← Κύπρος

THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. Ν. MIKE'S SQUARE SNACKS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 7551/13, 5/5/2023

THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. Ν. MIKE'S SQUARE SNACKS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 7551/13, 5/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7551/13 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και 1. Ν. MIKE'S SQUARE SNACKS LTD 2. Νικολάου Γεώργιος 3. Νικολαΐδου Τασούλα Γεωργίου 4. Νικολαΐδης Μιχαήλ Γεωργίου 5. Νικολαΐδη Βίρπη 6. Νικολάου Θέλμα 7. Γρηγορίου Πλουτού Ανδρέα άλλως Γρηγορίου Πλουσία 8. Παπαγεωργίου Περικλής άλλως Περικλής Ιωάννου Παπαγεωργίου Ενάγουσας Και Δυνάμει Ειδοποίησης Υποκατάστασης ημερομηνίας 29.11.22: THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED Εναγόντων και 1. Ν. MIKE'S SQUARE SNACKS LTD 2. Νικολάου Γεώργιος 3. Νικολαΐδου Τασούλα Γεωργίου 4. Νικολαΐδης Μιχαήλ Γεωργίου 5. Νικολαΐδη Βίρπη 6. Νικολάου Θέλμα 7. Γρηγορίου Πλουτού Ανδρέα άλλως Γρηγορίου Πλουσία 8. Παπαγεωργίου Περικλής άλλως Περικλής Ιωάννου Παπαγεωργίου Εναγομένων Ημερομηνία: 5 Μαΐου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Μ. Κυριάκου με κα Μ. Πέτρου για Πολάκης Σαρρής & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενους: κ. Ε. Ασσιώτου για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η Στη βάση κατ' ισχυρισμόν χορηγηθεισών πιστωτικών διευκολύνσεων η Ενάγουσα αξιώνει: (α) Εναντίον όλων των Εναγομένων το ποσό των €635,635,02 συν τόκους 12% από 18.12.12 βάσει δανείου και επίσης διατάγματα, αφενός εφαρμογής του ομολόγου ημερομηνίας 10.7.07 και αφετέρου εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων (β) Εναντίον των Εναγομένων 1 έως 5 το συνολικό ποσό των €139,874,76 συν τόκους 12% από 18.12.12 βάσει δανείου και τρεχουμένου λογαριασμού. Οι Eναγόμενοι με την Υπεράσπισή τους αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και προέβαλαν: (
  2. i)ότι όλες οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες και ή εικονικές και ή παράνομες και ή καταχρηστικές, συμπεριλαμβανομένων και των εγγυήσεων (
  3. ii)ότι δεν παρέλαβαν οποιαδήποτε ενημέρωση ή επιστολή από την Ενάγουσα (iii) ότι υπάρχουν παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμοί και (
  4. iv)ότι δεν υπήρξε τερματισμός των συμφωνιών. Σημειώνεται πως η Ενάγουσα καταχώρισε και Απάντηση στην οποία επαναλαμβάνει και αναλύει τις θέσεις της. Η αναφορά στον τίτλο της σε «Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση» οφείλεται προφανώς σε εσφαλμένη εντύπωση, αφού στην πραγματικότητα οι Εναγόμενοι δεν είχαν προβάλει Ανταπαίτηση, πράγμα το οποίο επιβεβαιώθηκε και με σχετικές δηλώσεις των συνηγόρων. Μαρτυρία Για να αποδείξει την αγωγή της η Ενάγουσα κάλεσε ένα μάρτυρα, ενώ οι Eναγόμενοι προς υπεράσπισή τους κάλεσαν δύο μάρτυρες. Οι γραπτές δηλώσεις των μαρτύρων κατατέθηκαν ως Έγγραφα Α έως Γ ενώ διάφορα άλλα έγγραφα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1 έως 47. Η Μ.Ε (Ε.Χ.Γ) στη γραπτή δήλωσή της, Έγγραφο Α, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στα καθήκοντά της στην Ενάγουσα από το 2013, στην παρακολούθηση προβληματικών λογαριασμών μεταξύ των οποίων και αυτών των Εναγομένων και στη μελέτη του σχετικού φακέλου και αρχείου σχετικά με αυτούς. Στη συνέχεια, περιέγραψε τα σχετικά με την υπογραφή των διαφόρων συμφωνιών, ημερομηνίας 20.3.07, 10.7.07, 29.9.08, 25.10.10, καθώς και των διαφόρων εγγυήσεων ή υποθηκεύσεων, παρουσιάζοντας όλα τα σχετικά έγγραφα ως Τεκμήρια 2 έως 25. Εξήγησε ότι οι λογαριασμοί που είχαν ανοιχθεί παρουσίαζαν καθυστερήσεις και ότι στις 18.12.12 τα υπόλοιπα ήταν τα αξιούμενα με την αγωγή ποσά. Σχετικές καταστάσεις λογαριασμών και πιστοποιητικά βάσει του Κεφ. 9 παρουσίασε ως Τεκμήρια 26 έως 28, ενώ αναδομημένες καταστάσεις (μέχρι τις 30/03/21) τις παρουσίασε ως Τεκμήρια 29 έως 31. Σε αυτές είχαν αφαιρεθεί διάφορες χρεώσεις και μειώθηκαν τα επιτόκια εις ένδειξη καλής θελήσεως. Η Μ.Ε προσέθεσε ότι στους οφειλέτες στάληκαν προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 13.11.12, προς συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τους, χωρίς όμως αποτέλεσμα, οπότε με νεότερες επιστολές, ημερομηνίας 18.12.12, η Ενάγουσα τερμάτισε τις συμφωνίες και τους λογαριασμούς. Τις επιστολές παρουσίασε ως Τεκμήρια 33 έως 35. Αντεξεταζόμενη είπε, μεταξύ άλλων, ότι δεν έχει χειριστεί η ίδια προσωπικά τους λογαριασμούς των Εναγομένων, ότι οι επίδικες διευκολύνσεις είχαν ξεκινήσει πρώτα με τη Λαϊκή Τράπεζα, ότι τα παραστατικά των συναλλαγών μετά από κάποιο διάστημα στέλλονται για φύλαξη, ότι όλα αυτά από το 2007 είναι πάρα πολλά έγγραφα και ότι στις αναδομημένες καταστάσεις δεν γίνεται παρέμβαση στις πιστώσεις των πελατών. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Eναγόμενος 4, ο οποίος, επίσης, υιοθέτησε τη γραπτή δήλωσή του, το Έγγραφο Β. Σε αυτήν εξηγεί το ιστορικό της λήψης ενός πρώτου δανείου κατά το 2000 από την Universal Bank, την υποθήκευση ακινήτων για τον σκοπό αυτό, τη μεταγενέστερη μεταφορά του δανείου κατά το 2007 ‑ 2008 στη Λαϊκή Τράπεζα, την αύξηση του ορίου στον τρεχούμενο με άλλη συμφωνία, ημερομηνίας 29.9.08, τη λήψη και άλλου δανείου για Λ.Κ.400,000 βάσει συμφωνίας ημερομηνίας 10.7.07, έναντι προσωπικών εγγυήσεων και υποθηκών από τους Εναγόμενους και την εξασφάλιση ενός ακόμα δανείου για €50,000 στις 25.10.10. Δέχθηκε ότι όλα τα στοιχεία των εξασφαλίσεων και υποθηκών είναι ως τα ανέφερε η Μ.Ε. Υποστήριξε, όμως, ότι για την υπογραφή των αρχικών και τροποποιητικών συμφωνιών δεν τους είχε δοθεί ευκαιρία για διαπραγμάτευση των όρων, ενώ για το έγγραφο που υπέγραψαν ‑ ότι δεν επιθυμούσαν νομική συμβουλή ‑ είπε ότι δεν γνώριζαν τον αντίκτυπο του περιεχομένου του. Στη γραπτή δήλωση του αρνήθηκε ότι παρέλαβαν οποιεσδήποτε επιστολές τερματισμού. Όσον αφορά τα κατ' ισχυρισμόν υπόλοιπα, είπε ότι δεν οφείλονται νόμιμα, καθότι υπήρχαν υπερχρεώσεις διαφόρων τύπων, παραπέμποντας σε ειδικό εμπειρογνώμονα, ο οποίος θα κατέθετε υπέρ τους. Συμφώνησε ότι κατά το 2013 τα δάνεια τους είχαν μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.1 εξήγησε τη συγγενική σχέση του με τους υπόλοιπους Εναγόμενους, παρουσίασε εταιρικά έγγραφα της Eναγόμενης 1 ως Τεκμήριο 37, εξήγησε τις εργασίες της επιχείρησής τους (σνακ μπαρ), την οποία διαχειρίζεται ο ίδιος, δέχθηκε ότι λάμβαναν καταστάσεις λογαριασμών στη διεύθυνση εργασίας, ότι συγκατατέθηκαν για τη μεταφορά στη Λαϊκή για καλύτερους όρους που εξασφάλισαν, η οποία τους έδωσε τις άλλες δύο διευκολύνσεις, πράγμα για το οποίο είχε παράπονο, διότι η Τράπεζα δεν τους πίεσε όταν έπρεπε. Παρουσίασε το αίτημα και την έγκριση ως Τεκμήρια 38 και 39. Δέχθηκε πως όλα τα έγγραφα τα υπέγραψαν όλοι οι Eναγόμενοι τονίζοντας ότι ήταν μεγάλος όγκος και προσθέτοντας ότι ήταν και φίλοι με τους τραπεζικούς. Δεν ζήτησαν χρόνο να τα διαβάσουν, διότι έγιναν όλα πολύ γρήγορα και ήθελαν και οι ίδιοι να τελειώνει το θέμα, οπότε δεν τα μελέτησαν, ο δε τρόπος των τραπεζικών ήταν πιεστικός να τελειώσουν. Δέχθηκε, επίσης, ότι από το 2007 δεν διαμαρτυρήθηκαν για οτιδήποτε, αφού «ήταν όλα τυπικά», πλήρωναν τις δόσεις τους κανονικά και η δουλειά προχωρούσε σιγά σιγά μέχρι που εμφανίστηκαν τα πρώτα προβλήματα, αναγνωρίζοντας τώρα ότι παρέλαβαν την προειδοποιητική επιστολή, ημερομηνίας 13.11.12, (Τεκμήριο 33) ενώ και για την επιστολή τερματισμού, ημερομηνίας 18.12.12, (Τεκμήριο 35) είπε πως «πρέπει» επίσης να την έλαβαν. Ο Μ.Υ.2 (Φ.Σ) πρώην στέλεχος της Τράπεζας Κύπρου σε διάφορες θέσεις σχετικές με χρηματοδοτήσεις, ανέλαβε να επεξεργαστεί τα δεδομένα και να εκδώσει πόρισμα εν σχέσει με τους τόκους και άλλες χρεώσεις στους επίδικους λογαριασμούς. Στη γραπτή δήλωσή του, Έγγραφο Γ, αναφέρει, μεταξύ άλλων, πως χρησιμοποίησε τις συμφωνίες Τεκμήρια 2, 7, 10 και 21, τις αναλυτικές καταστάσεις, Τεκμήρια 26 έως 28, καθώς και τις τραπεζικές αναδομημένες καταστάσεις, Τεκμήρια 29 έως 31. Στη συνέχεια, εξηγεί τις έννοιες «βασικό επιτόκιο», «περιθώριο», «κυμαινόμενο επιτόκιο» και τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) μετά το 2008, καταλήγοντας ότι όλα τα επιτόκια αναφοράς παρουσίαζαν αισθητή πτώση λόγω της οικονομικής ύφεσης. Ο Μ.Υ.2 προσέθεσε ότι χρησιμοποιώντας λογιστικό λογισμικό προχώρησε και ο ίδιος σε αναδόμηση αναπροσαρμόζοντας το βασικό επιτόκιο, χρησιμοποιώντας συμβατικό περιθώριο, αντικαθιστώντας τον παρονομαστή των 360 ημερών και παγοποιώντας το επιτόκιο κατά την ημέρα τερματισμού. Εξήγησε ότι όσον αφορά τα υπόλοιπα των λογαριασμών δεν προέκυψαν μεγάλες διαφορές στα δύο δάνεια σε αντίθεση με τον τρεχούμενο και αυτό λόγω της τροποποιητικής συμφωνίας του 2008, Τεκμήριο 7, η οποία μετέβαλε το βασικό επιτόκιο σε Euribor έξι μηνών. Καταλήγει καταγράφοντας τις χρεώσεις που αφαίρεσε από τον τρεχούμενο (στον οποίο βρήκε πιστωτικό υπόλοιπο) και διευκρινίζοντας ότι για τα δύο δάνεια ετοίμασε δύο αναδομήσεις για το καθένα, ήτοι η μια με υπερημερία και η άλλη χωρίς. Συνολικά, δηλαδή, ετοίμασε πέντε αναδομημένους λογαριασμούς για τους οποίους καταγράφει συνοπτικά και τα υπόλοιπα στα οποία ο ίδιος κατέληξε. Παρουσίασε τις Αποφάσεις Νομισματικής Πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (Κ.Τ.Κ) ως Τεκμήριο 40, τους πίνακες επιτοκίων (της Ε.Κ.Τ και του Euribor) ως Τεκμήρια 41 και 42 αντίστοιχα και τις πέντε αναδομημένες καταστάσεις του ως Τεκμήρια 43 έως 47. Αξιολόγηση Μαρτυρίας-Ευρήματα Παρακολούθησα με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξέτασα κατά τον ίδιο τρόπο όλη την προσκομισθείσα μαρτυρία με σκοπό τη δέουσα αξιολόγηση και την εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων. Όπως κατέστη ήδη αντιληπτό το πλείστο μέρος των διαδραματισθέντων συνιστά κοινό υπόβαθρο γεγονότων. Οι όποιες διαφορές εστιάζονται σε κάποιες πτυχές των περιστάσεων συνομολόγησης των συμφωνιών και τη νομιμότητα συμβατικών όρων, καθώς και κάποιων επιμέρους χρεώσεων οι οποίες επηρεάζουν βέβαια μόνο το ύψος των εμφανιζόμενων υπολοίπων και όχι το κατά πόσον υπάρχουν οφειλές βάσει των προηγηθεισών συμφωνιών. Όσον αφορά τη Μ.Ε. δεν απαιτείται ιδιαίτερη ανάλυση της μαρτυρίας της αφού πρόκειται για πρόσωπο το οποίο εργοδοτήθηκε στην Τράπεζα Κύπρου μόλις το 2013 και δη μετά και τον τερματισμό των συμφωνιών που είχε προηγηθεί στις 18.12.12. Ασφαλώς δεν έχει προσωπική γνώση για γεγονότα τα οποία είχαν λάβει χώρα πριν την πρόσληψη της. Ούτε και προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως τέτοιο πρόσωπο. Αντιθέτως, έχοντας πλήρη επίγνωση, εντίμως εξηγούσε σε κάθε περίπτωση την πηγή της γνώσης της που δεν ήταν άλλη από τους σχετικούς φακέλους με τα έγγραφα των λογαριασμών οι οποίοι παρουσίαζαν καθυστερήσεις. Δεν θεωρώ ότι είχε πρόθεση ή ότι παραπλάνησε σε οποιοδήποτε σημείο. Γενικά έχει δημιουργήσει καλή εντύπωση, δέχομαι τη μαρτυρία της με την επισήμανση ότι την πρωταρχική πηγή αποτελούν τα ίδια τα έγγραφα ως η καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Αυτό αφορά και τις δικές τις αναδομημένες καταστάσεις και ειδικά αυτή του τρεχούμενου λογαριασμού, όπου πράγματι διαπιστώνεται κάποια αναντιστοιχία μεταξύ της περιγραφής που έδωσε στη γραπτή δήλωση της και στο ίδιο το περιεχόμενο της αναδομημένης κατάστασης (Τεκμήριο 29). Η οποία αναντιστοιχία είναι ουσιώδης και, ως θα εξηγηθεί, δεν επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Όσον αφορά τον Μ.Υ.1 αυτό το οποίο πρέπει να τονιστεί είναι πως με εξαίρεση τα όσα προσπάθησε να αποδώσει στους λειτουργούς της Λαϊκής δεν διαπιστώθηκε να είχε πρόθεση αλλοίωσης γεγονότων ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Με εξαίρεση βασικά το μέρος που αφορούσε τις περιστάσεις σύναψης των συμβάσεων παρέθεσε τα γεγονότα όσο πιο καλά μπορούσε να θυμηθεί, δεχόμενος τις υπογραφές όλων των εγγράφων, τη λειτουργία των λογαριασμών, τη σχέση τράπεζας-πελάτη, την παραλαβή των καταστάσεων, καθώς και τη λήψη των επιστολών προειδοποίησης αλλά εν τέλει και αυτών του τερματισμού. Η γενική εικόνα που σχημάτισα είναι καλή και με εξαίρεση τα διάφορα αβάσιμα παράπονα που εξέφρασε, αισθάνομαι ότι μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία του προβαίνοντας σε ευρήματα ως κατωτέρω θα διαφανεί. Σε σχέση με τις περιστάσεις συνομολόγησης των συμβάσεων είναι χαρακτηριστικό πως ο Μ.Υ.1 άρχισε την εξιστόρηση του περιγράφοντας τη σύναψη ενός μεγάλου δανείου (Λ.Κ.325.000) κατά το 2000 από τη Universal. Με πλήρη ειλικρίνεια αναφέρει ότι η οικογένεια του ήθελε να αγοράσει την εύνοια (αέρα) διπλανού καταστήματος, καθώς και να εξοφλήσει οικογενειακά χρέη. Για τις ανάγκες αυτές υποθήκευσαν από τότε τα τέσσερα διαμερίσματα τους, καθώς και μερικά χωράφια συγγενών τους στην Πάφο. Πρόκειται για την ακίνητη ιδιοκτησία η οποία υποθηκεύτηκε και αργότερα όταν το δάνειο τους μεταφέρθηκε στη Λαϊκή κατά το 2007. Ασφαλώς και δεν ήταν καθόλου πειστική η θέση του Μ.Υ.1 ότι δεν είχε ο ίδιος αντιληφθεί τι σημαίνει «υποθήκευση» ακινήτου. Η δέσμευση ακινήτων για την εξασφάλιση ενός σοβαρού ποσού εμπεριέχει ένα τέτοιο κίνδυνο ο οποίος είναι γνωστός σε κάθε μέσο λογικό άνθρωπο και ο Μ.Υ.1 κάθε άλλο παρά έδωσε την εικόνα ότι δεν είναι τέτοιος. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι ο Μ.Υ.1 δεν προβάλλει κανένα παράπονο για τους λειτουργούς της Universal. Παρά τις κάποιες αιχμές που άφησε για το επιχειρηματικό ρίσκο των Εναγομένων για εκείνη την εποχή, εντούτοις για κανέναν από εκείνους τους λειτουργούς δεν προβάλλει ότι τους ξεγέλασε ή ότι δεν τους εξήγησε τι έγγραφα υπέγραφαν ή τέλος ότι δεν τους είχαν δώσει ευκαιρία διαπραγμάτευσης ή ότι οι ίδιοι οι Εναγόμενοι δεν μελέτησαν τα έγγραφα. Ο δικηγόρος στον οποίο αναφέρεται είχε εμπλακεί κυρίως στην διευθέτηση της αγοράς αλλά και στην όλη διεκπεραίωση της σε σχέση με το δάνειο που ακολούθησε από τη Universal. Αυτό δεν διαφοροποιείται από την αναφορά του ότι ήταν νεαρός τότε και ότι δεν έλαβε και τόσο καλή συμβουλή. Όπως και ο ίδιος εξήγησε είχαν διαπραγματεύσεις για δύο χρόνια σχετικά με το τίμημα αγοράς, υπήρχαν ευκαιρίες επειδή υπήρχε προσφορά πιστωτικών διευκολύνσεων και το μόνο λογικό συμπέρασμα είναι ότι εν πλήρη γνώσει τους οι Εναγόμενοι προχώρησαν στη σύναψη ενός τέτοιου δανείου επενδύοντας στην οικογενειακή επιχείρηση. Η πρώτη φορά για την οποία προβάλλει παράπονα είναι για τη χορήγηση όχι μόνο του πρώτου μικρού σχετικά ποσού σε τρεχούμενο από τη Λαϊκή (20.3.07) αλλά και για όλες τις χορηγήσεις που ακολούθησαν. Οι οποίες ήταν άλλες τρεις περιπτώσεις (δύο στις 10.7.07 και μια στις 25.10.10). Δεν πρέπει να λησμονείται πως στην πραγματικότητα η Εναγόμενη 1 είναι μια οικογενειακή επιχείρηση. Ο Εναγόμενος 2 είναι ο πατέρας του, η Εναγόμενη 3 είναι η αδελφή του, η Εναγόμενη 5 είναι η σύζυγος του και η Εναγόμενη 6 είναι η μητέρα του Μ.Υ.1, η οποία υπήρξε και διευθύντρια στην εταιρεία πριν αναλάβει ο ίδιος (Τεκμήριο 37). Οι πλείστοι εξ αυτών εργάζονταν και στην επιχείρηση και συγκεκριμένα ο ίδιος ο Μ.Υ.1, η Εναγόμενη 5 και η Εναγόμενη 6. Παρά τις πιο πάνω αιτιάσεις του Μ.Υ.1 διαπιστώνεται ως θέμα συνοχής και κοινής λογικής πως ο Μ.Υ.1 και οι συγγενείς του, οι Εναγόμενοι δηλαδή, γνώριζαν πολύ καλά και τις δυσκολίες που είχαν και το είδος των πιστώσεων που εξασφάλιζαν από τη Λαϊκή, καθώς και τους όρους υπό τους οποίους αυτό έγινε. Είναι ενδεικτικό πως είχαν ήδη ένα μεγάλο δάνειο με υποθήκες, είχαν το 2007 ξανά ανάγκη από χρηματοδότηση και με τη μεσολάβηση του Γ.Δ της Universal είχε προηγηθεί συνάντηση κάποιων από αυτούς με τη Λαϊκή. Είναι θέμα λογικής πως υπήρξε κάποια συζήτηση και κάποια ενημέρωση εκατέρωθεν και πιο μετά ακολούθησε η έγκριση και η συνομολόγηση της πρώτης σύμβασης (20.3.07) που αφορούσε αρχικά μόνο τον τρεχούμενο και μάλιστα για πολύ μικρό ποσό (ΛΚ. 15.000). Όλα δε, όσα ακολούθησαν, έγιναν επίσης βάσει αιτήσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας και των αναγκαίων υπογραφών τόσο από εκπροσώπους της όσο και από εγγυητές ή ενυπόθηκους οφειλέτες προς όφελος της από τις 10.7.07 και ύστερα, δηλαδή μετά από τετράμηνη συνεργασία. Δεν θα ήταν καθόλου λογικό και σίγουρα δεν είναι καθόλου πειστική η θέση ότι για μια πενταετία (2007-2012) η Τράπεζα πίεζε, ξεγελούσε και χορηγούσε με τη βία πιστώσεις στην Εναγόμενη 1 έναντι εξασφαλίσεων από τους Εναγόμενους 2 ως 8 χωρίς κάποιος από αυτούς να καταφέρει να υποβάλει έστω κάποια διαμαρτυρία είτε προφορικώς είτε γραπτώς. Με άλλα λόγια αν ίσχυαν όσα ανέφερε ο Μ.Υ.1 τότε θα ανέμενε κάθε καλόπιστος παρατηρητής πως κάποια ευκαιρία θα υπήρχε εντός της πενταετούς περιόδου να εγείρουν τα θέματα που αναφέρουν σήμερα και να προβάλουν τα παράπονα τους προωθώντας και δικαστικώς ακόμα τις θέσεις τους (εάν αυτή ήταν η περίπτωση). Αντιθέτως αυτό το οποίο προκύπτει είναι πως υπέβαλαν διαδοχικές αιτήσεις στην Τράπεζα και υπέγραψαν αλλεπάλληλες φορές σε συμφωνίες και σε υποθήκες ενώ είχαν υπόψιν τους και την πορεία των διαφόρων λογαριασμών μέσω των καταστάσεων που παραλάμβαναν, ως δέχεται ο Μ.Υ.1. Είναι δε ενδεικτικό πως έχοντας πλήρη γνώση της πορείας των λογαριασμών κάποια στιγμή οι ίδιοι εισηγήθηκαν και λάμβαναν πλέον μόνο εξαμηνιαίες καταστάσεις λογαριασμών, ακριβώς προς περιορισμό τέτοιου είδους εξόδων. Πράγμα το οποίο δείχνει ότι είχαν πλήρη αντίληψη και ότι λάμβανα μέτρα όταν ήθελαν. Όσον αφορά τον Μ.Υ.2 θα πρέπει να σημειωθεί πως έχει κληθεί υπό την ιδιότητα του εγκεκριμένου λογιστή ελεγκτή, καθώς και λόγω της εμπειρίας του ως πρώην διευθυντικό στέλεχος της Τράπεζας Κύπρου σε διάφορες θέσεις, σχετικές με χρηματοδοτήσεις. Κλήθηκε ειδικά για να εκφέρει την άποψη του σχετικά με τους τρεις λογαριασμούς (ενός τρεχούμενου και δύο δανείων) και ειδικά εν σχέσει με την επιβολή τόκων και άλλων χρεώσεων σε αυτούς. Τα ακαδημαϊκά και εμπειρικά προσόντα του σε σχέση με παρόμοια ζητήματα δεν έχουν αμφισβητηθεί. Έπεται πως αυτός θα κριθεί κατωτέρω ως εμπειρογνώμονας για αυτά τα θέματα. Οι αρχές με βάση τις οποίες αξιολογείται η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων είναι πολύ καλά γνωστές και δεν θεωρώ ότι απαιτείται εξαντλητική παράθεσή τους. Αρκεί να λεχθεί πως όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου

(2013)1(Α) Α.Α.Δ.832 για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, ούτως ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα αποδειχθέντα ενώπιόν του γεγονότα, να σχηματίσει τη δική του κρίση. (Βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2298). Το διαφοροποιητικό στοιχείο σε σχέση με άλλους, συνήθεις μάρτυρες, είναι πως οι εμπειρογνώμονες δύνανται να αναφέρουν τα συμπεράσματα τα οποία προκύπτουν από γεγονότα και περαιτέρω, τη γνώμη τους, για θέματα όμως τα οποία άπτονται της ειδικότητας ή της εμπειρίας τους (βλ. "Το Δίκαιο της Απόδειξης", Ηλιάδης και Σάντης, 2014, σελ.573). Αυτό όμως σε καμμιά περίπτωση δεν αποδυναμώνει την υποχρέωση στοιχειοθέτησης των γεγονότων επί των οποίων ο κάθε εμπειρογνώμονας στηρίζεται, του υποβάθρου δηλαδή στο οποίο βασίζει τα συμπεράσματά του. Εάν ο εμπειρογνώμονας αντλεί τη γνώση του όχι από διαπιστώσεις στις οποίες καταλήγει μετά από δική του έρευνα αλλά από πληροφόρηση την οποία του έδωσαν άλλοι, τότε είναι πιθανόν να μην είναι στέρεη η δική του γνώμη και να απορριφθεί (Παύλου ν. Ανδρέου
(2014)1(Α) Α.Α.Δ.693). Όσον αφορά λοιπόν τα γεγονότα της υπόθεσης σημειώνεται αρχικά πως δεν αμφισβητείται η θέση του Μ.Υ.1 ότι η οικογένεια του διαχειρίζετο κάποιο σνακ μπαρ καφέ στην Πλατεία Ελευθερίας και ότι κατά το 2000 συνήψαν το πρώτο τους δάνειο ύψους Λ.Κ 325.000 από τη Universal Bank με σκοπό αφενός την αγορά εμπορικής έννοιας (αέρα) του γειτονικού εστιατορίου και αφετέρου την εξόφληση μερικών οικογενειακών χρεών, παραχωρώντας υποθήκες επί τεσσάρων διαμερισμάτων (στα οποία διέμεναν μέλη της οικογένειας) και επί χωραφιών άλλων συγγενών τους. Επρόκειτο για μια συνειδητή και μετά από μελέτη απόφαση για σκοπούς ανάπτυξης της επιχειρηματικής δραστηριότητας τους. Ούτε αμφισβητήθηκε ότι κάποιες δυσκολίες στην αποπληρωμή παρουσιάστηκαν κατά τα έτη 2007-2008 λόγω των έργων ανάπλασης της Πλατείας Ελευθερίας, οπότε οι Εναγόμενοι αποδέχθηκαν εισήγηση για μεταφορά του δανείου τους στη Λαϊκή Τράπεζα, πράγμα το οποίο επετεύχθη. Επίσης ήταν μια συνειδητή απόφαση για συνέχιση των πιστωτικών διευκολύνσεων τις οποίες χρειάζοντο για επιχειρηματικούς σκοπούς. Η σειρά των συμφωνιών, το ύψος των διευκολύνσεων, οι εξασφαλίσεις κ.λ.π συνάδουν με όσα ανέφερε η Μ.Ε και επιβεβαιώνονται από τα προσκομισθέντα έγγραφα, ως επεξηγείται κατωτέρω, τα οποία δεν αμφισβητούνται από τους Εναγόμενους. Συνάγεται λοιπόν ότι στις 20.3.07 και κατόπιν σχετικής αίτησης της Εναγόμενης 1 η Marfin Popular Bank (η «Marfin») άνοιξε τρεχούμενο λογαριασμό στη βάση της συμφωνίας Τεκμήριο 2 με όριο Λ.Κ 15.000 και κυμαινόμενο επιτόκιο που αποτελείτο τότε από το βασικό τραπεζικό επιτόκιο ύψους 4,5% συν την προσαύξηση (ή περιθώριο) ύψους 3,75%, ήτοι συνολικά 8,25%. Στις 10.7.07 και πάλιν κατόπιν σχετικής αίτησης της Εναγόμενης 1, η Marfin ενέκρινε στη βάση νεότερης συμφωνίας Τεκμήριο 3 την αύξηση του ορίου στον τρεχούμενο σε Λ.Κ.50.000, διατηρουμένου του τόκου τότε σε 8,25%. Το νέο όριο εξασφαλίστηκε με προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5, ως συνάγεται από τα Τεκμήρια 4, 5 και
  1. Την ίδια μέρα 10.7.07 και κατόπιν άλλης εγκριθείσας αίτησης της Εναγόμενης 1 υπεγράφη και η συμφωνία δανείου ύψους Λ.Κ.400.000, Τεκμήριο 8, για την οποία η Marfin άνοιξε τον λογαριασμό υπ' αρ..
  2. Ο τόκος θα ήταν ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο που αποτελείτο τότε από το βασικό τραπεζικό επιτόκιο ύψους 4,5% συν το περιθώριο ύψους 2,75%. Τα δάνειο ήταν αποπληρωτέο σε 216 μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ. 3.295,47 αρχομένων από 5.8.07 και είχε χορηγηθεί με τις προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 έως
  3. Τα έγγραφα των Τεκμηρίων 11 έως 13 αποτελούν κατά σειρά τις ενημερωτικές επιστολές που παρέλαβαν και υπέγραψαν οι εγγυητές, τις δηλώσεις τους ότι δεν επιθυμούσαν να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή και τις ίδιες τις εγγυήσεις που υπέγραψαν στις 10.7.
  4. Περαιτέρω, με σχετικά Έγγραφα Υποθήκης, Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκεύσεως Ακινήτων υπ' αρ. Υ.3808/07 και Υ.10590/07 ήτοι τα Τεκμήρια 14 και 15, οι Εναγόμενοι 2, 6, 7, 8 στην πρώτη περίπτωση και οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 στη δεύτερη περίπτωση υποθήκευσαν ακίνητα προς εξασφάλιση του πρώτου αυτού δανείου. Έτι περαιτέρω η ίδια η Εναγόμενη 1 συνέστησε Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ύψους Λ.Κ. 100.000 εφ' όλης της περιουσίας της, βάσει των εγγράφων που αποτελούν το Τεκμήριο
  5. Ο Μ.Υ.1 στη γραπτή δήλωση του (§7), καθώς και γενικά στη μαρτυρία του παραπονείται και αφήνει αιχμές εις βάρος της Τράπεζας λέγοντας ότι, χωρίς να τους γνωρίζει, στις 20.3.07 τους παραχώρησε δάνειο. Η αλήθεια όμως είναι πως στις 20.3.07 τους παραχώρησε μόνο ένα όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό (ύψους Λ.Κ.15.000). Η ίδια η κίνηση και πορεία του τρεχούμενου αυτού λογαριασμού από το άνοιγμα του μέχρι και τις 10.7.07, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 26, καταδεικνύει πληθώρα συναλλαγών από καταθέσεις και εξαργυρώσεις επιταγών κάθε μήνα. Ακριβώς λόγω αυτών, που αν μη τι άλλο παραπέμπουν σε ευημερούσα επιχείρηση (πράγμα που δέχεται και ο Μ.Υ.1) το υπόλοιπο του λογαριασμού δεν υπερέβη ποτέ το χορηγηθέν όριο, μέχρι τις 10.7.
  6. Συνεπώς αυτό που προέβαλε ο Μ.Υ.1 (ότι δεν τους γνώριζαν) ενδεχομένως να είχε κάποια βάση προ της συνεργασίας τους με το άνοιγμα του τρεχουμένου πλην όμως δεν ευσταθεί για τη μεταγενέστερη περίοδο. Είναι λογικό πως η Τράπεζα είχε πρώτα συνεργαστεί μαζί τους και αργότερα προχώρησε στη χορήγηση των μεγάλων δανείων. Στις 29.9.08 η Marfin με την Εναγόμενη 1 υπέγραψαν τη Συμπληρωματική Συμφωνία Τεκμήριο 7 δια της οποίας συμφώνησαν όπως το βασικό επιτόκιο τρεχουμένου αντικατασταθεί με Euribor έξι μηνών (διατηρουμένου του περιθωρίου σε 3,75%). Τα Τεκμήρια 8 και 9 είναι οι συγκαταθέσεις των εγγυητών για την ως άνω διαφοροποίηση, ήτοι των Εναγομένων 2 έως
  7. Την ίδια μέρα, 29.9.08, οι ενυπόθηκοι οφειλέτες Εναγόμενοι 2, 6, 7 και 8 υπέγραψαν συγκαταθέσεις Τεκμήριο 11, όπως η προαναφερθείσα υποθήκη Υ. 3808/07 συνεχίσει να βαρύνει τα ακίνητα τους, έναντι των τραπεζικών διευκολύνσεων προς την Εναγόμενη
  8. Την ίδια συγκατάθεση έδωσαν στις 11.3.09 και οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 επί του Τεκμηρίου 17 σε σχέση με την άλλη υποθήκη Υ.10590/
  9. Στις 5.10.10 το Διοικητικό Συμβούλιο («Δ.Σ») της Εναγόμενης 1 αποφάσισε, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 19, να ζητήσει τη συνέχιση των πιστωτικών διευκολύνσεων, οι οποίες εκείνη τη μέρα προσδιορίστηκαν σε €805.531, με τις ίδιες εξασφαλίσεις. Την απόφαση της αυτή την κοινοποίησε στη Marfin. Την επιστολή αυτή υπέγραψαν η πρόεδρος και ο γραμματέας του Δ.Σ. της Εναγομένης 1, δηλαδή η Εναγόμενη 6 και ο Μ.Υ.1 (Εναγόμενος 4). Δεν είναι συνεπώς λογικό να ισχυρίζεται ο Μ.Υ.1 ότι αγνοούσε ή ότι παραπλανήθηκε από οποιονδήποτε. Ιδιαίτερα όταν, ως θα διαφανεί, αμέσως μετά την εν λόγω επιστολή εγκρίθηκε άλλο αίτημα τους για κάλυψη υπερβάσεων στον τρεχούμενο. Συγκεκριμένα στις 25.10.10 η Εναγόμενη 1 έλαβε γνώση ενυπογράφως επί του Τεκμηρίου 20 της έγκρισης άλλου αιτήματος της για δάνειο ύψους €50.000 προς κάλυψη της υπέρβασης του τρεχούμενου λογαριασμού και για κεφάλαιο κίνησης. Την ίδια μέρα, 25.10.10, υπεγράφη και η σχετική συμφωνία δανείου για το ως άνω ποσό των €50.000, ήτοι το Τεκμήριο 21 ενώ υπεγράφησαν και οι εγγυήσεις των Εναγομένων 2 έως 5, ήτοι το Τεκμήριο 24, οι οποίοι είχαν υπογράψει και τις σχετικές ενημερωτικές επιστολές, Τεκμήριο
  10. Σε αντάλλαγμα δε της συνέχισης παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων όλοι οι ενυπόθηκοι οφειλέτες υπέγραψαν και συγκαταθέσεις για τη συνέχιση ισχύος της υποθήκης Υ.10590/07, ως φαίνεται στο Τεκμήριο
  11. Ο συμφωνηθείς τόκος ήταν κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από το τραπεζικό βασικό επιτόκιο, που τότε ήταν 5%, και το περιθώριο ύψους 3%. Για τις τρεις πιο πάνω συμφωνίες ήτοι για άνοιγμα τρεχουμένου και τα δύο μεταγενέστερα δάνεια η Marfin είχε ανοίξει λογαριασμούς των οποίων οι αριθμοί άλλαξαν στην πορεία, ως φαίνεται κατωτέρω μαζί με τα υπόλοιπα των λογαριασμών κατά την ημέρα τερματισμού, βάσει των τραπεζικών βιβλίων: Είδος Δανειοδότησης Αρχικός αριθμός Νέος Αριθμός Υπόλοιπο στον Τερματισμό Τόκος από 18.12.12 Τρεχούμενος 20.3.07 .5256 .8655 €87.286,27 Τεκμήριο 26 12% Δάνειο 10.7.07 .6033 .6626 €635.635,02 Τεκμήριο 27 12% Δάνειο 25.10.10 .0234 .4427 €52.588,49 Τεκμήριο 28 12% Τα πιο πάνω είναι τα αξιούμενα ποσά με την αγωγή. Η Μ.Ε. έχει παρουσιάσει τις καταστάσεις λογαριασμών των τριών πιο πάνω δανειοδοτήσεων ως Τεκμήρια 26, 27 και 28, συνοδευόμενες από πιστοποιητικά εκδοθέντα βάσει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, τα οποία υπογράφει η ίδια. Δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται δεκτό ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις υπογραμμένες από την ίδια ως αρμόδια λειτουργό, αποτελούν μέρος του αρχείου της Marfin και εν συνεχεία μέρος του αρχείου της Τράπεζας Κύπρου, ήτοι μετά την έκδοση του περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διατάγματος, ΚΔΠ 104/
  12. Για την αλλαγή του ονόματος της Marfin σχετικό είναι το πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών ημερ. 5.4.12, ήτοι το Τεκμήριο
  13. Οι εν λόγω καταστάσεις, ως μέρος του αρχείου της τράπεζας με την οποία συνεργάζοντο οι Εναγόμενοι περιλαμβάνουν χωρίς οποιαδήποτε αλλοίωση όλες τις συναλλαγές και καταγραφές ή καταχωρίσεις που υπήρξαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο από λειτουργούς ή υπαλλήλους, οι οποίοι χειρίζοντο τους λογαριασμούς. Δεν υπήρξε καμμιά εισήγηση ή ένδειξη ότι διενεργήθηκε οποιαδήποτε αλλοίωση ή ψευδής καταχώριση στους λογαριασμούς αυτούς και ως εκ τούτου το όποιο περιεχόμενο τους γίνεται δεκτό ως ανταποκρινόμενο στην όλη πορεία των λογαριασμών. Άλλωστε σε αυτές τις καταστάσεις στηρίχθηκε και ο Μ.Υ.2 για τις δικές του αναδομήσεις. Το κατά πόσον υπήρξαν αντικανονικές ή παράνομες χρεώσεις είναι ασφαλώς διαφορετικό ζήτημα, εξεταζόμενο κατωτέρω. Επί του παρόντος αυτό το οποίο δύναται να λεχθεί με βεβαιότητα είναι πως η Ενάγουσα μέσω της Μ.Ε. δεν επιμένει στην έκδοση απόφασης για τα πιο πάνω ποσά. Παρότι βέβαια διατήρησε τη θέση ότι δικαιούται νομίμως όλα τα ποσά εντούτοις περιόρισε τις αξιώσεις της στα αναφερόμενα σε αναδομημένες καταστάσεις ποσά και μάλιστα με χαμηλότερο επιτόκιο από 27.10.21, ως λεπτομερώς παραθέτει η Μ.Ε. στη γραπτή δήλωση της (§61). Τόσον η Μ.Ε. όσον και ο Μ.Υ.2 ετοίμασαν αναδομημένες καταστάσεις για τον κάθε λογαριασμό. Μάλιστα ο Μ.Υ.2 σε σχέση με το κάθε δάνειο (10.7.07 και 25.10.10) ετοίμασε δύο αναδομήσεις, ήτοι δύο εναλλακτικά σενάρια και συγκεκριμένα το ένα με τόκο υπερημερίας και το άλλο χωρίς τέτοιο τόκο. Για τον τρεχούμενο λογαριασμό δεν προέβη, ως είπε, σε τέτοια ενέργεια διότι είχε ήδη καταλήξει πως η αναδόμηση δημιουργούσε πιστωτικό υπόλοιπο προς όφελος των Εναγομένων (και άρα δεν θα προσέφερε οτιδήποτε η αναδόμηση χωρίς υπερημερία). Αξίζει πρώτα να παρατεθούν οι εισηγήσεις εκατέρωθεν όσον αφορά τα υπόλοιπα βάσει αυτών των αναδομημένων καταστάσεων τα οποία έχουν ως εξής: Είδος Μ.Ε. Μ.Υ.2 Μ.Υ.2 Τρεχούμενος .8655 €144.424,09 Τεκμήριο 29 €-3.384,38 Τεκμήριο 47 --- Με Υπερημερία Με Υπερημερία Χωρίς Υπερημερία Δάνειο .6626 €928.270,52 Τεκμήριο 30 €928.139,34 Τεκμήριο 46 €781.475,39 Τεκμήριο 45 Δάνειο .4427 €61.051,32 Τεκμήριο 31 €60.809,54 Τεκμήριο 44 €49.633,73 Τεκμήριο 43 Σε σχέση με τον τρεχούμενο το πρώτο που πρέπει να επισημανθεί είναι πως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα η θέση της Μ.Ε. στη γραπτή δήλωση της ότι η δική της αναδομημένη κατάσταση για τον τρεχούμενο αφορά την περίοδο «από την ημερομηνία ανοίγματος του μέχρι και την 30.9.21» (§46). Ασφαλώς αυτό θα ήταν το ορθό να έπραττε εφόσον επέλεξαν να προβούν σε αναδόμηση και όντως αυτό ήθελαν, ως και η ίδια κατέγραψε στη δήλωση της, εις ένδειξη καλής θέλησης μειώνοντας μάλιστα και την σχετική αξίωση τους συγκριτικά με το τι ζητείτο στην έκθεση απαίτησης. Πλην όμως δεν είναι αυτό που έγινε τελικά. Στην προφορική της μαρτυρία υπήρξε πιο συγκεκριμένη λέγοντας πως οι λογαριασμοί των «δανείων» για τους οποίους προσκόμισε αναδομημένες καταστάσεις «είναι με το αρχικό ποσό» και πως «έχουν αφαιρεθεί όλα» από την αρχή (Πρακτικά, σελ.16). Αυτό, σε αντίθεση με τον τρεχούμενο για τον οποίο, όπως προκύπτει και από το Τεκμήριο 29 (αναδόμηση), η Μ.Ε. έλαβε ως βάση το εκ μεταφοράς υπόλοιπο των €85.339,48 το οποίο εμφανιζόταν στις 30.11.12 και προχώρησε μόνο εφεξής χρησιμοποιώντας χαμηλότερα επιτόκια, ήτοι 4,187% μέχρι τον τερματισμό στις 18.12.12 και ακολούθως προσθέτοντας από εκείνη τη μέρα μόνο 2% ως τόκο υπερημερίας (προφανώς), οπότε αφαιρώντας όλες τις άλλες παλαιότερες (από τον τερματισμό) χρεώσεις ή έξοδα ή επιβαρύνσεις κατέληξε ότι το υπόλοιπο στις 26.10.21, ήτοι λίγες μέρες πριν την έναρξη της ακρόασης, ήταν €144.424,09 συν τόκους το οποίο και αξιώνει. Όπως διαπιστώνεται, το ποσόν που έλαβε ως βάση εκ μεταφοράς η Μ.Ε. ήτοι το ποσόν των €85.339,48, είναι το υπόλοιπο το οποίο εμφαίνεται στο Τεκμήριο 26, δηλαδή στην αρχική (μη αναδομημένη) κατάσταση λογαριασμού κατά τις 19.11.
  14. Ακόμα και ένας απλός οπτικός έλεγχος υπό του δικαστηρίου καταδεικνύει ότι και αυτό το τμήμα της αρχικής αυτής κατάστασης περιέχει επίσης σειρά και άλλων χρεώσεων, όπως αυτές που ανέφερε η Μ.Ε. ότι αφαίρεσε κατά την αναδόμηση π.χ. τα αποκαλούμενα στην κατάσταση «statement fees, company's search, over counter fee, valuation fees, excess fee, stop payment κ.λπ.» τα οποία χρεώνοντο και προ του τερματισμού. Ασφαλώς δεν αναμένεται και ούτε είναι άλλωστε δυνατόν για το ίδιο το δικαστήριο να εντοπίσει όλες αυτές τις χρεώσεις στην αποτελούμενη από περίπου 400 σελίδες κατάσταση τρεχούμενου, Τεκμήριο 26, η οποία αφορά την πενταετή λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού από το 2007 έως το 2012 (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Κιτρομηλίδη κ.ά., Πολ. Έφ.126/13, ημερ. 1.7.20). Κάτι τέτοιο ήταν υποχρέωση της Ενάγουσας και δη της Μ.Ε. Ειδικά μάλιστα όταν αναγγέλλει στη γραπτή δήλωσή της ότι αυτό έπραξε. Ουσιαστικά, λόγω του τρόπου που έδρασε, ελλείπει ο τρόπος στοιχειοθέτησης ή επιβεβαίωσης του ποσού των €85.339,48 το οποίο έλαβε ως βάση η Μ.Ε. με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται ούτε και το τελικό υπόλοιπο στο οποίο κατέληξε. Ούτε βέβαια υπάρχει οποιοδήποτε νόημα στην αφαίρεση των υπερχρεώσεων ουσιαστικά μόνο μετά τον τερματισμό. Η ουσία είναι ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό αυτό το μέρος της μαρτυρίας της Μ.Ε. δηλαδή σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό. Όμως ούτε η αναδόμηση στην οποία προέβη ο Μ.Υ.2 δύναται να αποτελέσει τη βάση για εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος για το υπόλοιπο του τρεχούμενου. Αυτό κυρίως διότι, μεταξύ άλλων ποσών τα οποία καλώς και ο ίδιος αφαίρεσε (όπως και η Μ.Ε.) για σκοπούς αναδόμησης, ο Μ.Υ.2 υπέθεσε ότι γινόταν ανατοκισμός ανά τριμηνία και εξ όσων γίνεται αντιληπτό αφαίρεσε και τέτοια ποσά (ως παραδέχεται στην παρ. 13, 14 του Εγγράφου Γ). Ειδικότερα ο ίδιος ο Μ.Υ.2 αναφέρει στη γραπτή δήλωσή του πως δεν έχει αντιληφθεί τον σχετικό όρο στο Τεκμήριο 2 που έχει ως εξής: «Ο τόκος υπολογίζεται και είναι πληρωτέος κάθε τριμηνία. Σε περίπτωση μη πληρωμής, αυτός θα χρεώνεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού και θα υπολογίζονται επί αυτού τόκοι και προμήθεια. Νοείται ότι η Τράπεζα δεν θα ανατοκίζει περισσότερο από δύο φορές το χρόνο». Με δεδομένη τη δέσμευση ότι δεν θα γινόταν ανατοκισμός είναι αυτονόητο πως ο υπολογισμός των τόκων ανά τριμηνία και η συμφωνία για καταβολή τους ανά τριμηνία δεν σημαίνει αυτομάτως πως γινόταν και ανατοκισμός αυτών των ποσών και ούτε έχει καταδειχθεί κάτι τέτοιο από τον Μ.Υ.
  15. Με άλλα λόγια ήταν δυνατόν απλά να υπολογίζονται οι τόκοι ανά τριμηνία και να καταγράφονται ή εξοφλούνται αλλά εάν αυτοί δεν προστεθούν στο κεφάλαιο και δεν τοκιστούν δεν σημαίνει ότι γινόταν ανατοκισμός πάνω από δύο φορές τον χρόνο, ήτοι συντομότερα από εξάμηνο. Άλλωστε ισχυρότατη ένδειξη περί του ότι δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα (υπέρβασης της συχνότητας ανατοκισμού) αποτελεί και το ότι πανομοιότυποι όροι υπήρχαν και στις συμβάσεις δανείων, Τεκμήρια 8 και 21 χωρίς να εγείρει τέτοιο ζήτημα ο Μ.Υ.2, καταλήγοντας μάλιστα κατά το μάλλον ή ήττον στα ίδια ποσά με την Μ.Ε. (τουλάχιστον στο σενάριο «χωρίς υπερημερία»). Συνεπώς χωρίς άλλα στοιχεία η εικασία του Μ.Υ.2 περί του αντιθέτου ήταν εσφαλμένη και αβάσιμη. Ο ίδιος ανέφερε ότι υπέθεσε ότι γινόταν ανατοκισμός και ασφαλώς κάτι τέτοιο επηρέασε και τους δικούς του υπολογισμούς και την αναδόμηση του τρεχούμενου στην οποία προέβη αφού, ως δέχθηκε, αυτά τα αφαίρεσε διότι προκαλούν διόγκωση του υπολοίπου. (§15 στο Έγγραφο Γ). Πέραν αυτού υπάρχουν ακόμα κάποιες επιλογές του Μ.Υ.2 οι οποίες δεν επιτρέπουν τη χρήση ούτε της δικής του αναδόμησης για τον τρεχούμενο. Πρόκειται για το ότι: · Δεν μετέφερε αυτούσιες τις συναλλαγές και συγκεκριμένα ομαδοποιούσε ανά μήνα τις πιστώσεις σε αντίθεση με τη γραπτή θέση του ότι μετέφερε αυτούσιες όλες τις χρεοπιστώσεις. (παρ. 11 Εγγράφου Γ). Η ομαδοποίηση όμως επηρεάζει τα ημερήσια υπόλοιπα και τις ημέρες τοκισμού. · Δεν παγοποίησε το επιτόκιο ως αυτό ίσχυε κατά τον τερματισμό αλλά συνέχισε και μετά τον τερματισμό να εφαρμόζει τη διακύμανση του Euribor, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να χρεώνει και ψηλότερο επιτόκιο (6,19%) αντί του πιο χαμηλού επιτοκίου που είχε παγοποιήσει η Τράπεζα (6,18%), ως προκύπτει από την αναδόμηση της Μ.Ε. για τον τρεχούμενο. · Αντικατέστησε τον παρονομαστή των 360 ημερών ενώ σύμφωνα με τη νομολογία πρόβλημα δημιουργείται μόνο για την περίοδο που ευρίσκετο σε ισχύ ο περί Τόκου Ν.2/77 και τούτο μόνο στην περίπτωση που η εφαρμογή του διαιρέτη των 360 ημερών οδηγεί στην επιβολή τόκου μεγαλύτερου από τον τότε προβλεπόμενο, ήτοι από 9%, πράγμα το οποίο δεν ισχύει στην παρούσα (βλ. Βογαζιανός κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.1)
(2011)1 (Α) Α.Α.Δ.253). Τα πιο πάνω συνιστούν επιπρόσθετους λόγους για τους οποίους ούτε η αναδομημένη κατάσταση του Μ.Υ.2, δηλαδή το Τεκμήριο 47, δύναται να αποτελέσει τη βάση για ασφαλές συμπέρασμα ως προς το κατά πόσον υπάρχει όντως οφειλόμενο υπόλοιπο σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό και πόσο είναι αυτό. Παρατηρείται ότι δεν ισχύει το ίδιο για τους δύο λογαριασμούς δανείων με σημερινούς αριθμούς .6626 και .0234. Είναι ενδεικτικό πως ο Μ.Υ.2 δεν προέβαλε κάτι διαφορετικό σε σχέση με αυτούς ούτε γραπτώς αλλά ούτε και προφορικώς εκτός από το να υποδείξει τόσο στη γραπτή δήλωση του όσο και προφορικά ότι δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά στους υπολογισμούς της τράπεζας και στους δικούς του, μη αμφισβητώντας ουσιαστικά και αποδεχόμενος ως ορθούς τους υπολογισμούς της Μ.Ε. Όπως και η Ενάγουσα βέβαια, σε σχέση με τους δικούς του υπολογισμούς (με εξαίρεση το θέμα της υπερημερίας). Βασικά, διαπιστώνεται ως προκύπτει από τη σχετική σύγκριση: § Ότι σε σχέση με το δάνειο υπ' αρ. .6626, χρησιμοποιώντας και οι δυο μάρτυρες το επιτόκιο 5,50%, η μεν Μ.Ε. καταλήγει ότι το υπόλοιπο στις 26.10.21 ήταν €928.270,52, ο δε Μ.Υ.2 ότι ήταν €928.139,34 (Τεκμήρια 30 και 46). Για τον ίδιο λογαριασμό και με τόκον 3,5%, δηλαδή αφαιρώντας το 2%, που είχε λογιστεί ως τόκος υπερημερίας, ο Μ.Υ.2 καταλήγει ότι χωρίς υπερημερία το υπόλοιπο στις 26.10.21 ήταν €781.475,39 (Τεκμήριο 45). § Ότι σε σχέση με το δάνειο υπ' αρ. .4427 χρησιμοποιώντας και οι δυο μάρτυρες τα ίδια επιτόκια και από τον τερματισμό το επιτόκιο 5,75%, η μεν Μ.Ε. καταλήγει ότι το υπόλοιπο στις 26.10.21 ήταν €61.051,32, ο δε Μ.Υ.2 ότι ήταν €60.809,54 (Τεκμήρια 31 και 44). Για τον ίδιο λογαριασμό και αφαιρώντας το 2% που είχε λογιστεί ως τόκος υπερημερίας, ο Μ.Υ.2 καταλήγει ότι χωρίς υπερημερία το υπόλοιπο στις 26.10.21 ήταν €49.633,73 (Τεκμήριο 43). Επαναλαμβάνεται πως ο Μ.Υ.2 δεν αμφισβήτησε τα υπόλοιπα της Μ.Ε. με υπερημερία δεχόμενος πως με αυτό το σενάριο, (δηλαδή με υπερημερία) δεν παρουσιάζουν ουσιαστική διαφορά από τα ποσά στα οποία κατέληξε και ο ίδιος. Συνεπώς το μόνο ζήτημα που παραμένει είναι το κατά πόσον η Τράπεζα δικαιούται τόκον υπερημερίας ή όχι, πράγμα βέβαια το οποίο ανήκει στη νομική πτυχή της υπόθεσης, όπως και άλλες εισηγήσεις των Εναγομένων. Συνάγεται επίσης από τη Μ.Ε. και έγινε δεκτό από τον Μ.Υ.1 ότι η Τράπεζα απέστειλε: (
  1. i)Σε όλους τους Εναγόμενους στις 13.11.12 προειδοποιητικές επιστολές, ήτοι τις οκτώ επιστολές του Τεκμηρίου 33 (
  2. ii)Σε όλους τους ενυπόθηκους οφειλέτες στις 13.11.12 ειδικές προειδοποιητικές επιστολές του Τεκμηρίου 34, ήτοι τις τέσσερις επιστολές στους Εναγόμενους 2, 6, 7 και 8 για την Υ.3808/07 και τις τρεις επιστολές στους Εναγόμενους 2, 3 και 4 για την Υ.10590/07 (iii) Σε όλους τους Εναγόμενους τις οκτώ επιστολές του Τεκμηρίου 35 διά των οποίων τερμάτισε τη λειτουργία των λογαριασμών και τις συμφωνίες, απαιτώντας εξόφληση και (
  3. iv)Σε όλους τους ενυπόθηκους οφειλέτες τις επιστολές του Τεκμηρίου 36, ενημερώνοντας τους για τον τερματισμό και τις συνέπειες. Νομική Πτυχή Η αρχική συμφωνία για τον τρεχούμενο λογαριασμό, Τεκμήριο 2, προνοούσε πως η Τράπεζα είχε το δικαίωμα να τερματίσει οποτεδήποτε τη λειτουργία του (όρος 4) ενώ οι δύο συμφωνίες δανείων, Τεκμήρια 10 και 21 προέβλεπαν την πληρωμή μηνιαίων δόσεων από 5.8.07 και 15.11.10 αντίστοιχα. Η Εναγόμενη 1 κατέβαλε μεν διάφορα ποσά αλλά χωρίς με αυτά να είχαν καλυφθεί οι απαιτούμενες δόσεις, με αποτέλεσμα να προκληθούν καθυστερήσεις και υπερβάσεις εξαιτίας των οποίων τερματίστηκαν οι συμφωνίες και η λειτουργία των λογαριασμών στις 18.12.12. Σημειώνεται βέβαια πως ούτως ή άλλως η ίδια η καταχώριση της αγωγής τερμάτιζε τις όποιες συμφωνίες, ακόμα δηλαδή και αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει στη γνώση των Εναγομένων (βλ. Έλληνας κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ.87/2013, ημερ. 3.12.19). Αναμφίβολα λοιπόν η Ενάγουσα έχει αποδείξει: (
  4. i)τη συνομολόγηση των συμβάσεων, (
  5. ii)την παράβαση όρων και (iii) τον τερματισμό. Δηλαδή τα τρία από τα αναφερόμενα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ.829 ως χρήζοντα απόδειξης σε υποθέσεις τραπεζικού χρέους. Εξέταση απαιτείται μόνο για το τέταρτο στοιχείο, ήτοι το οφειλόμενο υπόλοιπο του κάθε λογαριασμού. Το ζήτημα αυτό εξετάζεται κατωτέρω στην κατάλληλη θέση και αφού προηγηθεί κατά λογική σειρά η εξέταση κάποιων άλλων εισηγήσεων των Εναγομένων. (α) Καταχρηστικότητα - Ακυρότητα Συμβάσεων Οι Εναγόμενοι αναγνωρίζουν ότι οι αρχές περί καταχρηστικότητας βάσει του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Ν.93(Ι)/96 δεν εφαρμόζονται στην επίδικη περίπτωση διότι αφορά νομικό πρόσωπο (Εναγόμενη 1) και όχι φυσικό πρόσωπο πλην όμως προβάλλουν ότι με «αναλογική εφαρμογή νομοθεσίας» και μέσω του άρθρου 29 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 θα πρέπει λόγω αδιαφανών και αόριστων όρων να κριθούν ως άκυρες οι επίδικες συμβάσεις. Σχετικά με το πιο πάνω άρθρο αναφέρθηκαν στην υπόθεση Αραβατζής ν. R.K. Melnyk, Πολ. Έφ.371,12, ημερ. 13.11.18 τα εξής: «Το άρθρο 29 του περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149 προνοεί ότι «Συμφωνίες των οποίων το νόημα δεν είναι σαφές ή δεν δύναται να καταστεί σαφές, είναι άκυρες». Ο βέβαιος καθορισμός των ουσιωδών όρων της συμφωνίας αποτελεί προϋπόθεση για την εγκυρότητα της. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο τρίτος ο οποίος ειλικρινά αναζητεί να προσδιορίσει το περιεχόμενο της συμφωνίας είναι σε θέση να το πράξει. Οι ουσιώδεις όροι μιας συγκεκριμένης συμφωνίας εξαρτώνται από το αντικείμενο και το περιεχόμενο της. (βλ. Φοινιώτης ν. Greenmar Nav. κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 686 και Saab and Another v. Holy Monastery of Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Στην υπόθεση May and Butcher v. R.
(1934)2 KB 17 κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι συμφωνία που προνοούσε ότι «η τιμή και η ημερομηνία καταβολής του τιμήματος» θα καθορίζοντο από καιρού εις καιρόν δεν ήταν δεσμευτική γιατί ορισμένα βασικά θέματα δεν είχαν καθοριστεί. Στην περίπτωση που η κατ' ισχυρισμόν σύμβαση είναι ασαφής ή ατελής ή σαφώς προνοεί τη λήψη περαιτέρω διεργασιών για να ολοκληρωθεί η συνομολόγηση της, τότε δεν υπάρχει δεσμευτική νομικά σύμβαση και το Δικαστήριο θα αρνηθεί να την εφαρμόσει. (βλ. Mamidoil - Jet Oil Greek Petroleum Co SA v. Okta, Crude Oil Refinery AD
(2001)2 Lloyd' s Rep. 76) Στην υπόθεση Jet 2.com Ltd v. Blackpool Airport Ltd
(2012)EWCA Civ. 417, αναφέρθηκε από το Δικαστήριο ότι υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ ενός όρου του οποίου το περιεχόμενο είναι τόσον ασαφές κατά τρόπο που να μη δημιουργεί δεσμευτική υποχρέωση και ενός όρου που δημιουργεί μεν δεσμευτική υποχρέωση, της οποίας όμως είναι δύσκολος ο καθορισμός της ακριβούς έκτασης της εκ των προτέρων, αλλά, εν πάση περιπτώσει μπορεί να εφαρμοσθεί. Αν όμως ο πυρήνας του όρου χαρακτηρίζεται από σαφήνεια τότε το Δικαστήριο θα είναι έτοιμο να τον ερμηνεύσει και να τον εφαρμόσει, άσχετο αν είναι ιδιαίτερα δύσκολη η διεργασία της ερμηνείας και εφαρμογής σε συγκεκριμένες περιπτώσεις (βλ. σύγγραμμα του Π. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Β σελ. 533).» Η ουσία των πιο πάνω είναι πως μια σύμβαση κρίνεται άκυρη βάσει του άρθρου 29 μόνο όταν είναι αόριστη, ασαφής, αβέβαιη ή ατελής, σε βαθμό που το εκδικάζον δικαστήριο δεν δύναται να την ερμηνεύσει ή εφαρμόσει (βλ. και «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Π.Γ. Πολυβίου, 2021, Τόμος Β', σελ.447). Στην παρούσα περίπτωση οι Εναγόμενοι επικαλούνται μεν γενικά την ύπαρξη ασάφειας, αδιαφάνειας και αοριστίας σε όρους των επίδικων συμβάσεων πλην όμως κατά την εξειδίκευση του επιχειρήματος τους αυτό που ισχυρίστηκαν είναι ότι δεν υπήρξε η νενομισμένη (ατομική) διαπραγμάτευση και ότι ήταν αδιαφανείς οι όροι οι σχετιζόμενοι με: (
  1. i)τον τοκισμό για έτος 360 ημερών, (
  2. ii)το δικαίωμα απαίτησης αποπληρωμής ανά πάσα στιγμή και χωρίς λόγο, (iii) τον υπολογισμό και καθορισμό επιτοκίου ή μεταβολής του, (
  3. iv)το ότι όλα τα έξοδα θα βαρύνουν τον καταναλωτή και (
  4. v)τον συμψηφισμό. Πέραν των όσων προέκυψαν κατά την αξιολόγηση (περί διαπραγμάτευσης) είναι προφανές πως οι Εναγόμενοι διαφωνούν με τους ίδιους τους όρους αφού ως θέμα κοινής λογικής τίποτε από τα όσα ανέφεραν δεν στοιχειοθετεί ασάφεια, αδιαφάνεια ή αοριστία. Έχω εξετάσει με προσοχή όλους τους όρους των επίδικων συμβάσεων και παρατηρώ πως δεν υπάρχει καμμιά δυσκολία στην ερμηνεία ή εφαρμογή τους. Άλλωστε πλείστα όσα εκ των πιο πάνω θεμάτων, που προέβαλαν οι Εναγόμενοι, δεν εγείρονται καν προς προβληματισμό στην παρούσα περίπτωση, λόγω του περιορισμού των αξιώσεων διά των αναδομήσεων (π.χ. τόκοι, έξοδα κ.λπ.), με αποτέλεσμα η εξέταση τέτοιων ζητημάτων να καθίσταται ακαδημαϊκή. Εν πάση περιπτώσει δεν συμφωνώ ότι θα ήταν δυνατή η χρήση του άρθρου 29 του Κεφ.149 για την έμμεση εφαρμογή άρθρων του Ν.91(Ι)/96 σε υπόθεση (όπως η παρούσα) την οποία ο Νομοθέτης, εν τη δική του σοφία, έκρινε πρέπον να εξαιρέσει από τις πρόνοιες του ειδικού αυτού Νόμου επί τη βάσει του ότι αφορά νομικό πρόσωπο. Έχω τη γνώμη πως η αντίθετη πορεία θα συνιστούσε καταστρατήγηση τόσο της πρόθεσης του Νομοθέτη όσο και του ίδιου του Νόμου. (β) Ακυρότητα Υποθηκών Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η κάθε επίδικη συμφωνία υποθήκευσης είναι αόριστη και ασαφής επί τω ότι δεν αναγράφεται τρόπος διακύμανσης του βασικού επιτοκίου και επομένως δεν καθορίζεται το ύψος του με σαφήνεια και διαφάνεια, παραβιάζοντας έτσι το άρθρο 21
(1)(γ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση καθότι αυτό το οποίο προνοεί το άρθρο 21
(1)(γ) είναι ότι στη σύμβαση υποθήκης θα πρέπει να αναφέρεται χρηματικό ποσό «καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή, ομού μετά τυχόν συμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, .». Είναι δε γεγονός πως στο προοίμιο των δύο Συμβάσεων και Δηλώσεων Υποθηκεύσεως Ακινήτων, (Τεκμήρια 14 και 15) όντως αναφέρεται κυμαινόμενο επιτόκιο 8,25% από 10.7.07. Πλην όμως αμέσως μετά σαφώς υπάρχει παραπομπή στο επισυνημμένο «συμβόλαιο υποθήκης». Στον όρο 14 αυτού, δηλαδή του Εγγράφου Υποθήκης υπάρχει ρητή αναφορά σε «τόκους, όπως καθορίζονται στις συμφωνίες διευκολύνσεων .». Κατά συνέπειαν δεν υπάρχει καμμιά ασάφεια αφού αντιθέτως υπάρχει σαφής καταγραφή της πρόθεσης των εμπλεκομένων να ισχύει και για τα εξασφαλιζόμενα διά των υποθηκών ποσά το επιτόκιο το οποίο τυγχάνει εφαρμογής για τις συμφωνίες διευκολύνσεων. (γ) Καθήκον Επιμέλειας προς Εγγυητές Αποτέλεσε εισήγηση των Εναγομένων, με αναφορά στην υπόθεση Cornish v. Midland Bank
(1985)3 All E.R.513 ότι η Τράπεζα προέβη σε παραστάσεις οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την παραπληροφόρηση των εγγυητών σε σχέση με τον κίνδυνο από την παρεχόμενη εγγύηση και συγκεκριμένα τον κίνδυνο εκποίησης κατοικιών. Είναι αντιληπτό πως η εισήγηση επικεντρώνεται στο θέμα των υποθηκών και στην πιθανότητα προώθησης πλειστηριασμών βάσει αυτών. Δεν θα συμφωνήσω όμως ούτε με την εισήγηση αυτή καθότι δεν έχει παρουσιαστεί τέτοια μαρτυρία και πολύ περισσότερο δεν έχει προκύψει τέτοιο εύρημα, ήτοι ότι η Τράπεζα προέβη σε παραστάσεις οι οποίες να παραπλάνησαν τους ενυπόθηκους οφειλέτες για τους εγγενείς κινδύνους από τη σύσταση υποθηκών. Ασφαλώς απαιτείτο συγκεκριμένη μαρτυρία για συγκεκριμένες παραστάσεις και κυρίως απαιτείτο μαρτυρία ότι αυτές παραπλάνησαν συγκεκριμένο πρόσωπο. Κάτι που δεν συνέβη στην παρούσα υπόθεση. Εξ ου και κρίνεται ότι τυγχάνει εφαρμογής η άλλη αρχή της νομολογίας βάσει της οποίας τεκμαίρεται ότι όλα έγιναν κανονικά και νομότυπα. (δ) Ανεύθυνος Δανεισμός Με αναφορά στην αυστραλιανή υπόθεση Arbest Pty Ltd v. State Bank of New South Wales Ltd
(1995)NSWSC72, καθώς και στον αυστραλιανό Κώδικα Καταναλωτικής Πίστης (Consumer Credit Code), οι Εναγόμενοι εισηγούνται ότι είχαν σημαντικό μειονέκτημα, ήτοι έλλειψη εμπειρίας και κατανόησης της σύμβασης, οπότε με πολύ απλές ερωτήσεις η Τράπεζα θα ανακάλυπτε ότι δεν ήταν σε θέση να εξυπηρετήσουν τα δάνεια και για αυτό πρέπει να κριθούν άκυρες οι συμβάσεις ή τουλάχιστον να ακυρωθούν οι υποθήκες. Ούτε αυτές οι εισηγήσεις των Εναγομένων ευσταθούν, τόσο διότι η εμπειρία στις συναλλαγές είναι εμφανής από όσα είχαν προηγηθεί όσο και επειδή σε καμμιά περίπτωση δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι οι δανειολήπτες δεν ήταν εξαρχής σε θέση να εξυπηρετήσουν τα δάνεια. Η πορεία των δύο δανείων τουλάχιστον καταδεικνύει πως υπήρχαν σημαντικές καταθέσεις μέχρι τα μέσα του 2012 περίπου και ότι αυτά εξυπηρετούντο επαρκώς μέχρι τότε. Σε καμμιά περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί αμέλεια στο πιστωτικό ίδρυμα κατά τη χορήγηση των πιστωτικών διευκολύνσεων. (ε) Οφειλόμενα Υπόλοιπα Ουσιαστικά λοιπόν παραμένει η εξέταση των οφειλομένων υπολοίπων ως έχει προαναφερθεί. Έχει ήδη διαφανεί κατά την αξιολόγηση ότι στη βάση της υφιστάμενης μαρτυρίας δεν υπάρχει δυνατότητα εξακρίβωσης του κατά πόσον υπήρχε οφειλόμενο υπόλοιπο σε σχέση με τον τρεχούμενο και αν ναι ποιο ήταν αυτό. Συνεπώς η σχετική αξίωση τη Ενάγουσας για τον τρεχούμενο δεν έχει στοιχειοθετηθεί και υπόκειται σε απόρριψη. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τους λογαριασμούς δανείων. Όπως έχει καταδειχθεί υπάρχουν οφειλόμενα υπόλοιπα σε σχέση με τα δύο δάνεια, ακόμα και μετά την αναδόμηση των λογαριασμών η οποία έγινε διά της αφαίρεσης αρκετών χρεώσεων και αναπροσαρμογής των επιτοκίων. Μάλιστα, όπως προέκυψε, ο ίδιος ο Μ.Υ.2, επιβεβαίωσε πως εκτός από το ζήτημα του τόκου υπερημερίας δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά στα ποσά στα οποία κατέληξαν αυτός εκ μέρους των Εναγομένων και η Μ.Ε. εκ μέρους της Τράπεζας, εφαρμόζοντας και οι δύο το ίδιο επιτόκιο (Τεκμήρια 30, 31 και 46, 44) θέση με την οποία ούτε η Ενάγουσα διαφώνησε. Ούτε οι ίδιοι οι Εναγόμενοι στην αγόρευση τους ήγειραν οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με τα ποσά των αναδομημένων υπό της Μ.Ε. τραπεζικών καταστάσεων Τεκμήρια 30, 31, με εξαίρεση το ζήτημα του τόκου υπερημερίας, για το οποίο υποστήριξαν ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται. Επικαλέστηκαν οι Εναγόμενοι προς τούτο τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, καθώς και του άρθρου 3 του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/99. Η προσπάθεια της Ενάγουσας ήταν να καταδείξει ότι υπήρξε συμμόρφωση με τον Νόμο σε σχέση με το ανώτατο όριο τόκου υπερημερίας όπως αυτό θεσπίστηκε με το άρθρο 3(1α) του Ν.160
(1)/99. Το εν λόγω εδάφιο προστέθηκε στον βασικό Νόμο με τον τροποποιητικό Ν.66
(1)/15 και με ισχύ από 7.5.15. Το ερώτημα βέβαια δεν είναι εάν περιορίστηκε στην παρούσα ο τόκος υπερημερίας μέχρι το 2%. Ούτε θα ήταν πρόβλημα η χρέωση για κάποιο διάστημα ψηλότερου ποσοστού αφού θα μπορούσε εύκολα να διαταχθεί η αφαίρεση του υπερβαίνοντος το όριο μέρους. Το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι κατά πόσον δικαιούται η Ενάγουσα σε οποιονδήποτε τόκο υπερημερίας ενόψει του ότι πρόκειται για συμβάσεις συνομολογηθείσες προ της έναρξης ισχύος του Ν.66
(1)/15, για τις οποίες υπάρχουν μεταβατικές διατάξεις στον βασικό Νόμο. Είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ με το ίδιο ερώτημα στην υπόθεση Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Σιαμπτάνη, Αγ. 10027/10, ημερ. 22.5.20 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής, τα οποία ισχύουν και στην παρούσα: «Το θέμα αυτό ρυθμίζεται από το άρθρο 3
(1)(β) του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160
(1)/99 το οποίο έχει ως εξής: «(1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.» Πέραν της δυσκολονόητης έως ακατανόητης αναφοράς σε μαχητό τεκμήριο για το ίδρυμα με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο το εδάφιο είναι πιθανόν να θεωρηθεί εκ πρώτης όψεως πως με τον όρο «αυξημένος τόκος» εννοείται τόκος πέραν του 2% αλλά η προσεκτικότερη μελέτη καταδεικνύει πως δεν ήταν αυτός ο σκοπός του Νομοθέτη, ούτε και το νόημα του άρθρου. Αυτό επιβεβαιώνεται πρώτον εξ αντιδιαστολής από το ότι υπήρχε τέτοια επεξήγηση στον προηγούμενο τροποποιητικό Ν.141
(1)/14 («. αυξημένου τόκου από την υπερημερία . ο οποίος υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στις δύο εκατοστιαίες μονάδες .»), η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στον μεταγενέστερο Ν.66
(1)/15 και δεύτερον από την επιφύλαξη του υφιστάμενου εδ.(1β) ως πιο πάνω. Έχω την άποψη πως οι δύο φράσεις «αυξημένου τόκου από την υπερημερία» και πιο κάτω «ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας» δεν μπορούν να ερμηνευτούν ως να σημαίνουν τον τόκο υπερημερίας ο οποίος υπερβαίνει το 2%. Αυτό επιβεβαιώνεται τελειωτικά από την επιφύλαξη του εδ.(1β) η οποία και πάλι αναφέρει γενικά πως «πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις» (στην περίπτωση που δεν αποδειχθεί ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά του πιστωτικού ιδρύματος). Έχει τη σημασία του πως η πρόνοια αυτή εφαρμόζεται μόνο για τις συμβάσεις που ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκαν πριν από τον Ν.66
(1)/15 και όχι για τις μεταγενέστερες (νέες) συμβάσεις, καθότι απαγορεύοντας με το εδ.(1α) την επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2% ο Νομοθέτης δεν απαίτησε την απόδειξη ότι τέτοιο επιτόκιο σε νέες συμβάσεις αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά. Κάτι τέτοιο όμως απαιτείται ρητώς για τις παλαιές συμβάσεις οποτεδήποτε επιβλήθηκε αυξημένος τόκος από την υπερημερία και ανεξαρτήτως ποσοστού.» Στη βάση των πιο πάνω αποτελεί διαπίστωση μου ότι κατά παρόμοιο τρόπο και στην παρούσα περίπτωση δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία τείνει έστω να παράσχει κάποια ένδειξη και πολύ περισσότερο να αποδείξει ότι ο επιβληθείς ή έστω ο διεκδικούμενος τόκος υπερημερίας «αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Ενάγουσας». Κατά συνέπειαν κρίνεται αφενός πως η Ενάγουσα δεν δικαιούται οποιοδήποτε ποσοστό ως τόκον υπερημερίας και αφετέρου πως τα οφειλόμενα υπόλοιπα χωρίς τέτοιο τόκο είναι ως τα έχει υπολογίσει ο Μ.Υ.2 στα σχετικά Τεκμήρια 43, 45, στα οποία και δικαιούται σε απόφαση η Ενάγουσα. Δεν συμφωνώ ότι τίθεται θέμα έκδοσης οποιουδήποτε διατάγματος ως η §Ζ της Έκθεσης Απαίτησης περί περιέλευσης της περιουσίας της Εναγομένης 1 στην κατοχή της Ενάγουσας βάσει του Ομολόγου Επιβάρυνσης, Τεκμήριο 18. Όπως αναφέρεται και στους όρους του εν λόγω εγγράφου το δικαίωμα κατοχής το έχει ο Παραλήπτης και Διαχειριστής στην περίπτωση που η Ενάγουσα αποφάσιζε να προβεί σε τέτοιο διορισμό (βλ. όρους 11, 12 του Τεκμηρίου 18). Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι έχουν αποδειχθεί οι αξιώσεις για τα δυο δάνεια ως έχει εξηγηθεί και ως εκ τούτου εκδίδονται αποφάσεις και διατάγματα υπέρ της Ενάγουσας: (Α) Εναντίον των Εναγομένων 1 έως 8 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για €781.475,39 συν τόκο 3,5% από 27.10.21 ετησίως μέχρι εξόφλησης και δικαίωμα ανατοκισμού δις ετησίως. (Β) Εναντίον των Εναγομένων 1 έως 5 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για €49.633,73 συν τόκο 3,75% από 27.10.21 ετησίως μέχρι εξόφλησης και δικαίωμα ανατοκισμού δις ετησίως. (Γ) Διάταγμα ως η §Η της έκθεσης απαίτησης διατάσσον την πώληση και ή εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων τα οποία περιγράφονται στην §20(α) και (β) της έκθεσης απαίτησης. (Δ) Επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εις βάρος των Εναγομένων 1 έως 8 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως έξοδα ως θα υπολογιστούν συν ΦΠΑ και νόμιμο τόκο από σήμερα. (Υπ.) .............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.