πιο πάνω θέση έχει ως υπόβαθρο ότι ο Εναγόμενος 1 έδωσε οδηγίες στην Τράπεζα Κύπρου για παύση της πληρωμής του ασφαλίστρου της ασφάλειας ζωής της Eurolife, εκδοχή η οποία δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, ενώ παραγνωρίζει άλλες χρεώσεις στον τρεχούμενο λογαριασμό ενόσω αυτός βρισκόταν σε υπέρβαση, περιλαμβανομένων και εκείνων που έγιναν με την χρήση της κάρτας του Εναγόμενου 1, όπως προκύπτουν από τις καταστάσεις λογαριασμού. Κατά συνέπεια, η σχετική εισήγηση από πλευράς υπεράσπισης δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Το Δικαστήριο, έχοντας αποδεκτεί τις καταστάσεις του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένοι σε αυτές και στην απουσία άλλης αξιόπιστης μαρτυρίας για το αντίθετο, καταλήγει ότι όλες οι χρεώσεις σε αυτόν έγιναν νομότυπα, δηλαδή ότι πραγματοποιήθηκαν από ή κατ' εξουσιοδότηση του δικαιούχου του λογαριασμού (Εναγόμενου 1). Είναι περαιτέρω η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι παρουσιασθείσες καταστάσεις του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 37) αποτυπώνουν την πραγματικότητα αναφορικά με την λειτουργία του, τις χρεοπιστώσεις και τα υπόλοιπα στοιχεία. Η τελευταία συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού, ημ. 28/06/2010 (Τεκμήριο 30), προνοούσε ότι η διευκόλυνση θα ήταν πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση (όρος 3). Προνοούσε ακόμα ότι η Τράπεζα Κύπρου θα είχε το δικαίωμα να τερματίσει την λειτουργία της διευκόλυνσης και να ζητήσει από τον Εναγόμενο 1 να πληρώσει αμέσως όλα τα ποσά που οφείλει στην Τράπεζα Κύπρου (συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες), σε περίπτωση δε παράλειψης του Εναγόμενου 1 να προβεί σε άμεση εξόφληση, θα έδιδε το δικαίωμα στην Τράπεζα Κύπρου να απαιτήσει δικαστικώς την πληρωμή τους (όρος 12). Το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού ήταν €3.000 και κατά καιρούς βρισκόταν σε υπέρβαση του ορίου. Κατά τις 08/04/2014 που αποστάληκαν οι προειδοποιητικές επιστολές (Τεκμήρια 33 και 34) υπήρχε υπέρβαση του ορίου, την οποία οι Εναγόμενοι δεν διευθέτησαν, παρά το ότι τους ζητήθηκε με τις εν λόγω επιστολές της Τράπεζας Κύπρου. Υφίστατο, συνεπώς, διάρρηξη της συμφωνίας εκ μέρους του Εναγόμενου 1 και, σε κάθε περίπτωση, η Τράπεζα Κύπρου νομιμοποιείτο στον τερματισμό της συμφωνίας κατά τις 18/09/2014 που αποστάληκαν οι επιστολές τερματισμού (Τεκμήρια 35 και 36). Η αποστολή των προειδοποιητικών επιστολών (Τεκμήρια 33 και 34) και των επιστολών τερματισμού (Τεκμήρια 35 και 36) αλλά και η παραλαβή τους από τους Εναγόμενους όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά θεωρήθηκε δεδομένη. Είναι συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι παρέλαβαν τις εν λόγω επιστολές της Τράπεζας Κύπρου (Τεκμήρια 33 - 36). Ως έχει νομολογηθεί, ο τερματισμός του τρεχούμενου λογαριασμού και ο καθορισμός του ποσού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο στην στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής, ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους[19]. Στην προκείμενη περίπτωση, συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου ότι υπήρξε τερματισμός του τρεχούμενου λογαριασμού στις 18/09/2014, με απόφαση της Τράπεζας Κύπρου που επιμαρτυρείται από το γεγονός της σύνταξης και αποστολής της επιστολής τερματισμού προς τον πρωτοφειλέτη - Εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 35), η οποία, όπως διαπιστώθηκε, παραλήφθηκε από αυτόν. Επομένως, στοιχειοθετήθηκε η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη Εναγόμενου 1, ο οποίος είχε υποχρέωση να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού, το οποίο κατά το χρόνο τερματισμού ανερχόταν στο ποσό των €12.057,15[20] και κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής σε €12.230,07 πλέον τόκους από 18/11/2014[21]. Οι Ενάγοντες προέβηκαν σε σύνταξη αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, αναφέροντας ότι περιορίζουν την απαίτησή τους εναντίον του Εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 42 και παράγραφο 39 Εγγράφου Α)[22]. Προκύπτει από αυτήν ότι το χρέος του λογαριασμού περιορίζεται κατά το χρόνο τερματισμού στο ποσό των €10.763,15 (αντί του ποσού των €12.057,15 ή του ποσού που αναφέρεται στην αγωγή) και χρεώνεται τόκος επί ποσού €10.607,48 προς 8,75% από 18/09/2014, ο οποίος στη συνέχεια (08/05/2020) περιορίζεται σε ποσοστό €6,75%. Η χρέωση τόκου προς 8,75% δεν αμφισβητήθηκε και προκύπτει ότι είναι απότοκο των όρων της συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 30), ο δε μεταγενέστερος της ημερομηνίας τερματισμού περιορισμός στο ποσοστό του διεκδικούμενου τόκου (ο οποίος γίνεται με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού) συνίσταται στην από τις 08/05/2020 αφαίρεση της χρέωσης του επιτοκίου υπερημερίας (2%), το οποίο οι Ενάγοντες είχαν συμβατικό δικαίωμα και νομιμοποιούντο από την ημερομηνία τερματισμού να χρεώνουν στο χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού, αφού η επιβολή ψηλότερου τόκου υπερημερίας προνοείτο στην επίδικη συμφωνία (Τεκμήριο 30)[23]. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται στους τόκους σύμφωνα με τα επιτόκια που αναφέρονται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 42) μέχρι την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου που αναφέρεται σε αυτήν και είναι, επίσης, η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου 1, όπως έχει αναδομηθεί, έχει αποδειχτεί στην ολότητά της. Όσον αφορά στην περίπτωση της Εναγόμενης 2, έχει νομολογηθεί[24] ότι προϋπόθεση για την ανάκτηση του χρέους από τον εγγυητή αποτελεί η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη να το καταβάλει, αφού η υποχρέωση του εγγυητή είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη. Ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χρέους, στην έκταση που ευθύνεται ο πρωτοφειλέτης[25], νοουμένου ότι αυτό καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του τελευταίου, καθίσταται υπόλογος και ο εγγυητής να εξασφαλίσει την αποπληρωμή της οφειλής του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν υπάρχει πρόνοια για το αντίθετο, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Ωστόσο, η ύπαρξη πρόνοιας για παροχή ειδοποίησης προς τον εγγυητή δεν αποτελεί προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την ευχέρεια ανάκτησης του χρέους. Όπως, περαιτέρω, συγκεκριμένα, αναφέρεται στην Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 1465: «Αυτό εξηγείται με σαφήνεια στην πολύ πρόσφατη απόφαση του αγγλικού εφετείου στην Stimpson v. Smith [1999] 2 All E.R.
  1. Ο όρος για την παροχή ειδοποίησης προς τον εγγυητή να καταβάλει το χρέος του πρωτοφειλέτη σηματοδοτεί, όπως αναφέρει ο Tuckey L.J. στην απόφασή του "...the time from which the liablitity can be enforced".» Εν προκειμένω, στο εγγυητήριο για περιορισμένο ποσό που υπέγραψε η Εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 30) δεν υφίσταται τέτοια πρόνοια. Εντούτοις, αν και δεν ήταν αναγκαίο, η Τράπεζα Κύπρου υπέβαλε αξίωση αποπληρωμής προς την Εναγόμενη 2 με την προς αυτή επιστολή της ημ. 18/09/2014 (Τεκμήριο 36). Με δεδομένη την στοιχεοθέτηση της ευθύνης του Εναγόμενου 1 να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού, η Εναγόμενη 2 κατέστη παράλληλα υπόλογη για την αποπληρωμή του (και μπορούσε προς τούτο να εναχθεί στην παρούσα αγωγή) μέχρι το ποσό για το οποίο παραχωρήθηκε η εγγύησή της (€3.000 πλέον τόκους, χρεώσεις, έξοδα και άλλες δαπάνες). Οι Ενάγοντες προέβηκαν και σ' αυτή την περίπτωση σε σύνταξη αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, περιορίζοντας έτσι την απαίτησή τους ακόμα περισσότερο εναντίον της Εναγόμενης 2 (Τεκμήριο 43 και παράγραφο 40 Εγγράφου Α). Με αυτήν αφαιρούνται όλες οι χρεώσεις πλην της χρέωσης των τόκων μαζί με τις κεφαλαιοποιήσεις τους. Μάλιστα, η ρηθείσα χρέωση περιορίζεται σε 7% επί του ποσού της εγγύησης (€3.000) από 18/06/2010, ποσοστό το οποίο είχε εξ αρχής συμφωνηθεί με την τελευταία συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 30) και το οποίο, μέχρι τις 03/08/2014, είναι ίσο ή μικρότερο του ποσοστού που διεκδικείται με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού εναντίον του Εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 42). Προκύπτει, όμως, ότι μετά τις 03/08/2014 υπολογίζεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού της Εναγόμενης 2 (Τεκμήριο 43) ποσοστό επιτοκίου το οποίο, κατά περιόδους, υπερβαίνει του ποσοστού επιτοκίου που διεκδικείται με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού από τον Εναγόμενο
  2. Εφόσον, όπως προειπώθηκε και όπως προκύπτει από τους όρους του εγγυητηρίου, η υποχρέωση του εγγυητή είναι επάλληλη, αλληλέγγυα και κεχωρισμένη, προς εκείνη του πρωτοφειλέτη, η Εναγόμενη 2 μπορεί να ευθύνεται για την πληρωμή τόκων μέχρι το βαθμό που για αυτούς είναι υπόλογος ο Εναγόμενος
  3. Έτσι, σε όση έκταση επιζητείται με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού της Εναγόμενης 2 ποσοστό επιτοκίου μεγαλύτερο από εκείνο που κατά την αντίστοιχη περίοδο διεκδικείται εναντίον του Εναγόμενου 1, θα πρέπει να γίνει ανάλογος περιορισμός. Είναι, συνεπώς, η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται στην έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 2 για το ποσό των €3.000 πλέον τόκο προς 7% από 18/06/2010 μέχρι 03/08/2014, 6,75% από 04/08/2014 μέχρι 17/09/2014, 7% από 18/09/2014 μέχρι 07/05/2020 και 6,75% από 08/05/2020 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως, την 30/06 και την 31/12 εκάστου έτους. Στ. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των €20.422,98 πλέον τόκο προς 6,75% επί του ποσού των €20.114,24 από 21/09/2022 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως, την 30/06 και την 31/12 εκάστου έτους. Περαιτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 2 για το ποσό των €3.000 πλέον τόκο προς 7% από 18/06/2010 μέχρι 03/08/2014, 6,75% από 04/08/2014 μέχρι 17/09/2014, 7% από 18/09/2014 μέχρι 07/05/2020 και 6,75% από 08/05/2020 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως, την 30/06 και την 31/12 εκάστου έτους. Νοείται ότι η απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 1 είναι σε συνάρτηση με την απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 2, μετά της οποίας είναι αλληλέγγυα και κεχωρισμένα υπόλογος για την καταβολή του μικρότερου ποσού. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος, στην κάθε περίπτωση, ποσού και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι τα έξοδα εναντίον του Εναγόμενου 1 είναι σε συνάρτηση με τα έξοδα εναντίον της Εναγόμενης 2, μετά της οποίας είναι αλληλέγγυα και κεχωρισμένα υπόλογος για την καταβολή του μικρότερου ποσού. (Υπ.) .......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Τεκμήρια 42 και 43, όπου το Τεκμήριο 42 αφορά αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού για το ποσό που διεκδικούν πλέον οι Ενάγοντες εναντίον του Εναγόμενου 1 και το Τεκμήριο 43 αφορά αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού για το ποσό που διεκδικούν πλέον οι Ενάγοντες εναντίον της Εναγόμενης
  4. [2] Βλ. την Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 974 και Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie - Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10 ημ. 30/09/2015. Περαιτέρω, ως έχει νομολογηθεί, η απόδειξη μέσω των δικογράφων ή των παραδοχών του αντιδίκου συνιστά παραδεκτός τρόπος απόδειξης ισχυρισμών και όταν ένας ισχυρισμός γίνεται παραδεκτός στα δικόγραφα, αυτός παύει να συνιστά αμφισβητούμενο και επίδικο θέμα για την υπόθεση ώστε να μην είναι αναγκαίο να αποδειχθεί με την προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ακρόαση (βλ. Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1874 και STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολ. Έφεση 407/2011 ημ. 21/06/2018, ECLI:CY:AD:2018:A300). [3] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να συσχετίζεται και αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71 και Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση 328/11 ημ. 31/05/2017, ECLI:CY:AD:2017:A202), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του, η πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε και ο βαθμός κατά τον οποίο η εκδοχή του συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [4] Βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454. [5] Βλ. Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. [6] Βλ. Liouflis and Co Ltd v. Ανδρονίκου κ.α.
(1996)1 Β ΑΑΔ 773 και Κόκκινου (ανωτέρω). [7] Βλ. όρο 7 Τεκμηρίου 30 και τον σχετικό Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων που υπογράφεται από τους Εναγόμενους 1 και 2 (Τεκμήρια 31 και 32 αντίστοιχα), στον οποίο καταγράφεται σε σχέση με υπέρβαση χρεωστικού τρεχούμενου λογαριασμού (πέραν του εγκεκριμένου ορίου) η χρέωση τόκου υπερημερίας 5,25% κατά τον τερματισμό του λογαριασμού (αλλά και σε άλλες, εκεί αναφερόμενες, περιπτώσεις). [8] Βλ. Vourna Limited κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση 295/2013 ημ. 01/06/2020, ECLI:CY:AD:2020:A170. Επαναλαμβάνεται ότι, εν προκειμένω, για την ύπαρξη των καταχωρίσεων στον επίδικο λογαριασμό όχι μόνο δεν υπήρξε αμφισβήτηση από την υπεράσπιση, είτε δικογραφικά είτε κατά τη δίκη, αλλά αυτές θεωρήθηκαν δεδομένες. [9] Βλ. την περίοδο 01/08/2014 - 18/09/2014 στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού (Τεκμήριο 37). [10] Βλ. τον όρο 7 της συμφωνίας ημ. 28/06/2010 (Τεκμήριο 30) καθώς και τον σχετικό κατάλογο προμηθειών και χρεώσεων (Τεκμήρια 31 και 32). Βλ. επίσης την Ιωαννίδης ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 1/2010 ημ. 08/07/2014, στην οποία επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας 3% γιατί το συγκεκριμένο ποσοστό προνοείτο στη σχετική συμφωνία. [11] Βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 479 και Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 (Γ) ΑΑΔ
  1. [12] Βλ. Παναγιώτης Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση 340/2009 ημ. 21/11/
  2. [13] Σημειώνεται ότι μαρτυρία αναφορικά με την πρακτική που ακολουθείται από έναν οργανισμό, κατά τη συνήθη δραστηριότητα της επιχείρησης του, με σκοπό να αποδειχθεί ότι ένα άλλο γεγονός έλαβε χώρα, υπό την έννοια ότι αυτό αποτελούσε γεγονός που συμβαίνει κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της επιχείρησης, είναι αποδεκτή (βλ. Phipson on Evidence, 18th edition, p. 215, par. 7‑ 23.) [14] Βλ., ενδεικτικά, την πληρωμή που έγινε στις 31/10/2011 προς τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου (ύψους €797,00) όταν το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού έδειχνε τότε €2,820,60, την πληρωμή που έγινε μέσω της κάρτας (Visas) του Εναγόμενου 1 στις 10/11/2011 (ύψους €372,32), όταν το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού έδειχνε τότε €3.033,60, την πληρωμή που έγινε στις 13/01/2012 προς το Δήμο Λακατάμιας (ύψους €60,53) όταν το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού έδειχνε τότε €3.351,49, και άλλες τέτοιες πληρωμές που έγιναν πέραν του εγκεκριμένου ορίου, σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 37). [15] Βλ. όρο 9 και την πρώτη επιφύλαξη του όρου 10 της συμφωνίας ημ. 28/06/2010 (Τεκμήριο 30). Βλ. επίσης και τον Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων που αμφότεροι Εναγόμενοι υπέγραψαν (Τεκμήρια 31 και 32, αντίστοιχα), ο οποίος αποτελεί μέρος της συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού - Τεκμήριο 30 (βλ. όρο 14), όπου προβλέπεται η χρέωση τόκου υπερημερίας 5,25% σε σχέση με υπέρβαση χρεωστικού τρεχούμενου λογαριασμού (πέραν του εγκεκριμένου ορίου), για όσο χρόνο αυτή ισχύει, αλλά και για κάθε μέρα που πραγματοποιείται χρεωστική κίνηση στο λογαριασμό που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ή αύξηση του χρεωστικού υπολοίπου. [16] Βλ. Πούρρικος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507, Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 (Β) ΑΑΔ 826 και Κάτζιη ν. Φουκαρίδης & Σία Λτδ, Εργολάβοι Ελαιοχρωματιστές Πολ. Έφεση 40/2011 ημ. 11/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:A
  1. [17] Βλ. το σύγγραμμα Ellinger's Modern Banking Law, 5η έκδοση, σελ. 123 και
  2. [18] Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από τον δικαστηριακό φάκελο, στον οποίο το Δικαστήριο έχει ανατρέξει αντλώντας ταυτόχρονα πληροφόρηση (Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ 1938 και Καραβίας v. Σταύρου
(2012)1 (A) Α.Α.Δ 469), η πρώτη ημερομηνία ακρόασης της παρούσας αγωγής ήταν στις 18/04/2016 (δηλαδή ένα χρόνο και ένα μήνα μετά από τότε που επιδόθηκε στην Εναγόμενη 2 η παρούσα αγωγή), ημερομηνία κατά την οποία η ακρόαση αναβλήθηκε ενόψει της έγκρισης της αίτησης των Εναγόντων ημ. 28/03/2016 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 18/04/2016, το οποίο εκδόθηκε με τη συμφωνία της πλευράς των Εναγομένων. [19] Βλ. Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 1465 στην οποία αποφασίστηκε ότι: «το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Στην προκείμενη περίπτωση το ανυπέρβλητο κώλυμα στη στοιχειοθέτηση της υπόθεσης των εφεσειόντων είναι η απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας για τον τερματισμό του λογαριασμού, της ενέργειας η οποία σύμφωνα με τη σύμβαση των μερών προσέδιδε συγκεκριμένη μορφή στο χρέος και το καθιστούσε απαιτητό. Μπορεί να προβληθεί η θέση ότι η αξίωση αποπληρωμής του χρέους εξυπακούει και τον τερματισμό του λογαριασμού και όπως στην περίπτωση δανείου για προκαθορισμένο ποσό πληρωτέου "on demand" - "σε πρώτη ζήτηση" μπορεί να ανακτηθεί άνευ ετέρου με αγωγή στο Δικαστήριο. Το θέμα δεν συζητήθηκε ούτε έγιναν εισηγήσεις επί του προκειμένου. Εν τούτοις μας φαίνεται ότι οι δύο μορφές απαιτήσεων διακρίνονται. Στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό.» [20] Βλ. την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 37) και την επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 35). [21] Βλ. την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 37). [22] Επισημαίνεται ότι, όπως έχει νομολογηθεί, η αναδόμηση λογαριασμών είναι ενέργεια θεμιτή που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων όταν κρίνεται από την Τράπεζα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης της, περιορίζοντας το με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1238). [23] Βλ. την Ιωαννίδης (ανωτέρω) και άρθρο 3 (1β) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160(Ι)/1999), ως έχει τροποποιηθεί. [24] Βλ. την Lombard (ανωτέρω). [25] Βλ. άρθρο 86 Κεφ. 149. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.