Βασίλη Χατζηβασιλείου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 1628/2016, 16/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1628/2016 Μεταξύ: Βασίλη Χατζηβασιλείου Ενάγοντα - και -
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Διοικήτριας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
- Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
- Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd
- Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως Αρχής Εξυγίανσης
- Αρχής Εξυγίανσης
- PricewaterhouseCoopers Limited
- Grant Thornton (Cyprus) Limited Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 07.02.2023 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων Ημερομηνία: 16/05/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Κ. Πατσαλίδου για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενη 3-Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Μ. Χατζηνέστορος για Δ. Χατζηνέστορος & Σία ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση Αίτηση ο Ενάγοντας ζητά όπως του δοθεί άδεια να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης των εγγράφων που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Α. Το Παράρτημα Α επισυνάπτεται στην Αίτηση και περιλαμβάνει 32 έγγραφα. Τα 27 έγγραφα είναι επιστολές που ανταλλάγησαν μεταξύ των Εναγομένων 2, 3, 4, του Υπουργείου Οικονομικών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα τέσσερα έγγραφα αφορούν άρθρα του Landon Thomas Jr και ένα έγγραφο είναι άρθρο στην εφημερίδα Καθημερινή. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του δικηγόρου, Κωνσταντίνου Καραμανή. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι οι επιστολές που ανταλλάγησαν μεταξύ των πιο πάνω προσώπων, είναι ουσιώδεις και σχετικές με τα επίδικα ζητήματα στην αγωγή, καθότι «είτε προέρχονται από την Εναγόμενη 3, είτε στάλθηκαν προς την Εναγόμενη 3» και αφορούν ζητήματα που σχετίζονται με την Εναγόμενη 4 και την κατάσταση στην οποία αυτή βρισκόταν κατά την κρίσιμη περίοδο, πριν τα γεγονότα του Μαρτίου
- Τα υπόλοιπα έγγραφα είναι δημοσιευμένα στο διαδίκτυο. Όλη η πιο πάνω αλληλογραφία περιήλθε στην κατοχή του Ενάγοντα μέσω ενός σφραγισμένου φακέλου, με άγνωστο αποστολέα, ο οποίος τοποθετήθηκε στο γραμματοκιβώτιο της οικίας του πατέρα του, ως επίσης και από τον διαδικτυακό ιστότοπο της εφημερίδας New York Times. Η Εναγομένη 3, ήτοι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, καταχώρησε Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Προβάλλει τη θέση ότι η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα και είναι καταχρηστική. Δεν έχει αποκαλυφθεί η σχετικότητα των εγγράφων με τα επίδικα θέματα, ενώ τα πλείστα έγγραφα είναι προνομιούχα και ή περιέχουν εμπιστευτικές και ή διαβαθμισμένες πληροφορίες. Η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων προνοείται από τη Δ.28 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αντιστοιχεί με την παλαιά Αγγλική Διάταξη, Δ.31 θ.
- Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας της ακρόασης. Παραθέτω αυτούσια τη Δ.28 θ.1, για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «Any party may, without filing any affidavit, apply to the Court or a Judge for an order directing any other party to any cause or matter to make discovery on oath of the documents which are or have been in his possession or power relating to any matter in question therein. On the hearing of such application the Court or Judge may either refuse or adjourn the same, if satisfied that such discovery is not necessary, or not necessary at that stage of the cause or matter, or make such order, either generally or limited to certain classes of documents, as may, in the Court's or Judge's discretion, be thought fit : provided that discovery shall not be ordered when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs. If an order is made for discovery, such order shall specify the time within which the party directed to make discovery shall file his affidavit.» Η αποκάλυψη των εγγράφων γίνεται στα αρχικά στάδια της διαδικασίας, μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων και πολύ πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, για να αποφευχθεί ο αιφνιδιασμός των διαδίκων κατά την ακρόαση με την παρουσίαση εγγράφου που δεν ήταν υπόψη τους (trial by ambush). Σχετικές είναι οι αποφάσεις G.A.P. Navigation v. Mergario Marritima SRL
(1998)1 A.A.Δ. 1624 και Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ.
- Σε περίπτωση που ο διάδικος που έχει διαταχθεί να αποκαλύψει έγγραφα παραλείπει να το πράξει, δεν δικαιούται να παρουσιάσει κατά την ακρόαση οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο δεν αποκάλυψε, εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει ορθό να τού το επιτρέψει. Σχετικός είναι ο θεσμός 3 της ιδίας διάταξης: Δ.28 θ.3: «If a party ordered to make discovery of documents fails so to do, he shall not afterwards be at liberty to put in evidence on his behalf in the action any document he failed to discover or to allow to be inspected, unless the Court is satisfied that he had sufficient excuse for so failing, in which case the Court may allow such document to be put in evidence on such terms as it may think fit». Η υποχρέωση αποκάλυψης είναι συνεχής και συνεχίζεται μέχρι και την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Παραπέμπω σχετικά στην αναφορά από το Supreme Court Practice 1987, τόμος 1 παρ. 24/1/2: «Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O.24, r.1 may suggest that discovery need be given only of the documents which have come into a party's possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party's obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party's possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cv. O.18, rr 8 and 9) and that he must not, by withholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true. An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay costs occasioned by the failure to give discovery promptly». (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Σχετική είναι η αναφορά και από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 12, παράγραφος 43, την οποία παραθέτω αμέσως πιο κάτω: «Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice». (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Η πιο πάνω υποχρέωση για αποκάλυψη δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το δικαίωμα για περαιτέρω αποκάλυψη. Το τελευταίο είναι ζήτημα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, κατά πόσο θα επιτρέψει ή όχι σε διάδικο να αποκαλύψει έγγραφο το οποίο δεν αποκαλύφθηκε έγκαιρα. Επισημαίνω ότι τόσο στο απόσπασμα από το Supreme Court Practice 1987 όσο και στο απόσπασμα στο Halsbury's Laws of England, η υποχρέωση για αποκάλυψη αφορά έγγραφα τα οποία είναι υποβοηθητικά για την υπόθεση του αντιδίκου, σχετικές είναι οι υπογραμμισμένες αναφορές. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση ( obiter dicta) του Δικαστή Τ. Οικονόμου στην αγωγή Ναυτοδικείου Marcegaglia Spa v. Του πλοίου Vysogorsk, 31/2013, ημερομηνίας 31.05.2016, στο οποίο γίνεται αναφορά σε «εξαναγκασμό» του αντιδίκου σε αποκάλυψη εγγράφων, για τα οποία ο αιτητής έχει λόγους να θέλει να αποκαλυφθούν. Παραθέτω αυτούσια τη σχετική αναφορά αμέσως πιο κάτω: «Πρόκειται, συνεπώς, για συνεχή υποχρέωση την οποία ο διάδικος οφείλει να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ή ειδοποίηση) προς τον αντίδικο, χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωσή του. Άλλο είναι το ζήτημα της δικαστικής ευχέρειας για να επιτραπεί ή όχι η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν αποκαλύφθηκε ή που δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως, ζήτημα που στα πλαίσια των Κυπριακών Θεσμών διέπεται από τη Δ.28, κ.
- Σημειώνεται ακόμα ότι η Δ.28, κ. 11 (Ο. 31, r. 19Α
(3)), δεν στοχεύει στην εξασφάλιση άδειας από τον αιτητή για περαιτέρω αποκάλυψη από τον ίδιο, αλλά σκοπό έχει τον εξαναγκασμό του αντιδίκου σε αποκάλυψη εγγράφων τα οποία ο τελευταίος δεν απεκάλυψε με την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης και ο αιτητής έχει λόγους να θέλει να αποκαλυφθούν (βλ. T.B.F. (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 153, Halsbury's, ibid, paras 45-46)». ( Η υπογράμμιση είναι δική μου) Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, διαπιστώνω ότι το αίτημα για αποκάλυψη υποβλήθηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας, ενώ η υπόθεση ήταν έτοιμη για ακρόαση. Επισημαίνω επίσης ότι ο Αιτητής δεν ζητά την αποκάλυψη ενός ή δύο εγγράφων, αλλά τριάντα δύο
(32)εγγράφων. Ο λόγος που το αίτημα υποβλήθηκε σε τόσο καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας, δεν έχει διευκρινιστεί με ικανοποιητικό τρόπο, έχοντας υπόψη και το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται. Ο ομνύοντας στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση περιορίζεται να αναφέρει ότι «εκ παραδρομής» τα έγγραφα δεν αποκαλύφθηκαν με την αρχική ένορκη δήλωση. Πέραν τούτου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι τα υπό κρίση έγγραφα είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Στην Αγγλική απόφαση Astra-Nat Production v. Neo-Art Productions
(1928)W.N. 218, δίδεται ο ορισμός της σχετικότητας ενός εγγράφου προς τα επίδικα θέματα: «Relevant meant something which contained information either directly or indirectly enabling the party seeking discovery either to advance his own case or to damage that of his adversary, or which might fairly lead to a train of inquiry which might have either of those consequences.» Τα πιο πάνω έχουν υιοθετηθεί στην υπόθεση The National Bank of Greece SA v. Mitsides & Another
(1962)C.L.R. 40, 42 και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Ο ομνύοντας στην ένορκη δήλωση αναφέρει, γενικά και αόριστα, ότι τα έγγραφα είναι σχετικά καθότι «είτε προέρχονται από την εναγομένη 3 είτε στάλθηκαν προς την εναγομένη 3». Πουθενά δεν αναφέρει με ποια επίδικα γεγονότα σχετίζεται το κάθε έγγραφο, το οποίο αιτείται να αποκαλύψει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι το αίτημα για αποκάλυψη εγγράφων στο συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Η Εναγόμενη 3, Καθ΄ ης η αίτηση στην παρούσα διαδικασία, εγείρει και ένα επιπρόσθετο θέμα ότι τα έγγραφα είναι προνομιούχα. Το θέμα αυτό δεν μπορεί να εξετασθεί και να αποφασισθεί στο στάδιο αυτό. Το κατάλληλο στάδιο θα ήταν, κατά την άποψη μου, το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας όταν θα επιχειρείτο η κατάθεση των συγκεκριμένων εγγράφων. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης 3 - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα - Αιτητή, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................ Τ. Παρασκευαϊδου- Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο