← Κύπρος

Αργυρώς Παπατρύφωνος ν. Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 5905/2016, 9/6/2023

Αργυρώς Παπατρύφωνος ν. Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 5905/2016, 9/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2023:A124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5905/2016 Μεταξύ: Αργυρώς Παπατρύφωνος Ενάγουσας -και- Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 16.11.2022 Ημερομηνία: 9/06/

  1. EΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Φρ. Γέρου με κα Κ. Χατζηχριστοδούλου. Για Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Κ. Γιαπανά για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδη & Σία ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της αγωγής είναι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν οι Εναγόμενοι στην Ενάγουσα, κατά ή περί το 2008, δυνάμει δύο συμφωνιών ημερομηνίας 26.01.2008 και 22.04.
  2. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι παράνομα μετέβαλαν το βασικό επιτόκιο και χρέωσαν τον επίδικο λογαριασμό με παράνομους τόκους και έξοδα. Αξίωση της Ενάγουσας είναι όπως οι πιο πάνω συμβάσεις και οι υποθήκες που δόθηκαν ως εξασφαλίσεις, ακυρωθούν και διαζευκτικά όπως εκδοθεί δικαστικό διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι το βασικό επιτόκιο που θα πρέπει να χρεωθεί στον εν λόγω λογαριασμό είναι το εκάστοτε ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και/ή το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο ύψους 3%. Η Ενάγουσα προβάλλει, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι οι υπαλλήλοι της Τράπεζας ουδέποτε τους εξήγησαν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων, η σύναψη των συγκεκριμένων διευκολύνσεων έγινε κατόπιν δικής τους προτροπής και ενώ αυτοί γνώριζαν ότι λόγω του ύψους του επιτοκίου, οι διευκολύνσεις δεν ήταν βιώσιμες. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση, με την οποία αναγνωρίζουν την παροχή των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων, απορρίπτουν όμως τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε σχέση με τις συνθήκες παραχώρησης τους και σύναψης των επίδικων συμφωνιών. Ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι καμία προτροπή και ή εισήγηση έγινε εκ μέρους τους, σε σχέση με τη χορήγηση των επίδικων διευκολύνσεων και της σύναψης ασφάλειας ζωής στο όνομα του συζύγου της. Η Ενάγουσα και ο σύζυγος της «οικειοθελώς και ή με την ελεύθερη βούληση τους», προχώρησαν στη σύναψη των επίδικων συμφωνιών πίστωσης. Οι επίδικες συμφωνίες έχουν τερματισθεί τη 16.10.
  3. Παρενθετικά αναφέρω ότι ο σύζυγος της Ενάγουσας έχει αποβιώσει και η αγωγή έχει καταχωρηθεί μόνο από την Ενάγουσα. Με την υπό κρίση Αίτηση, η Ενάγουσα αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να κηρύσσονται καταχρηστικές οι ρήτρες των δύο πιο πάνω συμβάσεων ημερομηνίας 26.01.2008 και 22.04.2008, που αφορούν τα πιο κάτω θέματα: (α) Τη χρέωση του λογαριασμού με επιτόκιο και συγκεκριμένα του όρου που αφορά την ανακεφαλαίωση των τόκων δύο φορές το χρόνο, τον υπολογισμό του επιτοκίου με βάση το εμπορικό έτος το οποίο αποτελείται από 360 ημέρες αντί 365 ημέρες, την κατανομή των εμβασμάτων κατά προτεραιότητα προς εξασφάλιση των τόκων και άλλων χρεώσεων. (β) Το δικαίωμα του πιστωτικού ιδρύματος να διεκδικήσει εξόφληση ολόκληρου του ποσού καθ΄ οιονδήποτε χρόνο. (γ) Τη χρέωση του λογαριασμού με έξοδα, δικαιώματα, δαπάνες και καταβολές οποιουδήποτε είδους. (δ) Το γενικό δικαίωμα επισχέσεως του πιστωτικού ιδρύματος. (ε) Το δικαίωμα του πιστωτικού ιδρύματος χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη, να ενώνει και να συμψηφίζει τις υποχρεώσεις του τελευταίου και να μεταφέρει οποιοδήποτε ποσό βρίσκεται στη πίστη του σε οποιοδήποτε λογαριασμό για εξόφληση μέρους ή όλων των υποχρεώσεων του. (στ) Τον τρόπο αποστολής ειδοποιήσεων στον πελάτη. (ζ) Το δικαίωμα του πιστωτικού ιδρύματος για παραπομπή του θέματος σε διαιτησία. Αξιώνει επίσης τα πιο κάτω διατάγματα: (α) Διάταγμα και/ή απόφαση με την οποία να κηρύσσονται παράνομες και ή άκυρες εξ΄ υπαρχής, οι επίδικες συμφωνίες, ημερομηνίας 26.01.2008 και 22.04.
  4. (β) Διάταγμα και/ή απόφαση με την οποία να κηρύσσονται οι χρεώσεις των επιδίκων λογαριασμών άκυρες και/ή παράνομες. (γ) Διάταγμα και/ή απόφαση με την οποία να κηρύσσεται καταχρηστικός ή/και άκυρος εξ΄ υπαρχής (void ab initio) ο συμβατικός όρος 3

(1)(α) του ομαδικού ασφαλιστήριου συμβολαίου με αρ. GC1005 ημερομηνίας 14.02.2008, στο οποίο συμμετείχε ο σύζυγος της Ενάγουσας, το οποίο εξασφάλιζε κατά προτεραιότητα τις επίδικες συμβάσεις πίστωσης. (δ) Διάταγμα και/ή απόφαση με το οποίο να διατάσσεται η Καθ΄ ης η αίτηση να κηρύξει ότι η ενέργεια της να τερματίσει μονομερώς και χωρίς προειδοποίηση το πιο πάνω ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ήταν παράνομη. (ε) Διάταγμα και/ή απόφαση με την οποία να διατάσσεται οι Εναγόμενοι να διατηρήσουν το όνομα του ασφαλισμένου οφειλέτη Αντώνη Παπατρύφωνος στο πιο πάνω ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Πρόκειται για ένα μακροσκελές έγγραφο 32 σελίδων και 138 παραγράφων. Τα πλείστα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση, αφορούν πληροφορίες που έλαβε η Ενάγουσα από τους δικηγόρους της. Η υπό κρίση Αίτηση εδράζεται στον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021 (Ν. 112
(1)/2021), άρθρα 48, 49, 50, 51, 52, 62 και 63, στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις Καταχρηστικές Ρήτρες των Συμβάσεων που Συνάπτονται με Καταναλωτές, άρθρα 1-11 και Παράρτημα ως εκάστοτε ίσχυε και τροποποιήθηκε, Οδηγία (ΕΕ) 2019/2161 για την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ και των οδηγιών 98/6/ΕΚ, 2005/29/ΕΚ και 2011/83/ΕΕ όσον αφορά την καλύτερη επιβολή και τον εκσυγχρονισμό των κανόνων της ΕΕ για την προστασία των καταναλωτών, άρθρα 1 μέχρι 9, στο άρθρο 169
(1)και
(2)της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο άρθρο 114 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα άρθρα 38, 40, 41 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν. 14/1960) ως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 29, 31, 32, 30 και 41, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Δ.39 και Δ.64 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι Εναγόμενο, Καθ΄ ων η Αίτηση στην παρούσα διαδικασία, καταχώρισαν Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Προβάλλουν τη θέση ότι η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, κακόπιστη και καταχρηστική. Μοναδικός σκοπός της διαδικασίας είναι η καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και η εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ανδρέου, λειτουργού στο τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, η οποία στη συνέχεια έχει μετονομαστεί σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Η τελευταία μεταβίβασε όλες τις πιστωτικές τις διευκολύνσεις στην Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Ο ομνύοντας επισημαίνει ότι όλα τα θέματα που εγείρονται στην Αίτηση τελούν υπό αμφισβήτηση και ως εκ τούτου θα πρέπει να κριθούν στα πλαίσια της αγωγής, όπου θα δοθεί προφορική μαρτυρία και οι μάρτυρες θα τύχουν αντεξέτασης. Ο ομνύοντας δηλώνει επίσης ότι έχει προβεί σε αναδόμηση του λογαριασμού πίστωσης και «. δεν έχει εφαρμόσει τις ρήτρες και τις χρεώσεις που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι είναι καταχρηστικές». Οι πιο πάνω καταστάσεις έχουν ήδη κοινοποιηθεί στην Ενάγουσα. Η υπό κρίση Αίτηση εδράζεται στον Περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «ο Νόμος» και συγκεκριμένα στα άρθρα 62 και 63. Παραθέτω τις πρόνοιες των παραγράφων
(1), (1Α) και
(3)του άρθρου 62 και το άρθρο 63, για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «62.-
(1)Πρόσωπα που έχουν έννομο συμφέρον κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, δύναται με αίτηση τους στο δικαστήριο στο πλαίσιο διαδικασίας, η οποία εγείρεται αναφορικά με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, να αιτούνται την έκδοση διατάγματος με βάση το οποίο να απαγορεύεται σε οποιοδήποτε εμπορευόμενο συμπεριλαμβανομένου ιδιοκτήτη κώδικα, να παραβεί ή να συνεχίσει να παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. (1Α) Το Δικαστήριο εξετάζει αυτεπάγγελτα τον καταχρηστικό χαρακτήρα οποιασδήποτε συμβατικής ρήτρας ενδεχομένως να περιλαμβάνεται σε σύμβαση, που είναι αντικείμενο υπόθεσης εκδίκασης ενώπιόν του και εκδίδει διάταγμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3). ..............................
(3)Το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκδικάζεται οποιαδήποτε αίτηση δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)ή αυτεπάγγελτα δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1Α), έχει εξουσία, τηρουμένων των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, του περί Δικαστηρίων Νόμου και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, καθώς και οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή κανονισμών που τροποποιούν ή αντικαθιστούν αυτούς, να εκδώσει απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, συμπεριλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, με το οποίο να διατάσσει- (α) την άμεση παύση και/ή μη επανάληψη της γενόμενης παράβασης, (β) την εντός ορισμένης προθεσμίας λήψη τέτοιων διορθωτικών, κατά την κρίση του Δικαστηρίου μέτρων, προς άρση της παράνομης κατάστασης που δημιούργησε η σχετική παράβαση, (γ) τη δημοσίευση του συνόλου ή μέρους της σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου, ή τη δημοσίευση επανορθωτικής ανακοίνωσης με σκοπό την απάλειψη των τυχόν συνεχιζόμενων επιπτώσεων της παράβασης, και /ή (δ) οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή μέτρο ήθελε κριθεί αναγκαίο ή εύλογο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. 63.-
(1)Καταναλωτής του οποίου τα οικονομικά συμφέροντα έχουν θιγεί, συνεπεία οποιασδήποτε παράβασης των διατάξεων του παρόντος Νόμου, έχει δικαίωμα καταχώρισης αγωγής ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου ατομικά για καταβολή αποζημίωσης και/ή για υπαναχώρηση από τη σύμβαση και/ή για μείωση του τιμήματος του προϊόντος και/ή της υπηρεσίας το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης και/ή για οποιαδήποτε άλλη εύλογη απαίτηση ως θεραπεία και/ή ως αποκατάσταση και/ή ως επανόρθωση της βλάβης που έχει υποστεί.
(2)Η αγωγή, ως ορίζεται στο εδάφιο
(1), δύναται να καταχωρισθεί εναντίον οποιουδήποτε εμπορευόμενου παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.
(3)Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται οποιαδήποτε αγωγή, όπως ορίζεται στις διατάξεις του εδαφίου
(1), έχει εξουσία, τηρουμένων των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, του περί Δικαστηρίων Νόμου και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, καθώς και οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή κανονισμών που τροποποιούν ή αντικαθιστούν αυτούς, να διατάξει τον εναγόμενο όπως προβεί στις ακόλουθες ενέργειες, ως θεραπεία και/ή ως αποκατάσταση και/ή ως επανόρθωση της βλάβης και/ή ζημίας που έχει υποστεί ο ενάγων: (α) Να κηρύξει τη σύμβαση ως παράνομη∙ και/ή (β) να μειώσει το τίμημα πώλησης του προϊόντος και/ή της υπηρεσίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης∙ και/ή (γ) να καταβάλει στον ενάγοντα τέτοιο χρηματικό ποσό το οποίο ήθελε θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως εύλογη αποζημίωση∙ και/ή (δ) να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, η οποία ήθελε θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως εύλογη.» Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται αφού ληφθούν υπόψη διάφοροι παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων και όλων των περιστάσεων που περιβάλλουν τη σύναψη της σύμβασης και των υπολοίπων ρήτρων που περιλαμβάνονται στην υπό εξέταση σύμβαση. Σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 50, οι υποπαραγράφοι
(1),
(2)και
(3)του Νόμου. Τις παραθέτω αυτούσιες: «
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους και τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση.
(2)Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.
(3)Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα- (α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών· (β) αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα· (γ) αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή· και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή.» Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, διαπιστώνω ότι η Ενάγουσα ενώ καταχώρησε το 2016 την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, με βάση το δικαίωμα που της παρέχεται από το άρθρο 63 του Νόμου, επτά έτη αργότερα και ενώ η υπόθεση ήταν έτοιμη να ορισθεί για ακρόαση, καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση, επικαλούμενη τις πρόνοιες του άρθρου 62 του Νόμου. Επισημαίνω δε ότι με την υπό κρίση αίτηση δεν ζητά απλώς την κήρυξη κάποιων όρων ως καταχρηστικών αλλά ζητά παράλληλα όπως οι επίδικες συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων κηρυχθούν εξ΄ υπαρχής άκυρες. Στην ουσία ζητά όπως όλες οι αξιώσεις της που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης της, οι οποίες εδράζονται επί νομικών ζητημάτων και γεγονότων που αμφισβητούνται από τους Εναγόμενους, εξετασθούν συνοπτικά και αποφασισθούν στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης, στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς να ακουσθεί μαρτυρία και χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στους Εναγόμενους να προβάλουν τις θέσεις και τους ισχυρισμούς που εγείρουν στην υπεράσπιση τους. Η παρούσα διαδικασία, η οποία εδράζεται στο άρθρο 62 του Νόμου, δεν προσφέρεται για το σκοπό αυτό. Αδυνατώ δε να αντιληφθώ γιατί η Ενάγουσα επέλεξε, στο προχωρημένο αυτό στάδιο της διαδικασίας, να προωθήσει την υπό κρίση Αίτηση εφόσον έχει καταχωρίσει την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, με βάση το Άρθρο 63 του Νόμου, η οποία είναι έτοιμη να προχωρήσει για ακρόαση. Επισημαίνω ότι οι αξιώσεις που η Ενάγουσα προωθεί με την Αίτηση της είναι σχεδόν πανομοιότυπες με τις αξιώσεις που προωθεί με την αγωγή. Σε σχέση με τις θεραπείες που αφορούν την κήρυξη των επίδικων συμφωνιών ως άκυρες, θα ήθελα να επισημάνω ότι ακόμη και στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι ένας όρος της σύμβασης συνιστά καταχρηστική ρήτρα, αυτό δεν οδηγεί αυτόματα στην ακύρωση της σύμβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 51 του Νόμου η καταχρηστική ρήτρα δεν δεσμεύει τον καταναλωτή, η σύμβαση όμως εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εκτός αν αυτή δεν δύναται τα συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. Πέραν τούτου, ως αναφέρω και πιο πάνω, για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση «καλής πίστης», σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 50 του Νόμου που παραθέτω πιο πάνω, λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, κατά πόσο ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις για να συμφωνήσει στη ρήτρα, αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή και ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα πιο πάνω θέματα τελούν υπό αμφισβήτηση και θα πρέπει να ακουσθεί για το σκοπό αυτό προφορική μαρτυρία. Υπό αμφισβήτηση τελούν και τα υπόλοιπα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις της Ενάγουσας. Σε σχέση δε με το ασφαλιστικό συμβόλαιο του συζύγου της Ενάγουσας, ο οποίος έχει αποβιώσει, εγείρονται διάφορα θέματα, στην Υπεράσπιση ως προδικαστικές ενστάσεις. Εγείρεται, μεταξύ άλλων, και το θέμα κατά πόσο η Ενάγουσα νομιμοποιείται να προωθεί μόνη της την αγωγή. Τα πιο πάνω θέματα θα πρέπει να ακουσθούν και να αποφασισθούν στα πλαίσια της αγωγής και όχι συνοπτικά στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η υπό κρίση Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας-Αιτήτριας, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα είναι άμεσα πληρωτέα. (Υπ.) ................................ Τ. Παρασκευαϊδου- Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.