← Κύπρος

NAVARONE S.A. κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 4665/2015, 30/6/2023

NAVARONE S.A. κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 4665/2015, 30/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4665/2015 Μεταξύ:

  1. NAVARONE S.A., του Παναμά
  2. DON JUAN SHIPPING COMPANY LIMITED, από την Κύπρο Εναγουσών -και- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 30/06/
  3. EΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσες: κ. Μ. Χριστοφόρου με κ. Α. Νικολάου για Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους: κ. Σ. Κόκκινος για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγουσες αξιώνουν από την Εναγομένη απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η Εναγομένη παράνομα δεν απέστειλε στην Ενάγουσα 1 το ποσό των US $980.000 και διαζευκτικά απόφαση για το ποσό των US $980.000, πλέον τόκους επί του πιο πάνω ποσού, από τη 26.03.2013 μέχρι εξοφλήσεως. Αξιώνουν επίσης γενικές, παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Η αξίωση, κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, περιορίσθηκε στο ποσό των €314.428, πλέον τόκους, καθότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι το υπόλοιπο ποσό επιστράφηκε στους Ενάγοντες μετά την καταχώρηση της αγωγής. Η Εναγομένη καταχώρισε Υπεράσπιση, με την οποία απορρίπτει τις πιο πάνω αξιώσεις. Τα πλείστα γεγονότα, επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των Εναγόντων, είναι παραδεκτά και από τα δύο μέρη και ως εκ τούτου κρίνω σκόπιμο να τα παραθέσω συνοπτικά στο στάδιο αυτό: Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, η Ενάγουσα 1, ήταν εταιρεία με έδρα τον Παναμά και λειτουργούσε, μεταξύ άλλων, ως πλοιοδιαχειριστική εταιρεία. Η Ενάγουσα 2, ήταν Κυπριακή εταιρεία και ασχολείτο κυρίως με ναυτιλιακές και άλλες συναφείς εργασίες. Η Εναγομένη ήταν χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και ασχολείτο με τραπεζικές, χρηματοπιστωτικές και άλλες συναφείς εργασίες. Η Ενάγουσα 2, δια των αντιπροσώπων της, υπέγραψε συμφωνία και συγκεκριμένα προσύμφωνο πώλησης (ΜΟΑ), με ναυπηγείο στην Κίνα για την κατασκευή ενός εμπορικού πλοίου με σκοπό, κατά την αποπεράτωσή του, να νηολογηθεί υπό σημαία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ήταν όρος του πιο πάνω προσυμφώνου ότι, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από την υπογραφή του, θα έπρεπε η Ενάγουσα 2, ως αγοράστρια, να καταβάλει την προκαταβολή προς το ναυπηγείο. Η καταβολή του ποσού αυτού έπρεπε να γίνει μέσω ιδίου λογαριασμού και γι΄ αυτό θα έπρεπε να ανοιχτεί ένας λογαριασμός στο όνομα της Ενάγουσας
  4. Η Ενάγουσα 1, ως προέβλεπαν οι όροι της συμφωνίας, θα απέστελλε μέρος του ποσού ως η υποχρέωσή της. Κατά ή περί τον Μάρτη του 2013, οι νομικοί σύμβουλοι της Ενάγουσας 2, αποτάθηκαν στην Εναγομένη με αίτημα για άνοιγμα λογαριασμού, επ΄ ονόματι της Ενάγουσας 2, με σκοπό να σταλεί το ποσό της προκαταβολής για την αγορά του πλοίου. Η διευθύντρια της Ενάγουσας 2, επικοινώνησε με την Εναγομένη και οι λειτουργοί της την ενημέρωσαν ότι θα της παραχωρούσαν αριθμό λογαριασμού για αποστολή προς αυτούς της προκαταβολής, ο λογαριασμός όμως θα λειτουργούσε μόνο όταν υποβάλλονταν όλα τα αναγκαία έγγραφα και τα στοιχεία του κατόχου που απαιτούνταν από τη νομοθεσία και τους κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Σχετική είναι η επιστολή που αποστάληκε από την Εναγομένη προς την Ενάγουσα 1, τη 06.03.2013, Τεκμήριο
  5. Η Ενάγουσα 1, τη 13.03.2013, απέστειλε στην Εναγομένη το ποσό των US $980.
  6. Το ποσό παραλήφθηκε από την Εναγομένη τη 14.03.
  7. Η Ενάγουσα 2 δεν προσκόμισε στην Εναγομένη έντυπα (mandates) και όλα τα απαραίτητα έγγραφα που απαιτούνταν για το άνοιγμα του λογαριασμού. Τα έντυπα που απαιτούνταν να συμπληρωθούν και να παραδοθούν στην Εναγομένη, για τη λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού, περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο
  8. Τη 15.03.2013, εκδόθηκαν διατάγματα εξυγίανσης της οικονομίας της Κύπρου και η Εναγομένη Τράπεζα δεν διεκπεραίωνε οποιεσδήποτε εργασίες μέχρι και τη 26.03.
  9. Η Ενάγουσα 2, κατά ή περί τη 26.03.2013, κάλεσε την Εναγομένη Τράπεζα να αποστείλει το εμβασθέν ποσό, ήτοι το ποσό των US $980.000, στον αποστολέα, Ενάγουσα 1, NAVARONE SA, πλην όμως η Εναγομένη Τράπεζα παρέλειψε να το πράξει, με αποτέλεσμα το αιτούμενο ποσό να απομειωθεί. Το ποσό που κατατέθηκε στον πιο πάνω λογαριασμό έχει απομειωθεί με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, κατά €314.
  10. Ενόψει της απομείωσης, παραχωρήθηκαν στην Ενάγουσα 2, 15.722 μετοχές της Εναγομένης Τράπεζας. Τη 2.04.2013 οι Ενάγουσες απέστειλαν επιστολή, Τεκμήριο 12, στην Εναγομένη με την οποία της εζήτησαν όπως το ποσό που βρισκόταν «σε αναμονή», στο λογαριασμό «εν αναμονή», (in transit account), ο οποίος ουδέποτε τέθηκε σε λειτουργία, επιστραφεί στον αποστολέα του ποσού. Η Εναγομένη παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις πιο πάνω οδηγίες. Παρόμοιου περιεχομένου επιστολές απεστάλησαν από τις Ενάγουσες, μέσω των δικηγόρων τους, στην Εναγομένη και τους επόμενους μήνες. Πρόκειται για τις επιστολές ημερομηνίας 02.04.2013, 12.02.2014, 05.05.2014 και 23.06.
  11. Η Εναγομένη δεν ανταποκρίθηκε στα αιτήματα των Εναγόντων. Τη 9.01.2014, οι Ενάγουσες απέστειλαν επιστολή στην Εναγόμενη, με την οποία της έδωσαν οδηγίες όπως ολόκληρο το διαθέσιμο υπόλοιπο του λογαριασμού μεταφερθεί σε λογαριασμό των δικηγόρων τους. Η Εναγομένη με επιστολή της, ημερομηνίας 15.01.2014, απάντησε ότι θα εκτελούσε τις οδηγίες της μόλις η Ενάγουσα 2 υπόγραφε τα επισυναπτόμενα έγγραφα στην επιστολή τους, ήτοι το έγγραφο «corporate account application form». Οι Ενάγουσες, στην Έκθεση Απαίτησή τους, ισχυρίζονται ότι εφόσον το επίδικο ποσό βρισκόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπό καθεστώς, «εν αναμονή (in transit)» και/ή εφόσον δεν προσκομίστηκαν στην Εναγομένη Τράπεζα, τα έντυπα (mandates), συμπληρωμένα και υπογεγραμμένα και/ή τα απαραίτητα και/ή αναγκαία έγγραφα που απαιτούνταν για το άνοιγμα του λογαριασμού, η μόνη επιλογή που η Εναγόμενη είχε, ήταν να επιστρέψει ολόκληρο το ποσό που είχε μεταφερθεί στην Εναγομένη, με το άνοιγμα της τράπεζας, ήτοι τη 26.03.2013 και/ή σε οιανδήποτε άλλη ημερομηνία που θα ήταν εφικτή η επιστροφή του, στον αποστολέα. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι δεν έπρεπε να επιμεριστούν οιεσδήποτε ζημιές και/ή απομειώσεις και/ή δεν έπρεπε στο ποσό που μεταφέρθηκε στην Εναγομένη να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 άρθρα 1-34 ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή διατάγματος ή δευτερογενούς Νομοθεσίας ή εγκυκλίου. Η μη επιστροφή του αιτούμενου ποσού είναι, σύμφωνα πάντα με τους Ενάγοντες, παράνομη και/ή αντικανονική και/ή αντισυμβατική. Ισχυρίζονται διαζευκτικά ότι η Εναγομένη και/ή αντιπρόσωποι της επέδειξαν αμέλεια και με τις πράξεις και/ή παραλείψεις τους προκάλεσαν ζημιές και έξοδα στις Ενάγουσες. Η Εναγομένη στην Υπεράσπιση της αρνείται ότι το επίδικο ποσό βρισκόταν σε καθεστώς «transit» και αναφέρει ότι ο εν λόγω λογαριασμός «ανοίχτηκε καθ΄ όλα ορθά και νομότυπα και μετά που είχαν συμπληρωθεί στο ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας όλα τα απαραίτητα τραπεζικά έγγραφα». Ο εν λόγω λογαριασμός ανοίχτηκε τη 14.3.13, ημερομηνία κατά την οποία εμβάστηκε και το επίδικο ποσό. Τη 16.3.13 τέθηκαν σε εφαρμογή τα περιοριστικά μέτρα που ακολούθησαν τα γεγονότα που έλαβαν χώρα και που οδήγησαν στην απομείωση «κούρεμα» των καταθέσεων, καθώς και τα διατάγματα που επέβαλαν την απομείωση του εν λόγω λογαριασμού. Το επίδικο ποσό δεν μπορούσε πλέον, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή της Εναγομένης, να μεταφερθεί σε οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό και ούτε και ήταν εφικτό να αποφευχθεί με οποιονδήποτε τρόπο η απομείωση του. Η Εναγομένη ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι Ενάγουσες δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα αγωγή καθότι, σύμφωνα με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Ν.17(Ι)Ι2013 και ειδικότερα τα άρθρα 12

(15)και 12
(16)αυτού, τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να ξεκινήσουν οποιανδήποτε διαδικασία απαιτώντας την πληρωμή των χρεών και υποχρεώσεων που επηρεάσθηκαν από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με τα ίδια μέσα, ούτε και να απαιτήσουν οποιαδήποτε χρηματική αποζημίωση. Άνευ βλάβης ακόμα και αν οι Ενάγουσες είχαν αγώγιμο δικαίωμα, η Εναγομένη επικαλείται την υπεράσπιση της «ματαίωσης σύμβασης» ("frustration"). Εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ο Ορέστης Γκιόκας, Μ.Ε.1, διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας 1 και η δικηγόρος Λουκία Αβρααμίδου, Μ.Ε.2, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας ΔΕΠΕ. Αμφότεροι κατέθεσαν για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μεταφέρθηκε το ποσό των US $980.000 στην Εναγομένη και στα όσα επακολούθησαν. Αμφότεροι οι μάρτυρες ισχυρίσθηκαν ότι το ποσό αυτό βρισκόταν σε καθεστώς «in transit» και δεν θα έπρεπε να απομειωθεί κατά €314.428. Η Μ.Ε.2 κατέθεσε ότι οι λειτουργοί της Εναγομένης Τράπεζας, τούς είχαν ενημερώσει ότι θεωρούσαν το συγκεκριμένο έμβασμα ως «in transit» και σε περίπτωση που οι Ενάγοντες δεν προσκόμιζαν τα απαραίτητα έγγραφα, δικαιολογητικά και έντυπα (mandates), η μεταφορά των χρημάτων στο δικαιούχο, δεν θα ήταν εφικτή και τα χρήματα θα επιστρέφονταν στον αποστολέα τους. Κατά την αντεξέταση της, ανέφερε ότι ο λογαριασμός στον οποίο είχε γίνει το έμβασμα δεν ήταν «λειτουργήσιμος». Για να τίθετο σε λειτουργία, με βάση την ενημέρωση που είχαν λάβει από την Εναγομένη, θα έπρεπε να είχαν δοθεί όλα τα έγγραφα/στοιχεία που ζητούσε η Εναγομένη Τράπεζα, κάτι που δεν έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Σήμερα, σύμφωνα με την Μ.Ε.2, η Ενάγουσα 2 είναι ιδιοκτήτρια 15.722 μετοχών της Εναγομένης. Οι πιο πάνω μετοχές δόθηκαν στην Ενάγουσα 2 λόγω της απομείωσης του επίδικου ποσού. Τη 2.03.2023 η συνολική αξία των μετοχών ήταν €43.235,50. Η αντεξέταση και των δύο μαρτύρων περιστράφηκε στο έμβασμα, κατά πόσο ήταν «in transit» ή όχι και κατά πόσο είχε ανοιχθεί ή όχι τραπεζικός λογαριασμός. Υποβλήθηκε και στους δύο μάρτυρες, από το συνήγορο υπεράσπισης, ότι τα χρήματα δεν ήταν «in transit» και ότι είχε ανοιχθεί λογαριασμός στον οποίο είχε γίνει και το έμβασμα, θέση την οποία οι μάρτυρες απέρριψαν. Εκ μέρους της Υπεράσπισης κατέθεσε ο Σωτήρης Αντωνίου, Μ.Υ.1, που ήταν «head» του Customer Service, στο Κέντρο Διεθνών Εργασιών της Εναγομένης, κατά τον επίδικο χρόνο. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι μετά από παράκληση του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπούσε τις Ενάγουσες, Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας ΔΕΠΕ, που ενεργούσαν ως μεσάζοντες (introducers) και σύστηναν στην Εναγομένη πελάτες, άνοιξαν τον επίδικο λογαριασμό. Ο λογαριασμός άνοιξε μετά την αποστολή «όλων των σχετικών και απαραίτητων εγγράφων πλην των mandates». Ισχυρίσθηκε ότι η «συνεννόηση» μεταξύ των μερών ήταν ότι ο εν λόγω τραπεζικός λογαριασμός θα υφίστατο κανονικά, θα μπορούσε να δεχθεί εισερχόμενα εμβάσματα ή καταθέσεις, πλην όμως σε σχέση με εξερχόμενα εμβάσματα ή ανάληψη χρημάτων από αυτόν, θα έπρεπε να υπογραφούν τα σχετικά mandates από τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και διευθυντές της Ενάγουσας 2. Στην παράγραφο 7 της Γραπτής Δήλωσης του, αναφέρει χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με τη μεταξύ τους συνεννόηση: «Ήταν η σαφής μας συνεννόηση ότι o λογαριασμός αυτός, θα ανοιχτεί για διευκόλυνση του πελάτη, δίδοντας στον πελάτη allocation letter με τον αριθμό λογαριασμού, iban number, swift code κλπ και το συντομότερο δυνατόν θα προσκόμιζαν οι πελάτες υπογεγραμμένα τα εναπομείναντα έγγραφα υπογεγραμμένα για να μπορούν να αναλήψουν χρήματα ή να στείλουν εξερχόμενο έμβασμα από αυτόν. H διαδικασία της τραπέζης για τους καλούς συνεργάτες όπως ήταν το Δικηγορικό Γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες, για την καλύτερη εξυπηρέτησή τους και όχι για οποιοδήποτε όφελος έναντι του τότε ανταγωνισμού, ήταν όταν ζητηθεί από introducer, δίδεται αριθμός λογαριασμού (allocation letter) προς τον πελάτη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο εν λόγω επίδικος τραπεζικός λογαριασμός ανοίχτηκε κανονικά μετά που μας εστάλησαν πιστοποιημένα νομικά έγγραφα της Ενάγουσας 2 εταιρείας και είχαν συμπληρωθεί τα τραπεζικά έγγραφα στο ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας (gateway).» Ο μάρτυρας ισχυρίσθηκε ότι ουδέποτε είχε λεχθεί στους πελάτες ότι τα χρήματα τους θα ευρίσκονταν σε καθεστώς «in transit», τέτοιος τραπεζικός όρος δεν υφίστατο, εκείνο που τους είχε λεχθεί ήταν ότι δεν θα μπορούσαν να «τραβήξουν» χρήματα, χωρίς προηγουμένως να τους προσκομίσουν υπογεγραμμένα όλα τα εναπομείναντα mandates. Κατά ή περί τη 16.11.2016, οι πελάτες προσήλθαν και προσκόμισαν τα εναπομείναντα απαραίτητα mandates, υπογεγραμμένα, αποδεχόμενοι εν τέλει, σύμφωνα με την εκδοχή του μάρτυρα, την απομείωση καταθέσεων που υπέστησαν ένεκα εφαρμογής των διαταγμάτων περί διάσωσης με ιδία μέσα της Τράπεζας Κύπρου, που εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης. Την ίδια μέρα προχώρησαν και απέστειλαν εξερχόμενο έμβασμα για ποσό εκ US $573.000 προς την Ενάγουσα 1, αφού προηγουμένως κατέθεσαν στον επίδικο λογαριασμό, διάφορα ποσά που ευρίσκοντο σε διαφορετικούς τους λογαριασμούς, κατ' εφαρμογή των διαταγμάτων περί «κουρέματος», ως ανέφερε χαρακτηριστικά. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε ότι όλες οι συνομιλίες, εκ μέρους της Εναγομένης, σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση, γινόντουσαν από τον υφιστάμενο του Γιάννο Καραολή και όχι από τον ίδιο. Ο τελευταίος ήταν αυτός που τον ενημέρωνε για όλες τις διαδικασίες, ο ίδιος δεν είχε προσωπική επαφή με τους Ενάγοντες ή τους δικηγόρους τους. Μεταξύ των μερών υπήρχε, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, «σχέση εμπιστοσύνης» και συνεργασίας και σε καμία περίπτωση υπήρξε εκ μέρους τους η σκέψη ή η παραμικρή αμφιβολία ότι τα έγγραφα δεν θα υπογράφονταν και δεν θα προσκομίζονταν στην Εναγομένη. Σε περίπτωση που τα mandates δεν παρουσιάζονταν στην Εναγομένη, η τελευταία θα έπρεπε να επιστρέψει τα χρήματα στον αποστολέα τους. Μετά από έντονη αντεξέταση, ο Μ.Υ.1, παραδέχθηκε ότι η αποστολή των χρημάτων στον αποστολέα τους ήταν η μόνη επιλογή που είχε η Εναγομένη. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αξιολόγηση των μαρτύρων έγινε ακολουθώντας τις αρχές που καθορίστηκαν από τη νομολογία. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την αντιπαράβαλα και την εξέτασα σε σχέση με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας. Η αξιολόγηση θα επικεντρωθεί στους ισχυρισμούς που κατέστησαν επίμαχοι, καθότι δεν θεωρώ σκόπιμο να επεκταθώ σε ισχυρισμούς που δεν αμφισβητήθηκαν και ή που δεν σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα. Αφού εξέτασα τη μαρτυρία στο σύνολο της, κατέληξα σε ευρήματα και συμπεράσματα, τα οποία παραθέτω πιο κάτω, όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μου αλλά με βάση τη σειρά, η οποία κατά την κρίση μου αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασης μου. Ως ανέφερα αρχικά, στην εισαγωγή, τα πλείστα γεγονότα είναι παραδεκτά και η μαρτυρία των τριών προσώπων που κλήθηκαν να καταθέσουν συγκλίνει σε πολλά σημεία. Εκείνο που αμφισβητείται είναι κατά πόσο το έμβασμα που είχε αποσταλεί, που αποτελεί και το αντικείμενο της διαδικασίας, ήταν «in transit» ή κατά πόσο είχε ανοιχθεί τραπεζικός λογαριασμός, που ως ανέφερε ο Μ.Υ.1, «υφίστατο κανονικά». Αρχίζοντας από τη τελευταία δήλωση του Μ.Υ.1 ήτοι ότι ο λογαριασμός «υφίστατο κανονικά», παρατηρώ ότι δεν υποστηρίζεται από την προσαχθείσα μαρτυρία, συμπεριλαμβανομένης και της μαρτυρίας του ιδίου. Με βάση την επιστολή, Τεκμήριο 4, που η ίδια η Εναγομένη απέστειλε στους Ενάγοντες, προκύπτει ότι είχε δοθεί αριθμός λογαριασμού, το έμβασμα μεταφέρθηκε, ο λογαριασμός όμως δεν θα ετίθετο σε λειτουργία εκτός εάν οι Ενάγοντες προσκόμιζαν όλα τα αναγκαία έγγραφα. Παραθέτω το περιεχόμενο της αυτούσιο: «Messrs DON JUAN SHIPPING LIMITED P.O. BOX 21684 1512, Nicosia Cyprus Dear Sir /Madam, We would like to welcome you to Bank of Cyprus and thank you for choosing our Bank. We have allocated the following account number(
  1. s)and IBAN to you. Please note that the account(
  2. s)will become operative upon receipt of all required documents for the opening of account with Bank of Cyprus Public Company Ltd according to the procedures as well as full details having been obtained by the Bank as to the identity of the holder or the applicant, as required by Law and by the Regulations of the Central Bank of Cyprus.» Τα έγγραφα και τα στοιχεία που απαιτούνταν, δεν ήταν επουσιώδη αλλά αντιθέτως έγγραφα που προνοούνταν από τη Νομοθεσία και τους Κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας. Πρόκειται για τα πιο κάτω έγγραφα, τα οποία περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 6: I. Corporate Account Application Form Το έγγραφο περιλαμβάνει διάφορα στοιχεία σε σχέση με την εταιρεία, προτιθέμενη κάτοχο του λογαριασμού. Το έγγραφο αυτό θα έπρεπε να φέρει τις υπογραφές της διευθύντριας και του γραμματέα της εταιρείας και να ετύγχανε έγκρισης από την Εναγομένη. Το συγκεκριμένο έγγραφο είναι ανυπόγραφο και δεν έτυχε έγκρισης από την Εναγομένη. ΙΙ. Application For Customer Enrolment - Individual Πρόκειται για δέκα έντυπα που περιλαμβάνουν στοιχεία δέκα φυσικών και νομικών προσώπων. Τα συγκεκριμένα έγγραφα είναι ανυπόγραφα. ΙΙΙ. Your Personal Data and the Bank of Cyprus Group Πρόκειται για έξι έντυπα/δηλώσεις ταυτόσημου περιεχομένου που θα έπρεπε να υπογραφούν από έξι διαφορετικά φυσικά πρόσωπα. Τα συγκεκριμένα έγγραφα είναι ανυπόγραφα. IV. Declaration of Professional Intermediary and/or Registrered Shareholder/s of Don Juan Shipping Ltd Έντυπο στο οποίο περιλαμβάνονται τα ονόματα των δικαιούχων (beneficial owners) της Don Juan Shipping Ltd και δήλωση από τους μεσάζοντες, Πελαγία, Χριστοδούλου & Βράχα, ότι τα πιο πάνω πρόσωπα δεν εμπλέκονται σε εγκληματικές ενέργειες ή σε ξέπλυμα βρώμικου χρήματος ή σε χρηματοδότηση τρομοκρατικών ενεργειών. Στο τελευταίο έντυπο γίνεται αναφορά και σε δέκα έγγραφα, τα οποία θα έπρεπε να παραδοθούν στην Εναγομένη. Τα περιγράφω αμέσως πιο κάτω: - Full set of Corporate Documents, - Certificate of Good Standing, - Board resolution for the opening of the account(
  3. s)and the appointment of authorized signatories, - Identity cards/ international passports of authorized signatories, registered shareholder/s and beneficial owner(s), - Trust Deed(s)/Declaration of Trust/Other similar trust agreement between the beneficial owner(
  4. s)and the registered shareholder(
  5. s)acting as nominee/s, - Ownership/group structure leading to the beneficial owner (diagrammatical or otherwise), - Proof of business address of Group Principal Trading Offices, - Proof of the permanent residential address of the authorisedauthorized signatories and the beneficial owner(
  6. s)i.e. recent utility bill(s), (not dated more than six months from the date hereof) or statement of bank accounts, - Short CV's of ultimate beneficial owner/s και - Short CV's of authorized signatories. Τα πιο πάνω έγγραφα θα έπρεπε παράλληλα να πιστοποιηθούν από τον υπογράφων του εντύπου ότι ήταν ορθά. Η δήλωση που αφορά την πιστοποίηση είναι η ακόλουθη: «We certify that all documentation and information supplied above is correct and that all documents supplied are true copies of the original, and we confirm that the beneficial owner(
  7. s)declared above is / are acting on his/her/their own behalf and not as nominee(s), trustee(
  8. s)or in a fiduciary capacity on behalf of any other person(s).» Η συγκεκριμένη δήλωση είναι ανυπόγραφη. V. Λογαριασμοί Εταιρειών/Company Accounts - Δείγματα υπογραφών. Το έντυπο περιλαμβάνει τα ονόματα των προσώπων που θα μπορούσαν να υπογράψουν σε σχέση με το λογαριασμό. Τα δείγματα υπογραφών δεν περιλαμβάνονται στο έγγραφο και το έντυπο δεν φέρει την υπογραφή του μεσάζοντα, που θα έπρεπε να είχε υπογράψει στο τέλος. VI. Customer Profile Έντυπο που περιλαμβάνει τα στοιχεία της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των αξιωματούχων και των μετόχων. Διαπιστώνω ότι τα έγγραφα και τα στοιχεία που απαιτούνταν ήταν πάρα πολλά και σε αυτά περιλαμβάνεται ακόμη και το Corporate Account Application Form, γεγονός που υποδηλοί ότι δεν είχε καν υποβληθεί η απαιτούμενη αίτηση για άνοιγμα του λογαριασμού. Διαπιστώνω επίσης ότι μέρος των εγγράφων αφορούσαν την παρεμπόδιση και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (Ν.188(Ι)/2007). Πέραν τούτου όμως με βάση τη δήλωση του ιδίου του μάρτυρα, Μ.Υ.1, προκύπτει ότι σε περίπτωση που δεν προσκομίζονταν όλα τα πιο πάνω έγγραφα, δεν θα μπορούσαν να γίνουν μεταφορές και ή αναλήψεις από το συγκεκριμένο λογαριασμό και η μόνη επιλογή που η Εναγομένη Τράπεζα είχε, ήταν να επιστρέψει το ποσό στον αποστολέα. Σε σχέση με το θέμα αυτό, ήτοι ότι σε περίπτωση που δεν παρουσιάζονταν όλα τα απαραίτητα έγγραφα το έμβασμα θα επιστρεφόταν, κατέθεσαν και οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2. Υπενθυμίζω ότι με βάση τη μαρτυρία των δύο πιο πάνω προσώπων, οι λειτουργοί της τράπεζας τους είχαν ενημερώσει ότι σε περίπτωση που δεν παρουσιάζονταν όλα τα αναγκαία έγγραφα και στοιχεία, το έμβασμα θα επιστρεφόταν στον αποστολέα. Η δήλωση τους γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία των δύο πιο πάνω προσώπων, Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, στο σύνολο της, διαπιστώνω ότι είχε συνοχή και ήταν θετική. Το μεγαλύτερο μέρος της αντεξέτασης τους επικεντρώθηκε στην αμφισβήτηση του ισχυρισμού τους ότι το έμβασμα βρισκόταν σε καθεστώς «in transit». Δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω ότι αυτό τους είχε λεχθεί από τους λειτουργούς της Εναγομένης. Εξάλλου όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποδηλούν ότι οι διαδικασίες που είναι αναγκαίες για άνοιγμα λογαριασμού, με βάση τη νομοθεσία και τους κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας, δεν είχαν ολοκληρωθεί, ενώ με βάση τη θέση της ίδιας της Εναγομένης, ο λογαριασμός δεν είχε τεθεί σε λειτουργία. Ο Μ.Υ.1 αμφισβήτησε την πιο πάνω θέση και ισχυρίσθηκε ότι ουδέποτε οι λειτουργοί της Εναγομένης δήλωσαν στους πελάτες και ή στους εκπροσώπους τους ότι το επίδικο ποσό βρισκόταν «in transit». Με βάση τη δήλωση όμως του ιδίου, αυτός ουδέποτε είχε απευθείας επικοινωνία με τα πιο πάνω πρόσωπα. Όλες οι επικοινωνίες γινόντουσαν με κάποιο τρίτο πρόσωπο, λειτουργό της Εναγομένης. Το πιο πάνω πρόσωπο δεν κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Καταλήγω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του Μ.Υ.1 αποτελεί απλή εικασία και δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης είναι ομολογουμένως πρωτότυπα. Η Εναγομένη συγκατατέθηκε να δεχθεί έμβασμα σε λογαριασμό, για τον οποίο δεν είχε υποβληθεί γραπτή αίτηση ανοίγματος, δεν είχαν παρουσιασθεί όλα τα έγγραφα που απαιτούνται με βάση τη νομοθεσία και τους Κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας και ο οποίος, με βάση τη δική της θέση, δεν ήταν καν σε λειτουργία. Εκείνο δε που με εξέπληξε ήταν το γεγονός ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που η Εναγομένη Τράπεζα προέβη σε τέτοια ενέργεια, αλλά ήταν πρακτική που εφάρμοζε για να εξυπηρετήσει καλούς πελάτες και να ικανοποιήσει τους μεσάζοντες (introducers) ήτοι δικηγορικά γραφεία που της σύστηναν πελάτες. Μελέτησα μεγάλο αριθμό συγγραμμάτων και νομολογία, επί τραπεζικών θεμάτων σε μια προσπάθεια να αντλήσω καθοδήγηση για το θέμα που καλούμαι να αποφασίσω. Δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσω οποιοδήποτε προηγούμενο ή έστω και μια απλή αναφορά σε λογαριασμό ο οποίος λαμβάνει αριθμό χωρίς να υποβληθούν όλα τα απαραίτητα έγγραφα, κάτω από τις περιστάσεις που περίγραψα πιο πάνω. Ως αναφέρω και πιο πάνω, το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας αναλώθηκε στο κατά πόσο το επίδικο ποσό ήταν «in transit» ή όχι. Το ερώτημα που κατά την άποψη μου πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η κατοχή του πιο πάνω ποσού μεταβιβάστηκε ή όχι στην Εναγομένη Τράπεζα, με απλά λόγια κατά πόσο το ποσό των US $980.000 μεταφέρθηκε στο γενικό ταμείο της (generic fund) της Εναγομένης και αυτή μπορούσε να το χρησιμοποιήσει για οποιοδήποτε λόγο έκρινε σκόπιμο ή όχι. Για να απαντηθεί το πιο πάνω ερώτημα, θα πρέπει πρώτα να εξετάσουμε τη σχέση του καταθέτη και της τράπεζας. Η σχέση καταθέτη - τράπεζας είναι σχέση πιστωτή και χρεώστη. Ο καταθέτης όταν ανοίγει πιστωτικό λογαριασμό, δανείζει τα χρήματα του στην τράπεζα και αυτά καταλήγουν στο γενικό ταμείο της τράπεζας, στο οποίο μεταφέρονται όλες οι καταθέσεις των πελατών. Ο καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει από την τράπεζα να του καταβάλει το αντίστοιχο ποσό. Το ποσό που θα του επιστραφεί αποτελεί μέρος του γενικού ταμείου. Δεν διατηρείται προσωπικό ταμείο για κάθε καταθέτη. Καθοδηγητικό επί του θέματος είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Ellinger' s Modern Banking Law, 5η έκδοση, σελ. 215: «In economic terms, the constant flow of money into and out of each bank, as described above, forms the basis of the economic conceptualization of banking activity—a bank is a reservoir of money. This also provides an apt description of the banking network as a whole. This par­ticular conceptualization highlights the fact that money flowing into the bank becomes part of a generic fund held for all the customers, and that money paid out by the bank flows not from an individualized fund held in the customer's name, but from this generic bank fund. Essentially, the `reservoir' is that of the bank itself, not a reservoir compris­ing earmarked amounts owned by separate account holders. This economic conception finds echoes in the legal explanations of the banker-customer relationship. As considered previously, money paid by the customer to the credit of his bank account is treated as being lent by him to the bank, and such deposited funds are not earmarked or held in trust for the customer, but become the property of the bank. Essentially, the banker-customer relationship is a debtor-creditor relationship, not one of trust, bailment or agency. This conception of banking activity reflects another well-known legal doctrine, namely, that money cannot be owned in the same way as corporeal property. Instead, any amount paid to the credit of a customer's account gives rise to a mere chose in action in favour of the customer that is enforceable against the bank. It is a debt that, in the case of a current account or a savings account, is payable to the customer on demand, whilst in the case of a fixed deposit it is repayable at an agreed future date.» Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Χριστόδουλος κ.ά ν. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά
(2013)3 Α.Α.Δ.
  1. Ενόψει της πιο πάνω σχέσης, η κατοχή των καταθέσεων μεταφέρεται στην τράπεζα και αυτή είναι ελεύθερη να χρησιμοποιήσει τις καταθέσεις με οποιοδήποτε τρόπο κρίνει σκόπιμο. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο πιο πάνω σύγγραμμα, σελίδα 216: «. the bank is free to use the deposited money for its own purposes and dealings and does not have to account to the customer for profits made with his particular deposits.». Στην υπό κρίση υπόθεση, ως ανέφερα πολλάκις, μεταφέρθηκε το έμβασμα σε λογαριασμό, ο οποίος όμως δεν είχε τεθεί σε λειτουργία καθότι δεν είχαν υποβληθεί όλα τα αναγκαία έγγραφα που απαιτούνται από την νομοθεσία και τους κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας. Υπενθυμίζω ότι αυτό αναφέρεται ρητώς στην επιστολή που απέστειλε η Εναγομένη στους Ενάγοντες. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι σε περίπτωση που η Εναγομένη έθετε σε λειτουργία το συγκεκριμένο λογαριασμό, αυτή θα παρανομούσε καθότι δεν είχε εξασφαλίσει όλα τα έγγραφα που απαιτούνται από τη νομοθεσία. Αποτελεί επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν μπορούσαν να γίνουν αναλήψεις και ή μεταφορές χρημάτων από τον πιο πάνω λογαριασμό και σε περίπτωση που οι Ενάγοντες δεν παρουσίαζαν στην τράπεζα όλα τα έγγραφα που απαιτούντο, συμπληρωμένα και υπογεγραμμένα, η μόνη επιλογή που αυτή είχε ήταν να επιστρέψει το ποσό αυτούσιο στον αποστολέα του. Εξίσου σημαντικό είναι και το γεγονός ότι η Αίτηση για άνοιγμα του λογαριασμού δεν είχε καν υποβληθεί στην Εναγομένη. Αποτελεί βασική νομική αρχή ότι για να συνομολογηθεί έγκυρη σύμβαση θα πρέπει να υποβληθεί πρόταση (offer), η πρόταση να γίνει δεκτή (acceptance) και να υπάρχει και αντιπαροχή. Στην υπό κρίση υπόθεση όλα τα βασικά στοιχεία για τη συνομολόγηση μιας έγκυρης σύμβασης ελλείπουν. Η πρόταση που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η αίτηση για άνοιγμα του λογαριασμού, δεν είχε καν υποβληθεί και κατ΄ επέκταση ουδέποτε έγινε αποδεκτή. Συνάγεται, εφόσον τα δύο αυτά συστατικά στοιχεία ελλείπουν, ότι δεν είχε συνομολογηθεί μεταξύ των μερών έγκυρη σύμβαση για άνοιγμα λογαριασμού. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ποσό ουδέποτε τέθηκε στη διάθεση της Εναγομένης Τράπεζας και δεν περιήλθε στο γενικό ταμείο, στα αποθέματα της, υπό τη μορφή δανείου. Κατ΄ επέκταση, δεν ήταν στη διάθεση της να το χρησιμοποιήσει ως αυτή έκρινε σκόπιμο. Η απομείωση του επίδικου ποσού έγινε με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/2013, άρθρο
  2. Στην παράγραφο 1 του πιο πάνω άρθρου διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «
(1)Η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να απαιτεί, όποτε η ίδια κρίνει αναγκαίο, εφόσον εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, μέσω της έκδοσης διατάγματος, την αναδιάρθρωση των χρεών και υποχρεώσεων, υφιστάμενων ή μελλοντικών, οποιουδήποτε τύπου, του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης, τροποποίησης, διευθέτησης ή αντικατάστασης του αρχικού κεφαλαίου ή του υπολειπόμενου ποσού, ή την ολική ή μερική μετατροπή χρεωστικών τίτλων ή υποχρεώσεων σε μετοχικό κεφάλαιο: Νοείται ότι οι εγγυημένες καταθέσεις εξαιρούνται του παρόντος μέτρου εξυγίανσης.» Ένα ποσό, για να μπορεί να τύχει απομείωσης θα πρέπει να εμπίπτει σε μια από τις πιο πάνω κατηγορίες. Θα πρέπει δηλαδή να αποτελεί μέρος του «αρχικού κεφαλαίου ή του υπολειπόμενου ποσού» ή να αποτελεί «χρεωστικό τίτλο ή υποχρέωση σε μετοχικό κεφάλαιο» του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση. Το υπό κρίση έμβασμα δεν εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω κατηγορίες. Ως αναφέρω και ανωτέρω μεταξύ των μερών δεν έχει συνομολογηθεί έγκυρη συμφωνία και το επίδικο έμβασμα δεν περιήλθε στην κατοχή της Εναγομένης υπό τη μορφή χρέους ή χρεωστικού τίτλου, ως ανέλυσα πιο πάνω. Καταλήγω ότι το επίδικο έμβασμα δεν θα μπορούσε να τύχει απομείωσης με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 17(Ι)/2013. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κατά την αγόρευσή του αμφισβήτησε και το δικαίωμα των Εναγουσών να καταχωρίσουν την υπό κρίση αγωγή. Διαπιστώνω ότι στην Υπεράσπιση δεν εγείρεται τέτοιο θέμα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τύχει εξέτασης. Περιορίζομαι όμως να επισημάνω ότι η ιδιότητα υπό την οποία οι Ενάγουσες αξιώνουν το ποσό, περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης. Η αγωγή πετυχαίνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων 1 και 2 και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €314.428, πλέον νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού από τη 26.03.2013 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Κατά την καταβολή του πιο πάνω ποσού, η Ενάγουσα 2 οφείλει όπως επιστρέψει στην Εναγομένη τις μετοχές που έλαβε ως αντάλλαγμα για την απομείωση του επίδικου ποσού. (Υπ.) ................................ Τ. Παρασκευαϊδου- Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.