← Κύπρος

Themis Portfolio Management Holdings Limited ν. Λουκάς Χριστοφή κ.α., Αρ. Αγωγής: 5295/14, 12/5/2023

Themis Portfolio Management Holdings Limited ν. Λουκάς Χριστοφή κ.α., Αρ. Αγωγής: 5295/14, 12/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5295/14 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας και 1. Λουκάς Χριστοφή 2. Μαρία Ανδρέα Πέτρου Εναγομένων ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΗΜΕΡ. 18.8.21: Μεταξύ: Themis Portfolio Management Holdings Limited Ενάγουσας και 1. Λουκάς Χριστοφή 2. Μαρία Ανδρέα Πέτρου Εναγομένων Ημερομηνία: 12 Μαΐου 2023 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Ενάγουσα: κ. Ν. Καλλένος, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 2: κ. Α. Δημητρίου, για Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη Α Π Ο Φ Α Σ Η Στη βάση δανείου ημερ. 22.10.07 η Ενάγουσα αξίωσε απόφαση για €527.402,82 συν τόκους, καθώς και διάταγμα πώλησης ενυπόθηκου κτήματος. Το κλητήριο έληξε χωρίς να είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο 1 πρωτοφειλέτη, οπότε η αγωγή προωθήθηκε μόνο για την Εναγόμενη 2 εγγυήτρια και ιδιοκτήτρια του ενυπόθηκου ακινήτου. Με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της η Εναγόμενη 2 αρνήθηκε τις αξιώσεις προβάλλοντας ότι όλες οι συμφωνίες είναι παράνομες και ή άκυρες και ή καταχρηστικές και ζήτησε την έκδοση σχετικών αναγνωριστικών δηλώσεων περί της ακυρότητας και ή παρανομίας και ή της μη δυνατότητας εφαρμογής των συμβάσεων δανείου, της εγγύησης και της υποθήκης. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η Ενάγουσα κάλεσε τέσσερις μάρτυρες ενώ η Εναγόμενη 2 δεν προσκόμισε μαρτυρία. Οι γραπτές δηλώσεις των Μ.Ε.1, Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 κατατέθηκαν ως Έγγραφα Α, Β και Γ αντίστοιχα ενώ διάφορα άλλα σχετικά έγγραφα σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 1 έως 28. Τρεις δικαστικές αποφάσεις σε κάποιες αγωγές παρέμειναν ως Τεκμήρια για Αναγνώριση Α έως Γ. Ο Μ.Ε.1 κ. Αδαμίδης υιοθέτησε τη δήλωση του ως Έγγραφο Α. Σε αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην υπηρεσία του διαδοχικά στη Λαϊκή Τράπεζα, στην Τράπεζα Κύπρου και στην Themis Portfolio, πάντοτε σε Τμήματα Ανάκτησης Χρεών, στην κατοχή και φύλαξη όλων των σχετικών εγγράφων, στην υπογραφή των σχετικών συμβάσεων, σε όρους του δανείου, σε τροποποιητικές συμφωνίες ημερ. 14.9.10, 11.1.12, 17.5.12, 28.8.12, 9.1.13 και σε όρους αυτών, στην υπογραφή της εγγύησης και στη σύσταση της υποθήκης υπ' αρ.Υ.16470/07 υπό της Εναγομένης 2, στο άνοιγμα λογαριασμού υπ' αρ..0782 (νέος αρ..7529), στο ότι στάληκε στον Εναγόμενο 1 προειδοποίηση ημερ. 17.7.13 και αργότερα τερματισμός ημερ. 10.9.13 για τον λογαριασμό ο οποίος στις 30.6.14 παρουσίαζε ως υπόλοιπο το αξιούμενο με την αγωγή ποσό συν τόκους 14% και στο ότι από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει οποιαδήποτε πληρωμή έναντι του χρέους. Περαιτέρω παρουσίασε την αρχική κατάσταση λογαριασμού (με το αξιούμενο στην αγωγή υπόλοιπο) ως Τεκμήριο 23, καθώς και ανασκευασμένη κατάσταση, ως Τεκμήριο 25, με βάση την οποία η αξίωση περιορίζεται εις ένδειξη καλής θελήσεως διά του περιορισμού του επιτοκίου και αφαίρεσης κάποιων χρεώσεων. Προφορικά ο Μ.Ε.1 επεξήγησε τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε για την ανακατασκευή της κατάστασης λογαριασμού λέγοντας ότι είχε αφαιρέσει τις χρεώσεις από τις 13.6.13, ότι έλαβε υπόψιν επιτόκιο ύψους 4,5% συν επιτόκιο υπερημερίας ύψους 2% και τέλος ότι αργότερα προέβη και σε νέα αναδομημένη κατάσταση, Τεκμήριο 26, στην οποία αφαίρεσε και το επιτόκιο υπερημερίας. Αντεξεταζόμενος είπε πως σήμερα η απαίτηση της Ενάγουσας περιορίζεται πλέον στο ποσόν του Τεκμηρίου 26, (δηλαδή σε €704.015,06), η οποία κατάσταση αναδομεί τον λογαριασμό από το 2010 και όχι από πιο πριν. Συμφώνησε ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην κατάρτιση εγγράφων ή στις συζητήσεις κατά την υπογραφή τους αλλά μόνο μετά τον τερματισμό (10.9.13). Προσέθεσε ότι δεν γνωρίζει για τυχόν άλλους λογαριασμούς του Εναγομένου 1 ενώ για τις τροποποιητικές συμφωνίες, Τεκμήρια 10-14, εκτίμησε πως έγιναν προς μείωση του επιτοκίου και υποβοήθηση των πελατών διά της αλλαγής του προγράμματος αποπληρωμής των δόσεων. Δέχθηκε ότι δεν είχε στη διάθεση του οποιαδήποτε ενημέρωση προς την Εναγόμενη 2 εν σχέσει με τις τροποποιήσεις. Για το επιτόκιο της Ε.Κ.Τ. είπε ότι το τελευταίο που είχε σημειωμένο ήταν εκείνο που ίσχυε στις 9.1.13 οπότε έγινε και η τελευταία τροποποιητική συμφωνία και ήταν 0,75%. Για την ενημέρωση γενικά της Εναγομένης 2 ανέφερε πως αυτή έλαβε την επιστολή προειδοποίησης, την επιστολή τερματισμού ενώ για παλαιότερα είπε πως οι καταστάσεις λογαριασμού στέλλονταν σε μηνιαία βάση, στη διεύθυνση του Εναγομένου 1, ο οποίος ήταν και ο σύζυγος της, αν και δεν είχε αποδείξεις ταχυδρομείου. Αρνήθηκε ότι υπήρχε ανατοκισμός πέραν από δύο φορές ετησίως. Ο Μ.Ε.2 κ. Τσίγκης, υπάλληλος στο Κτηματολόγιο, εξήγησε τις προϋποθέσεις εγγραφής μιας υποθήκης, παρουσίασε πιστοποιητικό έρευνας σε σχέση με το επίδικο υποθηκευμένο ακίνητο (Τεκμήριο 28) και ανέφερε ότι ενυπόθηκος δανειστής είναι (πλέον) η Themis Portfolio. Προσέθεσε πως η αρχική εγγραφή της υποθήκης είχε γίνει στην παρουσία της Εναγομένης 2. Αντεξεταζόμενος είπε πως άλλη συνάδελφος του είχε προβεί στη διαδικασία εγγραφής και ότι δεν γνώριζε αν είχε ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 32 του νόμου ή αν υπάρχει πιστοποιητικό για τη μεταβίβαση της υποθήκης στη Themis Portfolio. Η Μ.Ε.3 κα Μαυρουδή, υπάλληλος αρχικά της Λαϊκής και μετά της Τράπεζας Κύπρου (στις Ασφαλιστικές Υπηρεσίες), στη γραπτή δήλωση της Έγγραφο Β, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στη χορήγηση του επίδικου δανείου, στο ότι η ίδια ήταν μια από τις μάρτυρες υπογραφών τις οποίες και αναγνώρισε στα έγγραφα και ότι, βάσει της πρακτικής τους, είχαν εξηγήσει τι αφορούσε το κάθε έγγραφο πριν υπογράψουν οι Εναγόμενοι 1 και 2. Αντεξεταζόμενη είπε πως δεν θυμάται να χειρίστηκε η ίδια τη χρηματοδότηση, ότι προέβη στην πιστοποίηση των υπογραφών και ότι μπορούσαν να διαπραγματευτούν κάποιους όρους. Η Μ.Ε.4 κα Καρταμπή, επίσης αρχικά υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας και αργότερα της Τράπεζας Κύπρου, στη γραπτή δήλωση της, Έγγραφο Γ, είπε, μεταξύ άλλων, ότι κατά την υπογραφή των τροποποιητικών συμφωνιών ήταν μια εκ των επιβεβαιωτών μαρτύρων και αναγνώρισε τις υπογραφές της, όπως και αυτές του Εναγομένου 1. Αντεξεταζόμενη είπε πως δεν ενθυμείτο ποιος ήταν ο υπεύθυνος λειτουργός για τις αλλαγές τότε, ότι δεν γνώριζε τι προηγήθηκε και ότι για να γίνουν αλλαγές θα τις είχε ζητήσει ο πελάτης. Αξιολόγηση Μαρτυρίας-Ευρήματα Παρακολούθησα με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων, συνεκτιμώντας και το σύνολο της έγγραφης μαρτυρίας. Είναι αυτονόητο πως η αξιολόγηση γίνεται έχοντας υπόψιν τα ουσιώδη επίδικα ζητήματα και δη μη παραγνωρίζοντας ότι πολύ μικρό μέρος των πραγματικών γεγονότων αμφισβητείται αφού οι πλείστες εν τέλει προωθούμενες θέσεις της Εναγομένης 2 άπτονται νομικών θεμάτων. Σε σχέση με τους μάρτυρες των Εναγόντων θα πρέπει να πω εξαρχής ότι όλοι δημιούργησαν γενικά καλή εντύπωση. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλοι κλήθηκαν λόγω της υπηρεσιακής τους ιδιότητας και δεν αντιλήφθηκα να είχαν οποιοδήποτε κίνητρο ή πρόθεση να ψευδομαρτυρήσουν ή παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Ασφαλώς ένας τέτοιος κίνδυνος θα ήταν μεγαλύτερος για τους τρεις τραπεζικούς υπαλλήλους, ήτοι τους Μ.Ε.1, Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4, εξ ου και η μαρτυρία αυτών εξετάστηκε με ακόμα μεγαλύτερη προσοχή για το ενδεχόμενο να προσπαθούσαν να αλλοιώσουν μαρτυρία βοηθώντας την πλευρά που τους εργοδοτούσε και η οποία τους κάλεσε στο Δικαστήριο. Δεν διαπίστωσα σε οποιοδήποτε σημείο να συνέβη κάτι τέτοιο. Αντιθέτως όλοι ήταν προσεκτικοί, λεπτομερείς και πειστικοί και δήλωναν ευθαρσώς για ποια θέματα είχαν ή όχι προσωπική γνώση, μη θέλοντας να παραπλανήσουν για οτιδήποτε σχετικό. Δέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία τους με την επισήμανση ότι, για πλείστα όσα θέματα, η πρωτογενής μαρτυρία προέρχεται από τα ίδια τα έγγραφα, πράγμα το οποίο ισχύει και για τον Μ.Ε.2. Για τα οποία βέβαια έγγραφα προστίθεται πως κανενός δεν έχει αμφισβητηθεί η γνησιότητα. Από τον συνδυασμό των εγγράφων αυτών και της αναντίλεκτης άλλης αξιόπιστης μαρτυρίας συνάγονται τα γεγονότα ως καταγράφονται στη συνέχεια. Τα όσα σχετίζονται με τη σύσταση και λειτουργία της Τράπεζας Κύπρου εμφαίνονται στη δέσμη εγγράφων του Τεκμηρίου 1 ενώ για τη Themis Portfolio στα έγγραφα του Τεκμηρίου 2. Το Τεκμήριο 3 είναι το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π.104/13) βάσει του οποίου η Λαϊκή Τράπεζα μεταβίβασε στην Τράπεζα Κύπρου τα περιουσιακά της στοιχεία (με κάποιες εξαιρέσεις) συνεπεία της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης. Τα περί της σύστασης της Λαϊκής Τράπεζας και της όλης πορείας της εμφαίνονται στη δέσμη εγγράφων του Τεκμηρίου 4. Τα έγγραφα του Τεκμηρίου 5 αφορούν δικαστικό διάταγμα περί της έγκρισης Σχεδίου Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της Themis Portfolio ημερ. 4.6.21 μέρος του οποίου Σχεδίου ήταν και η μεταβίβαση του επίδικου δανείου από την πρώτη στη δεύτερη. Ο Μ.Ε.1 δεν αμφισβητήθηκε στη θέση του ότι σχετικά με το θέμα αυτό η Τράπεζα Κύπρου είχε αποστείλει στους Εναγομένους 1 και 2 επιστολές βάσει του Ν.169(Ι)/15 ημερ. 16.10.20 και 14.6.21, οι οποίες παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 6 και 7. Οι επιστολές της Themis Portfolio για το ίδιο θέμα και βάσει του ίδιου Νόμου ημερομηνίας επίσης 14.6.21 αποτελούν το Τεκμήριο 8, κάτι για το οποίο επίσης δεν υπήρξε αμφισβήτηση. Σημειώνεται δε πως όλες αυτές οι επιστολές στάληκαν στις ίδιες διευθύνσεις που είχαν σταλεί οι προειδοποιητικές, καθώς και οι επιστολές τερματισμού. Το Τεκμήριο 9 αποτελεί την αρχική σύμβαση δανείου ημερ. 22.10.07 για τη χορήγηση πιστωτικής διευκόλυνσης στεγαστικού δανείου ύψους Λ.Κ.300.000 με κυμαινόμενο επιτόκιο ύψους 5,5% αποπληρωτέο σε 240 δόσεις εκ Λ.Κ.2.053 αρχομένων από 5.12.17. Το δάνειο εξασφαλίζετο από προσωπική εγγύηση της Εναγομένης 2, υποθήκη σε ακίνητο της ίδιας και τέσσερις ασφάλειες ζωής (εκχώρηση). Την ίδια μέρα, 22.10.07 η Εναγόμενη 2 δήλωσε επί του Τεκμηρίου 16 πρώτον ότι παρέλαβε, μελέτησε και κατανόησε την επιστολή της Λαϊκής Τράπεζας (τότε Marfin) εν σχέσει με την προτεινόμενη τραπεζική διευκόλυνση των Λ.Κ.300.000 και τους όρους υπό τους οποίους θα παραχωρείτο και δεύτερον ότι παρέλαβε τη Δήλωση Περιουσιακών Στοιχείων που είχε ετοιμάσει ο πρωτοφειλέτης (Εναγόμενος 1). Την ίδια μέρα επίσης δήλωσε ενυπογράφως επί του Τεκμηρίου 17 ότι δεν επιθυμούσε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή για τα έγγραφα των εξασφαλίσεων τα οποία θα υπέγραφε. Το δε Τεκμήριο 15 αποτελεί την εγγύηση την οποία υπέγραψε στις 22.10.07 η Εναγομένη 2 ενώπιον δύο επιβεβαιωτών (της υπογραφής) μαρτύρων εκ των οποίων η μια ήταν αναμφίβολα η Μ.Ε.3 ως συνάγεται από τη μαρτυρία της. Την 1.11.07 η Εναγόμενη 2, και πάλιν ενώπιον των ίδιων επιβεβαιωτών μαρτύρων, υπέγραψε τόσο τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου για το οικόπεδο στον Στρόβολο βάσει των οποίων την ίδια μέρα το Κτηματολόγιο ενέγραψε την υπ' αρ.Υ.16470/07 υποθήκη, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 18. Με βάση τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 (κτηματολογικού λειτουργού) συνάγεται πρώτον ότι τότε ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη και καθιερωμένη διαδικασία για τη σύσταση της εν λόγω υποθήκης και δεύτερον ότι αργότερα και τουλάχιστον στις 18.5.22 δικαιούχος της εν λόγω υποθήκης κατέστη η Themis Portfolio, ως επιβεβαιώνεται από το πιστοποιητικό έρευνας, Τεκμήριο 28. Παρά τις κάποιες υποβολές που έγιναν εντούτοις δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο ή έστω ένδειξη ότι δεν ήταν ορθή η διαδικασία μετεγγραφής της υποθήκης είτε επ' ονόματι της Τράπεζας Κύπρου (αρχικά) είτε επ' ονόματι της Themis Portfolio μεταγενέστερα. Αναντίλεκτο παρέμεινε και το γεγονός ότι μετά την αρχική σύμβαση (22.10.07) σε πέντε διαφορετικές ημερομηνίες και πάντα κατόπιν αίτησης του πρωτοφειλέτη (Εναγόμενου 1) η Λαϊκή Τράπεζα απεδέχθη αλλαγές είτε στις εξασφαλίσεις είτε στις δόσεις είτε στη διάρκεια του δανείου. Στη βάση αυτή υπεγράφησαν οι πέντε αντίστοιχες τροποποιητικές Συμπληρωματικές Συμφωνίες ημερ. 14.9.10, 11.1.12, 17.5.12, 28.8.12 και 9.1.13 μεταξύ τράπεζας και πρωτοφειλέτη, ήτοι τα Τεκμήρια 10 έως 14. Σε όλες αυτές ο πρωτοφειλέτης υπέγραψε ενώπιον δύο επιβεβαιωτών μαρτύρων εκ των οποίων η μια ήταν η Μ.Ε.4, της οποίας η μαρτυρία περί τούτου γίνεται δεκτή. Στις 17.7.13 η Τράπεζα Κύπρου απέστειλε προειδοποιητικές επιστολές στον πρωτοφειλέτη και στην Εναγόμενη 2 για τις καθυστερούμενες δόσεις ύψους €7.500. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 19 και 21, τα οποία στάληκαν στην κοινή διεύθυνση (Κορνηλίου 4) που αναφερόταν και για τους δύο στις αρχικές συμφωνίες. Προφανώς δεν υπήρξε οποιαδήποτε πληρωμή, οι καθυστερούμενες δόσεις ανήλθαν σε ποσό €12.500, οπότε η Τράπεζα Κύπρου τερμάτισε τις συμφωνίες με επιστολές ημερ. 10.9.13, Τεκμήρια 20 και 22 αξιώνοντας τότε το υπόλοιπο των €471.777 συν τόκους. Σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 23 και 25 (προφανώς και για το Τεκμήριο 26) η Εναγόμενη 2 προβάλλει ότι δεν αποδεικνύουν νομίμως οφειλόμενο υπόλοιπο διότι για να μπορούσαν να αποδείξουν εκ πρώτης όψεως τις αρχικές καταχωρίσεις θα έπρεπε να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Είναι γεγονός ότι πολύ πριν τον τροποποιητικό Ν.32(Ι)/04, ο οποίος επέτρεψε την προσαγωγή εξ ακοής μαρτυρίας, ένας άλλος τροποποιητικός, ήτοι ο Ν.54(Ι)/94, κωδικοποιώντας εν πολλοίς παλαιότερες πρόνοιες του The Bankers' Books Evidence Act 1879, προσθέτοντας στον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ.9, το άρθρο 22, (στο οποίο παρέπεμψε η Εναγόμενη 2), επέτρεψε την παρουσίαση αντιγράφου καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο, τηρουμένων των προνοιών του. Δέκα έτη όμως μετά την πιο πάνω τροποποίηση, μέσω του προαναφερθέντος νεότερου τροποποιητικού Ν.32(Ι)/04, εισήχθη στον βασικό Νόμο και το άρθρο 35 βάσει του οποίου έγγραφο το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιμάται από το δικαστήριο. Για να θεωρηθεί δε κάποιο έγγραφο ως μέρος αρχείου θα πρέπει να προσάγεται στο δικαστήριο πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό της σχετικής επιχείρησης με το οποίο να βεβαιούται το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή αποτελεί μέρος αρχείου. Πρόκειται ακριβώς για τη διαδικασία την οποία ακολούθησε η Ενάγουσα, παρουσιάζοντας επί της κατάστασης του Τεκμηρίου 23 το αναγκαίο πιστοποιητικό υπογραμμένο από τον Μ.Ε.1, ο οποίος όχι μόνο είναι λειτουργός πλέον της Themis Portfolio αλλά υπήρξε και λειτουργός τόσο της Λαϊκής όσο και της Τράπεζας Κύπρου και μάλιστα κατείχε υπεύθυνη θέση σε σχέση με τις σχετικές δραστηριότητες και δη την ανάκτηση χρεών. Η ουσία είναι πως μέσω του πιστοποιητικού επιβεβαιώνεται ότι η αρχική αυτή κατάσταση αποτελούσε μέρος του αρχείου της Λαϊκής Τράπεζας, η οποία πρώτη χορήγησε το δάνειο και ότι αυτό το αρχείο μεταφέρθηκε αυτούσιο στην Τράπεζα Κύπρου, πράγμα που επαναλήφθηκε και προς την Themis Portfolio όταν αυτή στις 8.6.21 υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα προώθησης της αγωγής. Η ουσία των πιο πάνω διαπιστώσεων είναι ότι στην παρούσα η κατάσταση λογαριασμού παρουσιάστηκε στη βάση του άρθρου 35 του Κεφ.9 ως μέρος αρχείου επιχείρησης και περαιτέρω ότι περιέχει όλες τις πράξεις οι οποίες αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό δανείου, από το άνοιγμα του το 2007 μέχρι και τις 8.6.21 που μεταβιβάστηκε στη Themis Portfolio. Ας σημειωθεί δε πως, παρά τη νομική επιχειρηματολογία εκ μέρους της Εναγομένης 2 εντούτοις, δεν υπήρξε καμμιά ένσταση ή εισήγηση για ύπαρξη οποιασδήποτε ανακριβούς καταγραφής ή συναλλαγής στο όλο ιστορικό και πορεία του λογαριασμού. Κρίνεται λοιπόν ότι το Τεκμήριο 23 περιέχει με ακρίβεια όλη την πορεία και κίνηση του επίδικου λογαριασμού για το δάνειο το οποίο αφορά η αγωγή. Είναι με άλλα λόγια γνήσια πρωτογενής μαρτυρία για τις καταγραφές στον λογαριασμό και για αυτό πολύ ορθώς οι όποιες προσπάθειες αναδόμησης έγιναν έχοντας ως βάση το Τεκμήριο 23. Σύμφωνα με ρητή δήλωση του Μ.Ε.1 (κατά την αντεξέταση του) η απαίτηση της Ενάγουσας σήμερα περιορίζεται στο ποσό το οποίο προέκυψε βάσει της δεύτερης αναδομημένης κατάστασης, ήτοι του Τεκμηρίου 26. Πρόκειται για κατάσταση η οποία αρχίζει από τις 31.12.10 και το ποσό με το οποίο ξεκινά (ήτοι €451.387,52) ταυτίζεται με το υπόλοιπο εκείνης της ημερομηνίας ως παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 23. Θα πρέπει να διευκρινιστεί εδώ πως κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 δεν υπεδείχθη ούτε τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα περί του ότι έπρεπε να αφαιρεθεί οποιοδήποτε άλλο ποσό κατά την περίοδο προ της 31.12.10. Μοναδική υποβολή υπήρξε για ζητήματα ανατοκισμού πλην όμως ο Μ.Ε.1 εξήγησε πολύ πειστικά πως το γεγονός ότι οι τόκοι καταγράφονταν ανά τρίμηνο δεν σημαίνει ότι γινόταν ανατοκισμός πέραν του επιτρεπόμενου (δις ετησίως) και πράγματι δεν έχει υποδειχθεί ούτε καταδειχθεί εκ μέρους της υπεράσπισης τέτοιος παράνομος ανατοκισμός. Η κατάσταση ακολουθεί τις διακυμάνσεις του επιτοκίου βάσει των σχετικών δημοσιεύσεων, ήτοι του Τεκμηρίου 24 μέχρι τον τερματισμό (10.9.13) όπου και παγοποιείται κατά την αναδόμηση αυτή επιτόκιο 4,5%, χωρίς δηλαδή να προστίθεται οποιοδήποτε επιτόκιο υπερημερίας. Ουσιαστικά πέραν των αφαιρέσεων που είχαν γίνει στο Τεκμήριο 25 αφαιρέθηκε στο Τεκμήριο 26 και ο τόκος υπερημερίας ύψους 2%, με αποτέλεσμα το τελικό υπόλοιπο να είναι χαμηλότερο περίπου κατά €100.000 (π.χ. στις 31.12.21). Έτσι βάσει της δήλωσης του Μ.Ε.1 η απαίτηση περιορίστηκε αφού αξιώνεται τώρα ποσόν €704.015,06 συν 4,5% από 19.5.22 (αντί €807.635,06 συν 6,5% από 11.3.22 που αρχικά είχε αξιωθεί βάσει του Τεκμηρίου 25). Κατά συνέπειαν δεν εγείρεται οποιοδήποτε ζήτημα από τη μη κλήτευση υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου ή της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου σε σχέση με το υπόλοιπο, ως εισηγείται η Εναγόμενη 2. Ο ίδιος ο λογαριασμός και η πορεία του προκύπτουν μέσα από τις καταστάσεις που έχουν παρουσιαστεί ως μέρος αρχείου το οποίο έχει μεταφερθεί ηλεκτρονικά στις διαδόχους οντότητες και οι οποίες καταστάσεις περιέχουν επακριβώς τις αρχικές καταχωρίσεις, βάσει των οποίων δύναται να αποφασίσει το δικαστήριο αφού βέβαια εξετάσει τις προαναφερθείσες, καθώς και άλλες εισηγήσεις, οι οποίες είναι νομικής φύσης. Νομική Πτυχή Όπως έχει ήδη διαφανεί μέσα από την αξιολόγηση και τα ευρήματα του δικαστηρίου στις 22.10.07 μεταξύ της Λαϊκής Τράπεζας (τότε Marfin) και του πρωτοφειλέτη (Εναγόμενου 1) υπεγράφη η συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 1, διά της οποίας η τράπεζα χορήγησε δάνειο ύψους Λ.Κ.300.000 στον πρωτοφειλέτη. Η Εναγόμενη 2 υπέγραψε την ίδια μέρα προσωπική εγγύηση, ήτοι το Τεκμήριο 15 και λίγες ημέρες αργότερα παραχώρησε υποθήκη επί μεριδίου σε οικόπεδο της βάσει του Τεκμηρίου 18. Αργότερα και κατά διάφορα διαστήματα η τράπεζα και ο πρωτοφειλέτης υπέγραψαν τις πέντε συμπληρωματικές συμφωνίες, ήτοι τα Τεκμήρια 10 έως 14. Ήταν όρος της βασικής συμφωνίας ότι το δάνειο θα εξοφλείτο διά 240 δόσεων εκ Λ.Κ.2.053,17 αρχομένων από 5.12.07. Όπως έχει καταδειχθεί υπήρξαν διαφοροποιήσεις δόσεων και προγράμματος αποπληρωμής μέσω των συμπληρωματικών συμφωνιών πλην όμως και πάλι δεν καταβλήθηκαν όλες οι οφειλόμενες δόσεις με αποτέλεσμα να είχαν προκύψει καθυστερήσεις συνεπεία των οποίων στάληκε αρχικά προειδοποιητική επιστολή και εν τέλει τερματισμός των συμφωνιών και του λογαριασμού στις 10.9.13 (τεκμήρια 19-22), στις διευθύνσεις τις οποίες κατείχε η Τράπεζα και στις οποίες είχαν παραληφθεί και άλλα έγγραφα, όπως τα Τεκμήρια 6 έως 8 αργότερα. Σημειώνεται βέβαια πως ούτως ή άλλως η ίδια η καταχώριση της αγωγής τερμάτιζε τις όποιες συμφωνίες, ακόμα δηλαδή και αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει στη γνώση των Εναγομένων (βλ. Έλληνας κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ.87/2013, ημερ. 3.12.19). Αναμφίβολα λοιπόν η Ενάγουσα έχει αποδείξει: (
  2. i)τη συνομολόγηση των συμβάσεων, (
  3. ii)την παράβαση όρων και (iii) τον τερματισμό. Δηλαδή τα τρία από τα αναφερόμενα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους

(2010)1 Α.Α.Δ.829 ως χρήζοντα απόδειξης σε υποθέσεις τραπεζικού χρέους. Εξέταση απαιτείται μόνο για το τέταρτο στοιχείο, ήτοι το οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού. Το ζήτημα αυτό εξετάζεται κατωτέρω στην κατάλληλη θέση και αφού προηγηθεί κατά λογική σειρά η εξέταση κάποιων άλλων εισηγήσεων της Εναγομένης 2. (α) Υποκατάσταση της Themis Portfolio Η Εναγόμενη 2 εισηγείται ότι δεν έχει αποδειχθεί το δικαίωμα της Themis Portfolio Management Holdings Ltd να προωθεί τη διαδικασία και ή τις απαιτήσεις που πηγάζουν από συμφωνίες της Λαϊκής Τράπεζας διότι (κατά την εισήγηση) στηρίζεται σε μη δικογραφημένους ισχυρισμούς. Η εισήγηση εξειδικεύεται στο ότι η αγωγή είχε κατατεθεί από την Τράπεζα Κύπρου και στην έκθεση απαίτησης δεν δικογραφείται οτιδήποτε εν σχέσει με την πρώην Λαϊκή Τράπεζα και δη δεν γίνεται καμμιά αναφορά για μεταφορά δικαιωμάτων από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου και ακολούθως για πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης στην Themis Portfolio. Εγείρονται λοιπόν προς εξέταση κατ' αρχάς δύο επιμέρους θέματα. Το πρώτο αφορά τα περί της μεταβίβασης από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου και το δεύτερο τα περί της μεταβίβασης από την Τράπεζα Κύπρου στη Themis Portfolio. (i) Λαϊκή Τράπεζα προς Τράπεζα Κύπρου Ως προς το πρώτο θέμα οι απαντήσεις προκύπτουν μέσα από το προαναφερθέν και κατατεθέν (ως Τεκμήριο 3) περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π.104/13). Η ουσία του διατάγματος αυτού είναι ότι στη βάση άρθρων του (τότε ισχύοντος) περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Ν.17(Ι)/13 η Κεντρική Τράπεζα ως Αρχή Εξυγίανσης διέταξε με ισχύ από 29.3.13, ως μέτρο εξυγίανσης, την πώληση (μεταβίβαση) όλων των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων (με κάποιες εξαιρέσεις) της Λαϊκής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως συμφωνίες δανείου, εγγύησης και υποθήκης, όπως οι επίδικες, ενέπιπταν στα μεταβιβασθέντα στην Τράπεζα Κύπρου περιουσιακά στοιχεία, η οποία ορίζετο ρητώς ως το «αποκτών πρόσωπο». Ούτε στις εξαιρέσεις περιλαμβάνεται οτιδήποτε περί του αντιθέτου αλλά ούτε και εκ μέρους της Εναγομένης 2 τέθηκε τέτοιο ζήτημα. Είναι ουσιώδες πως βάσει του άρθρου 7 της Κ.Δ.Π.104/13 από τις 29.3.13 η μεταβίβαση θεωρείται έγκυρη, παράγει τα δι' αυτής σκοπούμενα αποτελέσματα και ισχύει έναντι τρίτων ανεξαρτήτως των προνοιών οποιουδήποτε άλλου νόμου ή της ύπαρξης οιουδήποτε περιορισμού δυνάμει νόμου ή όρων σύμβασης ή άλλως πως, αναφορικά με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, περιλαμβανομένης της συμμόρφωσης με νομικές ή άλλες διαδικασίες ή διατυπώσεις εν τη εννοία των άρθρων 9 και 13 του Νόμου. Το δε άρθρο 13
(2)του Ν.17(Ι)/13 προνοούσε ότι: «
(2)Η μεταβίβαση τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, δυνάμει του εδαφίου
(1), θεωρείται καθ' όλα έγκυρη πράξη και ισχύει έναντι τρίτων, ανεξάρτητα από την ισχύ οποιουδήποτε περιορισμού που επιβάλλεται δυνάμει διατάξεων νόμου ή όρων σύμβασης ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, - (α) Οποιασδήποτε αναγγελίας, έγκρισης ή συναίνεσης προσώπων που είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων που μεταβιβάζονται. (β) ................................. (γ) κάθε άλλου περιορισμού που επηρεάζει το αντικείμενο εκχώρησης ή μεταβίβασης, γενικά ή από τρίτο πρόσωπο.» Οι ουσιωδέστερες όμως πρόνοιες για το συζητούμενο ζήτημα είναι τα άρθρα 7
(2),13 και 14 της Κ.Δ.Π.104/13, τα οποία έχουν ως εξής: «7.
(2)Χωρίς επηρεασμό της υποπαραγράφου
(1), το Αποκτών πρόσωπο αντιμετωπίζεται ως να είναι το ίδιο πρόσωπο με τη Λαϊκή Τράπεζα σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία, τίτλους, δικαιώματα και υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται. .................................. 13. Κατά την Ημερομηνία Μεταβίβασης- α) το Αποκτών πρόσωπο αναλαμβάνει όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις τα οποία είναι συναφή προς τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία ή τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις. (β) το Αποκτών πρόσωπο υποκαθιστά τη Λαϊκή Τράπεζα αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία, η οποία σχετίζεται με τίτλους περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται. 14.
(1)Από την Ημερομηνία Μεταβίβασης, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο παρόν Διάταγμα ή στο Νόμο, συμφωνίες οι οποίες έχουν συναφθεί από ή σε σχέση με τη Λαϊκή Τράπεζα και οι οποίες αφορούν τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις λογίζονται ως αν να έχουν συναφθεί με ή σε σχέση με το Αποκτών πρόσωπο.» (έμφαση δοθείσα) Ως θέμα λοιπόν λογικής και στη βάση των πιο πάνω προνοιών παρατηρείται πως όλες οι μεταβιβαζόμενες συμφωνίες λογίζονται από τις 29.3.13 ως να έχουν συναφθεί με ή σε σχέση με την Τράπεζα Κύπρου (αποκτών πρόσωπο). Αυτό ασφαλώς καλύπτει τη σύμβαση δανείου, την εγγύηση, τις συμπληρωματικές συμφωνίες και τη σύμβαση υποθήκευσης. Στην πραγματικότητα η Τράπεζα Κύπρου ως αποκτών πρόσωπο είναι ο νέος ιδιοκτήτης μιας περιουσίας και υποκατέστησε σε όλες τις εκφάνσεις τη Λαϊκή Τράπεζα τόσο προ της αγωγής όσο και μεταγενέστερα. Άλλωστε έτσι ακριβώς το αντιλήφθηκε και η Εναγόμενη 2 και με αυτό τον τρόπο απάντησε συντάσσοντας την υπεράσπιση της, χωρίς να θέσει ποτέ οποιοδήποτε ζήτημα π.χ. ότι δεν είχε συμβληθεί με την Τράπεζα Κύπρου. Απόρροια μάλιστα τούτου ήταν και το γεγονός ότι ήγειρε και ανταπαίτηση επαναλαμβάνοντας απλά τις θέσεις της και εκλαμβάνοντας και η ίδια την Τράπεζα Κύπρου ως την αντισυμβαλλόμενη της πλέον. Συνεπώς ενόψει των νομοθετικών και κανονιστικών προνοιών, ως ανωτέρω, το δικαστήριο δεν συμφωνεί ότι απαιτείτο οπωσδήποτε κάποια ειδικότερη δικογράφηση. (ii) Τράπεζα Κύπρου προς Themis Portfolio Σε σχέση με τη μεταβίβαση από την Τράπεζα Κύπρου στην Themis Portfolio αρκεί να γίνει αναφορά στο άρθρο 18 του Ν.169(Ι)/15 (ως ίσχυε το 2021) από το οποίο συνάγεται ότι: · Οποιαδήποτε νομική διαδικασία εκκρεμoύσε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς αλλά δύναται να συνεχιστεί από τον αγοραστή του δανείου, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία [άρθρο 18
(4)]. · Η αντικατάσταση και ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή πραγματοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο [άρθρο 18
(5)]. Στην παρούσα η σχετική ειδοποίηση καταχωρίστηκε στις 18.8.21 και ο αγοραστής υποκαταστάθηκε δεόντως σε όλα τα δικαιώματα του εκχωρητή, χωρίς και πάλι να απαιτείτο οποιαδήποτε τροποποίηση δικογράφων. (β) Προστασία Εγγυητών Η Εναγόμενη 2 εισηγείται ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση της Ενάγουσας με τις πρόνοιες των άρθρων 5 και 12 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Ν.197(Ι)/13. Το εν λόγω άρθρο 5 προνοεί για την παράδοση στον προτιθέμενο εγγυητή (
  1. i)επιστολής με διάφορα σχετικά στοιχεία (ποσόν, επιτόκια, αποπληρωμή, δόσεις, υπερημερία κ.λ.π.) και (
  2. ii)γραπτής δήλωσης του πρωτοφειλέτη για την περιουσία του. Η εισήγηση σε σχέση με αυτό το άρθρο όμως δεν ευσταθεί καθότι, ως έχει ήδη καταδειχθεί από το Τεκμήριο 16, η Εναγόμενη 2 έλαβε τόσον την επιστολή όσο και τη Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης του πρωτοφειλέτη. Σε σχέση με το άρθρο 12 του ίδιου Νόμου σημειώνεται πως, παρά την εισαγωγική καταγραφή του (στην αγόρευση) εντούτοις, δεν προωθείται με κάποια επιχειρηματολογία και ως εκ τούτου εκλαμβάνεται ότι έχει εγκαταλειφθεί από πλευράς Εναγομένης 2. (γ) Ακυρότητα εγγύησης ή Απαλλαγή εγγυήτριας Στηριζόμενη στο άρθρο 91 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 η Εναγόμενη 2 εισηγείται ότι η εγγύηση είναι άκυρη και ή ότι έχει απαλλαγεί η ίδια λόγω τροποποίησης των όρων της σύμβασης δανείου χωρίς προηγουμένως να είχε ενημερωθεί ή να είχε συγκατατεθεί η ίδια. Το εν λόγω άρθρο 91 προνοεί πως κάθε μεταβολή στους όρους της σύμβασης, η οποία γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του εγγυητή τον απαλλάσσει εν σχέσει με συναλλαγές μεταγενέστερες της μεταβολής («. discharges the surety as to transactions subsequent to the variance»). Βέβαια είναι παραδεκτό και εκ μέρους της Εναγομένης 2 πως ο εγγυητής απαλλάσσεται από την εγγύηση του μόνο στην περίπτωση που η μεταβολή των όρων είναι ουσιώδης (Bishop of Credition v. Bishop of Exeter
(1905)2 Ch.455). Η δε μεταβολή είναι ουσιώδης εάν έχει επίδραση στη σύμβαση ή σε δικαίωμα κατά τη διάρκεια της συναλλαγής είτε δίδοντας ένα νέο δικαίωμα σε έναν εκ των συμβαλλομένων είτε μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη φύση του εγγράφου ως προκύπτει από το σύγγραμμα Law of Guarantees, Andrews and Millett, 7η έκδοση, σελ.401, στο οποίο αναφέρονται και τα ακόλουθα σχετικά (στην §9-024): «Thus, the question of whether a variation is material is answered objectively, without reference to what the parties thought. A surety may be discharged, therefore, if the variation is potentially prejudicial when made, even though it ultimately has little effect on the surety's risk. Accordingly, whenever a creditor seeks a variation in the terms of his contract with the principal without the knowledge or consent of the surety, he does so at his own risk, and unless the benefit or lack of prejudice to the surety is obvious, or there is obviously no possibility of prejudice, the surety will be entitled to be discharged. It is a matter for the surety as to whether he wishes to continue to be bound by the guarantee in the circumstances of the variation of the principal contract, and if the creditor wishes to avoid the risk that the surety will seek to avoid liability under the guarantee, he should obtain the surety's prior consent to the variation». (έμφαση δοθείσα) Στην παρούσα περίπτωση αποτέλεσε εύρημα πως υπήρξαν οι ακόλουθες μεταβολές με τη συνομολόγηση των πέντε συμπληρωματικών συμφωνιών ως τα Τεκμήρια 10 έως 14: · Με το Τεκμήριο 10 ημερ. 14.9.10 προστέθηκε ως εξασφάλιση η εκχώρηση ακόμα μιας ασφάλειας ζωής του πρωτοφειλέτη ύψους €400.000. · Με το Τεκμήριο 11 ημερ. 11.1.12 συμφωνήθηκε όπως το οφειλόμενο υπόλοιπο εξοφληθεί διά 12 δόσεων εκ €1.701 από 5.1.12 και 179 δόσεων εκ €3.378 5.1.13, συν 4,75% κυμαινόμενο επιτόκιο. · Με το Τεκμήριο 12 ημερ. 17.5.12 συμφωνήθηκε όπως το οφειλόμενο υπόλοιπο εξοφληθεί διά 187 δόσεων διαμορφωμένων κλιμακωτά από €800 έως €3.704, αρχομένων από 5.5.12, συν 4,75% κυμαινόμενο επιτόκιο. · Με το Τεκμήριο 13 ημερ. 28.8.12 προστέθηκε ως εξασφάλιση η εκχώρηση ακόμα μιας ασφάλειας ζωής ύψους €350.000 (και ακυρώθηκαν δύο άλλες) και συμφωνήθηκε όπως το υπόλοιπο εξοφληθεί διά 180 δόσεων διαμορφωμένων κλιμακωτά από €1.500 έως €3.726, αρχομένων από 5.12.12 συν 4,5% κυμαινόμενο επιτόκιο. · Με το Τεκμήριο 14 ημερ. 9.1.13 συμφωνήθηκε όπως το υπόλοιπο εξοφληθεί διά 177 δόσεων διαμορφωμένων κλιμακωτά από €1.500 έως €3.814 αρχομένων από 5.3.13 συν 4,5% κυμαινόμενο επιτόκιο. Το πρώτιστο το οποίο πρέπει καθηκόντως να λεχθεί εν σχέσει με το εγειρόμενο ζήτημα είναι πως η Εναγόμενη 2 είχε στις 22.10.07, υπογράφοντας την εγγύηση Τεκμήριο 15, συγκατατεθεί στο δικαίωμα της τράπεζας να προβαίνει σε αλλαγές όπως οι πιο πάνω. Στην πραγματικότητα, ως συνάγεται από τα κείμενα των Τεκμηρίων 11 έως 14, οι τέσσερις αυτές συμφωνίες αφορούσαν είτε νέα προγράμματα αποπληρωμής είτε αλλαγές στο πρόγραμμα αποπληρωμής είτε αναστολή κεφαλαίου και απάλειψη καθυστερήσεων. Οι αναφορές στον όρο 2 του Τεκμηρίου 15 σε δικαίωμα της τράπεζας κατά την απόλυτη κρίση της, μεταξύ άλλων, να παρατείνει ή ανανεώνει ή δίδει παρατάσεις στον πρωτοφειλέτη ή να απέχει από τη λήψη μέτρων ή να προβαίνει σε συμβιβασμούς με τον πρωτοφειλέτη, συνιστούν κατά τη γνώμη μου σαφή συγκατάθεση ως προς τις συγκεκριμένες ενέργειες της τράπεζας. Συμφωνώ δε ότι ως προς αυτό η παρούσα ομοιάζει με την υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Ζαλούμη κ.ά., Π.Ε.149/13, ημερ. 14.4.20, υπό την έννοια ότι και εκεί κρίθηκε πως δεν ήταν απαραίτητη άλλη ενημέρωση εφόσον το μείζον, δηλαδή η συγκατάθεση, δεν υφίστατο ως προϋπόθεση. Κρίνεται πως ισχύουν κατ' αναλογίαν τα κατωτέρω αναφερθέντα στην υπόθεση Λοφίτης κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Π.Ε.220/13, ημερ. 27.11.19: «Ενώ οι υποχρεώσεις των εγγυητών πηγάζουν από τη σχετική σύμβαση, τα δικαιώματα τους είναι δημιούργημα των αρχών της επιείκειας, από την οποία πηγάζει η προστασία τους (China and South Sea Bank Ltd v. Tan [1900] 1 AC 536). Όπως ελέχθη από τον Pollock, CB, στην Watts v. Shuttleworth
(1860)5 H&N 235, 248: «The rights of a guarantor depend rather upon principles of equity than upon the actual contracts between him and the creditor». Τροποποιήσεις στη βασική συμφωνία μεταξύ πιστωτή-πρωτοφειλέτη, εκτός αν είναι σαφώς επουσιώδεις και εμφανώς δεν επηρεάζουν τον εγγυητή (Samuels Finance Group plc v. Beechmanor Ltd
(1993)67 P&CR 282 και National Westminster Bank plc v. Riley [1986] BCLC268 CA), όπως και η παράταση χρόνου από τον πιστωτή προς τον πρωτοφειλέτη, χωρίς τη συγκατάθεση του εγγυητή, είναι μεταξύ των περιστάσεων που, κατά τις αρχές της επιείκειας, μπορούν να οδηγήσουν σε απαλλαγή του εγγυητή από τη δική του ευθύνη (Samuell v. Howarth
(1817)3 Mer 272). Είναι όμως δυνατόν να περιλαμβάνονται πρόνοιες σε μια συμφωνία εγγύησης, με τις οποίες να αναγνωρίζεται δικαίωμα στο δανειστή να τροποποιήσει τη βασική συμφωνία του με τον πρωτοφειλέτη, ή να δώσει παράταση χρόνου, ή ακόμα και να απαλλάξει τον πρωτοφειλέτη, ή να προβεί και σε άλλες πράξεις που κατά την επιείκεια κανονικά θα οδηγούσαν σε απαλλαγή του εγγυητή. Σε τέτοια περίπτωση εξουδετερώνεται η προστασία που η επιείκεια, κατά τα άλλα, προσφέρει στον εγγυητή. Σχετικές είναι οι αποφάσεις στις οποίες το πρωτόδικο δικαστήριο παρέπεμψε: British Motor Trust Co. v. Hyams
(1934)50 T.L.R. 230, Perry v. National Provincial Bank of England
(1910)1 Ch. 464, C.A., Yates v. Evans
(1892)61 L.J. Q.B. 446 και Cowper v. Smith
(1838)4 M & W 519.» Το δεύτερο το οποίο πρέπει να επισημανθεί είναι πως ούτως ή άλλως οι πιο πάνω διαφοροποιήσεις δεν θα μπορούσαν να κριθούν ως ουσιώδεις αλλαγές στη συμφωνία αλλά ούτε και υπήρχε οποιαδήποτε πιθανότητα δυσμενούς επηρεασμού της Εναγομένης
  1. Ας σημειωθεί πως στην αρχική συμφωνία ορίζετο ότι το δάνειο θα εξοφλείτο στις 5.11.27 διά 240 δόσεων εκ Λ.Κ.2.053 αρχομένων από 5.12.07 και ότι ακόμα και με όλες τις αλλαγές που επήλθαν με τα Τεκμήρια 10 έως 14 δεν υπήρξε διαφοροποίηση της ημερομηνίας τελικής εξόφλησης. Είναι δε ουσιώδες ότι αυτήν ακριβώς την πληροφόρηση είχε δώσει στην Εναγόμενη 2 (έναντι υπογραφής) με την αναφορά στο Τεκμήριο 16 (σελ.3) ότι σε περίπτωση μεταβολής του επιτοκίου υπήρχε δικαίωμα αυξομείωσης του ποσού κάθε δόσης ακριβώς για να μην μεταβληθούν η διάρκεια του δανείου και ο αριθμός των δόσεων (κάτι με το οποίο συμφώνησε η Εναγόμενη 2). Συνεπώς και αντικειμενικά οι μεταβολές που έγιναν συνιστούσαν σαφώς κάποιες διευκολύνσεις για την εξυπηρέτηση προσωρινά του δανείου και την αποφυγή τερματισμού του νωρίτερα, παρέχοντας έτσι ευκαιρία ομαλής αποπληρωμής, πράγμα που ήταν συμφερότερο και στην εγγυήτρια και ενυπόθηκο οφειλέτη Εναγόμενη 2 (βλ. Chitty on Contracts, 31η έκδοση, Τόμος ΙΙ, §§44-102 «. If it is self evident that the variation is unsubstantial or could not prejudice the surety he will not be discharged.») (δ) Μεταβίβαση Υποθήκης Αποτέλεσε επίσης εισήγηση της Εναγομένης 2 ότι δεν έχει ακολουθηθεί η ρητή διαδικασία των άρθρων 5 και 32 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65 και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η επίδικη υποθήκη έχει μετεγγραφεί προς όφελος της σημερινής Ενάγουσας, ήτοι της Themis Portfolio. Το πρώτο που πρέπει να σημειωθεί είναι πως ασφαλώς δεν δεσμεύει το δικαστήριο η οποιαδήποτε τυχόν άποψη εξέφρασε ο Μ.Ε.2 (κτηματολογικός λειτουργός) περί της τήρησης ή όχι του άρθρου
  2. Ούτως ή άλλως όμως η καταληκτική θέση του ήταν πως δεν γνώριζε την απάντηση. Το δεύτερο και ουσιώδες είναι πως ο Μ.Ε.2 ερεύνησε στα μητρώα του Κτηματολογίου και από αυτά εξασφάλισε πιστοποιητικό έρευνας (Τεκμήριο 28) για το ½ μερίδιο της Εναγομένης 2 επί του επίμαχου ακινήτου (τεμάχιο 1601). Στο εν λόγω πιστοποιητικό ως δανειστής για την επίδικη υποθήκη Υ.16470/07 καταγράφεται η Themis Portfolio. Συνεπώς δεν ευσταθεί σε καμμιά περίπτωση η εισήγηση ότι δεν υπάρχει μαρτυρία περί μετεγγραφής. Το αντίθετο συμβαίνει. Υπάρχει η ακλόνητη μαρτυρία του Μ.Ε.2 για τα στοιχεία στο κτηματολογικό μητρώο, η οποία επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 28, ότι διενεργήθηκε η συγκεκριμένη μετεγγραφή. Δεν υπάρχει δε οποιαδήποτε αμφιβολία πως μια τέτοια μεταβίβαση υποθήκης προϋποθέτει απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου «εν τη ενασκήσει της παρασχεθείσης αυτώ υπό του άρθρου 14 διακριτικής εξουσίας όπως εγγράψη την μεταβίβασιν». Εννοείται δε ότι μια τέτοια απόφαση τεκμαίρεται ως νόμιμη και κανονική εκτός εάν δυνάμει έφεσης βάσει του άρθρου 51 του Ν.9/65 ακυρωθεί υπό αρμόδιου δικαστηρίου (βάσει των άρθρων 80 και 81 του Κεφ.224). Μάλιστα με βάση τη ρητή πρόνοια του άρθρου 51
(2)του Ν.9/65 κανένα (άλλο) δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται διαδικασίας για ζήτημα το οποίο κέκτηται εξουσίαν ο Διευθυντής Κτηματολογίου εκτός στα πλαίσια τέτοιας έφεσης. Δεν υιοθετείται η εισήγηση της Εναγομένης 2 ότι προσομοιάζει με τα γεγονότα της παρούσας η υπόθεση Αγγελίδης ν. ΣΠΕ Παλλουριώτισσας
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1771. Εκεί κρίθηκε πως η ανυπαρξία οφειλής στη βάση των πλαστογραφημένων γραμματίων σήμαινε κατ' ανάγκην και την έλλειψη αντικειμένου για τις υποθήκες και ότι η αυτοτέλεια των υποθηκών δεν τις προστάτευε από τις συνέπειες της παρανομίας (των γραμματίων) με τα οποία ήταν λειτουργικά συνδεδεμένες. Κρίθηκε πως το άρθρο 36 του Ν.9/65 (στο οποίο για ακύρωση υποθήκης προνοείται υποβολή αίτησης) δεν κάλυπτε την περίπτωση εκείνη όπου οι υποθήκες ήταν εξ υπαρχής άκυρες και όπου ήταν αναγκαία η διερεύνηση θεμάτων η οποία μόνο στο πλαίσιο αγωγής μπορούσε να γίνει. Αντιθέτως όμως στην παρούσα περίπτωση τόσον η βασική σύμβαση δανείου όσον και η σύμβαση υποθήκευσης, καθώς και η ίδια η υποθήκη, είναι καθόλα έγκυρες συμβάσεις και πράξεις. Συνεπώς η απόφαση του Διευθυντή για μετεγγραφή δεν θα μπορούσε να εξεταστεί και πολύ περισσότερο να ακυρωθεί στα πλαίσια της αγωγής. Καταληκτικά θα πρέπει να επαναληφθεί πως ούτως ή άλλως βάσει του άρθρου 18
(5)του Ν.169(Ι)/15 οποιαδήποτε αναφορά σε τέτοια έγγραφα στον «εκχωρητή» διαβάζεται, ερμηνεύεται και ισχύει ως αναφορά στον αγοραστή κατά και μετά τον χρόνο μεταφοράς (εκτός όπου το σχετικό κείμενο απαιτεί διαφορετικά, που δεν είναι η περίπτωση) ενώ περαιτέρω βάσει του νέου άρθρου 18
(9)το όνομα του εκχωρητή αντικαθίσταται με το όνομα του αγοραστή κατόπιν κοινής τους αίτησης στον Διευθυντή χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε πρόσθετη ενέργεια εκ μέρους του εκχωρητή και του αγοραστή. Πράγμα το οποίο αναμφίβολα έχει ήδη επέλθει στην παρούσα περίπτωση. (ε) Ακυρότητα Υποθήκης Η Εναγόμενη 2 προέβαλε επίσης ότι η επίδικη υποθήκη είναι άκυρη καθότι οι όροι της παραβιάζουν το άρθρο 21
(1)(γ) του Ν.9/65 λόγω της αοριστίας στο εξασφαλιζόμενο ποσό και της (συνεπακόλουθης) «ακύρωσης του δικαιώματος εξάλειψης της υποθήκης βάσει του δόγματος του Equity of Redemption». Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, 2005 reisuue, Τόμος 32 (§307, 502, 517), οποιοσδήποτε όρος σε συμφωνία ο οποίος αποκλείει την εξόφληση, συνιστά πέδη ή δέσμά (clog or fetter), δηλαδή εμπόδιο ή κώλυμα στο δικαίωμα αποδέσμευσης και κατά συνέπεια είναι άκυρος ("...a clog or fetter on the Equity of Redemption is void", §517). Οι Εναγόμενοι παρέθεσαν την υπόθεση Samuel v. Jarrah Timper Core
(1904)AC 323, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση που κάποια σύμβαση υποθήκευσης (ή όρος αυτής) στερεί τον οφειλέτη του δικαιώματος να λάβει πίσω την περιουσία του έναντι καταβολής της οφειλής, τότε είναι άκυρη ("no contract...can be valid if it prevents the mortgager from getting back his property on paying off what is due on his security"). Η υπόλοιπη νομολογία την οποία παρέθεσαν, όντως αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου είτε οι συμβάσεις υποθήκευσης είτε κάποιοι όροι σε αυτές απαγόρευαν ή εξουδετέρωναν το δικαίωμα ανάκτησης της ενυπόθηκης ιδιοκτησίας (βλ. Reeve v. Lisle
(1902)AC461, Fairclough v. Swan Brewery
(1912)AC 565, Cityland and Property Ltd v. Dabrah
(1968)CH 166, Noakes and Co Ltd v. Rice
(1902)AC 24). Εν πρώτοις διευκρινίζεται ότι δεν θα απασχολήσουν καθόλου οι περιεχόμενες στην αγόρευση εισηγήσεις, σχόλια ή αναφορές, οι οποίες σαφέστατα έχουν ως υπόβαθρο μη σχετικά με την παρούσα υπόθεση τεκμήρια, συμβάσεις, όρους και μάρτυρες (π.χ. Τεκμήριο 10, όροι 4 και 12, μάρτυρας Χωραΐτης), αφού προφανώς παραπέμπουν όλα σε άλλη υπόθεση. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, τονίζεται κατ' αρχάς ότι σε όλες τις περιπτώσεις από τη νομολογία την οποία παρέθεσε η Εναγόμενη υπήρχαν στις συμβάσεις ρητοί όροι οι οποίοι όντως εμπόδιζαν την ανάκτηση της υποθηκευθείσας περιουσίας. Τέτοιοι όροι όμως δεν υπάρχουν στην επίδικη σύμβαση υποθήκευσης, ήτοι στο Τεκμήριο 18, πράγμα το οποίο διαφοροποιεί την παρούσα περίπτωση. Παρά δε τις εσφαλμένες αναφορές (σε τεκμήρια, όρους, μάρτυρες κ.λπ.) διαπιστώνεται ότι η βασική εισήγηση της Εναγομένης 2 είναι πως η διαφορά στο επιτόκιο (της σύμβασης υποθήκης) καθιστά το ποσό ως μη δυνάμενο να υπολογιστεί και περαιτέρω ότι έτσι καθιστά το δικαίωμα για ανάκτηση της περιουσίας ως αδύνατο να εξασκηθεί. Η εισήγηση όμως παραγνωρίζει ότι η υποθήκη συνεστήθη προς εξασφάλιση συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης η οποία αναφέρεται στη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως, Τεκμήριο 18 και δη προς εξασφάλιση του δανείου των Λ.Κ.300.000 προς τον πρωτοφειλέτη, για το οποίο ανοίχθηκε και λειτουργούσε συγκεκριμένος λογαριασμός. Ως αναφέρεται στον όρο 4 του Εγγράφου Υποθήκης η επίδικη υποθήκη αποτελεί εξασφάλιση των υποχρεώσεων τις οποίες εξασφαλίζει. Όπως και στην αγόρευση της Εναγόμενης 2 εντίμως αναγνωρίζεται, είναι εμφανές ότι η υποθήκη δεσμεύεται με το ποσό του λογαριασμού, ότι αυτό αναγράφεται ρητώς χωρίς να χρήζει οποιασδήποτε άλλης ερμηνείας ή επεξήγησης και ότι αποδέσμευση του ακινήτου επιτυγχάνεται με την αποπληρωμή του λογαριασμού. Η δε εισήγηση ότι ακόμα και κατά την ακρόαση παρουσιάστηκαν καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες δεν καθορίζουν με ακρίβεια το οφειλόμενο ποσό ασφαλώς δεν ευσταθεί, λαμβανομένου υπόψιν πως η αναδόμηση ενός λογαριασμού είναι μια επιτρεπτή πρακτική (βλ. Ζερβού κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2192). Εν πάση περιπτώσει, οι Εναγόμενοι είχαν πάντοτε εκ του Νόμου και το δικαίωμα, σε περίπτωση άρνησης της Τράπεζας να αποδεχθεί συγκεκριμένη πληρωμή προς εξάλειψη της υποθήκης, να αποταθούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο και να ζητήσουν την έκδοση ακυρωτικού της υποθήκης διατάγματος [άρθρο 36
(1)(β)]. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, δεν συμφωνώ ότι υπήρχε στην παρούσα περίπτωση στέρηση του δικαιώματος ανάκτησης. (στ) Καταχρηστικές Ρήτρες Σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Ν.93(Ι)/96 «καταχρηστική» θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών. Σύμφωνα δε με το άρθρο 7 του ιδίου Νόμου ο πωλητής ή ο προμηθευτής αγαθών ή υπηρεσιών οφείλει να διασφαλίζει ότι, σε περίπτωση γραπτών συμβάσεων, οι ρήτρες διατυπώνονται με σαφή και κατανοητό τρόπο. Την τελευταία αυτή πρόνοια η Εναγόμενη 2 την εκλαμβάνει ως τη βάση της απαίτησης για διαφάνεια, συσχετίζοντας τη με το άρθρο 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ και συναφή νομολογία του Δ.Ε.Ε. Μέσα από την ευρωπαϊκή νομολογία προκύπτει ότι η απαίτηση περί διαφάνειας πρέπει να τυγχάνει διασταλτικής ερμηνείας και στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε ως ουσιώδους σημασίας για τον καταναλωτή η πληροφόρηση (πριν τη σύναψη της σύμβασης) σχετικά με τους όρους και τις συνέπειες της συνομολόγησης σύμβασης, οπότε αυτός να αποφασίζει κατά πόσον επιθυμεί να δεσμεύεται από τους προτεινόμενους όρους (βλ. Υπόθ. Kasler C-26/13, ημερ. 30.4.14, Υπόθ. RWE Vertrieb C-92/11, ημερ. 21.3.13). Όπως εξηγείται στην αγόρευση της Εναγομένης 2, οι αδιαφανείς ρήτρες αποκρύπτουν την πραγματική νομική και οικονομική κατάσταση και δημιουργούν τον κίνδυνο ο καταναλωτής είτε να απόσχει από ορισμένες ενέργειες (π.χ. άσκηση δικαιωμάτων του) είτε να υποκύψει σε δικαιώματα ή αξιώσεις. Στην παρούσα περίπτωση δεν μπορούν βάσιμα να εγείρονται (και δεν θα απασχολήσουν) εισηγήσεις περί καταχρηστικότητας για προμήθειες ή τραπεζικά δικαιώματα αφενός επειδή δεν καλύπτονται από δικογραφικής πλευράς τέτοια θέματα και αφετέρου επειδή εν τέλει με την αναδόμηση έχουν αφαιρεθεί τέτοιες χρεώσεις. Από όσα αναπτύχθηκαν στην αγόρευση καλύπτεται δικογραφικά μόνον η θέση της Εναγομένης 2 ότι οι όροι που αφορούν τον υπολογισμό του τόκου είναι αόριστοι και ασαφείς διότι δεν καθορίζουν τα ακριβή κριτήρια ή και τα γεγονότα τα οποία λαμβάνονται υπόψιν κατά τον υπολογισμό της αύξησης του επιτοκίου ή και δεν καθορίζουν το πρόσωπο το οποίο λάμβανε την απόφαση ή και δεν καθορίζουν τον τρόπο που θα γινόταν η αύξηση (§4.6 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης). Εν πρώτοις θα πρέπει να σημειωθεί πως τα όσα προβάλλονται στην αγόρευση ως «όροι» στην πραγματικότητα περιέχονται αφενός στην επιστολή Τεκμήριο 16 την οποία υπέγραψε η Εναγόμενη 2 και αφετέρου στον όρο 17.1(ε) και (στ) των Γενικών Όρων και Κανονισμών, οι οποίοι παρουσιάστηκαν ως Τεκμήριο 27 (και όχι στο δάνειο Τεκμήριο 9, ως αναφέρεται εκ μέρους της Εναγομένης 2). Πράγματι στους πιο πάνω όρους του Τεκμηρίου 16 αναφέρεται ότι η τράπεζα δικαιούται να μεταβάλει οποτεδήποτε τον τόκο πλην όμως εξηγείται αφενός ότι αυτό θα γίνεται (
  1. i)μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν εκάστοτε, (
  2. ii)των συνθηκών της αγοράς, (iii) της αξίας του χρήματος και αφετέρου ότι θα δίδεται είτε ανακοίνωση είτε γραπτή ειδοποίηση ενώ στο Τεκμήριο 27 επίσης καταγράφεται ότι οι μεταβολές δημοσιεύονται σε εγχώριες εφημερίδες. Συνεπώς, ενόψει του περιεχομένου των συμβάσεων, των πληροφοριών και των γενικών όρων δεν θα συμφωνήσω ότι στην παρούσα υπήρχε ρήτρα η οποία δεν ήταν σαφής και κατανοητή. Όσον αφορά δε την πληροφόρηση η Εναγόμενη 2 είχε παραλάβει έναντι υπογραφών της όλα τα σχετικά στοιχεία και γνώριζε πολύ καλά εκ των προτέρων ότι το επιτόκιο ήταν κυμαινόμενο με δικαίωμα αλλαγής υπό όρους. Ας σημειωθεί ότι στις πλείστες ανακοινώσεις στις εφημερίδες του Τεκμηρίου 24 δίδονται εξηγήσεις για τις μεταβολές του βασικού επιτοκίου. Δεν συμφωνώ ότι υπήρχε αδιαφανής ρήτρα ή μειωμένη πληροφόρηση της Εναγομένης 2 και κατά συνέπειαν ούτε καταχρηστική ρήτρα υπ' αυτή την έννοια. (ζ) Οφειλόμενο Υπόλοιπο Όσον αφορά την ύπαρξη οφειλόμενου υπολοίπου θα πρέπει να υποδειχθεί πως πέραν των πληρωμών οι οποίες εμφαίνονται στην αρχική κατάσταση, Τεκμήριο 23, δεν υπήρξε εισήγηση ότι είχαν διενεργηθεί οποιεσδήποτε άλλες. Οι πληρωμές αυτές έχουν δεόντως ληφθεί υπόψιν κατά την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης, Τεκμήριο 26, στην οποία η Ενάγουσα οικειοθελώς αφαίρεσε διάφορες χρεώσεις περιορίζοντας ουσιαστικά την αξίωση της. Ούτε υπήρξε εισήγηση ή έστω ένδειξη ότι μετά τον τερματισμό ή την ετοιμασία του Τεκμηρίου 26 μέχρι σήμερα υπήρξε κάποια νεότερη πληρωμή έναντι. Αναμφίβολα λοιπόν έχει καταδειχθεί και η ύπαρξη υπολοίπου στο οποίο είναι συνυπεύθυνη βάσει της εγγύησης της η Εναγόμενη 2. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω συνιστά κατάληξη μου ότι έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο και δη ως αναφέρεται στην αναδομημένη κατάσταση Τεκμήριο 26 συν τόκους, για το οποίο η Εναγόμενη 2 ευθύνεται βάσει εγγυήσεως ενώ παράλληλα δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος για ακύρωση οποιασδήποτε σύμβασης ως έχει διεκδικηθεί με την ανταπαίτηση η οποία υπόκειται σε απόρριψη. Ως εκ τούτου εκδίδονται υπέρ της Ενάγουσας και εις βάρος της Εναγομένης 2 απόφαση και διάταγμα ως ακολούθως: (Α) Απόφαση για €704.015,06 συν τόκο προς 4,5% ετησίως από 19.5.22 επί ποσού €692.237,54 μέχρι τελικής εξόφλησης και δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δις ετησίως, ήτοι στις 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. (Β) Διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου ως η §9(β) της Έκθεσης Απαίτησης. (Γ) Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. (Δ) Λαμβανομένου υπόψιν ότι η αγωγή και η ανταπαίτηση έχουν συνεκδικαστεί επιδικάζεται προς όφελος της Ενάγουσας και εις βάρος της Εναγομένης 2 ένα σύνολο (σετ) εξόδων, ως θα υπολογιστούν συν ΦΠΑ και νόμιμο τόκο από σήμερα. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.