Σπυρίδων Τράγος κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6744/2015, 16/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A126 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6744/2015 Μεταξύ:
- Σπυρίδων Τράγος
- Αικατερίνη Αποστολοπούλου
- Αικατερίνη Τράγου Εναγόντων -και-
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένων -------------- Ημερομηνία: 16 Ιουνίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες 1, 2 και 3: κ. Α. Παπαντωνίου για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1: κ. Κόκκινος για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 2 : κα E. Στυλιανού για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 3: κα Ζ. Χαραλάμπους για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ----------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγοντες αξιώνουν μεγάλο αριθμό θεραπειών. Κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθούν στην ολότητά τους οι αξιώσεις των εναγόντων, ως τίθενται στην έκθεση απαίτησης τους: «Α. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι «Το περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013», K.Δ.Π. 103/2013, το οποίο δημοσιεύτηκε κατά ή περί τις 29 Μαρτίου 2013 (Διάταγμα Κ.Δ.Π.103/2013»), όπως τροποποιήθηκε, που εκδόθηκε από την Εναγόμενη 2 ως Αρχή Εξυγίανσης στη βάση των άρθρων 5
(12)(α), 7
(1)και 12 του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 στο μέτρο που αφορά την μετατροπή καταθέσεων και/ή απομείωση και/ή παγιοποίηση των καταθέσεων των Εναγόντων πέραν του ποσού των €100.000 και αφού αφαιρεθούν οι δανειακές απαιτήσεις τους είναι αντισυνταγματικό, παράτυπο και/ή αντινομικό για τους λόγους οι οποίοι αναλύονται ανωτέρω. B. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά απόφαση του Δικαστηρίου για την ακύρωση της σύμβασης κατάθεσης των Εναγόντων με την Εναγόμενη Αρ. 1 με αριθμό [ ] η οποία κατά την ημερομηνία 02/01/2013 παρουσίαζε υπόλοιπο €1.000.000 συνεπείας απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και/ή παραπλανητικών στοιχείων και πληροφοριών και/ή απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων και πληροφοριών και/ή παράβασης των νομικών υποχρεώσεων και καθηκόντων και/ή παράβασης συμφωνίας εκ μέρους της Εναγομένης Αρ. 1. Γ. Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται η ως άνω σύμβαση κατάθεσης και/ή η μεταγενέστερη μονομερής μετατροπή ποσοστού 47,5 % του ποσού άνω των €300.000 (εξασφαλισμένο ποσό) της ως άνω σύμβασης κατάθεσης των Ενάγοντων, χωρίς συναίνεση και/ή συγκατάθεση και/ή έγκριση από τους Ενάγοντες, σε Μετοχές έκδοσης 2013 άνευ οικονομικής αξίας, και/ή Διάταγμα ακύρωσης των Μετοχών έκδοσης 2013 λόγω αθέμιτης και/ή ανεπίτρεπτης πρακτικής και/ή αμέλειας και/ή επαγγελματικής αμέλειας και/ή οργανωμένου σχεδίου για εξαπάτηση των Ενάγοντων και/ή ανεπάρκειας του ανταλλάγματος για την υποχρεωτική μετατροπή και/ή χωρίς δίκαιη αποζημίωση. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη Αρ. 1 όπως επιστρέψει στους Ενάγοντες το ποσό των €332.500 και/ή οποιονδήποτε άλλο ποσό με νόμιμο τόκο από τις ημερομηνίες μονομερούς μετατροπής της κατάθεσης τους σε μετοχές της Εναγομένης Αρ. 1 και όπως ταυτόχρονα αυτή αποδεχθεί εγγραφή επ' ονόματι της 332.500 και/ή οποιονδήποτε άλλο αριθμό μετοχών της ίδιας. Ε. Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να επιστρέφεται στους Ενάγοντες και/ή ως αποζημιώσεις το ποσό των €1.000.000 (Ενός Εκατομμυρίου Ευρώ), πλέον τόκους το οποίο κατέθεσαν στην Εναγόμενη Αρ. 1 στηριζόμενοι στις διαβεβαιώσεις και/ή υποσχέσεις της Εναγομένης Αρ. 1 και/ή των εκπροσώπων και/ή υπαλλήλων της για την νομιμότητα και την πραγματική φύση της συναλλαγής των διαδίκων. ΣΤ. Αποζημιώσεις εναντίον της Εναγόμενης 1 στη βάση του Άρθρου 3
(2)δ και ζ του Νόμου περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17(Ι)/2013) για τη ζημία και/ή οικονομική βλάβη που υπέστησαν οι Ενάγοντες λόγω της απομείωσης των καταθέσεων τους στην Εναγόμενη 1 και/ή στη βάση παράβασης σύμβασης και/ή στη βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή αμέλειας και/ή στη βάση πρόκλησης ζημιάς με ψευδείς παραστάσεις και/ή διαφορετικά. Ζ. Αποζημιώσεις από τους Εναγόμενους για απάτη και/ή δόλιες και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή για επαγγελματική αμέλεια και/ή μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή για παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων και/ή σχέσης δικαιούχου εμπιστευματοδόχου και/ή για αμέλεια και/ή για παραλείψεις αποκάλυψης λεπτομερειών/γεγονότων/ υλικού κατά παράβαση σχετικών προνοιών των Νόμων και Κανονισμών και/ή κατάχρηση εμπιστοσύνης και/ή αποζημιώσεις δυνάμει αρχών της επιείκειας (equitable damages) αναφορικά με την ως άνω αναφερόμενη σύμβαση κατάθεσης. H. Αποζημιώσεις από τους Εναγόμενους για παραβίαση καθήκοντος (breach of statutory duty) και/ή για παράλειψη καθήκοντος και/ή λόγω της παράνομης ή πλημμελούς εκτέλεσης καθήκοντος και/ή κακοδιαχείριση καταστάσεων και/ή κακοδιαχείριση των χρημάτων των καταθετών και/ή κατάχρηση εξουσίας και/ή παράβαση της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας και ήτοι της Πρότασης-Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη Θέσπιση Πλαισίου για την Ανάκαμψη και την Εξυγίανση Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επιχειρήσεων Επενδύσεων η οποία δημοσιεύθηκε στις 6.6.2012. Θ. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, αποζημιώσεις πέραν του €1.000.000, σε σχέση και/ή αναφορικά με την αξία και/ή την απολεσθείσα αξία των εγγυημένων καταθέσεων των Εναγόντων, με βάση τις συμφωνίες που υπεγράφησαν και/ή καταρτίστηκαν ως αναφέρονται ανωτέρω και μεταγενέστερα η αξία των οποίων έχει εξανεμισθεί και/ή απολεσθεί πλήρως και/ή σχεδόν εξ ολοκλήρου, ως αποτέλεσμα των εσφαλμένων και/ή των πλημμελών και/ή των αμελών πράξεων και παραλήψεων των Εναγόμενων και/ή συνέπεια των κακών επιλογών και/ή των λανθασμένων χειρισμών και/ή των λανθασμένων και/ή επικίνδυνων και/ή παράνομων και/ή αδικαιολόγητων επενδύσεων της Εναγόμενης Αρ.1 και/ή ως αποτέλεσμα της αμέλειας και/ή της παράβασης των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων των Εναγομένων και/ή της παράβασης των υποχρεώσεων και καθηκόντων τους, μεταξύ άλλων, και με βάση τα διεθνή πρότυπα. Ι. Αποζημιώσεις για επέμβαση σε βάρος των περιουσιακών στοιχείων των Εναγόντων κατά τρόπο που παραβιάζει τα άρθρα 6 και/ή 23 και/ή 24 και/ή 28 και/ή 33
(1)του Συντάγματος και/ή το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή τη Συνθήκη της Λισσαβόνας και/ή την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για το λόγο ότι οι Ενάγοντες επωμίστηκαν τις ζημίες της Εναγομένης Αρ. 1 κατά τρόπον που παραβιάζεται η αρχή της ισότητας και/ή της απαγόρευσης δυσμενούς διάκρισης και/ή του δικαιώματος ιδιοκτησίας και/ή λόγω δυσανάλογης συνεισφοράς των Ενάγοντων στα δημόσια βάρη και/ή παρεμπόδισης της άσκησης του δικαιώματος της κυριότητας και/ή της κατοχής και/ή της απόλαυσης και/ή της διάθεσης της περιουσίας και/ή ιδιοκτησίας των Ενάγοντων. ΙΑ. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, αποζημιώσεις από την Εναγόμενη Αρ. 2 για παραβίαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της ως η Αρμόδια Αρχή που ασκεί εποπτεία επί των τραπεζών, και/ή ως Αρχή Εξυγίανσης, η οποία είναι αρμόδια για την λήψη μέτρων εξυγίανσης των επηρεαζόμενων πιστωτικών ιδρυμάτων δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν. 17
(1)/2013 και/ή αποζημιώσεις από τις Εναγόμενες Αρ. 2 και 3 για παράνομο και/ή λανθασμένο χειρισμό του ELA (Emergency Liquidity Assistance) και/ή για παράβαση του νόμου και/ή της σχετικής ευρωπαϊκής νομοθεσίας και/ή των κανονισμών και/ή της νενομισμένης διαδικασίας. ΙΒ. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, αποζημιώσεις από την Εναγόμενη Αρ. 2 και Αρ. 3 και/ή λόγω παράβασης Θέσμιου καθήκοντος και/ή άλλου καθήκοντος που απορρέει από τη λανθασμένη εφαρμογή του Νόμου (Ν.17(Ι)Ι2013) και/ή την παράλειψη εφαρμογής του Νόμου (Ν.17(Ι)Ι2013) και/ή τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις πρόνοιες του Νόμου (Ν.17(Ι)Ι2013) και/ή λόγω παραβίασης των Συνταγματικών και/ή Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του Ενάγοντα και/ή γιατί συνωμότησαν με το Διοικητικό της Συμβούλιο και/ή τους Διευθυντές και/ή τους υπαλλήλους της Εναγόμενης Αρ. 1 με σκοπό να πλήξουν τα οικονομικά συμφέροντα των Εναγόντων κατά την ουσιώδη περίοδο την οποία και πέτυχαν και/ή δεν προέβηκαν καθόλου και/ή σε δέουσα και/ή σε οποιαδήποτε έρευνα και/ή λειτούργησαν καθ' υπέρβαση και/ή νόσφιση εξουσίας και/ή κατάχρηση εξουσίας και/ή διότι προσέβλεπαν στην εξυπηρέτηση αλλότριου σκοπού και/ή ενήργησαν κατά κακή και/ή πλημμελή άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας. ΙΓ. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά αποζημιώσεις από την Εναγόμενη Αρ. 2 και Αρ. 3 για παραβίαση των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου όπως αυτές κωδικοποιούνται στον Περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Ν.158(Ι)/1999 και/ή των Οδηγιών 2001/24 E.K., 2000/12 E.K., και 94/19 E.K. 2004/39/ΕΚ (MiFID), 2008/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου και/ή την νομοθεσία και/ή εγκυκλίους και/ή οδηγίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. ΙΔ. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά αποζημιώσεις από την Εναγόμενη Αρ. 3 για παραβίαση της Διμερούς Συμφωνίας Προστασίας των Επενδύσεων Ελλάδος-Κύπρου και/ή οποιασδήποτε άλλης διεθνούς σύμβασης. ΙΕ. Ποσό €30.000 το οποίο οι Ενάγοντες κατέβαλαν και/ή χρεώθηκαν ως αμοιβή υπηρεσιών σε εμπειρογνώμονες αναφορικά με την παράνομη και/ή δόλια συμπεριφορά των Εναγομένων ως ανωτέρω λεπτομερώς εκτίθεται. ΙΣτ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την Εναγόμενη Αρ. 1 να παραδώσει στους Ενάγοντες όλα τα έγγραφα, πλήρεις και αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού αναφορικά με την προαναφερόμενη σύμβασης κατάθεσης, την μετατροπή μέρους της εν λόγω κατάθεσης σε μετοχές και/ή οποιεσδήποτε άλλες σχετικές και/ή τροποποιητικές συμφωνίες καθώς και αντίγραφα όλων των σχετικών εγγράφων, που αφορούν αυτές. ΙΗ. Γενικές και/ή Αυξημένες και/ή Παραδειγματικές και Ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή λόγω παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς των Εναγομένων ως ανωτέρω λεπτομερώς εκτίθεται. ΙΘ. Οιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω Θεραπεία ήθελε κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο ως ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. ΙΙ. Νόμιμο τόκο. ΙΙΑ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ, πλέον έξοδα επίδοσης.» Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των εναγόντων παρατίθενται σε κείμενο 32 σελίδων. Προβάλλουν, συναφώς, την ιδιότητα τους ως πελάτες των εναγομένων 1, διατηρώντας, επί σειρά ετών, αγαστή συνεργασία, έχοντας αποκτήσει ισχυρούς δεσμούς εμπιστοσύνης με τους υπαλλήλους/υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους και/ή εντεταλμένους της. Κατά ή περί το έτος 2013 και μέχρι την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, οι ενάγοντες διατηρούσαν στην εναγόμενη 1, με μερίδιο 33% έκαστος, καταθετικό λογαριασμό, ο οποίος κατά την 2.1.2013 παρουσίαζε υπόλοιπο €1.000.000. Κατά τα λοιπά, οι ενάγοντες δικογραφούν τα κατ' ισχυρισμόν τους γεγονότα και παραλείψεις ή ενέργειες των εναγομένων, οι οποίες οδήγησαν στο να υποστούν ζημιά συνεπεία του Διατάγματος απομείωσης των καταθέσεων στην Τράπεζα Κύπρου. Για λόγους που καθίστανται αντιληπτοί κατωτέρω, δεν θα εξυπηρετούσε η λεπτομερής παράθεση των δικογραφημένων ισχυρισμών των εναγόντων. Αρκεί να λεχθεί ότι παραθέτουν εκτενώς τους ισχυρισμούς τους για τις παραλείψεις και ηθελημένες παραστάσεις από μέρους ενός εκάστου των εναγομένων ώστε οι ενάγοντες να οδηγηθούν στο να μην προχωρήσουν σε απόσυρση και μεταφορά των χρημάτων τους εκτός του κυπριακού τραπεζικού συστήματος ή της εναγόμενης 1. Μέσα δε από μία, κατά τον ισχυρισμό τους, αναδρομή στα γεγονότα, αναλύουν την ευθύνη καθενός από τους εναγομένους. Παρεμβάλλεται ότι η αξίωση των εναγόντων, ως προς τη ζημιά την οποία κατ' ισχυρισμόν υπέστησαν, περιορίστηκε, μετά την παρατεθείσα μαρτυρία, στο ποσό των €336.744,29. Από την πλευρά τους, οι εναγόμενοι 1, με την Υπεράσπισή τους, παραδέχονται ότι οι ενάγοντες διατηρούσαν τον αναφερόμενο λογαριασμό και ότι αυτός απομειώθηκε σαν αποτέλεσμα των Διαταγμάτων που εκδόθηκαν δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο, Ν. 17(Ι)/2013. Είναι η δικογραφημένη θέση των εναγομένων 1 ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα αγωγή εναντίον των καθότι, σύμφωνα με τα άρθρα 12
(15)και 12
(16)του Ν.17
(1)/2013 τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να ξεκινήσουν οποιαδήποτε διαδικασία απαιτώντας την πληρωμή των χρεών και υποχρεώσεων που επηρεάσθηκαν από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με τα ίδια μέσα, ούτε και να απαιτήσουν, είτε από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, είτε από τη Δημοκρατία, οποιανδήποτε χρηματική αποζημίωση για ζημιές που δυνατόν να έχουν υποστεί ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με τα ίδια μέσα. Συνεπώς, οι ενάγοντες κωλύονται από του να εγείρουν και να προωθούν την παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων
- Είναι, διαζευκτικά, ο ισχυρισμός των εναγομένων 1 ότι η μεταξύ των και των εναγόντων σύμβαση ματαιώθηκε. Οι εναγόμενοι 1 προβάλλουν, περαιτέρω, τη θέση ότι το εν λόγω Διάταγμα είναι καθόλα νόμιμο και άμεσα εκτελεστό, με το οποίο και συμμορφώθηκαν, χωρίς να είχαν επιλογή άλλη παρά της αυστηρής συμμόρφωσης μ' αυτό. Τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί παραλείψεων και/ή ενεργειών τους, οι οποίες οδήγησαν σε ζημιά των εναγόντων, οι εναγόμενοι 1 αρνούνται, θέτοντας αυτούς σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προβάλλουν δε, τόσο τη συνταγματικότητα των διαταγμάτων ή και την εφαρμογή του Δικαίου της Ανάγκης προς αντιμετώπιση έκτακτης κατάστασης. Πολυσέλιδο είναι και το δικόγραφο της Υπεράσπισης των εναγομένων 2, με το οποίο αρχικά θέτουν αριθμό προδικαστικών ενστάσεων. Πέραν αυτών, οι εναγόμενοι 2, με λεπτομέρεια, αρνούνται τους ισχυρισμούς και θέσεις των εναγόντων, αντικρούοντας αυτούς με τις δικές τους θέσεις και ισχυρισμούς τόσο επί της νομικής και συνταγματικής επάρκειας των εκδιδομένων Διαταγμάτων και ενεργειών τους, όσο και επί των γεγονότων που οδήγησαν και κατέστησαν αυτά αναγκαία. Συναφώς, οι εναγόμενοι 2 αναλύουν στο δικόγραφο τους το πως ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις για τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης που λήφθηκαν, ενώ παρατίθενται οι ισχυρισμοί τους τόσο ως προς το τι επιτεύχθηκε με αυτά και τι αποτράπηκε με τη μη εκκαθάριση της Τράπεζας Κύπρου. Σ' αυτό το πλαίσιο τίθεται και η θέση ότι η λήψη μέτρων εξυγίανσης δεν θέτει τους ενάγοντες σε δυσμενέστερη οικονομική θέση συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν αν τα μέτρα δεν λαμβάνονταν και οι Τράπεζες Κύπρου και Λαϊκή τίθεντο σε εκκαθάριση. Κάτι που οι ενάγοντες, εν πάση περιπτώσει, δεν δικογραφούν καν. Κατά ανάλογο τρόπο, ο εναγόμενος 3, στην Υπεράσπισή του, αρνείται τους αποδιδόμενους ισχυρισμούς και θέσεις των εναγόντων, θέτοντας αυτούς σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Παράλληλα, παραθέτει τους δικούς του ισχυρισμούς και θέσεις ως προς τα πραγματικά γεγονότα και εμπλοκή της Κυπριακής Δημοκρατίας στο τι προηγήθηκε και οδήγησε στην εξυγίανση των εναγομένων
- Απορρίπτει τις αποδιδόμενες παραλείψεις ή ενέργειες, ενώ υπεραμύνεται της νομιμότητας και συνταγματικότητας των λαμβανομένων μέτρων. Όπως και οι εναγόμενοι 1 και 2, αμφισβητεί ότι οι ενάγοντες υπέστησαν την αξιούμενη ή οποιαδήποτε ζημιά, ενώ η οικονομική τους θέση δεν έχει επιδεινωθεί σε σχέση με αυτή στην οποία θα βρίσκονταν αν δεν είχαν ληφθεί μέτρα εξυγίανσης και η εναγομένη 1 τίθετο απευθείας σε εκκαθάριση. Με ξεχωριστά πολυσέλιδα δικόγραφα Απάντησης, οι ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς και θέσεις των εναγομένων 1,2 και 3 εμμένοντας στις δικές τους θέσεις και ισχυρισμούς. Στην παρούσα υπόθεση, κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν συνολικά τρεις μάρτυρες, ενώ κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αριθμός Τεκμηρίων. Η πλευρά των εναγόντων, προς απόδειξη της υπόθεσης τους, κάλεσε ένα μάρτυρα, τον ενάγοντα 1 (ΜΕ). Ως ΜΕ, ο ενάγων 1, μέσω γραπτής του δήλωσης, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, κατέθεσε τους ισχυρισμούς του προς υποστήριξη των δικογραφημένων θέσεων των εναγόντων. Ως εξήγησε, η εναγόμενη 2 είναι σύζυγος του και η εναγόμενη 3 θυγατέρα του. Με την εναγόμενη 1 διατηρούσαν μακρόχρονη πελατειακή σχέση η οποία οδήγησε στην ανάπτυξη ισχυρών δεσμών εμπιστοσύνης με το προσωπικό, υπαλλήλους και αντιπροσώπους της. Ουδεμία αμφιβολία είχαν ότι η εναγόμενη 1 παρείχε ασφαλισμένο περιβάλλον για τις τραπεζικές τους δοσοληψίες μαζί της και θεωρούσαν πλήρως διασφαλισμένη την τοποθέτηση των αποταμιεύσεων τους σ' αυτήν. Λόγω αυτής τους της συνεργασίας και/ή πελατειακής σχέσης με την εναγόμενη 1, συμβουλεύονταν πάντα τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους της, ως προς τις επιλογές τις οποίες προσφέρει η εναγόμενη 1 για τοποθέτηση των ποσών τα οποία διαχειρίζονταν και γενικότερα για τις καταθέσεις τους. Ο ίδιος, είχε αποκτήσει ως αποζημίωση από την πρόωρη συνταξιοδότηση του καθώς και από την απαλλοτρίωση περιουσίας του συνολικό ποσό περίπου €2.000.
- Έχοντας πλέον στην κατοχή του το εν λόγω ποσό, θέλησε να αποταθεί στην Τράπεζα ούτως ώστε να ενημερωθεί σχετικά με το πως θα μπορούσε να το διασφαλίσει. Επισκέφτηκε το υποκατάστημα των εναγομένων 1 στο Αίγιο και συναντήθηκε με την τότε διευθύντρια. Ενημερώνοντας την για την πρόθεση του να διασφαλίσει το ανωτέρω αναφερόμενο ποσό, τον πληροφόρησε σχετικά με τα σχέδια που υπήρχαν τότε διαθέσιμα στην Τράπεζα και του ανέφερε ότι εάν αποφάσιζε να καταθέσει τα χρήματα του, θα έπρεπε να παραθέσει πληροφορίες και στοιχεία αναφορικά με την πηγή και προέλευση των χρημάτων, για σκοπούς αξιολόγησης στα πλαίσια της παρεμπόδισης νομιμοποίησης εσόδων παράνομου χρήματος. Η διευθύντρια του εν λόγω υποκαταστήματος στην Ελλάδα προέβαινε σε παραστάσεις θέλοντας να τον πείσει να συμβληθεί με την εν λόγω τράπεζα, παρουσιάζοντας του μάλιστα και υπομνήματα των τότε Διευθυνόντων Συμβούλων κ. Ηλιάδη και κ. Κυπρή προς τους επενδυτές. Εν τέλει, με τα όσα αυτή και γενικότερα οι υπάλληλοι και αντιπρόσωποι της Εναγόμενης 1 του ανέφεραν, αποφάσισε όπως διασφαλίσει το ανωτέρω αναφερόμενο ποσό, καταθέτοντας το στην Εναγόμενη
- Σε άλλη επίσκεψη του στο υποκατάστημα στο Αίγιο, η διευθύντρια, του ανέφερε ότι θα ήταν καλύτερα να μην έχει όλα τα χρήματα του κατατεθειμένα σε ένα λογαριασμό στην Ελλάδα και θα ήταν καλύτερο να κατέθετε μέρος αυτών στην Κύπρο εφόσον οι Τράπεζες και ιδιαίτερα η εναγόμενη 1 ήταν πολύ δυνατές. Του ανέφερε επίσης ότι σε περίπτωση που αποφάσιζε μαζί με τις ενάγουσες 2 και 3 να μετέφεραν μέρος των χρημάτων τους σε υποκατάστημα στην Κύπρο θα επωφελούνταν επιτόκιο προς 4,50%. Έτσι, μετά και από τα ανωτέρω, μαζί με τις ενάγουσες 2 και 3 συμβλήθηκαν και διατηρούσαν, κατά τον επίδικο χρόνο, με την εναγόμενη 1, τον υπό κρίση καταθετικό λογαριασμό με επιτόκιο προς 4,50%. Σκοπός της εν λόγω κατάθεσης ήταν η επένδυση και η πιθανή αγορά ακινήτου σε ένα τουριστικό θέρετρο της Μεσογείου, όπως θεωρείται η Κύπρος. Από ότι έμαθε αργότερα, τον Νοέμβριο του 2012, η οικονομική κατάσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας συνεχώς επιδεινωνόταν με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της εναγόμενης 1 και της Λαϊκής Τράπεζας (Cyprus Popular Bank Co Public), λόγω μειωμένης ρευστότητας και συνεχιζόμενων μεγάλων εκροών καταθέσεων καθώς και ελλειμμάτων στα εποπτικά απαιτούμενα κεφάλαιά τους. Ο ΜΕ περαιτέρω ανέφερε ότι οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 μαζί και κάθε ένας ξεχωριστά, κατά παράβαση των σχετικών οδηγιών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και άλλων Ευρωπαϊκών Θεσμών, παρέλειψαν να επισημάνουν τους κινδύνους σε σχέση με τους καταθετικούς λογαριασμούς των πελατών τους, μεταξύ άλλων και του καταθετικού λογαριασμού τους, ενώ η εναγόμενη 1, εκμεταλλευόμενη τη θέση ισχύος της απέναντι τους και χρησιμοποιώντας μεθοδεύσεις, τεχνάσματα και αθέμιτες πρακτικές, ενθάρρυνε και τελικά επηρέασε αυτόν και τις ενάγουσες 2 και 3 στη διατήρηση των καταθέσεων τους στην ίδια. H εναγόμενη 1 τους εξαπάτησε δια μέσω των υπαλλήλων και αντιπροσώπων της, εφόσον είχαν πλήρη γνώση της οικονομικής της κατάστασης και το επισφαλές των καταθέσεων στην ίδια, χωρίς ουδέποτε να τους ενημερώσει ή επιστήσει την προσοχή τους στους ενδεχόμενους κινδύνους. H εναγόμενη 1 τους παρουσίασε, κακόπιστα, ως πλήρως εξασφαλισμένες τις καταθέσεις τους παρέχοντας τους μονομερή, ελλιπή και παραπλανητική πληροφόρηση ώστε να μην τα αποσύρουν. Επιπλέον δε, οι εναγόμενοι 2 και 3, δια μέσω των Κυβερνητικών Αξιωματούχων τους, προχώρησαν σε σειρά διαβεβαιώσεων και παραστάσεων οι οποίες ήταν παραπλανητικές και οι οποίες ουδέποτε τηρήθηκαν. Δήλωναν ότι δεν υπήρχε ενδεχόμενο απομείωσης καταθέσεων καταθετών σε Κυπριακές Τράπεζες διαβεβαιώνοντας τους επανειλημμένα ότι δεν θα διενεργείτο τέτοια απομείωση, αφού μια τέτοια ενέργεια θα ήταν παράνομη και αντισυνταγματική. Οι εν λόγω διαβεβαιώσεις έτυχαν πλατιάς αναμετάδοσης και κυκλοφόρησαν με τη συγκατάθεση και με την προτροπή των εναγόμενων 1 προς ενημέρωση του κοινού στην Κύπρο και στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένου και αυτών, με σκοπό την προσπάθεια τους να τους καθησυχάσουν σε σχέση με τη διατήρηση των καταθέσεων τους στο πιστωτικό τους ίδρυμα. Ουσιαστικά οι εναγόμενοι προσπαθούσαν με οποιοδήποτε τρόπο να τους πείσουν να μην προχωρήσουν σε απόσυρση των καταθέσεων τους έξω από το κυπριακό τραπεζικό σύστημα ή έξω από την εναγόμενη
- Αποκρύβοντας τους, επίσης, ουσιώδη προβλήματα που αντιμετώπιζε η τράπεζα, τους έπεισαν να διατηρήσουν τα χρήματα τους σ' αυτή, εφόσον εξακολουθούσαν να θεωρούν την εν λόγω κατάθεση ως μια καλή επένδυση. Στη συνέχεια της μαρτυρίας του, ο ενάγων 1 αναφέρθηκε σε γεγονότα που τους θορύβησαν. Ως εξήγησε, κατά την 11.12.2012, έλαβαν γνώση από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αναφορικά με συνέδριο/ομιλία του τότε Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας στη Νέα Υόρκη Αμερικής, το οποίο αναρτήθηκε και σε ιστοσελίδες του διαδικτύου, σχετικά με την ανάγκη αναδιάρθρωσης των τραπεζών, χωρίς όμως να γίνεται οποιοσδήποτε λόγος σε πιθανή διάσωση μέσω απομείωσης καταθέσεων. Τόσο αυτός όσο και οι ενάγουσες 2 και 3 θορυβήθηκαν από τα όσα ακούγονταν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, όμως στηρίχθηκαν καθαρά στους αντιπροσώπους και αξιωματούχους της εναγόμενης 1 έχοντας τους πλήρη εμπιστοσύνη στηριζόμενοι στην πολύχρονη πελατειακή τους σχέση. Ρώτησε την διευθύντρια του υποκαταστήματος στο Αίγιο σχετικά με τα όσα ακούγονταν και τον καθησύχασε λέγοντας του ότι η Τράπεζα Κύπρου είναι πολύ δυνατή και δεν αντιμετωπίζει οιονδήποτε ζήτημα, εξ ου και έδινε στους πελάτες/καταθέτες της, υψηλότερα επιτόκια. Επιπλέον, με επιστολή της εναγόμενης 2, προς τον Πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ημερομηνίας 11.02.2013 διαψεύσθηκε το γεγονός ότι υπήρχε πιθανότητα για απομείωση καταθέσεων στην Κύπρο εξαιτίας του ότι τέτοια απομείωση θα βρισκόταν σε αντίθεση με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και την Ευρωπαϊκή Συνθήκη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Ακολούθως, ο ΜΕ προέβηκε σε παράθεση των γεγονότων που αφορούσαν και οδήγησαν στο επίδικο Διάταγμα απομείωσης περιγράφοντας τις επιπτώσεις του επί του λογαριασμού των εναγομένων. Ο ΜΕ αναφέρθηκε επίσης στην καταχώρηση προσφυγής από μέρους τους και στην απόσυρση της μετά από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι έχουν αγώγιμο δικαίωμα για ανάκτηση αποζημιώσεων. Ως περαιτέρω εξήγησε, κατά τις 30.07.2013, η εναγόμενη 3 σε συνεννόηση με την εναγόμενη 2, ανακοίνωσε γραπτώς την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης της εναγόμενης 1 βάσει της οποίας το τελικό ποσοστό αποκοπής των ανασφάλιστων καταθέσεων και μετατροπής τους σε μετοχικό κεφάλαιο συνήθους τύπου στην Εναγόμενη 1 ισοδυναμούσε με 47.5%. Βάσει των πιο πάνω, η τελική απομείωση και αποκοπή που επιβλήθηκε στις καταθέσεις του επήλθε με μόνο αντάλλαγμα την έκδοση μετοχών συνήθους τύπου της Εναγόμενης 1, άγνωστης πραγματικής αξίας με τιμή μετατροπής των καταθέσεων του σε μετοχές της ονομαστικής αξίας 1 Ευρώ ανά μετοχή και αντίστοιχη απομείωση ισόποσου ποσού από τις καταθέσεις του. Συνεχίζοντας, ανέλυσε τις θέσεις του για ευθύνη των εναγομένων, λέγοντας ότι, ενώ η εναγόμενη 1 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι έχει έλλειμμα κεφαλαίων καθώς και έλλειμμα ρευστότητας, αναλάμβανε νέες υποχρεώσεις δυνάμει της επίδικης σύμβασης κατάθεσης, παρόλο που γνώριζε ότι αδυνατούσε να ανταποκριθεί και στις νέες υποχρεώσεις της που θα προέκυπταν από τη σύναψη της επίδικης σύμβασης κατάθεσης. Περαιτέρω, η εναγόμενη 1, παρείχε συμβουλές και πληροφόρηση, με τις οποίες τόνιζε μόνο τα πλεονεκτήματα των καταθετικών λογαριασμών της και απέκρυπτε την οικονομική της κατάσταση και το επισφαλές των καταθέσεων σε αυτήν, επηρεάζοντας τους. Εκμεταλλεύθηκε την έλλειψη εξειδικευμένων γνώσεων τους στο αντικείμενο και τις οικονομικές τους ανάγκες και καταχράστηκε την εμπιστοσύνη τους. Περαιτέρω, εξέθεσε, εν γνώσει της, σε κίνδυνο την περιουσία τους αποκρύπτοντας τους ουσιώδεις πληροφορίες ως προς την αγορά και διατήρηση των προϊόντων τους στις υπηρεσίες της, χρησιμοποιώντας ως θέλγητρο το υψηλότερο επιτόκιο της. Επιπλέον η εναγόμενη 2 παραβίασε τα εκ του νόμου και κανονισμών καθήκοντα της ως η Αρμόδια Αρχή που ασκεί εποπτεία επί των τραπεζών, και ως η Αρχή Εξυγίανσης η οποία είναι αρμόδια για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης των επηρεαζόμενων πιστωτικών ιδρυμάτων δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν. 17
(1)/2013 λόγω πλημμελούς ελέγχου της εναγόμενης 1 ενώ με την εξαίρεση κατηγοριών καταθέσεων, οι οποίες δεν τύγχαναν καθόλου απομείωσης δημιουργήθηκε δυσμενής και άνιση διάκριση σε βάρος των υπολοίπων καταθετών όπως και στην περίπτωση τους, εξαιτίας του ότι οι καταθέσεις τους ξεπερνούσαν τις €100.
- Ο ΜΕ ανέλυσε επίσης τους ισχυρισμούς του ως προς τις πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων που οδήγησαν στη διατήρηση των χρημάτων των εναγόντων στην εναγομένη
- Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ο ΜΕ κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 1-
- Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ επέμεινε στους ισχυρισμούς και θέσεις του, εξηγώντας αυτούς, προβαίνοντας, παράλληλα, σε διάφορες τοποθετήσεις, απαντώντας τα σχετικά ερωτήματα των συνηγόρων των εναγομένων. Από την πλευρά της εναγόμενης 1, κατέθεσε, ως μάρτυρας υπεράσπισης (ΜΥΕ1), η Ελίζα Λειβαδιώτου, οικονομική διευθύντρια του συγκροτήματος. Αφού αναφέρθηκε στα προσόντα της, καταθέτοντας το βιογραφικό της, ως Τεκμήριο 18, η ΜΥΕ1, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τους ενάγοντες, ούτε τα περιστατικά της υπόθεσης, είναι όμως γνώστης πληροφοριών και οικονομικής φύσεως θεμάτων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Στο πλαίσιο αυτό και με αναφορά στα Τεκμήρια 9 και 10, η ΜΥΕ1 κατέθεσε, ως Τεκμήριο 19, το τρίτο συστατικό των οικονομικών αποτελεσμάτων του έτους, τις οικονομικές καταστάσεις, που είναι, ως είπε, η βάση των οικονομικών αποτελεσμάτων. Με βάση τα Τεκμήρια, εξήγησε ότι οι οικονομικές καταστάσεις του συγκροτήματος, τότε όπως και σήμερα ετοιμάζονται με βάση τα διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης και είναι με βάση αυτά τα πρότυπα που ετοιμάστηκαν οι οικονομικές καταστάσεις του 2011, που είναι και οι τελευταίες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις πριν τα γεγονότα του Μαρτίου του
- Τόσο το Διοικητικό Συμβούλιο της τράπεζας, όσο και οι εγκεκριμένοι ελεγκτές του συγκροτήματος τότε, η εταιρεία Ernst & Young επιβεβαιώνουν ότι αυτοί οι λογαριασμοί ετοιμάστηκαν με βάση τα λογιστικά πρότυπα και παρέχουν μια δίκαιη εικόνα των αποτελεσμάτων του συγκροτήματος εκείνη τη χρονική στιγμή, 31.12.
- Σε σχέση δε με τον ισχυρισμό ότι είναι παραπλανητικοί ή παραφουσκωμένοι, στην έκθεση των ελεγκτών εκείνης της χρονιάς, δεν υπάρχει επιφύλαξη όσον αφορά τους αριθμούς και τα αποτελέσματα και τις αναλύσεις που υπάρχουν στις οικονομικές καταστάσεις. Ως εξήγησε περαιτέρω, μέχρι τον Δεκέμβρη του έτους 2011, είχαν προκύψει οι πρώτες ζημιές κυρίως λόγω των Ελληνικών ομολόγων, αλλά και της γενικότερης οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο που είχε μπει σε μνημόνιο και είχε τα δικά της οικονομικά, μακροοικονομικά θέματα. 1/3 του ισολογισμού της τράπεζας τότε σε δάνεια, ήταν στην Ελλάδα. Σαν αποτέλεσμα όλου αυτού, στις 31.12.2011, η τράπεζα δεν είχε αρκετά κεφάλαια σε σχέση με το ελάχιστο ποσοστό που απαιτούσαν οι εποπτικές οδηγίες εκείνη την περίοδο και αυτό αναφέρεται ξεκάθαρα σε διάφορες καταστάσεις, όπως στο Τεκμήριο 10 σελ. 7, τελευταία παράγραφος. Είναι για αυτό τον λόγο που εκείνη την περίοδο η τράπεζα είχε εκπονήσει ένα σχέδιο κεφαλαιακής ενίσχυσης, αυτό αναφέρεται και στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 10 με μεγάλα και ευκρινή γράμματα, όπου αυτό το σχέδιο περιλάμβανε μια σειρά από ενέργειες, όπως πώληση περιουσιακών στοιχείων, ενίσχυση των κεφαλαίων μέσω έκδοσης μετοχών και πολλά άλλα, αρκετά εκ των οποίων υλοποιήθηκαν στην πορεία. Σύμφωνα με την ΜΥΕ1, το πλάνο που είχε τότε σχεδιαστεί, είχε καταληκτική ημερομηνία, την 30.6.2012, η οποία είχε τεθεί από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών ως καταληκτική ημερομηνία για όλες τις τράπεζες της Ευρωζώνης να τηρήσουν τους εποπτικούς δείκτες τους και να υλοποιήσουν συνεπώς τα προγράμματα που είχαν εκπονήσει. Η Τράπεζα Κύπρου δεν ήταν η μόνη, ήταν μια από τις πολλές τράπεζες εκείνη την περίοδο, που είχαν αυτό το θέμα. Αρκετά από αυτά που ήταν μέσα από τις ενέργειες, υλοποιήθηκαν, όπως η πώληση της Τράπεζας Κύπρου στην Αυστραλία, μιας κερδοφόρας τράπεζας που πουλήθηκε για να μπορέσει να ενδυναμωθεί η κεφαλαιακή βάση του συγκροτήματος και υπήρχε και μια σειρά από άλλες ενέργειες. Δυστυχώς όμως, η κυπριακή οικονομία επιδεινώθηκε εκείνη την περίοδο, αρχής γενομένης με την έκρηξη στο Μαρί και όλης της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης που ακολούθησε εκείνη την περίοδο και συνεχιζόμενη με την αίτηση στο τέλος, τον Ιούνιο του έτους 2012, της Κύπρου στην Τρόικα, στους Ευρωπαίους και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για στήριξη. Συνεπώς, δεδομένης της επιδείνωσης της Κυπριακής Οικονομίας κατά την περίοδο από τον Δεκέμβριο του έτους 2011 μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2012, κατέληξε η Τράπεζα Κύπρου, στις 30 Ιουνίου του 2012 με ένα έλλειμα της τάξης των 500 εκατομμυρίων ευρώ. Όσον αφορά την ενημέρωση του κοινού γι' αυτά, η ΜΥΕ1 εξήγησε ότι εκείνη την περίοδο υπήρχε αυξημένη ευαισθησία ώστε να είναι διαφανείς προς το κοινό για τα θέματα κεφαλαιακής επάρκειας. Προς τούτο κατέθεσε το Τεκμήριο 20, ανακοίνωση ημερομηνίας 27.6.2012 ως μία από τις ανακοινώσεις που αναφέρονταν στο συγκεκριμένο έλλειμμα. Μέσω αυτής, περιγράφεται η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών και στην Ελλάδα και στην Κύπρο, και αναφέρεται ότι η τράπεζα είχε ενημερώσει την Κεντρική Τράπεζα και το Υπουργείο Οικονομικών ότι θα αποταθεί στο κράτος για προσωρινής μορφής κεφαλαιακή στήριξη της τάξης των 500 εκατομμυρίων ευρώ. Ως η ΜΥΕ1 ανέφερε, στην ουσία, αυτή η ανακοίνωση, ήταν ανακοίνωση ‑ αίτησης για κρατική στήριξη λόγω της έλλειψης κεφαλαίων, η οποία κρατική στήριξη, κρινόταν εφικτό να ικανοποιηθεί από κρατικούς πόρους, ενόψει του ποσού των 500 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο θεωρείτο τότε διαχειρίσιμο. Ακολούθως, σε κάθε τριμηνιαία αποτελέσματα του συγκροτήματος, υπήρχαν σχετικές γνωστοποιήσεις αναφορικά με το έλλειμα, ώστε να δώσουν έμφαση στους κινδύνους που προέκυπταν στα αποτελέσματα. Κατέθεσε σχετικά, ως Τεκμήριο 21 την τελευταία προς το έτος 2013, που είναι ημερομηνίας 27 Δεκεμβρίου του έτους 2012 και ονομάζεται «Προειδοποίηση κερδοφορίας». Αναφέρεται σε σημαντική αρνητική απόκλιση των αποτελεσμάτων, σε αρνητική επίδραση στους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και εξηγεί την κατάσταση της οικονομίας σε σχέση και με την Τρόικα. Υπήρχαν και άλλες, τέτοιες γνωστοποιήσεις. Η ΜΥΕ1 περαιτέρω εξήγησε με λεπτομέρεια την αρνητική εξέλιξη της οικονομίας και την προϋπόθεση, για οικονομική στήριξη, με βάση το μνημόνιο, διενέργειας άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων από διεθνή οίκο, τα αποτελέσματα της οποίας είχαν ως βάση αρνητικά σενάρια. Καταθέτοντας το Τεκμήριο 22, εξήγησε τη δραματική αύξηση των μη εξυπηρετουμένων δανείων σε 13 δισεκατομμύρια, ενώ, με την κατάθεση του Τεκμηρίου 23, εξήγησε ότι η εναγόμενη 1 είχε ασήμαντα ποσά εξασφαλισμένα με δικές της μετοχές. Τέλος, εξήγησε τα όσα αφορούσαν τη ρευστότητα της εναγόμενης 1 και τη διαφορά του θέματος με το θέμα της κεφαλαιακής επάρκειας. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΥΕ1 εξήγησε περαιτέρω τις αναφορές της στα γεγονότα, απαντώντας τα ερωτήματα του συνηγόρου των εναγόντων. Προς υποστήριξη της υπεράσπισης των εναγομένων 2 (ΜΥΕ2) κατέθεσε ο Μιχάλης Στυλιανού, Προϊστάμενος του Τμήματος Εξυγίανσης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Μέσω γραπτής του δήλωσης, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΥΕ2 αναφέρθηκε στο ρόλο και καθήκοντα του Τμήματος Εξυγίανσης. Μέσα δε, από μια λεπτομερή αναφορά στα γεγονότα, εξήγησε τους ισχυρισμούς του ως προς το τι προηγήθηκε και τι οδήγησε στο επίδικο Διάταγμα Απομείωσης καθώς επίσης τις ενέργειες της εναγόμενης 2 σ' αυτό το πλαίσιο. Συναφώς, ο ΜΥΕ2 προέβηκε σε μια αναδρομή σε σχέση με τη δυσμενή οικονομική κατάσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας από τα μέσα του έτους 2011 αλλά και τις αποφάσεις και συμφωνία σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης προς αντιμετώπιση των επιπτώσεων από την παγκόσμια οικονομική κρίση και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα που είχε κλονιστεί. Ως μέτρα τέθηκαν η βελτίωση της ποιότητας αλλά και ποσότητας της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών, ούτως ώστε να είναι σε θέση να αντέξουν δονήσεις από απρόσμενα γεγονότα. Ο ΜΥΕ2 εξήγησε το πως, μετά τον Οκτώβριο του έτους 2011, επιδεινώθηκε η κεφαλαιακή θέση της εναγομένης 1 όταν επιτεύχθηκε η Συμφωνία Αρχηγών Κρατών για απομείωση των ομολόγων της Ελληνικής Δημοκρατίας αλλά και ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης σε Κύπρο και Ελλάδα, για να περιγράψει με λεπτομέρεια τα όσα ακολούθησαν προς αντιμετώπιση της κατάστασης τόσο από πλευράς εναγομένης 1 όσο και από πλευράς εναγομένης
- Η μη επίτευξη επίλυσης των θεμάτων της κεφαλαιακής επάρκειας τόσο της εναγομένης 1 όσο και της Λαϊκής Τράπεζας οδήγησε στην εμπλοκή της Τρόικα και την έκθεση PIMCO, αλλά και σειρά ενεργειών της εναγομένης 2, τις οποίες ο μάρτυρας παρέθεσε. Ως ο ΜΥΕ2 περαιτέρω ανέφερε στις 16.3.2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία με τις κυπριακές αρχές για την εφαρμογή ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, όπου, μεταξύ άλλων, καταγράφηκε η δέσμευση των κυπριακών αρχών να λάβουν πρόσθετα μέτρα, αντλώντας εσωτερικά πόρους, προκειμένου να περιορίσουν το μέγεθος της χρηματοδότησης από την Τρόικα. Αυτά τα μέτρα περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή μιας εφάπαξ εισφοράς σταθεροποίησης (upfront one-off stability levy) που θα επιβαλλόταν στις καταθέσεις σε όλο το τραπεζικό σύστημα για χρηματοδότηση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Ωστόσο, το σχετικό νομοσχέδιο που κατατέθηκε στις 16.3.2013 από την Κυβέρνηση στη Βουλή των Αντιπροσώπων απορρίφθηκε στις 19.3.
- Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, στις 21.3.2013, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε ότι θα επέτρεπε τη συνέχιση παροχής έκτακτης ρευστότητας (ELA) από την Κεντρική Τράπεζα προς τις τράπεζες, περιλαμβανομένης της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας, στα μέχρι τότε επίπεδα, έως τις 25.3.2013, ενώ μετά θα εξεταζόταν μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα τίθετο σε εφαρμογή πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής της ΕΕ/ΔΝΤ, το οποίο θα εξασφάλιζε τη φερεγγυότητα των επηρεαζόμενων τραπεζών. Αυτό ουσιαστικά σήμαινε ότι σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας με την Τρόικα για την εφαρμογή προγράμματος οικονομικής στήριξης μέχρι τις 25.3.2013, η παροχή του ELA δεν θα ανανεωνόταν και το ποσό που είχαν αντλήσει η Λαϊκή Τράπεζα και η Τράπεζα Κύπρου θα καθίστατο άμεσα απαιτητό. Από το συνολικό ποσό χρηματοδότησης μέσω ELA και το απόθεμα ρευστών διαθεσίμων που είχε η κάθε τράπεζα στις 22 Μαρτίου 2013, προέκυπτε ότι και οι δύο τράπεζες δεν θα ήταν σε θέση να ικανοποιήσουν τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις τους αν εξέλειπε το ELA και θα έπρεπε να κηρύξουν στάση πληρωμών. Αυτό θα οδηγούσε άμεσα τις δύο τράπεζες σε χρεοκοπία και το κράτος σε ολική κατάρρευση με απρόβλεπτες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες στο σύνολο τον πληθυσμού. Μετά την πιο πάνω απόφαση της ΕΚΤ, κατέστη ορατός ο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης των δύο τραπεζών, ένα ενδεχόμενο το οποίο, στη βάση των μεριδίων αγοράς και του μεγέθους των δύο τραπεζών, θα οδηγούσε σε πλήρη αποσταθεροποίηση του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας και εν τέλει στην κατάρρευση τον συνόλου του χρηματοπιστωτικού τομέα. Αυτά με τη σειρά τους θα είχαν αλυσιδωτές και καταστροφικές συνέπειες στην οικονομία της χώρας, και την κοινωνία γενικότερα. Σε περίπτωση κατάρρευσης και επακόλουθης εκκαθάρισης της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας τη δεδομένη στιγμή, θα προέκυπταν άμεσα, μεταξύ άλλων, δυσμενείς επιπτώσεις σε όλους τους καταθέτες των τραπεζών, τόσο ανασφάλιστους όσο και ασφαλισμένους, αφού το κράτος όχι μόνο δεν διέθετε, αλλά ούτε μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, να εξασφαλίσει τα απαιτούμενα ποσά για αποζημίωση των ασφαλισμένων καταθετών, δυνάμει του σχετικού Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων (καταθέσεις μέχρι €100.000 ανά πελάτη). Υπό το φως των πιο πάνω δραματικών εξελίξεων, την επόμενη ημέρα, 22.3.2013, η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε σειρά νομοθεσιών στα πλαίσια διάσωσης της κυπριακής οικονομίας, μεταξύ των οποίων, τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/
- Ως ο μάρτυρας, εξήγησε, εξυγίανση σημαίνει την αποκατάσταση της οικονομικής θέσης μιας μη βιώσιμης ή εν δυνάμει μη βιώσιμης συστημικής τράπεζας, μέσω της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης. Ουσιαστικά, τα μέτρα εξυγίανσης σε αντίθεση με την χρεοκοπία και εκκαθάριση της τράπεζας, οδηγούν στη διάσωση του συνόλου ή μέρους των εργασιών της τράπεζας, περιλαμβανομένων πάντοτε όλων των ασφαλισμένων καταθέσεων μέχρι τον ποσού των €100.000, καθώς και στη διασφάλιση συνεχούς πρόσβασης των πελατών της τράπεζας στους λογαριασμούς τους για σκοπούς διενέργειας τραπεζικών συναλλαγών. Με αυτό τον τρόπο, επιτυγχάνεται, μεταξύ άλλων, η συνέχιση κρίσιμων για την οικονομία και την κοινωνία τραπεζικών λειτουργιών (λήψη καταθέσεων, χορήγηση δανείων και διενέργεια πληρωμών) και η διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Για να συνεχίσει λέγοντας ότι, προς αποφυγή χρεοκοπίας των δύο πιο πάνω τραπεζών και κατ' επέκταση της Κυπριακής Δημοκρατίας και των αρνητικών συνεπειών μιας τέτοιας εξέλιξης για τη χώρα, στις 25.3.2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup νέα πολιτική συμφωνία με την Κυπριακή Κυβέρνηση για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής και αναδιάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα το οποίο ο μάρτυρας περιέγραψε. Ο ΜΥΕ2 στη συνέχεια της μαρτυρίας του, λεπτομερώς παρέθεσε τα όσα αφορούσαν την ικανοποίηση των προνοιών του Ν. 17(Ι)/2013 εξηγώντας το πως εναγόμενη 2 και Υπουργός Οικονομικών κατέληξαν στην απόφαση εξυγίανσης της εναγόμενης 1 και πως εκδόθηκαν τα επίδικα Διατάγματα, σύμφωνα με τα απαιτούμενα από τον ως άνω Νόμο. Εξηγώντας δε, επίσης με λεπτομέρεια, τις επιπτώσεις που θα είχε αν ετίθετο η εναγόμενη 1 σε εκκαθάριση, τόσο για τους καταθέτες της όσο και για την κυπριακή κοινωνία ευρύτερα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, υπό τις περιστάσεις, τα μέτρα εξυγίανσης στην εναγόμενη 1 λήφθηκαν με σκοπό την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, με τους καταθέτες της να βρίσκονταν σε δυσμενέστερη θέση αν ετίθετο σε εκκαθάριση. Κατά το προφορικό μέρος της κατάθεσης του, ο ΜΥΕ2 εξήγησε τους λόγους εξαίρεσης κάποιων κατηγοριών καταθέσεων στο πλαίσιο εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, δημόσιας ωφέλειας ή χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Τις αναφορές και θέσεις του, ο μάρτυρας εξήγησε περαιτέρω κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο των Εναγόντων. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ο ΜΥΕ2 κατέθεσε τα Τεκμήρια 25-
- Έχοντας σκιαγραφήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω, για σκοπούς πληρότητας, ότι το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων των τεκμηρίων, έχει μελετηθεί με προσοχή από το Δικαστήριο στο πλαίσιο μελέτης της υπόθεσης και έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Αναλόγως, είναι με μεγάλη προσοχή που το Δικαστήριο προσέγγισε και μελέτησε τα εγειρόμενα θέματα και τις θέσεις των πλευρών στις τελικές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω. Η παρούσα υπόθεση, η οποία είναι αστική υπόθεση, κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207). Είχα την ευκαιρία, κατά την ακροαματική διαδικασία, να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα περαιτέρω, την ευκαιρία, όπως ανέφερα και πιο πάνω, να μελετήσω με προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας. Ξεκινώντας το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από τους ΜΥΕ1 και ΜΥΕ2, αμφότεροι μου προκάλεσαν εξαιρετική εντύπωση. Άριστοι γνώστες των γεγονότων για τα οποία κατέθεταν, αμφότεροι παρέθεσαν και εξήγησαν τα λεγόμενα τους με άνεση, σαφήνεια και σταθερότητα ενώ, κατά την αντεξέτασή τους, απαντούσαν με ξεκάθαρο τρόπο και χωρίς υπεκφυγές τις ερωτήσεις που τους τίθονταν βασιζόμενοι πάντοτε στα όσα οι ίδιοι γνώριζαν και καταθέτοντας σχετικά τεκμήρια προς υποστήριξη των λεγομένων τους. Έχω πιο πάνω αναφερθεί σε αμφότερους τους μάρτυρες αφού όμοια είναι η εντύπωση που μου προκάλεσαν. Από την πλευρά της, η ΜΥΕ1 με σαφή τρόπο εξήγησε τα όσα αφορούν τους εναγόμενους 1, τόσο σε σχέση με τις οικονομικές καταστάσεις που δημοσιοποιήθηκαν όσο και τις ενέργειες τους προς αντιμετώπιση της κεφαλαιακής δυσμενούς κατάστασης που βρέθηκαν. Εξήγησε με επάρκεια και λεπτομέρεια την ευρύτερη κατάσταση που επικρατούσε αλλά και τις ενέργειες που γίνονταν ώστε να υπάρχει διαφάνεια για την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η εναγόμενη
- Άξιο προσοχής είναι και το ότι με άνεση εξηγούσε τις θέσεις της προς αντίκρουση των υποβολών του συνηγόρου υπεράσπισης. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρεται η αντίκρουση της υποβολής περί μη αναφοράς από μέρους της εναγόμενης 1 σε μνημόνιο, με την κατάθεση του Τεκμηρίου
- Ήταν εμφανές ότι η ΜΥΕ1 προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει αυτό να καταλήξει στα συμπεράσματα του, παρουσιάζοντας την ορθή εικόνα πραγμάτων ως ήταν στη γνώση της μάρτυρος. Δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε σημείο ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία της μάρτυρος. Αξιολογώ αυτήν ως αξιόπιστη μάρτυρα και αποδέχομαι τα λεγόμενα της στην ολότητα τους, καθιστώντας τα μέρος των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου επί των γεγονότων. Από την πλευρά του, ο ΜΥΕ2, με περισσή λεπτομέρεια και σαφήνεια, περιέγραψε, κι αυτός, τα γεγονότα ως εξελίχθηκαν σε ότι αφορά τη δυσμενή οικονομική κατάσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά τον επίδικο χρόνο αλλά και τα προβλήματα στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Με καθόλα επαρκή τρόπο εξήγησε την εξέλιξη των γεγονότων και την αλληλοεπίδραση γεγονότων και αποφάσεων σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η κατάσταση πραγμάτων στην έκδοση των επίδικων Διαταγμάτων. Με επάρκεια, επίσης, εξήγησε όλες τις ενέργειες από πλευράς των εμπλεκομένων, περιλαμβανομένης και της ικανοποίησης των προνοιών του Ν.17(Ι)/
- Ήταν απολύτως σαφής και επεξηγηματικός στις αναφορές του, παραθέτοντας, κι αυτός, τα σχετικά τεκμήρια προς ενίσχυση των λεγομένων του. Κι αυτός, από την πλευρά του, αναφέρθηκε στα όσα ήταν σε γνώση του, ως εμπλεκόμενο πρόσωπο, δίδοντας στο Δικαστήριο βοήθεια στο έργο του για τη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων. Ομοίως με την ΜΥΕ1, δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε σημείο ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του ως μάρτυρα και, συνακόλουθα, αξιολογώ τον ΜΥΕ2 ως αξιόπιστο και αποδέχομαι τα λεγόμενά του στην ολότητά τους, καθιστώντας και αυτά μέρος των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου επί των γεγονότων. Άκρως αντίθετη είναι η εντύπωση που μου προκάλεσε ο ενάγων 1 ως ΜΕ. Παρά τη φαινομενική άνεση και πίστη στα λεγόμενα του, μια προσεκτική μελέτη και ανάλυση της μαρτυρίας του και της εν γένη εκδοχής του (και των υπολοίπων εναγόντων) φανερώνει σημαντικά τρωτά. Και εξηγώ. Κατά πρώτον, αξιοπρόσεκτο παραμένει το ότι, ενώ δικογραφείται και ο ενάγων 1 ισχυρίστηκε ότι συγκεκριμένες αναφορές που έγιναν, οδήγησαν τους ενάγοντες στην απόφαση να διατηρήσουν την υπό κρίση κατάθεση στην εναγόμενη 1, κατά την αντεξέταση του μάρτυρα φάνηκε ότι τέτοια στοιχεία περιήλθαν στη γνώση του μεταγενέστερα των επιδίκων γεγονότων. Και συνεπώς δεν θα μπορούσε να αποτελούσαν στοιχεία που επηρέασαν τους ενάγοντες στο να διατηρήσουν την κατάθεση τους. Παρεμβάλλεται, φυσικά, ότι δεν τέθηκε ξεκάθαρος ισχυρισμός περί προβληματισμού των εναγόντων για απόσυρση των χρημάτων της κατάθεσης. Περαιτέρω, ξεκάθαρος ισχυρισμός δεν υφίσταται ούτε για το χρόνο ανοίγματος του λογαριασμού, για το οποίο έγιναν αναφορές ότι βασίστηκαν, οι ενάγοντες, σε δηλώσεις και διαβεβαιώσεις αξιωματούχων της εναγόμενης
- Το σχετικό τεκμήριο (Τεκμήριο 1) αναφέρεται σε ημερομηνία ανοίγματος ή ανανέωσης, κάτι το οποίο, σε συνδυασμό με τις αναφορές για πολυετή αγαστή συνεργασία με την εναγόμενη 1, δημιουργεί απορία επί του προκειμένου. Απορία που ενδιαφέρει το Δικαστήριο ως προς το κατά πόσο οι αναφορές του ΜΕ αποτελούν γενικολογίες προς δημιουργία εντυπώσεων. Παρεμβάλλεται επίσης ότι ακόμη και αυτό το Τεκμήριο 3 (επιστολή προς τον Πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου), πέραν του ότι έγινε αποδεκτό από τον μάρτυρα ότι ήλθε εις γνώση του μεταγενέστερα, ουδόλως προβάλλει αυτά που ισχυρίζεται ο μάρτυρας. Σαφώς και η οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός περιουσίας παραβαίνει τις πρόνοιες του Συντάγματος. Το ερώτημα είναι κατά πόσο το τι έγινε στην πραγματικότητα, όντως στέρησε περιουσία ή κατά πόσο αποτελεί άποψη του ΜΕ για κάτι τέτοιο. Eπί τέτοιας άποψης του ΜΕ φαίνεται, περαιτέρω, να εντάσσεται και η άποψη του σε σχέση με την απόδοση μετοχών και της αξίας τους, αφού διαπιστώνεται ότι στα λεγόμενα του ΜΕ αλλά και στις υποβολές του συνηγόρου του προς τον ΜΥΕ2, επικρατεί μία σύγχυση με τις μετοχές των προηγουμένως υφιστάμενων μετόχων, των οποίων η αξία, στο πλαίσιο του Διατάγματος, κατ' εφαρμογή του Νόμου 17(Ι)/2013, εκμηδενίστηκε. Διαπιστώνεται συναφώς, ότι ο ΜΕ, έχοντας σχηματίσει τη δική του άποψη για τα πράγματα, περιορίστηκε σε γενικές και ενίοτε αόριστες τοποθετήσεις χωρίς πραγματικό υπόβαθρο που να τις υποστηρίζει, επιχειρώντας να αποδώσει αλλότρια κίνητρα και ενέργειες στους εναγόμενους. Αξιοπρόσεκτο επίσης, είναι και το ότι ενώ δικογραφεί και ισχυρίστηκε ότι τα ΜΜΕ βούιζαν περί της κατάστασης, ακόμη και σε χρόνο εντός του έτους 2012, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του κάνει αναφορά ότι τα ΜΜΕ εξέπεμπαν παραπλανητικά μηνύματα ότι η εναγόμενη 1 ήταν οικονομικά ανθηρή και δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα. Αυτές οι αλληλοσυγκρούσεις στις τοποθετήσεις του πλήττουν την εικόνα του ως μάρτυρα. Προέβαλε ισχυρισμούς για παραπλανητικούς λογαριασμούς της εναγομένης 1 αλλά διαψεύστηκε από τους ολοκληρωμένους λογαριασμούς και τη μαρτυρία της ΜΥΕ
- Προέβαλε την αδιαφάνεια και απόκρυψη της κατάστασης αλλά διαψεύστηκε από ανακοινώσεις και αναφορές σε ενδιάμεσους λογαριασμούς. Προέβαλε απραξία και παραπλάνηση, απάτη και παραβίαση καθηκόντων, αλλά διαψεύδεται από τα λεπτομερή γεγονότα ως τέθηκαν από τους ΜΥ, τα οποία ουδόλως φανερώνουν κάτι τέτοιο. Τουναντίον, εξηγούν κάθε πτυχή των ενεργειών των εμπλεκομένων στα υπό κρίση γεγονότα. Είναι προφανές ότι αναφορές του και υποβολές του συνηγόρου του προέβαλαν θέσεις οι οποίες δεν ευσταθούν. Θέσεις στις οποίες οι ενάγοντες κατέληξαν ως θέμα άποψης και ερμηνείας γεγονότων χωρίς έρεισμα στη βάση των γεγονότων. Από τα ως άνω και μόνο, αξιολογώ τον ΜΕ αναξιόπιστο ως μάρτυρα και τη μαρτυρία του ανίκανη να υποστηρίξει τις δικογραφημένες θέσεις και αξιώσεις των εναγόντων και να αποτελέσει βάση για εξαγωγή συμπερασμάτων, από το Δικαστήριο, με εξαίρεση το μη αμφισβητούμενο γεγονός της ύπαρξης της επίδικης κατάθεσης η οποία έτυχε απομείωσης δυνάμει του επιδίκου Διατάγματος. Συνακόλουθα της πιο πάνω αξιολόγησης καθίσταται αντιληπτό ότι δεδομένης της αμέσως πιο πάνω διαπίστωσης περί της ύπαρξης του επιδίκου καταθετικού λογαριασμού και της απομείωσης του, τα ουσιαστικά για την παρούσα υπόθεση γεγονότα, σε σχέση με το τι οδήγησε στην έκδοση των Διαταγμάτων αλλά και τις ενέργειες των εμπλεκομένων πριν και κατά την έκδοση αυτών, είναι ως τα παρέθεσαν οι ΜΥΕ1 και ΜΥΕ2 στη μαρτυρία τους και ως έχουν συνοψιστεί ανωτέρω στην παρούσα απόφαση και έχουν καταστεί μέρος των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου επί των γεγονότων, χωρίς να θεωρώ αναγκαίο να επαναλάβω αυτά. Υιοθετούνται επίσης, ως συμπεράσματα επί των γεγονότων, τα όσα οι εν λόγω ΜΥ εξήγησαν σε σχέση με τις ενδεχόμενες επιπτώσεις σε περίπτωση που η εναγόμενη 1 τίθετο σε εκκαθάριση. Περαιτέρω, συνακόλουθα της πιο πάνω αξιολόγησης, καθίσταται αντιληπτό ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, ως οι ισχυρισμοί του ενάγοντα 1/ΜΕ και, ακόμη περισσότερο, ως οι ισχυρισμοί και αξιώσεις των εναγόντων στην Έκθεση Απαίτησης τους. Διαπιστώνω συναφώς και περαιτέρω των ως άνω, ότι με βάση τα γεγονότα, ως ανωτέρω έχουν γίνει αποδεκτά, η εναγόμενη 1, οδηγήθηκε σε εξυγίανση με βάση τις πρόνοιες του Ν.17(Ι)/
- Υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με τις πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας, με αποτέλεσμα η επίδικη κατάθεση των εναγόντων να τύχει απομείωσης δυνάμει του Διατάγματος 103/
- Οι ενάγοντες, ως αποτέλεσμα των υπό κρίση μέτρων εξυγίανσης της εναγόμενης 1, βρέθηκαν να είναι σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα βρέθονταν αν η εναγόμενη 1 τίθετο σε εκκαθάριση. Δεν είμαι σε θέση να καταλήξω ότι υπήρξε οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια ή παράλειψη εκ μέρους των εναγομένων, η οποία να οδήγησε στο να υποστούν ζημιά οι ενάγοντες, ως αυτοί ισχυρίζονται. Για σκοπούς πληρότητας, θεωρώ ορθό να επισημάνω ότι στο πλαίσιο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, δεν έχει αποδειχθεί, από μέρους των εναγόντων, ούτε οποιαδήποτε ζημιά. Κι αυτό γιατί το επίδικο διάταγμα προέβλεπε την απόδοση μετοχών ανάλογης ονομαστικής αξίας. Η ισχυριζόμενη, μετέπειτα, μειωμένη αξία, ως εξήγησε και ο ΜΥΕ2, δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, αποτέλεσμα των μέτρων εξυγίανσης. Επομένως, με δεδομένο ότι οι ενάγοντες έλαβαν, με βάση το Διάταγμα, μετοχές ανάλογης ονομαστικής αξίας, για να διαπιστωθεί ζημιά, θα έπρεπε να τεθεί σε μαρτυρία τυχόν μειωμένη αξία, με δεδομένο μάλιστα και το καθήκον από πλευράς εναγόντων για μετριασμό της ζημιάς. Η απόδοση μετοχών ίσης ονομαστικής αξίας απαντά ακόμη μια πτυχή της παρούσας υπόθεσης. Ως είναι νομολογημένο (βλ. Μυρτώ Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.α.
(2013)3 Α.Α.Δ. 427), η σχέση καταθέτη - τράπεζας είναι σχέση πιστωτή - οφειλέτη. Δηλαδή, με την κατάθεση, ο καταθέτης παύει να έχει ιδιοκτησιακό καθεστώς στα συγκεκριμένα χρήματα και έχει πλέον προς πίστη του ισάξια οφειλή της τράπεζας προς αυτόν. Επομένως, με την απόδοση των πιο πάνω αναφερόμενων μετοχών, καθίσταται εμφανές ότι δεν έχει αποδεικτεί επηρεασμός, μείωση ή αποστέρηση περιουσίας των εναγόντων. Κάτι που απαντά επίσης και στη θέση περί ανάλογης αντισυνταγματικότητας του Διατάγματος. Φυσικά, επί του θέματος της αντισυνταγματικότητας, εντοπίζεται μία παραδοξότητα ως προς το ότι ο Ν. 17(Ι)/2013 ουδόλως προσβάλλεται ως προς την ισχύ του ή τη συνταγματικότητα του. Είναι όμως αυτός ο Νόμος που δίνει την εξουσία, στη βάση των προνοιών του, να εκδοθεί ένα διάταγμα ως το υπό κρίση. Επομένως, δεν είμαι σε θέση να αντιληφθώ πως είναι δυνατόν να είναι αντισυνταγματικό ένα Διάταγμα το οποίο εκδόθηκε με βάση τις πρόνοιες ενός συνταγματικού νόμου. Στη χειρότερη περίπτωση, το τι θα μπορούσε να καθιστά ένα τέτοιο διάταγμα αντινομικό είναι η μη συμμόρφωση του με τις πρόνοιες του νόμου και τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για έκδοσή του. Κάτι το οποίο, στην προκειμένη περίπτωση, δεν ισχύει, δεδομένου του συμπεράσματος του Δικαστηρίου ότι το επίδικο Διάταγμα εκδόθηκε με πλήρη συμμόρφωση στις πρόνοιες του Ν.17(Ι)/2013. Εξ ου και είναι στη βάση των προνοιών του Νόμου που κρίθηκε ότι, για σκοπούς δημόσιας ωφέλειας και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, κάποιες κατηγορίες καταθέσεων ως καθορίζονταν στο Παράρτημα Δ, δεν έτυχαν οποιασδήποτε απομείωσης. Στη βάση των όσων ο ΜΥΕ2 εξήγησε επί του προκειμένου είναι που κρίνεται ότι όντως συνέτρεχαν τέτοιοι λόγοι δημοσίου συμφέροντος και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, χωρίς τα υπό κρίση δεδομένα να επιτρέπουν κατάληξη για ύπαρξη παραβίασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας. Παρά το ότι, από τα πιο πάνω, καθίσταται εμφανές το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής, για σκοπούς πληρότητας, θεωρώ ορθό να προβώ σε μια αναφορά σχετικά με τη Διεθνή Συμφωνία της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας για την Αμοιβαία Προώθηση και Προστασία των Επενδύσεων, της 8.5.1992, την οποία οι ενάγοντες προβάλλουν ως βάση αξίωσης τους. Απλώς για να επισημάνω ότι για οποιαδήποτε τυχόν εφαρμογή της, ως προνοεί το Άρθρο 9, κάθε διαφορά μεταξύ Συμβαλλόμενου Μέρους και επενδυτή του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, επιλύεται, κατά το δυνατό, από τα ενδιαφερόμενα μέρη φιλικά και αν η διαφορά δεν μπορέσει να επιλυθεί μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία ένα από τα μέρη ζήτησε τη φιλική της επίλυση, τότε ο ενδιαφερόμενος επενδυτής μπορεί να υποβάλει τη διαφορά είτε στο αρμόδιο δικαστήριο του Συμβαλλόμενου Μέρους ή σε συγκεκριμένη αναφερόμενη διαιτητική διαδικασία. Καθίσταται συνεπώς αντιληπτό ότι, ακόμη και αν οι ενάγοντες ενέπιπταν στο βεληνεκές μιας τέτοιας διεθνούς συμφωνίας, η μη εφαρμογή των ως άνω προνοιών της, δεν θα τους επέτρεπε να προβάλουν και επιτύχουν σε μια τέτοια αξίωση. Στη βάση όλων των ανωτέρω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό οποιανδήποτε από τις αξιώσεις τους και συνακόλουθα, η παρούσα αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1, 2 και 3 και εναντίον των εναγόντων όλων, αλληλεγγύως και κεχωρισμένως, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Μ. Αμπίζας, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο